Υπόθεση C-293/00
Βασίλειο των Κάτω Χωρών
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Ακύρωση της αποφάσεως 2000/362/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2000, σχετικά με το συνολικό ποσό της κοινοτικής χρηματοδοτικής ενίσχυσης στο πλαίσιο της εξάλειψης της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1997 »
Προτάσεις της γενικής εισαγγελέα C. Stix-Hackl της 26ης Ιουνίου 2003 Απόφαση του Δικαστηρίου (πέμπτο τμήμα) της 6ης Νοεμβρίου 2003
Περίληψη της αποφάσεως
1.. Γεωργία – Προσέγγιση των νομοθεσιών στον τομέα των υγειονομικών ελέγχων – Χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας στα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη στον κτηνιατρικό τομέα – Επείγουσες επεμβάσεις σε περίπτωση εμφανίσεως ορισμένων επιζωοτιών – Μείωση της χρηματοδοτικής συμμετοχής σε περίπτωση μη τηρήσεως της κοινοτικής ρυθμίσεως – Επιτρέπεται – Διόρθωση κατ' αποκοπή – Προϋποθέσεις
(Απόφαση 90/424 του Συμβουλίου, άρθρο 3 § 2)
2.. Γεωργία – Προσέγγιση των νομοθεσιών στον τομέα των υγειονομικών ελέγχων – Χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας στα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη στον κτηνιατρικό τομέα – Επείγουσες επεμβάσεις σε περίπτωση εμφανίσεως ορισμένων επιζωοτιών – Εξουσία ελέγχου της Επιτροπής – Έκταση – Δημοσιονομική διόρθωση σε περίπτωση ανεπάρκειας των ληφθέντων μέτρων – Αμφισβήτηση από το οικείο κράτος μέλος – Βάρος αποδείξεως
(Απόφαση 90/424 του Συμβουλίου)
3.. Γεωργία – Προσέγγιση των νομοθεσιών στον τομέα των υγειονομικών ελέγχων – Χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας στα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη στον κτηνιατρικό τομέα – Επείγουσες επεμβάσεις σε περίπτωση εμφανίσεως ορισμένων επιζωοτιών – Χρηματοδοτική ενίσχυση στο πλαίσιο της εξάλειψης της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες – Μείωση του ύψους των αποζημιώσεων των εκτροφέων – Αρχή της αναλογικότητας – Παραβίαση – Δεν συντρέχει
(Απόφαση 2000/362 της Επιτροπής)
1. Όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα του άρθρου 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως 90/424, σχετικά με ορισμένες δαπάνες στον κτηνιατρικό τομέα, η αξίωση των κρατών μελών για χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας στις δαπάνες που πραγματοποιούν για τις επείγουσες επεμβάσεις τους στις περιπτώσεις εμφανίσεως ορισμένων επιζωοτιών γεννάται μόνο εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που απαριθμεί η εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση. Επιπλέον, σε περίπτωση λήψεως ορισμένων μόνο από τα μέτρα που απαιτούνται κατά την κοινοτική ρύθμιση, δεν προβλέπεται η γένεση αξιώσεως επί του αναλογούντος μέρους της χρηματοδοτικής συμμετοχής. Εντούτοις, η Επιτροπή, αντί να αρνηθεί να εγκρίνει τη χρηματοδοτική συνδρομή σε περίπτωση μη τηρήσεως από το κράτος μέλος όλων αυτών των προϋποθέσεων, μπορεί, κατ' εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, να αφαιρέσει από το ποσό των δαπανών για τις οποίες το κράτος μέλος ζητεί τη χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας τις δαπάνες που προκλήθηκαν από τη μη τήρηση των προϋποθέσεων αυτών και να λάβει υπόψη της, όσον αφορά τη χρηματοδοτική συμμετοχή, μόνο το υπόλοιπο ποσό. Επιπλέον, η καταπολέμηση των επιζωοτιών που έχουν λάβει μεγάλες διαστάσεις δεν μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς να διαπραχθούν λάθη και η ύπαρξη ορισμένων λαθών δεν εμποδίζει καταρχήν τη χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας. Εντούτοις, εφόσον τα λάθη αυτά υπερβαίνουν τα όρια αυτού που μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί αναπόφευκτο και συνεπώς συγγνωστό ενόψει μιας πολύπλοκης και ενίοτε συγκεχυμένης καταστάσεως, οι χρηματοοικονομικές συνέπειές τους δεν επιτρέπεται να βαρύνουν την Κοινότητα ούτε καν εν μέρει, αλλά πρέπει να τις υποστεί το κράτος μέλος του οποίου οι αρχές ευθύνονται για τα λάθη αυτά. Όσον αφορά τη δυνατότητα της Επιτροπής να βασίζεται σε εκτιμήσεις και να προβαίνει σε διορθώσεις κατ' αποκοπήν, δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί στην Επιτροπή η υποχρέωση να ελέγχει λεπτομερώς κάθε ζώο που έχει θανατωθεί και κάθε περίπτωση καταστροφής μολυσμένων ζωοτροφών ή υλικών. Τόσο στην περίπτωση που το κράτος μέλος δεν έχει τηρήσει καμία από τις προϋποθέσεις που προβλέπει η κοινοτική ρύθμιση όσο και στην περίπτωση που έχουν διαπραχθεί λάθη των οποίων την οικονομική ευθύνη πρέπει να αναλάβει το κράτος μέλος, η Επιτροπή μπορεί να βασίζεται σε εκτιμήσεις ή να προβαίνει σε διορθώσεις κατ' αποκοπήν, υπό την προϋπόθεση ότι οι εκτιμήσεις και διορθώσεις αυτές βασίζονται ευλόγως στα στοιχεία που διαθέτει. βλ. σκέψεις 22, 24-25, 29
2. Κατά την απόφαση 90/424, σχετικά με ορισμένες δαπάνες στον κτηνιατρικό τομέα, για να δικαιούται το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας για την καταπολέμηση ορισμένων επιζωοτιών, πρέπει να εφαρμόσει ορισμένα μέτρα. Επειδή η κοινοτική ρύθμιση δεν μπορεί, ενόψει της πληθώρας των καταστάσεων που είναι ενδεχόμενο να προκύψουν, να προσδιορίσει επακριβώς ποια είναι τα μέτρα αυτά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή πρέπει, όταν αξιολογεί τα μέτρα που έχουν λάβει τα κράτη μέλη, να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τα κράτη αυτά έχουν ευρέα περιθώρια χειρισμών ως προς την επιλογή των μέτρων που πρέπει να λάβουν και τον τρόπο εκτελέσεώς τους, καθώς και ότι η ίδια δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμησή της στην εκτίμηση του οικείου κράτους μέλους. Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση που η εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση περιέχει διατάξεις που χρησιμοποιούν γενικές και ευρείες έννοιες. Αντίθετα, αν η Επιτροπή αποδείξει, σεβόμενη τα περιθώρια χειρισμών του οικείου κράτους μέλους, ότι η εκ μέρους του κράτους αυτού καταπολέμηση της ασθένειας ήταν ανεπαρκής και ότι επιβάλλεται ορισμένη χρηματοδοτική διόρθωση, το κράτος μέλος αυτό φέρει το βάρος της αποδείξεως του ότι η Επιτροπή διέπραξε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως. βλ. σκέψεις 32-34
3. Δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας η απόφαση 2000/362, σχετικά με το συνολικό ποσό της κοινοτικής χρηματοδοτικής ενίσχυσης στο πλαίσιο της εξάλειψης της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1997, κατά το μέρος που μειώνει κατά 25 %, όσον αφορά τη χρηματοδοτική ενίσχυση, το ποσό της αποζημιώσεως που καταβλήθηκε στους εκτροφείς χοίρων. Συγκεκριμένα, αφού οι αιτιάσεις τεχνικού, διοικητικού και χρηματοδοτικού χαρακτήρα τις οποίες διατύπωσε η Επιτροπή σχετικά με τα εθνικά μέτρα, προκειμένου να αιτιολογήσει την ανωτέρω απόφαση, πρέπει να θεωρηθούν βάσιμες, οι χρηματικές επιπτώσεις, όπως υπολογίστηκαν από την Επιτροπή, υπερβαίνουν κατά πολύ τη διόρθωση που επέφερε η Επιτροπή, πράγμα που αποδεικνύει ότι η Επιτροπή έλαβε προσηκόντως υπόψη τα λάθη που γίνονται αναπόφευκτα κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα κράτη μέλη, καθώς και τον εν προκειμένω ιδιαίτερα πολύπλοκο χαρακτήρα της επιζωοτίας της κλασικής πανώλης των χοίρων. βλ. σκέψεις 48-50
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (πέμπτο τμήμα)
της 6ης Νοεμβρίου 2003 (1)
Ακύρωση της αποφάσεως 2000/362/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2000, σχετικά με το συνολικό ποσό της κοινοτικής χρηματοδοτικής ενίσχυσης στο πλαίσιο της εξάλειψης της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1997
Στην υπόθεση C-293/00,
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο από τον M. A. Fierstra, την C. Wissels και την J. G. M. van Bakel,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον T. van Rijn, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 2000/362/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2000, σχετικά με το συνολικό ποσό της κοινοτικής χρηματοδοτικής ενίσχυσης στο πλαίσιο της εξάλειψης της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1997 (ΕΕ L 129, σ. 33), κατά το μέρος που μειώνει κατά 25 %, όσον αφορά τη χρηματοδοτική ενίσχυση της Κοινότητας για την εξάλειψη της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1997, το ποσό της αποζημιώσεως που καταβλήθηκε στους εκτροφείς χοίρων,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),,
συγκείμενο από τους C. W. A. Timmermans, πρόεδρο του τετάρτου τμήματος, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, D. A. O. Edward (εισηγητή) και S. von Bahr, δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: M.-F. Contet, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 26ης Μαρτίου 2003,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις της κατά τη συνεδρίαση της 26ης Ιουνίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του του Δικαστηρίου στις 31 Ιουλίου 2000, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 2000/362/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Μαΐου 2000, σχετικά με το συνολικό ποσό της κοινοτικής χρηματοδοτικής ενίσχυσης στο πλαίσιο της εξάλειψης της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1997 (ΕΕ L 129, σ. 33, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), κατά το μέρος που, όσον αφορά τη χρηματοδοτική ενίσχυση της Κοινότητας για την εξάλειψη της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1997, μειώνει κατά 25 % το ποσό της αποζημιώσεως που καταβλήθηκε στους εκτροφείς χοίρων.
Η κοινοτική ρύθμιση
2 Η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει τα εξής: Άρθρο 1Το συνολικό ποσό της κοινοτικής χρηματοδοτικής ενίσχυσης, στο πλαίσιο της εξάλειψης της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1997, ανέρχεται σε 109 937 795 ευρώ.Άρθρο 2Το υπόλοιπο της κοινοτικής χρηματοδοτικής ενίσχυσης, δηλαδή 35 507 928 ευρώ, θα καταβληθεί ανάλογα με τη διαθεσιμότητα των πιστώσεων.Άρθρο 3Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών.
3 Οι αιτιολογικές σκέψεις της εν λόγω αποφάσεως έχουν ως εξής:
(1) Εμφανίστηκαν εστίες κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1997. Η εμφάνιση της νόσου αυτής αντιπροσωπεύει σοβαρό κίνδυνο για το κοινοτικό ζωικό κεφάλαιο και, προκειμένου να συμβάλει στην εξάλειψη της νόσου το συντομότερο δυνατό, η Κοινότητα έχει τη δυνατότητα να συμμετάσχει στη χρηματοδότηση των δαπανών που πραγματοποιεί το κράτος μέλος.
(2) Στις 22 Ιουνίου 1998 οι Κάτω Χώρες υπέβαλαν αίτηση πληρωμής για το σύνολο των δαπανών που προέκυψαν λόγω της εμφάνισης της νόσου στο έδαφός τους το 1997. Η εν λόγω αίτηση έχει αντικατασταθεί από νέα αίτηση, που υποβλήθηκε στις 2 Ιουνίου 1999.
(3) Η Επιτροπή εξέδωσε τις αποφάσεις 98/25/ΕΚ και 1999/18/ΕΚ σχετικά με μια χρηματοδοτική ενίσχυση της Κοινότητας στο πλαίσιο της εξάλειψης της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες. Οι εν λόγω αποφάσεις επέτρεψαν την πληρωμή των δύο πρώτων προκαταβολών που ανέρχονται σε 74 429 868 ευρώ.
(4) Επί του παρόντος, πρέπει να καθοριστεί το συνολικό ποσό της χρηματοδοτικής ενίσχυσης της Κοινότητας.
(5) Η Επιτροπή έλεγξε την εφαρμογή όλων των κοινοτικών κανόνων στον κτηνιατρικό τομέα και την τήρηση όλων των όρων της χρηματοδοτικής συνδρομής της Κοινότητας.
(6) Τα αποτελέσματα των ελέγχων αυτών δεν επιτρέπουν να θεωρηθούν ως επιλέξιμες όλες οι δαπάνες που υποβλήθηκαν. Οι διαπιστώσεις αυτές επιβεβαιώνονται από την έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
(7) Οι αρχικές παρατηρήσεις της Επιτροπής κοινοποιήθηκαν επίσημα στις ολλανδικές αρχές στις 13 Ιανουαρίου 1998.
(8) Οι συμπληρωματικές παρατηρήσεις καθώς και ο τρόπος υπολογισμού των επιλέξιμων δαπανών κοινοποιήθηκαν επίσημα στις εν λόγω αρχές στις 5 Μαΐου και στις 29 Οκτωβρίου 1999.
(9) Η μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή δεν διατύπωσε γνώμη. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή πρότεινε στο Συμβούλιο στις 17 Φεβρουαρίου 2000 τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν σύμφωνα με το άρθρο 41 της απόφασης 90/424/ΕΟΚ και το Συμβούλιο έπρεπε να αποφασίσει εντός τριών μηνών.
(10) Ωστόσο, το Συμβούλιο δεν έλαβε απόφαση στην απαιτούμενη προθεσμία. Τα εν λόγω μέτρα πρέπει τώρα να θεσπισθούν από την Επιτροπή.
4 Η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται στο άρθρο 3, και συγκεκριμένα στις παραγράφους 2 και 5 του άρθρου αυτού, της αποφάσεως 90/424/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 1990, σχετικά με ορισμένες δαπάνες στον κτηνιατρικό τομέα (ΕΕ L 224, σ. 19), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με την απόφαση 94/370/ΕΚ του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1994 (ΕΕ L 168, σ. 31, στο εξής: απόφαση 90/424).
5 Το άρθρο 3 της αποφάσεως 90/424 προβλέπει τα εξής:
1. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται σε περίπτωση που εκδηλωθούν στο έδαφος ενός κράτους μέλους οι ακόλουθες ασθένειες:
─ [...]
─ κλασική πανώλη των χοίρων,
─ [...]
2. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πρέπει να απολαύει της χρηματοδοτικής συμμετοχής της Κοινότητας για την εκρίζωση της ασθένειας, υπό την προϋπόθεση ότι τα μέτρα που εφαρμόζονται αμέσως περιλαμβάνουν τουλάχιστον τη θέση υπό αναγκαστική διαχείριση της εκμετάλλευσης, από τη στιγμή που θα υπάρξει υποψία για την ασθένεια, και, μετά την επίσημη διάγνωση της ασθένειας:
─ τη θανάτωση των ζώων των ευπαθών ειδών, που έχουν προσβληθεί ή μολυνθεί ή υπάρχει υπόνοια ότι έχουν προσβληθεί ή μολυνθεί, και την καταστροφή των πτωμάτων τους και, στην περίπτωση της πανώλης των πτηνών, την καταστροφή των αυγών,
─ την καταστροφή των μολυσμένων ζωοτροφών ή των μολυσμένων υλικών, στο μέτρο που τα τελευταία δεν μπορούν να απολυμανθούν σύμφωνα με την τρίτη περίπτωση,
─ τον καθαρισμό, την απεντόμωση και την απολύμανση της εκμετάλλευσης και του εξοπλισμού που βρίσκεται στην εκμετάλλευση,
─ τη δημιουργία ζωνών προστασίας,
─ την εφαρμογή των κατάλληλων μέτρων για την πρόληψη του κινδύνου διάδοσης της ασθένειας,
─ τον καθορισμό μιας προθεσμίας αναμονής πριν από την ανανέωση του πληθυσμού της εκμετάλλευσης,
─ την άμεση και προσήκουσα αποζημίωση των εκτροφέων.
2α. Στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος χορηγείται επίσης η οικονομική συμμετοχή της Κοινότητας όταν, κατά την εμφάνιση εστίας μιας από τις ασθένειες που αναφέρονται στην παράγραφο 1, δύο ή περισσότερα κράτη μέλη συνεργάζονται στενά για τον έλεγχο της επιδημίας αυτής, ιδίως κατά τη διενέργεια της επιδημιολογικής έρευνας και την εφαρμογή των μέτρων επίβλεψης της ασθένειας. Με την επιφύλαξη των μέτρων που προβλέπονται στο πλαίσιο των σχετικών κοινών οργανώσεων αγορών, η ειδική οικονομική συμμετοχή της Κοινότητας αποφασίζεται με τη διαδικασία του άρθρου 41.
3. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος ενημερώνει αμελλητί την Επιτροπή και τα υπόλοιπα κράτη μέλη για τα μέτρα που εφαρμόζει, σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία, σχετικά με την κοινοποίηση και την εκρίζωση των ασθενειών και τα αποτελέσματά τους. Η εξέλιξη της κατάστασης εξετάζεται, το συντομότερον δυνατόν, στα πλαίσια της μόνιμης κτηνιατρικής επιτροπής, η οποία έχει συσταθεί με την απόφαση 68/361/ΕΟΚ, καλούμενη εφεξής: επιτροπή. Η ειδική χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας αποφασίζεται, με την επιφύλαξη των μέτρων που προβλέπονται στα πλαίσια των κοινών οργανώσεων των σχετικών αγορών, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 41.
4. Εάν η εξέλιξη της κατάστασης στην Κοινότητα επιβάλλει να συνεχιστεί η ενέργεια που αναφέρεται στην παράγραφο 2, λαμβάνεται, με τη διαδικασία του άρθρου 40, νέα απόφαση για τη χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας, που μπορεί και να υπερβαίνει το 50 % που προβλέπεται στην παράγραφο 5, πρώτη περίπτωση. Κατά τη λήψη της απόφασης αυτής, είναι δυνατόν να ορίζονται όλα τα αναγκαία μέτρα, και ιδίως άλλα μέτρα εκτός από αυτά που αναφέρονται στην παράγραφο 2, τα οποία πρέπει να εφαρμόσει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος για να εξασφαλιστεί η επιτυχία της ενέργειας.
5. Υπό την επιφύλαξη των μέτρων στήριξης των αγορών που πρέπει να ληφθούν στα πλαίσια των κοινών οργανώσεων αγορών, η χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας, που μπορεί να καταμεριστεί σε δόσεις εάν αυτό είναι αναγκαίο, πρέπει να είναι:
─ το 50 % των δαπανών που πραγματοποιεί το κράτος μέλος για να αποζημιώσει τους ιδιοκτήτες για τη θανάτωση των ζώων και την καταστροφή των πτωμάτων τους και, ενδεχομένως, των προϊόντων τους, τον καθαρισμό, την απεντόμωση και την απολύμανση της εκμετάλλευσης και του εξοπλισμού της και την καταστροφή των μολυσμένων ζωοτροφών και υλικών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, δεύτερη περίπτωση,
─ στην περίπτωση που έχει αποφασιστεί ο εμβολιασμός σύμφωνα με την παράγραφο 4, το 100 % της προμήθειας των εμβολίων και το 50 % των δαπανών για την πραγματοποίηση του εμβολιασμού αυτού.
6 Το άρθρο 41 της αποφάσεως 90/424 προβλέπει τα εξής:
1. Σε περίπτωση αναφοράς στη διαδικασία του παρόντος άρθρου, η μόνιμη κτηνιατρική επιτροπή, η οποία συστάθηκε με την απόφαση 68/361/ΕΟΚ [...], στο εξής: επιτροπή, συγκαλείται αμελλητί από τον πρόεδρό της, είτε με δική του πρωτοβουλία είτε ύστερα από αίτηση ενός κράτους μέλους.
2. Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην επιτροπή σχέδιο των μέτρων που πρέπει να ληφθούν. Η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της για το σχέδιο αυτό εντός προθεσμίας που μπορεί να ορίσει ο πρόεδρος σε συνάρτηση με τον επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η γνώμη διατυπώνεται με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 148, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την έκδοση των αποφάσεων τις οποίες καλείται να λάβει το Συμβούλιο ύστερα από πρόταση της Επιτροπής. Κατά την ψηφοφορία στα πλαίσια της επιτροπής, οι ψήφοι των αντιπροσώπων των κρατών μελών σταθμίζονται σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο. Ο πρόεδρος δεν συμμετέχει στην ψηφοφορία.
3.
α) Η Επιτροπή θεσπίζει τα προτεινόμενα μέτρα όταν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής.
β) Όταν τα προτεινόμενα μέτρα δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής ή ελλείψει γνώμης, η Επιτροπή υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο πρόταση σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.
Εάν, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία του υποβλήθηκε το θέμα, το Συμβούλιο δεν έχει θεσπίσει μέτρα, η Επιτροπή θεσπίζει τα προτεινόμενα μέτρα και τα θέτει αμέσως σε εφαρμογή.
7 Η οδηγία 80/217/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Ιανουαρίου 1980, περί θεσπίσεως κοινοτικών μέτρων για την καταπολέμηση της κλασικής πανώλους των χοίρων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/027, σ. 247), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/685/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Νοεμβρίου 1991 (ΕΕ L 377, σ. 1, στο εξής: οδηγία 80/217), προβλέπει στο άρθρο 9 τα εξής:
1. Αμέσως μόλις επιβεβαιωθεί επισήμως η διάγνωση κλασικής πανώλης των χοίρων στους χοίρους μιας εκμετάλλευσης, η αρμόδια αρχή ορίζει μια ζώνη προστασίας ακτίνας 3 τουλάχιστον χιλιομέτρων γύρω από την εστία, η οποία περικλείεται σε μια ζώνη επιτήρησης ακτίνας 10 χιλιομέτρων τουλάχιστον.
[...]
4. Στις ζώνες προστασίας εφαρμόζονται τα ακόλουθα μέτρα:
α) Πραγματοποιείται το συντομότερο δυνατόν απογραφή όλων των εκμεταλλεύσεων. Μετά τον καθορισμό της ζώνης προστασίας, ένας επίσημος κτηνίατρος επισκέπτεται τις εν λόγω εκμεταλλεύσεις το αργότερο εντός επτά ημερών.
β) Απαγορεύεται η διακίνηση και η μεταφορά χοίρων σε δημόσιες ή ιδιωτικές οδούς. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει όσον αφορά την οδική ή σιδηροδρομική διαμετακόμιση χοίρων χωρίς εκφόρτωση ή στάση. Ωστόσο, μπορεί να αποφασίζεται παρέκκλιση από τις ανωτέρω διατάξεις, με τη διαδικασία του άρθρου 16, για τους χοίρους σφαγής που προέρχονται από έδαφος που είναι εκτός της ζώνης προστασίας και αποστέλλονται σε σφαγείο που ευρίσκεται εντός της εν λόγω ζώνης.
γ) Τα φορτηγά και άλλα οχήματα και εξοπλισμός τα οποία χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά των χοίρων ή άλλων ζώων ή υλικού που ενδέχεται να έχουν μολυνθεί (παραδείγματος χάρη ζωοτροφές, υγρή ή στερεά κόπρος κ.λπ.) και τα οποία χρησιμοποιούνται εντός της ζώνης προστασίας δεν μπορούν να εξέρχονται:
i) από εκμετάλλευση που βρίσκεται εντός της ζώνης προστασίας,
ii) από τη ζώνη προστασίας,
iii) από σφαγείο, αν προηγουμένως δεν έχουν καθαριστεί και απολυμανθεί σύμφωνα με τις διαδικασίες που καθορίζονται από την αρμόδια αρχή. Οι διαδικασίες αυτές προβλέπουν, ιδίως, ότι κανένα φορτηγό ή άλλο όχημα που έχει χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά χοίρων δεν μπορεί να εξέρχεται από τη ζώνη αν προηγουμένως δεν επιθεωρηθεί από την αρμόδια αρχή.
δ) Κανένα άλλο είδος ζώων δεν δύναται να εισέρχεται ή να εξέρχεται από την εκμετάλλευση χωρίς την άδεια της αρμόδιας αρχής.
ε) Όλοι οι ασθενείς ή νεκροί χοίροι οι οποίοι βρίσκονται στην εκμετάλλευση αναφέρονται στην αρμόδια αρχή, η οποία διεξάγει τις αναγκαίες έρευνες για να εξακριβώσει την παρουσία κλασικής πανώλης των χοίρων.
στ) Απαγορεύεται η απομάκρυνση των χοίρων από την εκμετάλλευση στην οποία φυλάσσονται για 21 ημέρες από την ολοκλήρωση των μέτρων προκαταρκτικού καθαρισμού και απολύμανσης της μολυσμένης εκμετάλλευσης που καθορίζονται στο άρθρο 10. Μετά 21 ημέρες είναι δυνατό να δίνεται άδεια για την απομάκρυνση των χοίρων από την εν λόγω εκμετάλλευση:
i) για να μεταφερθούν απευθείας σε σφαγείο που ορίζει η αρμόδια αρχή, κατά προτίμηση εντός της ζώνης προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι:
─ επιθεωρούνται όλοι οι χοίροι της εκμετάλλευσης,
─ εξετάζονται κλινικώς οι χοίροι που πρόκειται να μεταφερθούν για σφαγή, ιδίως με μέτρηση της θερμοκρασίας του σώματος ορισμένου αριθμού χοίρων,
─ όλοι οι χοίροι σημαδεύονται στο αυτί,
─ οι χοίροι μεταφέρονται μέσα σε οχήματα τα οποία σφραγίζονται από την αρμόδια αρχή. Η αρμόδια αρχή που είναι υπεύθυνη για το σφαγείο ενημερώνεται για την πρόθεση να αποσταλούν χοίροι σ' αυτό. Στο σφαγείο, οι χοίροι αυτοί φυλάσσονται και σφάζονται χωριστά από τους άλλους χοίρους. Τα οχήματα και ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκαν για τη μεταφορά των χοίρων καθαρίζονται και απολυμαίνονται αμέσως.
[...]
8. Κατά παρέκκλιση της παραγράφου 4, στοιχείο στ΄, και της παραγράφου 6, στοιχείο στ΄, η αρμόδια αρχή μπορεί να επιτρέπει την έξοδο των χοίρων από την εκμετάλλευση για να μεταφερθούν σε εγκατάσταση αξιοποίησης ζωικών υποπροϊόντων ή σε ένα τόπο όπου οι χοίροι θανατώνονται με σκοπό την καύση ή την ταφή. Τα εν λόγω ζώα υφίστανται δειγματοληπτική δοκιμασία για την ανίχνευση του ιού της κλασικής πανώλης των χοίρων. Κατά τις δειγματοληπτικές αυτές δοκιμασίες λαμβάνονται υπόψη τα κριτήρια δειγματοληψίας αίματος που προβλέπονται στο παράρτημα ΙV.
Για να αποφευχθεί η εξάπλωση του ιού κατά τη μεταφορά, πρέπει να λαμβάνονται όλες οι απαραίτητες προφυλάξεις, ιδίως ο καθαρισμός και η απολύμανση του φορτηγού μετά τη μεταφορά αυτή.
9. Όταν οι απαγορεύσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 4, στοιχείο στ΄, και στην παράγραφο 6, στοιχείο στ΄, διατηρούνται για περίοδο μεγαλύτερη των 30 ημερών, λόγω της εκδήλωσης νέων κρουσμάτων της ασθένειας, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται προβλήματα στέγασης των χοίρων, η αρμόδια αρχή μπορεί, μετά από αιτιολογημένη αίτηση του ιδιοκτήτη, να επιτρέπει την έξοδο των χοίρων από μία εκμετάλλευση η οποία βρίσκεται στην ζώνη προστασίας ή στη ζώνη επιτήρησης εφόσον:
α) τα γεγονότα έχουν επιβεβαιωθεί από έναν επίσημο κτηνίατρο,
β) έχουν επιθεωρηθεί όλοι οι χοίροι της εκμετάλλευσης,
γ) έχουν εξετασθεί κλινικώς οι χοίροι που πρόκειται να μεταφερθούν, ιδίως με μέτρηση της θερμοκρασίας του σώματος ορισμένου αριθμού χοίρων,
δ) έχουν σημαδευτεί στο αυτί όλοι οι χοίροι,
ε) η εκμετάλλευση προορισμού βρίσκεται εντός της ζώνης προστασίας ή εντός της ζώνης επιτήρησης.
Για να αποφευχθεί η εξάπλωση του ιού κατά τη μεταφορά, πρέπει να λαμβάνονται όλες οι απαραίτητες προφυλάξεις, ιδίως ο καθαρισμός και η απολύμανση του φορτηγού μετά τη μεταφορά.
8 Το άρθρο 14β της οδηγίας 80/217 προβλέπει ότι κάθε κράτος μέλος καταρτίζει, σύμφωνα με ορισμένα κριτήρια, ένα σχέδιο για την αντιμετώπιση των περιπτώσεων έκτακτης ανάγκης, στο οποίο προσδιορίζονται τα εθνικά μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται εάν εμφανισθεί κλασική πανώλη των χοίρων. Τα σχέδια αυτά υποβάλλονται το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1993 στην Επιτροπή, η οποία τα εξετάζει και τα εγκρίνει κατόπιν των αναγκαίων ενδεχομένως τροποποιήσεων.
9 Η οδηγία 80/127 έχει πλέον αντικατασταθεί από την οδηγία 2001/89/EK του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2001, σχετικά με κοινοτικά μέτρα για την καταπολέμηση της κλασσικής πανώλους των χοίρων (ΕΕ L 316, σ. 5).
Πραγματικά περιστατικά
10 Η εμφάνιση της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες διαπιστώθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 1997 στο Venhorst (επαρχία του Noord-Brabant), σε μια περιοχή όπου βρίσκεται η μεγαλύτερη συγκέντρωση εκτροφείων χοίρων (το 90 % της παραγωγής χοίρων στις Κάτω Χώρες πραγματοποιείται στο νότιο και στο ανατολικό τμήμα της χώρας). Η νόσος εξαπλώθηκε ταχέως και έλαβε τέτοιες διαστάσεις, ώστε χρειάστηκε να εκκενωθούν συνολικά 429 εκτροφεία και να θανατωθούν 629 388 μολυσμένοι χοίροι. Προληπτικά εκκενώθηκαν 1 250 εκμεταλλεύσεις (με 1 013 697 χοίρους).
11 Η Ολλανδική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι ο αριθμός των θανατωθέντων χοίρων αντιστοιχεί σχεδόν στη συνήθη παραγωγή ενός ολόκληρου έτους. Η επιζωοτία εκδηλώθηκε σε περιοχή με διαφόρων κατηγοριών εκτροφεία χοίρων (εκτροφεία βασικής εκτροφής αλλά και εκτροφεία υψηλής ποιότητας, εκμεταλλεύσεις για παραγωγή ζώων προς πάχυνση και εκμεταλλεύσεις παχύνσεως, εκμεταλλεύσεις εκτροφής ζώων αναπαραγωγής και εκμεταλλεύσεις παραγωγής χοίρων προς σφαγή).
12 Η εν λόγω κυβέρνηση προσθέτει ότι στις Κάτω Χώρες η διάρθρωση της χοιροτροφίας είαι αποτέλεσμα της εξειδικεύσεως του τομέα. Η παραγωγή στον τομέα αυτό έχει τη μορφή πυραμίδας, στην κορυφή της οποίας βρίσκονται ορισμένες πολύ εξειδικευμένες εκμεταλλεύσεις, στις οποίες πραγματοποιούνται οι πρόοδοι της γενετικής. Στη βάση της πυραμίδας βρίσκονται τα εκτροφεία χοίρων προς σφαγή, οι οποίοι προορίζονται για την παραγωγή κρέατος προς βρώση. Στα ενδιάμεσα επίπεδα βρίσκονται οι εκμεταλλεύσεις όπου πραγματοποιούνται διασταυρώσεις ειδών και τα εκτροφεία χοιριδίων που προορίζονται για τις εκμεταλλεύσεις εκτροφής χοίρων προς σφαγή.
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
13 Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, κρίνοντας ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει νομικά σφάλματα, άσκησε την παρούσα προσφυγή, με την οποία ζητεί από το Δικαστήριο:
1) να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που μειώνει κατά 25 %, όσον αφορά τη χρηματοδοτική ενίσχυση της Κοινότητας για την εξάλειψη της κλασικής πανώλης των χοίρων στις Κάτω Χώρες το 1997, το ποσό της αποζημιώσεως που καταβλήθηκε στους εκτροφείς χοίρων,
2) να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
14 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή του Βασιλείου των Κάτω Χωρών ως αβάσιμη και να το καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
15 Προς στήριξη της προσφυγής της η Ολλανδική Κυβέρνηση προβάλλει πέντε λόγους ακυρώσεως. Πρώτον, ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε εσφαλμένα πραγματικά στοιχεία (πρώτος λόγος ακυρώσεως). Δεύτερον, ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, εκδίδοντάς την, παραβίασε το δίκαιο. Συγκεκριμένα, η απόφαση 90/424 δεν προβλέπει τη δυνατότητα διορθώσεως της χρηματοδοτικής συμμετοχής της Κοινότητας, και μάλιστα με τη μορφή που το έπραξε η Επιτροπή (πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως). Επιπλέον, κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η Επιτροπή έδωσε εσφαλμένη νομική ερμηνεία στα πραγματικά στοιχεία (δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως). Στη συνέχεια η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δυσανάλογη (τρίτος λόγος ακυρώσεως). Η μη ύπαρξη ρητής νομικής βάσης, που να είναι διατυπωμένη με επαρκή νομική σαφήνεια, για τη χρηματοδοτική διόρθωση συνεπάγεται επιπλέον την παραβίαση της αρχής της ασφάλειας δικαίου (τέταρτος λόγος ακυρώσεως). Τέλος, η Ολλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη από την άποψη του άρθρου 253 ΕΚ (πέμπτος λόγος ακυρώσεως).
16 Το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως θέτουν το ζήτημα αν υπάρχει καταρχήν η δυνατότητα κατ' αποκοπήν ή άλλης διορθώσεως της χρηματοδοτικής συμμετοχής της Κοινότητας κατά το άρθρο 3, παράγραφοι 2 και 5, της αποφάσεως 90/424. Δεδομένου ότι η ύπαρξη αυτής της δυνατότητας αποτελεί προϋπόθεση για την εξέταση των άλλων λόγων ακυρώσεως, πρέπει να εξακριβωθεί καταρχάς κατά πόσον αυτή η δυνατότητα όντως υπάρχει.
Επί του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως και επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως
Επιχειρήματα των διαδίκων
17 Με το δικόγραφο της προσφυγής της, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η απόφαση 90/424 δεν επιτρέπει τις κατ' αποκοπήν χρηματοδοτικές διορθώσεις. Η εφαρμογή των μέτρων που προβλέπονται στο άρθρο 3, παράγραφος 5, της αποφάσεως αυτής παρέχει σε κάθε κράτος μέλος, χωρίς να επιβάλλει καμία προϋπόθεση συναφώς, αξίωση επί χρηματοδοτικής συμμετοχής της Κοινότητας, ίσης με το 50 % των πραγματοποιηθεισών δαπανών. Η εν λόγω κυβέρνηση φρονεί ότι, ενόψει της κρισιμότητας και της πολυπλοκότητας της καταστάσεως που είχε δημιουργηθεί, ήταν αναπόφευκτο να διαπιστωθούν εκ των υστέρων ορισμένες παραλείψεις τεχνικού και διοικητικού χαρακτήρα, οι οποίες όμως δεν δικαιολογούσαν καμία χρηματοδοτική διόρθωση. Κατά την εν λόγω κυβέρνηση, αυτή η κατ' αποκοπήν χρηματοδοτική διόρθωση παραβιάζει την αρχή της ασφάλειας δικαίου.
18 Η Επιτροπή τονίζει ότι η χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας τελεί υπό τον όρο της τηρήσεως των προϋποθέσεων που προβλέπει κυρίως το άρθρο 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως 90/424. Δεδομένου ότι οι προϋποθέσεις δεν τηρήθηκαν ή δεν τηρήθηκαν πλήρως, η Επιτροπή είχε το δικαίωμα να μειώσει τη συμμετοχή αυτή κατά το ποσό που αντιστοιχούσε στη μη τήρηση αυτών των προϋποθέσεων.
19 Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Ολλανδική Κυβέρνηση εξέθεσε ότι, κατά την άποψή της, η Επιτροπή μπορεί να μειώνει την κοινοτική χρηματοδοτική συμμετοχή μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες υφίσταται σαφής σχέση μεταξύ των πλημμελειών και της μειώσεως και, επιπλέον, τηρείται συναφώς η αρχή της αναλογικότητας.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
20 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 5, πρώτη περίπτωση, απόφαση 90/424, η χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας ισούται με το 50 % των δαπανών που πραγματοποιεί το κράτος μέλος για να αποζημιώσει τους ιδιοκτήτες για τη θανάτωση των ζώων και την καταστροφή των πτωμάτων τους και, ενδεχομένως, των προϊόντων τους, τον καθαρισμό, την απεντόμωση και την απολύμανση της εκμετάλλευσης και του εξοπλισμού της και την καταστροφή των μολυσμένων ζωοτροφών και υλικών που αναφέρονται στην παράγραφο 2, δεύτερη περίπτωση.
21 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως 90/424 προβλέπει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες τελεί η εν λόγω χρηματοδοτική συμμετοχή. Μεταξύ των προϋποθέσεων αυτών καταλέγονται η θανάτωση ορισμένων κατηγοριών ζώων, ο καθαρισμός της εκμετάλλευσης, η καταστροφή των πτωμάτων και των μολυσμένων ζωοτροφών ή υλικών που δεν μπορούν να απολυμανθούν, η δημιουργία ζωνών προστασίας, η πρόληψη του κινδύνου διαδόσεως της ασθένειας και η άμεση και προσήκουσα αποζημίωση των εκτροφέων.
22 Όπως προκύπτει από το ίδιο το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, η αξίωση επί της χρηματοδοτικής συμμετοχής γεννάται μόνο εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που απαριθμεί η εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση. Επομένως, αρκεί να μην έχει τηρηθεί μία έστω από τις προϋποθέσεις αυτές για να μην έχει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος αξίωση επί της χρηματοδοτικής συμμετοχής της Κοινότητας. Σε περίπτωση άλλωστε λήψεως ορισμένων μόνο από τα μέτρα που απαιτούνται κατά την κοινοτική ρύθμιση, δεν προβλέπεται η γένεση αξιώσεως επί του αναλογούντος μέρους της χρηματοδοτικής συμμετοχής.
23 Ο δικαιολογητικός λόγος του ανωτέρω συστήματος έγκειται στο γεγονός ότι η μη συνδρομή έστω και μιας από τις προϋποθέσεις αυτές μπορεί να διακυβεύσει σοβαρά την επιτυχία της καταπολεμήσεως της κλασικής πανώλης των χοίρων.
24 Πρέπει πάντως να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή, αντί να αρνηθεί να εγκρίνει τη χρηματοδοτική συμμετοχή σε περίπτωση που το κράτος μέλος δεν έχει τηρήσει όλες τις προϋποθέσεις που απαριθμούνται στην κοινοτική ρύθμιση, μπορεί, κατ' εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, να αφαιρέσει από το ποσό των δαπανών για τις οποίες το κράτος μέλος ζητεί τη χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας τις δαπάνες που προκλήθηκαν από τη μη τήρηση των προϋποθέσεων αυτών και να λάβει υπόψη της, όσον αφορά τη χρηματοδοτική συμμετοχή, μόνο το υπόλοιπο ποσό.
25 Επιπλέον, πρέπει επίσης να γίνει δεκτό ότι η καταπολέμηση των επιζωοτιών που έχουν λάβει μεγάλες διαστάσεις δεν μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς να διαπραχθούν λάθη και ότι η ύπαρξη ορισμένων λαθών δεν εμποδίζει καταρχήν τη χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας. Εντούτοις, εφόσον τα λάθη αυτά υπερβαίνουν τα όρια αυτού που μπορεί ευλόγως να θεωρηθεί αναπόφευκτο και συνεπώς συγγνωστό ενόψει μιας πολύπλοκης και ενίοτε συγκεχυμένης καταστάσεως, οι χρηματοοικονομικές συνέπειές τους δεν επιτρέπεται να βαρύνουν την Κοινότητα ούτε καν εν μέρει, αλλά πρέπει να τις υποστεί το κράτος μέλος του οποίου οι αρχές ευθύνονται για τα λάθη αυτά.
26 Αντίθετα από ό,τι ισχυρίστηκε η Ολλανδική Κυβέρνηση με την προσφυγή της, η κατά 50 % συμμετοχή του κράτους μέλους στις δαπάνες δεν αποτελεί επαρκές προληπτικό μέτρο για τη μη υπέρβαση εκ μέρους των αρχών αυτού του κράτους των ορίων αυτού που είναι αναγκαίο και ενδεδειγμένο για την καταπολέμηση των επιζωοτιών. Μολονότι αυτός ο τρόπος κατανομής των δαπανών αποτελεί κίνητρο για τον κατά το δυνατόν περιορισμό τους, η κατά την κοινοτική ρύθμιση υποχρέωση της Κοινότητας να μετέχει κατά 50 % στις δαπάνες αυτές δεν είναι ανεξάρτητη από το ζήτημα αν το ύψος τους είναι δικαιολογημένο.
27 Συγκεκριμένα, η χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας αφορά μόνο τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3, παράγραφος 2, της αποφάσεως 90/424. Οι δαπάνες που πραγματοποιεί το κράτος μέλος, κατά την έννοια της παραγράφου 5 του ίδιου άρθρου, πρέπει επομένως να μην υπερβαίνουν τις δπάνες που είναι αναγκαίες και ενδεδειγμένες για την εφαρμογή των μέτρων αυτών.
28 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή μπορεί, οσάκις οι αρχές κράτους μέλους έχουν διαπράξει λάθη κατά την καταπολέμηση επιζωοτίας, τα οποία έχουν προκαλέσει δαπάνες που πρέπει να επωμιστεί το κράτος μέλος (βλ. ανωτέρω σκέψη 25 της παρούσας αποφάσεως), να μειώνει την κοινοτική συμμετοχή κατά το ποσό που αναλογεί στα λάθη αυτά.
29 Όσον αφορά τη δυνατότητα της Επιτροπής να βασίζεται σε εκτιμήσεις και να προβαίνει σε διορθώσεις κατ' αποκοπήν, δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί στην Επιτροπή η υποχρέωση να ελέγχει λεπτομερώς κάθε ζώο που έχει θανατωθεί και κάθε περίπτωση καταστροφής μολυσμένων ζωοτροφών ή υλικών. Τόσο στην περίπτωση που το κράτος μέλος δεν έχει τηρήσει καμία από τις προϋποθέσεις που προβλέπει η κοινοτική ρύθμιση όσο και στην περίπτωση που έχουν διαπραχθεί λάθη των οποίων την οικονομική ευθύνη πρέπει να αναλάβει το κράτος μέλος, η Επιτροπή μπορεί να βασίζεται σε εκτιμήσεις ή να προβαίνει σε διορθώσεις κατ' αποκοπήν, υπό την προϋπόθεση ότι οι εκτιμήσεις και διορθώσεις αυτές βασίζονται ευλόγως στα στοιχεία που διαθέτει.
30 Το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως και ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως πρέπει συνεπώς να απορριφθούν.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως και επί του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου ακυρώσεως
31 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή προέβη σε εσφαλμένη απόδειξη και ερμηνεία των περιστατικών που έκρινε ότι δικαιολογούσαν τη χρηματοδοτική διόρθωση. Πριν εξεταστούν οι λόγοι αυτοί, πρέπει να διασαφηνιστούν η έκταση του δικαστικού ελέγχου και η κατανομή του βάρους αποδείξεως.
Επί της εκτάσεως του δικαστικού ελέγχου και της κατανομής του βάρους αποδείξεως
32 Κατά την απόφαση 90/424, για να δικαιούται το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος χρηματοδοτική συμμετοχή της Κοινότητας για την καταπολέμηση της κλασικής πανώλης των χοίρων, πρέπει να εφαρμόσει ορισμένα μέτρα. Επειδή η κοινοτική ρύθμιση δεν μπορεί, ενόψει της πληθώρας των καταστάσεων που είναι ενδεχόμενο να προκύψουν, να προσδιορίσει επακριβώς ποια είναι τα μέτρα αυτά σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, η Επιτροπή πρέπει, όταν αξιολογεί τα μέτρα που έχουν λάβει τα κράτη μέλη, να λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι τα κράτη αυτά έχουν ευρέα περιθώρια χειρισμών ως προς την επιλογή των μέτρων που πρέπει να λάβουν και τον τρόπο εκτελέσεώς τους, καθώς και ότι η ίδια δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εκτίμησή της στην εκτίμηση του οικείου κράτους μέλους.
33 Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην περίπτωση που η εφαρμοστέα κοινοτική ρύθμιση περιέχει διατάξεις που χρησιμοποιούν γενικές και ευρείες έννοιες, οι οποίες επιδέχονται διάφορες ερμηνείες, όπως η έννοια άμεση και προσήκουσα αποζημίωση.
34 Αντίθετα, αν η Επιτροπή αποδείξει, σεβόμενη τα περιθώρια χειρισμών του οικείου κράτους μέλους, ότι η εκ μέρους του κράτους αυτού καταπολέμηση της ασθένειας ήταν ανεπαρκής και ότι επιβάλλεται ορισμένη χρηματοδοτική διόρθωση, το κράτος μέλος αυτό φέρει, όπως διαπίστωσε άλλωστε η γενική εισαγγελέας στο σημείο 66 των προτάσεών της, το βάρος της αποδείξεως του ότι η Επιτροπή διέπραξε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως. Εφόσον το κράτος μέλος δεν μπορεί να το αποδείξει, δεν μπορεί να ασκήσει βασίμως προσφυγή κατά της χρηματοδοτικής διορθώσεως που επέφερε η Επιτροπή.
35 Η ανωτέρω προσέγγιση είναι εξάλλου σύμφωνη με τη νομολογία του Δικαστηρίου που αφορά την εκκαθάριση των λογαριασμών του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ) και σύμφωνα με την οποία το κράτος μέλος είναι αυτό που βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση για τη συλλογή και την επαλήθευση των αναγκαίων στοιχείων για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και σε αυτό εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη του αληθούς χαρακτήρα των ελέγχων τους οποίους διενήργησε ή των αριθμητικών στοιχείων τα οποία προσκόμισε και, ενδεχομένως, της ανακρίβειας των ισχυρισμών της Επιτροπής (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2003, C-157/00, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. Ι-153, σκέψη 17).
Επί των αιτιάσεων της Επιτροπής
36 Η Επιτροπή στήριξε τη χρηματοδοτική διόρθωση σε αιτιάσεις αφενός τεχνικού και αφετέρου διοικητικού και χρηματοδοτικού χαρακτήρα. Οι τεχνικού χαρακτήρα αιτιάσεις αφορούν τους τρόπους με τους οποίους οι Κάτω Χώρες εφάρμοσαν τα μέτρα για την εκρίζωση της ασθένειας. Η Επιτροπή, κατά την άποψη της οποίας η οδηγία 80/217 δεν εφαρμόστηκε πλήρως, επισήμανε τις ακόλουθες πλημμέλειες: ανυπαρξία σχεδίου έκτακτης ανάγκης, καθυστερημένη διάγνωση κατά την εκδήλωση της κλασικής πανώλης των χοίρων, υπερβολικά συχνές μετακινήσεις ζώων εντός των ζωνών προστασίας χωρίς επαρκή υγειονομικά μέτρα, αναστολή της προληπτικής εκκενώσεως και μη δημιουργία ζώνης προστασίας σε μία περίπτωση. Αν δεν είχαν σημειωθεί οι πλημμέλειες αυτές, η επιζωοτία θα είχε διαρκέσει λιγότερο και επομένως θα είχε προξενήσει λιγότερες δαπάνες.
37 Οι διοικητικού και χρηματοδοτικού χαρακτήρα αιτιάσεις αφορούν την οργάνωση της αποζημιώσεως, λόγω της οποίας η τιμή καθορίστηκε σε υπερβολικό ύψος. Με τις αιτιάσεις αυτές η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η οργάνωση του προσδιορισμού της αξίας των χοιροειδών αποδείχθηκε πλημμελής, ότι η αξία των ζώων υπερεκτιμήθηκε, ότι τα ζώα άλλαξαν κατηγορία κατά τη διάρκεια της περιόδου προσδιορισμού της αξίας τους, ότι το βάρος των ζωοτροφών υπερεκτιμήθηκε και ότι για ορισμένα ζώα πραγματοποιήθηκε διπλή καταβολή. Επιπλέον, η Επιτροπή βάλλει κατά του συστήματος επανεκτιμήσεως που εφαρμοζόταν από τις ολλανδικές αρχές και κατέληγε σχεδόν κατά σύστημα σε κατ' αποκοπήν προσαύξηση της αποζημιώσεως.
38 Η γενική εισαγγελέας εκθέτει από το σημείο 71 των προτάσεών της τους λόγους για τους οποίους φρονεί ότι ούτε από τις αιτιάσεις τεχνικού χαρακτήρα (σημεία 71 έως 136) ούτε από τις αιτιάσεις διοικητικού ή χρηματοδοτικού χαρακτήρα (σημεία 137 έως 183) προκύπτει ότι οι εκτιμήσεις της Επιτροπής ενέχουν πρόδηλο σφάλμα.
39 Το Δικαστήριο συμφωνεί με τη γενική εισαγγελέα.
40 Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Επί του τρίτου λόγου ακυρώσεως
41 Με τον τρίτο λόγο ακυρώσεως η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας.
Επιχειρήματα των διαδίκων
42 Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, υπάρχει μεγάλη δυσαναλογία μεταξύ των πλημμελειών που διαπίστωσε η Επιτροπή (ή αυτών που χαρακτήρισε ως πλημμέλειες) και της χρηματοδοτικής διορθώσεως στην οποία προέβη. Η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη την ιδιαίτερα πολύπλοκη κατάσταση που επικρατούσε στις Κάτω Χώρες και κακώς συνήγαγε γενικότερα συμπεράσματα από τα στοιχεία που είχε συλλέξει βάσει περιορισμένης και μη αντιπροσωπευτικής δειγματοληπτικής έρευνας.
43 Εξάλλου, ακόμη και κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, η κατά 25 % διόρθωση εφαρμόζεται, κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, μόνο όταν το κράτος μέλος δεν εφαρμόζει κανένα σύστημα ελέγχου ή η εφαρμογή αυτή εμφανίζει πολλά κενά ή όταν υπάρχουν ενδείξεις για παρατυπίες μεγάλης κλίμακας και για αμέλειες κατά την πάταξη των παράτυπων ή δόλιων πρακτικών.
44 Η Επιτροπή τονίζει ότι οι πρόσθετες δαπάνες που απορρέουν για τον κοινοτικό προϋπολογισμό από τις δύο από τις διαπιστωθείσες δέκα πλημμέλειες ανέρχονται σε 79 τουλάχιστον εκατομμύρια ευρώ. Η κατά 25 % χρηματοδοτική διόρθωση δεν αντιπροσωπεύει παρά το 42 % των πρόσθετων αυτών δαπανών, ενώ το υπόλοιπο 58 % βαρύνει τον κοινοτικό προϋπολογισμό. Κατά την άποψη της Επιτροπής, από τα αριθμητικά αυτά στοιχεία προκύπτει σαφώς ότι δεν επιδίωξε να εξαντλήσει τις δυνατότητες που είχε εν προκειμένω και ότι έλαβε υπόψη τη φύση της επιζωοτίας και τις περιστάσεις της εμφανίσεώς της στις Κάτω Χώρες.
45 Η Επιτροπή προσθέτει ότι η επίκληση του συστήματος του ΕΓΤΠΕ δεν αποβαίνει υπέρ των Κάτω Χωρών. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έχει δεχτεί επανειλημμένα ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να αρνείται πλήρως την κάλυψη των αδικαιολόγητων δαπανών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
46 Οι αιτιάσεις της Επιτροπής για τις οποίες η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι στηρίζονται σε πρόδηλα σφάλματα εκτιμήσεως δικαιολογούν τη χρηματοδοτική διόρθωση κατά 25 %.
47 Συγκεκριμένα, η Επιτροπή, για να υπολογίσει τις χρηματικές επιπτώσεις των πλημμελειών που διαπίστωσε, στηρίχθηκε αφενός σε έρευνα του Πανεπιστημίου του Wageningen (Κάτω Χώρες) και αφετέρου, όσον αφορά τις αιτιάσεις διοικητικού και χρηματοδοτικού χαρακτήρα, σε δικές της εκτιμήσεις.
48 Η έρευνα του Πανεπιστημίου του Wageningen σχετικά με τις χρηματικές επιπτώσεις των πλημμελειών τεχνικού χαρακτήρα παρέχει χρήσιμες ενδείξεις για τον υπολογισμό του ύψους της χρηματοδοτικής διορθώσεως. Οι εκτιμήσεις της Επιτροπής σε σχέση με τις πλημμέλειες διοικητικού και χρηματοδοτικού χαρακτήρα δεν διαφέρουν θεμελιωδώς από τα αριθμητικά στοιχεία που παρέθεσε η Ολλανδική Κυβέρνηση κατά την έγγραφη διαδικασία, πράγμα που σημαίνει ότι οι διατυπωθείσες αιτιάσεις πρέπει να θεωρηθούν βάσιμες.
49 Επιπλέον, οι χρηματικές επιπτώσεις, όπως υπολογίστηκαν από την Επιτροπή, υπερβαίνουν κατά πολύ τη διόρθωση που επέφερε η Επιτροπή, πράγμα που αποδεικνύει ότι η Επιτροπή έλαβε προσηκόντως υπόψη τα λάθη που γίνονται αναπόφευκτα κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα κράτη μέλη, καθώς και τον εν προκειμένω ιδιαίτερα πολύπλοκο χαρακτήρα της επιζωοτίας της κλασικής πανώλης των χοίρων.
50 Κατά συνέπεια, δεν υπήρξε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως
51 Κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι προσηκόντως αιτιολογημένη και επομένως συνιστά παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 253 ΕΚ.
Επιχειρήματα των διαδίκων
52 Η Ολλανδική Κυβέρνηση φρονεί ότι η Επιτροπή δεν προσδιόρισε κυρίως τη νομική βάση στην οποία στηρίχθηκε για να προβεί στη χρηματοδοτική διόρθωση του 25 %. Ούτε άλλωστε εξήγησε πώς κατέληξε στην απόφαση να διορθώσει τη δήλωση των δαπανών για την καταβολή αποζημιώσεως στους εκτροφείς. Η εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση ήταν κατά μείζονα λόγο αναγκαία εν προκειμένω, καθόσον η Επιτροπή δεν είχε διατυπώσει ποτέ αντιρρήσεις σχετικά με το σύστημα επανεκτιμήσεως που εφαρμοζόταν στις Κάτω Χώρες.
53 Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Η Επιτροπή τονίζει ότι η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως αποτελεί συνάρτηση, μεταξύ άλλων, του βαθμού στον οποίο ο αποδέκτης της αποφάσεως μετέσχε στη διαδικασία καταρτίσεώς της. Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι είχε συναφώς εκτεταμένη αλληλογραφία με τις ολλανδικές αρχές.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
54 Μολονότι από την αιτιολογία που επιβάλλει το άρθρο 253 ΕΚ πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη επιδεχόμενο παρερμηνεία η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, έτσι ώστε οι μεν ενδιαφερόμενοι να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο, το δε Δικαστήριο να μπορεί να ασκεί τον έλεγχό του, δεν απαιτείται, ωστόσο, η αιτιολογία να εξειδικεύει όλα τα σχετικά με την υπόθεση πραγματικά ή νομικά στοιχεία [βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 2002, C-491/01, British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, Συλλογή 2002, σ. I-11453, σκέψη 165].
55 Η τήρηση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει εξάλλου να εκτιμάται σε σχέση όχι μόνο με το κείμενο της προσβαλλόμενης πράξης αλλά και με το πλαίσιό της, καθώς και με το σύνολο των νομικών κανόνων που διέπουν το σχετικό θέμα [προπαρατεθείσα απόφαση British American Tobacco (Investments) και Imperial Tobacco, σκέψη 166].
56 Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο οσάκις το οικείο κράτος μέλος μετέσχε ενεργά στη διαδικασία καταρτίσεως της επίδικης πράξης και, επομένως, γνωρίζει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η πράξη αυτή (βλ., όσον αφορά την εκκαθάριση των λογαριασμών ΕΓΤΠΕ, την απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1998, C-27/94, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-5581, σκέψη 36, και, όσον αφορά το ανώτατο όριο επιτρεπόμενων αλιευμάτων, την απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 2001, C-120/99, Ιταλία κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2001, σ. I-7997, σκέψη 29).
57 Εν προκειμένω πάντως η Επιτροπή ανακοίνωσε στις ολλανδικές αρχές τα αποτελέσματα των επιτόπιων ελέγχων της και τους ζήτησε τη γνώμη τους. Εξάλλου δεν αμφισβητείται ότι η Επιτροπή, πριν εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, αιτιολόγησε τις διορθώσεις στις οποίες είχε την πρόθεση να προβεί. Επομένως, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών μετέσχε ενεργά στη διαδικασία καταρτίσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι μπορούσε να αφαιρέσει τα επίμαχα ποσά.
58 Κατά συνέπεια, αφού η αιτιολογία δεν είναι πλημμελής, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
59 Κατόπιν επομένως της απορρίψεως όλων των λόγων ακυρώσεως, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Επί των δικαστικών εξόδων
60 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή η Επιτροπή προέβαλε σχετικό αίτημα και το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ηττήθηκε, πρέπει το κράτος μέλος αυτό να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.
Timmermans
Edward
von Bahr
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 6 Νοεμβρίου 2003.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
R. Grass
Β. Σκουρής
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy