Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Φορολογικές διατάξεις - Εναρμόνιση των νομοθεσιών - Φόροι, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση επεξεργασμένων καπνών - Οδηγία 95/59 - Καθορισμός εκ μέρους των δημοσίων αρχών της κατώτατης τιμής λιανικής πωλήσεως των επεξεργασμένων καπνών - Κατώτατη τιμή αναφοράς για το σύνολο των τσιγάρων που πωλούνται υπό το ίδιο σήμα - Δεν επιτρέπεται
(Οδηγία 95/59 του Συμβουλίου, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 1991/81, άρθρο 9 § 1)
2. Φορολογικές διατάξεις - Εναρμόνιση των νομοθεσιών - Φόροι, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση επεξεργασμένων καπνών - Οδηγίες 92/79 και 95/59 - Διαφορετική φορολογία για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό και για τα τσιγάρα από ξανθό καπνό - Δεν επιτρέπεται
(Οδηγίες του Συμβουλίου 92/79, άρθρο 2, και 95/59, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 1991/81, άρθρα 8 § 2 και 16 § 5)
3. Φορολογικές διατάξεις - Εσωτερικοί φόροι - Απαγόρευση της διακρίσεως μεταξύ εισαγομένων και ομοειδών εγχωρίων προϊόντων - Διαφορετική φορολογία για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό και για τα τσιγάρα από ξανθό καπνό - Δεν επιτρέπεται
[Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 95 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 90 ΕΚ)]
Περίληψη
1. Κράτος μέλος, το οποίο διατηρεί σε ισχύ σύστημα επιβάλλον κατώτατη τιμή αναφοράς για το σύνολο των τσιγάρων που πωλούνται υπό το ίδιο σήμα ακόμα και αν η κατώτατη αυτή τιμή δεν ορίζεται κατά τρόπο άμεσο, αλλά έμμεσο, σε συνάρτηση με την τιμή που ισχύει για ένα άλλο προϊόν που φέρει το σήμα αυτό, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/59, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 1999/81, που προβλέπει ότι οι παραγωγοί και οι εισαγωγείς καθορίζουν ελεύθερα τις ανώτατες τιμές λιανικής πωλήσεως των τσιγάρων. Ο καθορισμός εκ μέρους των δημοσίων αρχών της κατώτατης τιμής λιανικής πωλήσεως έχει αναπόφευκτα ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ελευθερίας των παραγωγών και εισαγωγέων να καθορίζουν την ανώτατη τιμή λιανικής πωλήσεως εφόσον, εν πάση περιπτώσει, η τιμή αυτή δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη της υποχρεωτικής κατώτατης τιμής.
( βλ. σκέψεις 14-17, 35 και διατακτ. )
2. Κράτος μέλος, το οποίο διατηρεί σε ισχύ σύστημα επιβάλλον διαφορετική φορολογία για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό και για τα τσιγάρα από ξανθό καπνό, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 8, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 95/59, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί με την οδηγία 1999/81, και από το άρθρο 2 της οδηγίας 92/79, για την προσέγγιση των φόρων στα τσιγάρα, που προβλέπουν την επιβολή ενός μόνο συνολικού ελάχιστου ειδικού φόρου καταναλώσεως και ίδιου για όλα τα τσιγάρα.
( βλ. σκέψεις 20, 34-35 και διατακτ. )
3. Κράτος μέλος, το οποίο διατηρεί σε ισχύ σύστημα επιβάλλον διαφορετική φορολογία για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό, τα οποία κατασκευάζονται σχεδόν αποκλειστικά στο κράτος αυτό και για τα τσιγάρα από ξανθό καπνό, τα οποία είναι κυρίως εισαγόμενα προϊόντα, εις βάρος των τσιγάρων από ξανθό καπνό, παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 90, πρώτο εδάφιο, ΕΚ).
( βλ. σκέψεις 29, 34-35 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-302/00,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους E. Traversa και C. Giolito, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Γαλλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενη από τους G. de Bergues και S. Seam, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να διαπιστωθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ
- σύστημα επιβάλλον κατώτατη τιμή αναφοράς για το σύνολο των τσιγάρων και
- σύστημα επιβάλλον διαφοροποιημένη φορολογία στα τσιγάρα από σκούρο καπνό και στα τσιγάρα από ξανθό καπνό, εις βάρος των τσιγάρων από ξανθό καπνό,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9, παράγραφος 1, 8, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 95/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1995, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών (ΕΕ L 291, σ. 40), όπως αυτή τροποποιήθηκε από την οδηγία 1999/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1999 (ΕΕ L 211, σ. 47), και από το άρθρο 2 της οδηγίας 92/79/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την προσέγγιση των φόρων στα τσιγάρα (ΕΕ L 316, σ. 8), όσο και από το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 90, πρώτο εδάφιο, ΕΚ) και, επικουρικώς, από το δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann, πρόεδρο τμήματος, S. von Bahr (εισηγητής) και A. La Pergola, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: H. von Holstein, βοηθός γραμματέας,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 21ης Ιουνίου 2001,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Σεπτεμβρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Αυγούστου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να διαπιστωθεί ότι η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ
- σύστημα επιβάλλον κατώτατη τιμή αναφοράς για το σύνολο των τσιγάρων και
- σύστημα επιβάλλον διαφοροποιημένη φορολογία στα τσιγάρα από σκούρο καπνό και στα τσιγάρα από ξανθό καπνό, εις βάρος των τσιγάρων από ξανθό καπνό,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9, παράγραφος 1, 8, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 95/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1995, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών (ΕΕ L 291, σ. 40), όπως αυτή τροποποιήθηκε από την οδηγία 1999/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1999 (ΕΕ L 211, σ. 47, στο εξής: οδηγία 95/59), και από το άρθρο 2 της οδηγίας 92/79/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την προσέγγιση των φόρων στα τσιγάρα (ΕΕ L 316, σ. 8), όσο και από το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 90, πρώτο εδάφιο, ΕΚ) και, επικουρικώς, από το δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού.
Η κοινοτική ρύθμιση
2 Τα επεξεργασμένα καπνά υπόκεινται, σε κοινοτικό επίπεδο, σε εναρμονισμένο φόρο. Η οδηγία 95/59 καθορίζει τις διάφορες κατηγορίες προϊόντων που υπόκεινται σε φόρο και τον τρόπο υπολογισμού του φόρου αυτού. Η οδηγία 92/79 καθορίζει τον ελάχιστο συντελεστή φόρου για κάθε κατηγορία προϊόντων.
3 Το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας 95/59 ορίζει τα εξής:
«1. Σε κάθε κράτος μέλος, τα σιγαρέτα κοινοτικής κατασκευής και τα σιγαρέτα που εισάγονται από τρίτες χώρες υποβάλλονται σε ένα αναλογικό φόρο καπνού υπολογισμένο επί της μέγιστης τιμής λιανικής πωλήσεως, συμπεριλαμβανομένων των δασμών, καθώς επίσης και σε ένα πάγιο φόρο καπνού υπολογιζόμενο ανά μονάδα προϊόντος.
2. Ο συντελεστής του αναλογικού φόρου καπνού και το ποσό του παγίου φόρου καπνού πρέπει να είναι οι αυτοί για όλα τα σιγαρέτα.»
4 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/59 ορίζει τα εξής:
«Ως καπνοβιομήχανος θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι εγκατεστημένο στην Κοινότητα και μεταποιεί τον καπνό σε προϊόντα επεξεργασμένα για λιανική πώληση.
Οι καπνοβιομήχανοι ή, κατά περίπτωση, οι αντιπρόσωποι ή εντολοδόχοι τους στην Κοινότητα καθώς και οι εισαγωγείς από τρίτες χώρες καθορίζουν ελεύθερα τις ανώτερες τιμές λιανικής πώλησης κάθε προϊόντος σε κάθε κράτος μέλος στο οποίο προορίζεται να διατεθεί στην κατανάλωση.
Η διάταξη του δευτέρου εδαφίου δεν εμποδίζει την εφαρμογή των εθνικών νομοθεσιών όσον αφορά τον έλεγχο των τιμών ή την τήρηση των επιβαλλόμενων τιμών, εφόσον οι νομοθεσίες αυτές δεν αντιβαίνουν προς την κοινοτική νομοθεσία.»
5 Σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 95/59:
«Τα κράτη μέλη μπορούν να επιβάλλουν ελάχιστο ειδικό φόρο κατανάλωσης επί των τσιγάρων, υπό τον όρο ότι ο φόρος αυτός δεν αυξάνει τη συνολική φορολογική επιβάρυνση σε ποσοστό μεγαλύτερο του 90 % της συνολικής φορολογίας των τσιγάρων που ανήκουν στην πλέον ζητούμενη κατηγορία τιμής.»
6 Το άρθρο 2 της οδηγίας 92/79 ορίζει τα εξής:
«Από την 1η Ιανουαρίου 1993 το αργότερο, κάθε κράτος μέλος επιβάλλει έναν συνολικό ελάχιστο ειδικό φόρο κατανάλωσης (πάγιο φόρο συν αναλογικό φόρο εκτός ΦΑ) που ανέρχεται στο 57 % της λιανικής πώλησης (συμπεριλαμβανομένων όλων των φόρων) των τσιγάρων που ανήκουν στην κατηγορία της πλέον ζητούμενης τιμής.
Από την 1η Ιανουαρίου 1993, ο συνολικός ελάχιστος ειδικός φόρος κατανάλωσης επί των τσιγάρων καθορίζεται σε σχέση με τα τσιγάρα που ανήκουν στην κατηγορία της πλέον ζητούμενης τιμής με βάση τα στοιχεία που είναι γνωστά την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους.»
7 Το άρθρο 95, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης, ορίζει τα εξής:
«Κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει άμεσα ή έμμεσα στα προϊόντα άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους οποιασδήποτε φύσεως, ανωτέρους από εκείνους που επιβαρύνουν άμεσα ή έμμεσα τα ομοειδή εθνικά προϊόντα.
Κανένα κράτος μέλος δεν επιβάλλει στα προϊόντα των άλλων κρατών μελών εσωτερικούς φόρους, η φύση των οποίων οδηγεί έμμεσα στην προστασία άλλων προϊόντων.»
Η εθνική ρύθμιση
8 Το άρθρο 37 του νόμου 97-1269, της 30ής Δεκεμβρίου 1997, περί του προϋπολογισμού του 1998 (JORF της 31ης Δεκεμβρίου 1997, σ. 19261, στο εξής: προϋπολογισμός του 1998), που άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1998, τροποποίησε τα άρθρα 572 επ. του γενικού φορολογικού κώδικα (στο εξής: CGI).
9 Συγκεκριμένα, με το άρθρο 37, παράγραφος 1, σημείο 2, του προϋπολογισμού του 1998 προστέθηκε, μετά το άρθρο 572, πρώτο εδάφιο, του CGI, εδάφιο με το ακόλουθο περιεχόμενο:
«Για την κατηγορία των τσιγάρων από σκούρο καπνό, όπως αυτά προσδιορίζονται στο τελευταίο εδάφιο του άρθρου 575 Α και για την κατηγορία των λοιπών τσιγάρων, η τιμή 1 000 μονάδων προϊόντων μιας κατηγορίας, τα οποία πωλούνται υπό το ίδιο σήμα, όποια κι αν είναι τα λοιπά στοιχεία που καταχωρίζονται με το σήμα, δεν μπορεί να είναι κατώτερη, ανεξαρτήτως του τρόπου και της μονάδας συσκευασίας που χρησιμοποιούνται, από αυτή που ισχύει για το περισσότερο πωλούμενο προϊόν με το σήμα αυτό.»
10 Εξάλλου, με το άρθρο 33, παράγραφος 3, του προϋπολογισμού του 1998 στη θέση του άρθρου 575 Α, τελευταίο εδάφιο, του CGI τέθηκαν τα τρία ακόλουθα εδάφια:
«Το ελάχιστο όριο εισπράξεως φόρου που αναφέρεται στο άρθρο 575 ορίζεται σε 500 γαλλικά φράγκα (FR) για τα τσιγάρα. Εντούτοις, για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό, το ελάχιστο αυτό όριο εισπράξεως ορίζεται σε 400 FR και σε 420 FR από την 1η Ιανουαρίου 1999.
Για τον λεπτοκομμένο καπνό που προορίζεται για την κατασκευή χειροποίητων τσιγάρων ορίζεται σε 230 FR.
Τσιγάρα από σκούρο καπνό θεωρούνται τα τσιγάρα των οποίων η σύνθεση από φυσικό καπνό περιλαμβάνει τουλάχιστον 60 % καπνών που υπάγονται στους κωδικούς ΣΟ 2401.10.41, 2401.10.70, 2401.20.41 ή 2401.20.70 του δασμολογίου.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
11 Η Επιτροπή, αφού κάλεσε τη Γαλλική Δημοκρατία να υποβάλει τις παρατηρήσεις της, απηύθυνε, με έγγραφο της 26ης Ιανουαρίου 1999, αιτιολογημένη γνώμη σε αυτό το κράτος μέλος, καλώντας το να λάβει τα μέτρα που ήταν αναγκαία για τη συμμόρφωσή του προς τις απορρέουσες από τις οδηγίες 95/59 και 92/79 καθώς και από το άρθρο 95 της Συνθήκης υποχρεώσεις του εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση αυτής της αιτιολογημένης γνώμης. Η Επιτροπή, επειδή θεώρησε ότι οι απαντήσεις των γαλλικών αρχών δεν ήταν ικανοποιητικές, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Επί της πρώτης αιτιάσεως
12 Η Επιτροπή θεωρεί ότι το άρθρο 572 του CGI, όπως έχει τροποποιηθεί με τον προϋπολογισμό του 1998 (στο εξής: CGI, όπως έχει τροποποιηθεί), σύμφωνα με το οποίο η τιμή 1 000 μονάδων προϊόντων μιας κατηγορίας τσιγάρων που πωλούνται υπό το ίδιο σήμα δεν μπορεί να είναι κατώτερη, ανεξαρτήτως του τρόπου και της μονάδας συσκευασίας που χρησιμοποιούνται, από αυτή που ισχύει για το περισσότερο πωλούμενο προϊόν του σήματος αυτού, είναι αντίθετο με το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/59, που προβλέπει ότι οι παραγωγοί και οι εισαγωγείς καθορίζουν ελεύθερα τις ανώτερες τιμές λιανικής πωλήσεως των τσιγάρων.
13 Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, το άρθρο 572 του CGI, όπως έχει τροποποιηθεί, επιβάλλει απλώς στους παραγωγούς και στους εισαγωγείς την υποχρέωση να εκφράζουν τις τιμές λιανικής πωλήσεως των τσιγάρων κατά συγκεκριμένο τρόπο, χωρίς, εντούτοις, να καθορίζεται το επίπεδο των τιμών. Η διάταξη αυτή δεν έχει ως αποτέλεσμα ούτε ως αντικείμενο να επιτρέπει στις γαλλικές αρχές να καθορίζουν μονομερώς και αυθαιρέτως τις ανώτερες τιμές λιανικής πωλήσεως των τσιγάρων και, επομένως, δεν είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/59.
14 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 572 του CGI, όπως έχει τροποποιηθεί, ορίζοντας ότι η τιμή 1 000 μονάδων προϊόντων μιας κατηγορίας τσιγάρων που πωλούνται υπό το ίδιο σήμα δεν μπορεί να είναι κατώτερη από την τιμή που ισχύει για το περισσότερο πωλούμενο προϊόν του σήματος αυτού, επιβάλλει στην πραγματικότητα κατώτατη τιμή λιανικής πωλήσεως των τσιγάρων, καίτοι η κατώτατη αυτή τιμή δεν ορίζεται κατά τρόπο άμεσο, αλλά έμμεσο, σε συνάρτηση με την τιμή που ισχύει για ένα άλλο προϊόν.
15 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο καθορισμός εκ μέρους των δημοσίων αρχών της κατώτατης τιμής λιανικής πωλήσεως έχει αναπόφευκτα ως αποτέλεσμα τον περιορισμό της ελευθερίας των παραγωγών και εισαγωγέων να καθορίζουν την ανώτατη τιμή λιανικής πωλήσεως εφόσον, εν πάση περιπτώσει, η τιμή αυτή δεν μπορεί να είναι χαμηλότερη της υποχρεωτικής κατώτατης τιμής (απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 2000, C-216/98, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 2000, σ. Ι-8921, σκέψη 21).
16 Επομένως, το άρθρο 572 του CGI, όπως έχει τροποποιηθεί, είναι αντίθετο προς το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/59.
17 Κατά συνέπεια, η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ σύστημα επιβάλλον κατώτατη τιμή αναφοράς για το σύνολο των τσιγάρων που πωλούνται υπό το ίδιο σήμα, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 9, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/59.
Επί της δεύτερης αιτιάσεως
18 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι το άρθρο 575 Α του CGI, όπως έχει τροποποιηθεί, το οποίο ορίζει, για την εφαρμογή του φόρου καταναλώσεως που προβλέπει το άρθρο 575, ελάχιστο όριο εισπράξεως υψηλότερο για τα τσιγάρα από ξανθό καπνό, τα οποία είναι κυρίως εισαγόμενα προϊόντα, απ' ό,τι για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό, τα οποία κατασκευάζονται σχεδόν αποκλειστικά στη Γαλλία, είναι αντίθετο τόσο προς τα άρθρα 8, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 95/79 και το άρθρο 2 της οδηγίας 92/79 όσο και προς το άρθρο 95 της Συνθήκης.
19 Η Γαλλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την αιτίαση αυτή κατά το μέρος που στηρίζεται στις οδηγίες 95/59 και 92/79. Κατά το μέρος που η αιτίαση αυτή αφορά το άρθρο 95 της Συνθήκης, ισχυρίζεται ότι το άρθρο 575 Α του CGI, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν συνεπάγεται δυσμενή διάκριση αντίθετη προς το πρώτο εδάφιο της διατάξεως αυτής της Συνθήκης ούτε ενέχει προστατευτικό αποτέλεσμα απαγορευμένο από το δεύτερο εδάφιο της ίδιας διατάξεως.
20 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, αφενός, ότι η εφαρμογή ελαχίστου ορίου φόρου εισπράξεως διαφορετικού για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό και για τα τσιγάρα από ξανθό καπνό, σύμφωνα με το άρθρο 575 Α του CGI, όπως έχει τροποποιηθεί, συνιστά παράβαση των άρθρων 8, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 95/59 καθώς και του άρθρου 2 της οδηγίας 92/79 που προβλέπουν την επιβολή ενός μόνο συνολικού ελάχιστου ειδικού φόρου καταναλώσεως και ίδιου για όλα τα τσιγάρα.
21 Αφετέρου, όσον αφορά το ζήτημα αν η επιβολή διαφορετικού φόρου για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό και για τα τσιγάρα από ξανθό καπνό αποτελεί επίσης παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης, πρέπει να τονιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, ένα σύστημα φορολογίας μπορεί να θεωρηθεί σύμφωνο με το άρθρο 95 της Συνθήκης μόνον όταν αποκλείει σε κάθε περίπτωση τη βαρύτερη φορολόγηση των εισαγομένων προϊόντων σε σχέση με τα ομοειδή εγχώρια (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 15ης Μαρτίου 2001, C-265/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-2305, σκέψη 40).
22 ροκειμένου να εξεταστεί αν συμβιβάζεται με το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης το σύστημα φορολογήσεως που αμφισβητεί η Επιτροπή, επιβάλλεται, πρώτον, να διευκρινιστεί κατά πόσον τα τσιγάρα από σκούρο καπνό και τα τσιγάρα από ξανθό καπνό μπορούν να θεωρηθούν ως ομοειδή προϊόντα.
23 Κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το οποίο έχει ερμηνεύσει διασταλτικώς την έννοια του ομοειδούς, προκειμένου να εκτιμηθεί το ομοειδές πρέπει να ερευνάται αν τα επίδικα προϊόντα έχουν παρεμφερείς ιδιότητες και ικανοποιούν τις ίδιες ανάγκες των καταναλωτών, και τούτο βάσει του κριτηρίου όχι της αυστηρής ταυτότητας αλλά της όμοιας ή παρεμφερούς χρήσεως του προϊόντος (απόφαση της 11ης Αυγούστου 1995, C-367/93 έως C-377/93, Roders κ.λπ., Συλλογή 1995, σ. Ι-2229, σκέψη 27).
24 Εκ προοιμίου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα τσιγάρα από σκούρο καπνό και τα τσιγάρα από ξανθό καπνό κατασκευάζονται από διαφορετικά είδη του ίδιου βασικού προϊόντος, του καπνού, με παρεμφερείς διαδικασίες. Μολονότι τα οργανοληπτικά χαρακτηριστικά των τσιγάρων από σκούρο καπνό και των τσιγάρων από ξανθό καπνό, όπως η γεύση και η οσμή τους, δεν είναι πανομοιότυπα, είναι, όμως, παρεμφερή.
25 Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 575 Α του CGI, όπως έχει τροποποιηθεί, η διαφορά μεταξύ των τσιγάρων από σκούρο καπνό και των τσιγάρων από ξανθό καπνό δεν είναι παρά σχετική. Με βάση τη διάταξη αυτή, τα τσιγάρα που περιέχουν 60 % τουλάχιστον ορισμένων τύπων καπνού θεωρούνται τσιγάρα από σκούρο καπνό, ενώ όλα τα λοιπά τσιγάρα θεωρούνται τσιγάρα από ξανθό καπνό.
26 Εξάλλου, τα δύο είδη προϊόντων ικανοποιούν, ενόψει των παρεμφερών τους ιδιοτήτων, τις ίδιες ανάγκες των καταναλωτών, διότι προορίζονται για κατανάλωση καπνού υπό τη μορφή τσιγάρων, ήτοι προκατασκευασμένων κυλίνδρων καπνού περιτυλιγμένων με φύλλα χαρτιού. Η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να τεθεί εν αμφιβόλω από το γεγονός ότι ο μέσος όρος ηλικίας των καταναλωτών τσιγάρων από σκούρο καπνό είναι σημαντικά ανώτερος από τον μέσο όρο ηλικίας των καταναλωτών τσιγάρων από ξανθό καπνό.
27 Εξάλλου, το ομοειδές των τσιγάρων από σκούρο καπνό και των τσιγάρων από ξανθό καπνό αναγνωρίζεται από τον κοινοτικό νομοθέτη ο οποίος, με τις οδηγίες 95/59 και 92/79, προβλέπει όμοια φορολογική μεταχείριση για όλα τα τσιγάρα.
28 Τα τσιγάρα από σκούρο καπνό και τα τσιγάρα από ξανθό καπνό υπάγονται, επιπλέον, στην ίδια διάκριση της Συνδυασμένης Ονοματολογίας, που περιλαμβάνεται στο παράρτημα Ι του κανονισμού (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1).
29 Αφού αποδείχθηκε το ομοειδές των δύο επίμαχων προϊόντων υπό την έννοια του άρθρου 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης, πρέπει να εξεταστεί αν το άρθρο 575 Α του CGI, όπως έχει τροποποιηθεί, συνεπάγεται δυσμενή διάκριση, διότι καθορίζει ελάχιστο όριο εισπράξεως φόρου καταναλώσεως υψηλότερο για τα τσιγάρα από ξανθό καπνό, τα οποία είναι κυρίως εισαγόμενα προϊόντα, απ' ό,τι για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό, τα οποία κατασκευάζονται σχεδόν αποκλειστικά στη Γαλλία.
30 Μολονότι το άρθρο 575 Α του CGI, όπως έχει τροποποιηθεί, ουδόλως διακρίνει ρητώς ανάλογα με την καταγωγή των προϊόντων, διαμορφώνει το σύστημα φορολογήσεως κατά τέτοιο τρόπο ώστε τα τσιγάρα, τα οποία υπόκεινται σε πιο ευνοϊκή φορολογική κατηγορία, να προέρχονται σχεδόν αποκλειστικά από την εθνική παραγωγή, ενώ το σύνολο σχεδόν των εισαγόμενων προϊόντων εμπίπτει στη λιγότερο ευνοϊκή φορολογική κατηγορία. Τα χαρακτηριστικά αυτά του συστήματος δεν εξαλείφονται από το γεγονός ότι ένα ελάχιστο κλάσμα εισαγόμενων τσιγάρων εμπίπτει στην πιο ευνοϊκή φορολογική κατηγορία ενώ, αντιθέτως, ορισμένο ποσοστό της εθνικής παραγωγής εμπίπτει στην ίδια κατηγορία όπως και τα εισαγόμενα τσιγάρα. Φαίνεται, επομένως, ότι το σύστημα φορολογήσεως έχει επινοηθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επωφελείται μια τυπική εθνική παραγωγή και να μειονεκτούν κατά το ίδιο μέτρο τα εισαγόμενα τσιγάρα (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 27ης Φεβρουαρίου 1980, 171/78, Επιτροπή κατά Δανίας, Συλλογή 1980/Ι, σ. 225, σκέψη 36).
31 Ενόψει των προεκτεθέντων, παρέλκει η εξέταση της συμβατότητας του άρθρου 575 Α του CGI, όπως έχει τροποποιηθεί, με το άρθρο 95, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης.
32 Η Γαλλική Κυβέρνηση, χωρίς να επικαλείται ρητώς το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 30 ΕΚ), ισχυρίζεται ότι το άρθρο 575 Α του CGI, όπως έχει τροποποιηθεί, αποβλέπει στην προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων.
33 Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι το άρθρο 36 της Συνθήκης είναι ερμηνευτέο στενώς και δεν πρέπει να νοηθεί ότι επιτρέπει μέτρα άλλης φύσεως εκτός από τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών και επί των εξαγωγών και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος που προβλέπουν τα άρθρα 30 και 34 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 28 ΕΚ και 29 ΕΚ) (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1972, 29/72, Marimex, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 339, σκέψεις 4 και 5, συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά, και της 25ης Ιανουαρίου 1977, 46/76, Bauhuis, Συλλογή τόμος 1977, σ. 1, σκέψεις 12 έως 14).
34 Κατά συνέπεια, η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ σύστημα επιβάλλον διαφορετική φορολογία για τα τσιγάρα από σκούρο καπνό και για τα τσιγάρα από ξανθό καπνό, εις βάρος των τσιγάρων από ξανθό καπνό, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει τόσο από τα άρθρα 8, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 95/59 και από το άρθρο 2 της οδηγίας 92/79, όσο και από το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης.
35 Ενόψει των προεκτεθέντων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ
- σύστημα επιβάλλον κατώτατη τιμή αναφοράς για το σύνολο των τσιγάρων που πωλούνται υπό το ίδιο σήμα και
- σύστημα επιβάλλον διαφοροποιημένη φορολογία στα τσιγάρα από σκούρο καπνό και στα τσιγάρα από ξανθό καπνό, εις βάρος των τσιγάρων από ξανθό καπνό,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9, παράγραφος 1, 8, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 95/59 και από το άρθρο 2 της οδηγίας 92/79, όσο και από το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
36 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Γαλλικής Δημοκρατίας και η τελευταία ηττήθηκε, πρέπει αυτή να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Γαλλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ
- σύστημα επιβάλλον κατώτατη τιμή αναφοράς για το σύνολο των τσιγάρων που πωλούνται υπό το ίδιο σήμα και
- σύστημα επιβάλλον διαφοροποιημένη φορολογία στα τσιγάρα από σκούρο καπνό και στα τσιγάρα από ξανθό καπνό, εις βάρος των τσιγάρων από ξανθό καπνό,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9, παράγραφος 1, 8, παράγραφος 2, και 16, παράγραφος 5, της οδηγίας 95/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1995, περί των φόρων, πλην των φόρων κύκλου εργασιών, οι οποίοι επιβαρύνουν την κατανάλωση των επεξεργασμένων καπνών, όπως αυτή τροποποιήθηκε από την οδηγία 1999/81/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουλίου 1999, και από το άρθρο 2 της οδηγίας 92/79/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 19ης Οκτωβρίου 1992, για την προσέγγιση των φόρων στα τσιγάρα, όσο και από το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ.
2) Καταδικάζει τη Γαλλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy