Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Γεωργία - ΕΓΤΠΕ - Εκκαθάριση των λογαριασμών - Αντισταθμιστική ενίσχυση τους παραγωγούς μπανανών - Άρνηση αναλήψεως των δαπανών που προκύπτουν από πλημμέλειες κατά την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας - Χρηματοοικονομική διόρθωση προβλεπόμενη από το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70 - Καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής - Ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της προθεσμίας των ογδόντα μηνών
(Κανονισμοί του Συμβουλίου 729/70, άρθρο 5 § 2, στοιχ. γ_, και 1287/95)
2. Γεωργία - ΕΓΤΠΕ - Εκκαθάριση των λογαριασμών - Άρνηση αναλήψεως των δαπανών που προκύπτουν από πλημμέλειες κατά την εφαρμογή της κοινοτικής νομοθεσίας - Αμφισβήτηση από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος - Βάρος αποδείξεως - Κατανομή μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους
3. Πράξεις των οργάνων - Αιτιολόγηση - Υποχρέωση - Έκταση - Απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών των σχετικών με τις δαπάνες που χρηματοδοτούνται από το ΕΓΤΠΕ
(Άρθρο 253 ΕΚ)
Περίληψη
1. Οι διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 1287/95, επιτρέπουν στην Επιτροπή να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση τις μη σύμφωνες προς τους κοινοτικούς κανόνες δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί στο διάστημα των εικοσιτεσσάρων μηνών που προηγήθηκε της γραπτής εκ μέρους της Επιτροπής γνωστοποιήσεως προς το οικείο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων των ελέγχων της. Αυτή η διαδικασία διορθώσεως, που έχει προστεθεί στον κανονισμό 729/70 με τον κανονισμό 1287/95, προόρισται να εφαρμόζεται επί των προγενεστέρων της 16ης Οκτωβρίου 1992 οικονομικών ετών που δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο αποφάσεως εκκαθαρίσεως πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1287/95. Προκειμένου περί σχετικής με ενίσχυση δαπάνης στον τομέα της μπανάνας, η καθοριστική για την εφαρμογή της προβλεπομένης από το εν λόγω άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, προθεσμίας είναι αυτή κατά την οποία έχει καθοριστεί το οριστικό ποσό της αντισταθμιστικής ενισχύσεως και κατά την οποία έχει καταβληθεί το υπόλοιπο. Πράγματι, έστω και αν είναι δυνατό στην απόφαση περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών να εμφαίνονται τα ποσά που καταβλήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος, τα εν λόγω ποσά αποτελούν απλώς προσωρινές καταβολές, εξαρτώμενες από τη σύσταση εγγυήσεως, και, ως εκ τούτου, αυτά δεν ασκούν επιρροή για τον προσδιορισμό, προκειμένου περί της εφαρμογής της προθεσμίας των εικοσιτεσσάρων μηνών, της ημερομηνίας κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η δυνάμενη να τύχει ενισχύσεως δαπάνη.
( βλ. σκέψεις 36-38, 41-43 )
2. Προκειμένου περί της χρηματοδοτήσεως από το ΕΓΤΠΕ της κοινής γεωργικής πολιτικής, στην Επιτροπή εναπόκειται, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, όχι να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό τον ανεπαρκή χαρακτήρα των διενεργηθέντων από τις εθνικές αρχές ελέγχων ή την αντικανονικότητα των διαβιβασθέντων απ' αυτές αριθμητικών στοιχείων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη σοβαρή και εύλογη αμφιβολία που έχει όσον αφορά αυτούς τους ελέγχους ή αυτά τα αριθμητικά στοιχεία. Αυτός ο μετριασμός όσον αφορά την εκ μέρους της Επιτροπής υποχρέωση αποδείξεως εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος μέλος είναι αυτό το οποίο μπορεί καλύτερα να συλλέξει και να ελέγξει τα αναγκαία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ δεδομένα και στο οποίο εναπόκειται, κατά συνέπεια, να προσκομίσει τις πλέον λεπτομερείς και πλήρεις αποδείξεις για το υποστατό των ελέγχων ή των αριθμητικών στοιχείων του και, ενδεχομένως, σχετικά με την ανακρίβεια των ισχυρισμών της Επιτροπής.
( βλ. σκέψη 68 )
3. Στο ειδικό πλαίσιο της εκπονήσεως των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η αιτιολογία μιας αποφάσεως πρέπει να θεωρείται επαρκής άπαξ και το κράτος αποδέκτης συνεργάστηκε στενά στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως αυτής και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το επίδικο ποσό.
( βλ. σκέψη 83 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-329/00,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από την R. Silva de Lapuerta, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από την S. Pardo και τον Μ. Niejahr, επικουρούμενους από τον J. Guerra Fernández, abogado, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως 2000/449/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Ιουλίου 2000, για την εξαίρεση από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 180, σ. 49), στο μέτρο που με την απόφαση αυτή προβλέπεται χρηματοοικονομική διόρθωση για τις δαπάνες που δηλώθηκαν από το Βασίλειο της Ισπανίας στο πλαίσιο της αντισταθμιστικής ενισχύσεως για τους παραγωγούς μπανάνας όσον αφορά τις περιόδους 1995 και 1996,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, A. La Pergola, P. Jann, S. von Bahr (εισηγητή) και A. Rosas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: J. Mischo
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 3ης Οκτωβρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 8 Σεπτεμβρίου 2000, το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, την ακύρωση της αποφάσεως 2000/449/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Ιουλίου 2000, για την εξαίρεση από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 180, σ. 49, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), στο μέτρο που με την απόφαση αυτή προβλέπεται χρηματοοικονομική διόρθωση για τις δαπάνες που δηλώθηκαν από το Βασίλειο της Ισπανίας στο πλαίσιο της αντισταθμιστικής ενισχύσεως για τους παραγωγούς μπανάνας όσον αφορά τις περιόδους 1995 και 1996.
Νομικό πλαίσιο
2 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 1995 (EE L 125, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 729/70), ορίζει, στο άρθρο του 5, παράγραφος 2, στοιχεία β_ και γ_:
«Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή του Ταμείου:
[...]
β) εκκαθαρίζει πριν από τις 30 Απριλίου του έτους που ακολουθεί το εξεταζόμενο οικονομικό έτος, και βάσει των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχείο β_, τους λογαριασμούς των εγκεκριμένων οργανισμών πληρωμών.
[Η απόφαση περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών] δεν προδικάζει τη λήψη τυχόν μεταγενέστερων αποφάσεων, σύμφωνα με το στοιχείο γ_·
γ) αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδότησης δαπανών βάσει των άρθρων 2 και 3, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
[...]
Η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας ασυμφωνίας. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παράβασης, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.
Η απόρριψη χρηματοδότησης δεν μπορεί να αφορά δαπάνες προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων αυτών των εξακριβώσεων. [...]»
3 Οι προσανατολισμοί της Επιτροπής όσον αφορά τη χρηματοοικονομική διόρθωση έχουν καθοριστεί με το έγγραφο VI/5330/97, της 23ης Δεκεμβρίου 1997, σχετικά με τις κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τον υπολογισμό της μειώσεως κατά την προετοιμασία της εκκαθαρίσεως λογαριασμών ΕΓΤΠΕ (στο εξής: έγγραφο VI/5330/97). Όταν από τα στοιχεία που προκύπτουν από την έρευνα δεν καθίσταται δυνατή η εκτίμηση των ζημιών που έχει υποστεί η Κοινότητα, είναι δυνατόν να αποφασιστεί κατ' αποκοπήν διόρθωση. Οι ισχύοντες συντελεστές διορθώσεως είναι της τάξεως του 2 %, του 5 % ή του 10 %, ανάλογα με το μέγεθος του κινδύνου ζημίας. Σε κατ' εξαίρεση περιπτώσεις, μπορούν να αποφασιστούν μεγαλύτερες διορθώσεις δυνάμενες να φθάσουν μέχρι τον πλήρη αποκλεισμό των δαπανών από την κοινοτική χρηματοδότηση.
4 Η χορήγηση ενισχύσεων στον τομέα της μπανάνας διέπεται, ειδικότερα, από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας (ΕΕ L 47, σ. 1), και από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1858/93 της Επιτροπής, της 9ης Ιουλίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του κανονισμού 404/93 του Συμβουλίου όσον αφορά το καθεστώς αντισταθμιστικής ενίσχυσης για την απώλεια εσόδων από την εμπορία στον τομέα της μπανάνας (ΕΕ L 170, σ. 5), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 705/94 της Επιτροπής, της 29ης Μαρτίου 1994 (EE L 85, σ. 7), και τον κανονισμό (ΕΚ) 796/95 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 1995 (EE L 80, σ. 17, στο εξής: κανονισμός 1858/93).
5 Με τον κανονισμό 404/93 προβλέφθηκε η χορήγηση στους κοινοτικούς παραγωγούς μπανάνας ενισχύσεως σκοπούσας στην αντιστάθμιση της τυχόν απωλείας εισοδήματος λόγω της θεσπίσεως της κοινής οργανώσεως των αγορών στον τομέα της μπανάνας.
6 Σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφοι 1 και 3 έως 7, του κανονισμού 404/94:
«1. Χορηγείται ενίσχυση αντιστάθμισης της ενδεχόμενης απώλειας εισοδήματος στους κοινοτικούς παραγωγούς οι οποίοι είναι μέλη αναγνωρισμένης οργάνωσης παραγωγών και διαθέτουν στην αγορά της Κοινότητας μπανάνες που ανταποκρίνονται στους κοινούς κανόνες.
[...]
3. Η αντισταθμιστική ενίσχυση υπολογίζεται με βάση τη διαφορά μεταξύ:
- των "κατ' αποκοπή εσόδων αναφοράς" των μπανανών που παράγονται και διακινούνται στην Κοινότητα και
- των "μέσων εσόδων παραγωγής" που πραγματοποιούνται στην κοινοτική αγορά και τη διάρκεια του εν λόγω έτους για τις μπανάνες που παράγονται και πωλούνται στην Κοινότητα.
4. Τα "κατ' αποκοπή έσοδα αναφοράς" προσδιορίζονται με βάση:
- τη μέση τιμή μπανανών που παράγονται στην Κοινότητα και τίθενται σε εμπορία κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς που προηγείται της 1ης Ιανουαρίου 1993 και η οποία καθορίζεται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 27,
- μετά από αφαίρεση του μέσου κόστους μεταφοράς και υπαγωγής σε καθεστώς fob.
[...]
5. Τα "μέσα έσοδα παραγωγής" για τις μπανάνες της Κοινότητας προσδιορίζονται για κάθε χρόνο, με βάση:
- τον μέσο όρο των τιμών των μπανανών που παράγονται στην Κοινότητα και τίθενται σε εμπορία κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους,
- μετά την αφαίρεση του μέσου κόστους μεταφοράς και υπαγωγής σε καθεστώς fob.
6. Η αντισταθμιστική ενίσχυση καθορίζεται από την Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 27 πριν από την 1η Μαρτίου κάθε έτους για το προηγούμενο έτος.
[...]
7. Μπορούν να πληρωθούν προκαταβολές με βάση την αντισταθμιστική ενίσχυση που χορηγήθηκε στα πλαίσια του προηγούμενου έτους, υπό τον όρο της σύστασης εγγυήσεως.»
7 Το άρθρο 4, παράγραφοι 1, 3 και 5, του κανονισμού 1858/93 ορίζει:
«1. Αιτήσεις για προκαταβολές μπορούν να υποβληθούν σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που προβλέπεται στο άρθρο 7, παράγραφος 2.
[...]
3. Η πληρωμή της προκαταβολής εξαρτάται από τη σύσταση εγγύησης κατά την υποβολή της αίτησης. Το ποσό της εγγύησης καθορίζεται σε 50 % του ποσού της προκαταβολής.
[...]
5. Η εγγγύηση αποδεσμεύεται τη στιγμή που η οριστική ενίσχυση καταβάλλεται από τις αρμόδιες αρχές.»
8 Το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο β_, του κανονισμού 1858/93 προβλέπει ότι η αίτηση καταβολής του υπολοίπου της ενισχύσεως υποβάλλεται το αργότερο στις 31 Ιανουαρίου του έτους που έπεται εκείνου για το οποίο ζητήθηκε η ενίσχυση. Στο υπόλοιπο περιλαμβάνεται η ενίσχυση για τις μπανάνες που διατίθενται στο εμπόριο κατά την περίοδο Νοεμβρίου-Δεκεμβρίου του έτους για το οποίο ζητείται η ενίσχυση, καθώς και, ενδεχομένως, η προσαρμογή των ποσών που πληρώθηκαν για τις μπανάνες που διατέθηκαν στο εμπόριο κατά τη διάρκεια των μηνών Ιανουαρίου-Οκτωβρίου του εν λόγω έτους επί τη βάσει του οριστικού ποσού της ενισχύσεως.
9 Σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού 1858/93:
«Οι αρμόδιες εθνικές αρχές, μετά την εξακρίβωση των αιτήσεων για ενίσχυση και των δικαιολογητικών εγγράφων, καταβάλλουν, εντός των δύο μηνών που έπονται του μηνός υποβολής αίτησης, ανάλογα με την περίπτωση, το ποσό της προκαταβολής ή το ποσό της οριστικής ενίσχυσης.»
10 Σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού 404/93, θεσπίστηκαν κανόνες ποιότητας ισχύοντες για τις μπανάνες. Οι εν λόγω κανόνες περιλαμβάνονται στον κανονισμό (ΕΚ) 2257/94 της Επιτροπής, της 16ης Σεπτεμβρίου 1994, για τον καθορισμό ποιοτικών κανόνων για τις μπανάνες (EE L 245, σ. 6).
Πραγματικά περιστατικά και η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
11 Κατά τη διάρκεια αποστολής ελέγχου πραγματοποιηθείσας τον Ιανουάριο του 1997, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διαπίστωσαν ότι, κατά τα έτη 1995 και 1996, σημαντικές ποσότητες μπανανών, που είχαν ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της αντισταθμιστικής ενισχύσεως, είχαν πωληθεί στην τοπική αγορά των Καναρίων σε τιμές εξαιρετικώς χαμηλές, κατώτερες των 10 ισπανικών πεσετών (ESP) το κιλό που μερικές φορές έφθαναν ακόμα και τη 1 ESP το κιλό. Σύμφωνα με τους ελεγκτές της αποστολής, ήταν δυνατό οι μπανάνες αυτές να μην έχουν πράγματι διατεθεί στο εμπόριο ή να μη πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις ποιότητας που απαιτούνταν για να τύχουν της ενισχύσεως, συγκεκριμένα τους κανόνες ποιότητας του κανονισμού 2257/94, ενώ οι ισπανικές αρχές όφειλαν, ενόψει των δηλώσεων τιμών, να προβούν σε συμπληρωματικούς ελέγχους ποιότητας.
12 Προκειμένου περί των διατεθεισών κατά το 1995 στο εμπόριο μπανανών, οι παραγωγοί έλαβαν, κατά τη διάρκεια του έτους, προκαταβολές ενόψει της χορηγήσεως αντισταθμιστικής ενισχύσεως. Το οριστικό ποσό της ενισχύσεως καθορίστηκε, και το υπόλοιπο καταβλήθηκε, το επόμενο έτος, το 1996.
13 Με έγγραφο της 8ης Ιουλίου 1997, η Επιτροπή γνωστοποίησε στο Βασίλειο της Ισπανίας τις διαπιστώσεις στις οποίες είχαν προβεί οι υπηρεσίες κατά τη διάρκεια της αποστολής τους καθώς και τις αμφιβολίες τους ως προς τη συμφωνία προς τις προβλεπόμενες από την κοινοτική νομοθεσία προϋποθέσεις των πωλήσεων σε πολύ χαμηλές τιμές που είχαν σημειωθεί το 1995 και 1996.
14 Τον Νοέμβριο του 1997 πραγματοποιήθηκε νέα αποστολή ελέγχου από τις υπηρεσίες της Επιτροπής.
15 Κατά τη διάρκεια διμερούς συναντήσεως που έγινε στις 31 Μαρτίου 1998, η Επιτροπή συμφώνησε με τις αρχές της αυτόνομης Κοινότητας των Καναρίων να προβούν αυτές σε λογιστικό έλεγχο στις επιχειρήσεις που φέρονταν ότι είχαν αγοράσει μπανάνες με μειωμένη τιμή κατά την περίοδο εμπορίας του 1996. Ο έλεγχος αυτός διενεργήθηκε τον Μάιο του 1998 σε ορισμένες επιχειρήσεις μεταξύ αυτών που είχαν αγοράσει μπανάνες από τους παραγωγούς κατά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 1996. Από την έκθεση λογιστικού ελέγχου, που διαβιβάστηκε στην Επιτροπή στις 2 Ιουλίου 1998, δεν προέκυψε η ύπαρξη καμιάς παρτίδας που να έχει διατεθεί από αυτούς τους μεσάζοντες στους λιανοπωλητές κάτω της τιμής των 10 ESP το κιλό.
16 Οι υπηρεσίες της Επιτροπής θεώρησαν ότι η έκθεση αυτή ενίσχυε τις αναλύσεις τους.
17 Με έγγραφο της 15ης Ιουνίου 1999, η Επιτροπή προέτεινε χρηματοοικονομική διόρθωση με βάση τη διαφορά μεταξύ της αντισταθμιστικής ενισχύσεως που είχε καταβληθεί στους Ισπανούς παραγωγούς και αυτής που θα τους καταβαλλόταν εάν οι ποσότητες μπανανών που είχαν πωληθεί σε πολύ χαμηλές τιμές καθώς και οι αντίστοιχες τιμές αποκλείονταν, εν όλω ή εν μέρει, από τον υπολογισμό της μέσης κοινοτικής ενισχύσεως.
18 Με έγγραφο της 4ης Αυγούστου 1999, οι ισπανικές αρχές ζήτησαν την έναρξη της διαδικασίας συμβιβασμού.
19 Το όργανο συμβιβασμού παρέδωσε την τελική του έκθεση στις 4 Φεβρουαρίου 2000. Στην έκθεση εκείνη το όργανο συμβιβασμού αναφέρει ότι είναι πολύ δυσχερής η επίλυση της μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών διαφοράς στο μέτρο που οι θέσεις τους ερείδονται μάλλον επί συμπερασμάτων παρά επί αποδεδειγμένων γεγονότων. Αναφέρει ότι τα στοιχεία των οποίων έχει λάβει γνώση δεν επιτρέπουν να αποκλειστεί ότι η ποιότητα των επιμάχων μπανανών υπήρξε κατώτερη των κοινών κανόνων, πλην όμως είναι ελάχιστα πιθανό η έλλειψη ποιότητας να αφορά το σύνολο των ληφθεισών υπόψη ποσοτήτων. Προσθέτει ότι είναι επίσης δυνατό να τελέστηκαν απάτες σχετικά με τις πράγματι πωληθείσες ποσότητες, πλην όμως δεν του προσκομίστηκε καμιά, υπό την έννοια αυτή, συγκεκριμένη απόδειξη.
20 Επομένως, η συλλογιστική των ισπανικών αρχών είναι, σύμφωνα με το όργανο συμβιβασμού, επίσης αποδεκτή. Ειδικότερα, θα ήταν δυνατόν ποσότητες, οπωσδήποτε μικρές, μπανανών συμφώνων προς τους κοινούς κανόνες ποιότητας να έχουν διατεθεί στο εμπόριο σε τιμές χαμηλότερες της τιμής κόστους, άπαξ η πώλησή τους επέτρεπε στους παραγωγούς να λάβουν την αντισταθμιστική ενίσχυση που άλλως θα είχαν απωλέσει. Τέτοια πρακτική δεν απαγορεύεται.
21 Το όργανο συμβιβασμού καταλήγει στο ότι δεν του ήταν δυνατό να πετύχει προσέγγιση των απόψεων των δύο μερών. Ωστόσο, καλεί την Επιτροπή να ελέγξει, υπό το φως των παρατηρήσεών του, τη βάση της προτάσεώς του για χρηματοοικονομική διόρθωση.
22 Στις 15 Μα_ου 2000, η Επιτροπή εξέδωσε τη συνθετική της έκθεση. Κατέληξε ότι οι ισπανικές αρχές δεν είχαν μπορέσει να αποδείξουν ότι οι πωλήσεις που πραγματοποιήθηκαν το 1995 και 1996 σε πολύ χαμηλές τιμές είχαν πράγματι γίνει και ήσαν σύμφωνες προς τους επιβαλλόμενους κοινούς κανόνες ποιότητας. Η Επιτροπή δήλωσε ότι πρότεινε χρηματοοικονομική διόρθωση 100 % της αντισταθμιστικής ενισχύσεως σχετικά με τις ποσότητες μπανανών που είχαν διατεθεί στο εμπόριο κάτω των 5 ESP το κιλό και 25 % της αντισταθμιστικής ενισχύσεως σχετικά με τις ποσότητες μπανανών που είχαν διατεθεί στο εμπόριο μεταξύ 5 και 10 ESP το κιλό. Η διόρθωση αυτή συνεπαγόταν τον εκ νέου υπολογισμό του αντισταθμιστικού ποσού αφού προηγουμένως θα είχε αφαιρεθεί το αναλογούν ποσό στο κατ' αυτόν τον τρόπο προσδιορισθέν εμπόρευμα προκειμένου να καθορισθεί η μέση τιμή εξόδου από τον χώρο συσκευασίας και να αποφευχθεί ώστε οι προβαλλόμενες ως πραγματοποιηθείσες πωλήσεις να έχουν αντίκτυπο στο τελικό ποσό της αντισταθμιστικής ενισχύσεως. Το συνολικό ποσό της διορθώσεως ανερχόταν σε 428 882 534 ESP.
23 Στις 5 Ιουλίου 2000, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση με την οποία επιβλήθηκε η μνημονευομένη στη συνθετική έκθεση χρηματοοικονομική διόρθωση.
Όσον αφορά τον πρώτο λόγο που αντλείται από εσφαλμένη εφαρμογή της διορθώσεως επί των πραγματοποιηθεισών το 1995 πληρωμών
Επιχειρήματα των διαδίκων
24 Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση κακώς περιλαμβάνει τα ποσά που καταβλήθηκαν ως αντισταθμιστική ενίσχυση μεταξύ της 1ης Ιανουαρίου και της 15ης Οκτωβρίου 1995, καθόσον τα εν λόγω ποσά έχουν ήδη εκκαθαριστεί με την απόφαση 1999/187/ΕΚ της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1999, σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών που υποβλήθηκαν από τα κράτη μέλη όσον αφορά τις δαπάνες του τμήματος Εγγυήσεων του Ευρωπαϊκού Γεωργικού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων, για το 1995 (ΕΕ L 61, σ. 37). Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση προσβάλλει την αρχή του σεβασμού της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και την αρχή της νομικής ασφάλειας.
25 Η Ισπανική Κυβέρνηση απορρίπτει τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι τα καταβληθέντα το 1995 ποσά πρέπει να θεωρηθούν ως προκαταβολές που δεν μπορούσαν να εκκαθαριστούν με την απόφαση 1999/187. Η συλλογιστική της Επιτροπής, δηλαδή ότι η αντισταθμιστική ενίσχυση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως έχουσα οριστικώς ληφθεί πριν καταβληθεί το υπόλοιπο της ενισχύσεως και ότι κανένα καταβληθέν πριν από την πληρωμή αυτού του υπολοίπου ποσό δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο εκκαθαρίσεως, είναι εσφαλμένη.
26 Σύμφωνα με την Ισπανική Κυβέρνηση, αντίθετα προς το σύστημα που ισχύει για τις ενισχύσεις στη γεωργική ανάπτυξη, που αποτελεί ένα ιδιαίτερο σύστημα, όπως προκύπτει, μεταξύ άλλων, από το άρθρο 7, παράγραφος 4, πέμπτο εδάφιο, στοιχείο β_, του κανονισμού (ΕΚ) 1258/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Μα_ου 1999, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ L 160, σ. 103), οι διάφορες πληρωμές που πραγματοποιούνται μέχρι την τελική πληρωμή στο πλαίσιο της αντισταθμιστικής ενισχύσεως στον τομέα της μπανάνας δεν αποτελούν προκαταβολές και μπορούν να εκκαθαρίζονται.
27 Η Ισπανική Κυβέρνηση απορρίπτει επίσης τα επιχειρήματα με τα οποία η Επιτροπή, στηριζόμενη στη δωδέκατη και τελευταία αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 1999/187, ισχυρίζεται ότι δύναται να αναθεωρήσει τις θέσεις της όσον αφορά ορισμένες πτυχές της αποφάσεως περί εκκαθαρίσεως.
28 Προκειμένου περί της δωδεκάτης αιτιολογικής σκέψεως της αποφάσεως 1999/187, η Ισπανική Κυβέρνηση διαπιστώνει ότι η σκέψη αυτή παραπέμπει στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, δυνάμει του οποίου η Επιτροπή θα μπορούσε να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν εντός ορισμένης προθεσμίας, και διότι οι εν λόγω δαπάνες είναι αντίθετες προς την κοινοτική νομοθεσία. Ωστόσο, σύμφωνα με την κυβέρνηση αυτή, στο μέτρο που η διάταξη αυτή στηρίζεται σε τροποποίηση εισαχθείσα στον κανονισμό 729/70 με τον κανονισμό 1287/95, ο οποίος άρχισε να ισχύει από το οικονομικό έτος 1996, δεν ισχύει επί των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν κατά το οικονομικό έτος 1995.
29 Εν πάση περιπτώσει, έστω και αν ο κανονισμός 1287/95 ίσχυε εν προκειμένω, θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη μόνον οι μεταγενέστερες της 8ης Ιουλίου 1995 δαπάνες, δηλαδή αυτές που πραγματοποιήθηκαν λιγότερο από 24 μήνες πριν από το έγγραφο της 8ης Ιουλίου 1997, το οποίο αποτελεί την πρώτη γραπτή εκ μέρους της Επιτροπής κοινοποίηση προς το Βασίλειο της Ισπανίας του αποτελέσματος των ελέγχων της. Πάντως, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, κατά την ημερομηνία αυτή, είχε ήδη πραγματοποιηθεί το μεγαλύτερο μέρος των δαπανών που είχαν γίνει κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1995. Εξ αυτού έπεται ότι, όσον αφορά τη διαδικασία χρηματοοικονομικής διορθώσεως, υφίσταται εν προκειμένω παραγραφή στο μέτρο που αφορά το μεγαλύτερο μέρος των πραγματοποιηθεισών το 1995 δαπανών.
30 Όσον αφορά την τελευταία αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 1999/187, σύμφωνα με την οποία «η παρούσα απόφαση εκδίδεται με την επιφύλαξη τυχόν χρηματοδοτικών συνεπειών σε επακόλουθες διαδικασίες εκκαθάρισης λογαριασμών, από έρευνες που διεξάγονται επί του παρόντος παράλληλα με την έκδοση της παρούσας απόφαση», δηλαδή στις 3 Φεβρουαρίου 1999, η Ισπανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι ουδείς αμφισβητεί το γεγονός ότι κατά την ημερομηνία εκείνη, οι έρευνες σχετικά με τα οικονομικά έτη 1996 και 1997 δεν είχαν περατωθεί. Ωστόσο, οι έρευνες αυτές ουδόλως αφορούν τις δαπάνες του οικονομικού έτους 1995 οι οποίες έχουν εκκαθαριστεί και γίνει αποδεκτές.
31 Η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι, δεδομένου ότι η ενίσχυση καταβλήθηκε οριστικώς το 1996, η απόφαση 1999/187, σχετικά με το οικονομικό έτος 1995, δεν εκκαθάριζε τις καταβληθείσες το 1995 προκαταβολές.
32 Η Επιτροπή φρονεί ότι, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι υφίσταται δικαίωμα ενισχύσεως δυνάμει του κανονισμού 1858/93, πρέπει αυτή να διαθέτει όλα τα δεδομένα σχετικά με την υπό εξέταση περίοδο ενός έτους, που αντιστοιχεί σε μια περίοδο εμπορίας και διαρκεί από την 1η Ιανουαρίου 1999 έως τις 31 Δεκεμβρίου του οικείου έτους. Μόνον εφόσον έχει στην κατοχή της τα δεδομένα αυτά περί τα τέλη του έτους, η Επιτροπή ελέγχει εάν συντρέχουν οι περιστάσεις που δικαιολογούν την πληρωμή της ενισχύσεως, δηλαδή ότι τα έσοδα παραγωγής υπήρξαν μικρότερα των εσόδων αναφοράς, και καθορίζει το ποσό της ενισχύσεως. Κατά το χρονικό αυτό σημείο, μπορεί να καταβληθεί μόνον το υπόλοιπο και να αποδεσμευθούν οι εγγυήσεις. Τα ποσά που έχουν καταβληθεί πριν καθοριστεί το ύψος της ενισχύσεως αποτελούν απλές προσωρινές προκαταβολές, υποκείμενες σε μεταγενέστερη αναθεώρηση, και, επομένως, δεν μπορούν να εκκαθαριστούν.
33 Δεύτερον, η Επιτροπή απορρίπτει το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως που στηρίζεται στην ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 4, πέμπτο εδάφιο, στοιχείο β_, του κανονισμού 1258/1999, διότι, αφενός, δεδομένου ότι ο κανονισμός αυτός ισχύει μόνο για τις δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν ύστερα από την 1η Ιανουαρίου 2000, δεν είναι δυνατό να συναχθεί εξ αυτού ερμηνεία δυνάμενη να εφαρμοστεί στην προκειμένη περίπτωση και, αφετέρου, η προβαλλόμενη από την Ισπανική Κυβέρνηση διάταξη αφορά διαφορετικό τομέα, συγκεκριμένα αυτό των ενισχύσεων για τη γεωργική ανάπτυξη.
34 Τρίτον, η Επιτροπή απορρίπτει τον ισχυρισμό της Ισπανικής Κυβερνήσεως κατά τον οποίο, δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, η χρηματοοικονομική διόρθωση δεν θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να ισχύσει για τις προγενέστερες της 8ης Ιουλίου 1995 δαπάνες, που αποτελούν το ουσιώδες μέρος των πραγματοποιηθεισών το 1995 δαπανών για τις οποίες καταβάλλεται αντισταθμιστική ενίσχυση. Η Επιτροπή διατείνεται ότι, εάν οι προκαταβολές έγιναν το 1995, η κυρίως ειπείν ενίσχυση δεν καταβλήθηκε παρά το 1996. Κατά συνέπεια, η αξίωση προς ανάκτηση της ενισχύσεως αυτής δεν έχει παραγραφεί.
35 Τέλος, τέταρτον, η Επιτροπή υποστηρίζει, αντίθετα προς την Ισπανική Κυβέρνηση, ότι, δεδομένου ότι η σχετική με την αντισταθμιστική ενίσχυση έρευνα δεν είχε σαφώς τερματιστεί στις 3 Φεβρουαρίου 1999, όταν εκδόθηκε η απόφαση 1999/187, έστω και αν τούτο συνέβη επειδή δεν είχε εισέτι κοινοποιηθεί εν προκειμένω το τελικό αποτέλεσμα στις ισπανικές αρχές, η απόφαση αυτή δεν την εμπόδιζε, δυνάμει της τελευταίας αιτιολογικής σκέψεώς της, να αναθεωρήσει την εν λόγω ενίσχυση, συμπεριλαμβανομένων των καταβληθέντων το 1995 ποσών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
36 Πρέπει να επισημανθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, που εξάλλου μνημονεύονται στη δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως 1999/187, επέτρεπαν στην Επιτροπή να αποκλείσει από την κοινοτική χρηματοδότηση μη σύμφωνες προς τους κοινοτικούς κανόνες δαπάνες που είχαν πραγματοποιηθεί στο διάστημα των 24 μηνών που προηγήθηκε της γραπτής εκ μέρους της Επιτροπής προς το οικείο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων των ελέγχων της.
37 Πρέπει να υπομνησθεί ότι οι διατάξεις αυτές, με τις οποίες ο νομοθέτης θέσπισε διαδικασία διορθώσεως υποκείμενη σε προθεσμία 24 μηνών, προστέθηκαν στον κανονισμό 729/70 με τον κανονισμό 1287/95.
38 Το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι αυτή η διαδικασία διορθώσεως προόρισται να εφαρμόζεται επί των προγενεστέρων της 16ης Οκτωβρίου 1992 οικονομικών ετών που δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο αποφάσεως εκκαθαρίσεως πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1287/95 (βλ. την απόφαση της 6ης Δεκεμβρίου 2001, C-373/99, Ελλάς κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-9619, σκέψη 80). Εν προκειμένω, δεδομένου ότι η επίμαχη οικονομική χρήση χρονολογείται από το 1995 και η απόφαση σχετικά με την εκκαθάριση αυτής της οικονομικής χρήσεως, δηλαδή η απόφαση 1999/187, εκδόθηκε στις 3 Φεβρουαρίου 1999, δηλαδή ύστερα από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 1287/95, έπεται ότι, αντίθετα προς τον ισχυρισμό της Ισπανικής Κυβερνήσεως, προορισμός της διαδικασίας διορθώσεως ήταν να εφαρμοστεί αυτή επί της οικονομικής αυτής χρήσεως.
39 Ωστόσο, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, έστω και αν η διαδικασία διορθώσεως προοριζόταν να εφαρμοστεί για το οικονομικό έτος 1995, από την προθεσμία των 24 μηνών που η διαδικασία αυτή η προβλέπει προκύπτει ότι η διόρθωση δεν μπορούσε, εν προκειμένω, να εφαρμοστεί επί όλων των καταβληθέντων κατά τη διάρκεια αυτής της οικονομικής χρήσεως ποσών.
40 Επομένως, πρέπει να εξακριβωθεί εάν η Επιτροπή, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, τήρησε την προθεσμία των 24 μηνών του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70.
41 Συναφώς, οι διάδικοι συμφωνούν ως προς το ότι η γραπτή εκ μέρους της Επιτροπής γνωστοποίηση χρονολογείται από τις 8 Ιουλίου 1997, οπότε η εν λόγω ημερομηνία είναι αυτή που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του διαρρεύσαντος διαστήματος όσον αφορά την προθεσμία των 24 μηνών του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70. Επομένως, η Επιτροπή μπορούσε, ενδεχομένως, να εφαρμόσει τη διαδικασία διορθώσεως για τις δαπάνες που το Βασίλειο της Ισπανίας πραγματοποίησε μετά τις 8 Ιουλίου 1995.
42 Επιβάλλεται επίσης να σημειωθεί ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι το οριστικό ποσό της αντισταθμιστικής ενισχύσεως σχετικά με τις διατεθείσες στο εμπόριο το 1995 μπανάνες καθορίστηκε - και το υπόλοιπο καταβλήθηκε - το 1996.
43 Επομένως, η ημερομηνία αυτή πρέπει να θεωρηθεί καθοριστική για την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70. Πράγματι, μολονότι είναι δυνατό να εμφαίνονται στην απόφαση περί εκκαθαρίσεως λογαριασμών τα ποσά που καταβλήθηκαν κατά το προηγούμενο έτος αποτελούν απλώς, όπως ορθώς ισχυρίστηκε η Επιτροπή, προσωρινές καταβολές, εξαρτώμενες από τη σύσταση εγγυήσεως και, ως εκ τούτου, δεν ασκούν επιρροή για τον προσδιορισμό, προκειμένου περί της εφαρμογής της προθεσμίας των 24 μηνών, της ημερομηνίας κατά την οποία πραγματοποιήθηκε η δυνάμενη να τύχει ενισχύσεως δαπάνη.
44 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η δυνάμενη να τύχει ενισχύσεως δαπάνη έγινε το 1996, δηλαδή εντός της προθεσμίας της περιόδου των 24 μηνών που προηγήθηκε της από 8 Ιουλίου 1997 γραπτής εκ μέρους της Επιτροπής γνωστοποιήσεως.
45 Επομένως, η Επιτροπή, εκδίδοντας την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν παρέβη την προθεσμία των 24 μηνών του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κανονισμού 729/70, καθόσον αφορά τη διόρθωση της ενισχύσεως που είχε οριστεί το 1996 στο πλαίσιο της περιόδου εμπορίας 1995.
46 Υπό το φως των ανωτέρω, πρέπει να συναχθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς με αυτή διορθώθηκε η δυνάμενη να τύχει ενισχύσεως δαπάνη που είχε πραγματοποιηθεί το 1996 σχετικά με μπανάνες διατεθείσες στο εμπόριο το 1995, δεν παραβίασε, σε βάρος του Βασιλείου της Ισπανίας, τις αρχές της νομικής ασφάλειας και του σεβασμού της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
47 Επομένως, ο πρώτος λόγος ακυρώσεως της Ισπανικής Κυβερνήσεως που αντλείται από εσφαλμένη εφαρμογή της προσβαλλόμενης αποφάσεως επί πληρωμών πραγματοποιηθεισών κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους 1995 πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο που αντλείται από τη χρήση εσφαλμένων δεδομένων και από ερμηνευτικό σφάλμα
Επιχειρήματα των διαδίκων
48 Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει, πρώτον, ότι η Επιτροπή χρησιμοποίησε κακώς τα σχετικά με τη διάθεση στο εμπόριο κατά τη διάρκεια των οικονομικών ετών 1996 και 1997 δεδομένα, εφαρμόζοντάς τα στις περιόδους εμπορίας 1995 και 1996, οι οποίες αντιστοιχούν στα ημερολογιακά έτη και δεν συμπίπτουν χρονολογικώς με τα επιλεγέντα οικονομικά έτη.
49 Η Επιτροπή απαντά ότι χρησιμοποίησε τα δεδομένα που οι ισπανικές αρχές τής γνωστοποίησαν, ενώ ισχυρίζεται ότι επανειλημμένως τους ζητούσε να της προσκομίσουν και άλλα πλέον ακριβή δεδομένα, προσθέτοντας ότι ήταν έτοιμη να ξανακάνει τους υπολογισμούς.
50 Δεύτερον, η Ισπανική Κυβέρνηση απορρίπτει τα συμπεράσματα της Επιτροπής η οποία, στηριζόμενη στη διαπίστωση μιας εξαιρετικά χαμηλής τιμής πωλήσεως, υποστηρίζει ότι οι έλεγχοι των εθνικών αρχών ήσαν απλώς διοικητικοί και ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος τα εκδοθέντα τιμολόγια να αντιστοιχούν σε μπανάνες που δεν διατέθηκαν πράγματι στο εμπόριο ή σε μπανάνες ποιότητας κατώτερης των κοινών κανόνων.
51 Πρώτον, η Ισπανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι οι «μειωμένες τιμές» δεν αφορούν παρά ελάχιστες ποσότητες. Έτσι, προκειμένου περί του οικονομικού έτους 1995, οι μπανάνες που πωλήθηκαν σε τιμή κατώτερη των 5 ESP το κιλό καθώς και αυτές που πωλήθηκαν σε τιμή μεταξύ 5 και 10 ESP αντιπροσωπεύουν, αντιστοίχως, το 0,48 % και το 0,40 % του συνολικού όγκου των μπανανών για τις οποίες ζητήθηκε αντισταθμιστική ενίσχυση κατά τη διάρκεια αυτού του οικονομικού έτους. Όσον αφορά το οικονομικό έτος 1996, οι πωληθείσες μπανάνες αντιπροσωπεύουν, αντιστοίχως, το 0,90 % και το 0,50 % του συνολικού όγκου των μπανανών για τις οποίες ζητήθηκε αντισταθμιστική ενίσχυση κατά τη διάρκεια αυτού του οικονομικού έτους.
52 Δεύτερον, η τήρηση των κοινών κανόνων ποιότητας διασφαλίζεται διά της διενέργειας των ελέγχων που προβλέπονται από τον κανονισμό (ΕΚ) 2898/95 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 1995, για τη θέσπιση των διατάξεων σχετικά με τον έλεγχο της τήρησης των ποιοτικών κανόνων στον τομέα της μπανάνας (ΕΕ L 304, σ. 17). Και άλλοι έλεγχοι διενεργήθηκαν λόγω συγκυριακών προβλημάτων κατόπιν καταγγελιών ή βάσει ενδείξεων περί παρατυπιών. Επιπλέον, υφίσταται ένα σύστημα «αυτόματου συναγερμού» συνεπαγόμενο ειδικούς ελέγχους όταν από εκθέσεις των υπηρεσιών της αυτόνομης διοίκησης φαίνεται πτώση των τιμών κάτω ορισμένου ορίου.
53 Εκτός αυτών των ελέγχων, η Intervención General de la Administración del Estado (γενική κρατική επιθεώρηση) και η Servicio de Inspección Financiera de la Comunidad Autónoma de Canarias (υπηρεσία δημοσιονομικής επιθεωρήσεως της Αυτόνομης Κοινότητας των Καναρίων) διενήργησαν a posteriori ελέγχους σε δικαιούχους της αντισταθμιστικής ενισχύσεως. Από τους ελέγχους αυτούς διαπιστώθηκε το υποστατό των πράξεων διαθέσεως στο εμπόριο μπανανών σε μειωμένες τιμές και το σύμφωνο των πωληθεισών μπανανών με τους κοινούς κανόνες ποιότητας.
54 Τρίτον, η Ισπανική Κυβέρνηση παραπέμπει στην παρατήρηση του οργάνου συμβιβασμού, κατά την οποία είναι ήκιστα πιθανό μπανάνες ποιότητας κατώτερης αυτής των κοινών κανόνων να διατέθηκαν προς πώληση στο πλαίσιο καταστάσεως πλεονασματικής προσφοράς. Πράγματι, η εν λόγω κυβέρνηση διευκρινίζει ότι, υπό τέτοιες συνθήκες, οι αγοραστές προτιμούν να αγοράζουν ελαφρώς ακριβότερες μπανάνες οι οποίες όμως να είναι ποιότητας σύμφωνης προς τους εν λόγω κανόνες.
55 Τέταρτον, οι χαμηλές τιμές στη νησιωτική αγορά μπορούν να εξηγηθούν από διάφορους συγκυριακούς λόγους, όπως η πλεονασματική προσφορά στην ηπειρωτική αγορά, η εμφάνιση στην αγορά άλλων υποκαταστάτων φρούτων προσφερομένων σε τιμές λιγότερο υψηλές, καθώς και ορισμένοι κλιματικοί παράγοντες. Οι σημαντικές διακυμάνσεις τιμής κατά τη διάρκεια του έτους επιβεβαιώνονται από τους εβδομαδιαίους πίνακες τιμών που καταρτίζονται από τους εμπόρους χονδρικής πωλήσεως στην αγορά των Καναρίων, πίνακες που έχουν κατατεθεί στο όργανο συμβιβασμού και επισυναφθεί στις κατατεθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις.
56 Πέμπτον, η Ισπανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, σύμφωνα με το όργανο συμβιβασμού, είναι απολύτως δυνατό μειωμένες ποσότητες μπανανών σύμφωνες με τους κοινούς κανόνες ποιότητας να έχουν διατεθεί στο εμπόριο σε τιμές κατώτερες της τιμής κόστους, εφόσον η πώλησή τους καθιστούσε δυνατή για τους παραγωγούς την είσπραξη της αντισταθμιστικής ενισχύσεως την οποία δεν θα είχαν μπορέσει άλλως να λάβουν.
57 Τέλος, έκτον, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ουδόλως συντρέχουν εν προκειμένω τα κριτήρια που βάσει του εγγράφου VI/5330/97 απαιτούνται για την επιβολή κατ' αποκοπήν διορθώσεως.
58 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η αναγκαιότητα χρηματοοικονομικής διορθώσεως απορρέει από τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι υπηρεσίες της, αφού προηγουμένως προέβησαν σε δειγματοληπτικό έλεγχο 100 και πλέον φακέλων πληρωμών. Ορισμένες από τις διαπιστωθείσες τιμές, κατώτερες των 5 ESP ή κυμαινόμενες μεταξύ 5 και 10 ESP, μπορούσαν, κατά την Επιτροπή, να χαρακτηριστούν ως «συμβολικές». Η Επιτροπή επισημαίνει ότι, συγκριτικώς, η μέση ετήσια τιμή εμπορίας των μπανανών ανήλθε στις 16 ESP το κιλό το 1995 και στις 22,7 ESP το κιλό το 1996· εβδομαδιαίως, η χαμηλότερη μέση τιμή ήταν 10 ESP το κιλό το 1995 και 18 ESP το κιλό το 1996, έστω και αν, κατά τη δέκατη τέταρτη εβδομάδα του 1996, παρατηρήθηκε πτώση των τιμών στις 9,47 ESP το κιλό.
59 Από τις διευκρινίσεις που παρέσχον οι αρχές των Καναρίων αποκαλύφθηκε ότι οι έλεγχοι των πράξεων πωλήσεως ήσαν καθαρώς διοικητικοί και επιφανειακοί. Επιπλέον, από τα ελεγχθέντα στοιχεία προκύπτει ότι είχαν ελάχιστα χρησιμοποιηθεί οι ελεγκτικές δυνατότητες των περιφερειακών υπηρεσιών γεωργίας. Όσο για το σύστημα το γνωστό ως «αυτομάτου συναγερμού», τούτο άρχισε να ισχύει μόλις το 1997, όταν είχαν λήξει οι αποτελούσες το αντικείμενο της εκκαθαρίσεως, για τα έτη 1995 και 1996, περίοδοι.
60 Η Επιτροπή μνημονεύει ότι, ενόψει των στοιχείων αυτών, θεώρησε ότι οι συμβολικές τιμές αντιστοιχούσαν σε πωλήσεις πλασματικές ή σε πωλήσεις προϊόντων μη πληρούντων τους κοινούς κανόνες ποιότητας, ενώ ταυτόχρονα δέχθηκε ότι ήταν δυνατό να υπάρχει εύλογη αμφιβολία καθόσον αφορά τις ποσότητες που είχαν διατεθεί στο εμπόριο με τιμή μεταξύ 5 και 10 ESP το κιλό.
61 Η Επιτροπή διευκρινίζει ότι, κατά τη διάρκεια διμερούς συναντήσεως, δέχθηκε όπως οι αρχές των Καναρίων προβούν σε λογιστικό έλεγχο προκειμένου να συγκρίνουν τις αγορές μπανανών μέσω μεσαζόντων και τις μεταγενέστερες πωλήσεις των μπανανών αυτών από τους τελευταίους. Η έκθεση που καταρτίστηκε μετά τον λογιστικό αυτό έλεγχο και η οποία αφορά τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 1996, περίοδο κατά την οποία οι τιμές έχουν, παρ' όλ' αυτά, πτωτική τάση, αποκάλυψε ότι οι τιμές των μπανανών δευτέρας διαλογής, με άλλα λόγια κατώτερης ποιότητας, είχαν διατηρηθεί σε ένα επίπεδο μεταξύ 10 και 50 ESP. Κατά συνέπεια, από την έκθεση δεν καταδείχθηκε, σύμφωνα με την Επιτροπή, αν πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις κάτω των 10 ESP. Ούτε άλλωστε οι μεταγενέστερες διευκρινίσεις της Ισπανικής Κυβερνήσεως επί της εκθέσεως αυτής αποκάλυψαν το υποστατό αυτών των πωλήσεων.
62 Η Επιτροπή θεωρεί ότι ούτε η πλεονασματική προσφορά, ούτε η ύπαρξη υποκαταστάτων προϊόντων στην αγορά, ούτε οι κλιματικοί παράγοντες μπορούν να εξηγήσουν την πρακτική τόσο χαμηλών τιμών στην αγορά.
63 Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι ορισμένοι παραγωγοί θα ήταν δυνατό να επιθυμούν να πωλήσουν την παραγωγή τους σε οποιαδήποτε τιμή προκειμένου να εισπράξουν την αντισταθμιστική ενίσχυση. Ωστόσο, προσθέτει ότι οι πωλήσεις πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να είναι πραγματικές και να αφορούν μπανάνες ελεγχόμενης ποιότητας. Πάντως, με βάση τις διαπιστωθείσες τιμές, η Επιτροπή δεν θεωρεί δυνατό να πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις.
64 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι τα επιχειρήματά της ουδόλως αντικρούονται από τους πίνακες τιμών που έχει καταθέσει η Ισπανική Κυβέρνηση. Οι εν λόγω πίνακες δεικνύουν τις σημαντικές διακυμάνσεις της τιμής της μπανάνας των Καναρίων χωρίς, ωστόσο, να εξηγούν τις εξαιρετικώς χαμηλές τιμές πωλήσεως που διαπιστώθηκαν από τις υπηρεσίες της. Εξάλλου, οι κατάλογοι αυτοί αναφέρονται σε τιμές χονδρικής πωλήσεως, ενώ η επιβληθείσα διόρθωση υπολογίστηκε με βάση τις τιμές πωλήσεως μεταξύ παραγωγών και εμπόρων χονδρικής πωλήσεως. Επομένως, οι εν λόγω πίνακες δεν μπορούν να αποτελέσουν κατάλληλο αποδεικτικό στοιχείο.
65 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι αναφορές της Ισπανικής Κυβερνήσεως σε ορισμένα κριτήρια που μνημονεύονται στο έγγραφο VI/5330/97 δεν ασκούν επιρροή, διότι αφορούν κατ' αποκοπήν διορθώσεις. Πάντως, το εν λόγω κοινοτικό όργανο δεν εφάρμοσε εν προκειμένω τέτοιες διορθώσεις εφόσον ήταν σε θέση να εκτιμήσει την επελθούσα ζημία.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
66 Προκειμένου περί της φερομένης χρησιμοποιήσεως λανθασμένων δεδομένων, διαπιστώνεται ότι η Επιτροπή ζήτησε από τις ισπανικές αρχές να της παράσχουν πληροφορίες σχετικά με τα έτη 1995 και 1996. Αφού έλαβε πληροφορίες για τα οικονομικά έτη 1995 και 1996, οι οποίες καλύπτουν την περίοδο από Οκτώβριο εκάστου έτους μέχρι τον Σεπτέμβριο του επομένου έτους, και όχι τα έτη εμπορίας, που αντιστοιχούν στα ημερολογιακά έτη, η Επιτροπή επανειλημμένως κάλεσε τις εν λόγω αρχές να διορθώσουν τις γνωστοποιηθείσες πληροφορίες. Όμως, παρ' όλ' αυτά, οι τελευταίες δεν διαβίβασαν καμιά διόρθωση.
67 Επομένως, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή δεν έσφαλε ζητώντας πληροφορίες για τα έτη 1995 και 1996 και χρησιμοποιώντας, στη συνέχεια, τα μόνα δεδομένα που οι ισπανικές αρχές τής είχαν παράσχει και τα οποία δεν διόρθωσαν ακόμα και όταν τους το ζήτησε η Επιτροπή.
68 Προκειμένου περί του προβαλλομένου ερμηνευτικού λάθους της Επιτροπής σχετικά με τα αποτελέσματα των ελέγχων της, πρέπει να υπομνηστεί ότι στην Επιτροπή εναπόκειται, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη παραβάσεως των κανόνων της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, όχι να αποδείξει κατά τρόπο εξαντλητικό τον ανεπαρκή χαρακτήρα των διενεργηθέντων από τις εθνικές αρχές ελέγχων ή την αντικανονικότητα των διαβιβασθέντων απ' αυτές αριθμητικών στοιχείων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία για τη σοβαρή και εύλογη αμφιβολία που έχει όσον αφορά αυτούς τους ελέγχους ή αυτά τα αριθμητικά στοιχεία. Αυτός ο μετριασμός όσον αφορά την εκ μέρους της Επιτροπής υποχρέωση αποδείξεως εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος μέλος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και να ελέγξει τα αναγκαία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ δεδομένα και στο οποίο εναπόκειται, κατά συνέπεια, να προσκομίσει τις πλέον λεπτομερείς και πλήρεις αποδείξεις για το υποστατό των ελέγχων ή των αριθμητικών στοιχείων του και, ενδεχομένως, σχετικά με την ανακρίβεια των ισχυρισμών της Επιτροπής (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 11ης Ιανουαρίου 2001, C-247/98, Ελλάς κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-1, σκέψεις 7 έως 9).
69 Εν προκειμένω, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή, ενόψει των ασυνήθως χαμηλών τιμών που είχε επισημάνει στην αγορά των Καναρίων, είχε σοβαρές αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα των διενεργουμένων ελέγχων καθώς και ως προς το υποστατό των φερομένων ως πραγματοποιηθεισών πωλήσεων ή ως προς τη συμφωνία της ποιότητας των πωληθεισών μπανανών προς τους κοινούς κανόνες ποιότητας.
70 Επομένως, στην Ισπανική Κυβέρνηση εναπέκειτο να προσκομίσει περισσότερο λεπτομερείς και πλήρεις αποδείξεις για το υποστατό των προβαλλομένων ως πραγματοποιηθεισών πωλήσεων και της συμφωνίας των διατεθέντων προϊόντων προς τους κοινούς κανόνες ποιότητας. Αυτή όφειλε να αποδείξει, ειδικότερα, ότι το ισχύον σύστημα είχε καταστήσει δυνατή την επισήμανση τυχόν παρατυπιών.
71 Συναφώς, η Ισπανική Κυβέρνηση παρέσχε πληροφορίες σχετικά, αφενός, με το υφιστάμενο σύστημα ελέγχου και, αφετέρου, με το υποστατό των πωλήσεων, καθώς και τη συμφωνία των πωληθεισών μπανανών προς τους κοινούς κανόνες ποιότητας.
72 Πρέπει να ελεγχθεί εάν οι πληροφορίες αυτές αποτελούν επαρκή απόδειξη.
73 Προκειμένου περί των ελέγχων, από τις παρατηρήσεις της Ισπανικής Κυβερνήσεως προκύπτει, πρώτον, ότι το γνωστό ως «αυτόματου συναγερμού» σύστημα άρχισε να ισχύει μόλις το 1997. Επομένως, το σύστημα αυτό δεν είναι κατάλληλο για την εξέταση της καταλληλότητας των αφορώντων τα έτη 1995 και 1996 ελέγχων. Δεύτερον, εάν υφίστατο ένα γενικό σύστημα ελέγχου, από τις εν λόγω παρατηρήσεις δεν προκύπτει ότι προβλέπονταν γενικώς ειδικοί έλεγχοι για την περίπτωση διαπιστώσεως στην αγορά ασυνήθως χαμηλών τιμών ούτε ότι υπήρξαν εν προκειμένω τέτοιοι έλεγχοι. Κατά συνέπεια, ορθώς η Επιτροπή θεώρησε ότι οι διενεργηθέντες έλεγχοι ήσαν ανεπαρκείς.
74 Όσον αφορά τις παρασχεθείσες για τις επίμαχες πωλήσεις πληροφορίες, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι από τους εβδομαδιαίους πίνακες τιμών για τα έτη 1995 και 1996 διαπιστώνονται οι σημαντικές διακυμάνσεις τιμής που γνωρίζει η αγορά της μπανάνας. Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μολονότι οι κατάλογοι αυτοί αποκαλύπτουν, πράγματι, σημαντικές διακυμάνσεις τιμής, δεν αποδεικνύουν το υποστατό των επιμάχων πωλήσεων. Επιπλέον, οι κατάλογοι αυτοί αφορούν τις τιμές των εμπόρων χονδρικής πωλήσεως και όχι των παραγωγών. Πάντως, η ενίσχυση χορηγείται στους παραγωγούς βάσει των τιμών τους πωλήσεως και όχι βάσει των τιμών που χρεώνουν οι έμποροι χονδρικής πωλήσεως. Επομένως, οι πίνακες αυτοί δεν αποτελούν, εν πάση περιπτώσει, αποφασιστικού χαρακτήρα αποδεικτικό στοιχείο.
75 Η Ισπανική Κυβέρνηση στηρίζεται επίσης στα αποτελέσματα του για εσωτερική χρήση λογιστικού ελέγχου για τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο 1996. Πάντως, στο μέτρο που από τον έλεγχο αυτό προέκυψαν τιμές, που όλες υπερέβαιναν τα 10 ESP, ενισχύθηκαν οι αρχικές αμφιβολίες της Επιτροπής. Εξάλλου, η κυβέρνηση αυτή δεν μπόρεσε να αποδείξει κατά συγκεκριμένο τρόπο ότι οι αποτελέσασες το αντικείμενο του λογιστικού ελέγχου πωλήσεις πραγματοποιήθηκαν σε τιμές κάτω των 10 ESP.
76 Ούτε άλλωστε τα σχόλια του οργάνου συμβιβασμού, στα οποία αναφέρεται η Ισπανική Κυβέρνηση, αποτελούν αποδεικτικό στοιχείο· απλώς παρέχουν πιθανές εξηγήσεις όσον αφορά τις διαπιστωθείσες στην αγορά αφύσικα χαμηλές τιμές.
77 Προκύπτει έτσι ότι η Ισπανική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε απτές αποδείξεις ούτε για το υποστατό των πωλήσεων σε αφύσικα χαμηλές τιμές ούτε για τη συμφωνία των αποτελεσασών το αντικείμενο των πωλήσεων αυτών μπανανών προς τους κοινούς κανόνες ποιότητας. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή δεν έσφαλε εμμένοντας στα αρχικά συμπεράσματά της ως προς το ότι είναι απίθανο οι επίμαχες πωλήσεις να έγιναν σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία και ως προς την αναγκαιότητα εφαρμογής χρηματοοικονομικής διορθώσεως.
78 Προκειμένου περί του ποσού της εφαρμοσθείσας διορθώσεως και, ειδικότερα, της μομφής που η Ισπανική Κυβέρνηση προσήψε στην Επιτροπή, ότι δεν τήρησε τα κριτήρια που εφαρμόζονται στις κατ' αποκοπήν διορθώσεις, αρκεί η διαπίστωση ότι, όπως ορθώς επισημαίνει η Επιτροπή, η εφαρμοσθείσα εν προκειμένω διόρθωση δεν έχει τον χαρακτήρα κατ' αποκοπήν διορθώσεως, αλλ' αντιστοιχεί στην εκτίμηση της ζημίας που υπέστη το ΕΓΤΠΕ. Επομένως, δεν ετύγχαναν εφαρμογής τα προβλεπόμενα στο έγγραφο VI/5330/97 κριτήρια σχετικά με την κατ' αποκοπή διόρθωση.
79 Επομένως, ο δεύτερος λόγος, που αντλείται από τη χρήση εσφαλμένων δεδομένων και από ερμηνευτικό σφάλμα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Όσον αφορά τον τρίτο λόγο που αντλείται από έλλειψη αιτιολογίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
80 Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη. Η Επιτροπή δεν διευκρίνισε, ούτε κατά τη διάρκεια της προηγηθείσας της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως διαδικασίας ούτε στην ίδια την απόφαση, τους λόγους για τους οποίους τα αποκλεισθέντα της κοινοτικής χρηματοδοτήσεως ποσοστά μπανανών είναι, αφενός, 100 % όσον αφορά τις διατεθείσες στο εμπόριο μπανάνες σε τιμή κάτω των 5 ESP το κιλό και, αφετέρου, 25 % όσον αφορά τις διατεθείσες στο εμπόριο μπανάνες σε τιμή μεταξύ 5 και 10 ESP το κιλό. Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται πλήρως αιτιολογίας επί του σημείου αυτού, πράγμα που εμποδίζει την Ισπανική Κυβέρνηση να γνωρίσει τη δικαιολόγηση του ληφθέντος μέτρου.
81 Η Επιτροπή αμφισβητεί τον προβαλλόμενο από την Ισπανική Κυβέρνηση λόγο. Υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, ουδόλως απαιτείται λεπτομερής αιτιολογία αφού το κράτος μέλος μετέσχε ενεργά στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως. Αναφέρει ότι, εν προκειμένω, η Ισπανική Κυβέρνηση γνώριζε από τις 15 Ιουνίου 1999, ή και ακόμα νωρίτερα, ότι ο λόγος της διορθώσεως ήταν το εξαιρετικά χαμηλό επίπεδο τιμών πωλήσεως.
82 Εξάλλου, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, σε καμία στιγμή της διαδικασίας, οι ισπανικές αρχές δεν αμφισβήτησαν τη μέθοδο καθορισμού των ποσοστών διορθώσεως και ότι πάντοτε είχαν αντιληφθεί την αιτία.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
83 Πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, στο ειδικό πλαίσιο της επεξεργασίας των αποφάσεων περί εκκαθαρίσεως των λογαριασμών, η αιτιολογία μιας αποφάσεως πρέπει να θεωρείται επαρκής άπαξ το κράτος αποδέκτης συνεργάστηκε στενά σε διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως και γνώριζε τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή έκρινε ότι δεν έπρεπε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το επίδικο ποσό (βλ. την απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-147/99, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-8999, σκέψη 57).
84 Συναφώς, από τη διαδικασία την οποία ακολούθησε η Επιτροπή και η οποία υπενθυμίζεται στις σκέψεις 10 έως 22 της παρούσας αποφάσεως προκύπτει ότι οι ισπανικές αρχές συνεργάστηκαν στενά στη διαδικασία καταρτίσεως της αποφάσεως και γνώριζαν τις αμφιβολίες της Επιτροπής, καθώς και τους λόγους για τους οποίους αυτή σκόπευε να εφαρμόσει χρηματοοικονομική διόρθωση. Κατά συνέπεια, πρέπει να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή δεν παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 253 ΕΚ, και επομένως, ο τρίτος λόγος της Ισπανικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
85 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
86 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει την καταδίκη του Βασιλείου της Ισπανίας και το τελευταίο ηττήθηκε, πρέπει αυτό να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή στο σύνολό της.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy