Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-346/00,
Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενου από την R. Magrill, επικουρούμενη από τον P. Roth, QC,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους M. Niejahr και K. Fitch, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
"που έχει ως αντικείμενο τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 2000/449/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Ιουλίου 2000, για τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϋκού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 180, σ. 49), καθόσον αποκλείει για τα οικονομικά έτη 1996 και 1997 δαπάνες ύψους 5 039 175,46 ευρώ που πραγματοποίησε το Ηνωμένο Βασίλειου στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους D. A. O. Edward, προεδρεύοντα του πέμπτου τμήματος, A. La Pergola, P. Jann, S. von Bahr (εισηγητή) και A. Rosas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: A. Tizzano
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 20ής Ιουνίου 2002, όπου το Ηνωμένο Βασίλειο εκπροσωπήθηκε από τον P. Ormond, και η Επιτροπής από τους Μ. Niejahr και K. Fitch,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Ιανουαρίου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Δεκεμβρίου 2000, το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, την εν μέρει ακύρωση της αποφάσεως 2000/449/ΕΚ της Επιτροπής, της 5ης Ιουλίου 2000, για τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση ορισμένων δαπανών που πραγματοποιήθηκαν από τα κράτη μέλη στο πλαίσιο του Ευρωπαϋκού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 180, σ. 49), καθόσον αποκλείει για τα οικονομικά έτη 1996 και 1997 δαπάνες ύψους 5 039 175,46 ευρώ που πραγματοποίησε το Ηνωμένο Βασίλειου στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών.
Νομικό πλαίσιο
2 O κανονισμός (ΕΟΚ) 729/70 του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 1970, περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής (ΕΕ ειδ. εκδ. 03/005, σ. 93), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1287/95 του Συμβουλίου, της 22ας Μαου 1995 (ΕΕ L 125, σ. 1, στο εξής: κανονισμός 729/70), ορίζει στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ:
«2. Η Επιτροπή, μετά από διαβουλεύσεις με την επιτροπή του Ταμείου:
[...]
γ) αποφασίζει την απόρριψη αιτήματος κοινοτικής χρηματοδοτήσεως δαπανών βάσει των άρθρων 2 και 3, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες.
Πριν από οποιαδήποτε απόφαση απορρίψεως χρηματοδοτήσεως, τα αποτελέσματα των εξακριβώσεων της Επιτροπής και οι απαντήσεις του κράτους μέλους κοινοποιούνται εκατέρωθεν γραπτώς, κατόπιν τούτου δε τα δύο μέρη επιχειρούν να έλθουν σε συμφωνία για τη συνέχεια που θα δοθεί.
Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία, το κράτος μέλος μπορεί να ζητήσει την έναρξη διαδικασίας για συμβιβασμό των αντίστοιχων θέσεών τους εντός τεσσάρων μηνών, τα αποτελέσματα δε της διαδικασίας αυτής ανακοινώνονται με έκθεση προς την Επιτροπή, η οποία εξετάζει πριν αποφασίσει απόρριψη της χρηματοδοτήσεως.
Η Επιτροπή υπολογίζει τα προς απόρριψη ποσά λαμβάνοντας υπόψη, ιδίως, την έκταση της διαπιστωθείσας ασυμφωνίας. Η Επιτροπή εκτιμά εν προκειμένω το είδος και τη σοβαρότητα της παραβάσεως, καθώς και την οικονομική ζημία που υπέστη η Κοινότητα.
Η απόρριψη χρηματοδοτήσεως δεν μπορεί να αφορά δαπάνες προγενέστερες του τελευταίου 24μήνου πριν από τη γραπτή ανακοίνωση της Επιτροπής στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος των αποτελεσμάτων αυτών των εξακριβώσεων. [...]»
3 Ο κανονισμός (ΕΚ) 1663/95 της Επιτροπής της 7ης Ιουλίου 1995, περί καθορισμού των διαδικασιών εφαρμογής του κανονισμού 729/70, ως προς τη διαδικασία εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, τμήμα Εγγυήσεων (ΕΕ L 158, σ. 6), ορίζει στο άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2:
«1. Σε περίπτωση που, ως συνέπεια οιασδήποτε έρευνας, η Επιτροπή θεωρεί ότι οι δαπάνες δεν πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τους κοινοτικούς κανόνες, ανακοινώνει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος τις διαπιστώσεις της και καθορίζει τα διορθωτικά μέτρα που πρέπει να ληφθούν ώστε να διασφαλιστεί η μελλοντική τήρηση των προαναφερθέντων κανόνων, καθώς και μία εκτίμηση των δαπανών που μπορεί να εξαιρεθούν με βάση το άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70. Η ανακοίνωση περιέχει παραπομπή στον παρόντα κανονισμό. Το κράτος μέλος απαντά εντός δύο μηνών και η Επιτροπή μπορεί να τροποποιήσει αναλόγως την θέση της. Σε δικαιολογημένες περιπτώσεις η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει παράταση της περιόδου για απάντηση.
Μετά το πέρας της προθεσμίας για απάντηση, η Επιτροπή συγκαλεί διμερή συνάντηση και τα δύο μέρη προσπαθούν να καταλήξουν σε συμφωνία σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Στη συνέχεια η Επιτροπή ανακοινώνει τα συμπεράσματά της στο κράτος μέλος κάνοντας αναφορά στην απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής [...].
2. Οι αποφάσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού (ΕΟΚ) 729/70, λαμβάνονται μετά την εξέταση οποιασδήποτε εκθέσεως του οργάνου συμβιβασμού σύμφωνα με την απόφαση 94/442/ΕΚ.»
4 Με την απόφαση 94/442/ΕΚ της Επιτροπής, της 1ης Ιουλίου 1994, περί θεσπίσεως διαδικασίας συμβιβασμού στο πλαίσιο της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του Ευρωπαϋκού Ταμείου Προσανατολισμού και Εγγυήσεων (ΕΓΤΠΕ), τμήμα Εγγυήσεων (EE L 182, σ. 45), συστάθηκε όργανο συμβιβασμού για θέματα που άπτονται της διαδικασίας της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, της εν λόγω αποφάσεως «η θέση την οποία λαμβάνει το όργανο συμβιβασμού δεν προδικάζει την οριστική απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών [...]».
5 Οι κατευθύνσεις για τις κατ' αποκοπή διορθώσεις καθορίστηκαν με το έγγραφο VI/5330/97 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1997 (στο εξής: έγγραφο VI/5330/97). Όταν τα στοιχεία που προκύπτουν κατά την έρευνα δεν επαρκούν για τη βάσει στατιστικών στοιχείων ή άλλων επαληθεύσιμων δεδομένων αποτίμηση των ζημιών που υπέστη η Κοινότητα, μπορεί να επιβληθεί κατ' αποκοπή διόρθωση. Το ποσοστό της διορθώσεως που επιβάλλεται εξαρτάται από τη σοβαρότητα των παραβάσεων που διαπιστώθηκαν κατά τη διενέργεια των ελέγχων.
6 Η Επιτροπή διακρίνει δύο κατηγορίες ελέγχων:
«- Βασικοί έλεγχοι είναι οι επιτόπιοι και διοικητικοί έλεγχοι που απαιτούνται για τον έλεγχο των στοιχείων επί της ουσίας, συγκεκριμένα του υποστατού του αντικειμένου της αιτήσεως, της ποσότητας και των ποιοτικών προϋποθέσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται η τήρηση των προθεσμιών, οι απαιτήσεις της εσοδείας, οι προθεσμίες υποχρεωτικής κατοχής, κλπ. Πραγματοποιούνται επιτοπίως και μέσω αντιπαραβολής με ανεξάρτητα πληροφοριακά στοιχεία, όπως τα μητρώα του κτηματολογίου.
- Δευτερεύοντες έλεγχοι είναι οι διοικητικές ενέργειες που είναι απαραίτητες για την ορθή διεκπεραίωση των αιτήσεων, όπως η εξακρίβωση της τηρήσεως των προθεσμιών υποβολής προσφορών, ο προσδιορισμός των διπλών αιτήσεων με το ίδιο αντικείμενο, η ανάλυση του κινδύνου, η επιβολή κυρώσεων και η κατάλληλη εποπτεία των διαδικασιών.»
7 Σύμφωνα με το έγγραφο VI/5330/97, η Επιτροπή εφαρμόζει τα ακόλουθα ποσοστά για τις κατ' αποκοπή διορθώσεις:
«Όταν ένας ή περισσότεροι βασικοί έλεγχοι δεν έχουν πραγματοποιηθεί ή έχουν πραγματοποιηθεί τόσο κακώς ή τόσο σπανίως ώστε είναι αναποτελεσματικοί ως προς την επιλεξιμότητα μίας αιτήσεως ή για την πρόληψη παρατυπιών, πρέπει να γίνει διόρθωση ύψους 10 %, διότι ευλόγως μπορεί να γίνει δεκτό ότι υφίσταται υψηλός κίνδυνος σημαντικών ζημιών σε βάρος του ΕΓΤΠΕ.
Όταν έχουν πραγματοποιηθεί όλοι οι βασικοί έλεγχοι, χωρίς όμως να τηρηθεί ο αριθμός, η συχνότητα ή η αυστηρότητα που προβλέπουν οι κανονισμοί, πρέπει να γίνει διόρθωση ύψους 5 %, διότι ευλόγως μπορεί να συναχθεί ότι οι έλεγχοι αυτοί δεν προσφέρουν το αναμενόμενο επίπεδο εγγυήσεως για την κανονικότητα των αιτήσεων και ο κίνδυνος ζημιών σε βάρος του ΕΓΤΠΕ είναι σημαντικός.
Όταν ένα κράτος μέλος πραγματοποιεί ορθώς τους βασικούς ελέγχους, αλλά παραλείπει εντελώς να πραγματοποιήσει έναν ή περισσοτέρους δευτερεύοντες ελέγχους, πρέπει να γίνει διόρθωση ύψους 2 %, λαμβανομένου υπόψη του μικροτέρου κινδύνου ζημιών για το ΕΓΤΠΕ και της μικρότερης σοβαρότητας της παραβάσεως.»
Επί των πραγματικών περιστατικών και της διαδικασίας εκκαθαρίσεως
8 Στο πλαίσιο μιας αποστολής διενέργειας ελέγχου των ενισχύσεων για αροτραίες καλλιέργειες στην Αγγλία και στην Ουαλία, που πραγματοποιήθηκε μεταξύ 30 Ιουνίου και 4 Ιουλίου 1997 από τις υπηρεσίες της Επιτροπής (στο εξής: αποστολή ελέγχου), έγινε επίσκεψη στο Bristol Regional Service Centre (στο εξής: περιφερειακό κέντρο του Bristol). Εκεί πραγματοποιήθηκε ενδελεχής έλεγχος τριών αιτήσεων για χρηματοδότηση που είχαν ελεγχθεί επί τόπου από τον ίδιο επιθεωρητή (στο εξής: εν λόγω επιθεωρητής).
9 Το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή δεν συμφώνησαν επί των τριών περιπτώσεων που επελέγησαν για έλεγχο. Σύμφωνα με το Ηνωμένο Βασίλειο, αντικείμενο επαληθεύσεως έπρεπε να αποτελέσουν τα αποτελέσματα επιθεωρήσεων που διεξάγονταν από άλλους επιθεωρητές. Αντίθετα, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι κατά τον χρόνο της αποστολής ελέγχου ουδεμία άλλη επιθεώρηση είχε ολοκληρωθεί, ώστε οι υπαλλήλοί της να επαληθεύσουν τα αποτελέσματά της.
10 Ωστόσο, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Επιτροπή συμφωνούν ότι στις τρεις περιπτώσεις που επελέγησαν διαπιστώθηκαν σοβαρές παρανομίες.
11 Το Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων (στο εξής: ΥΓΑΤ), που είναι ο αρμόδιος φορέας στο Ηνωμένο Βασίλειο για τη διαχείριση του συστήματος πληρωμών σχετικά με τις αροτραίες εκτάσεις, μετέθεσε αμέσως τον εν λόγω επιθεωρητή, που ήταν υπεύθυνος για τις τρεις ελλιπείς επιθεωρήσεις, και του ανέθεσε άλλα καθήκοντα. Σε συνεννόηση με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, το ΥΓΑΤ διεξήγαγε εκ νέου τις επιθεωρήσεις για το έτος 1997, που είχε πραγματοποιήσει ο εν λόγω επιθεωρητής, καθώς και δειγματοληπτικούς ελέγχους επί των αποτελεσμάτων των επιθεωρήσεων που είχαν διεξαχθεί από άλλους επιθεωρητές του περιφερειακού κέντρου του Bristol, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν η έκταση του προβλήματος ήταν μεγαλύτερη αυτής που είχαν εντοπίσει οι υπηρεσίες της Επιτροπής.
12 Με επιστολή της 8ης Οκτωβρίου 1997, οι βρετανικές αρχές υπέβαλαν στην Επιτροπή τα αποτελέσματα των ελέγχων τους. Σύμφωνα με αυτά, αποκαλύπτεται ότι ο εν λόγω επιθεωρητής είχε διεξαγάγει άλλες πέντε επιθεωρήσεις εντός του 1997 και ότι τέσσερεις εξ αυτών παρουσίαζαν ανωμαλίες. Ωστόσο, καθώς ουδεμία πληρωμή είχε γίνει βάσει αιτήσεως χρηματοδοτήσεως κατά τον χρόνο πραγματοποιήσεως των ελέγχων, οι ανωμαλίες διορθώθηκαν εγκαίρως χωρίς οποιαδήποτε χρηματική ζημία του ΕΓΤΠΕ για το έτος 1997. Εξάλλου, η επανάληψη των επιθεωρήσεων που είχαν πραγματοποιήσει οι άλλοι επιθεωρητές δεν αποκάλυψε καμία ανωμαλία.
13 Με επιστολή της 12ης Δεκεμβρίου 1997, οι υπηρεσίες της Επιτροπής γνωστοποίησαν στο Ηνωμένο Βασίλειο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95, τις ανωμαλίες που διαπιστώθηκαν στο πλαίσιο της αποστολής διενέργειας ελέγχου, αναφέροντας ελλείψεις στην ποιότητα των ελέγχων των επιθεωρητών. Αναγνώρισαν ότι τα μέτρα που έλαβαν οι αρμόδιες εθνικές αρχές απέτρεψαν την οικονομική ζημία της Κοινότητας για το έτος 1997, αλλά ζήτησαν στοιχεία αφενός για τις πληρωμές που πραγματοποιήθηκαν το 1995 και το 1996 και αφετέρου για τα μέτρα που ελήφθησαν, προκειμένου να εντοπιστούν και να διορθωθούν ενδεχόμενες παρανομίες που διαπράχθηκαν κατά τα έτη αυτά. Διευκρίνισαν ότι, δεδομένης της σοβαρότητας των παρανομιών που διαπιστώθηκαν, εξέταζαν το ενδεχόμενο αποκλεισμού από την κοινοτική χρηματοδότηση μέρους των δαπανών που δηλώθηκαν κατά τα έτη 1995 και 1996.
14 Οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, με επιστολή της 17ης Μαρτίου 1998, απάντησαν ότι, κατόπιν της επαναλήψεως όλων των επιθεωρήσεων που είχε διεξαγάγει ο εν λόγω επιθεωρητής, το ύψος των παρανομιών που εντοπίστηκαν ανήρχετο σε 9,45 % του συνόλου των αιτήσεων ενισχύσεως που αυτός είχε ελέγξει το 1997. Όσον αφορά τυχόν παρανομίες που ο εν λόγω επιθεωρητής δεν είχε εντοπίσει κατά τα έτη 1995 και 1996, οι ανωτέρω αρχές προχώρησαν σε έλεγχο όλων των φακέλων που του είχαν υποβληθεί. Υποστήριξαν επίσης ότι το ενδεχόμενο ύψος της ζημίας του ΕΓΤΠΕ μπορούσε να υπολογιστεί εφαρμόζοντας το ίδιο ποσοστό 9,45 % επί του συνόλου των αιτήσεων χρηματοδοτήσεως που ο εν λόγω επιθεωρητής είχε ελέγξει κατά τα έτη 1995 και 1996. Τέλος, με την ίδια επιστολή, οι ανωτέρω αρχές παρέσχον τα στοιχεία που ζήτησε η Επιτροπή σχετικά με το σύνολο των δαπανών που είχαν πραγματοποιηθεί από το ΕΓΤΠΕ στον τομέα των αροτραίων καλλιεργειών της συγκεκριμένης περιοχής, για τα έτη αυτά.
15 Με επιστολή της 21ης Αυγούστου 1998, οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου παρέσχον στην Επιτροπή διευκρινίσεις σχετικά με το σύστημα εκπαιδεύσεως και ελέγχου των επιθεωρητών.
16 Η διμερής συνάντηση που προβλέπεται στο άρθρο 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95 (στο εξής: διμερής συνάντηση) διεξήχθη στις 16 Σεπτεμβρίου 1998.
17 Κατόπιν της συναντήσεως αυτής, η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας της Επιτροπής (στο εξής: Γενική Διεύθυνση Γεωργίας), με τηλετύπημα της 4ης Νοεμβρίου 1998, πληροφόρησε τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου ότι σκόπευε να επιβάλει κατ' αποκοπή διόρθωση 9,45 %, που αντιστοιχεί στο ποσοστό των παρανομιών που διαπιστώθηκαν το 1997, και να το εφαρμόσει επί των αιτήσεων ενισχύσεως των ετών 1995 και 1996, που είχαν ελεγθεί από τον εν λόγω επιθεωρητή.
18 Ωστόσο, με επιστολή της 2ας Αυγούστου 1999, η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας ανακοίνωσε στις ανωτέρω αρχές ότι, κατόπιν ελέγχου και διαβουλεύσεως με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή των κατευθύνσεων σχετικά με τον υπολογισμό των χρηματικών διορθώσεων που καθορίστηκαν με το έγγραφο VI/5330/97, να επιβάλει διόρθωση 2 % επί του συνόλου των δαπανών που έχουν ελεγχθεί από το περιφερειακό κέντρο του Bristol.
19 Με την επιστολή αυτή, η Επιτροπή εξήγησε ότι οι αποκαλυφθείσες παραλείψεις αφορούσαν βασικό έλεγχο και μπορούσαν να δικαιολογήσουν μεγαλύτερη διόρθωση. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι είχε λάβει υπόψη της το γεγονός ότι το ΥΓΑΤ διέθετε το 1995 και 1996 ένα σύστημα εποπτείας, έστω κι αν αυτό δεν ήταν της ίδιας ποιότητας με αυτό που θεσπίστηκε στη συνέχεια, και ότι ελήφθησαν αποτελεσματικά μέτρα για την αποκατάσταση των παραλείψεων, μόλις αυτές εμφανίστηκαν.
20 Με επιστολή της 6ης Οκτωβρίου 1999, το Ηνωμένο Βασίλειο ζήτησε την έναρξη της διαδικασίας συμβιβασμού, σύμφωνα με την απόφαση 94/442. Η συνεδρίαση του οργάνου συμβιβασμού διεξήχθη στις 3 Φεβρουαρίου 2000.
21 Με την τελική έκθεσή του της 8ης Μαρτίου 2000, το όργανο συμβιβασμού ζήτησε από την Επιτροπή να επανεξετάσει την άποψή της σχετικά με το σύστημα εποπτείας που εφαρμόζεται στην περιοχή ευθύνης του περιφερειακού κέντρου του Bristol (στο εξής: η συγκεκριμένη περιοχή). Κατέληξε ότι οι τρεις έλεγχοι της Επιτροπής δεν ήταν αντιπροσωπευτικοί της ποιότητας των ελέγχων που είχαν γίνει στο σύνολο της συγκεκριμένης περιοχής. Έκρινε ως επαρκείς τις διευκρινίσεις που δόθηκαν από τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με τους λόγους για τους οποίους το σύστημα εποπτείας δεν είχε εντοπίσει τις εν λόγω παρανομίες κατά τον χρόνο της αποστολής διενέργειας ελέγχου, αλλά κατόρθωσε να τις εντοπίσει στη συνέχεια.
22 Παρά τη θέση που έλαβε το όργανο συμβιβασμού στην τελική έκθεσή του, η Επιτροπή ενημέρωσε τις αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, με επιστολή της 16ης Απριλίου 2000, ότι εμμένει στην προηγουμένη θέση της, βασιζόμενη κυρίως στην ανεπάρκεια του συστήματος εποπτείας των επιτόπιων ελέγχων κατά τα προ του 1997 έτη. Προέβαλε ειδικότερα ότι, μετά τη θέσπιση ενός συστήματος για την επανάληψη των επιτόπιων ελέγχων, το ποσοστό των ανωμαλιών που αποκαλύφθηκαν στη συγκεκριμένη περιοχή ανήλθε από 5,86 % το 1996 σε 15,07 % το 1997. Η Επιτροπή κατέληξε ότι πρόκειται για εμφανή ένδειξη ότι η ποιότητα των επιτόπιων επιθεωρήσεων βελτιώθηκε το 1997, κατόπιν του ελέγχου της Επιτροπής.
23 Στις 5 Ιουλίου 2000, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2000/449, που αποτελεί αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή επικύρωσε την κατ' αποκοπή διόρθωση κατά 2 % επί του συνολικού ποσού των αιτήσεων ενισχύσεως που επεξεργάστηκε το περιφερειακό κέντρο του Bristol κατά τα έτη 1995 και 1996.
Επί του πρώτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την εσφαλμένη κρίση ότι οι επιτόπιοι έλεγχοι ήταν ανεπαρκείς.
Παρατηρήσεις των διαδίκων
24 Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει ότι η Επιτροπή κακώς έκρινε ότι αυτό δεν διέθετε επαρκές σύστημα εποπτείας των επιτόπιων ελέγχων στη συγκεκριμένη περιοχή κατά τα έτη 1995 και 1996.
25 Το Ηνωμένο Βασίλειο υπογραμμίζει ότι η απόφαση 2000/449 βασίζεται, αφενός, σε παρανομίες που αποκαλύφθηκαν κατά την αποστολή διενέργειας ελέγχου σε τρεις περιπτώσεις που επέλεξαν οι υπηρεσίες της Επιτροπής και, αφετέρου, στην αύξηση των παρανομιών που εντοπίστηκαν στη συγκεκριμένη περιοχή το 1997, σε σχέση με το 1996.
26 Όσον αφορά τις παρανομίες που αποκαλύφθηκαν κατά την αποστολή διενέργειας ελέγχου, το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει ότι, με το σύστημα επoπτείας που είχε θεσπίσει, κατορθώθηκε να αποκαλυφθούν οι παρανομίες. Υποστηρίζει ότι ο λόγος για τον οποίον αυτό δεν είχε ακόμη συμβεί έγκειται στο ότι ο έλεγχος της Επιτροπής έλαβε χώρα στο τέλος του πρώτου μήνα της τετράμηνης περιόδου κατά την οποία διεξάγονται οι επιθεωρήσεις των εθνικών αρχών. Σύμφωνα με το Ηνωμένο Βασίλειο, κατά την ημερομηνία του ελέγχου το σύστημα εποπτείας απλώς δεν είχε ακόμη εφαρμοστεί.
27 Αυτό το σύστημα εποπτείας περιελάμβανε έναν έλεγχο, πραγματοποιούμενο από τον επικεφαλής ομάδας, μέρους των εκθέσεων των επιθεωρητών, αφορώντα, ειδικότερα, τη διάρκεια των επιτόπιων ελέγχων που αυτοί είχαν διενεργήσει. Όμως, εν προκειμένω, η διάρκεια των επιτόπιων ελέγχων που διενήργησε ο εν λόγω επιθεωρητής ήταν τόσο περιορισμένη σε σχέση με τη συνήθη διάρκεια τέτοιων ελέγχων, οπότε ο συγκεκριμένος έλεγχος θα εντόπιζε, χωρίς αμφοβολία, ανωμαλίες.
28 Το σύστημα εποπτείας περιελάμβανε επίσης μεγάλο αριθμό επιθεωρήσεων που θα πραγματοποιούσαν από κοινού ο επιθεωρητής και ο επικεφαλής ομάδας ή ο κύριος επιθεωρητής. Θα διεξάγονταν είτε αιφνιδιαστικά είτε κατόπιν ειδοποιήσεως. Η εποπτεία θα ήταν αυξημένη όσον αφορά τους νέους και άπειρους επιθεωρητές. Εν προκειμένω, καθώς ο εν λόγω επιθεωρητής ήταν από τους νεότερους, έπρεπε να υπόκειται σε αυξημένη εποπτεία. Επειδή, κατά την ημερομηνία του ελέγχου της Επιτροπής, μικρός μόνον αριθμός επιθεωρήσεων είχε πραγματοποιηθεί, δεν είχε ακόμη διεξαχθεί κάποια κοινή επιθεώρηση.
29 Όσον αφορά την αύξηση του ποσοστού των ανωμαλιών που εντοπίστηκαν κατά το 1997, μετά τη θέσπιση του συστήματος των συστηματικών ελέγχων, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτή την περίσταση, για να κρίνει το προϋφιστάμενο σύστημα ως ανεπαρκές. Πράγματι, κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι λαμβάνονται υπόψη γεγονότα μεταγενέστερα της επίδικης περιόδου. Εξάλλου, η συλλογιστική αυτή θα ήταν εσφαλμένη, καθώς το αυξημένο ποσοστό των ανωμαλιών που εντοπίστηκαν στη συνέχεια εξηγείται από την επιδείνωση των οικονομικών συνθηκών και, ως εκ τούτου, από την τάση των αγροτών να ζητούν περισσότερες ενισχύσεις.
30 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, κατόπιν των ελέγχων που πραγματοποίησε το Ηνωμένο Βασίλειο το 1997 σε συνεννόηση με τις υπηρεσίες της Επιτροπής, σημειώθηκαν σφάλματα στις περισσότερες από τις επιθεωρήσεις που πραγματοποίησε ο εν λόγω επιθεωρητής κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους.
31 Υποστηρίζει επίσης ότι, αν και ο έλεγχος των επιθεωρήσεων που πραγματοποίησε ο εν λόγω επιθεωρητής το 1995 και το 1996 δεν αποκάλυψε κανένα σοβαρό σφάλμα, το Ηνωμένο Βασίλειο παραδέχεται εντούτοις ότι δεν είναι πάντα εφικτό να εντοπίζονται τα σφάλματα, καθώς οι περίοδοι συγκομιδής, για τις οποίες χορηγήθηκαν οι ενισχύσεις, έχουν προ πολλού συμπληρωθεί.
32 Σύμφωνα με την Επιτροπή, δεν είναι βέβαιον ότι δεν έχουν διαπραχθεί και άλλα σοβαρά σφάλματα από τον εν λόγω επιθεωρητή ή και από άλλους επιθεωρητές κατά τα έτη 1995 και 1996.
33 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το έργο του εν λόγω επιθεωρητή ήταν τόσο ανεπαρκές, ώστε ήταν αναγκασμένη να συμπεράνει ότι αυτός έχει διαπράξει σοβαρές παρανομίες κατά τα έτη 1995 και 1996. Το γεγονός ότι ουδεμία από τις παρανομίες που διέπραξε ο επιθεωρητής αυτός εντοπίστηκε από το υφιστάμενο σύστημα εποπτείας οδήγησε την Επιτροπή στο συμπέρασμα ότι το σύστημα ήταν ανεπαρκές.
34 Η Επιτροπή προβάλλει ότι το γεγονός ότι ο αριθμός των ανωμαλιών που εντοπίστηκαν το 1997 αυξήθηκε σημαντικά σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, λόγω της θεσπίσεως του συστήματος της ενισχυμένης εποπτείας, την οδηγεί επίσης στο συμπέρασμα ότι ορισμένα σφάλματα είχαν περάσει απαρατήρητα κατά τα έτη αυτά.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
35 Πρέπει, πάντως, να υπομνηστεί ότι, οσάκις η Επιτροπή αρνείται να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με ορισμένες δαπάνες, με το αιτιολογικό ότι οφείλονται σε παραβάσεις της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως καταλογιστέες σε κράτος μέλος, δεν οφείλει να αποδείξει εξαντλητικώς την ανεπάρκεια των πραγματοποιηθέντων από τα κράτη μέλη ελέγχων, αλλά να προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο περί της σοβαρής και εύλογης αμφιβολίας που διατηρεί έναντι των πραγματοποιηθέντων από τις εθνικές αρχές ελέγχων. Ο μετριασμός αυτός του βάρους αποδείξεως υπέρ της Επιτροπής εξηγείται από το γεγονός ότι το κράτος είναι αυτό που μπορεί καλύτερα να συλλέξει και επαληθεύσει τα αναγκαία στοιχεία για την εκκαθάριση των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ και στο οποίο εναπόκειται, συνεπώς, να προσκομίσει την πλέον λεπτομερή και πλήρη απόδειξη περί του αληθούς των ελέγχων του και, ενδεχομένως, της ανακριβείας των ισχυρισμών της Επιτροπής (βλ. ιδίως την απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C-377/99, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. Ι-7421, σκέψη 95).
36 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι αποκαλύφθηκαν σοβαρά σφάλματα στις τρεις περιπτώσεις που επελέγησαν από τις υπηρεσίες της Επιτροπής και ότι, περαιτέρω, εμφανίστηκαν σημαντικά σφάλματα στο σύνολο των φακέλων που ελέγχθηκαν από τον εν λόγω επιθεωρητή.
37 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή εύλογα διατηρεί σοβαρές αμφιβολίες ως προς την ποιότητα των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν στη συγκεκριμένη περιοχή.
38 Εναπέκειτο, συνεπώς, στο Ηνωμένο Βασίλειο να σποδείξει, βάσει των πλέον εμπεριστατωμένων αποδείξεων, ότι οι εντοπισθείσες ανωμαλίες δεν αφορούσαν εν γένει τους ελέγχους των επιθεωρητών και ότι υπήρχε κατάλληλο σύστημα εποπτείας.
39 Προς τούτο, το Ηνωμένο Βασίλειο προσκόμισε αποδείξεις ότι το έργο των άλλων επιθεωρητών δεν παρουσίαζε ανωμαλίες κατά το 1997. Αντιθέτως, όσον αφορά τα έτη 1995 και 1996, αναγνώρισε ότι ο εν λόγω επιθεωρητής είχε υποπέσει σε σφάλματα. Υποστήριξε ότι επρόκειτο μόνο για μικρής σημασίας σφάλματα, αλλά παραδέχθηκε ότι, καθώς ο έλεγχος διεξήχθη πολύ αργότερα από την ολοκλήρωση της συγκομιδής, ήταν πιο δύσκολο να εντοπιστούν τα σφάλματα.
40 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το γεγονός ότι, μετά τους ελέγχους που διενεργήθηκαν κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, εμφανίστηκαν σφάλματα στους φακέλους που είχε εξετάσει ο εν λόγω επιθεωρητής κατά τα έτη 1995 και 1996, ενώ το υφιστάμενο σύστημα εποπτείας δεν τις είχε εντοπίσει, από τη φύση του ενισχύει την αρχική αμφιβολία της Επιτροπής.
41 Υπό τις συνθήκες αυτές και χωρίς καν να απαιτείται η εξέταση της βασιμότητας του δεύτερου επιχειρήματος της Επιτροπής, περί συγκρίσεως του συστήματος εποπτείας πριν και μετά το 1997, κρίνεται ότι δικαίως αυτή θεώρησε ανεπαρκές το σύστημα που υφίστατο στη συγκεκριμένη περιοχή κατά τα έτη 1995 και 1996.
Επί του δευτέρου και τρίτου λόγου ακυρώσεως που αντλούνται από τον εσφαλμένο υπολογισμό των ζημιών που φέρεται να υπέστη το ΕΓΤΠΕ και από την αντίθεση της χρηματικής διορθώσεως προς την αρχή της αναλογικότητας
Παρατηρήσεις των διαδίκων
42 Με τον δεύτερο και τρίτο λόγο ακυρώσεως, το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει επικουρικώς ότι, σε κάθε περίπτωση, η Επιτροπή αγνόησε τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 729/70, καθώς υπολόγισε εσφαλμένα το εξαιρετέο από την κοινοτική χρηματοδότηση ποσό και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, επιβάλλοντας χρηματική διόρθωση δυσανάλογη προς τον κίνδυνο ζημίας στον οποίο εκτέθηκε το ΕΓΤΠΕ.
43 Το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει ότι οι παρανομίες που διαπιστώθηκαν το 1997 περιορίστηκαν σε ένα μόνο επιθεωρητή και ότι, συνεπώς, η διόρθωση βάσει ενός ποσοστού κατ' αποκοπή μειώσεως 2 %, εφαρμοστέου επί του συνόλου των αιτήσεων ενισχύσεως που διαχειρίστηκε το περιφερειακό κέντρο του Bristol το 1995 και το 1996, δεν ήταν δικαιολογημένη.
44 Υπενθυμίζει ότι, όσον αφορά το 1997, οι έλεγχοι έδειξαν ότι 12 από τους 13 επιθεωρητές είχαν διεξαγάγει σωστά τους ελέγχους τους. Εξάλλου, είχε γίνει δεκτό ότι το ΕΓΤΠΕ ουδεμία ζημία υπέστη κατά τη διάρκεια του εν λόγω έτους λόγω της διορθωτικής παρεμβάσεως του ΥΓΑΤ.
45 Οι έλεγχοι που πραγματοποιήθηκαν το 1995 και το 1996 από τον εν λόγω επιθεωρητή έδειξαν ελάσσονα σφάλματα. Οι έλεγχοι δεν αποκάλυψαν καμμία παρανομία στο έργο που είχε πραγματοποιήσει ο επιθεωρητής το 1995, ενώ τρεις μόνο αιτήσεις είχαν ελαφρώς υπερχρηματοδοτηθεί το 1996, το δε υπερβάλλον ποσό, το οποίο ανερχόταν σε 919,66 GBP, στη συνέχεια εισπράχθηκε και επιστράφηκε στον λογαριασμό του ΕΓΤΠΕ. Από το γεγονός ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν είναι σε θέση να εξηγήσει για ποιο λόγο η απόδοση του εν λόγω επιθεωρητή μειώθηκε σημαντικά το 1997 σε σχέση με το 1996 δεν μπορεί να συναχθεί ότι ο αριθμός των σφαλμάτων που διέπραξε το 1996 ήταν μεγαλύτερος του αριθμού που οι έλεγχοι αποκάλυψαν.
46 Σε κάθε περίπτωση, το Ηνωμένο Βασίλειο προβάλλει ότι, εάν λόγω των ορίων από την εκ νέου διεξαγωγή του ελέγχου ένα έτος αργότερα, δικαιολογείται η μείωση για τα προηγούμενα έτη, η μείωση αυτή πρέπει να περιοριστεί στις πληρωμές που αφορούν τις αιτήσεις ενισχύσεως που εξέτασε ο εν λόγω επιθεωρητής. Η κατ' αποκοπή διόρθωση κατά 9,45 %, που αντιστοιχεί στο ποσοστό των παρανομιών που αποδείχθηκαν για το έτος 1997, πρέπει να υπολογιστεί επί των αιτήσεων που αυτός είχε εξετάσει κατά τα έτη 1995 και 1996. Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι τούτο αντιστοιχεί εξάλλου στη χρηματική μείωση που είχε αρχικά προταθεί από τη Γενική Διεύθυνση Γεωργίας.
47 Προσθέτει ότι η τελική μείωση στην οποία προέβη η Επιτροπή καταλήγει στον αποκλεισμό, από την κοινοτική χρηματοδότηση, ποσών που είναι κατά 23 φορές μεγαλύτερα από την αρχική πρόταση της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας και ότι μία τέτοια μείωση πρέπει να κριθεί ως καταφανώς δυσανάλογη.
48 Η Επιτροπή, αντίθετα, προβάλλει ότι το ποσοστό της κατ' αποκοπή διορθώσεως 2 % ήταν εύλογο βάσει των κατευθύνσεων του εγγράφου VI/5330/97.
49 Υπογραμμίζει ότι δύο στοιχεία αποδείχθηκαν βαρύνουσας σημασίας για τον προσδιορισμό της κατάλληλης διορθώσεως: πρώτον, η μη διεξαγωγή ενός βασικού ελέγχου, δηλαδή η απουσία κατάλληλου επιτόπιου ελέγχου από τον εν λόγω επιθεωρητή· δεύτερον, ελλείψεις κατά τον δευτερεύοντα έλεγχο, που συνίσταντο στην έλλειψη επαρκούς εκπαιδεύσεως στο περιφερειακό κέντρο του Bristol και κατάλληλης εποπτείας που να επιτρέπει την αποφυγή σφαλμάτων, όπως αυτών που διαπράχθηκαν.
50 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εφαρμογή ενός κατ' αποκοπή ποσοστού είναι δικαιολογημένη, όταν είναι αδύνατη, όπως στην προκείμενη περίπτωση, η κατόπιν των γεγονότων αποτίμηση της επιπτώσεως επί των κοινοτικών δαπανών των παραλείψεων που διαπιστώθηκαν στο επίπεδο της ποιότητας του ελέγχου. Διευκρινίζει ότι, λόγω των σοβαρών παρανομιών που επισημάνθηκαν κατά τη διεξαγωγή των βασικών ελέγχων, θα μπορούσε να εφαρμόσει ένα ποσοστό διορθώσεως 5 %. Ωστόσο, θεώρησε ότι το ποσοστό 2 % ήταν κατάλληλο, διότι η κύρια παράβαση αφορούσε δευτερεύοντα έλεγχο, ελήφθησαν δε άμεσα και αποτελεσματικά μέτρα, μόλις εντοπίστηκε το πρόβλημα.
51 Η Επιτροπή απορρίπτει το επιχείρημα του Ηνωμένου Βασιλείου περί δήθεν δυσαναλογίας της εφαρμοσθείσας διορθώσεως, δηλαδή ότι αυτή είναι κατά 23 φορές υψηλότερη εκείνης που θα είχε επιβληθεί αν είχε ληφθεί υπόψη μόνον το έργο του εν λόγω επιθεωρητή. Η Επιτροπή προβάλλει ότι η σύγκριση αυτή δεν έχει νόημα και υπογραμμίζει ότι η κατ' αποκοπή διόρθωση αποφασίζεται έτσι ώστε να αντικατοπτρίζει την πιθανολογούμενη επίπτωση των διαπιστωθεισών ελλείψεων επί των κοινοτικών δαπανών.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
52 Με τον δεύτερο και τον τρίτο λόγο ακυρώσεως, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αμφισβητεί την εφαρμογή της κατ' αποκοπή διορθώσεως επί του συνόλου των δαπανών που ελέγχθηκαν στη συγκεκριμένη περιοχή για τα έτη 1995 και 1996, καθώς και το ποσοστό διορθώσεως 2 %.
53 Όσον αφορά το είδος της εφαρμοσθείσας διορθώσεως, υπενθυμίζεται ότι, υπό το πρίσμα του εγγράφου VI/5330/97, επιτρέπεται η επιβολή κατ' αποκοπή διορθώσεως, όταν δεν είναι εφικτή η ακριβής αποτίμηση των ζημιών που υπέστη η Κοινότητα.
54 Όπως, όμως, προκύπτει από τα αποτελέσματα των ελέγχων που πραγματοποιήθηκαν το 1997 κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής, δεν κατέστη δυνατό να προσδιοριστεί με ακρίβεια το μέγεθος των σφαλμάτων που διέπραξε το 1996 ο εν λόγω επιθεωρητής, ούτε αυτών που ενδεχομένως διέπραξε ο ίδιος το 1995 ή άλλοι επιθεωρητές κατά τη διάρκεια των δύο αυτών ετών.
55 Υπό τις συνθήκες αυτές, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ορθώς η Επιτροπή εφάρμοσε την κατ' αποκοπή διόρθωση επί του συνόλου των αιτήσεων ενισχύσεως που ελέγθηκαν στη συγκεκριμένη περιοχή για τα δύο προαναφερθέντα έτη.
56 Όσον αφορά το ποσοστό διορθώσεως 2 %, επισημαίνεται ότι πρόκειται για το χαμηλότερο από τα εφαρμοστέα ποσοστά. Όπως υποστήριξε και η Επιτροπή, μπορούσε να εφαρμόσει ποσοστό διορθώσεως 5 % στο πλαίσιο των κατευθύνσεων του εγγράφου VI/5330/97, αλλά έλαβε ειδικότερα υπόψη της τα μέτρα που έλαβαν οι αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου μόλις αποκαλύφθηκαν τα διαπραχθέντα κατά το 1997 σφάλματα.
57 Δεδομένης της σοβαρότητας των ανωμαλιών που διαπιστώθηκαν και του γεγονότος ότι το Ηνωμένο Βασίλειο δεν κατόρθωσε να προσκομίσει επαρκείς αποδείξεις ότι δεν διαπράχθηκαν παρόμοια σφάλματα κατά τα έτη 1995 και 1996 από τον εν λόγω επιθεωρητή ή από τους άλλους επιθεωρητές, κρίνεται ότι το ποσοστό 2 % δεν είναι δυσανάλογο.
58 Συνεπώς, ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος ακυρώσεως που επικαλείται το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επί του τέταρτου λόγου ακυρώσεως που αντλείται από την παράβαση ουσιώδους τύπου.
Παρατηρήσεις των διαδίκων
59 Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η Επιτροπή δεν τήρησε τους κανόνες διαδικασίας του άρθρου 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95, σύμφωνα με τους οποίους η Επιτροπή και το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος οργανώνουν διμερή συνάντηση με αντικείμενο τη βάση υπολογισμού των δαπανών που η Επιτροπή προτείνει να αποκλειστούν από την κοινοτική χρηματοδότηση και επιδιώκουν την επίτευξη συμφωνίας.
60 Το Ηνωμένο Βασίλειο θεωρεί ότι αντίκειται στους εν λόγω κανόνες διαδικασίας το γεγονός ότι, κατόπιν της διμερούς συναντήσεως, η Επιτροπή πρότεινε τον αποκλεισμό από την κοινοτική χρηματοδότηση μικρών σχετικά ποσών αλλά, εννέα μήνες αργότερα, αποφάσισε τον αποκλεισμό πολύ σημαντικότερων ποσών επί εντελώς διαφορετικής βάσεως και κατόπιν παρεμβάσεως άλλων υπηρεσιών της Επιτροπής, που δεν είχαν συμμετάσχει στη διμερή συνάντηση. Προσθέτει ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η διμερής αυτή συνάντηση στερείται πλέον νοήματος.
61 Η Επιτροπή αμφισβητεί τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως που επικαλείται το Ηνωμένο Βασίλειο και προβάλλει ότι δεν παρέβη τους κανόνες του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95. Υποστηρίζει ειδικότερα ότι, με την επιστολή της 12ης Δεκεμβρίου 1997, γνωστοποίησε δεόντως τις διαπιστωθείσες παρανομίες στο Ηνωμένο Βασίλειο. Προσθέτει ότι στην επιστολή αυτή ανέφερε την πρόθεσή της να εφαρμόσει διόρθωση για τους 24 προηγούμενους μήνες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 2, στοιχείο γγ, του κανονισμού 729/70 και, συνεπώς, το Ηνωμένο Βασίλειο όφειλε να γνωρίζει ότι επρόκειτο να εφαρμοστεί διόρθωση 2 %, δηλαδή μεγαλύτερη.
62 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τη εφαρμοστέα διαδικασία, οργανώθηκε διμερής συνάντηση με τους εκπροσώπους της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας. Αναγνωρίζει ότι η τελευταία, μετά τη συνάντηση, θεωρούσε ότι η χρηματική διόρθωση έπρεπε να εφαρμοστεί μόνον επί των αιτήσεων ενισχύσεως που είχε ελέγξει ο εν λόγω επιθεωρητής. Ωστόσο, η Επιτροπή υποστηρίζει επρόκειτο μόνο για την άποψη που η διεύθυνση αυτή σκόπευε να υποβάλει στην Επιτροπή και όχι για τελική απόφαση.
63 Το γεγονός ότι η Επιτροπή, ως συλλογικό όργανο, έκρινε ότι οι παρανομίες δικαιολογούσαν μεγαλύτερη διόρθωση από αυτήν που αρχικά είχε προβλεφθεί δεν καθιστά τη διμερή συνάντηση άνευ νοήματος. Η συνάντηση αυτή κατέστησε δυνατή τη σε βάθος ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής, πράγμα που επέτρεψε να διευκρινιστούν τα νομικά ζητήματα και τα πραγματικά στοιχεία.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
64 Με αυτόν τον λόγο ακυρώσεως, το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η Επιτροπή παρέβη τους κανόνες διαδικασίας του άρθρου 8 του κανονισμού 1663/95, καθώς κατέστησε άνευ νοήματος την υποχρέωση διεξαγωγής διμερούς συναντήσεως που επιβάλλει το εν λόγω άρθρο.
65 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διάδικοι δεν αμφισβητούν ότι έλαβε χώρα μία διμερής συνάντηση μεταξύ αφενός των εκπροσώπων της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας και αφετέρου των εκπροσώπων του Ηνωμένου Βασιλείου.
66 Το υπό αμφισβήτηση σημείο έγκειται στο αν η διμερής αυτή συνάντηση κατέστη άνευ νοήματος, λόγω του γεγονότος ότι, μετά τη συνάντηση, η Επιτροπή διαβουλεύθηκε με άλλες υπηρεσίες της, που δεν είχαν λάβει μέρος στην εν λόγω συνάντηση, και ότι, μετά τη διαβούλευση αυτή, η Επιτροπή παρουσίασε διαφορετικά συμπεράσματα από αυτά που απηχούσαν την κοινή άποψη στην οποία φαίνεται να είχαν καταλήξει τα μέρη που συμμετέσχαν στη συνάντηση.
67 Κατόπιν της προαναφερθείσας διμερούς συναντήσεως, η Επιτροπή, με τηλετύπημα της 4ης Νοεμβρίου 1998, ενημέρωσε ότι σκόπευε να προτείνει διόρθωση περιοριζόμενη στο 9,45 % των αιτήσεων ενισχύσεως που είχαν ελεγχθεί από τον εν λόγω επιθεωρητή. Με το τηλετύπημα αυτό, στο οποίο εξέθεσε την άποψή της, η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας ανέφερε ένα ποσό διορθώσεως αντίστοιχο με αυτό που το ίδιο το Ηνωμένο Βασίλειο είχε αναφέρει στην επιστολή της 17ης Μαρτίου 1998, και το οποίο ποσό φαίνεται, συνεπώς, να απηχεί την κοινή άποψη των μερών. Ωστόσο, με την επιστολή της 2ας Αυγούστου 1999, η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας πρότεινε σαφώς μεγαλύτερη διόρθωση που αντιστοιχεί στο 2 % του συνόλου των αιτήσεων ενισχύσεως που είχαν ελεγθεί στη συγκεκριμένη περιοχή.
68 Κατόπιν των ανωτέρω, το γεγονός ότι τα συμπεράσματα στην επιστολή της 2ας Αυγούστου 1999 δεν αντιστοιχούν σε αυτά του τηλετυπήματος της 4ης Νοεμβρίου 1998 ούτε στην κοινή άποψη στην οποία κατέληξαν τα μέρη κατά τη διμερή συνάντηση δεν σημαίνει ότι η συνάντηση κατέστη άνευ νοήματος.
69 Συγκεκριμένα, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η διμερής συνάντηση δεν αποτελεί παρά ένα προκαταρκτικό στάδιο της αποφάσεως της Επιτροπής και ότι η άποψη που αυτή εκθέτει κατά το πέρας μιας τέτοιας συναντήσεως δεν τη δεσμεύει για το μέλλον. Η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας μπορεί ακόμη, προτού επισημοποιήσει τα συμπεράσματά της, να διαβουλευθεί με άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής. Οσάκις, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Γενική Διεύθυνση Γεωργίας επανεξετάζει την άποψη που είχε προηγουμένως διατυπώσει, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι ουδεμία συμφωνία έχει επιτευχθεί μεταξύ των μερών και ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος μπορεί ακόμη να ζητήσει την έναρξη της διαδικασίας συμβιβασμού.
70 Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η διμερής συνάντηση κατέστησε δυνατή την κατ' αντιμωλία συζήτηση όλων των σημείων της διαφοράς και ότι τα σημεία που συζητήθηκαν κατά τη διάρκεια αυτής ελήφθησαν όλα υπόψη από την Επιτροπή κατά την επίσημη παρουσίαση των συμπερασμάτων της. Η Επιτροπή μπορεί, ωστόσο, να καταλήξει σε εκτίμηση διαφορετική από αυτή που εξέφρασε κατά την ανωτέρω συνάντηση, ως προς την έκταση του κινδύνου για το ΕΓΤΠΕ, και να προτείνει μεγαλύτερη διόρθωση από αυτή που είχε αρχικά προβλεφθεί.
71 Επιβάλλεται όμως η διαπίστωση ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, διεξήχθη πράγματι συζήτηση κατά τη διμερή συνάντηση, ειδικότερα επί των διαπιστωθεισών παραλείψεων και επί των ζημιών που υπέστη το ΕΓΤΠΕ, καθώς και επί του μεγέθους της εφαρμοστέας διορθώσεως, και ότι τα συζητηθέντα σημεία στο πλαίσιο της εν λόγω συναντήσεως ελήφθησαν υπόψη από την Επιτροπή κατά το στάδιο της επίσημης παρουσιάσεως των συμπερασμάτων της.
72 Συνεπώς, από το γεγονός και μόνον ότι τα συμπεράσματα της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας, που υιοθετήθηκαν κατόπιν διαβουλεύσεως με άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής, δεν αντιστοιχούν στην άποψη που η Επιτροπή εξέθεσε μετά τη διμερή συνάντηση ούτε στην άποψη του Ηνωμένου Βασίλείου δεν μπορεί να συναχθεί ότι η Επιτροπή αγνόησε τις διατάξεις του άρθρου 8, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1663/95, καθιστώντας άνευ νοήματος την υποχρέωση για διεξαγωγή της διμερούς συναντήσεως που προβλέπεται στην εν λόγω διάταξη.
73 Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος ακυρώσεως του Ηνωμένου Βασιλείου είναι αβάσιμος.
74 Δεδομένου ότι δεν ευδοκίμησε κανένας από τους λόγους ακυρώσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, επιβάλλεται η απόρριψη της προσφυγής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
75 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Ηνωμένου Βασιλείου και αυτό ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
(πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή
2) Καταδικάζει το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy