Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων - Ελευθερία εγκαταστάσεως - Ελεύθερη παροχή υπηρεσιών - Επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών - Οδηγία 93/22 - «Διαχείριση χαρτοφυλακίων επενδύσεων» - Ορισμός που περιέχεται στο τμήμα Α, σημείο 3, του παραρτήματος της οδηγίας - Εθνική κανονιστική ρύθμιση αποκλίνουσα του ορισμού αυτού - Δεν επιτρέπεται - Επέκταση των κανόνων της οδηγίας σε πράξεις που δεν καλύπτονται από αυτή - Επιτρέπεται - Προϋπόθεση
(Οδηγία 93/22 του Συμβουλίου, παράρτημα, τμήμα Α, σημ. 3)
Περίληψη
$$Το τμήμα Α, σημείο 3, του παραρτήματος της οδηγίας 93/22 σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, το οποίο ορίζει την έννοια της διαχειρίσεως χαρτοφυλακίων επενδύσεων, απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία αποκλίνει του ορισμού αυτού και η οποία δεν απαιτεί, στο πλαίσιο της εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, να χωρεί η διαχείριση των χαρτοφυλακίων επενδύσεων «υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη» και «στα πλαίσια εντολής των επενδυτών». Πάντως, τίποτε δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να επεκτείνει με την εθνική κανονιστική ρύθμιση την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας αυτής σε πράξεις τις οποίες δεν αφορά η ως άνω οδηγία, κατά το μέτρο που προκύπτει σαφώς ότι η εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν αποτελεί μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά απορρέει από την αυτόνομη βούληση του νομοθέτη.
( βλ. σκέψη 46 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-356/00,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale amministrativo regionale per la Toscana (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Antonio Testa,
Lido Lazzeri
και
Commissione Nazionale per le Società e la Borsa (Consob),
παρισταμένης της:
Banca Fideuram SpA,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του τμήματος Α, σημείο 3, του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Μα_ου 1993, σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών (ΕΕ L 141, σ. 27),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Wathelet, πρόεδρο τμήματος, C. W. A. Timmermans, A. La Pergola, P. Jann και S. von Bahr (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: L. Hewlett, κύρια υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- οι A. Testa και L. Lazzeri και η Banca Fideuram SpA, εκπροσωπούμενοι από τους G. de Nova, R. Ristuccia και F. Barbieri, avvocati,
- η Commissione Nazionale per le Società e la Borsa (Consob) και η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον U. Leanza, επικουρούμενο από τον F. Quadri, avvocato dello Stato,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την C. Tufvesson και τον A. Aresu,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των A. Testa και L. Lazzeri και της Banca Fideuram SpA, εκπροσωπουμένων από τους R. Ristuccia και F. Barbieri, της Commissione Nazionale per le Società e la Borsa (Consob) και της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπουμένων από τον G. de Bellis, avvocato dello Stato, καθώς και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους C. Tufvesson και A. Aresu, κατά τη συνεδρίαση της 8ης Νοεμβρίου 2001,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Φεβρουαρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 18ης Ιανουαρίου 2000, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 25 Σεπτεμβρίου 2000, το Tribunale amministrativo regionale per la Toscana υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του τμήματος Α, σημείο 3, του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Μα_ου 1993, σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών (ΕΕ L 141, σ. 27).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ των A. Testa και L. Lazzeri, υποστηριζομένων από την Banca Fideuram SpA (στο εξής: Fideuram), αφενός, και της Commissione Nazionale per la Società e la Borsa (στο εξής: Consob), αφετέρου, αφορώσας τη διαγραφή του A. Testa και την προσωρινή διαγραφή του L. Lazzeri από το επαγγελματικό μητρώο των συμβούλων επενδύσεων.
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3 Σύμφωνα με την τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 93/22, η οδηγία αυτή υλοποιεί μια επιλογή συνιστάμενη στην πραγματοποίηση μόνον της ουσιαστικής, αναγκαίας και επαρκούς εναρμονίσεως για την επίτευξη αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου, ώστε η ενιαία άδεια λειτουργίας που χορηγείται στις επιχειρήσεις που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες να ισχύει σε όλη την Κοινότητα και να εφαρμόζεται η αρχή του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής των επιχειρήσεων αυτών.
4 Κατά το άρθρο 14, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/22, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει προσηκόντως άδεια λειτουργίας εντός κράτους μέλους μπορούν να παρέχουν τις καλυπτόμενες από την άδειά τους επενδυτικές υπηρεσίες εντός κάθε άλλου κράτους μέλους, ιδρύοντας υποκαταστήματα ή στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
5 Κατά το άρθρο 1, σημείο 2, της οδηγίας 93/22, ως «επιχείρηση επενδύσεων», για τους σκοπούς της οδηγίας αυτής, νοείται κάθε νομικό πρόσωπο και, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, κάθε φυσικό πρόσωπο, του οποίου σύνηθες επάγγελμα ή δραστηριότητα είναι η κατ' επάγγελμα παροχή επενδυτικών υπηρεσιών προς τρίτους.
6 Το άρθρο 1, σημείο 1, της οδηγίας 93/22 ορίζει εξάλλου την «επενδυτική υπηρεσία» ως «οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α του παραρτήματος που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος, και παρέχεται σε τρίτους».
7 Το σημείο 1, στοιχείο α_, του τμήματος Α του παραρτήματος της οδηγίας 93/22 αφορά τη «[λ]ήψη και [τη] διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β». Το σημείο 3 αφορά τη «[δ]ιαχείριση, υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη, χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β».
8 Το τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22 απαριθμεί διάφορους χρηματοπιστωτικούς τίτλους, μεταξύ των οποίων, στο σημείο 1, στοιχείο α_, τις «κινητές αξίες».
9 Κατά το άρθρο 1, σημείο 2, πέμπτο εδάφιο, της οδηγίας 93/22, εάν ένα πρόσωπο ασκεί δραστηριότητα την οποία αναφέρει το σημείο 1, στοιχείο α_, του τμήματος Α του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας και η δραστηριότητα αυτή ασκείται αποκλειστικά για λογαριασμό επιχειρήσεως επενδύσεων και υπό την πλήρη και άνευ όρων ευθύνη της επιχειρήσεως αυτής, τότε αυτή η δραστηριότητα λογίζεται ως δραστηριότητα της επιχειρήσεως επενδύσεων και μόνον και όχι ως δραστηριότητα του προσώπου αυτού.
10 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της οδηγίας 93/22 ορίζει ότι η οδηγία αυτή εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις επενδύσεων. Ωστόσο, κατά τη διάταξη αυτή, «εφαρμόζονται μόνον η παράγραφος 4 του παρόντος άρθρου, το άρθρο 8, παράγραφος 2, τα άρθρα 10 και 11, το άρθρο 12, πρώτο εδάφιο, το άρθρο 14, παράγραφοι 3 και 4, και τα άρθρα 15, 19 και 20 στα πιστωτικά ιδρύματα των οποίων η άδεια λειτουργίας έχει χορηγηθεί βάσει των οδηγιών 77/780/ΕΟΚ και 89/646/ΕΟΚ και καλύπτει μία ή περισσότερες από τις επενδυτικές υπηρεσίες τις απαριθμούμενες στο τμήμα Α του παραρτήματος της παρούσας οδηγίας».
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
11 Το decreto legislativo n° 415/1996, Recepimento della direttiva 93/22/CEE del 10 maggio 1993 relativa ai servizi di investimento del settore dei valori mobiliari e della direttiva 93/6/CEE del 15 marzo 1993 relativa all'adeguatezza patrimoniale delle imprese di investimento e degli enti creditizi (νομοθετικό διάταγμα αριθ. 415/1996, για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 93/22 και της οδηγίας 93/6/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 1993, για την επάρκεια των ίδιων κεφαλαίων των επιχειρήσεων επενδύσεων και των πιστωτικών ιδρυμάτων), της 23ης Ιουλίου 1996 (GURI αριθ. 186, της 9ης Αυγούστου 1996, τακτικό συμπλήρωμα αριθ. 133, σ. 3, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα αριθ. 415/1996), διαλαμβάνει ρύθμιση των υπηρεσιών και των επιχειρήσεων επενδύσεων.
12 Μεταξύ των επενδυτικών υπηρεσιών τις οποίες αφορά το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 415/1996 περιλαμβάνεται, ιδίως, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο d, του διατάγματος αυτού «η διαχείριση, σε ατομική βάση, χαρτοφυλακίων επενδύσεων για λογαριασμό τρίτων».
13 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 415/1996 επιτρέπει όχι μόνο στις εταιρίες διαμεσολαβήσεως στην αγορά των κινητών αξιών, αλλά και στα πιστωτικά ιδρύματα, να προσφέρουν κατ' επάγγελμα στο κοινό επενδυτικές υπηρεσίες.
14 Κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, του ίδιου αυτού νομοθετικού διατάγματος, η εποπτεία που ασκούν στον τομέα αυτόν η Consob και η Banca d'Italia έχει ως σκοπό τη διασφάλιση της διαφάνειας και της νομιμότητας της συμπεριφοράς καθώς και την υγιή και συνετή διαχείριση εκ μέρους των προσώπων που υπόκεινται στην εποπτεία αυτή, μέσω της μέριμνας για την προστασία των επενδυτών, καθώς και για τη σταθερότητα, την ανταγωνιστικότητα και την εύρυθμη λειτουργία του χρηματοοικονομικού συστήματος.
15 Το άρθρο 17, παράγραφος 2, του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 415/1996 ορίζει ότι, «κατά την παροχή των υπηρεσιών τους, οι επιχειρήσεις επενδύσεων και οι τράπεζες μπορούν, υπό την επιφύλαξη έγγραφης συναινέσεως, να ενεργούν ιδίω ονόματι και για λογαριασμό του πελάτη τους».
16 Το άρθρο 18, παράγραφος 1, του ίδιου νομοθετικού διατάγματος ορίζει ότι «οι συμβάσεις με αντικείμενο τις υπηρεσίες τις οποίες αφορά το παρόν διάταγμα καταρτίζονται εγγράφως και [ότι] ένα αντίγραφο χορηγείται στον πελάτη».
17 Το άρθρο 20, παράγραφος 1, στοιχείο a, του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 415/1996 ορίζει ότι οι συμβάσεις διαχειρίσεως χαρτοφυλακίων πρέπει να καταρτίζονται εγγράφως.
18 Το άρθρο 22, παράγραφος 1, αυτού του νομοθετικού διατάγματος ορίζει ότι ως «προσφορά εκτός έδρας» νοούνται η προώθηση και η προσφορά προς το κοινό χρηματοπιστωτικών τίτλων και επενδυτικών υπηρεσιών εκτός της έδρας της επιχειρήσεως η οποία εκδίδει τους τίτλους αυτούς ή παρέχει τις υπηρεσίες αυτές.
19 Το άρθρο 23 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 415/1996 διαλαμβάνει μια ειδική ρύθμιση για το επάγγελμα του συμβούλου επενδύσεων. Η παράγραφος 2 του άρθρου αυτού ορίζει τον σύμβουλο επενδύσεων ως το φυσικό πρόσωπο το οποίο, ως μισθωτός, εκπρόσωπος ή εντολοδόχος, υποβάλλει κατ' επάγγελμα προσφορές εκτός έδρας. Η δραστηριότητα του συμβούλου επενδύσεων μπορεί να ασκείται για μία μόνον επιχείρηση που έχει λάβει άδεια λειτουργίας.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
20 Οι A. Testa και L. Lazzeri άσκησαν τη δραστηριότητα των συμβούλων επενδύσεων για λογαριασμό της τράπεζας Fideuram. Προσέφεραν στο κοινό, εκτός της έδρας της Fideuram, διαφόρους χρηματοπιστωτικούς τίτλους και διάφορες επενδυτικές υπηρεσίες, μεταξύ των οποίων τα μερίδια του αμοιβαίου κεφαλαίου επενδύσεων «Fondoitalia», λουξεμβουργιανού δικαίου, το οποίο διένειμε η Fideuram. Το κεφάλαιο αυτό υποδιαιρείται σε ορισμένα τμήματα, έκαστο των οποίων επενδύεται σε τίτλους μιας συγκεκριμένης αγοράς και παρουσιάζει υψηλότερο ή χαμηλότερο βαθμό κινδύνου. Ο εγγεγραμμένος πελάτης μπορεί να ζητήσει να εγκαταλείψει το τμήμα που είχε αρχικώς επιλέξει για ένα άλλο τμήμα, αναλόγως των συγκεκριμένων απαιτήσεών του.
21 Με δύο αποφάσεις της 3ης Ιουνίου 1998, η Consob διέγραψε τον A. Testa από το επαγγελματικό μητρώο των συμβούλων επενδύσεων και διέγραψε προσωρινά, επί τέσσερις μήνες, τον L. Lazzeri από το ίδιο μητρώο. Με την απόφασή της, η Consob διαπίστωσε ότι οι A. Testa και L. Lazzeri είχαν πραγματοποιήσει, για λογαριασμό σημαντικού μέρους της πελατείας τους, μεγάλο αριθμό παρεμφερών μεταβιβάσεων («switch») μεταξύ διαφόρων τμημάτων του ίδιου αμοιβαίου κεφαλαίου για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Μολονότι οι πελάτες των A. Testa και L. Lazzeri είχαν υπογράψει τα προσήκοντα δελτία μετατροπής και είχαν προσκομίσει έγγραφες δηλώσεις κατά τις οποίες ουδέποτε σκοπούσαν να παραιτηθούν της εξουσίας τους λήψεως αποφάσεων, η Consob υποστήριξε ότι οι εν λόγω πράξεις μεταβιβάσεως είχαν αποφασισθεί στην πραγματικότητα από αυτούς τους συμβούλους επενδύσεων. Κατά την Consob, η μεταβίβαση μεταξύ τμημάτων του ίδιου αμοιβαίου κεφαλαίου αποτελούσε πράξη αποεπενδύσεως σε σχέση με τον αρχικώς αγορασθέντα χρηματοπιστωτικό τίτλο και νέας επενδύσεως σε νέο χρηματοπιστωτικό τίτλο. Επομένως, η Consob έκρινε ότι οι πράξεις που πραγματοποίησαν οι A. Testa και L. Lazzeri μπορούσαν να δημιουργήσουν την υπόνοια ότι αυτοί προέβαιναν σε συγκεκαλυμμένη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων. Κατά το μέτρο που η ιταλική κανονιστική ρύθμιση επιφυλάσσει τη σε ατομική βάση διαχείριση χαρτοφυλακίων επενδύσεων σε πρόσωπα τα οποία έχουν λάβει την προσήκουσα προς τούτο άδεια, η Consob κατέληξε ότι οι A. Testa και L. Lazzeri υπέπεσαν σε σοβαρή παράβαση των επαγγελματικών τους καθηκόντων.
22 Οι A. Testa και L. Lazzeri άσκησαν προσφυγές περί ακυρώσεως των αποφάσεων της Consob της 3ης Ιουνίου 1998 ενώπιον του Tribunale amministrativo regionale per la Toscana. Με τις προσφυγές τους προβάλλουν, μεταξύ άλλων, ότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν είναι σύμφωνες προς την οδηγία 93/22. Συγκεκριμένα, κατά τους A. Testa και L. Lazzeri, ο ορισμός της εννοίας της διαχειρίσεως χαρτοφυλακίων επενδύσεων τον οποίο προβλέπει το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 415/1996 και λαμβάνει υπόψη της η Consob διαφέρει από τον ορισμό της οδηγίας 93/22. Αντιθέτως προς την οδηγία, το νομοθετικό διάταγμα δεν αναφέρεται στη διακριτική ευχέρεια που χαρακτηρίζει τη δραστηριότητα του διαχειριστή ούτε στην εντολή που του χορηγούν οι επενδυτές. Οι A. Testa και L. Lazzeri ισχυρίζονται ότι η συμπεριφορά τους δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποτελεί διαχείριση χαρτοφυλακίων επενδύσεων, υπό την έννοια της οδηγίας 93/22, κατά το μέτρο που, σε εκάστη ατομική περίπτωση, έλαβαν όχι μόνον τα συνήθη δελτία μετατροπής υπογεγραμμένα από τους πελάτες, αλλά και δηλώσεις με τις οποίες οι πελάτες επιβεβαίωναν τη συγκατάθεσή τους.
23 Η Consob, αμυνόμενη ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι ο Ιταλός νομοθέτης μπορούσε να αποκλίνει του κοινοτικού ορισμού της εννοίας της διαχειρίσεως των χαρτοφυλακίων επενδύσεων και να δεχθεί έναν ευρύτερο ορισμό σε εθνικό επίπεδο, δεδομένου ότι η οδηγία 93/22, η οποία σκοπεί αποκλειστικώς στην ελάχιστη αναγκαία εναρμόνιση προκειμένου να επιτευχθεί η αμοιβαία αναγνώριση των αδειών και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου, αφήνει στα κράτη μέλη κάποιο περιθώριο ελιγμού για την κατάρτιση εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεων για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο.
24 Το Tribunale amministrativo regionale per la Toscana θεωρεί ότι είναι αναγκαίο να καθοριστεί το περιεχόμενο της οδηγίας 93/22, προκειμένου να επιλυθεί η διαφορά της κύριας δίκης. Φρονεί ότι ο ορισμός της εννοίας της διαχειρίσεως χαρτοφυλακίων επενδύσεων τον οποίο προβλέπει το νομοθετικό διάταγμα αριθ. 415/1996 διαφέρει από τον ορισμό της οδηγίας 93/22. Το δικαστήριο αυτό επισημαίνει ότι, αν η Ιταλική Δημοκρατία δεν είχε δικαίωμα να προβλέψει ορισμό της εννοίας αυτής διαφορετικό από τον ορισμό της εν λόγω οδηγίας, οι αποφάσεις της Consob που κολάζουν τη συμπεριφορά των A. Testa και L. Lazzeri είναι παράνομες. Συνεπώς, το εν λόγω δικαστήριο επιθυμεί να ελέγξει εάν και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, κατά πόσον επιτρέπεται στην Ιταλική Δημοκρατία να αποκλίνει του προβλεπομένου από την οδηγία 93/22 ορισμού της εννοίας της διαχειρίσεως των χαρτοφυλακίων επενδύσεων, στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας αυτής.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Tribunale amministrativo regionale per la Toscana αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το τμήμα Α, σημείο 3, του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Μα_ου 1993, σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, το οποίο περιλαμβάνει τον ορισμό "διαχείριση, υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη, χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών [...]", την έννοια ότι παραβιάζει την εν λόγω κοινοτική διάταξη εθνικός κανόνας ο οποίος αποκλίνει αυτής και ο οποίος, στην προκειμένη περίπτωση, δεν απαιτεί η διαχείριση των χαρτοφυλακίων επενδύσεων να χωρεί "υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη" και "στα πλαίσια εντολής των επενδυτών";
2) Αντιθέτως, συνάδει προς την κοινοτική κανονιστική διάταξη εθνική διάταξη η οποία, στο πλαίσιο της εφαρμογής οδηγίας "περί εναρμονίσεως", δεν καθιερώνει τις προπαρατεθείσες προϋποθέσεις;»
Επί του παραδεκτού
26 Η Consob και η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζονται ότι η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη. Κατ' αυτές, η οδηγία 93/22 δεν έχει εφαρμογή στη διαφορά της κύριας δίκης. Συγκεκριμένα, η δραστηριότητα των συμβούλων επενδύσεων εξαιρείται ρητώς από τη οδηγία αυτή και, συνεπώς, δεν αποτελεί αντικείμενο της εναρμονίσεως την οποία επιδιώκει η εν λόγω οδηγία. Τούτο προκύπτει τόσο από το άρθρο 2 της οδηγίας 93/22, το οποίο προβλέπει ότι η οδηγία αυτή έχει εφαρμογή μόνο στις επιχειρήσεις επενδύσεων, όσο και από την όγδοη αιτιολογική της σκέψη, η οποία επισημαίνει ότι η εντός και η εκτός εμπορικού καταστήματος πώληση κινητών αξιών δεν πρέπει να εμπίπτει στην οδηγία και ότι η ρύθμισή τους πρέπει να υπάγεται στις εθνικές διατάξεις.
27 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά παγία νομολογία, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης από το άρθρο 234 ΕΚ συνεργασίας μεταξύ του Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων, απόκειται αποκλειστικώς στο εθνικό δικαστήριο, που έχει επιληφθεί της διαφοράς και φέρει την ευθύνη της μέλλουσας να εκδοθεί δικαστικής αποφάσεως, να εκτιμήσει, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της υποθέσεως, τόσο την αναγκαιότητα μιας προδικαστικής αποφάσεως για την έκδοση της δικής του αποφάσεως όσο και το λυσιτελές των ερωτημάτων που υποβάλλει στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εφόσον τα υποβληθέντα ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, το Δικαστήριο υποχρεούται, κατ' αρχήν, να απαντήσει. Η εκ μέρους του Δικαστηρίου απόρριψη μιας αιτήσεως υποβληθείσας από εθνικό δικαστήριο είναι δυνατή μόνον όταν προδήλως προκύπτει ότι η ζητηθείσα ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου δεν έχει καμία σχέση με το υποστατό ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 6ης Ιουνίου 2000, C-281/98, Angonese, Συλλογή 2000, σ. Ι-4139, σκέψη 18, και της 13ης Μαρτίου 2001, C-379/98, PreussenElektra, Συλλογή 2001, σ. Ι-2099, σκέψη 38).
28 Κατά το μέτρο που η Consob συνέδεσε ρητώς τις επιβληθείσες στους A. Testa και L. Lazzeri κυρώσεις προς την εκ μέρους τους άσκηση της δραστηριότητας διαχειρίσεως χαρτοφυλακίων επενδύσεων, υπό την έννοια του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο d, του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 415/1996 και κατά το μέτρο που το διάταγμα αυτό μεταφέρει την οδηγία 93/22 στο εσωτερικό δίκαιο, το αιτούν δικαστήριο θεώρησε ότι η ερμηνεία της εννοίας της «[δ]ιαχειρίσεως, υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη, χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών», την οποία προβλέπει το τμήμα Α, σημείο 3, του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας, ήταν καθοριστική για την έκβαση της ενώπιόν του εκκρεμούς διαφοράς.
29 Συνεπώς, πρέπει να δοθεί απάντηση στα δύο προδικαστικά ερωτήματα.
Επί της ουσίας
30 Με τα δύο προδικαστικά του ερωτήματα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το τμήμα Α, σημείο 3, του παραρτήματος της οδηγίας 93/22, το οποίο ορίζει την έννοια της διαχειρίσεως χαρτοφυλακίων επενδύσεων, απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία αποκλίνει του ορισμού αυτού και δεν απαιτεί, στο πλαίσιο της εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, η διαχείριση των χαρτοφυλακίων επενδύσεων να χωρεί «υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη» και «στα πλαίσια εντολής των επενδυτών».
31 Αντιθέτως, το αιτούν δικαστήριο ούτε ζήτησε να διαφωτισθεί ως προς το προσωπικό πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/22, ούτε παρέσχε στο Δικαστήριο επαρκείς πληροφορίες ώστε να είναι αυτό σε θέση να εξετάσει αν, υπό συνθήκες όπως αυτές της διαφοράς της κύριας δίκης, οι εν λόγω δραστηριότητες μπορούν να θεωρηθούν ως ασκούμενες από επιχείρηση επενδύσεων, υπό την έννοια του άρθρου 1, σημείο 2, της εν λόγω οδηγίας.
32 Συνεπώς, η ερμηνεία των διατάξεων της οδηγίας 93/22 που ορίζουν τις δραστηριότητες οι οποίες καλύπτονται από αυτήν μπορεί να ασκεί επιρροή για τη διαφορά της κύριας δίκης μόνον αν οι δραστηριότητες αυτές ασκούνται από επιχείρηση επενδύσεων επί της οποίας έχει εφαρμογή η εν λόγω οδηγία.
33 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα, όπως οριοθετήθηκε το περιεχόμενό τους, πρέπει να υπομνησθεί ότι η οδηγία 93/22 σκοπεί στην πραγματοποίηση μόνον της ουσιαστικής, αναγκαίας και επαρκούς εναρμονίσεως για την επίτευξη αμοιβαίας αναγνωρίσεως των αδειών λειτουργίας και των συστημάτων προληπτικού ελέγχου, ώστε η ενιαία άδεια λειτουργίας που χορηγείται στις επιχειρήσεις που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες να ισχύει σε όλη την Κοινότητα και να εφαρμόζεται η αρχή του ελέγχου από το κράτος μέλος καταγωγής των επιχειρήσεων αυτών.
34 Δυνάμει αυτής της αμοιβαίας αναγνωρίσεως, οι επιχειρήσεις επενδύσεων που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας εντός του κράτους μέλους καταγωγής τους μπορούν να ασκούν όλες ή ορισμένες από τις καλυπτόμενες από την άδειά τους και από την οδηγία 93/22 δραστηριότητες εντός ολόκληρης της Κοινότητας, ιδρύοντας υποκαταστήματα ή στο πλαίσιο της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.
35 Από τις σκέψεις αυτές προκύπτει ότι η συμμόρφωση προς τους ορισμούς των δραστηριοτήτων που αφορά η οδηγία 93/22 είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της ομοιόμορφης εφαρμογής της οδηγίας αυτής εντός όλων των κρατών μελών. Μόνον οι καλυπτόμενες από την εν λόγω οδηγία υπηρεσίες πρέπει να τυγχάνουν της αμοιβαίας αναγνωρίσεως την οποία οργανώνει η οδηγία αυτή, όπως προκύπτει από την τρίτη αιτιολογική της σκέψη.
36 Ως εκ τούτου, το κράτος μέλος καταγωγής έχει κατ' αρχήν την ευχέρεια να επεκτείνει σε μη καλυπτόμενες από την οδηγία 93/22 δραστηριότητες όλους ή ορισμένους από τους κανόνες αυτής, ιδίως όσον αφορά τους όρους χορηγήσεως αδείας λειτουργίας, τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας και τους κανόνες για την υποβολή δηλώσεων και τη διαφάνεια, καθόσον προκύπτει σαφώς ότι η νομοθεσία αυτή δεν αποτελεί μεταφορά της εν λόγω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο και δεν δημιουργείται σύγχυση όσον αφορά την αναγνώριση, εντός των άλλων κρατών μελών, της αδείας που χορηγείται για τις δραστηριότητες και τους επιχειρηματίες που καλύπτει η νομοθεσία αυτή.
37 Όσον αφορά, ειδικότερα, τον ορισμό της εννοίας της διαχειρίσεως χαρτοφυλακίων επενδύσεων την οποία αναφέρει το τμήμα Α, σημείο 3, του παραρτήματος της οδηγίας 93/22, διαπιστώνεται ότι αυτός περιλαμβάνει τρία συστατικά στοιχεία.
38 Κατ' αρχάς, η διαχείριση χαρτοφυλακίων πρέπει να πραγματοποιείται στο πλαίσιο εντολής με την οποία ένας επενδυτής εξουσιοδοτεί μια επιχείρηση επενδύσεων να λαμβάνει επενδυτικές αποφάσεις για λογαριασμό του. Περαιτέρω, τα χαρτοφυλάκια που υπόκεινται στη διαχείριση πρέπει να περιλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αφορά το τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22, όπως είναι οι κινητές αξίες. Τέλος, η διαχείριση των χαρτοφυλακίων πρέπει να πραγματοποιείται υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη. Το τελευταίο αυτό στοιχείο συνεπάγεται, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, ότι η επιχείρηση επενδύσεων μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις ασκώντας διακριτική ευχέρεια, σεβόμενη συγχρόνως τις επιλογές στρατηγικής του επενδυτή.
39 Τα τρία αυτά συστατικά στοιχεία της εννοίας της διαχειρίσεως χαρτοφυλακίων επενδύσεων, όπως αυτή ορίζεται με την οδηγία 93/22, πρέπει να εντάσσονται στις έννομες τάξεις των κρατών μελών στο πλαίσιο της εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.
40 Ο ορισμός της εννοίας της διαχειρίσεως χαρτοφυλακίων επενδύσεων που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 3, στοιχείο d, του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 415/1996 δεν αντιστοιχεί επί λέξει στον ορισμό της εννοίας αυτής τον οποίο προβλέπει το τμήμα Α, σημείο 3, του παραρτήματος της οδηγίας 93/22. Συγκεκριμένα, η εθνική αυτή διάταξη δεν αναφέρεται ούτε στο καθεστώς διακριτικής ευχέρειας της διαχειρίσεως ούτε στην ανάγκη παροχής εντολής.
41 Πάντως, πρέπει να επισημανθεί συναφώς ότι η Consob, η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι η ιταλική κανονιστική ρύθμιση είναι σύμφωνη προς τον ορισμό της οδηγίας 93/22. Ισχυρίζονται ότι ο ορισμός του άρθρου 1, παράγραφος 3, στοιχείο d, του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 415/1996 πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα των λοιπών διατάξεων αυτού του νομοθετικού διατάγματος. Αφενός, υποστηρίζουν ότι η αναγκαιότητα να διαθέτει διακριτική ευχέρεια η επιχείρηση επενδύσεων προκύπτει εμμέσως από τη διάταξη αυτή. Αφετέρου, ισχυρίζονται ότι η επιταγή να πραγματοποιείται η διαχείριση των χαρτοφυλακίων επενδύσεων στο πλαίσιο εντολής απορρέει από τα άρθρα 17, 18 και 20 του νομοθετικού διατάγματος αριθ. 415/1996, τα οποία προβλέπουν, μεταξύ άλλων, ότι η διαχείριση αυτή πρέπει να πραγματοποιείται βάσει έγγραφης συμβάσεως.
42 Στο Tribunale amministrativo regionale per la Toscana εναπόκειται να ελέγξει αν, υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων, ο ορισμός της εννοίας της διαχειρίσεως χαρτοφυλακίων επενδύσεων ο οποίος απορρέει από την ιταλική κανονιστική ρύθμιση είναι σύμφωνος προς την οδηγία 93/22.
43 Εφόσον από την εξέταση αυτή εκ μέρους του αιτούντος δικαστηρίου προκύψει αμφιβολία ως προς το συμβιβαστό προς την οδηγία 93/22, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της οδηγίας αυτής διατάξεις, ένα εθνικό δικαστήριο, που καλείται να το ερμηνεύσει, οφείλει να πράξει τούτο κατά το μέτρο του δυνατού υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της εν λόγω οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αυτή επιδιώκει, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ (βλ. αποφάσεις της 13ης Νοεμβρίου 1990, C-106/89, Marleasing, Συλλογή 1990, σ. Ι-4135, σκέψη 8, της 16ης Δεκεμβρίου 1993, C-334/92, Wagner Miret, Συλλογή 1993, σ. Ι-6911, σκέψη 20, της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori, Συλλογή 1994, σ. Ι-3325, σκέψη 26, και της 27ης Ιουνίου 2000, C-240/98 έως C-244/98, Océano Grupo Editorial και Salvat Editores, Συλλογή 2000, σ. Ι-4941, σκέψη 30).
44 Προστίθεται ότι, σε περίπτωση που το Tribunale amministrativo regionale per la Toscana καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι εν λόγω δραστηριότητες δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ασκούμενες από επιχείρηση επενδύσεων, υπό την έννοια του άρθρου 1, σημείο 2, της οδηγίας 93/22, τίποτε δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να προβλέψει έναν ορισμό της εννοίας της διαχειρίσεως των χαρτοφυλακίων επενδύσεων ο οποίος να εκτείνεται σε ευρύτερο πεδίο δραστηριοτήτων από το προβλεπόμενο στο τμήμα Α, σημείο 3, του παραρτήματος της εν λόγω οδηγίας.
45 Πράγματι, ένα κράτος μέλος είναι ελεύθερο να επεκτείνει με την εθνική κανονιστική ρύθμιση την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας 93/22 σε πράξεις τις οποίες δεν αφορά η οδηγία αυτή, κατά το μέτρο που προκύπτει σαφώς ότι η εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν αποτελεί μεταφορά της ως άνω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά απορρέει από την αυτόνομη βούληση του νομοθέτη.
46 Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, στα προδικαστικά ερωτήματα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το τμήμα Α, σημείο 3, του παραρτήματος της οδηγίας 93/22, το οποίο ορίζει την έννοια της διαχειρίσεως χαρτοφυλακίων επενδύσεων απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία αποκλίνει του ορισμού αυτού και η οποία δεν απαιτεί, στο πλαίσιο της εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, να χωρεί η διαχείριση των χαρτοφυλακίων επενδύσεων «υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη» και «στα πλαίσια εντολής των επενδυτών». Πάντως, τίποτε δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να επεκτείνει με την εθνική κανονιστική ρύθμιση την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας αυτής σε πράξεις τις οποίες δεν αφορά η ως άνω οδηγία, κατά το μέτρο που προκύπτει σαφώς ότι η εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν αποτελεί μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά απορρέει από την αυτόνομη βούληση του νομοθέτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
47 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 18ης Ιανουαρίου 2000 το Tribunale amministrativo regionale per la Toscana, αποφαίνεται:
Το τμήμα Α, σημείο 3, του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Μα_ου 1993, σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών, το οποίο ορίζει την έννοια της διαχειρίσεως χαρτοφυλακίων επενδύσεων, απαγορεύει εθνική κανονιστική ρύθμιση η οποία αποκλίνει του ορισμού αυτού και η οποία δεν απαιτεί, στο πλαίσιο της εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας, να χωρεί η διαχείριση των χαρτοφυλακίων επενδύσεων «υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη» και «στα πλαίσια εντολής των επενδυτών». Πάντως, τίποτε δεν εμποδίζει ένα κράτος μέλος να επεκτείνει με την εθνική κανονιστική ρύθμιση την εφαρμογή των διατάξεων της οδηγίας αυτής σε πράξεις τις οποίες δεν αφορά η ως άνω οδηγία, κατά το μέτρο που προκύπτει σαφώς ότι η εν λόγω εθνική κανονιστική ρύθμιση δεν αποτελεί μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, αλλά απορρέει από την αυτόνομη βούληση του νομοθέτη.
Full & Egal Universal Law Academy