Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Αντικείμενο της διαφοράς - Προσδιορισμός κατά τη διαδικασία πριν από την άσκηση της προσφυγής - Προσαρμογή λόγω μεταβολής του κοινοτικού δικαίου - Επιτρέπεται - Προϋποθέσεις
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Ίδιοι πόροι των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων - Διαπίστωση και διάθεση από τα κράτη μέλη - Εγγραφή στον πιστωτικό λογαριασμό της Κοινότητας - Καθυστερημένη εγγραφή - Υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας - Σφάλμα των εθνικών υπηρεσιών κατά την εγγραφή στον πιστωτικό λογαριασμό της Κοινότητας - Χωρίς επίπτωση
(Κανονισμός 1150/2000 του Συμβουλίου, άρθρο 11)
Περίληψη
1. Στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως, μολονότι τα αιτήματα της προσφυγής δεν μπορούν κατ' αρχήν να βαίνουν πέραν των παραβάσεων τις οποίες αφορούν το διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης και το έγγραφο οχλήσεως, εντούτοις, όταν κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας επέλθει μεταβολή του κοινοτικού δικαίου, η Επιτροπή παραδεκτώς μπορεί να διαπιστώσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το αρχικό κείμενο μιας οδηγίας, η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε ή καταργήθηκε, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές διατηρήθηκαν δυνάμει των νέων διατάξεων. Αντιθέτως, το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορεί να διευρυνθεί, ώστε να καλύψει υποχρεώσεις απορρέουσες από τις νέες διατάξεις που δεν αντιστοιχούν σε υποχρεώσεις προβλεπόμενες στην οικεία πράξη ως είχε αρχικώς, διότι τούτο θα συνιστούσε παράβαση ουσιώδους τύπου, η οποία θα έθιγε το νομότυπο της διαπιστώνουσας την παράβαση διαδικασίας
( βλ. σκέψη 22 )
2. Υπάρχει άρρηκτη σχέση μεταξύ της υποχρεώσεως βεβαιώσεως των ιδίων πόρων της Κοινότητας, της υποχρεώσεως εμπρόθεσμης πιστωτικής εγγραφής στον λογαριασμό της Επιτροπής και, τέλος, της υποχρεώσεως καταβολής τόκων υπερημερίας. Αυτοί οι τόκοι υπερημερίας, που προβλέπει το άρθρο 11 του κανονισμού 1150/2000 για την εφαρμογή της απόφασης 94/728 για το σύστημα των ιδίων πόρων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων είναι απαιτητοί ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο η εγγραφή στον λογαριασμό της Επιτροπής έγινε με καθυστέρηση.
Από αυτό προκύπτει, αφενός, ότι δεν επιβάλλεται διάκριση μεταξύ της περιπτώσεως που η καθυστέρηση οφείλεται σε πραγματικό σφάλμα και εκείνης που η καθυστέρηση οφείλεται σε νομικό σφάλμα και, αφετέρου, ότι η φύση της καθυστερήσεως της εγγραφής, από την οποία απουσιάζει η πρόθεση, δεν μπορεί να εξαλείψει την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας.
( βλ. σκέψεις 43-45 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-363/00,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους E. Traversa και G. Wilms, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιταλικής Δημοκρατίας, εκπροσωπούμενης από τον U. Leanza, επικουρούμενο από τον G. De Bellis, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θέσει στη διάθεση της Επιτροπής το ποσό του 1 484 936 000 000 ITL ως ιδίους πόρους εντός της προθεσμίας που προβλέπουν τα άρθρα 9 και 10 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 130, σ. 1), και αρνούμενη να καταβάλει τους τόκους υπερημερίας που όφειλε επ' αυτού του ποσού κατ' εφαρμογήν του άρθρου 11 αυτού του κανονισμού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει των άρθρων 9, 10 και 11 του κανονισμού 1150/2000, ο οποίος κατάργησε και αντικατέστησε, από 31ης Μα_ου 2000, τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μα_ου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 155, σ. 1), που έχει το ίδιο αντικείμενο,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Wathelet, πρόεδρο τμήματος, C. W. A. Timmermans, P. Jann, S. von Bahr (εισηγητή) και A. Rosas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 9ης Ιουλίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Σεπτεμβρίου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θέσει στη διάθεση της Επιτροπής το ποσό του 1 484 936 000 000 ITL ως ιδίους πόρους εντός της προθεσμίας που προβλέπουν τα άρθρα 9 και 10 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 130, σ. 1), και αρνούμενη να καταβάλει τους τόκους υπερημερίας που όφειλε επ' αυτού του ποσού κατ' εφαρμογήν του άρθρου 11 αυτού του κανονισμού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει βάσει των άρθρων 9, 10 και 11 του κανονισμού 1150/2000, ο οποίος κατάργησε και αντικατέστησε, από 31ης Μα_ου 2000, τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μα_ου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων (ΕΕ L 155, σ. 1), που έχει το ίδιο αντικείμενο.
Η κοινοτική ρύθμιση
2 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1552/89 προβλέπει τα εξής:
«Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10, το ποσό των ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για το σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στο Δημόσιο Ταμείο του ή στον οργανισμό που έχει ορίσει.
Δεν καταβάλλονται έξοδα για το λογαριασμό αυτό.»
3 Σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1552/89:
«Η εγγραφή των πόρων ΦΠΑ, του συμπληρωματικού πόρου [...] και, ενδεχομένως, των χρηματικών συνεισφορών που βασίζονται στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν, διενεργείται κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μηνός και τούτο ανά δωδεκατημόριο των ποσών που προκύπτουν από τον προϋπολογισμό για τον σκοπό αυτό, μετά από μετατροπή αυτών σε εθνικά νομίσματα με την ισοτιμία της τελευταίας ημέρας χρηματαγοράς του ημερολογιακού έτους που προηγείται του οικονομικού έτους, όπως δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων».
4 Σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 1552/89:
«Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9 παράγραφος 1 δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ' αυτό τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας».
5 Το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1150/2000 ορίζει τα εξής:
«Σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 10, το ποσό των ιδίων πόρων πιστώνεται από κάθε κράτος μέλος στο λογαριασμό που έχει ανοιχθεί για το σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής στο Δημόσιο Ταμείο του ή στον οργανισμό που έχει ορίσει.
Δεν καταβάλλονται έξοδα για το λογαριασμό αυτό.»
6 Το άρθρο 10, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1150/2000 προβλέπει τα εξής:
«Η εγγραφή των πόρων ΦΠΑ και του συμπληρωματικού πόρου [...] καθώς και, ενδεχομένως, η εγγραφή των χρηματικών συνεισφορών που βασίζονται στο ακαθάριστο εθνικό προϊόν διενεργούνται κατά την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μηνός, και τούτο ανά δωδεκατημόριο των ποσών που προκύπτουν από τον προϋπολογισμό για το σκοπό αυτό, μετά από μετατροπή αυτών σε εθνικά νομίσματα με την ισοτιμία της τελευταίας χρηματαγοράς του ημερολογιακού έτους που προηγείται του οικονομικού έτους, όπως δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σειρά C.»
7 Σύμφωνα με το άρθρο 11 του κανονισμού 1150/2000:
«Κάθε καθυστέρηση στις εγγραφές του λογαριασμού που αναφέρεται στο άρθρο 9, παράγραφος 1, δημιουργεί, για το συγκεκριμένο κράτος μέλος, την υποχρέωση καταβολής τόκων με επιτόκιο ίσο προς το επιτόκιο που εφαρμόζεται κατά την ημέρα της λήξης στη χρηματαγορά του οικείου κράτους μέλους για τις βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις, προσαυξημένο κατά 2 μονάδες. Το επιτόκιο αυτό αυξάνεται κατά 0,25 μονάδες κατά μήνα καθυστέρησης. Το αυξημένο κατ' αυτό τον τρόπο επιτόκιο εφαρμόζεται για όλη την περίοδο υπερημερίας.»
Η εθνική νομοθετική ρύθμιση
8 Το άρθρο 4 του διατάγματος 321 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 16ης Απριλίου 1971, για την εκτέλεση της αποφάσεως του Συμβουλίου Υπουργών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σχετικά με την αντικατάσταση των οικονομικών συνεισφορών των κρατών μελών από τους ιδίους πόρους της Κοινότητας, που εκδόθηκε στο Λουξεμβούργο στις 21 Απριλίου 1970, και των κοινοτικών κανονισμών σχετικά με τη χρηματοδότηση της κοινής αγροτικής πολιτικής, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3 του νόμου της 23ης Δεκεμβρίου 1970, αριθ. 1185 (Gazetta ufficiale της 9ης Ιουνίου 1971, αριθ. 145), όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 7 του διατάγματος 532 του Προέδρου της Δημοκρατίας, της 4ης Ιουλίου 1973 (στο εξής: ΔΠΔ 321), προβλέπει τα εξής:
«Ο Υπουργός Θησαυροφυλακίου μπορεί να προβαίνει, με απόφαση, στις αναγκαίες μεταβολές του προϋπολογισμού για την εγγραφή σε αυτόν της εισπράξεως εσόδων που συνιστούν τους ιδίους πόρους κατ' εφαρμογήν της αποφάσεως του Συμβουλίου Υπουργών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 21ης Απριλίου 1970, καθώς και στις αναγκαίες μεταβολές προκειμένου να θέσει στη διάθεση των Κοινοτήτων τους προπαρατεθέντες ίδιους πόρους και να προβλέψει την καταβολή της συνεισφοράς της Ιταλίας στον προϋπολογισμό των Κοινοτήτων, σύμφωνα με την προπαρατεθείσα απόφαση της 21ης Απριλίου 1970, όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί.
Κατά παρέκκλιση από όσα προβλέπονται στο προηγούμενο εδάφιο, τα ποσά που πρέπει να καταβάλλονται στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες βάσει του καθεστώτος ιδίων πόρων μπορούν να καταβάλλονται μερίμνη του Υπουργού Θησαυροφυλακίου με μεταφορά πιστώσεως από το Θησαυροφυλάκιο.
Προς τον σκοπό αυτό, ο Υπουργός Θησαυροφυλακίου μπορεί να ανοίξει άτοκο τρέχοντα λογαριασμό στο όνομα του Υπουργού Θησαυροφυλακίου, ο οποίος θα τροφοδοτείται από τα ετησίως εγγραφόμενα στα ειδικά κεφάλαια περί δαπανών του προϋπολογισμού του υπουργείου ποσά.
Τα ποσά που πρέπει να καταβάλλονται στον προπαρατεθέντα λογαριασμό πρέπει να αντιστοιχούν στις καθοριζόμενες ανάγκες ανά τρίμηνο, βάσει του μέσου όγκου των ποσών που καταβλήθηκαν στην Κοινότητα προς τον σκοπό αυτό κατά τη διάρκεια του προηγηθέντος έτους.
[...]»
Τα πραγματικά περιστατικά και η προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασία
9 Η Ιταλική Δημοκρατία όφειλε να εγγράψει, για τον Ιούνιο του 1996, στον λογαριασμό που είχε ανοιγεί για τον σκοπό αυτό στο όνομα της Επιτροπής, το αργότερο στις 3 Ιουνίου 1996, ποσό αντιστοιχούν στο δωδεκατημόριο των ποσών που προέκυπταν από τον προϋπολογισμό ως ίδιοι πόροι των Κοινοτήτων, σύμφωνα με τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 10, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του τότε ισχύοντος κανονισμού 1552/89.
10 Με το έγγραφο 142798, της 28ης Μα_ου 1996, ο Ministero del Tesoro, Ragioneria Generale dello Stato (Υπουργός Θησαυροφυλακίου, Γενικού Λογιστηρίου του κράτους), κάλεσε την Direzione Generale del Tesoro (Γενική Διεύθυνση Θησαυροφυλακίου), κατ' εφαρμογήν των διατάξεων του άρθρου 10, παράγραφος 3, του κανονισμού 1552/89, να προβεί σε μεταφορά πιστώσεως από τον τρέχοντα λογαριασμό 435/435/23203 του Θησαυροφυλακίου «Ministero del Tesoro - αριθ. 7 του από 4 Ιουλίου 1973 ΔΠΔ 532» στον λογαριασμό 414/414/23200 «Comissione CEE - risorse proprie» ποσού 1 486 422 594 526 ιταλικές λίρες (ITL) ως οφειλομένου ως πόρων ΦΠΑ και πόρων από το ΑΕΠ για τον Ιούνιο 1996. Η τελευταία φράση διευκρίνιζε ότι η πράξη «[έπρεπε να] ολοκληρωθεί πριν από την 3η Ιουνίου 1996, προκειμένου να αποφευχθεί η καταβολή τόκων υπερημερίας».
11 Η Επιτροπή ενημερώθηκε γι' αυτή την πράξη με το επίσης από 28 Μα_ου 1996 τηλεαντίγραφο 9835, με το οποίο ο Ministero del Tesoro, Ragioneria Generale dello Stato, τόνισε ότι «είχε προβεί σε μεταφορά πιστώσεως στον τρέχοντα λογαριασμό του ταμείου της Επιτροπής ΕΚ 414/414/23200 - τελική ημερομηνία καταβολής η 3η Ιουνίου 1996 - συνολικού ποσού 1 486 422 594 526 ITL».
12 Με εντολή της 29ης Μα_ου 1996, η Direzione Generale del Tesoro επέτρεψε στην Tesoreria Centrale dello Stato (κεντρική διαχείριση του κρατικού ταμείου) να κάνει ανάληψη του εν λόγω ποσού από τον λογαριασμό 435/23203 και να εκδώσει απόδειξη μεταφοράς πιστώσεως στον λογαριασμό 414/23200 «Commissione CEE - Risorse proprie». Σε αυτή την εντολή το ποσό που αναγραφόταν ολογράφως ήταν ορθό, αλλά το ποσό που αναγραφόταν αριθμητικώς ήταν 1 486 594 526 ITL.
13 Στην απόδειξη 12912, της 30ής Μα_ου 1996, που εξέδωσε η Tesoreria Centrale dello Stato, ως κατατεθέν στον λογαριασμό της Επιτροπής, αναγράφεται το ποσό 1 486 594 526 ITL.
14 Στις 27 Ιουνίου 1996, η Direzione Generale del Tesoro εξέδωσε νέα εντολή περί αναλήψεως κεφαλαίου με την οποία επέτρεπε στην Tesoreria Centrale dello Stato να προβεί σε ανάληψη ποσού 1 484 936 000 000 ITL από τον λογαριασμό 435/23203, αναγράφοντας ως δικαιούχο τον λογαριασμό 414/23200 «CEE Ris - proprie», ως δήλη ημέρα την 30ή Μα_ου 1996 και ως αιτία: «ως συμπλήρωμα της μεταφοράς πιστώσεως 1 486 594 526 ITL που αφορά η από 30 Μα_ου 1996 απόδειξη 12912 και ως υπόλοιπο».
15 Την ίδια ημέρα, στις 27 Ιουνίου 1996, η Tesoreria Centrale dello Stato εξέδωσε την απόδειξη 16817 αναγράφοντας ως κατατεθέν στο λογαριασμό της Επιτροπής το ποσό των 1 484 936 000 000 ITL, ως δήλη ημέρα την 30ή Μα_ου 1996 και ως αιτία: «ως συμπλήρωμα της μεταφοράς πιστώσεως 1 486 594 526 ITL που αφορά η από 30 Μα_ου 1996 απόδειξη 12912 και ως υπόλοιπο».
16 Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι από το αναλυτικό απόσπασμα λογαριασμού της Τράπεζας της Ιταλίας για τον Μάιο και τον Ιούνιο 1996 προέκυπτε ότι ο λογαριασμός 414/23200 «CEE risorse proprie» είχε πιστωθεί, στις 30 Μα_ου 1996, ποσό 1 484 594 526 ITL και ότι το υπόλοιπο ποσό, ήτοι 1 484 936 000 000 ITL, είχε εγγραφεί στον εν λόγω λογαριασμό στις 27 Ιουνίου 1996, εκτίμησε ότι η Ιταλική Δημοκρατία είχε καθυστερήσει αδικαιολόγητα τη διάθεση των ιδίων πόρων της Κοινότητας, κατά παράβαση του κανονισμού 1552/89 και των μεταγενέστερων τροποποιήσεων, και δη των άρθρων 9 και 10 του εν λόγω κανονισμού.
17 Επομένως, η Επιτροπή αποφάσισε να εφαρμόσει το άρθρο 11 του κανονισμού 1552/89. Έχοντας υπολογίσει το επιτόκιο για τους τόκους υπερημερίας σε 10,24 %, το οποίο συνεπαγόταν, για το ποσό που είχε κατατεθεί καθυστερημένα για τις 24 ημέρες της καθυστερήσεως, τόκους υπερημερίας ύψους 9 970 980 092 ITL, κάλεσε τις ιταλικές αρχές, με έγγραφο της 28ης Νοεμβρίου 2996, να διαθέσουν αυτό το ποσό στην Επιτροπή.
18 Με έγγραφο της 30ής Ιανουαρίου 1997, ο Ιταλός Ministero del Tesoro αρνήθηκε να δώσει συνέχεια στο αίτημα της Επιτροπής, ισχυριζόμενος ότι το συνολικά οφειλόμενο ποσό για τον Ιούνιο 1996 δεν είχε διατεθεί καθυστερημένα, αλλά είχε γίνει μερική λογιστική εγγραφή του μόνο λόγω απλού πραγματικού σφάλματος στην καταγραφή της πράξεως στην εσωτερική λογιστική εγγραφή του Θησαυροφυλακίου.
19 Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 226, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, η Επιτροπή, αφού παρέσχε τη δυνατότητα στην Ιταλική Δημοκρατία να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της, απηύθυνε στο κράτος αυτό, με έγγραφο της 15ης Νοεμβρίου 1999, αιτιολογημένη γνώμη καλώντας το να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της εν λόγω γνώμης. Δεδομένου ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν απάντησε σε αυτή τη γνώμη, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
20 Η Επιτροπή τονίζει, εκ προοιμίου, ότι ο κανονισμός 1552/89, βάσει του οποίου κινήθηκε η διαδικασία λόγω παραβάσεως, καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό 1150/2000, που συνιστά απλή κωδικοποίηση του προπαρατεθέντος κανονισμού και των τριών κανονισμών που τον τροποποίησαν διαδοχικά. Δεδομένου ότι το νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το δικαστικό μέρος της παρούσας διαδικασίας λόγω παραβάσεως δεν υπέστη σημαντική νομική τροποποίηση σε σχέση με εκείνο στο οποίο εντάσσεται το διοικητικό μέρος της και ότι η αρίθμηση των άρθρων του κανονισμού 1552/89 έχει παραμείνει αμετάβλητη, η Επιτροπή εκτιμά ότι μπορεί να επικαλεστεί τα κρίσιμα άρθρα του κανονισμού 1150/2000 στην προσφυγή της.
21 Συναφώς, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η ύπαρξη παραβάσεως στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 226 ΕΚ πρέπει να εκτιμάται ενόψει της κοινοτικής νομοθεσίας που ισχύει κατά την εκπνοή της τασσομένης εκ μέρους της Επιτροπής στο οικείο κράτος μέλος προθεσμίας προκειμένου να συμμορφωθεί προς την αιτιολογημένη γνώμη (βλ. τις αποφάσεις της 10ης Σεπτεμβρίου 1996, C-61/94, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1996, σ. Ι-3989, σκέψη 42, και της 9ης Νοεμβρίου 1999, C-365/97, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1999, σ. Ι-7773, σκέψη 32).
22 Ωστόσο, μολονότι τα αιτήματα της προσφυγής δεν μπορούν κατ' αρχήν να βαίνουν πέραν των παραβάσεων τις οποίες αφορούν το διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης και το έγγραφο οχλήσεως, εντούτοις, όταν κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας επέλθει μεταβολή του κοινοτικού δικαίου, η Επιτροπή παραδεκτώς μπορεί να διαπιστώσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το αρχικό κείμενο μιας οδηγίας, η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε ή καταργήθηκε, εφόσον οι υποχρεώσεις αυτές διατηρήθηκαν δυνάμει των νέων διατάξεων. Αντιθέτως, το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορεί να διευρυνθεί, ώστε να καλύψει υποχρεώσεις απορρέουσες από τις νέες διατάξεις που δεν αντιστοιχούν σε υποχρεώσεις προβλεπόμενες στην οικεία πράξη ως είχε αρχικώς, διότι τούτο θα συνιστούσε παράβαση ουσιώδους τύπου, η οποία θα έθιγε το νομότυπο της διαπιστώνουσας την παράβαση διαδικασίας (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψεις 36 και 39).
23 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τα άρθρα 9, παράγραφος 1, 10, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, και 11 του κανονισμού 1150/2000 ήταν ήδη εφαρμοστέες βάσει των άρθρων 9, παράγραφος 1, 10, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, και 11 του κανονισμού 1552/89.
24 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή παραδεκτώς ζητεί να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9, 10 και 11 του κανονισμού 1150/2000.
Επί της ουσίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
25 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι από το απόσπασμα λογαριασμού της Τράπεζας της Ιταλίας για τον Μάιο 1996 προκύπτει ότι ο λογαριασμός 414/23200 «CEE risorse proprie» πιστώθηκε, στις 30 Μα_ου 1996, ποσό 1 486 594 526 ITL. Τα τρία ψηφία «422» που έπρεπε να μεσολαβούν μεταξύ του «1 486» και του «594 526» προφανώς παραλείφθηκαν. Από το απόσπασμα λογαριασμού για τον Ιούνιο 1996 προκύπτει ότι το υπόλοιπο ποσό, ήτοι 1 484 936 000 000 ITL, πιστώθηκε στον λογαριασμό της Επιτροπής στις 27 Ιουνίου 1996.
26 Επιπλέον, τόσο στην από 27 Ιουνίου 1996 εντολή περί αναλήψεως κεφαλαίου όσο και στην απόδειξη 16817 της ίδιας ημέρας αναγράφεται ως αιτία: «ως συμπλήρωμα της μεταφοράς πιστώσεως 1 486 594 526 ITL που αφορά η από 30 Μα_ου 1996 απόδειξη 12912 και ως υπόλοιπο». Επιπλέον, από το αναλυτικό απόσπασμα λογαριασμού για τον Ιούνιο 1996 φαίνεται ότι η πίστωση που έγινε στις 27 Ιουνίου 1996 αντιστοιχούσε στην απόδειξη 16817.
27 Επομένως, η Επιτροπή θυμίζει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, το αυτόματο αποτέλεσμα που προβλέπει το άρθρο 11 του κανονισμού 1150/2000, κατά το οποίο κάθε καθυστερημένη εγγραφή στον λογαριασμό της Επιτροπής θεμελιώνει δικαίωμα εισπράξεως τόκων υπερημερίας, εφαρμόζεται εφόσον το οικείο κράτος μέλος καθυστερεί την καταβολή (βλ. ιδίως την απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 1989, 54/87, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1989, σ. 385, σκέψη 12).
28 Όσον αφορά αναδρομικές διορθώσεις, όπως αυτές που η Ιταλική Δημοκρατία έκανε στις 27 Ιουνίου 1996, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αφενός, δεν έχουν νόημα σε ένα οικονομικό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από τη χρησιμοποίηση λογαριασμών που δεν αποφέρουν τόκους και, αφετέρου, η αποδοχή τους θα στερούσε κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας.
29 Όσον αφορά τη διάθεση των ποσών των λογαριασμών 435/23203 και 414/23200, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να διαθέσει το μικρότερο ποσό που κατατέθηκε στον λογαριασμό 435/23203, το οποίο απόκειται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του υπουργού Θησαυροφυλακίου, και ότι δεν ενημερώνεται καν για τις καταθέσεις που γίνονται σε αυτόν τον λογαριασμό. Μόνο με τη μεταφορά πιστώσεως από τον ενδιάμεσο λογαριασμό 435/23203 στον λογαριασμό 414/23200, που έχει ανοιχθεί στο όνομα της Επιτροπής, γίνεται η μεταφορά διαθέσεως αυτών των κεφαλαίων από την Ιταλία στις Κοινότητες.
30 Η Ιταλική Κυβέρνηση τονίζει κατ' αρχάς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 του ΔΠΔ 321, ένας ενδιάμεσος λογαριασμός 435/23203 έχει ανοιγεί στο όνομα του Υπουργού Θησαυροφυλακίου, που αποσκοπεί αποκλειστικά στην κατάθεση των ποσών που προορίζονται για τις Κοινότητες, τα οποία στη συνέχεια μεταφέρονται στον λογαριασμό 414/23200 που έχει ανοιγεί απευθείας στο όνομα της Κοινότητας. Δεν καταβάλλονται έξοδα για αυτούς τους δύο λογαριασμούς.
31 Άπαξ τα ποσά κατατεθούν στον πρώτο από τους δύο λογαριασμούς, η Ιταλική Κυβέρνηση δεν θα τα διαθέτει πλέον στην πραγματικότητα διότι, βάσει της προπαρατεθείσας νομοθετικής ρυθμίσεως, μπορεί να διαθέτει τα κατατεθέντα στον λογαριασμό 435/23203 ποσά μόνον υπέρ των Κοινοτήτων. Έτσι, εφόσον οριστεί το οφειλόμενο ποσό, το ποσό μεταφέρεται από τον ενδιάμεσο λογαριασμό 435/23203 στον λογαριασμό 414/23200 που έχει ανοιγεί στο όνομα της Επιτροπής.
32 Εν προκειμένω, η Ragioneria Generale dello Stato επέτρεψε, με απόφαση της 16ης Μα_ου 1996, τη δαπάνη 2 650 δισεκατομμυρίων ITL, ποσό που σαφώς υπερέβαινε τις ανάγκες, καταλογιστέο στο κεφάλαιο του προϋπολογισμού του κράτους που έχει προβλεφθεί συναφώς και πιστωτέο στον λογαριασμό 435/23203, «Ministero del Tesoro - άρθρο 7 του από 4 Ιουλίου 1973 ΔΠΔ 532». Η σχετική εντολή πληρωμής εκτελέστηκε στις 24 Μα_ου 1996.
33 Έτσι, απέκειτο στη Ragioneria Generale dello Stato, ευθύς ως επέτρεψε τη μεταφορά κεφαλαίων μεταξύ των δύο λογαριασμών με το έγγραφο 142798, της 28ης Μα_ου 1996, να την επιβεβαιώσει στην Επιτροπή με τη φωτοτυπία 9835 της ίδιας ημέρας. Το κεφάλαιο θα ήταν τότε όντως διαθέσιμο, δεδομένης της προηγηθείσας μεταφοράς πιστώσεως στον λογαριασμό 435/23203, και το ακριβές ποσό που θα επιστρεφόταν στην Επιτροπή ως ίδιος πόρος θα αναγραφόταν στην φωτοτυπία.
34 Η Ιταλική Κυβέρνηση θεωρεί ότι, ενόψει νόμιμης εντολής περί μεταφοράς πιστώσεως μεταξύ των δύο τρεχόντων λογαριασμών, ήτοι ενόψει του εγγράφου 142798, της 28ης Μα_ου 1996, ακολουθούμενου από την εντολή της Direzione Generale del Tesoro, της 29ης Μα_ου 1996, περί αναλήψεως κεφαλαίων, η πράξη πρέπει να θεωρηθεί ότι είχε συντελεστεί νομίμως, κατά το μέτρο που, καίτοι το αναγραφόμενο αριθμητικώς ποσό ήταν ανακριβές, η τελευταία εντολή ήταν νόμιμη. Σύμφωνα με γενική αρχή του ιταλικού δικαίου, σε περίπτωση διαφοροποιήσεως μεταξύ του αναγραφομένου ολογράφως και αριθμητικώς ποσού, υπερισχύει το πρώτο. Η Ιταλική Κυβέρνηση εκτιμά ότι, όσον αφορά πράξεις μεταξύ δύο τρεχόντων λογαριασμών, που δεν αποφέρουν τόκους, εντός της ίδιας κρατικής διοικήσεως και που παρακολουθούνται για τον ίδιο σκοπό, η ανακριβής αριθμητική αναγραφή του ποσού συνιστά απλό πραγματικό σφάλμα, που έχει σημασία μόνον εντός της διοικήσεως, και που υπό κανονικές συνθήκες μπορεί να διορθωθεί χωρίς συνέπειες για τη νομιμότητα της πράξεως.
35 Όσο για τη νομολογία που η Επιτροπή επικαλέστηκε σχετικά με τις συνέπειες της καθυστερημένης εγγραφής των ιδίων πόρων στην πίστωση του λογαριασμού που έχει ανοιγεί στο όνομά της, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι περιπτώσεις που αποτελούσαν αντικείμενο εκείνης της νομολογίας ήταν διαφορετικές από αυτές που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως. Το μοναδικό επίδικο ζήτημα εν προκειμένω είναι το της τηρήσεως της προθεσμίας για τη διάθεση των ιδίων πόρων, ενόψει αμιγώς πραγματικού σφάλματος που διορθώθηκε αμέσως μόλις διαπιστώθηκε, και όχι νομικού σφάλματος.
36 Τέλος, η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το πραγματικό σφάλμα που διέπραξαν οι Ιταλοί υπάλληλοι του θησαυροφυλακίου κατά την καταγραφή της λογιστικής πράξεως που τους είχε ανατεθεί, αφενός, ουδεμία ζημία προκάλεσε στην Επιτροπή και, αφετέρου, δεν συνεπαγόταν πλεονέκτημα για το ιταλικό κράτος.
37 Επομένως, η Ιταλική Κυβέρνηση καταλήγει ότι, δεδομένου ότι πρόκειται για αμιγώς πραγματικό σφάλμα και ελλείψει οποιασδήποτε προθέσεως αποφυγής διαθέσεως του εν λόγω ποσού εκ μέρους της, η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
38 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι το ποσό του 1 486 422 594 526 ITL, που όρισε η Ιταλική Δημοκρατία ως το δωδεκατημόριο των ιδίων πόρων της Επιτροπής για τον Ιούνιο 1996, έπρεπε να είχε πιστωθεί στον λογαριασμό που είχε ανοιγεί στο όνομα της Επιτροπής προς τον σκοπό αυτό το αργότερο στις 3 Ιουνίου 1996.
39 Επίσης δεν αμφισβητείται ότι στις 30 Μα_ου 1996 το ποσό 1 486 594 526 ITL κατατέθηκε στον λογαριασμό 414/23200 «CEE - risorse proprie», που είχε ανοιγεί στον όνομα της Επιτροπής και ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό, ήτοι 1 484 936 000 000 ITL, κατατέθηκε στον εν λόγω λογαριασμό στις 27 Ιουνίου 1996.
40 Επομένως, το τελευταίο ποσό πιστώθηκε στον λογαριασμό της Επιτροπής με καθυστέρηση 24 ημερών.
41 Δεν ασκεί συναφώς επιρροή το ότι ήδη στις 24 Μα_ου 1996 ποσό που υπερέβαινε τις ανάγκες πιστώθηκε στον ενδιάμεσο λογαριασμό 435/23203, που είχε ανοιγεί στο όνομα του Υπουργού Θησαυροφυλακίου, και ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν μπορούσε να το διαθέσει παρά μόνον υπέρ της Κοινότητας, ότι το συγκεκριμένο ποσό που αντιστοιχούσε στην Επιτροπή ως ίδιος πόρος για τον Ιούνιο 1996 αναγραφόταν στη φωτοτυπία 9835, της 28ης Μα_ου 1996, και ότι, σύμφωνα με γενική αρχή του ιταλικού δικαίου, σε περίπτωση διαφοροποιήσεως μεταξύ του αναγραφόμενου ολογράφως και αριθμητικώς ποσού υπερισχύει το πρώτο.
42 Πράγματι, από τα άρθρα 9, παράγραφος 1, και 10, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 1150/2000 προκύπτει σαφώς ότι οι οφειλόμενοι ίδιοι πόροι πρέπει να πιστώνονται στον λογαριασμό που έχει ανοιγεί στο όνομα της Επιτροπής προς τον σκοπό αυτόν το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα και πρέπει επομένως να βρίσκονται άμεσα και αποτελεσματικά στη διάθεση της Επιτροπής από την ημερομηνία αυτή, πράγμα το οποίο δεν συνέβη εν προκειμένω.
43 Επομένως, επιβάλλεται η υπενθύμιση ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, 68/88, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1989, σ. 2965, σκέψη 17, και της 16ης Μα_ου 1991, C-96/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1991, σ. Ι-2461, σκέψη 38), υπάρχει άρρηκτη σχέση μεταξύ της υποχρεώσεως βεβαιώσεως των ιδίων πόρων της Κοινότητας, της υποχρεώσεως εμπρόθεσμης πιστωτικής εγγραφής στον λογαριασμό της Επιτροπής και, τέλος, της υποχρεώσεως καταβολής τόκων υπερημερίας.
44 Αυτοί οι τόκοι υπερημερίας, που προβλέπει το άρθρο 11 του κανονισμού 1150/2000, είναι απαιτητοί ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο η εγγραφή στον λογαριασμό της Επιτροπής έγινε με καθυστέρηση (βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 22ας Φεβρουαρίου 1989, Επιτροπή κατά Ιταλίας, προπαρατεθείσα, σκέψη 12, και της 12ης Σεπτεμβρίου 2000, C-359/97, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 2000, σ. Ι-6355, σκέψη 78).
45 Αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται η Ιταλική Κυβέρνηση, από αυτό προκύπτει, αφενός, ότι δεν επιβάλλεται διάκριση μεταξύ της περιπτώσεως που η καθυστέρηση οφείλεται σε πραγματικό σφάλμα και εκείνης που η καθυστέρηση οφείλεται σε νομικό σφάλμα και, αφετέρου, ότι η φύση της καθυστερήσεως της εγγραφής, από την οποία απουσιάζει η πρόθεση, δεν μπορεί να εξαλείψει την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας (βλ., υπ' αυτή την έννοια, την απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1986, 93/85, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Συλλογή 1986, σ. 4011, σκέψεις 34 και 37).
46 Ομοίως, το γεγνός ότι το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό εγγράφηκε με δήλη ημέρα την 30ή Μα_ου 1996 στον λογαριασμό 414/23200 δεν ασκεί συναφώς επιρροή. Όπως ορθώς τόνισε η Επιτροπή, όχι μόνον τέτοιες αναδρομικές διορθώσεις δεν έχουν νόημα σε ένα οικονομικό πλαίσιο που χαρακτηρίζεται από τη χρησιμοποίηση λογαριασμών που δεν αποφέρουν τόκους, αλλά, επιπλέον, η αποδοχή τους θα στερούσε πάσης πρακτικής αποτελεσματικότητας την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας.
47 Ως προς το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως που αντλείται από την έλλειψη ζημίας της Επιτροπής, αρκεί η υπόμνηση ότι η μη τήρηση από κράτος μέλος υποχρεώσεως επιβαλλομένης από κανόνα κοινοτικού δικαίου συνιστά, αυτή καθεαυτή, παράβαση, στερείται δε σημασίας ο ισχυρισμός ότι αυτή η μη τήρηση δεν είχε αρνητικές συνέπειες (βλ. τις αποφάσεις της 21ης Ιανουαρίου 1999, C-150/97, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, Συλλογή 1999, σ. Ι-259, σκέψη 22, και της 15ης Ιουνίου 2000, C-348/97, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 2000, σ. Ι-4429, σκέψη 62), όπως ακριβώς και ο ισχυρισμός ότι δεν συνεπαγόταν πλεονεκτήματα για το εν λόγω κράτος μέλος.
48 Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θέσει στη διάθεση της Επιτροπής το ποσό των 1 484 936 000 000 ITL ως ίδιο πόρο εντός της προθεσμίας που προβλέπουν τα άρθρα 9 και 10 του κανονισμού 1150/2000 και αρνούμενη να καταβάλει τους τόκους υπερημερίας που όφειλε επ' αυτού του ποσού κατ' εφαρμογήν του άρθρου 11 αυτού του κανονισμού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9, 10 και 11 του εν λόγω κανονισμού, ο οποίος κατάργησε και αντικατέστησε, από 31ης Μα_ου 2000, τον κανονισμό 1552/89, που έχει το ίδιο αντικείμενο.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
49 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει την καταδίκη της Ιταλικής Δημοκρατίας στα δικαστικά έξοδα και η Ιταλική Δημοκρατία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιταλική Δημοκρατία, παραλείποντας να θέσει στη διάθεση της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων το ποσό του 1 484 936 000 000 ITL ως ίδιο πόρο εντός της προθεσμίας που προβλέπουν τα άρθρα 9 και 10 του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) 1150/2000 του Συμβουλίου, της 22ας Μα_ου 2000, για την εφαρμογή της απόφασης 94/728/ΕΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, και αρνούμενη να καταβάλει τους τόκους υπερημερίας που όφειλε επ' αυτού του ποσού κατ' εφαρμογήν του άρθρου 11 αυτού του κανονισμού, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 9, 10 και 11 του κανονισμού 1150/2000, ο οποίος κατάργησε και αντικατέστησε, από 31ης Μα_ου 2000, τον κανονισμό (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1552/89 του Συμβουλίου, της 29ης Μα_ου 1989, για την εφαρμογή της απόφασης 88/376/ΕΟΚ, Ευρατόμ για το σύστημα των ιδίων πόρων των Κοινοτήτων, που έχει το ίδιο αντικείμενο.
2) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy