Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - Μη αμφισβητούμενη παράβαση
(Άρθρο 226 ΕΚ)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-368/00,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από την L. Ström, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασιλείου της Σουηδίας, εκπροσωπουμένου από τον A. Kruse, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Σουηδίας, μη λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει τη συμφωνία της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως προς τις οριακές τιμές της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 108), και μη συμμορφούμενο προς τις απαιτήσεις της οδηγίας αυτής όσον αφορά την ελάχιστη συχνότητα δειγματοληψιών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους C. Gulmann, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet και J. N. Cunha Rodrigues (εισηγητή), δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 5ης Απριλίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 6 Οκτωβρίου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Σουηδίας, μη λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει τη συμφωνία της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως προς τις οριακές τιμές της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 108, στο εξής: οδηγία), και μη συμμορφούμενο προς τις απαιτήσεις της οδηγίας αυτής όσον αφορά την ελάχιστη συχνότητα δειγματοληψιών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
2 Το άρθρο 1, παράγραφος 2, στοιχείο α_, της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«Κατά την έννοια της παρούσης οδηγίας νοούνται ως:
α) "ύδατα κολυμβήσεως" τα γλυκέα, ρέοντα ή λιμνάζοντα ύδατα ή μέρη αυτών, όπως και το ύδωρ της θαλάσσης, στα οποία η κολύμβηση:
- επιτρέπεται σαφώς από τις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους μέλους,
ή
- δεν απαγορεύεται και συνηθίζεται από μεγάλο αριθμό λουομένων».
3 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, «τα κράτη μέλη καθορίζουν για όλες τις περιοχές κολυμβήσεως ή για κάθε μία από αυτές τις τιμές που εφαρμόζονται στα ύδατα κολυμβήσεως για τις παραμέτρους που ορίζονται στο παράρτημα».
4 Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας, «οι τιμές που καθορίζονται δυνάμει της παραγράφου 1 δεν πρέπει να είναι λιγότερο αυστηρές από τις τιμές που ορίζονται στη στήλη Ι του παραρτήματος». Στο παράρτημα της εν λόγω οδηγίας περιλαμβάνονται 19 παράμετροι, καθώς και δεσμευτικές οριακές τιμές για τις περισσότερες από τις παραμέτρους αυτές.
5 Από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας προοκύπτει ότι τα κράτη μέλη πρέπει να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να καταστεί η ποιότητα των υδάτων κολυμβήσεως σύμφωνη προς τις οριακές τιμές που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 3 της οδηγίας εντός προθεσμίας δέκα ετών από της κοινοποιήσεως της οδηγίας αυτής.
6 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας διευκρινίζει ότι οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών πραγματοποιούν δειγματοληψίες των οποίων η ελαχίστη συχνότητα καθορίζεται στο παράρτημα της οδηγίας. Το ως άνω παράρτημα ορίζει ειδικότερα την ελαχίστη συχνότητα δειγματοληψιών, καθώς και τη μέθοδο αναλύσεως και ελέγχου για καθεμία από τις 19 παραμέτρους που περιλαμβάνει.
7 Το άρθρο 13 της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1991, για την τυποποίηση και τον εξορθολογισμό των εκθέσεων που αφορούν την εφαρμογή ορισμένων οδηγιών για το περιβάλλον (ΕΕ L 377, σ. 48), ορίζει ότι κάθε έτος τα κράτη μέλη υποβάλλουν στην Επιτροπή έκθεση για την εφαρμογή της οδηγίας κατά το έτος αυτό. Η εν λόγω έκθεση υποβάλλεται στην Επιτροπή πριν από τη λήξη του καλυπτόμενου έτους.
8 Όσον αφορά το Βασίλειο της Σουηδίας, η οδηγία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 1995 δυνάμει του άρθρου 2 της ράξεως περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και περί των προσαρμογών των ιδρυτικών Συνθηκών της Ενώσεως (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21, και ΕΕ 1995, L 1, σ. 1).
9 Οι σουηδικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή εκθέσεις σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας για τις περιόδους κολυμβήσεως 1995, 1996, 1997 και 1998. Η Επιτροπή παρατήρησε πολλές ελλείψεις κατά την εφαρμογή της οδηγίας. Κατά συνέπεια, με έγγραφο οχλήσεως της 4ης Αυγούστου 1999 επέστησε την προσοχή της Σουηδικής Κυβερνήσεως επί των εν λόγω ελλείψεων και την κάλεσε να της υποβάλει τις παρατηρήσεις της σχετικά.
10 Με το ως άνω έγγραφο η Επιτροπή διαπίστωσε, πρώτον, ότι κατά την κολυμβητική περίοδο 1995 μόνο τα 44,8 % των σουηδικών θαλασσίων ζωνών κολυμβήσεως και το 62,3 % των σουηδικών περιοχών κολυμβήσεως γλυκού νερού ήταν σύμφωνα προς τα επιτακτικά ανώτατα όρια που καθορίζονταν στη στήλη Ι του παραρτήματος της οδηγίας, όπου τα σχετικά ποσοστά ορίζονται αντιστοίχως σε 55,8 % και 62,7 % για το 1996, σε 71,6 % και 54,4 % για το 1997 και σε 84,9 % και 74 % για το 1998. Εξ αυτού η Επιτροπή συνεπέρανε ότι, το 1998, το Βασίλειο της Σουηδίας δεν εξεπλήρωσε την απορρέουσα από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας υποχρέωσή του να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα ώστε να εξασφαλίσει, το αργότερο μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1995, τη συμφωνία των υδάτων κολυμβήσεως του κράτους αυτού προς τις επιτακτικές οριακές τιμές που καθορίζει το άρθρο 3 της οδηγίας.
11 Δεύτερον, η Επιτροπή ανέφερε ότι, το 1995, οι δειγματοληψίες δεν ήταν σύμφωνες προς την ελάχιστη συχνότητα δειγματοληψιών την οποία προβλέπει η οδηγία σε 54,4 % των σουηδικών θαλασσίων ζωνών κολυμβήσεως και σε 37,4 % των σουηδικών ζωνών κολυμβήσεως γλυκού νερού, καθόσον τα σχετικά ποσοστά είναι αντιστοίχως, 42,2 % και σε 36,7 % για το 1996, 10,5 % και 21,3 % για το 1997 και 10,3 % και 23,2 % για το 1998. Επομένως, η Επιτροπή συνεπέρανε ότι το Βασίλειο της Σουηδίας δεν τήρησε την απορρέουσα από το άρθρο 6, παράγραφος 1, της οδηγίας υποχρέωση μη πραγματοποιώντας, σε ορισμένες ζώνες κολυμβήσεως, δειγματοληψίες με βάση την ελάχιστη συχνότητα δειγματοληψιών που προβλέπεται από το παράρτημα της οδηγίας.
12 Η Σουηδική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 12ης Οκτωβρίου 1999, μεταξύ άλλων, ότι είχε αποφασίσει στις 7 Οκτωβρίου 1999 να εκπονήσει πρόγραμμα δράσεως με σκοπό τον καθορισμό των μέτρων που έπρεπε να ληφθούν, επιπλέον των υφισταμένων, προς τήρηση των απορρεουσών από την οδηγία υποχρεώσεών της.
13 Θεωρώντας ότι δεν είχαν ληφθεί τα απαιτούμενα μέτρα προς εξασφάλιση της συμφωνίας της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως προς τις επιτακτικές οριακές τιμές της οδηγίας και προς τήρηση της ελάχιστης συχνότητας δειγματοληψιών, η Επιτροπή απηύθυνε στις 26 Ιανουαρίου 2000 στο Βασίλειο της Σουηδίας αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία του προσήψε παράβαση των άρθρων 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας, καλώντας το κράτος μέλος αυτό να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωσή του προς την ως άνω γνώμη εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεώς της.
14 Οι σουηδικές αρχές απάντησαν με έγγραφα της 17ης Μαρτίου και της 26ης Μα_ου 2000, αναφέροντας τα μέτρα που προτίθενταν να λάβουν για την τήρηση της οδηγίας.
15 Εντούτοις, η Επιτροπή θεώρησε ότι η παράβαση εξακολουθούσε να υφίσταται και, για τον λόγο αυτό, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
16 Με το υπόμνημα αντικρούσεως το Βασίλειο της Σουηδίας υπογραμμίζει ότι από τις δειγματοληψίες που πραγματοποιήθηκαν το 1999 και το 2000 προκύπτει, με μερικές εξαιρέσεις, ότι η ποιότητα των σουηδικών υδάτων κολυμβήσεως είναι σύμφωνη προς την οδηγία, αναγνωρίζοντας ωστόσο την ύπαρξη παραβάσεως του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας. Επιπλέον, όσον αφορά τη συχνότητα των δειγματοληψιών, αναγνωρίζει χωρίς επιφυλάξεις την παράβαση του άρθρου 6, παράγραφος 1, της οδηγίας.
17 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, βάσει των στοιχείων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο και τα οποία δεν αμφισβήτησαν οι σουηδικές αρχές, η ποιότητα των σουηδικών υδάτων κολυμβήσεως δεν κατέστη σύμφωνη προς τις επικτακτικές οριακές τιμές που καθορίζει η οδηγία εντός της προθεσμίας την οποία έταξε η αιτιολογημένη γνώμη. Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, σε ορισμένες ζώνες κολυμβήσεως, οι δειγματοληψίες δεν πραγματοποιήθηκαν με βάση την ελάχιστη συχνότητα δειγματοληψιών την οποία καθορίζει η οδηγία, χωρίς οι σουηδικές αρχές να λάβουν μέτρα για τη διόρθωση της καταστάσεως αυτής εντός της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας.
18 Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι το Βασίλειο της Σουηδίας, μη λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει τη συμφωνία της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως προς τις επιτακτικές οριακές τιμές της οδηγίας και μη συμμορφούμενο προς τις απαιτήσεις της οδηγίας όσον αφορά την ελάχιστη συχνότητα δειγματοληψιών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
19 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη του Βασιλείου της Σουηδίας και το καθού ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί το κράτος αυτό στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (τρίτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο της Σουηδίας, μη λαμβάνοντας όλα τα αναγκαία μέτρα για να διασφαλίσει τη συμφωνία της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως προς τις επιτακτικές οριακές τιμές της οδηγίας 76/160/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Δεκεμβρίου 1975, περί της ποιότητας των υδάτων κολυμβήσεως, και μη συμμορφούμενο προς τις απαιτήσεις της οδηγίας όσον αφορά την ελάχιστη συχνότητα δειγματοληψιών, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4, παράγραφος 1, και 6, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Σουηδίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy