Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά την εκπνοή της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας
(Άρθρο 226 ΕΚ)
2. Κράτη μέλη - Υποχρεώσεις - Εκτέλεση των οδηγιών - αράβαση - Δικαιολογία - Δεν επιτρέπεται - Υποχρέωση αγαστής συνεργασίας του κράτους μέλους με την Επιτροπή - εριεχόμενο
(Άρθρα 10 ΕΚ και 226 ΕΚ)
3. ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Δικαίωμα της Επιτροπής να ασκήσει προσφυγή - Άσκηση κατά διακριτική ευχέρεια
(Άρθρο 226 ΕΚ)
Περίληψη
1. Στο πλαίσιο προσφυγής βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή είχε κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη, οι δε μεταβολές που επέρχονται στη συνέχεια δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο.
( βλ. σκέψη 16 )
2. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξεως, συμπεριλαμβανομένων αυτών που απορρέουν από την ομοσπονδιακή του οργάνωση, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που επιβάλλει μια οδηγία. Σύμφωνα με την αρχή της αγαστής συνεργασίας, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη οφείλουν να συνεργάζονται καλοπίστως και τούτο στα πλαίσια του πλήρους σεβασμού των διατάξεων της Συνθήκης και του παράγωγου δικαίου.
( βλ. σκέψη 18 )
3. Στα πλαίσια του εγκαθιδρυθέντος με το άρθρο 226 ΕΚ συστήματος, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική εξουσία να ασκεί προσφυγή λόγω παραβάσεως και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει τη σκοπιμότητα ασκήσεως της εξουσίας αυτής.
( βλ. σκέψη 19 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-383/00,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. zur Hausen, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, εκπροσωπούμενης από τους W.-D. Plessing και B. Muttelsee-Schön,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη έχοντας λάβει εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζομένων με επικίνδυνες ουσίες (ΕΕ 1997, L 10, σ. 13), και, ειδικότερα, προς το άρθρο 11 αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από την N. Colneric, πρόεδρο τμήματος, και τους R. Schintgen (εισηγητή) και Β. Σκουρή, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Μαρτίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18 Οκτωβρίου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη έχοντας λάβει εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζομένων με επικίνδυνες ουσίες (ΕΕ 1997, L 10, σ. 13), και, ειδικότερα, προς το άρθρο 11 αυτής, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ.
2 Όπως διευκρινίζει και το άρθρο 1 αυτής, η οδηγία 96/82 έχει ως αντικείμενο την πρόληψη μεγάλων ατυχημάτων σχετιζομένων με επικίνδυνες ουσίες και τον περιορισμό των συνεπειών τους για τον άνθρωπο και το περιβάλλον, προκειμένου να εξασφαλιστεί κατά συνεκτικό και αποτελεσματικό τρόπο υψηλό επίπεδο προστασίας εντός όλης της Κοινότητας.
3 Το άρθρο 11, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/82 ορίζει:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, για όλες τις μονάδες οι οποίες εμπίπτουν στο άρθρο 9:
α) ο ασκών την εκμετάλλευση να καταρτίζει εσωτερικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης με τα μέτρα που λαμβάνονται στη μονάδα:
- για νέες μονάδες, πριν την έναρξη λειτουργίας,
- για τις υπάρχουσες μονάδες, που δεν καλύπτονταν προηγουμένως από την οδηγία 82/501/ΕΟΚ, εντός τριών ετών από την ημερομηνία που αναφέρει το άρθρο 24, παράγραφος 1,
- για τις λοιπές μονάδες, εντός δύο ετών από την ημερομηνία που αναφέρει το άρθρο 24, παράγραφος 1·
β) ο ασκών την εκμετάλλευση να παρέχει στις αρμόδιες αρχές, ώστε να μπορούν να καταρτίζουν το εξωτερικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης, τις αναγκαίες πληροφορίες μέσα στις ακόλουθες προθεσμίες:
- για τις νέες μονάδες, πριν από την έναρξη της λειτουργίας,
- για τις υπάρχουσες μονάδες, που δεν καλύπτονταν προηγουμένως από την οδηγία 82/501/ΕΟΚ, εντός τριών ετών από την ημερομηνία που αναφέρει το άρθρο 24, παράγραφος 1,
- για τις λοιπές μονάδες, εντός δύο ετών από την ημερομηνία που αναφέρει το άρθρο 24, παράγραφος 1·
γ) οι αρχές που ορίζει το κράτος μέλος για το σκοπό αυτό να καταρτίζουν εξωτερικό σχέδιο έκτακτης ανάγκης με τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται στον εκτός της μονάδας χώρο.»
4 Σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 96/82, τα κράτη μέλη όφειλαν να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για τη συμμόρφωσή τους προς αυτή το αργότερο 24 μήνες μετά την έναρξη ισχύος της και να ενημερώσουν συναφώς την Επιτροπή.
5 Κατά το άρθρο 25 αυτής, η οδηγία 96/82 τέθηκε σε ισχύ την 20ή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Δεδομένου ότι η δημοσίευση έλαβε χώρα στις 14 Ιανουαρίου 1997, η οδηγία τέθηκε σε ισχύ στις 3 Φεβρουαρίου 1997, οπότε η προβλεπόμενη στο άρθρο 24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, αυτής προθεσμία έληξε στις 3 Φεβρουαρίου 1999.
6 Επειδή, κατά τη λήξη της προθεσμίας αυτής η Επιτροπή δεν είχε ενημερωθεί επί των διατάξεων που θέσπισε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προκειμένου να συμμορφωθεί προς την οδηγία 96/82 και δεν διέθετε άλλα πληροφοριακά στοιχεία που θα της επέτρεπαν να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το εν λόγω κράτος μέλος έλαβε συναφώς τις αναγκαίες διατάξεις, η Επιτροπή έκρινε ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και ζήτησε, με έγγραφο οχλήσεως της 10ης Μα_ου 1999, από τη Γερμανική Κυβέρνηση να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
7 Με έγγραφο της 19ης Ιουλίου 1999, οι γερμανικές αρχές πληροφόρησαν την Επιτροπή ότι, εκδίδοντας τον Fünftes Gesetz zur Änderung des Bundes-Immissionsschutzgesetzes (πέμπτο νόμο περί τροποποιήσεως του ομοσπονδιακού νόμου περί της προστασίας κατά της ρυπάνσεως), της 19ης Οκτωβρίου 1998 (BGBl. 1998 Ι, σ. 3178), η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εξεπλήρωσε σε ομοσπονδιακό επίπεδο τις αναγκαίες προϋποθέσεις μεταφοράς της οδηγίας 96/82 κανονιστικώς. Με το ως άνω έγγραφο ανακοίνωσαν επιπλέον προς την Επιτροπή τις νομοθετικές διατάξεις που έλαβαν τα Länder της Βαυαρίας, του Βερολίνου, της Έσσης και της Θουριγγίας για τη μεταφορά του άρθρου 11 της ως άνω οδηγίας.
8 Με δύο έγγραφα της 13ης Σεπτεμβρίου και της 8ης Νοεμβρίου 1999, οι γερμανικές αρχές διαβίβασαν επίσης στην Επιτροπή τις νομοθετικές διατάξεις που εκδόθηκαν συναφώς από το Land της Βρέμης και τα Länder της Ρηνανίας-Βόρειας Βεστφαλίας και της Βάδης-Βιρτεμβέργης αντιστοίχως. Με έγγραφο της 8ης Νοεμβρίου 1999, κοινοποίησαν περαιτέρω στην Επιτροπή σχέδιο κανονισμού της Ομοσπονδιακής Κυβερνήσεως με σκοπό τη μεταφορά της οδηγίας 96/82 και διευκρίνισαν ότι η έγκριση του ως άνω κανονισμού αποτελούσε ήδη αντικείμενο συζητήσεων ενώπιον του Bundesrat.
9 Εκτιμώντας ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν είχε ακόμη λάβει όλες τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις που ήσαν αναγκαίες για τη συμμόρφωσή της προς την οδηγία 96/82 ή ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν τις είχε ακόμη κοινοποιήσει στο σύνολό τους προς την Επιτροπή, εξαιρουμένων των διατάξεων που θέσπισαν τα Länder Βάδης-Βιρτεμβέργης, Βαυαρίας, Βερολίνου, Βρέμης, Έσσης, Ρηνανίας-Βόρειας Βεστφαλίας και Θουριγγίας, όσον αφορά το άρθρο 11 αυτής, η Επιτροπή απηύθυνε στις 21 Ιανουαρίου 2000 προς την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αιτιολογημένη γνώμη, καλώντας την να λάβει τα αναγκαία μέτρα συμμορφώσεώς της προς αυτήν εντός προθεσμίας δύο μηνών από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης.
10 Σε απάντηση της αιτιολογημένης γνώμης, οι γερμανικές αρχές γνωστοποίησαν, με έγγραφο της 11ης Μα_ου 2000, στην Επιτροπή ότι το Bundesrat είχε εγκρίνει στις 17 Μαρτίου 2000 τον προαναφερθέντα κανονισμό μεταφοράς της οδηγίας 96/82 και ότι επρόκειτο να της μεταβιβάσει κείμενό του ευθύς μετά τη δημοσίευσή του στο Bundesgesetzblatt. Με το ίδιο έγγραφο, οι γερμανικές αρχές κοινοποίησαν στην Επιτροπή και τις διατάξεις που έλαβαν τα Länder Βρανδεμβούργου, Βρέμης, Saare και Αμβούργου για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 11 της οδηγίας 96/82.
11 Με έγγραφο της 3ης Αυγούστου 2000, οι γερμανικές αρχές διαβίβασαν στην Επιτροπή το κείμενο του Verordnung zur Umsetzung EG-rechtlicher Vorschriften betreffend die Beherrschung der Gefahren bei schweren Unfällen mit gefährlichen Stoffen (κανονισμού περί της μεταφοράς της κοινοτικής νομοθεσίας για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζομένων με επικίνδυνες ουσίες), της 26ης Απριλίου 2000 (BGBl. 2000 Ι, σ. 603), και την πληροφόρησαν ότι ο οικείος κανονισμός άρχισε να ισχύει από τις 3 Μα_ου 2000. Αφού υπενθύμισαν ότι οι αναγκαίες διατάξεις μεταφοράς σε επίπεδο Länder του άρθρου 11 της οδηγίας 96/82 είχαν ήδη θεσπιστεί από δέκα εξ αυτών και κοινοποιηθεί στην Επιτροπή, οι γερμανικές αρχές διευκρίνισαν ότι οι αναγκαίες διατάξεις που θα διασφάλιζαν τη μεταφορά της οδηγίας στα Länder Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας, Κάτω Σαξονίας, Ρηνανίας-αλατινάτου, Σαξονίας, Σαξονίας-Anhalt και Schleswig-Holstein επρόκειτο προφανώς να υιοθετηθούν προ της λήξεως του τρέχοντος έτους.
12 Εκτιμώντας ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν είχε ακόμη λάβει όλες τις αναγκαίες διατάξεις για τη μεταφορά του άρθρου 11 της οδηγίας 96/82 στο γερμανικό δίκαιο, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή.
13 Η Γερμανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι δεν έχουν ακόμη ληφθεί όλα τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 11 της οδηγίας 96/82. Υπογραμμίζει ότι, μετά τη θέσπιση των διαφόρων νομοθετικών μέτρων περί των οποίων έγινε λόγος κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, εξακολουθεί να εκκρεμεί η μεταφορά αποκλειστικά εντός των Länder Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας, Κάτω Σαξονίας, Ρηνανίας-αλατινάτου, Σαξονίας, Σαξονίας-Anhalt και Schleswig-Holstein.
14 Συναφώς, η Γερμανική Κυβέρνηση διευκρινίζει ότι οι αναγκαίοι νόμοι για τη μεταφορά του άρθρου 11 της οδηγίας 96/82 στο δίκαιο τον Länder Schleswig-Holstein και Ρηνανίας-αλατινάτου τέθηκαν σε ισχύ την 1η και 21η Δεκεμβρίου 2000 αντίστοιχα και ότι βρίσκονται σε εξέλιξη οι διαδικασίες διασφαλίσεως της ως άνω μεταφοράς εντός των Länder Μεκλεμβούργου-Δυτικής ομερανίας, Κάτω Σαξονίας, Σαξονίας και Σαξονίας-Anhalt.
15 Η Γερμανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι, λόγω του αριθμού και της περιπλοκότητας των αναγκαίων μέτρων μεταφοράς τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και σε επίπεδο Länder, συνέτρεχαν εν προκειμένω ειδικές περιστάσεις τις οποίες η Επιτροπή θα όφειλε να λάβει υπόψη σύμφωνα με την αρχή της καθιερωμένης στο άρθρο 10 ΕΚ αγαστής συνεργασίας. Επισημαίνει περαιτέρω ότι είχε τονίσει επανειλημμένα προς τις αρχές των Länder τον επείγοντα χαρακτήρα της μεταφοράς και υπογραμμίζει ότι οι εκκρεμείς διαδικασίες βρίσκονται σε προχωρημένο στάδιο ώστε να μπορεί να προεξοφλείται ότι η υπόθεση θα ολοκληρωθεί στο προσεχές μέλλον.
16 Επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, η υπόσταση παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι οι μεταβολές που επήλθαν στη συνέχεια δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., ιδίως αποφάσεις 11ης Οκτωβρίου 2001, C-110/00, Επιτροπή κατά Αυστρίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-7545, σκέψη 13, και της 17ης Ιανουαρίου 2002, C-423/00, Επιτροπή κατά Βελγίου, η οποία δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 14).
17 Δεν αμφισβητείται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν έλαβε, πριν από τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας δύο μηνών, όλα τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας 96/82 στο εσωτερικό δίκαιο.
18 Εξάλλου, το Δικαστήριο έκρινε επανειλημμένα ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί καταστάσεις της εσωτερικής του έννομης τάξεως, συμπεριλαμβανομένων αυτών που απορρέουν από την ομοσπονδιακή του οργάνωση, προκειμένου να δικαιολογήσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων και προθεσμιών που επιβάλλει μια οδηγία (βλ., ιδίως, προαναφερθείσα απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2002, Επιτροπή κατά Βελγίου, σκέψη 16). Σύμφωνα με την αρχή της αγαστής συνεργασίας, η Επιτροπή και τα κράτη μέλη οφείλουν να συνεργάζονται καλοπίστως και τούτο στα πλαίσια του πλήρους σεβασμού των διατάξεων της Συνθήκης και του παράγωγου δικαίου.
19 Επιπλέον, στα πλαίσια του εγκαθιδρυθέντος με το άρθρο 226 ΕΚ συστήματος, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική εξουσία να ασκεί προσφυγή λόγω παραβάσεως και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να κρίνει τη σκοπιμότητα ασκήσεως της εξουσίας αυτής (βλ., ιδίως, απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, C-236/99, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2000, σ. Ι-5657, σκέψη 28).
20 Έπεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αδυνατούσε να απαιτήσει από την Επιτροπή την παραίτησή της από την προσφυγή ή την καθυστέρηση ασκήσεώς της προκειμένου να λάβει υπόψη τον αριθμό και την περιπλοκότητα των αναγκαίων μέτρων μεταφοράς, καθώς και τις αναληφθείσες ή ευρισκόμενες σε εξέλιξη προσπάθειες.
21 Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να γίνει βασίμως δεκτή η ασκηθείσα από την Επιτροπή προσφυγή.
22 Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη έχοντας λάβει εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωσή της προς το άρθρο 11 της οδηγίας 96/82 παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την ως άνω οδηγία.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και αυτή ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μη έχοντας λάβει εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα για τη συμμόρφωσή της προς το άρθρο 11 της οδηγίας 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζομένων με επικίνδυνες ουσίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την ως άνω οδηγία.
2) Καταδικάζει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy