Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ράξεις των οργάνων - Οδηγίες - Εκτέλεση από τα κράτη μέλη - Ανεπάρκεια απλών διοικητικών πρακτικών
(Άρθρο 249, εδ. 3, ΕΚ)
2. ροσφυγή λόγω παραβάσεως - Εξέταση του βασίμου από το Δικαστήριο - Κατάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη - Κατάσταση κατά τη λήξη της προθεσμίας που τάχθηκε με την αιτιολογημένη γνώμη
(Άρθρο 226 ΕΚ)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-394/00,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον G. zur Hausen, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενης από τον D. O'Hagan, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, μη θεσπίζοντας όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζόμενων με επικίνδυνες ουσίες (ΕΕ 1997, L 10, σ. 13), και, εν πάση περιπτώσει, μη ανακοινώνοντας τις εν λόγω διατάξεις στην Επιτροπή, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από την N. Colneric, πρόεδρο τμήματος, και τους R. Schintgen (εισηγητή) και Β. Σκουρή, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Οκτωβρίου 2001,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 25 Οκτωβρίου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Ιρλανδία, μη θεσπίζοντας όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζόμενων με επικίνδυνες ουσίες (ΕΕ 1997, L 10, σ. 13), και, εν πάση περιπτώσει, μη ανακοινώνοντάς της τις εν λόγω διατάξεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2 Σύμφωνα με το άρθρο 24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 96/82, τα κράτη μέλη έπρεπε να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την οδηγία αυτή το αργότερο 24 μήνες μετά τη θέση σε ισχύ και να ενημερώσουν αμέσως την Επιτροπή.
3 Σύμφωνα με το άρθρο της 25, η οδηγία 96/82 τέθηκε σε ισχύ την 20ή ημέρα από τη δημοσίευσή της στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Η οδηγία, δεδομένου ότι δημοσιεύθηκε στις 14 Ιανουαρίου 1997, τέθηκε σε ισχύ την 3η Φεβρουαρίου 1997 και η προθεσμία που προβλέπει το άρθρο 24, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας αυτής έληξε στις 3 Φεβρουαρίου 1999.
4 Η Επιτροπή, δεδομένου ότι κατά τη λήξη της προθεσμίας αυτής δεν είχε ενημερωθεί για τις διατάξεις που θέσπισε η Ιρλανδία για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 96/82 και δεν διέθετε άλλα πληροφοριακά στοιχεία για να διαπιστώσει αν αυτό το κράτος μέλος είχε θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις συναφώς, θεώρησε ότι η Ιρλανδία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την εν λόγω οδηγία και ζήτησε από την Ιρλανδική Κυβέρνηση, με έγγραφο οχλήσεως της 10ης Μα_ου 1999, να διατυπώσει συναφώς τις παρατηρήσεις της εντός προθεσμίας δύο μηνών.
5 Με έγγραφο της 19ης Οκτωβρίου 1999, οι ιρλανδικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι εκπονούνταν ήδη ρύθμιση για τη μεταφορά της οδηγίας 96/82 στο εσωτερικό δίκαιο πριν από το τέλος του έτους 1999.
6 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή απηύθυνε στην Ιρλανδία στις 27 Οκτωβρίου 1999 αιτιολογημένη γνώμη, με την οποία την κάλεσε να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από την οδηγία 96/82 εντός προθεσμίας δύο μηνών από της κοινοποιήσεως της εν λόγω γνώμης.
7 Με έγγραφο της 6ης Ιανουαρίου 2000, οι ιρλανδικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι θα της απέστελλαν συντόμως σχέδιο κανονισμού για τη μεταφορά της οδηγίας 96/82 στο εσωτερικό δίκαιο. Με έγγραφο της 14ης Ιουλίου 2000, διαβίβασαν στην Επιτροπή σχέδιο κανονισμού, το οποίο επιγραφόταν «European Communities (Control of Major Accident Hazards Involving Dangerous Substances) Regulations, 2000» («κανονισμός για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζομένων με επικίνδυνες ουσίες»), και ανέφεραν ότι ο κανονισμός αυτός θα της κοινοποιούνταν μόλις εκδιδόταν.
8 Η Επιτροπή, διαπιστώνοντας ότι η Ιρλανδική Κυβέρνηση δεν της κοινοποίησε τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά της οδηγίας 96/82 στο εσωτερικό δίκαιο, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
9 Η Ιρλανδία δεν αμφισβητεί ότι δεν έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για την εμπρόθεση μεταφορά της οδηγίας 96/82 στο εσωτερικό δίκαιο. Ισχυρίζεται ωστόσο ότι αυτή η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο ολοκληρώθηκε πλέον με την έκδοση, στις 28 Αυγούστου 2000, του νόμου που επιγράφεται «The Planning and Development Act, 2000» («νόμος περί σχεδιασμού και αναπτύξεως»), ο οποίος συμπληρώθηκε με κανονισμό του Υπουργού εριβάλλοντος, που είναι αρμόδιος για τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, της 31ης Οκτωβρίου 2000, και μετά την έκδοση στις 21 Δεκεμβρίου 2000 του κανονισμού που επιγράφεται «European Communities (Control of Major Accident Hazards Involving Dangerous Substances) Regulations, 2000».
10 Η Ιρλανδία αναφέρει εξάλλου ότι, ήδη από τον Ιούλιο του 1999, ο Υπουργός εριβάλλοντος, που είναι αρμόδιος για τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως, είχε δημοσιεύσει εγκύκλιο προς τις αρμόδιες αρχές, με την οποία τους συνιστούσε να ενεργούν ως εάν η οδηγία 96/82 είχε ήδη μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο.
11 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι, κατά πάγια νομολογία, οι απλές διοικητικές πρακτικές, οι οποίες από τη φύση τους μπορούν να τροποποιούνται κατά τη βούληση της διοικήσεως και στερούνται προσήκουσας δημοσιότητας, δεν μπορούν να θεωρούνται ως έγκυρη εκτέλεση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 11ης Νοεμβρίου 1999, C-315/98, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1999, σ. Ι-8001, σκέψη 10, και της 11ης Οκτωβρίου 2001, C-254/00, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 7).
12 Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως κρίνει ότι η ύπαρξη παραβάσεως πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την κατάσταση του κράτους μέλους όπως αυτή είχε διαμορφωθεί κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη προθεσμίας και ότι οι μεταβολές που επήλθαν στη συνέχεια δεν λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 12ης Δεκεμβρίου 2000, C-435/99, Επιτροπή κατά ορτογαλίας, Συλλογή 2000, σ. Ι-11179, σκέψη 16, και της 11ης Οκτωβρίου 2001, C-111/00, Επιτροπή κατά Αυστρίας, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 13).
13 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι κατά τη λήξη της ταχθείσας με την αιτιολογημένη γνώμη δίμηνης προθεσμίας, η μεταφορά της οδηγίας 96/82 στο ιρλανδικό δίκαιο δεν είχε πραγματοποιηθεί και, υπ' αυτές τις συνθήκες, πρέπει να κριθεί βάσιμη η προσφυγή της Επιτροπής.
14 Συνεπώς, διαπιστώνεται ότι η Ιρλανδία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 96/82, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
15 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή ζήτησε την καταδίκη της Ιρλανδίας στα δικαστικά έξοδα και η Ιρλανδία ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Η Ιρλανδία, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλες τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθεί προς την οδηγία 96/82/ΕΚ του Συμβουλίου, της 9ης Δεκεμβρίου 1996, για την αντιμετώπιση των κινδύνων μεγάλων ατυχημάτων σχετιζομένων με επικίνδυνες ουσίες, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει την Ιρλανδία στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy