Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Σχέδια ενισχύσεων - Κοινοποίηση στην Επιτροπή - ροηγούμενη ειδοποίηση προβλεπόμενη από το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 659/1999 - Aποδεικτικός χαρακτήρας της πραγματοποιούμενης με τηλεομοιοτυπία αποστολής
(Κανονισμός 659/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 4 § 6)
2. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Σχέδια ενισχύσεων - Κοινοποίηση στην Επιτροπή - Οδηγός των διαδικασιών που εφαρμόζονται στις κρατικές ενισχύσεις - ροηγούμενη ειδοποίηση προβλεπόμενη από το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 659/1999 - Κοινοποίηση στην αρμόδια για την εξέταση του φακέλου γενική διεύθυνση
(Κανονισμός 659/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 4 § 6)
3. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Εξέταση από την Επιτροπή - ροηγούμενη ειδοποίηση προβλεπόμενη από το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 659/1999 - Aπόφαση κινήσεως επίσημης διαδικασίας ελέγχου - Υποχρέωση κοινοποιήσεως της αποφάσεως εντός δεκαπέντε εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της εν λόγω ειδοποιήσεως - Τρόποι υπολογισμού της προθεσμίας
(Άρθρο 254 § 3 ΕΚ· κανονισμός 659/1999 του Συμβουλίου, άρθρο 4 § 6)
Περίληψη
1. Ο αποδεικτικός χαρακτήρας αποστολής πραγματοποιούμενης με τηλεομοιοτυπία εξαρτάται τόσο από τον βαθμό στον οποίο απαιτείται η τήρηση τύπου για την εν λόγω πράξη βάσει των εφαρμοστέων διατάξεων, όσο και από τις συνθήκες χρήσεως της διαδικασίας μεταδόσεως καθ' εαυτήν· αξίζει να υπομνησθεί ότι, γενικώς, η αποστολή με τηλεομοιοτυπία ουδόλως θίγει τα δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα της πράξεως. Έτσι, όταν οι εφαρμοστέες διατάξεις απαιτούν ιδιαίτερο τύπο για ορισμένες πράξεις, πρέπει να διαπιστώνεται αν η μετάδοσή τους με τηλεομοιοτυπία συμβιβάζεται με τις εν λόγω διατάξεις.
Όσον αφορά την προβλεπόμενη με το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 659/1999 προηγούμενη ειδοποίηση, οι διατάξεις που εφαρμόζονται στις προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασίες για την εξέταση του συμβατού των κρατικών ενισχύσεων με τη Συνθήκη δεν προβλέπουν ιδιαίτερο τύπο. Συγκεκριμένα, αντίθετα προς το αρχικό στάδιο της κοινοποιήσεως μιας νέας ενισχύσεως που αποτελεί αντικείμενο, δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού αυτού, αποδείξεως παραλαβής την οποία αποστέλλει η Επιτροπή στο οικείο κράτος μέλος, η προηγούμενη ειδοποίηση δεν υπόκειται σε άλλες προϋποθέσεις πλην εκείνων που αφορούν τις διάφορες πράξεις της προ της ασκήσεως προσφυγής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής.
( βλ. σκέψεις 21-23 )
2. Ο «Οδηγός περί των εφαρμοστέων διαδικασιών για τις κρατικές ενισχύσεις», τον οποίο έχει καταρτίσει η Επιτροπή, επιβάλλει υποχρέωση αποστολής στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής μόνον όσον αφορά την αρχική κοινοποίηση των ενισχύσεων από τα κράτη μέλη. ροβλέπει, αντιθέτως, στο σημείο 24, ότι οι αιτήσεις συμπληρωματικών πληροφοριών που ζητούνται από την αρμόδια γενική διεύθυνση «πρέπει να απευθύνονται απευθείας σ' αυτήν». Κατά συνέπεια, η προβλεπόμενη στο άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 659/1999 προηγούμενη ειδοποίηση, η οποία εντάσσεται στις διαδικασίες που ακολουθούν τις εν λόγω ανταλλαγές πληροφοριών, πρέπει να υποβάλλεται το ταχύτερο δυνατόν στην αρμόδια για την εξέταση του φακέλου διεύθυνση.
( βλ. σκέψη 26 )
3. Από το άρθρο 254, παράγραφος 3, ΕΚ προκύπτει σαφώς ότι «οι αποφάσεις [...] κοινοποιούνται στους αποδέκτες τους και αποκτούν ενέργεια με την κοινοποίησή τους». Έτσι, προκειμένου για απόφαση το αντικείμενο της οποίας είναι η παρεμπόδιση της θέσεως σε εφαρμογή σχεδίου ενισχύσεων από ένα κράτος μέλος, η παραγωγή των αποτελεσμάτων της, η οποία αναγκαίως πρέπει να συμπίπτει με τη διακοπή της προθεσμίας των δεκαπέντε εργασίμων ημερών, δεν μπορεί να είναι προγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία δύναται να αντιταχθεί στο κράτος μέλος, ήτοι της ημερομηνίας κοινοποιήσεώς της στο εν λόγω κράτος μέλος. Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 659/1999, που αφορά την προηγούμενη ειδοποίηση του κράτους, στην οποία προβαίνει η Επιτροπή «εντός προθεσμίας 15 εργάσιμων ημερών» από την παραλαβή της εν λόγω ειδοποιήσεως, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απλή έκδοση της αποφάσεως, ανεξαρτήτως της κοινοποιήσεώς της, διακόπτει την εν λόγω προθεσμία.
( βλ. σκέψεις 31-33 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-398/00,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον S. Ortiz Vaamonde, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους G. Rozet και R. Vidal, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της από 17 Αυγούστου 2000 αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία κοινοποιήθηκε στο βασίλειο της Ισπανίας με το έγγραφο SG (2000) D/106322, της 22ας Αυγούστου 2000, και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 18ης Νοεμβρίου 2000 (ΕΕ C 328, σ. 19), περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως του αν οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στην επιχείρηση Santana Motor SA συμβιβάζονται με τη Συνθήκη ΕΚ, όσον αφορά το σύνολο των προβλεπομένων μέτρων με εξαίρεση την εγγύηση που χορηγήθηκε τον Ιούνιο του έτους 1998,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. Macken, πρόεδρο τμήματος, J.-P. Puissochet, (εισηγητή) και Β. Σκουρή, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: S. Alber
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 21ης Φεβρουαρίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 30 Οκτωβρίου 2000, το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε, δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, την ακύρωση της από 17 Αυγούστου 2000 αποφάσεως της Επιτροπής, η οποία κοινοποιήθηκε στο Βασίλειο της Ισπανίας με το έγγραφο SG (2000) D/106322, της 22ας Αυγούστου 2000, και δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 18ης Νοεμβρίου 2000 (ΕΕ C 328, σ. 19), περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως του αν οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στην επιχείρηση Santana Motor SA συμβιβάζονται με τη Συνθήκη ΕΚ (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), όσον αφορά το σύνολο των προβλεπομένων μέτρων με εξαίρεση την εγγύηση που χορηγήθηκε τον Ιούνιο του έτους 1998.
Το νομοθετικό πλαίσιο
2 Κατά το άρθρο 88 ΕΚ:
«1. Η Επιτροπή σε συνεργασία με τα κράτη μέλη εξετάζει διαρκώς τα καθεστώτα ενισχύσεων που υφίστανται στα κράτη αυτά. Τους προτείνει τα κατάλληλα μέτρα που απαιτεί η προοδευτική ανάπτυξη και η λειτουργία της κοινής αγοράς.
2. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει, αφού τάξει προηγουμένως στους ενδιαφερομένους προθεσμία για να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους, ότι ενίσχυση που χορηγείται από ένα κράτος ή με κρατικούς πόρους δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά κατά το άρθρο 87, ότι η ενίσχυση αυτή εφαρμόζεται καταχρηστικώς, αποφασίζει ότι το εν λόγω κράτος οφείλει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει εντός προθεσμίας που η ίδια καθορίζει.
[...]
3. Η Επιτροπή ενημερώνεται εγκαίρως περί των σχεδίων που αποβλέπουν να θεσπίσουν ή να τροποποιήσουν τις ενισχύσεις, ώστε να δύναται να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Αν κρίνει ότι σχέδιο ενισχύσεως δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, κατά το άρθρο 87, κινεί αμελλητί τη διαδικασία που προβλέπεται από την προηγούμενη παράγραφο. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος δεν δύναται να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα πριν η Επιτροπή καταλήξει σε τελική απόφαση.»
3 Το άρθρο 89 ΕΚ ορίζει:
«Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία μετά από πρόταση της Επιτροπής και διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δύναται να εκδίδει κάθε αναγκαίο κανονισμό για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 και ιδίως να καθορίζει τους όρους εφαρμογής του άρθρου 88, παράγραφος 3, και τις κατηγορίες ενισχύσεων που εξαιρούνται από τη διαδικασία αυτή.»
4 Ο κανονισμός (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88] της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1), με το άρθρο 4, που έχει τον τίτλο «ροκαταρκτική εξέταση της κοινοποίησης και αποφάσεις της Επιτροπής», ορίζει τα εξής:
«1. Η Επιτροπή εξετάζει την κοινοποίηση [της σκοπουμένης ενισχύσεως] μόλις τη λάβει. Με την επιφύλαξη του άρθρου 8, η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 ή 4.
[...]
4. Εφόσον η Επιτροπή διαπιστώσει, μετά από προκαταρκτική εξέταση, ότι το κοινοποιηθέν μέτρο δημιουργεί αμφιβολίες κατά πόσον συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, αποφασίζει να κινήσει τη διαδικασία σύμφωνα με το άρθρο [88], παράγραφος 2, της Συνθήκης [...].
5. Οι αποφάσεις που αναφέρονται στις παραγράφους 2, 3 και 4 πρέπει να λαμβάνονται εντός δύο μηνών. Η προθεσμία αυτή αρχίζει την επομένη της ημέρας παραλαβής της πλήρους κοινοποίησης. Η κοινοποίηση θεωρείται πλήρης εάν, εντός δύο μηνών από την παραλαβή της ή από την παραλαβή οποιασδήποτε πρόσθετης πληροφορίας που ζητήθηκε, η Επιτροπή δεν ζητήσει περαιτέρω πληροφορίες. [...]
6. Εάν η Επιτροπή δεν έχει λάβει απόφαση σύμφωνα με τις παραγράφους 2, 3 ή 4 εντός της προθεσμίας που αναφέρεται στην παράγραφο 5, η ενίσχυση θεωρείται ότι έχει εγκριθεί από την Επιτροπή. Το οικείο κράτος μέλος μπορεί κατόπιν τούτου να θέσει σε εφαρμογή τα εν λόγω μέτρα αφού ειδοποιήσει προηγουμένως σχετικά την Επιτροπή, εκτός εάν η τελευταία λάβει απόφαση σύμφωνα με το παρόν άρθρο εντός προθεσμίας 15 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της ειδοποίησης.»
5 Τα άρθρα 17 έως 19 του ίδιου κανονισμού αφορούν τους τρόπους με τους οποίους η Επιτροπή εξετάζει τα υφιστάμενα καθεστώτα ενισχύσεων και προβλέπουν συγκεκριμένα ότι εφόσον το οικείο κράτος μέλος δεν δέχεται τα μέτρα που προτείνει η Επιτροπή προκειμένου οι ενισχύσεις να καταστούν συμβατές με την κοινή αγορά, η Επιτροπή δύναται να κινήσει τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 4, του εν λόγω κανονισμού.
6 Το άρθρο 25 του κανονισμού αυτού προβλέπει:
«Οι αποφάσεις που λαμβάνονται σύμφωνα με [τον κανονισμό 659/1999] απευθύνονται στο οικείο κράτος μέλος. Η Επιτροπή κοινοποιεί αμελλητί τις αποφάσεις αυτές στο οικείο κράτος μέλος [...]».
7 Ο κανονισμός (ΕΟΚ, Ευρατόμ) 1182/71 του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1971, περί καθορισμού των κανόνων που εφαρμόζονται στις προθεσμίες, ημερομηνίες και διορίες (ΕΕ L 124, σ. 1), ο οποίος εφαρμόζεται, συγκεκριμένα, κατά το πρώτο του άρθρο, στις πράξεις της Επιτροπής που εκδίδονται δυνάμει της Συνθήκης, προβλέπει, με το άρθρο 2, παράγραφος 2, ότι «για την εφαρμογή του παρόντος κανονισμού, ως "εργάσιμες ημέρες" νοούνται όλες οι ημέρες, εκτός από τις αργίες, τις Κυριακές και τα Σάββατα». Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού, η ημέρα κατά την οποία συμβαίνει το γεγονός που αποτελεί αφετηρία της προθεσμίας δεν υπολογίζεται στην προθεσμία.
Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς
8 Κατόπιν πυκνής αλληλογραφίας με την Επιτροπή, όσον αφορά τη χορήγηση, κατά τον Ιούνιο του έτους 1998, τραπεζικής εγγυήσεως στην επιχείρηση Santana Motor SA, η Ισπανική Κυβέρνηση πληροφόρησε την Επιτροπή, με έγγραφο της 1ης Ιουλίου 1999, ότι επρόκειτο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, να της κοινοποιήσει τις νέες ενισχύσεις που η Junta de Andalucía είχε την πρόθεση να χορηγήσει στην επιχείρηση αυτή.
9 Με έγγραφα της 30ής Ιουλίου και της 17ης Νοεμβρίου 1999, απευθυνόμενα στον Γενικό Γραμματέα και στον Γενικό Διευθυντή Ανταγωνισμού της Επιτροπής, οι ισπανικές αρχές κοινοποίησαν αντιστοίχως το σχέδιο αυξήσεως κεφαλαίου της Santana Motor SA και διάφορες αιτήσεις επιχορηγήσεων με περιφερειακό χαρακτήρα, τις οποίες είχε υποβάλει σ' αυτές η επιχείρηση στο πλαίσιο του στρατηγικού της σχεδιασμού για τα έτη 1998-2006, ζητώντας από την Επιτροπή την έγκριση να δώσει ευνοϊκή συνέχεια σε ορισμένες από τις αιτήσεις αυτές.
10 Συμπληρωματικές πληροφορίες επί των σχεδίων αυτών κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή στις 4 Ιανουαρίου 2000. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κοινοποιήσεις ουδέποτε ήσαν πλήρεις, η Επιτροπή ζήτησε, στις 22 Μαρτίου 2000, νέα στοιχεία, τα οποία έλαβε στις 24 Μα_ου 2000.
11 Με έγγραφο της 28ης Ιουλίου 2000, το οποίο απεστάλη αυθημερόν με τηλεομοιοτυπία, η Ισπανική Κυβέρνηση ανακοίνωσε στην Επιτροπή τα εξής: «Επειδή παρήλθε δίμηνο από της αποστολής των τελευταίων πληροφοριών που ζήτησε η Επιτροπή (24 Μα_ου 2000), σας πληροφορούμε ότι, κατά το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88] της Συνθήκης ΕΚ, η Junta de Andalucía πρόκειται να θέσει σε εφαρμογή τα προβλεπόμενα υπέρ της επιχειρήσεως Santana μέτρα στηρίξεως, τα οποία κοινοποιήθηκαν [...], ήτοι την εισφορά κεφαλαίου και την καταβολή μη επιστρεπτέων επιχορηγήσεων».
12 Στις 17 Αυγούστου 2000, η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως των κοινοποιηθεισών ενισχύσεων, κατά το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στις ισπανικές αρχές στις 23 Αυγούστου 2000, με έγγραφο της 22ας Αυγούστου 2000.
Επί του νομίμου χαρακτήρα της προσβαλλομένης αποφάσεως
13 Το Βασίλειο της Ισπανίας ισχυρίζεται ότι ουδόλως έγινε η έναρξη εκπληρώσεως των εν λόγω ενισχύσεων που αφορούν αύξηση κεφαλαίου και καταβολή επιχορηγήσεων, αντίθετα από την τραπεζική εγγύηση που χορηγήθηκε τον Ιούνιο του έτους 1998. Επομένως, από της κοινοποιήσεώς τους στην Επιτροπή με έγγραφα της 30ής Ιουλίου και 17ης Νοεμβρίου 1999, αποτελούν κοινοποιηθέντα μέτρα, κατά την έννοια του άρθρου 4 του κανονισμού 659/1999, υποκείμενα στις προθεσμίες εξετάσεως που ορίζονται στις παραγράφους 5 και 6 του άρθρου αυτού. Οι προθεσμίες όμως αυτές, δύο μηνών και δεκαπέντε εργασίμων ημερών, παρήλθαν, κατά την Ισπανική Κυβέρνηση, προ της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, προσδίδοντας στα κοινοποιηθέντα μέτρα τον χαρακτήρα υφισταμένων ενισχύσεων. Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, να εφαρμόσει επί αυτών το καθεστώς του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, το οποίο αφορά μόνον τις νέες ενισχύσεις.
14 ροκειμένου να εκτιμηθεί το βάσιμο των ισχυρισμών αυτών, επιβάλλεται να αναλυθεί υπό ποιες προϋποθέσεις εφαρμόστηκαν, εν προκειμένω, οι διαδικαστικές προθεσμίες του άρθρου 4, παράγραφοι 5 και 6, του κανονισμού 659/1999.
Επί της δίμηνης προθεσμίας
15 Απο τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει, χωρίς να το αμφισβητεί η Επιτροπή, ότι τα εν λόγω σχέδια ενισχύσεων που αφορούν αύξηση κεφαλαίου και καταβολή επιχορηγήσεων κοινοποιήθηκαν πράγματι στην Επιτροπή, κατά το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, και δεν τέθηκαν σε εφαρμογή από τις ισπανικές αρχές. Επομένως, τα μέτρα αυτά αποτελούσαν, κατά την ημερομηνία της κοινοποιήσεώς τους, νέες ενισχύσεις, κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 659/1999, η χορήγηση των οποίων απαιτεί προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής.
16 ροκειμένου να εξετάσει την αίτηση αυτή εγκρίσεως, η Επιτροπή διαθέτει προθεσμία δύο μηνών, μετά το πέρας της οποίας, αν δεν λάβει απόφαση κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4 του κανονισμού 659/1999 και αν δεν ζήτησε πρόσθετη πληροφορία από το οικείο κράτος μέλος, η κοινοποίηση θεωρείται, κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 5 του εν λόγω άρθρου, «πλήρης». Με το πέρας της προθεσμίας αυτής και υπό τις ίδιες επιφυλάξεις, το κράτος μέλος δύναται να θέσει σε εφαρμογή τα σχέδιά του.
17 Όπως προκύπτει από την έκθεση των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, η Επιτροπή έλαβε, στις 24 Μα_ου 2000, συμπληρωματικές πληροφορίες εκ μέρους της Ισπανικής Κυβερνήσεως σε σχέση με τα ίδια μέτρα και δεν ζήτησε άλλα στοιχεία για το θέμα αυτό μετά την ημερομηνία αυτή. Εφόσον λοιπόν η Επιτροπή σιώπησε εντός του διμήνου που ακολούθησε την παραλαβή των πληροφοριών αυτών, η κοινοποίηση των εν λόγω ενισχύσεων πρέπει να θεωρηθεί πλήρης από τις 25 Ιουλίου 2000, δίνοντας έτσι στις ισπανικές αρχές τη δυνατότητα να θέσουν σε εφαρμογή το σχέδιό τους, υπο την προϋπόθεση να ειδοποιήσουν προηγουμένως την Επιτροπή.
18 Η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε τη διαπίστωση αυτή· ισχυρίστηκε, ωστόσο, ότι η προσβαλλομένη απόφαση ελήφθη εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε εργασίμων ημερών που ορίζεται με το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 659/1999, τοποθετώντας έτσι νομικό εμπόδιο στην άμεση θέση σε εφαρμογή των κοινοποιηθέντων μέτρων.
Επί της προθεσμίας των δεκαπέντε εργασίμων ημερών
19 Όσον αφορά, πρώτον, την έναρξη της προθεσμίας, η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι πρέπει να τοποθετηθεί στις 31 Ιουλίου 2000, πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την παραλαβή των πληροφοριών εκ μέρους της Επιτροπής, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 28 Ιουλίου 2000 με τηλεομοιοτυπία, με την οποία ανακοινωνόταν, κατά τις διατάξεις του άρθρου 4, παράγαρφος 6, του κανονισμού 659/1999, ότι οι ισπανικές αρχές επρόκειτο να θέσουν σε εφαρμογή τα κοινοποιηθέντα μέτρα.
20 Αντιθέτως, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προθεσμία άρχισε να τρέχει μόλις την 1η Αυγούστου 2000. Κατά την άποψή της, το από 28 Ιουλίου 2000 έγγραφο περιήθε σ' αυτήν σε γνήσια μορφή στις 31 Ιουλίου 2000. Η αποστολή με τηλεομοιοτυπία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη διότι, κατ' αρχάς, δεν απευθυνόταν στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής, όπως προβλέπουν οι κοινοτικοί κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων στον τομέα του αυτοκινήτου, αλλά απλώς στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Επιτροπής. Εξάλλου, εν πάση περιπτώσει, η αποστολή με τηλεομοιοτυπία, η οποία συνοδεύεται από απλό συνοδευτικό έγγραφο, δεν καθιστά δυνατό τον έλεγχο του αποσταλέντος εγγράφου. Έτσι, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι η υποβολή δικογράφων με τηλεομοιοτυπία είναι απαράδεκτη. αρόμοιοι λόγοι ασφαλείας δικαίου αποκλείουν την εξάρτηση της δυνατότητας υπολογισμού της προθεσμίας από την αποστολή τηλεομοιτυπιών. Η τηλεομοιοτυπία της 28ης Ιουλίου 2000 δεν δύναται, εξάλλου, να αποτελέσει αντικείμενο αποδείξεως παραλαβής, καθόσον μεταδόθηκε ημέρα αρασκευή και ώρα 17.49, μετά το κανονικό ωράριο αναχωρήσεως των υπαλλήλων της Επιτροπής.
21 Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι ο αποδεικτικός χαρακτήρας αποστολής πραγματοποιούμενης με τηλεομοιοτυπία εξαρτάται τόσο από τον βαθμό στον οποίο απαιτείται η τήρηση τύπου για την εν λόγω πράξη βάσει των εφαρμοστέων διατάξεων, όσο και από τις συνθήκες χρήσεως της διαδικασίας μεταδόσεως καθεαυτήν· αξίζει να υπομνησθεί ότι, γενικώς, η αποστολή με τηλεομοιοτυπία ουδόλως θίγει τα δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα της πράξεως (βλ., συναφώς, απόφαση της 28ης Νοεμβρίου 1991, C-170/89, BEUC κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-5709, σκέψεις 9 έως 11).
22 Όταν οι εφαρμοστέες διατάξεις απαιτούν ιδιαίτερο τύπο για ορισμένες πράξεις, πρέπει να διαπιστώνεται αν η μετάδοσή τους με τηλεομοιοτυπία συμβιβάζεται με τις εν λόγω διατάξεις.
23 Όσον αφορά την προηγούμενη ειδοποίηση που προβλέπεται με το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 659/1999, οι διατάξεις που εφαρμόζονται στις προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίες για την εξέταση του αν οι κρατικές ενισχύσεις συμβιβάζονται με τη Συνθήκη δεν προβλέπουν ιδιαίτερο τύπο. Αντίθετα από το αρχικό στάδιο της κοινοποιήσεως μιας νέας ενισχύσεως που αποτελεί αντικείμενο, κατά το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, αποδείξεως παραλαβής εκ μέρους της Επιτροπής στο κράτος μέλος, η προηγούμενη ειδοποίηση δεν υπόκειται σε άλλες προϋποθέσεις πλην εκείνων που αφορούν τις διάφορες πράξεις της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας ενώπιον της Επιτροπής. Όμως, η Επιτροπή ρητώς δέχθηκε, με σημείωση στο κάτω μέρος της σελίδας του παραρτήματος Ι του Οδηγού περί των εφαρμοστέων διαδικασιών για τις κρατικές ενισχύσεις ότι οι προθεσμίες των διαφόρων αυτών πράξεων «αρχίζουν να τρέχουν κατά την ημερομηνία παραλαβής του εγγράφου [...] ή την ημερομηνία αποστολής, αν το έγγραφο αποστέλλεται με τηλεομοιοτυπία». Εξάλλου, το Δικαστήριο έκρινε, επ' ευκαιρία προσφυγής κατά παραλείψεως, ότι πρόσκληση προς την Επιτροπή να ενεργήσει, αποσταλείσα τηλεομοιοτυπικώς, δεν είναι απαράδεκτη για λόγους αντλούμενους από τη χρήση του μέσου αυτού μεταδόσεως, αλλά λόγω ανεπαρκείας του ίδιου του περιεχομένου του εγγράφου (διάταξη της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-249/99 P, Pescados Congelados Jogamar κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-8333). Επομένως, αβασίμως ισχυρίζεται η Επιτροπή ότι η από 28 Ιουλίου 2000 αποστολή δεν δύναται να ληφθεί υπόψη για μόνο το λόγο ότι μεταδόθηκε τηλεομοιοτυπικώς.
24 Επομένως, επιβάλλεται η εκτίμηση του αν οι εν προκειμένω συνθήκες χρήσεως του μέσου αυτού μεταδόσεως θα μπορούσαν να αλλοιώσουν την εκ μέρους της Επιτροπής γνώση του περιεχομένου του εγγράφου και της ημερομηνίας παραλαβής του.
25 Όμως, τα στοιχεία του φακέλλου δεν καθιστούν δυνατή την εξαγωγή αυτού του συμπεράσματος. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν ισχυρίζεται ότι έλαβε αργότερα, με το ταχυδρομείο, την προηγούμενη ειδοποίηση του Βασιλείου της Ισπανίας. Αρκείται στην επίκληση του γεγονότος ότι την αρασκευή 28 Ιουλίου 2000, και ώρα 17.49, η τηλεομοιοτυπία δεν ήταν δυνατόν να καταχωριστεί, λόγω μη παρουσίας υπαλλήλων στις υπηρεσίες της, και ότι η καταχώριση αυτή πραγματοποιήθηκε όντως μόλις τη Δευτέρα 31 Ιουλίου 2000. Επομένως, δεν αμφισβητείται, αφενός, ότι το έγγραφο που καταχωρίστηκε στις 31 Ιουλίου 2000 ήταν στην πραγματικότητα το ίδιο που παραλήφθηκε στις 28 Ιουλίου 2000 και, αφετέρου, ότι η Επιτροπή έλαβε την ειδοποίηση των ισπανικών αρχών στις 28 Ιουλίου 2000. Το γεγονός ότι οι υπάλληλοι της Επιτροπής απουσίαζαν κατά την παραλαβή της τηλεομοιοτυπίας δεν μπορεί, επομένως, να έχει ως αποτέλεσμα, υπό τις συνθήκες της παρούσας υποθέσεως, την έγερση αμφιβολιών ως προς την ημερομηνία της παραλαβής αυτής και ως προς το περιεχόμενο του μεταδοθέντος εγγράφου.
26 Το επιχείρημα ότι η προηγούμενη ειδοποίηση της Ισπανικής Κυβερνήσεως έπρεπε να απευθύνεται στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής δεν είναι επαρκές προκειμένου να τεθούν υπό αμφισβήτηση οι συνθήκες της θέσεως σε κίνηση της προθεσμίας των δεκαπέντε εργασίμων ημερών. ράγματι, ο Οδηγός περί των εφαρμοστέων διαδικασιών για τις κρατικές ενισχύσεις απαιτεί την αποστολή στη Γενική Γραμματεία της Επιτροπής, ενόψει απαιτήσεων εσωτερικού συντονισμού, μόνον όσον αφορά την αρχική κοινοποίηση των ενισχύσεων από τα κράτη μέλη. Καθόσον η αρμόδια γενική διεύθυνση της Επιτροπής είχε επιφορτιστεί με την υπόθεση με ρητή εντολή της Γενικής Γραμματείας, ο εν λόγω οδηγός προβλέπει, με το σημείο 24, ότι οι αιτήσεις περί συμπληρωματικών πληροφοριών που ζητούνται από την αρμόδια γενική διεύθυνση «πρέπει να απευθύνονται απευθείας σ' αυτήν». Δεν είναι δυνατόν να ισχύει κάτι διαφορετικό για την κατά το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 659/1999 προηγούμενη ειδοποίηση, η οποία εντάσσεται στις διαδικασίες που ακολουθούν τις ανταλλαγές αυτές πληροφοριών και η οποία επιβάλλεται, για τους ίδιους λόγους ταχύτητας κατά τη διοικητική διεκπεραίωση, να υποβάλλεται το ταχύτερο δυνατόν στη διεύθυνση που είναι αρμόδια για το φάκελο.
27 Από το σύνολο των στοιχείων αυτών προκύπτει ότι στις 28 Ιουλίου 2000, ημερομηνία κατά την οποία η Επιτροπή παρέλαβε την προηγούμενη ειδοποίηση των ισπανικών αρχών, τέθηκε σε κίνηση η προθεσμία των δεκαπέντε εργασίμων ημερών. Έτσι, δυνάμει των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού 1182/71 και του άρθρου 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 659/1999, η προθεσμία αυτή άρχισε να τρέχει στις 31 Ιουλίου 2000, που ήταν η πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την παραλαβή. Επομένως, η προθεσμία έληξε στις 21 Αυγούστου 2000.
28 Όσον αφορά, δεύτερον, το ζήτημα της διακοπής της διαδρομής της προθεσμίας των δεκαπέντε εργασίμων ημερών, η οποία εξαρτάται από τις συνθήκες κατά τις οποίες ελήφθη η προσβαλλόμενη απόφαση, το Βασίλειο της Ισπανίας ισχυρίζεται ότι η απόφαση αυτή, η οποία, κατά την Επιτροπή, ελήφθη στις 17 Αυγούστου 2000, κοινοποιήθηκε στις ισπανικές αρχές μόλις στις 23 Αυγούστου 2000, ήτοι μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής. Όμως, η κρίσιμη ημερομηνία μπορεί να είναι μόνον εκείνη κατά την οποία η απόφαση της Επιτροπής παράγει αποτελέσματα έναντι του οικείου κράτους μέλους, ήτοι η ημερομηνία κατά την οποία κοινοποιείται στο κράτος αυτό, κατά το άρθρο 254, παράγραφος 3, ΕΚ.
29 Η Επιτροπή υποστηρίζει, αντιθέτως, ότι η ημερομηνία που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι αυτή κατά την οποία ελήφθη η απόφαση κινήσεως της επίσημης διαδικασίας και όχι η ημερομηνία κοινοποιήσεως της αποφάσεως αυτής στο οικείο κράτος μέλος. Το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 659/1999 μνημονεύει, συγκεκριμένα, απόφαση την οποία λαμβάνει η Επιτροπή «εντός προθεσμίας 15 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της ειδοποιήσεως». Εν προκειμένω, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 17 Αυγούστου 2000, κατά τη γραπτή διαδικασία του άρθρου 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής, και ότι κοινοποιήθηκε «αμελλητί», όπως απαιτεί το άρθρο 25 του κανονισμού 659/1999. Επομένως, κατά την Επιτροπή, η προσβαλλόμενη απόφαση διέκοψε τη διαδρομή της προθεσμία στις 17 Αυγούστου 2000 και η Επιτροπή ήταν σε θέση, χωρίς να υποπέσει σε πλάνη περί το δίκαιο, να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως των κοινοποιηθεισών ενισχύσεων.
30 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα μέλη της Επιτροπής όντως εκλήθησαν να αποφανθούν, στις 17 Αυγούστου 2000, με επείγουσα έγγραφη διαδικασία, επί της προτάσεως της Γενικής Διευθύνσεως Ανταγωνισμού να κινηθεί η επίσημη διαδικασία εξετάσεως των εν λόγω ενισχύσεων. Δεδομένου ότι ουδεμία επιφύλαξη εκφράστηκε επί της προτάσεως αυτής, η απόφαση εκδόθηκε αυτή την ημερομηνία, κατά το άρθρο 12 του εσωτερικού κανονισμού της Επιτροπής. Με την επίσημη επικύρωση, αυθημερόν, διά της υπογραφής του Γενικού Γραμματέα, η πράξη αυτή απέκτησε το χαρακτήρα αποφάσεως της Επιτροπής, υπό την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ. Επομένως, το από 22 Αυγούστου, απευθυνόμενο στο Βασίλειο της Ισπανίας, έγγραφο, το οποίο επαναλαμβάνει το πλήρες περιεχόμενο της προτάσεως που εκδόθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο και η οποία κατέστη η προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει να θεωρηθεί, μολονότι δεν μνημονεύει την ύπαρξη αποφάσεως της 17ης Αυγούστου 2000, ως η κοινοποίηση της αποφάσεως αυτής στον αποδέκτη της.
31 Ωστόσο, αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, η έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά την ημερομηνία αυτή δεν μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα τη διακοπή της διαδρομής της προθεσμίας των δεκαπέντε εργασίμων ημερών. ράγματι, το άρθρο 254, παράγραφος 3, ΕΚ ορίζει ρητώς ότι «οι αποφάσεις [...] κοινοποιούνται στους αποδέκτες τους και αποκτούν ενέργεια με την κοινοποίησή τους».
32 Εν προκειμένω, καθόσον πρόκειται για απόφαση το αντικείμενο της οποίας είναι η παρεμπόδιση της θέσεως σε εφαρμογή σχεδίου ενισχύσεων από ένα κράτος μέλος, η παραγωγή των αποτελεσμάτων της, η οποία αναγκαίως πρέπει να συμπίπτει με τη διακοπή της προθεσμίας των δεκαπέντε εργασίμων ημερών, δεν μπορεί να είναι προγενέστερη της ημερομηνίας κατά την οποία δύναται να αντιταχθεί στο κράτος μέλος, ήτοι της ημερομηνίας κοινοποιήσεώς της.
33 Η διάταξη του άρθρου 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 659/1999, η οποία αφορά την απόφαση που λαμβάνει η Επιτροπή «εντός προθεσμίας 15 εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της ειδοποιήσεως», δεν μπορεί επομένως να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η απλή έκδοση της αποφάσεως, ανεξαρτήτως της κοινοποιήσεώς της, διακόπτει την προθεσμία. Αυτή είναι, εξάλλου, και η σημασία του άρθρου 25 του ίδιου κανονισμού, το οποίο προβλέπει ότι οι αποφάσεις που λαμβάνει η Επιτροπή κατ' εφαρμογήν του κανονισμού αυτού πρέπει να κοινοποιούνται «αμελλητί» και της υπομνήσεως που περιλαμβάνεται στην εικοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού, της αρχής «ότι οι αποφάσεις για υποθέσεις κρατικών ενισχύσεων απευθύνονται στα οικεία κράτη μέλη», «χάριν της διαφάνειας και της ασφάλειας του δικαίου». Η στάση αυτή εξηγεί και το γεγονός ότι μόνον η έλλειψη κοινοποιήσεως είναι δυνατόν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δικαιολογεί την ακύρωση μιας πράξεως των κοινοτικών θεσμικών οργάνων (βλ., υπ' αυτή την έννοια, την απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-227/92 P, Hoechst κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-4443, σκέψη 68).
34 Από τις σκέψεις αυτές έπεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία εκδόθηκε στις 17 Αυγούστου 2000 και κοινοποιήθηκε στις ισπανικές αρχές μόλις στις 23 Αυγούστου 2000, ελήφθη εκτός της προθεσμίας των δεκαπέντε εργασίμων ημερών που προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 6, του κανονισμού 659/1999. Από τις 21 Αυγούστου 2000, ημερομηνία παρελεύσεως της προθεσμίας αυτής, οι κοινοποιηθείσες ενισχύσεις απέκτησαν τον χαρακτήρα υφισταμένων ενισχύσεων. Επομένως, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, να στηριχθεί στο άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, το οποίο έχει εφαρμογή μόνον σε νέες ενισχύσεις, προκειμένου να εμποδίσει τη θέση σε εφαρμογή των σχεδίων ενισχύσεων της επιχειρήσεως Santano Motor SA (βλ., υπ' αυτή την έννοια, τις αποφάσεις της 15ης Φεβρουαρίου 2001, C-99/98, Αυστρία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-1101, σκέψεις 68 έως 78, και, όσον αφορά γεγονότα μεταγενέστερα της θέσεως σε ισχύ του κανονισμού 659/1999, της 9ης Οκτωβρίου 2001, C-400/99, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-7303, σκέψη 48).
35 Κατά συνέπεια, η προσβαλλομένη απόφαση πάσχει πλάνη περί το δίκαιο και για τον λόγο αυτόν και μόνο επιβάλλεται η ακύρωσή της.
36 Υπό τις συνθήκες αυτές, παρέλκει η εξέταση του αντλούμενου από έλλειψη αιτιολογήσεως λόγου ακυρώσεως, τον οποίο προβάλλει επικουρικώς το Βασίλειο της Ισπανίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
3738 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε την καταδίκη της Επιτροπής στα δικαστικά έξοδα, και η Επιτροπή ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την από 17 Αυγούστου 2000 αποφάση της Επιτροπής, η οποία κοινοποιήθηκε στο Βασίλειο της Ισπανίας με το έγγραφο SG (2000) D/106322, της 22ας Αυγούστου 2000, περί κινήσεως της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως του αν οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στην επιχείρηση Santana Motor SA συμβιβάζονται με τη Συνθήκη ΕΚ όσον αφορά το σύνολο των προβλεπομένων μέτρων, με εξαίρεση την εγγύηση που χορηγήθηκε τον Ιούνιο του έτους 1998.
2) Καταδικάζει την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy