Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Μη τήρηση αποφάσεως της Επιτροπής σχετικής με κρατική ενίσχυση - Μέσα άμυνας - Αμφισβήτηση της νομιμότητας της αποφάσεως - Απαράδεκτο - Όρια - Ανυπόστατη πράξη
(Άρθρα 88 § 2, εδ. 2, 226 ΕΚ, 227 ΕΚ, 230 ΕΚ και 232 ΕΚ)
2. Προσφυγή λόγω παραβάσεως - Μη τήρηση αποφάσεως της Επιτροπής σχετικής με κρατική ενίσχυση - Μέσα άμυνας - Απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως
(Άρθρο 88 § 2 ΕΚ)
3. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Απόφαση της Επιτροπής που διαπιστώνει ότι ορισμένες ενισχύσεις δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά - Δυσχέρειες κατά την εκτέλεση - Υποχρέωση της Επιτροπής και του κράτους μέλους να συνεργαστούν για την ανεύρεση λύσεως σύμφωνης με τη Συνθήκη
(Άρθρα 10 και 88 § 2 ΕΚ)
4. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη - Αναζήτηση παράνομης ενισχύσεως - Εφαρμογή του εθνικού δικαίου - Προϋποθέσεις και όρια - Συνεκτίμηση του συμφέροντος της Κοινότητας (Άρθρο 88 § 2, εδ. 1, ΕΚ)
Περίληψη
1. Το σύστημα των ενδίκων βοηθημάτων που έχει καθιερώσει η Συνθήκη διακρίνει τις προσφυγές των άρθρων 226 και 227 ΕΚ, με τις οποίες σκοπείται να αναγνωριστεί ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του, από τις προσφυγές των άρθρων 230 ΕΚ και 232 ΕΚ, με τις οποίες σκοπείται ο έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων ή παραλείψεων των κοινοτικών οργάνων. Τα ένδικα αυτά βοηθήματα επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους και διέπονται από διαφορετικές ρυθμίσεις. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί, επομένως, ελλείψει διατάξεως της Συνθήκης που θα του το επέτρεπε ρητώς, να επικαλεστεί την έλλειψη νομιμότητας μιας αποφάσεως της οποίας είναι αποδέκτης, ως μέσο άμυνας κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως στηριζομένης στην παράλειψη εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής. Τα πράγματα θα είχαν άλλως αν η επίδικη πράξη έπασχε ιδιαιτέρως σοβαρές και προφανείς πλημμέλειες, σε σημείο που να μπορεί να χαρακτηριστεί ανυπόστατη.
Η διαπίστωση αυτή επιβάλλεται, επίσης, στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
( βλ. σκέψεις 40-42 )
2. Το μοναδικό μέσο άμυνας το οποίο μπορεί να επικαλεστεί ένα κράτος μέλος κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως, ασκηθείσας από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, είναι η απόλυτη αδυναμία ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως.
( βλ. σκέψη 45 )
3. Ένα κράτος μέλος, το οποίο, κατά την εκτέλεση σχετικής με κρατικές ενισχύσεις αποφάσεως της Επιτροπής, συναντά δυσχέρειες που δεν είχαν προβλεφθεί και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ή αντιλαμβάνεται ότι θα υπάρξουν συνέπειες που δεν είχε υπολογίσει η Επιτροπή, οφείλει να θέσει τα προβλήματα αυτά στην κρίση της Επιτροπής, προτείνοντας κατάλληλες τροποποιήσεις της επίμαχης αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τον κανόνα που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα κοινοτικά όργανα αμοιβαίο καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας, από το οποίο διαπνέεται συγκεκριμένα το άρθρο 10 ΕΚ, η Επιτροπή και το κράτος μέλος οφείλουν να συνεργασθούν καλόπιστα για να υπερνικήσουν τις δυσχέρειες, τηρουμένων πλήρως των διατάξεων της Συνθήκης και ιδίως εκείνων που αφορούν τις ενισχύσεις.
( βλ. σκέψη 46 )
4. Μολονότι, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων σχετικών με τη διαδικασία ανακτήσεως των παρανόμως χορηγηθεισών ενισχύσεων, η ανάκτηση αυτή πρέπει να πραγματοποιείται, κατ' αρχήν, σύμφωνα με τις συναφείς διατάξεις του εθνικού δικαίου, εντούτοις οι εν λόγω διατάξεις πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που να μην καθίσταται στην πράξη αδύνατη η απαιτούμενη από το κοινοτικό δίκαιο ανάκτηση και να λαμβάνεται πλήρως υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας.
( βλ. σκέψη 51 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-404/00,
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους K.-D. Borchardt και S. Rating, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο από τον S. Ortiz Vaamonde, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τα μέτρα που απαιτούνται για τη συμμόρφωσή του προς την απόφαση 2000/131/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 26ης Οκτωβρίου 1999, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Ισπανία στα κρατικά ναυπηγεία (ΕΕ 1999, L 37, σ. 22), από την οποία προκύπτει ότι η ενίσχυση ήταν παράνομη και, επομένως, ασύμβατη προς την κοινή αγορά, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, καθώς και από τα άρθρα 2 και 3 της εν λόγω αποφάσεως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, C. Gulmann, Β. Σκουρή, F. Macken (εισηγήτρια) και N. Colneric, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: L. A. Geelhoed
γραμματέας: R. Grass
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 7ης Μαρτίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Νοεμβρίου 2000, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων άσκησε, δυνάμει του άρθρου 88, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή με την οποία ζητεί να αναγνωρισθεί ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τα μέτρα που απαιτούνται για τη συμμόρφωσή του προς την απόφαση 2000/131/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 26ης Οκτωβρίου 1999, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Ισπανία στα κρατικά ναυπηγεία (ΕΕ 1999, L 37, σ. 22), από την οποία προκύπτει ότι η ενίσχυση ήταν παράνομη και, επομένως, ασύμβατη προς την κοινή αγορά, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, καθώς και από τα άρθρα 2 και 3 της εν λόγω αποφάσεως.
Η εφαρμοστέα κανονιστική ρύθμιση
2 Η οδηγία 90/684/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1990, σχετικά με τις ενισχύσεις στις ναυπηγικές εργασίες (ΕΕ L 380, σ. 27), η εφαρμογή της οποίας παρατάθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 3094/95 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για τις ενισχύσεις στη ναυπηγική βιομηχανία (ΕΕ L 332, σ. 1), προβλέπει συγκεκριμένους κανόνες εφαρμοστέους στις ενισχύσεις στον τομέα αυτό, οι οποίοι συνιστούν παρέκκλιση από τη γενική απαγόρευση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
3 Με τον κανονισμό (ΕΚ) 1013/97 του Συμβουλίου, της 2ας Ιουνίου 1997, για την ενίσχυση ορισμένων ναυπηγείων που τελούν υπό αναδιάρθρωση (ΕΕ L 148, σ. 1), το Συμβούλιο ενέκρινε τις ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση των ναυπηγείων διαφόρων κρατών μελών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα ισπανικά κρατικά ναυπηγεία.
4 Το άρθρο 1 του κανονισμού 1013/97 προβλέπει:
«1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του κανονισμού (ΕΚ) 3094/95 που αφορά τα ναυπηγεία που τελούν υπό αναδιάρθρωση και τα οποία προσδιορίζονται με τις κατωτέρω παραγράφους 2, 3 και 4, η Επιτροπή δύναται να κηρύξει μια επιπρόσθετη ενίσχυση λειτουργίας συμβατή με την κοινή αγορά, όσον αφορά τους συγκεκριμένους σκοπούς, εφόσον δεν υπερβαίνει τα καθοριζόμενα ποσά.
[...]
4. Ενισχύσεις για την αναδιάρθρωση των κρατικών ναυπηγείων της Ισπανίας δύνανται να θεωρηθούν συμβατές με την κοινή αγορά μέχρι ανωτάτου ποσού 135 028 εκατομμυρίων ισπανικών πεσετών και υπό τις ακόλουθες μορφές:
- πληρωμές τόκων μέχρι ανωτάτου ποσού 62 028 εκατομμυρίων ισπανικών πεσετών κατά το διάστημα 1988-1994 για δάνεια που ελήφθησαν για την κάλυψη ενισχύσεων που είχαν εγκριθεί και δεν εκταμιεύθηκαν,
- εκπτώσεις φόρων κατά την περίοδο 1995-1999 μέχρι ανωτάτου ποσού 58 000 εκατομμυρίων ισπανικών πεσετών,
- εισφορά κεφαλαίου κατά το 1997 μέχρι ανωτάτου ποσού 15 000 εκατομμυρίων ισπανικών πεσετών.
Όλες οι υπόλοιπες διατάξεις της οδηγίας 90/684/ΕΟΚ τυγχάνουν εφαρμογής επί των προαναφερθέντων ναυπηγείων.
Η Ισπανική Κυβέρνηση συμφωνεί να προβεί, σύμφωνα με χρονοδιάγραμμα που θα εγκρίνει η Επιτροπή και οπωσδήποτε πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1997, σε πραγματική και οριστική μείωση της δυναμικότητας των ναυπηγείων κατά 30 000 τόνους tjbc [τόνους αντισταθμισμένης ολικής χωρητικότητας].»
Τα πραγματικά περιστατικά και η απόφαση 2000/131
Τα πραγματικά περιστατικά
5 Τα πραγματικά περιστατικά, όπως εκτίθενται στα σημεία 6 έως 9 του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, είναι τα εξής:
«(6) Βάσει απόφασης που έλαβε τον Αύγουστο 1997 [ΕΕ 1997, C 354, σ. 2], η Επιτροπή ενέκρινε κρατικές ενισχύσεις συνολικού ύψους 229,008 δισεκατομμυρίων ισπανικών πεσετών (ESP) κατ' ανώτατο όριο υπέρ της αναδιάρθρωσης των κρατικών ναυπηγείων της Ισπανίας [στο εξής: εγκριτική απόφαση]. Η δέσμη των εγκεκριμένων ενισχύσεων περιλάμβανε ειδικές εκπτώσεις φόρου μέχρι ανώτατου ποσού 58 δισεκατομμυρίων ESP κατά την περίοδο 1995-1999.
(7) Όταν καταρτίστηκε αρχικά το σχέδιο αναδιάρθρωσης, τα ναυπηγεία ανήκαν ακόμη στον όμιλο INI (Instituto Nacional de Industria) και μπορούσαν να μειώνουν τις μετά τους φόρους ζημίες κατά 28 % μέσω του INI, βάσει της γενικά ισχύουσας εθνικής ισπανικής νομοθεσίας, αντισταθμίζοντας τις ζημίες με τα κέρδη άλλων εταιρειών του ομίλου. Κατά τη διατύπωση των οικονομικών προβλέψεων του σχεδίου θεωρήθηκε δεδομένο ότι οι εκπτώσεις φόρου θα εξακολουθούσαν να παρέχονται, παρά το γεγονός ότι από την 1η Αυγούστου 1995 τα ναυπηγεία ανήκαν στη ζημιογόνο κρατική εταιρεία χόλντινγκ Agencia Industrial del Estado (AIE). Ως εκ τούτου, ψηφίστηκε νόμος [ο νόμος αριθ. 13/96, της 30ής Δεκεμβρίου 1996], ο οποίος επέτρεπε στις εταιρείες που βρίσκονταν σε ανάλογη θέση να συνεχίσουν, μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1999, να λαμβάνουν από το κράτος ποσά ισοδύναμα με εκείνα που θα εδικαιούντο στο πλαίσιο του συστήματος φορολογικής ενοποίησης. Βάσει των προβλεπόμενων ζημιών στο πλαίσιο του σχεδίου αναδιάρθρωσης, υπολογίστηκε ότι οι εκπτώσεις φόρου υπέρ των κρατικών ναυπηγείων θα ανέρχονταν σε 58 δισεκατομμύρια ESP. [...]
(8) Την 1η Σεπτεμβρίου 1997 τα ναυπηγεία εντάχθηκαν στον όμιλο Sociedad Estatal de Participaciones Industriales (SEPI), ο οποίος, όπως και ο όμιλος INI, μπορεί να επωφεληθεί από τους γενικούς κανόνες περί φορολογικής ενοποίησης για την αντιστάθμιση κερδών και ζημιών.
(9) Η δέσμη ενισχύσεων εγκρίθηκε υπό τον όρο ότι το συνολικό ποσό καθώς και τα επί μέρους ποσά ανά κατηγορία ενίσχυσης [αποτελούσαν το ανώτατο όριο]. Ο όρος αυτός τέθηκε προς διασφάλιση της αξιοποιήσεως των ενισχύσεων σύμφωνα με τον προορισμό τους και προς περιορισμό των στρεβλώσεων στον τομέα της ναυπηγικής. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που συγκέντρωσε η Επιτροπή στο πλαίσιο της παρακολούθησης του σχεδίου αναδιάρθρωσης, τα ναυπηγεία έλαβαν το 1998 ειδική έκπτωση φόρου ύψους 18,451 δισεκατομμυρίων ESP παρόλο που τα ναυπηγεία έλαβαν και έκπτωση φόρου βάσει γενικών μέτρων το 1998, η οποία αντιστοιχούσε στις ζημίες τους του 1997, σύμφωνα με τους ισπανικούς κανόνες σχετικά με τη φορολογική ενοποίηση, κατόπιν της ένταξής τους στον όμιλο SEPI.»
6 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το αν η ειδική έκπτωση φόρου 18,451 δισεκατομμυρίων ESP συμβιβάζεται με την εγκριτική απόφαση και την κοινή αγορά.
7 Κατόπιν ανταλλαγής αλληλογραφίας μεταξύ των ισπανικών αρχών και της Επιτροπής και την κίνηση εκ μέρους της Επιτροπής της διαδικασίας έρευνας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, η Επιτροπή εξέδωσε στις 26 Οκτωβρίου 1999 την απόφαση 2000/131.
Η απόφαση 2000/131
8 Στο σημείο 57 της αποφάσεως 2000/131, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα κρατικά ναυπηγεία της Ισπανίας έλαβαν ενίσχυση υπό τη μορφή ειδικών εκπτώσεων φόρου ύψους 18,451 δισεκατομμυρίων ESP, η οποία δεν μπορεί νομίμως να δικαιολογηθεί. Η Επιτροπή διαπιστώνει ότι, μολονότι δεν σημειώθηκε υπέρβαση του συνολικού επιτρεπτού ποσού γι' αυτό το είδος ενισχύσεων, το εν λόγω ποσό αποτελούσε μόνον το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο. Στο πλαίσιο του ανωτάτου αυτού ορίου, η ενίσχυση έπρεπε, σύμφωνα με την Επιτροπή, να αντιστοιχεί μόνο στα προ φόρων αποτελέσματα και η έγκρισή της βασίσθηκε στην υπόθεση ότι τα ναυπηγεία δεν μπορούσαν να τύχουν εκπτώσεων φόρου βάσει του γενικού ισπανικού συστήματος περί φορολογικής ενοποιήσεως. Για την Επιτροπή, τούτο αποτέλεσε ουσιώδη προϋπόθεση για την έγκριση της ενισχύσεως και, συνεπώς, για το συμβατό αυτής με την κοινή αγορά σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, ΕΚ.
9 Στο σημείο 58 της εν λόγω αποφάσεως, η Επιτροπή, θεωρώντας ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, η εγκριθείσα το 1998 ειδική έκπτωση φόρου 18,451 δισεκατομμυρίων ESP δεν συμβιβάζεται πλέον με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο ε_, ΕΚ ούτε με την κοινή αγορά υπό την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, αποφάσισε ότι το ποσό αυτό έπρεπε να επιστραφεί εντόκως.
10 Υπό τις συνθήκες αυτές, τα άρθρα 1, 2 και 3 της αποφάσεως 2000/131 ορίζουν:
«Άρθρο 1
Η κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Ισπανία υπέρ των κρατικών ναυπηγείων, ύψους 110,892 εκατομμυρίων ευρώ (18,451 δισεκατομμύρια ESP), είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.
Άρθρο 2
1. Η Ισπανία λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση, από τον αποδέκτη, της αναφερόμενης στο άρθρο 1 ενίσχυσης.
2. Η ανάκτηση πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας. Επί της ανακτώμενης ενίσχυσης οφείλονται τόκοι από τον χρόνο κατά τον οποίο αυτή τέθηκε στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι την ανάκτησή της. Οι εν λόγω τόκοι υπολογίζονται με βάση το επιτόκιο αναφοράς που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό του ισοδύναμου επιχορήγησης στο πλαίσιο των περιφερειακών ενισχύσεων.
Άρθρο 3
Η Ισπανία ενημερώνει την Επιτροπή εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης για τα μέτρα που έλαβε για την εφαρμογή της.»
Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
11 Η απόφαση 2000/131 κοινοποιήθηκε στην Ισπανική Κυβέρνηση με έγγραφο της Επιτροπής της 2ας Δεκεμβρίου 1999.
12 Με δικόγραφο που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 10 Φεβρουαρίου 2000, το Βασίλειο της Ισπανίας ζήτησε από το Δικαστήριο την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως. Το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή με απόφαση της 21ης Μαρτίου 2002, C-36/00, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-3243).
13 Με έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 2000, η Ισπανική Κυβέρνηση επισήμανε στην Επιτροπή ότι βρισκόταν ήδη σε διαβουλεύσεις με το Abogacía del Estado (νομικό συμβούλιο του ισπανικού κράτους) και με το Ministerio de Economía y Hacienda (ισπανικό Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών), προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία για την κατάργηση και την ανάκτηση της κηρυχθείσας παράνομης ενισχύσεως.
14 Μη έχοντας λάβει συγκεκριμένες προτάσεις σχετικά με την ανάκτηση της ενισχύσεως, η Επιτροπή ζήτησε από τη Ισπανική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 24ης Μαρτίου 2000, να της υποβάλει, εντός προθεσμίας 20 εργασίμων ημερών από την ημερομηνία του εν λόγω εγγράφου, στοιχεία σχετικά με τα ληφθέντα προς εκτέλεση της αποφάσεως 2000/131 μέτρα.
15 Με απαντητική επιστολή της 25ης Απριλίου 2000, η Ισπανική Κυβέρνηση επισήμανε ότι το νομικό συμβούλιο του ισπανικού κράτους είχε υποβάλει έκθεση, με την οποία διευκρίνιζε τη διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί για την ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως και με το οποίο πρότεινε να ζητηθεί γνωμοδότηση του Consejo de Estado (Συμβουλίου του Κράτους) επί του ζητήματος. Επιπλέον, στην εν λόγω επιστολή η Ισπανική Κυβέρνηση επικαλέστηκε τη δυσχέρεια προσδιορισμού του αν, κατά την εθνική νομοθεσία, μπορούν να εκπέσουν οι φόροι που καταβλήθηκαν επί του ποσού της ενισχύσεως που, σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής, πρέπει να αποδοθεί από κάθε κρατικό ναυπηγείο. Προσέθεσε ότι εξακολουθούσε να αναμένει τις εκθέσεις που είχε ζητήσει από το Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, καθώς και από το Συμβούλιο του Κράτους.
16 Με έγγραφο της 23ης Μα_ου 2000, η Επιτροπή απηύθυνε νέα προειδοποίηση στην Ισπανική Κυβέρνηση, ζητώντας την υποβολή ουσιαστικών στοιχείων αναφορικά με την ανάκτηση της κριθείσας παράνομης ενισχύσεως εντός προθεσμίας 20 εργασίμων ημερών από την ημερομηνία του εν λόγω εγγράφου.
17 Με την από 14 Ιουλίου 2000 απάντησή της, η Ισπανική Κυβέρνηση περιορίστηκε να ζητήσει νέα παράταση της προθεσμίας για την κοινοποίηση των ληφθέντων προς ανάκτηση της εν λόγω ενισχύσεως μέτρων. Με έγγραφο της 22ας Ιουνίου 2000, η Επιτροπή αρνήθηκε τη χορήγηση παρατάσεως.
18 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή, εκτιμώντας ότι το Βασίλειο της Ισπανίας δεν έλαβε τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς την απόφαση 2000/131, άσκησε την παρούσα προσφυγή.
Επί της προσφυγής
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
19 Εκ προοιμίου, πρέπει να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζ_, ΕΚ, η δράση της Κοινότητας περιλαμβάνει ένα καθεστώς που εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό μέσα στην εσωτερική αγορά και ότι, στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ κηρύσσει ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο, ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής.
20 Προς διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της απαγορεύσεως αυτής, η Επιτροπή έχει αρμοδιότητα, όταν διαπιστώσει το ασυμβίβαστο μιας ενισχύσεως με την κοινή αγορά, να αποφασίσει ότι το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος πρέπει να την καταργήσει ή να την τροποποιήσει. Αυτή η κατάργηση ή τροποίηση, για να έχει πρακτική αποτελεσματικότητα, μπορεί να συνεπάγεται υποχρέωση αποδόσεως των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατά παράβαση της Συνθήκης ΕΚ (βλ. απόφαση της 12ης Ιουλίου 1973, 70/72, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 609, σκέψη 13).
21 Το κράτος μέλος που είναι ο αποδέκτης αποφάσεως περί ανακτήσεως των παράνομων ενισχύσεων οφείλει, δυνάμει του άρθρου 249 ΕΚ, να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσει την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως (βλ. προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 31).
22 Δεδομένης της απουσίας κοινοτικών διατάξεων σχετικών με τη διαδικασία αναζητήσεως των αχρεωστήτως καταβληθέντων, η αναζήτηση των παράνομων ενισχύσεων πρέπει, καταρχήν, να πραγματοποιείται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο εθνικό δίκαιο (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 20ής Μαρτίου 1997, C-24/95, Alcan Deutschland, Συλλογή 1997, σ. Ι-1591, σκέψη 24).
23 Κατά τα λοιπά, η νομολογία αυτή επιβεβαιώθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 88 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1), μεταξύ άλλων με το άρθρο του 14, παράγραφος 3, που προβλέπει ότι η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους (βλ. προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 33).
24 Επομένως, ένα κράτος μέλος που, βάσει αποφάσεως της Επιτροπής, είναι υποχρεωμένο να ανακτήσει τις παράνομες ενισχύσεις, είναι ελεύθερο να επιλέξει τα μέσα για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως αυτής, υπό την προϋπόθεση ότι τα επιλεγέντα μέτρα δεν θίγουν το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητα του κοινοτικού δικαίου (βλ. προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 34).
25 Τέλος, πρέπει να υπομνησθεί ότι, όταν ένα κράτος μέλος παραλείπει να συμμορφωθεί προς την υποχρέωση ανακτήσεως παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα να ζητήσει από το Δικαστήριο να διαπιστώσει την οικεία παραβίαση της Συνθήκης είτε βάσει του άρθρου 226 ΕΚ είτε βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, το οποίο προβλέπει ένδικο βοήθημα που συνιστά παραλλαγή της προσφυγής λόγω παράβασεως, προσαρμοσμένο στα ειδικά προβλήματα που παρουσιάζει η διατήρηση κρατικών ενισχύσεων που έχουν κριθεί παράνομες για τον εντός της κοινής αγοράς ανταγωνισμό (βλ. προαναφερθείσα απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 37).
26 Κατά πάγια νομολογία, στα πλαίσια της διαδικασίας λόγω παραβάσεως, εναπόκειται στην Επιτροπή να αποδείξει τον ισχυρισμό ότι υπάρχει παράβαση. Η Επιτροπή οφείλει να προσκομίσει στο Δικαστήριο τα στοιχεία που είναι αναγκαία για τη διαπίστωση της παραβάσεως, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να στηριχθεί σε οποιοδήποτε τεκμήριο (βλ. απόφαση της 25ης Μα_ου 1982, 96/81, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1982, σ. 1791, σκέψη 6).
27 Πάντως, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ, να διευκολύνουν την Επιτροπή στην εκπλήρωση της αποστολής της, η οποία συνίσταται ιδίως στη μέριμνα για την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, σκέψη 7).
Επιχειρήματα των διαδίκων
28 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ισπανικές αρχές δεν έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα προς εκτέλεση της αποφάσεως 2000/131. Μολονότι το Βασίλειο της Ισπανίας θεωρούσε την απόφαση 2000/131 παράνομη και είχε ασκήσει προσφυγή περί ακυρώσεως αυτής, ήταν υποχρεωμένο να συμμορφωθεί προς αυτήν εντός των ταχθεισών προθεσμιών. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, μια απόφαση της Επιτροπής παραμένει δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της για το κράτος που είναι ο αποδέκτης της, μέχρι αντίθετης αποφάσεως του Δικαστηρίου.
29 Σύμφωνα με την Επιτροπή, μολονότι η Ισπανική Κυβέρνηση έκανε το πρώτο βήμα για την εκτέλεση της αποφάσεως 2000/131, προχωρώντας σε διαβουλεύσεις επί των λεπτομερειών αναζητήσεως των εκπτώσεων φόρου που χορηγήθηκαν στον όμιλο των ισπανικών κρατικών ναυπηγείων, δεν αποδεικνύεται ότι, μετά την επιστολή της Επιτροπής της 22ας Ιουνίου 2000, έλαβε οποιοδήποτε μέτρο προκειμένου να αναζητήσει τις εν λόγω εκπτώσεις φόρου.
30 Η Επιτροπή εκτιμά ότι το μοναδικό επιχείρημα που μπορεί να αντιτάξει κράτος μέλος, προκειμένου να μην εκτελέσει απόφαση της Επιτροπής διατάσσουσα την κατάργηση και ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων που κρίθηκαν ασυμβίβαστες με τη Συνθήκη, συνίσταται στην απόλυτη αδυναμία εκτελέσεως. Στην προκειμένη, πάντως, περίπτωση, η Ισπανική Κυβέρνηση δεν επικαλέστηκε καμία αδυναμία τέτοιου είδους.
31 Το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως σχετικά με τη δυσχέρεια προσδιορισμού του αν, κατά την εθνική νομοθεσία, μπορούν να εκπέσουν οι φόροι που καταβλήθηκαν επί του ποσού της ενισχύσεως που, σύμφωνα με την απόφαση της Επιτροπής, πρέπει να αποδοθούν από κάθε κρατικό ναυπηγείο δεν συνιστά περίπτωση απόλυτης αδυναμίας εκτελέσεως. Σύμφωνα με την Επιτροπή, τίποτε δεν κωλύει την ανάκτηση της χορηγηθείσας σε κάθε ναυπηγείο ενισχύσεως προτού χωρήσει έκπτωση του ποσού των φόρων που ενδεχομένως το βαρύνουν, υπό την επιφύλαξη της αποδόσεως του ποσού, αν αυτό κριθεί αναγκαίο κατά το εθνικό δίκαιο.
32 Η Επιτροπή απορρίπτει, επίσης, το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι η πρόσφατη αναδιάρθρωση της δημόσιας διοικήσεως δικαιολογεί νέα παράταση της προθεσμίας που χορηγήθηκε προκειμένου να κοινοποιηθούν τα μέτρα που ελήφθησαν προς διασφάλιση της ανακτήσεως της κηρυχθείσας παράνομης ενισχύσεως, δεδομένου ότι ούτε η αναδιάρθρωση αυτή συνιστά περίπτωση απόλυτης αδυναμίας εκτελέσεως.
33 Με το υπόμνημα αντικρούσεως, η Ισπανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, κατ' αρχάς, ότι η απόφαση είναι άκυρη για τους λόγους που προβλήθηκαν στο πλαίσιο της υποθέσεως που κατέληξε στην προαναφερθείσα απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής.
34 Στη συνέχεια, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι κατά την ημερομηνία ασκήσεως της προσφυγής δεν υφίστατο παράβαση, δεδομένου ότι είχε αρχίσει να λαμβάνει μέτρα συμμορφώσεως προς την απόφαση 2000/131, αρχίζοντας, ιδίως, διαβουλεύσεις για την εκτέλεση αυτής σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, και ότι τα μέτρα αυτά είχαν κοινοποιηθεί στην Επιτροπή με το έγγραφο της 31ης Ιανουαρίου 2000.
35 Η εν λόγω κυβέρνηση τονίζει ότι η έκθεση του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ήταν αναγκαία, προκειμένου να διευκρινισθεί η διαδικασία που θα έπρεπε να ακολουθηθεί για την ανάκτηση της κηρυχθείσας παράνομης ενισχύσεως. Θεωρεί ότι, όπως επισημαίνεται και στην έκθεση αυτή, η ενίσχυση χορηγήθηκε με τη μορφή εισφορών στην ΑΙΕ και στην SEPI, και όχι με τη μορφή ειδικών εκπτώσεων φόρου. Συνεπώς, η διαδικασία ανακτήσεως παρουσιάζει περισσότερες αναλογίες προς διοικητική παρά προς φορολογική διαδικασία.
36 Η Ισπανική Κυβέρνηση προβάλλει, επίσης, την αναγκαιότητα της εκθέσεως του νομικού συμβουλίου του ισπανικού κράτους, σύμφωνα με την οποία τα προς ανάκτηση ποσά θεωρούνται δημόσια έσοδα και η ανάκτησή τους είναι δυνατή μέσω της διαδικασίας διοικητικού καταναγκασμού, με τα προνόμια και τις εγγυήσεις του γενικού νόμου περί προϋπολογισμού. Πάντως, η Ισπανική Κυβέρνηση επισημαίνει, συναφώς, ότι δεν υπάρχει προηγούμενο ανακτήσεως ενισχύσεων που χορηγήθηκαν από εταιρία του δημοσίου με νομική προσωπικότητα διάφορη αυτής του κράτους και υποκείμενη στο ιδιωτικό δίκαιο, όπως η SEPI, και ότι, κατά συνέπεια, είναι δύσκολο να θεωρηθεί ότι τα προς ανάκτηση από την SEPI ποσά είναι έσοδα δημοσίου δικαίου που τυγχάνουν των εν λόγω προνομίων.
37 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι το υπόμνημα του Συμβουλίου του Κράτους ήταν αναγκαίο, προκειμένου να δοθεί απάντηση στα ερωτήματα αν η απόφαση 2000/131 γεννά απαίτηση της SEPI, αν η διαδικασία ανακτήσεως προβλέπεται στο αστικό δίκαιο ή αν επιβάλλεται η προσφυγή σε διοικητικές διαδικασίες, καθώς και αν, σε περίπτωση αδράνειας της εν λόγω εταιρίας, το κράτος μπορεί να απαιτήσει την εκτέλεση της αποφάσεως διά της διοικητικής οδού.
38 Επιπλέον, η Ισπανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι δεν παρήλθε εύλογο χρονικό διάστημα, προκειμένου να καταστεί δυνατό να αξιολογηθεί αν το κράτος μέλος παρέβη την υποχρέωσή του ανακτήσεως ορισμένων παράνομων ενισχύσεων (βλ. αποφάσεις της 4ης Απριλίου 1995, C-350/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1995, σ. Ι-699, και της 29ης Ιανουαρίου 1998, C-280/95, Συλλογή 1998, σ. Ι-259). Οι ισπανικές αρχές δεν είχαν καν τον χρόνο να συγκεντρώσουν τις διαλαμβανόμενες στις σκέψεις 35 έως 37 της παρούσας υποθέσεως νομικές εκθέσεις, οι οποίες καθόρισαν την ταχύτερη και νομικώς ορθότερη διαδικασία για την ανάκτηση της επίδικης ενισχύσεως, ούτε να αξιολογήσουν τις κοινωνικές επιπτώσεις αυτής.
39 Τέλος, μόνο μετά την καταβολή του συνόλου των αναφερόμενων στην εγκριτική απόφαση ποσών και μετά την ικανοποίηση όλων των επιβληθέντων με αυτήν όρων, η Επιτροπή επισήμανε ότι η χορηγηθείσα στα κρατικά ναυπηγεία ενίσχυση ήταν εν μέρει παράνομη λόγω παραβάσεως όρου φερόμενου ως ουσιώδους.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
40 Πρέπει να υπομνησθεί ότι το σύστημα των ενδίκων βοηθημάτων που έχει καθιερώσει η Συνθήκη διακρίνει τις προσφυγές των άρθρων 226 και 227 ΕΚ, με τις οποίες σκοπείται να αναγνωριστεί ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του, από τις προσφυγές των άρθρων 230 και 232 ΕΚ, με τις οποίες σκοπείται ο έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων ή παραλείψεων των κοινοτικών οργάνων. Τα ένδικα αυτά βοηθήματα επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους και διέπονται από διαφορετικές ρυθμίσεις. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί, επομένως, ελλείψει διατάξεως της Συνθήκης που θα του το επέτρεπε ρητώς, να επικαλεστεί την έλλειψη νομιμότητας μιας αποφάσεως της οποίας είναι αποδέκτης, ως μέσο άμυνας κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως στηριζομένης στην παράλειψη εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής (απόφαση της 30ής Ιουνίου 1988, 226/87, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1988, σ. 3611, σκέψη 14· της 27ης Οκτωβρίου 1992, C-74/91, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1992, σ. Ι-5437, σκέψη 10, και της 27ης Ιουνίου 2000, C-404/97, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, Συλλογή 2000, σ. Ι-4897, σκέψη 34).
41 Τα πράγματα θα είχαν άλλως αν η επίδικη πράξη έπασχε ιδιαιτέρως σοβαρές και προφανείς πλημμέλειες, σε σημείο που να μπορεί να χαρακτηριστεί ανυπόστατη (προαναφερθείσες αποφάσεις Επιτροπή κατά Ελλάδας, σκέψη 16· της 27ης Οκτωβρίου 1992, Επιτροπή κατά Γερμανίας, σκέψη 11, και Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 35).
42 Η διαπίστωση αυτή επιβάλλεται, επίσης, στο πλαίσιο προσφυγής λόγω παραβάσεως βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
43 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, καίτοι η Ισπανική Κυβέρνηση, παραπέμποντας στην επιχειρηματολογία που προέβαλε στο πλαίσιο της υποθέσεως που κατέληξε στην προαναφερθείσα απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, αμφισβήτησε με βάση ορισμένα πραγματικά στοιχεία τον χαρακτηρισμό ως ενισχύσεως των εκπτώσεων φόρου που χορηγήθηκαν στα κρατικά ναυπηγεία, δεν επικαλέστηκε, αντιθέτως, καμία πλημμέλεια ικανή να θέσει υπό αμφισβήτηση το υποστατό της αποφάσεως 2000/131.
44 Ακολούθως, πρέπει να υπομνηστεί ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η κατάργηση μιας παράνομης ενισχύσεως διά της ανακτήσεώς της αποτελεί τη λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παρανόμου χαρακτήρα της και η συνέπεια αυτή δεν μπορεί να εξαρτάται από τη μορφή υπό την οποία χορηγήθηκε η ενίσχυση (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 10ης Ιουνίου 1993, C-183/91, Επιτροπή κατά Ελλάδος, Συλλογή 1993, σ. Ι-3131, σκέψη 16, και προαναφερθείσα απόφαση, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 38).
45 Κατά πάγια, επίσης, νομολογία, στο μέτρο που η απόφαση της Επιτροπής περί καταργήσεως κρατικής ενισχύσεως ασύμβατης προς την κοινή αγορά δεν αποτέλεσε αντικείμενο ευθείας προσφυγής ή απορρίψεως της προσφυγής αυτής, το μοναδικό μέσο άμυνας το οποίο μπορεί να επικαλεστεί ένα κράτος μέλος κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως, ασκηθείσας από την Επιτροπή βάσει του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, είναι η απόλυτη αδυναμία ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως (αποφάσεις της 4ης Απριλίου 1995, C-348/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας, Συλλογή 1995, σ. Ι-673, σκέψη 16· της 22ας Μαρτίου 2001, C-261/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. Ι-2537, σκέψη 23, και της 2ας Ιουλίου 2002, C-499/99, Επιτροπή κατά Ισπανίας, Συλλογή 2002, σ. Ι-6031, σκέψη 21).
46 Το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί κατά της προσφυγής αυτής άλλα μέσα άμυνας πλην της απόλυτης αδυναμίας εκτελέσεως δεν εμποδίζει το κράτος μέλος, το οποίο, κατά την εκτέλεση σχετικής με κρατικές ενισχύσεις αποφάσεως της Επιτροπής, συναντά δυσχέρειες που δεν είχαν προβλεφθεί και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ή αντιλαμβάνεται ότι θα υπάρξουν συνέπειες που δεν είχε υπολογίσει η Επιτροπή, να θέσει τα προβλήματα αυτά στην κρίση της Επιτροπής, προτείνοντας κατάλληλες τροποποιήσεις της επίμαχης αποφάσεως. Στην περίπτωση αυτή, σύμφωνα με τον κανόνα που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα κοινοτικά όργανα αμοιβαίο καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας, από το οποίο διαπνέεται συγκεκριμένα το άρθρο 10 ΕΚ, η Επιτροπή και το κράτος μέλος οφείλουν να συνεργασθούν καλόπιστα για να υπερνικήσουν τις δυσχέρειες, τηρουμένων πλήρως των διατάξεων της Συνθήκης και ιδίως εκείνων που αφορούν τις ενισχύσεις (βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις της 4ης Απριλίου 1995, C-350/93, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 16, και Επιτροπή κατά Γαλλίας, σκέψη 24· απόφαση της 3ης Ιουλίου 2001, C-378/98, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 2001, σ. Ι-5107, σκέψη 31, και προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 24).
47 Ωστόσο, η προϋπόθεση περί απόλυτης αδυναμίας εκτελέσεως δεν πληρούται οσάκις η καθής κυβέρνηση απλώς γνωστοποιεί στην Επιτροπή δυσχέρειες νομικής, πολιτικής και πρακτικής φύσεως που παρουσίαζε η εκτέλεση της αποφάσεως, χωρίς να προβεί σε καμία ενέργεια προς τις οικείες επιχειρήσεις προκειμένου να αναζητήσει την ενίσχυση και χωρίς να προτείνει στην Επιτροπή εναλλακτικούς τρόπους εκτελέσεως της αποφάσεως που θα καθιστούσαν δυνατή την υπερνίκηση των δυσχερειών (βλ. απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1989, 94/87, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1989, σ. 175, σκέψη 10· προαναφερθείσες αποφάσεις της 29ης Ιανουαρίου 1998, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 14, και Επιτροπή κατά Ισπανίας, σκέψη 25).
48 Εκ προοιμίου, επιβάλλεται να τονιστεί ότι η Ισπανική Κυβέρνηση, αντιθέτως προς τον ισχυρισμό της ότι, κατά την κρίσιμη για τη διαπίστωση της παραβάσεως ημερομηνία, είχαν ληφθεί τα αναγκαία μέτρα για την εκτέλεση της αποφάσεως 2000/131 σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, είχε απλώς αρχίσει διαβουλεύσεις επί των λεπτομερειών ανακτήσεως της κηρυχθείσας παράνομης ενισχύσεως και δεν είχε προβεί σε καμία συγκεκριμένη ενέργεια προς τα ισπανικά κρατικά ναυπηγεία για την ανάκτησή της.
49 Επιπλέον, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως δεν προκύπτει ότι ήταν απολύτως αδύνατο να ξεκινήσει η διαδικασία αποδόσεως της εν λόγω ενισχύσεως από τα κρατικά ναυπηγεία.
50 Κατ' αρχάς, όσον αφορά τον φερόμενο ως μη φορολογικό χαρακτήρα της επίδικης ενισχύσεως, λόγω του γεγονότος ότι αυτή χορηγήθηκε με τη μορφή εισφορών στην ΑΙΕ και στην SEPI, και όχι με τη μορφή ειδικών εκπτώσεων φόρου, επιβάλλεται να υπενθυμισθεί ότι, όπως έκρινε το Δικαστήριο με τη σκέψη 44 της παρούσας αποφάσεως, η κατάργηση μιας παράνομης ενισχύσεως διά της αναζητήσεώς της δεν μπορεί να εξαρτάται από τη μορφή χορηγήσεώς της.
51 Στη συνέχεια, όσον αφορά τη φερόμενη περιπλοκότητα, από νομικής απόψεως, της διαδικασίας ανακτήσεως λόγω της δυσχέρειας προσδιορισμού αν η διαδικασία ανακτήσεως προβλέπεται στο αστικό δίκαιο ή αν επιβάλλεται η προσφυγή σε διοικητικές διαδικασίες, πρέπει να υπομνηστεί ότι, ναι μεν, ελλείψει κοινοτικών διατάξεων σχετικών με τη διαδικασία ανακτήσεως των παρανόμως χορηγηθεισών ενισχύσεων, η ανάκτηση αυτή πρέπει να πραγματοποιείται, κατ' αρχήν, σύμφωνα με τις συναφείς διατάξεις του εθνικού δικαίου, οι εν λόγω διατάξεις, όμως, πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που να μην καθίσταται στην πράξη αδύνατη η απαιτούμενη από το κοινοτικό δίκαιο ανάκτηση και να λαμβάνεται πλήρως υπόψη το συμφέρον της Κοινότητας (βλ. προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 55).
52 Η ανάγκη αναμονής της εκθέσεως του Συμβουλίου του Κράτους προς καθορισμό της καταλληλότερης διαδικασίας ανακτήσεως δεν μπορούσε, κατά συνέπεια, να καταστήσει αδύνατη την εκτέλεση της αποφάσεως 2000/131.
53 Επιπλέον, καίτοι είναι αληθές ότι η Ισπανική Κυβέρνηση κοινοποίησε στην Επιτροπή την έκθεση του νομικού συμβουλίου του ισπανικού κράτους, επιβάλλεται, πάντως, η διαπίστωση ότι, παρά τις επανειλημμένες αιτήσεις της Επιτροπής, η εν λόγω κυβέρνηση δεν προσκόμισε τα στοιχεία που θα επέτρεπαν στην Επιτροπή να αξιολογήσει την επιλεγείσα από τις ισπανικές αρχές διαδικασία ανακτήσεως και να πληροφορηθεί τις ημερομηνίες εκτελέσεως της αποφάσεως 2000/131.
54 Η Ισπανική Κυβέρνηση περιορίζεται στον ισχυρισμό ότι οι εθνικές αρχές δεν είχαν στη διάθεσή τους τον αναγκαίο χρόνο για να αξιολογήσουν τις κοινωνικές επιπτώσεις της ανακτήσεως της κηρυχθείσας παράνομης ενισχύσεως, υποστηρίζοντας ότι θα μπορούσε να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημία στα κρατικά ναυπηγεία και στους εργαζομένους σ' αυτά και ότι η πρόσφατη αναδιάρθρωση της διοικήσεως καθιστούσε αναγκαία μια παράταση της προθεσμίας που χορηγήθηκε προκειμένου να κοινοποιηθούν τα ληφθέντα προς εκτέλεση της αποφάσεως 2000/131 μέτρα.
55 Συναφώς, από πάγια νομολογία προκύπτει ότι ο φόβος αντιμετωπίσεως εσωτερικών δυσχερειών δεν μπορεί να δικαιολογήσει την εκ μέρους κράτους μέλους μη τήρηση των υποχρεώσεων που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 5ης Δεκεμβρίου 1995, C-52/95, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 1995, σ. Ι-4443, σκέψη 38, και της 9ης Δεκεμβρίου 1997, C-265/95, Συλλογή 1997, σ. Ι-6959, σκέψη 55· προαναφερθείσες αποφάσεις της 29ης Ιανουαρίου 1998, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 16, και Επιτροπή κατά Πορτογαλίας, σκέψη 52).
56 Τέλος, το επιχείρημα της Ισπανικής Κυβερνήσεως ότι η Επιτροπή άσκησε την προσφυγή εντός ασυνήθιστα σύντομης προθεσμίας από την κοινοποίηση της αποφάσεως 2000/131 δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μη εκτέλεση της αποφάσεως αυτής.
57 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τα μέτρα που απαιτούνται για τη συμμόρφωσή του προς την απόφαση 2000/131, από την οποία προκύπτει ότι η χορηγηθείσα στα κρατικά ναυπηγεία ενίσχυση ήταν παράνομη και, επομένως, ασύμβατη προς την κοινή αγορά, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 και 3 της εν λόγω αποφάσεως.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
58 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη του Βασιλείου της Ισπανίας και το τελευταίο ηττήθηκε, πρέπει αυτό να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα)
αποφασίζει:
1) Το Βασίλειο της Ισπανίας, παραλείποντας να θεσπίσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας τα μέτρα που απαιτούνται για τη συμμόρφωσή του προς την απόφαση 2000/131/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 26ης Οκτωβρίου 1999, σχετικά με την κρατική ενίσχυση που χορήγησε η Ισπανία στα κρατικά ναυπηγεία, από την οποία προκύπτει ότι η ενίσχυση ήταν παράνομη και, επομένως, ασύμβατη προς την κοινή αγορά, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 2 και 3 της εν λόγω αποφάσεως.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο της Ισπανίας στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy