Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Γεωργία - Κοινή γεωργική πολιτική - Ολοκληρωμένο σύστημα διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα συστήματα ενισχύσεων - Ενισχύσεις συνδεόμενες με τις αροτραίες καλλιέργειες και με την προσωρινή παύση της καλλιέργειας γαιών - Eπιβολή των κυρώσεων του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92 σε περίπτωση παραλείψεως του κατόχου εκμεταλλεύσεως να κοινοποιήσει μεταβολές επελθούσες κατόπιν της υποβολής της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων
(Κανονισμός της Επιτροπής 3887/92, άρθρα 4 §§ 1 και 2 και 9 § 2 )
Περίληψη
$$Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92 της Επιτροπής για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι κυρώσεις που προβλέπει δεν αφορούν μόνον την περίπτωση κατά την οποία ο κάτοχος εκμεταλλεύσεως προέβη σε εσφαλμένες ή ψευδείς δηλώσεις κατά την υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων, αλλά εφαρμόζονται επίσης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες παραλείπει να ενημερώσει την αρμόδια αρχή σχετικά με μεταβολές που αφορούν τους σκοπούς για τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση των ενισχύσεων αυτών. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τις κυρώσεις που προβλέπουν το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο της εν λόγω διατάξεως, η διαπίστωση διαφοράς μεταξύ της δηλωθείσας εκτάσεως και της εκτάσεως που οι αρμόδιες αρχές καθόρισαν πράγματι κατόπιν ελέγχων συνεπάγεται, καθαυτή, την επιβολή κυρώσεως και δεν είναι αναγκαίο να είναι γνωστοί οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η διαπιστωθείσα απόκλιση. Όσον αφορά τις κυρώσεις του τρίτου εδαφίου, που προβλέπει ότι δεν μπορούν να υπαχθούν στο καθεστώς ενισχύσεων οι κάτοχοι εκμεταλλεύσεων που προέβησαν σε ψευδή δήλωση εκ προθέσεως ή εκ βαριάς αμέλειας, είναι αναγκαία, για την επίτευξη του σκοπού του άρθρου 9, παράγραφος 2, ήτοι για την αποτελεσματική πρόληψη και καταστολή των παρατυπιών και της απάτης, η επιβολή τους όχι μόνο σε περιπτώσεις ψευδών δηλώσεων στις οποίες προβαίνει ο αιτών κατά την υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων, αλλά και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα στοιχεία που δηλώνονται στην εν λόγω αίτηση δεν συμπίπτουν με την πραγματικότητα, όπως αυτή διαπιστώνεται κατόπιν της υποβολής της αιτήσεως, λόγω μεταβολής της αρχικής καταστάσεως.
( βλ. σκέψεις 40-41, 49-50, 56 και διατακτ. )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-417/00,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Oberverwaltungsgericht του ομόσπονδου κράτους Σαξονίας-Άνχαλτ (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Agrargenossenschaft Pretzsch eG
και
Amt für Landwirtschaft und Flurneuordnung Anhalt,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ 1992, L 391, σ. 36), όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς (ΕΚ) 229/95 της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1995 (ΕΕ 1995, L 27, σ. 3), και 1648/95 της Επιτροπής, της 6ης Ιουλίου 1995 (ΕΕ 1995, L 156, σ. 27),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Schintgen, πρόεδρο του δευτέρου τμήματος, προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, C. Gulmann και Β. Σκουρή, και τις F. Macken (εισηγήτρια) και N. Colneric, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: R. Grass
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Agrargenossenschaft Pretzsch eG, εκπροσωπούμενη από τον C. Columbus, Rechtsanwältin,
- η Amt für Landwirtschaft und Flurneuordnung Anhalt, εκπροσωπούμενη από τον W. Nahrstedt,
- η Γαλλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον G. de Bergues και την L. Bernheim,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Μ. Niejahr,
έχοντας υπόψη την έκθεση του εισηγητή δικαστή,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 11ης Ιουλίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 7ης Σεπτεμβρίου 2000, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 13 Νοεμβρίου 2000, το Oberverwaltungsgericht του ομόσπονδου κράτους Σαξονίας-Άνχαλτ υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, δύο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 391, σ. 36), όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς (ΕΚ) 229/95 της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1995 (ΕΕ L 27, σ. 3), και 1648/95 της Επιτροπής, της 6ης Ιουλίου 1995 (ΕΕ L 156, σ. 27, στο εξής: κανονισμός 3887/92).
2 Tα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ του Agrargenossenschaft Pretzsch eG (στο εξής: Agrargenossenschaft Pretzsch), γερμανικού γεωργικού συνεταιρισμού, και της Amt für Landwirtschaft und Flurneuordnung Anhalt, αρχής που επιλαμβάνεται του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων στη Γερμανία (στο εξής: ΟΣΔΕ), όσον αφορά τη χρηματική κύρωση που επιβλήθηκε στον εν λόγω συνεταιρισμό, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 3887/92.
Το νομικό πλαίσιο
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1765/92
3 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1992, για τη θέσπιση καθεστώτος στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών (ΕΕ L 181, σ. 12), ορίζει ότι οι κοινοτικοί παραγωγοί αροτραίων καλλιεργειών δύνανται να ζητήσουν τη χορήγηση αντισταθμιστικής πληρωμής υπό τους όρους που καθορίζουν τα άρθρα 2 έως 13 του εν λόγω κανονισμού.
4 Το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 1765/92 ορίζει ότι η αντισταθμιστική πληρωμή χορηγείται για εκτάσεις αροτραίων καλλιεργειών ή για την προσωρινή παύση της καλλιέργειας γαιών, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ίδιου κανονισμού.
5 Βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1765/92, οι εκτάσεις υπό καθεστώς παύσεως της καλλιέργειας είναι δυνατό να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή υλών που προορίζονται για την παρασκευή, στο έδαφος της Κοινότητας, προϊόντων που δεν προορίζονται άμεσα για κατανάλωση από τον άνθρωπο ή τα ζώα, με την επιφύλαξη εφαρμογής αποτελεσματικών συστημάτων ελέγχου.
Ο κανονισμός (ΕΚ) 762/94
6 Ο κανονισμός (ΕΚ) 762/94 της Επιτροπής, της 6ης Απριλίου 1994 (ΕΕ 1994, L 90, σ. 8), καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής του κανονισμού 1765/92 όσον αφορά την παύση της καλλιέργειας γαιών.
7 Σύμφωνα με το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού 762/94, με τον όρο «παύση καλλιέργειας» νοείται η απόσυρση από την καλλιέργεια μιας εκτάσεως που είχε καλλιεργηθεί για τη συγκομιδή του προηγούμενου έτους.
8 Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 762/94 προβλέπει ότι οι ευρισκόμενες υπό καθεστώς παύσεως της καλλιέργειας εκτάσεις δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν για καμία γεωργική παραγωγή εκτός απ' αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 1765/92, ούτε για άλλη κερδοσκοπική χρήση η οποία είναι ασυμβίβαστη με την αροτριαία καλλιέργεια.
9 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 4, του κανονισμού 762/94:
«Για να ληφθούν υπόψη βάσει του καθεστώτος που προβλέπεται από τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1765/92, οι εκτάσεις που έχουν παύσει να καλλιεργούνται πρέπει:
- να έχουν καλλιεργηθεί από τον αιτούντα κατά τη διάρκεια των δύο ετών που προηγούνται της αιτήσεως, με εξαίρεση ιδιαίτερες περιπτώσεις δεόντως αιτιολογημένες σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια που καθορίζονται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, όπως εκείνες που αφορούν με τον τρόπο αξιοποιήσεως, τη νέα εγκατάσταση ή την επέκταση της εκμεταλλεύσεως λόγω διαδοχής,
- να παραμένουν υπό καθεστώς παύσεως καλλιέργειας κατά τη διάρκεια περιόδου που αρχίζει το αργότερο στις 15 Ιανουαρίου και λήγει το νωρίτερο στις 31 Αυγούστου. Ωστόσο, τα κράτη μέλη καθορίζουν τους όρους σύμφωνα με τους οποίους μπορεί να επιτραπεί στους παραγωγούς να πραγματοποιήσουν, από τις 15 Ιουλίου, τη σπορά για συγκομιδή του επόμενου έτους, καθώς επίσης και τους όρους που πρέπει να τηρηθούν για να επιτραπεί η βοσκή από τις 15 Ιουλίου στα κράτη μέλη όπου η εποχιακή μετακίνηση ποιμνίων αποτελεί παραδοσιακή πρακτική. [...]»
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3508/92
10 Σύμφωνα με το άρθρο 1, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3508/92 του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1992, για τη θέσπιση ενός ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων (ΕΕ L 355, σ. 1), το ΟΣΔΕ εφαρμόζεται, στον τομέα της φυτικής παραγωγής, στο καθεστώς στηρίξεως των παραγωγών ορισμένων αροτραίων καλλιεργειών που θεσπίστηκε από τον κανονισμό 1765/92.
11 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 3508/92 ορίζει:
«Για να υπαχθεί σε ένα ή περισσότερα κοινοτικά καθεστώτα που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος κανονισμού, κάθε κάτοχος εκμεταλλεύσεως υποβάλλει, για κάθε έτος, αίτηση ενισχύσεων "εκτάσεις" στην οποία αναφέρονται:
- τα αγροτεμάχια, συμπεριλαμβανομένων των εκτάσεων για χαρτονομές, τα αγροτεμάχια που αποτελούν αντικείμενο μέτρου παύσεως καλλιέργειας των αρόσιμων γαιών και τα αγροτεμάχια σε αγρανάπαυση,
- ενδεχομένως, οιαδήποτε άλλη αναγκαία πληροφορία που προβλέπεται είτε από τους κανονισμούς περί κοινοτικών καθεστώτων είτε από το οικείο κράτος μέλος.»
12 Σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 4, του κανονισμού 3508/92, είναι δυνατόν να γίνονται ορισμένες τροποποιήσεις στην αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων «εκτάσεις», αρκεί οι αρμόδιες αρχές να τις παραλαμβάνουν το αργότερο στις ημερομηνίες που αναφέρουν τα άρθρα 10, 11 και 12 του κανονισμού 1765/92.
13 Το άρθρο 6, παράγραφος 5, του κανονισμού 3508/92 προβλέπει ότι η αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων «εκτάσεις», τροποποιημένη, εφόσον χρειαστεί, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου, θεωρείται ως η αίτηση ενισχύσεων που προβλέπει το καθεστώς του άρθρου 1, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του ίδιου κανονισμού.
Ο κανονισμός 3887/92
14 Το άρθρο 4 του κανονισμού 3887/92 έχει ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη των απαιτήσεων που ορίζονται στους επιμέρους κανονισμούς, η αίτηση για τη χορήγηση ενισχύσεως που αφορά έκταση περιέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες και κυρίως:
- την αναγνώριση του κατόχου της εκμεταλλεύσεως,
- τα στοιχεία που καθιστούν δυνατή την αναγνώριση όλων των αγροτεμαχίων της εκμεταλλεύσεως, την έκτασή τους, τη γεωγραφική τους θέση, τη χρήση τους, ενδεχομένως αν πρόκειται για αρδευόμενο αγροτεμάχιο, καθώς και το σχετικό καθεστώς ενισχύσεως,
- δήλωση του παραγωγού ότι έχει λάβει γνώση των όρων για τη χορήγηση των σχετικών ενισχύσεων.
Ως "χρήση", θεωρείται το είδος της καλλιέργειας ή της φυτικής κάλυψης καθώς και η μη καλλιέργεια.
[...]
2. α) Μετά τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεσή της, η αίτηση ενισχύσεως που αφορά έκταση δεν μπορεί να τροποποιηθεί παρά μόνον εάν οι αρμόδιες αρχές παραλάβουν τις τροποποιήσεις το αργότερο μέχρι τις ημερομηνίες που αναφέρονται στα άρθρα 10, 11 και 12 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1765/92 του Συμβουλίου.
Όσον αφορά τα αγροτεμάχια, οι τροποποιήσεις μπορούν να γίνουν στην αίτηση ενισχύσεως που αφορά έκταση αποκλειστικώς και μόνο σε ιδιαίτερες περιπτώσεις δεόντως δικαιολογημένες, όπως [μεταξύ άλλων] σε περίπτωση θανάτου, γάμου, αγοράς ή πωλήσεως, [καθώς και] συνάψεως συμβάσεως εκμισθώσεως. Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους σχετικούς όρους. Ωστόσο, αγροτεμάχια που αποτελούν αντικείμενο παύσεως της καλλιέργειας ή είναι εκτάσεις για ζωοτροφές δεν μπορεί να προστεθούν σε αγροτεμάχια τα οποία έχουν ήδη δηλωθεί, εκτός από τις περιπτώσεις που είναι δεόντως αιτιολογημένες σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις, υπό τον όρο ότι τα αγροτεμάχια αυτά είχαν ήδη περιληφθεί ως εκτάσεις παύσεως της καλλιέργειας ή ως εκτάσεις για ζωοτροφές σε μία αίτηση για ενίσχυση ενός άλλου κατόχου εκμεταλλεύσεως και η τελευταία αυτή αίτηση ενισχύσεως έχει, κατά συνέπεια, διορθωθεί.
Όσον αφορά τη χρήση ή το σχετικό καθεστώς ενισχύσεων, σε όλες τις περιπτώσεις μπορούν να πραγματοποιηθούν τροποποιήσεις. Εντούτοις, δεν είναι δυνατόν να προστεθεί ένα αγροτεμάχιο στα αγροτεμάχια που έχουν δηλωθεί ότι αποτελούν αντικείμενο παύσεως της καλλιέργειας.
[...]»
15 Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92 προβλέπει:
«Όταν διαπιστωθεί ότι η δηλωθείσα έκταση στην αίτηση ενισχύσεως υπερβαίνει την καθορισθείσα έκταση, το ποσό της ενισχύσεως υπολογίζεται βάσει της εκτάσεως που έχει πράγματι καθορισθεί κατά τη διάρκεια του ελέγχου. Εντούτοις, εκτός από περιπτώσεις ανωτέρας βίας, η πράγματι καθορισθείσα έκταση μειώνεται κατά το διπλάσιο της διαπιστωθείσας διαφοράς, εφόσον αυτή υπερβαίνει το 3 % ή τα 2 εκτάρια και όχι περισσότερο από το 20 % της καθορισθείσας εκτάσεως.
Στην περίπτωση που η διαπιστωθείσα επιπλέον έκταση είναι μεγαλύτερη από το 20 % της καθορισθείσας εκτάσεως, δεν χορηγείται καμία ενίσχυση σχετική με την έκταση.
Εντούτοις, εφόσον πρόκειται για, εσκεμμένα ή λόγω σοβαρής αμέλειας, ψευδή δήλωση:
- ο εν λόγω κάτοχος της εκμεταλλεύσεως δεν δύναται να επωφεληθεί από το συγκεκριμένο καθεστώς χορηγήσεως ενισχύσεως στα πλαίσια του εν λόγω ημερολογιακού έτους
και
- σε περίπτωση ψευδούς δηλώσεως που έγινε εσκεμμένα, δεν δύναται να επωφεληθεί από οποιοδήποτε καθεστώς χορηγήσεως ενισχύσεως που αναφέρεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3508/92, στα πλαίσια του επομένου ημερολογιακού έτους, για έκταση ίση με εκείνη για την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για χορήγηση ενισχύσεως.
Οι μειώσεις αυτές δεν εφαρμόζονται αν, για τον καθορισμό της εκτάσεως, ο κάτοχος της εκμεταλλεύσεως αποδείξει ότι έχει βασιστεί ορθά σε αναγνωρισμένες από την αρμόδια αρχή πληροφορίες.
Τα γεωτεμάχια που έχουν τεθεί σε αγρανάπαυση για την παραγωγή πρώτων υλών που χρησιμοποιούνται για την παρασκευή μη εδώδιμων προϊόντων, για τα οποία ο κάτοχος της εκμεταλλεύσεως δεν έχει πληρώσει όλες τις υποχρεώσεις του, θεωρούνται ως επιφάνειες μη εντοπισθείσες κατά τον έλεγχο για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, ως "καθορισθείσα έκταση" νοείται εκείνη για την οποία έχουν τηρηθεί όλοι οι κανονιστικοί όροι.»
Το ιστορικό της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16 Στις 3 Μα_ου 1996 η Agrargenossenschaft Pretzsch ζήτησε από την Amt für Landwirtschaft und Flurneuordnung Anhalt την καταβολή αντισταθμιστικής πληρωμής, κατ' εφαρμογήν του κανονισμού 1765/92, για την αγρανάπαυση αγροτεμαχίου 191,71 εκταρίων.
17 Με την αίτησή της, η Agrargenossenschaft Pretzsch επισήμανε ότι δεσμευόταν να ενημερώσει αμελλητί την αρμόδια αρχή για κάθε στοιχείο που αντιβαίνει στη χορήγηση ή στη διατήρηση των ενισχύσεων, για κάθε απόκλιση από τα στοιχεία που αναφέρει η αίτηση, για κάθε μεταβολή όσον αφορά τα δικαιώματα χρήσεως καθόλη τη διάρκεια ισχύος των υποχρεώσεων που υπείχε, καθώς και για κάθε παράλειψη τηρήσεως των όρων χορηγήσεως της ενισχύσεως, ακόμη και αν η παράλειψη αυτή οφειλόταν σε ανωτέρα βία.
18 Στις 11 Δεκεμβρίου 1996 η καθής της κύριας δίκης ενημέρωσε την Agrargenossenschaft Pretzsch ότι, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 3887/92, δεν μπορούσε να επωφεληθεί του συγκεκριμένου καθεστώτος χορηγήσεως ενισχύσεως, όσον αφορά την υπό αγρανάπαυση έκταση, στα πλαίσια του τρέχοντος, κατά την υποβολή της αιτήσεως, ημερολογιακού έτους καθώς και του επόμενου ημερολογιακού έτους, διότι, σύμφωνα με τις προκύπτουσες από τον επιτόπιο έλεγχο διαπιστώσεις, είχε χρησιμοποιήσει 14,90 εκτάρια της εν λόγω εκτάσεως ως βοσκή χωρίς να την ενημερώσει σχετικά. Η καθής της κύριας δίκης θεώρησε ότι η Agrargenossenschaft Pretzsch γνώριζε ότι το αγροτεμάχιο που είχε δηλωθεί ως ευρισκόμενο υπό αγρανάπαυση δεν μπορούσε, κατόπιν της δηλώσεως αυτής, να χρησιμοποιηθεί ως βοσκή για ορισμένη περίοδο και ότι εσκεμμένως παρέλειψε να την ενημερώσει σχετικά με την εν λόγω αλλαγή χρήσεως της οικείας εκτάσεως.
19 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της δίκης, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης εξήγησε ότι, από τον Μάρτιο/Απρίλιο του 1995, είχε προγραμματισθεί η οικοδόμηση δύο στάβλων και ενός κοπρώνα. Όσον αφορά τον στάβλο, όπου επρόκειτο να στεγαστούν οι αγελάδες οι οποίες στη συνέχεια τοποθετήθηκαν στο υπό αγρανάπαυση αγροτεμάχιο, οι εργασίες οικοδομήσεως άρχισαν στο τέλος Μα_ου του 1996. Τα ζώα ενσταβλίστηκαν, επομένως, στο παρακείμενο αγρόκτημα. Δεδομένου όμως ότι οι εργασίες οικοδομήσεως κοπρώνα εντός του αγροκτήματος είχαν αρχίσει τέσσερις εβδομάδες νωρίτερα, κρίθηκε αναγκαίο να τοποθετηθούν οι αγελάδες στο αγροτεμάχιο που είχε τεθεί σε αγρανάπαυση, το οποίο βρισκόταν πλησίον της εγκαταστάσεως. Σύμφωνα με τα οικοδομικά σχέδια, προβλεπόταν βεβαίως η προσωρινή χρησιμοποίηση του εδάφους του αγροκτήματος, όχι όμως η τοποθέτηση των αγελάδων στην έκταση που βρισκόταν σε αγρανάπαυση.
20 Με την προσφυγή που άσκησε ενώπιον του Verwaltungsgericht Dessau (Γερμανία), η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστήριξε ότι η τοποθέτηση των αγελάδων στις υπό αγρανάπαυση εκτάσεις δεν συνιστά γεωργική παραγωγή, ικανή να θέσει υπό αμφισβήτηση τη χορήγηση των ενισχύσεων. Η κύρωση που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 3887/92 επιβάλλεται μόνο σε περιπτώσεις εκ προθέσεως δηλώσεως, κατά την υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων, ψευδών στοιχείων σχετικά με την έκταση του υπό αγρανάπαυση αγροτεμαχίου. Αντιθέτως, κατά την προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η εν λόγω διάταξη δεν έχει εφαρμογή στην υπόθεση της κύριας δίκης, η οποία αφορά τη μείωση της υπό αγρανάπαυση εκτάσεως και την παράλειψη ενημερώσεως της αρμόδιας αρχής για τη μεταβολή αυτή, η οποία συντελέστηκε κατόπιν της υποβολής της εν λόγω αιτήσεως.
21 Με απόφαση της 14ης Ιουλίου 1999, η προσφυγή της προσφεύγουσας στην κύρια δίκη απορρίφθηκε, διότι, σύμφωνα με το Verwaltungsgericht Dessau, είχε υποβάλει ψευδείς δηλώσεις σχετικά με την υπό αγρανάπαυση έκταση. Θα ήταν απολύτως σύμφωνος προς το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 3887/92, καθώς και προς το πνεύμα και τον σκοπό της διατάξεως αυτής, ο χαρακτηρισμός στοιχείων περιεχομένων στην αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων ως ψευδών, όχι μόνον όταν τα στοιχεία αυτά δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα κατά τον χρόνο υποβολής της εν λόγω αιτήσεως, αλλά και όταν καθίστανται ανακριβή εκ των υστέρων, ιδίως λόγω του ότι, μολονότι η κατάσταση μεταβλήθηκε σε σχέση με όσα ίσχυαν κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως, ο αιτών τη χορήγηση ενισχύσεων δεν προέβη σε διόρθωση της αιτήσεώς του. Η παράλειψη διορθώσεως μιας αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων, παρά την εκ των υστέρων μεταβολή των περιστάσεων, η οποία μπορεί να έχει επιπτώσεις στη χορήγηση των ενισχύσεων, συνιστά καθαυτή ψευδή δήλωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
22 Σύμφωνα με το Verwaltungsgericht Dessau, επιβάλλεται να ληφθεί επίσης υπόψη, ως αναγκαίο στοιχείο για την επιβολή της κυρώσεως, η υπαιτιότητα του αιτούντος. Συγκεκριμένα, το αργότερο στο τέλος Ιουνίου του 1996, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είχε συνειδητοποιήσει ότι οι συνθήκες χρησιμοποιήσεως της υπό αγρανάπαυση εκτάσεως έθιγαν το δικαίωμα ενισχύσεως, οπότε επελήφθη πάραυτα της απομακρύνσεως των αγελάδων από το οικείο αγροτεμάχιο. Μολονότι όμως γνώριζε ότι υποχρεούνταν να δηλώσει την πράξη αυτή, ουδέποτε ενημέρωσε την αρμόδια αρχή σχετικά με τη μείωση της εκτάσεως που περιήλθε σε κατάσταση παύσεως της καλλιέργειας.
23 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, η οποία παραδεκτώς προσέβαλε την εν λόγω απόφαση ενώπιον του Oberverwaltungsgericht του ομόσπονδου κράτους Σαξονίας-Άνχαλτ, θεωρεί ότι δικαιούται να επωφεληθεί πλήρως των ενισχύσεων που σχετίζονται με την αγρανάπαυση του οικείου αγροτεμαχίου. Η καθής της κύριας δίκης, αντιθέτως, ζητεί την κύρωση της πρωτόδικης αποφάσεως.
24 Το Oberverwaltungsgericht του ομόσπονδου κράτους Σαξονίας-Άνχαλτ, θεωρώντας ότι η επίλυση της διαφοράς της οποίας επελήφθη προϋποθέτει την ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού [3887/92] την έννοια ότι η "ψευδής δήλωση" αφορά υπαιτίως "τελούμενη πράξη" στο πλαίσιο της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεως και ότι, επομένως, δεν επιβάλλονται κυρώσεις σε περίπτωση παραλείψεως ενημερώσεως των αρμοδίων αρχών σχετικά με επελθούσα, μετά την υποβολή της αιτήσεως, μεταβολή που αφορά τους σκοπούς για τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση της ενισχύσεως;
2) Προϋποθέτουν οι περιπτώσεις των καλουμένων "μικρών" διαφορών του άρθρου 9, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού [3887/92] την ύπαρξη "ψευδούς δηλώσεως" ήδη κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως ή λαμβάνεται μόνον υπόψη η σύγκριση μεταξύ των περιλαμβανομένων στην αίτηση στοιχείων και των διαπιστώσεων του επιτόπιου ελέγχου;»
Επί των προδικαστικών ερωτημάτων
25 Με τα δύο αυτά ερωτήματα, που ενδείκνυται να συνεξετασθούν, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι κυρώσεις που προβλέπει επιβάλλονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο κάτοχος εκμεταλλεύσεως προέβη σε εσφαλμένες ή ψευδείς δηλώσεις κατά την υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων, αλλά δεν επιβάλλονται σε περιπτώσεις κατά τις οποίες παρέλειψε να ενημερώσει την αρμόδια αρχή σχετικά με τις μεταβολές που αφορούν τους σκοπούς για τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση των ενισχύσεων αυτών.
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
26 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης ισχυρίζεται ότι, αν το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92 ερμηνευθεί κατά το γράμμα και το πνεύμα του κανόνα που θέτει η διάταξη αυτή, το πεδίο εφαρμογής της κυρώσεως περιορίζεται στη δήλωση εσφαλμένων στοιχείων κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως ενώπιον της αρμόδιας αρχής.
27 Eιδικότερα, όσον αφορά τις κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92, η προσφεύγουσα της κύριας δίκης υποστηρίζει ότι, για να αποδειχθεί η ύπαρξη ψευδούς δηλώσεως, προϋπόθεση είναι τουλάχιστον «μια συμπεριφορά ικανή να παραπλανήσει έναν τρίτο ως προς το υποστατό της καταστάσεως, δημιουργώντας του εσφαλμένες εντυπώσεις». Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά τέτοια συμπεριφορά η παράλειψη ενημερώσεως της αρμόδιας αρχής σχετικά με μεταβολή της εν λόγω καταστάσεως. Κανένα στοιχείο δεν αποδεικνύει ότι η προσφεύγουσα της κύριας δίκης είχε την πρόθεση να επωφεληθεί δολίως, στο πλαίσιο της αγραναπαύσεως, πριμοδοτήσεων τις οποίες δεν δικαιούνταν.
28 Η προσφεύγουσα της κύριας δίκης φρονεί, επομένως, ότι η εξομοίωση της καταστάσεώς της με εκείνη του αιτούντος τη χορήγηση ενισχύσεων που, ήδη από το στάδιο της υποβολής της αιτήσεώς του, προβαίνει σε ψευδείς δηλώσεις, προκειμένου να επωφεληθεί των πριμοδοτήσεων που χορηγούνται στο πλαίσιο αγραναπαύσεως, δεν συνάδει προς τον σκοπό του άρθρου 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92.
29 Τόσο η καθής της κύριας δίκης όσο και η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι το πρώτο και το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92 εφαρμόζονται ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που δήλωσε ο κάτοχος εκμεταλλεύσεως, κατά την υποβολή της αιτήσεως, ήταν ακριβή και η κατάσταση μεταβλήθηκε μετά την υποβολή της αιτήσεως.
30 Η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή επισημαίνουν ότι η αντικειμενική ευθύνη του αιτούντος τη χορήγηση ενισχύσεων ανταποκρίνεται στον σκοπό του συνόλου του συστήματος επιβολής κυρώσεων, το οποίο προσβλέπει στην αποτροπή ή την καταστολή των μη συννόμων πράξεων και της απάτης.
31 Όσον αφορά το τρίτο εδάφιο του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, η καθής της κύριας δίκης, η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή θεωρούν ότι οι κυρώσεις που προβλέπει επιβάλλονται επίσης όταν το πταίσμα του αιτούντος τη χορήγηση ενισχύσεων, είτε τελέστηκε εκ προθέσεως είτε οφείλεται σε βαριά αμέλεια, έπεται της υποβολής της αιτήσεως. Πράγματι, για την αποτελεσματική καταπολέμηση της απάτης και άλλων σοβαρών μη συννόμων πράξεων, η εν λόγω διάταξη θα έπρεπε να καλύπτει όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορεί να προσαφθεί στον κάτοχο εκμεταλλεύσεως πταίσμα, εκ προθέσεως ή εκ βαριάς αμέλειας, ανεξαρτήτως του χρόνου τελέσεώς του.
32 Η Γαλλική Κυβέρνηση καταλήγει ότι, αν ο δικαιούχος ενισχύσεων παρέλειπε να γνωστοποιήσει τη μεταβολή που συντελέστηκε στο αγροτεμάχιό του, από την παράλειψη αυτή θα προέκυπτε οπωσδήποτε διαφορά μεταξύ της εκτάσεως που είχε δηλώσει στην αίτησή του και της εκτάσεως που διαπιστώθηκε πράγματι κατόπιν ελέγχου: πρόκειται περί της καταστάσεως που προβλέπει το άρθρο 9 του κανονισμού 3887/92.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
33 Επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι ο κανονισμός 3887/92 και, ειδικότερα, το άρθρο 9, έχει ως σκοπό, σύμφωνα με την πρώτη, την έβδομη και την ένατη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού, αντιστοίχως, να καταστεί δυνατή η μεταρρύθμιση της κοινής γεωργικής πολιτικής, να ελεγχθεί αποτελεσματικά η τήρηση των διατάξεων στον τομέα των κοινοτικών ενισχύσεων και να θεσπιστούν διατάξεις αποσκοπούσες στην πρόληψη και την επιβολή κυρώσεων κατά τρόπο αποτελεσματικό σε περιπτώσεις τελέσεως μη συννόμων πράξεων και απάτης.
34 Βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, η ενίσχυση «εκτάσεις» χορηγείται εξ ολοκλήρου οσάκις η δηλωθείσα στην αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεως έκταση ισοδυναμεί με την έκταση που καθορίζουν, κατόπιν ελέγχου, οι αρμόδιες αρχές και οσάκις πληρούνται όλοι οι όροι που θέτουν οι σχετικές κανονιστικές ρυθμίσεις.
35 Για να επιτευχθούν οι στόχοι που μνημονεύονται στη σκέψη 33 της παρούσας αποφάσεως και λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων των διαφόρων συστημάτων χορηγήσεως κοινοτικών ενισχύσεων, η εν λόγω διάταξη προβλέπει κυρώσεις κλιμακούμενες ανάλογα με τη σοβαρότητα της τελεσθείσας μη σύννομης πράξεως, σε περίπτωση κατά την οποία η έκταση που δηλώθηκε στην αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων «εκτάσεις» υπερβαίνει την έκταση που καθορίσθηκε κατόπιν ελέγχου και, κατά συνέπεια, σε περίπτωση μη τηρήσεως των όρων που προβλέπει το ΟΣΔΕ.
36 Πρώτον, προκειμένου για έκταση η οποία, ενώ έχει δηλωθεί ως ασήμαντη, υπερεκτιμήθηκε, καλόπιστα και ελλείψει επιδείξεως βαριάς αμέλειας, το άρθρο 9, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, πρώτη περίοδος, του κανονισμού 3887/92 προβλέπει μια απλή διόρθωση του ποσού της ενισχύσεως, το οποίο υπολογίζεται στο εξής βάσει της εκτάσεως που καθορίσθηκε πράγματι κατά τον έλεγχο.
37 Δεύτερον, όταν η επιπλέον δηλωθείσα έκταση υπερβαίνει το 3 % ή τα 2 εκτάρια και όχι το 20 % της καθορισθείσας κατά τον έλεγχο εκτάσεως, η πράγματι καθορισθείσα έκταση μειώνεται κατά το διπλάσιο της διαπιστωθείσας διαφοράς, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίοδος, του ίδιου κανονισμού.
38 Τρίτον, σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού, ουδεμία ενίσχυση σχετική με την έκταση χορηγείται αν ο κάτοχος εκμεταλλεύσεως υπερεκτίμησε, στην αίτησή του, σε ποσοστό άνω του 20 %, την έκταση για την οποία υποβλήθηκε αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων.
39 Τέλος, από το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92 προκύπτει ότι οι κάτοχοι εκμεταλλεύσεων που υπέβαλαν ψευδή δήλωση, εκ προθέσεως ή εκ βαριάς αμέλειας, δεν μπορούν, εν πάση περιπτώσει, να επωφεληθούν του εν λόγω συστήματος ενισχύσεων κατά τη διάρκεια του οικείου ημερολογιακού έτους, σε περίπτωση δε εσκεμμένης υποβολής ψευδούς δηλώσεως δεν μπορούν να επωφεληθούν του συστήματος ενισχύσεων ούτε και κατά το επόμενο ημερολογιακό έτος. Οι κυρώσεις αυτές επιβάλλονται ανεξαρτήτως του ύψους της διαφοράς που διαπιστώθηκε μεταξύ των δηλωθεισών εκτάσεων και των εκτάσεων που καθορίσθηκαν κατόπιν ελέγχου (απόφαση της 17ης Ιουλίου 1997, C-354/95, National Farmers' Union κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. Ι-4559, σκέψη 62).
40 Από τις εν λόγω διατάξεις του κανονισμού 3887/92 προκύπτει ότι η διαπίστωση διαφοράς μεταξύ της δηλωθείσας εκτάσεως και της εκτάσεως που οι αρμόδιες αρχές καθόρισαν πράγματι κατόπιν ελέγχων συνεπάγεται, καθαυτή, την επιβολή κυρώσεως.
41 Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, για να καταστεί δυνατή η επιβολή κυρώσεως δυνάμει του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92, δεν είναι αναγκαίο να είναι γνωστοί οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η απόκλιση που έχει διαπιστωθεί μεταξύ των δηλώσεων που περιέχονται στην αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων και του αποτελέσματος του ελέγχου που διενήργησαν οι αρμόδιες αρχές.
42 Συγκεκριμένα, ακόμη και αν αληθεύει ότι οι κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 9, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92 κλιμακώνονται ανάλογα με τη σοβαρότητα της τελεσθείσας μη σύννομης πράξεως, αυτό δεν επηρεάζει το ότι οι διατάξεις αυτές πρέπει να εφαρμόζονται ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που δήλωσε ο κάτοχος εκμεταλλεύσεως, κατά την υποβολή της αιτήσεως, ήταν ακριβή και η κατάσταση μεταβλήθηκε μετά την υποβολή της αιτήσεως.
43 Αυτή η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του κανονισμού 3887/92 συνάδει προς τις υποχρεώσεις που επιβάλλει στον αιτούντα τη χορήγηση ενισχύσεων ο οικείος κανονισμός.
44 Αφενός, από το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 3887/92 προκύπτει ότι η αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων «εκτάσεις» πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων στοιχείων, τη δήλωση του παραγωγού ότι έχει λάβει γνώση των όρων χορηγήσεως των σχετικών ενισχύσεων.
45 Οι διαδικασίες χορηγήσεως ενισχύσεων στο πλαίσιο του ΟΣΔΕ αφορούν μεγάλο αριθμό αιτήσεων. Η αποτελεσματική προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Κοινότητας, στο πλαίσιο αυτό, προϋποθέτει ότι οι δικαιούχοι ενισχύσεων μετέχουν ενεργώς στην ορθή διεξαγωγή των διαδικασιών αυτών και αναλαμβάνουν την ευθύνη για το εύλογο των ποσών των ενισχύσεων που τους χορηγούνται στο πλαίσιο του ΟΣΔΕ (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 16ης Μα_ου 2002, C-63/00, Schilling και Nehring, Συλλογή 2002, σ. Ι-4483, σκέψεις 34 και 37).
46 Αφετέρου, μετά το πέρας της καταληκτικής προθεσμίας που προβλέπεται για την υποβολή αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων «εκτάσεις», η εν λόγω αίτηση μπορεί να μεταβληθεί μόνον υπό ορισμένες συνθήκες, οι οποίες απαριθμούνται περιοριστικώς στο άρθρο 4, παράγραφος 2, στοιχείο α_, του κανονισμού 3887/92 και πρέπει να αιτιολογούνται δεόντως. Τέτοιες συνθήκες αποτελούν, μεταξύ άλλων, ο θάνατος, ο γάμος καθώς και η αγορά ή πώληση του οικείου αγροτεμαχίου.
47 Από τη διάταξη αυτή καθώς και από το άρθρο 6, παράγραφοι 4 και 5, του κανονισμού 3508/92 προκύπτει, πάντως, ότι μια αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων «εκτάσεις» μπορεί να μεταβληθεί, εντός ορισμένης προθεσμίας, και να ληφθεί υπόψη σε μεταγενέστερο στάδιο, όπως η αίτηση που προβλέπει το ΟΣΔΕ.
48 Εν όψει των προεκτεθέντων, επιβάλλεται, συνεπώς, η επισήμανση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92 έχει ως σκοπό τη σύγκριση μεταξύ των δηλώσεων που περιέχει η αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων και του αποτελέσματος των επιτόπιων ελέγχων, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινισθεί αν η διαπιστωθείσα, ενδεχομένως, διαφορά μεταξύ των εκτάσεων υφίστατο ή όχι κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως.
49 Όσον αφορά το άρθρο 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92 και το κατά πόσον η διάταξη αυτή μπορεί να ερμηνευθεί ως αφορώσα μόνον τις δηλώσεις ψευδών στοιχείων, εκ προθέσεως ή εκ βαριάς αμέλειας, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων, προκύπτει, τόσο από τον σκοπό της διατάξεως αυτής όσο και από την οικονομία του εν λόγω άρθρου 9, εξεταζομένου στο σύνολό του, ότι μια τέτοια συσταλτική ερμηνεία δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
50 Συγκεκριμένα, για να επιτευχθεί ο σκοπός του άρθρου 9, παράγραφος 2, ήτοι η αποτελεσματική πρόληψη και η καταστολή των μη συννόμων πράξεων και της απάτης, είναι αναγκαία η εφαρμογή του τρίτου εδαφίου της διατάξεως αυτής όχι μόνο σε περιπτώσεις ψευδών δηλώσεων στις οποίες προβαίνει ο αιτών, εκ προθέσεως ή εκ βαριάς αμέλειας, κατά την υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων, αλλά και σε περιπτώσεις κατά τις οποίες τα στοιχεία που δηλώνονται στην εν λόγω αίτηση δεν συμπίπτουν με την πραγματικότητα, όπως αυτή διαπιστώνεται κατόπιν της υποβολής της αιτήσεως, λόγω μεταβολής της αρχικής καταστάσεως.
51 Συναφώς, όπως ορθώς επισήμανε η Γαλλική Κυβέρνηση, αν ο αιτών τη χορήγηση ενισχύσεων παραλείψει να κοινοποιήσει τη μεταβολή που συντελέστηκε στο αγροτεμάχιο για το οποίο ζήτησε να του χορηγηθούν οι εν λόγω ενισχύσεις, από την παράλειψη αυτή προκύπτει οπωσδήποτε διαφορά μεταξύ της εκτάσεως που είχε δηλώσει στην αίτησή του και της εκτάσεως που καθορίσθηκε πράγματι κατόπιν ελέγχου, περίπτωση που προβλέπει ακριβώς το άρθρο 9 του κανονισμού 3887/92. Συνεπώς, η εμμονή σε μια αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων υπό τους όρους υπό τους οποίους υποβλήθηκε, παρά την εκ των υστέρων μεταβολή των περιστάσεων που μπορεί να έχει επιπτώσεις στη χορήγηση των ενισχύσεων συνιστά, αφ' εαυτής, μη σύννομη πράξη κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως.
52 Εξάλλου, όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο με τη σκέψη 37 της αποφάσεως Schilling και Nehring, από τις διατάξεις των κανονισμών 3508/92 και 3887/92 προκύπτει ότι οι εθνικές αρχές δεν είναι υποχρεωμένες ούτε είναι, κυρίως, σε θέση να πραγματοποιούν ελέγχους για να εξακριβώνουν το αληθές όλων των δηλώσεων που περιλαμβάνονται στις αιτήσεις χορηγήσεως ενισχύσεων που τους υποβάλλονται. Στο πλαίσιο του ΟΣΔΕ, εναπόκειται στους κατόχους εκμεταλλεύσεων να υποβάλλουν αιτήσεις χορηγήσεως ενισχύσεων για εκτάσεις που πληρούν τους όρους που απαιτούνται για τη χορήγησή τους και να ενημερώνουν τις αρμόδιες αρχές για κάθε μεταβολή των περιστάσεων που συντελείται κατόπιν της υποβολής της αιτήσεως.
53 Επομένως, η ερμηνεία του άρθρου 9, παράγραφος 2, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 3887/92, στην οποία προέβη η προσφεύγουσα της κύριας δίκης, σύμφωνα με την οποία ουδεμία κύρωση μπορεί να επιβληθεί αν η υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων δεν πάσχει καμία πλημμέλεια, οπότε οι μεταβολές των περιστάσεων, οι οποίες έχουν επιπτώσεις στη χορήγηση ή τη διατήρηση των οικείων ενισχύσεων, στερούνται συνεπειών, δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
54 Η ερμηνεία αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει έναυσμα για έναν αιτούντα τη χορήγηση ενισχύσεων να υποβάλει αίτηση χορηγήσεως ενισχύσεων πληρούσα όλους τους κανονιστικούς όρους που θέτει ο ΟΣΔΕ και να μην διορθώσει τα στοιχεία που περιέχει η εν λόγω αίτηση, όταν καταστούν εσφαλμένα, κατόπιν της υποβολής της, δεδομένου ότι καμία κύρωση δεν θα μπορούσε να του επιβληθεί.
55 Ως προς το ζήτημα ποια από τις κυρώσεις του άρθρου 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92 εφαρμόζεται στην περίπτωση της υποθέσεως της κύριας δίκης, επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι εναπόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει τον βαθμό σοβαρότητας της τελεσθείσας μη σύννομης πράξεως και, ειδικότερα, να αποφανθεί επί του αν η παράλειψη του αιτούντος τη χορήγηση ενισχύσεων να ενημερώσει την αρμόδια αρχή σχετικά με τις μεταβολές που αφορούν τους σκοπούς για τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση της ενισχύσεως ήταν εσκεμμένη ή οφείλεται σε βαριά αμέλεια, κατά την έννοια του τρίτου εδαφίου της διατάξεως αυτής.
56 Εν όψει των προεκτεθέντων, στα υποβληθέντα ερωτήματα επιβάλλεται να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού 3887/92 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι κυρώσεις που προβλέπει δεν αφορούν μόνον την περίπτωση κατά την οποία ο κάτοχος εκμεταλλεύσεως προέβη σε εσφαλμένες ή ψευδείς δηλώσεις κατά την υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων, αλλά εφαρμόζονται επίσης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες παραλείπει να ενημερώσει την αρμόδια αρχή σχετικά με μεταβολές που αφορούν τους σκοπούς για τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση των ενισχύσεων αυτών.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
57 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, που υπέβαλαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε, με διάταξη της 7ης Σεπτεμβρίου 2000, το Oberverwaltungsgericht του ομόσπονδου κράτους Σαξονίας-Άνχαλτ, αποφαίνεται:
Το άρθρο 9, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3887/92 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1992, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του ολοκληρωμένου συστήματος διαχειρίσεως και ελέγχου σχετικά με ορισμένα καθεστώτα κοινοτικών ενισχύσεων, όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς (ΕΚ) 229/95 της Επιτροπής, της 3ης Φεβρουαρίου 1995, και 1648/95 της Επιτροπής, της 6ης Ιουλίου 1995, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι κυρώσεις που προβλέπει δεν αφορούν μόνον την περίπτωση κατά την οποία ο κάτοχος εκμεταλλεύσεως προέβη σε εσφαλμένες ή ψευδείς δηλώσεις κατά την υποβολή της αιτήσεως χορηγήσεως ενισχύσεων, αλλά εφαρμόζονται επίσης στις περιπτώσεις κατά τις οποίες παραλείπει να ενημερώσει την αρμόδια αρχή σχετικά με μεταβολές που αφορούν τους σκοπούς για τους οποίους προβλέπεται η χορήγηση των ενισχύσεων αυτών.
Full & Egal Universal Law Academy