Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Κοινό Δασμολόγιο - Δασμολογητέα αξία - Καθορισμός για τα οπωροκηπευτικά του κανονισμού 3223/94 - Εφαρμογή των ειδικών κανόνων του κανονισμού αυτού
(Κανονισμός 2913/92 του Συμβουλίου, άρθρα 29 έως 36· κανονισμοί της Επιτροπής 2454/93, άρθρα 173 έως 177, και 3223/94, άρθρο 5)
2. Κοινό Δασμολόγιο - Δασμολογητέα αξία - Καθορισμός για τα οπωροκηπευτικά του κανονισμού 3223/94 - Καθορισμός βάσει της τιμής εισόδου των προϊόντων - Κύρος του αντίστοιχου κανονισμού
(Κανονισμοί της Επιτροπής 3223/94, άρθρο 5, και 1498/98)
3. Κοινό Δασμολόγιο - Δασμολογητέα αξία - Καθορισμός για τα οπωροκηπευτικά του κανονισμού 3223/94 - Άρθρο 5 του κανονισμού αυτού προβλέπον διάφορες μεθόδους καθορισμού - Δυνατότητα του εισαγωγέα, στο πλαίσιο μιας μόνον εκ των μεθόδων, να προβεί σε προσωρινή ένδειξη
(Κανονισμοί της Επιτροπής 2454/93, άρθρο 254, και 3223/94, άρθρο 5)
Περίληψη
1. Η δασμολογητέα αξία των οπωροκηπευτικών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3223/94, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος κατά την εισαγωγή οπωροκηπευτικών, πρέπει, για την περίοδο από 18 Μαρτίου 1997 έως και 17 Ιουλίου 1998 (προηγουμένη της ενάρξεως της ισχύος των τροποποιήσεων του κανονισμού) να καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες καθορισμού της τιμής εισόδου του άρθρου 5 του κανονισμού αυτού και όχι σύμφωνα με τους γενικούς κανόνες του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και του εκτελεστικού του κανονισμού.
Συγκεκριμένα, ο εν λόγω κανονισμός, τον οποίο η Επιτροπή εξουσιοδοτείτο να εκδώσει, αποσκοπεί στην τροποποίηση των κανόνων καθορισμού της δασμολογητέας αξίας για τα οπωροκηπευτικά, ενώ με διατάξεις της γεωργικής νομοθεσίας μπορούν νομίμως να θεσπιστούν ειδικοί σε σχέση με τους προβλεπόμενους στον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα κανόνες.
( βλ. σκέψεις 69, 78-79, 82, διατακτ. 1 )
2. Ο κανονισμός 1498/98, για τροποποίηση του κανονισμού 3223/94, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος κατά την εισαγωγή οπωροκηπευτικών, ο οποίος, προσθέτοντας την παράγραφο 1β στο άρθρο 5 του κανονισμού 3223/94, ορίζει ότι η δασμολογητέα αξία των οπωροκηπευτικών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού πρέπει να καθορίζεται σε βάση όμοια με αυτήν της τιμής εισόδου των προϊόντων στην Κοινότητα, δεν είναι άκυρος ούτε λόγω υπερβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής των εξουσίων της, ούτε λόγω παραβάσεως των διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας, ούτε λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου σχετικού με τους κανόνες εκδόσεως των εκτελεστικών μέτρων του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
( βλ. σκέψεις 92-104, διατακτ. 2 )
3. Το άρθρο 5 του κανονισμού 3223/94, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος κατά την εισαγωγή οπωροκηπευτικών, το οποίο παρέρει στον εισαγωγέα προϊόντων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ τριών μεθόδων καθορισμού της τιμής εισόδου των προϊόντων του, πρέπει να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι ο εισαγωγέας που δεν είναι σε θέση να προβεί σε οριστική ένδειξη της δασμολογητέας αξίας κατά τη στιγμή του εκτελωνισμού μπορεί να προβεί σε προσωρινή ένδειξη της αξίας αυτής βάσει του άρθρου 254 του κανονισμού 2454/93, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, μόνον όταν η αξία των προϊόντων αυτών καθορίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 3223/94, ήτοι όταν η αξία των προϊόντων μπορεί να καθορίζεται με βάση τη μοναδιαία αξία που αντιστοιχεί στις πωλήσεις πανομοιότυπων ή ομοειδών εισαγόμενων προϊόντων.
Το ζήτημα της δυνατότητας ενός εισαγωγέα να προβεί σε προσωρινή ένδειξη της δασμολογητέας αξίας δεν ανακύπτει για τις μεθόδους καθορισμού της τιμής εισόδου προϊόντων των στοιχείων α_ και γ_ της εν λόγω διατάξεως.
( βλ. σκέψεις 107, 110, 112, διατακτ. 3 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-422/00,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του VAT and Duties Tribunal, London (Ηνωμένο Βασίλειο), προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Capespan International plc
και
Commissioners of Customs & Excise,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, αφενός, ως προς την ερμηνεία των άρθρων 28 έως 36 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1), 141 έως 181α του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (EE L 253, σ. 1), και 5 του κανονισμού (ΕΚ) 3223/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις λεπτομέρειες της εφαρμογής του καθεστώτος κατά την εισαγωγή οπωροκηπευτικών (EE L 337, σ. 66), και, αφετέρου, ως προς το κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1498/98 της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 1998, για τροποποίηση του κανονισμού 3223/94 (EE L 198, σ. 4),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Wathelet (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, C. W. A. Timmermans, D. A. O. Edward, P. Jann και S. von Bahr, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματέας: Μ.-F. Contet, υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Capespan International plc, εκπροσωπούμενη από τον G. Salmond, solicitor,
- η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από την R. Magrill, επικουρούμενη από τον N. Paines, QC,
- η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους C. Brown και K. Fitch,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Capespan International plc, εκπροσωπούμενης από τον G. Salmond, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπούμενης από την G. Amodeo, επικουρούμενη από τον C. Vajda, QC, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από τους C. Brown και K. Fitch, κατά τη συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου 2002,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 13ης Ιουνίου 2002,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 2000, που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 14 Νοεμβρίου 2000, το VAT και Duties Tribunal, London, υπέβαλε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 234 ΕΚ, πέντε προδικαστικά ερωτήματα σχετικά, αφενός, με την ερμηνεία των άρθρων 28 έως 36 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 1992, περί θεσπίσεως κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (ΕΕ L 302, σ. 1, στο εξής: κοινοτικός τελωνειακός κώδικας), 141 έως 181α του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού 2913/92 (EE L 253, σ. 1, στο εξής: κανονισμός εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα), και του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΚ) 3223/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις λεπτομέρειες της εφαρμογής του καθεστώτος κατά την εισαγωγή οπωροκηπευτικών (EE L 337, σ. 66), και, αφετέρου, με το κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1498/98 της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 1998, για τροποποίηση του κανονισμού 3223/94 (EE L 198, σ. 4).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της εταιρίας Capespan International plc (στο εξής: Capespan) και των Commissioners of Customs & Excise (τελωνειακή αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου, στο εξής: Commissioners) σχετικά με τον τρόπο υπολογισμού της δασμολογητέας αξίας ορισμένων φρούτων εισαχθέντων από τρίτες χώρες και εμπιπτόντων στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3223/94.
Το νομικό πλαίσιο
Η τελωνειακή νομοθεσία
3 Ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας περιλαμβάνει γενικούς κανόνες σχετικούς με την επιβολή δασμών στις εισαγωγές στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Οι γενικοί αυτοί κανόνες συμπληρώνονται από εκτελεστικές διατάξεις που περιλαμβάνονται στον κανονισμό εφαρμογής του ως άνω κώδικα.
4 Το άρθρο 20, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι οι εισαγωγικοί δασμοί υπολογίζονται βάσει του δασμολογίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο θεσπίζεται ετησίως.
5 Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2658/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη δασμολογική και στατιστική ονοματολογία και το Κοινό Δασμολόγιο (ΕΕ L 256, σ. 1), περιλαμβάνει, στο παράρτημά του Ι, το οποίο τροποποιείται ετησίως, τη Συνδυασμένη Ονοματολογία και πίνακα των δασμών του Κοινού Δασμολογίου. Το κείμενο του ως άνω παραρτήματος Ι που είναι κρίσιμο για τη διαφορά της κύριας δίκης είναι, για το έτος 1997, ο κανονισμός (ΕΚ) 1734/96 της Επιτροπής, της 9ης Σεπτεμβρίου 1996, που τροποποιεί το παράρτημα Ι του κανονισμού 2658/87 (ΕΕ L 238, σ. 1), και, για το έτος 1998, ο κανονισμός (ΕΚ) 2086/97 της Επιτροπής, της 4ης Νοεμβρίου 1997, που τροποποιεί το παράρτημα Ι του κανονισμού 2658/87 (ΕΕ L 312, σ. 1).
6 Το παράρτημα Ι του κανονισμού 2658/87 περιλαμβάνει τη Συνδυασμένη Ονοματολογία και τον πίνακα δασμών επί «προϊόντων για τα οποία ισχύει η τιμή εισόδου» (βλ. μέρος τρίτο του παραρτήματος Ι, με τίτλο «Παραρτήματα δασμολογίου», τμήμα Ι, περί «γεωργικών παραρτημάτων», παράρτημα 2, που αφορά τα «Προϊόντα για τα οποία ισχύει η τιμή εισόδου»).
7 Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά παρτίδες γεωμήλων και άλλων φρούτων εισαχθέντων στην Κοινότητα από τρίτες χώρες. Οι δασμοί επί των προϊόντων αυτών εξαρτώνται από την ποικιλία τους και από την τιμή εισόδου καθώς και από την ημερομηνία εισαγωγής στην Κοινότητα. Οι δασμοί αποτελούνται από δύο μέρη, το πρώτο από τα οποία αντιστοιχεί σε δασμό επί της αξίας που ποικίλλει ανάλογα με την αξία των εμπορευμάτων, ενώ το δεύτερο είναι ειδικός δασμός, εκφραζόμενος σε ECU ανά 100 kg καθαρού βάρους (ανάλογα με τη δασμολογική κατάταξη), και υπολογίζεται με βάση την τιμή εισόδου, προς την οποία είναι αντιστρόφως ανάλογος.
8 Τα άρθρα 28 έως 36 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα θεσπίζουν τους γενικούς κανόνες περί προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων, με βάση την οποία υπολογίζονται οι δασμοί επί της αξίας.
9 Το άρθρο 29, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα θεσπίζει τη βασική αρχή κατά την οποία η αξία αυτή υπολογίζεται στον τόπο εισαγωγής των εμπορευμάτων στο τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας. Ο υπολογισμός γίνεται με βάση τη συναλλακτική αξία, ήτοι την «πράγματι πληρωθείσα ή πληρωτέα για τα εμπορεύματα τιμή, όταν πωλούνται προς εξαγωγή με προορισμό το τελωνειακό έδαφος της Κοινότητας», εφόσον η τιμή αυτή έχει ή μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει συμφωνηθεί μεταξύ πωλητή και αγοραστή που δεν συνδέονται μεταξύ τους. Πάντως, η τιμή πρέπει να αποτελέσει το αντικείμενο ορισμένων προσαρμογών, οι οποίες περιγράφονται στα άρθρα 32 και 33 του ως άνω κώδικα. Επί πλέον, αν η συναλλακτική αξία δεν μπορεί να καθοριστεί οριστικώς πριν από την είσοδο των εμπορευμάτων στην Κοινότητα, ο εισαγωγέας έχει τη δυνατότητα, εφόσον τηρεί ορισμένες προϋποθέσεις, να δηλώσει προσωρινά την αξία των εμπορευμάτων σύμφωνα με το άρθρο 254 του κανονισμού εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
10 Όταν η εφαρμογή του άρθρου 29 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα δεν καθιστά δυνατό τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, το άρθρο 30 αυτού ορίζει άλλες μεθόδους που μπορούν να εφαρμοστούν διαδοχικά για τον σκοπό αυτόν.
11 Όσον αφορά τον καθορισμό της αξίας εμπορευμάτων που δεν διατηρούνται, το άρθρο 36 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προβλέπει ότι, κατόπιν αιτήσεως του εισαγωγέα, μπορούν να εφαρμοστούν απλουστευμένοι κανόνες αντί των κανόνων που παρατέθηκαν στις σκέψεις 8 και 9 της παρούσας αποφάσεως. Πρόκειται για τους κανόνες των άρθρων 173 έως 177 του κανονισμού εφαρμογής του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
Η γεωργική νομοθεσία και το σύστημα των τιμών εισαγωγής που θεσπίστηκε με τον κανονισμό 3223/94
12 Έως και το 1994, οι εμπίπτουσες στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3223/94 εισαγωγές φρούτων και νωπών λαχανικών υπόκεινταν σε καθεστώς «τιμής αναφοράς». Κατά το καθεστώς αυτό, επί πλέον των δασμών επί της αξίας σύμφωνα με τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα, μπορούσαν να εισπραχθούν ειδικοί δασμοί επί των προϊόντων συγκεκριμένης προελεύσεως, όταν η μέση τιμή του συνόλου των εισαγωγών που προέρχονταν από το κράτος αυτός ήταν κατώτερη από την καθορισθείσα τιμή αναφοράς.
13 Οι ειδικοί αυτοί δασμοί ήταν ανάλογοι προς τη διαφορά μεταξύ της τιμής αναφοράς και της μέσης τιμής του συνόλου των εισαγωγών που προέρχονταν από το ως άνω κράτος. Το σύστημα αυτό σκοπούσε να διασφαλίσει ότι η τιμή των εισαγωγών που θα διετίθεντο στην κοινοτική αγορά θα ήταν ανάλογη με την τιμή που ισχύει, χάρη στη λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών, για προϊόντα ίδιου τύπου καλλιεργούμενα εντός της Κοινότητας.
14 Το σύστημα των τιμών αναφοράς επανεξετάστηκε με την υπογραφή, στις 15 Απριλίου 1994, της τελικής πράξεως περί περατώσεως των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης, της συμφωνίας περί ιδρύσεως του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (στο εξής: ΠΟΕ), καθώς και των συμφωνιών που περιλαμβάνονται στα παραρτήματα 1 έως 4 της εν λόγω συμφωνίας, που εγκρίθηκαν εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 94/800/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με την εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σύναψη των συμφωνιών που απέρρευσαν από τις πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994), καθόσον αφορά τα θέματα που εμπίπτουν στις αρμοδιότητές της (ΕΕ L 336, σ. 1). Συγκεκριμένα, κατόπιν των παραχωρήσεων εκ μέρους της Κοινότητας με τη συμφωνία για τη γεωργία που συνήφθη στο πλαίσιο του κύκλου της Ουρουγουάης, το σύστημα των τιμών αναφοράς αντικαταστάθηκε με το σύστημα των τιμών εισόδου.
15 Το σύστημα των τιμών εισόδου διέπεται από τον κανονισμό 3223/94 και στηρίζεται στο άρθρο 23, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1035/72 του Συμβουλίου, της 18ης Μα_ου 1972, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/007, σ. 250, στο εξής: βασικός κανονισμός), όπως τροποποιήθηκε με το παράρτημα XIII του κανονισμού (ΕΚ) 3290/94 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις προσαρμογές και τα μεταβατικά μέτρα στον τομέα της γεωργίας που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των συμφωνιών οι οποίες έχουν συναφθεί στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του Γύρου της Ουρουγουάης (ΕΕ L 349, σ. 105, στο εξής: βασικός κανονισμός, όπως τροποποιήθηκε).
16 Το άρθρο 23 του βασικού κανονισμού, όπως τροποποιήθηκε, ορίζει τα εξής:
«1. Εφόσον ο παρών κανονισμός δεν ορίζει το αντίθετο, οι δασμολογικοί συντελεστές του Κοινού Δασμολογίου εφαρμόζονται για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2.
2. Εφόσον η εφαρμογή των δασμών του Κοινού Δασμολογίου εξαρτάται από την τιμή εισόδου της εισαγόμενης παρτίδας, η αυθεντικότητα της εν λόγω τιμής επαληθεύεται μέσω της κατ' αποκοπήν τιμής εισαγωγής, η οποία υπολογίζεται από την Επιτροπή, ανά καταγωγή και ανά προϊόν, με βάση την μέση σταθμισμένη τιμή των συγκεκριμένων προϊόντων στις αντιπροσωπευτικές αγορές εισαγωγής των κρατών μελών ή, ενδεχομένως, σε άλλες αγορές.
3. Εφόσον η δηλωθείσα τιμή εισόδου της συγκεκριμένης παρτίδας είναι ανώτερη της κατ' αποκοπήν αξίας εισαγωγής, επαυξημένης κατά ένα περιθώριο που θεσπίζεται σύμφωνα με την παράγραφο 5 και το οποίο δεν μπορεί να υπερβαίνει την κατ' αποκοπήν αξία πάνω από 10 % απαιτείται η κατάθεση εγγύησης ίσης προς τους εισαγωγικούς δασμούς η οποία καθορίζεται βάσει της κατ' αποκοπήν αξίας εισαγωγής.
4. Εφόσον η τιμή εισόδου της συγκεκριμένης παρτίδας δεν δηλώθηκε τη στιγμή της διέλευσης από το τελωνείο, η εφαρμογή των δασμών του Κοινού Δασμολογίου εξαρτάται από την κατ' αποκοπή αξία εισαγωγής ή από την εφαρμογή, υπό προϋποθέσεις που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 5, των σχετικών διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας.
5. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 33.»
17 Το άρθρο αυτό επαναλαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό στο άρθρο 32 του κανονισμού (ΕΚ) 2200/96 του Συμβουλίου, της 28ης Οκτωβρίου 1996, για την κοινή οργάνωση των αγορών στον τομέα των οπωροκηπευτικών (ΕΕ L 297, σ. 1, στο εξής: νέος βασικός κανονισμός), που κατάργησε και αντικατέστησε τον βασικό κανονισμό.
18 Το σύστημα των τιμών εισόδου που θέσπισε ο κανονισμός 3223/94 καθιστά δυνατή την επιβολή στα οπωροκηπευτικά, επί πλέον των δασμών επί της αξίας, ειδικών τελωνειακών δασμών όταν η τιμή εισόδου στην Κοινότητα είναι κατώτερη από την κατ' αποκοπή τιμή εισαγωγής, την οποία υπολογίζει η Επιτροπή κάθε εργάσιμη μέρα για κάθε προϊόν και για κάθε προέλευση. Η κατ' αποκοπήν τιμή εισαγωγής αντιστοιχεί στον μέσο σταθμισμένο όρο των αντιπροσωπευτικών τιμών, οι οποίες μειώνονται κατ' αποκοπήν κατά 5 ECU ανά 100 kg, καθώς και κατά τους κατ' αξίαν δασμούς (άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3223/94).
19 Οι κανόνες για τον προσδιορισμό της «τιμής εισόδου» των οπωροκηπευτικών καθορίζονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3223/94. Η τιμή εισόδου των προϊόντων χρησιμοποιείται ως βάση για την κατάταξή στο Κοινό Δασμολόγιο και για τον προσδιορισμό των τυχόν καταβλητέων ειδικών δασμών. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3223/94 επιτρέπει στον εισαγωγέα οπωροκηπευτικών να επιλέξει μεταξύ τριών μεθόδων προσδιορισμού της τιμής εισόδου των παρτίδων του. Κατ' επιλογή του εισαγωγέα, η τιμή εισόδου πρέπει να είναι ίση:
α) είτε με την τιμή fob («free on board») των προϊόντων στη χώρα καταγωγής, προσαυξημένη με τα έξοδα ασφαλίσεως και μεταφοράς μέχρι τα σύνορα του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας, εφόσον η τιμή ή τα έξοδα αυτά είναι γνωστά κατά τη στιγμή της δηλώσεως θέσεως των προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία (άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του κανονισμού 3223/94)·
β) είτε με τη δασμολογητέα αξία που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα (άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 3223/94), ήτοι την αξία που βασίζεται επί της τιμής μονάδας που αντιστοιχεί στις πωλήσεις μέσα στην Κοινότητα εισαγομένων προϊόντων ή προϊόντων πανομοιότυπων ή ομοειδών·
γ) είτε με την κατ' αποκοπή αξία κατά την εισαγωγή, η οποία υπολογίζεται από την Επιτροπή και ισχύει για το οικείο προϊόν και την οικεία προέλευση.
20 Ο κανονισμός 3223/94 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 1498/98 από 18ης Ιουλίου 1998. Ο κανονισμός 1498/98 προσέθεσε την παράγραφο 1β στο άρθρο 5 του κανονισμού 3223/94.
21 Η παράγραφος 1β ορίζει τα εξής:
«Όταν η τιμή εισόδου καθορίζεται με βάση την τιμή fob των προϊόντων στη χώρα καταγωγής, η δασμολογητέα αξία καθορίζεται με βάση την πώληση που αφορά η τιμή αυτή.
Όταν η τιμή εισόδου υπολογίζεται σύμφωνα με μία των διαδικασιών που προβλέπονται στην παράγραφο 1, στοιχεία β_ ή γ_ ή στην παράγραφο 1α, στοιχείο β_, η δασμολογητέα αξία υπολογίζεται με την ίδια βάση όπως και η τιμή εισόδου.»
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
22 Η Capespan είναι εισαγωγέας φρούτων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά την περίοδο από 18 Μαρτίου 1997 έως 24 Αυγούστου 1998, εισήγαγε παρτίδες φρούτων από τη Νότια Αφρική, ιδίως μήλων, που υπάγονται στο θεσπισθέν με τον κανονισμό 3223/94 σύστημα τιμών εισόδου.
23 Η Capespan, θεωρώντας ότι θα μπορούσε να εφαρμόσει το άρθρο 29 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των φρούτων που κατ' αυτόν τον τρόπο εισήγαγε, υπέβαλε ελλιπείς τελωνειακές διασαφήσεις βάσει του άρθρου 254 του εκτελεστικού κανονισμού του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, δηλώνοντας προσωρινή ένδειξη της αξίας των εισαχθέντων φρούτων. Η τελική συναλλακτική αξία που η Capespan θεωρούσε αναγκαία για τον υπολογισμό της οριστικής αξίας για τους σκοπούς του άρθρου 29 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα δεν ήταν γνωστή μέχρι το τέλος της περιόδου κατά την οποία τα φρούτα εισήχθησαν.
24 Έτσι, μεταξύ της Capespan και των Commissioners ανέκυψε διαφορά όσον αφορά τον προσδιορισμό της αξίας των υπαγόμενων στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3223/94 φρούτων.
25 Οι Commissioners, με το από 23 Σεπτεμβρίου 1998 έγγραφό τους, γνωστοποίησαν στην Capespan ότι ενήργησε εσφαλμένα και ότι η δασμολογητέα αξία των οικείων φρούτων έπρεπε να προσδιοριστεί σύμφωνα με τις μεθόδους του άρθρου 5 του κανονισμού 3223/94. Ισχυρίστηκαν ότι, μεταξύ των μεθόδων αυτών, μόνον η διαλαμβανόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του εν λόγω κανονισμού - διάταξη κατά την οποία ο εισαγωγέας βασίζεται στην κατ' αποκοπή αξία κατά την εισαγωγή που καθορίζει η Επιτροπή - μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την Capespan, με αποτέλεσμα οι μελλοντικές εισαγωγές εμπορευμάτων εμπιπτόντων στον κανονισμό 3223/94 να μην πρέπει να αποτελούν αντικείμενο τελωνειακής διασαφήσεως με την καταβολή προμηθείας, αλλά η αξία τους να πρέπει να δηλώνεται απ' ευθείας χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της κατ' αποκοπήν αξίας κατά την εισαγωγή.
26 Η Capespan υπέβαλε ένσταση κατά της αποφάσεως αυτής των Commissioners, πλην όμως η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε με δύο αποφάσεις των Commissioners της 25ης Νοεμβρίου και της 3ης Δεκεμβρίου 1998. Με τις αποφάσεις αυτές διευκρινίστηκε επίσης ότι, με την εφαρμογή των μεθόδων προσδιορισμού της αξίας που προβλέπονται στο άρθρο 5 του κανονισμού 3223/94, η Capespan μπορούσε να προβεί σε πλήρεις τελωνειακές διασαφήσεις σχετικά με τη δασμολογητέα αξία των εισαχθέντων προϊόντων και ότι έπρεπε να σταματήσει να προβαίνει σε ελλιπείς διασαφήσεις σύμφωνα με το άρθρο 254 του εκτελεστικού κανονισμού του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
27 Η Capespan προσέφυγε κατά των αποφάσεων αυτών στο VAT and Duties Tribunal, London.
28 Κατά τη διάρκεια της ενώπιόν του διαδικασίας, οι διάδικοι της κύριας δίκης συμφώνησαν ότι η Capespan μπορούσε, κατ' αρχήν, να εφαρμόσει οποιαδήποτε από τις μεθόδους του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3223/94 για τον καθορισμό της τιμής εισόδου των εισαγόμενων προϊόντων. Όμως, η Capespan αμφισβητεί ότι η μέθοδος που εφαρμόζεται για τον καθορισμό της εν λόγω τιμής πρέπει επίσης να εφαρμοστεί και για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των εν λόγω προϊόντων.
29 Ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, η Capespan υποστηρίζει ότι:
- η δασμολογητέα αξία των φρούτων που εισήγαγε θα έπρεπε να καθοριστεί σύμφωνα με τους διαδοχικώς ισχύοντες κανόνες καθορισμού των άρθρων 28 έως 36 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και 141 έως 181α του εκτελεστικού κανονισμού του εν λόγω κώδικα·
- δεν είναι ορθή η ερμηνεία του κανονισμού 3223/94 υπό την έννοια ότι προβλέπει μια μέθοδο καθορισμού της δασμολογητέας αξίας που παρεκκλίνει από τους προπαρατεθέντες στην αμέσως ανωτέρω πρώτη περίπτωση κανόνες καθορισμού·
- δεν είναι ορθό να εξομοιώνεται, όπως πράττουν οι Commissioners, η δασμολογητέα αξία με την τιμή εισόδου·
- ο κανονισμός 1498/98 είναι άκυρος, εφόσον η Επιτροπή υπερέβη τις εξουσίες της κατά τη θέσπιση του μέτρου αυτού, το οποίο απαιτεί η αξία των εμπορευμάτων που απαριθμούνται στο παράρτημα του κανονισμού 3223/94 να είναι ίση προς την τιμή εισόδου των εμπορευμάτων αυτών·
- είχε, κατ' αρχήν, το δικαίωμα να εφαρμόσει οποιαδήποτε από τις μεθόδους του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3223/94 για να καθορίσει την τιμή εισόδου και, επομένως, δεν μπορούσε να υποχρεωθεί να εφαρμόσει τη μέθοδο της κατ' αποκοπή αξίας κατά την εισαγωγή, και
- είχε το δικαίωμα να προβεί σε ατελείς διασαφήσεις, πράγμα που της παρείχε τη δυνατότητα να μην προβεί σε ένδειξη της δασμολογητέας αξίας κατά τον χρόνο εισαγωγής σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 254 έως 259 του εκτελεστικού κανονισμού του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
Α30 Αντίθετα προς την άποψη της Capespan, οι Commissioners ισχυρίζονται ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι, κατ' αρχήν, ένας εισαγωγέας μπορεί να εφαρμόσει οποιαδήποτε από τις μεθόδους που προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3223/94. Κατ' αυτούς, πάντως, η Capespan δεν μπορούσε, στην πραγματικότητα, να χρησιμοποιήσει την πρώτη μέθοδο, διότι τα φρούτα που εισάγει πωλούνται σε προσωρινή τιμή η οποία προσαρμόζεται κατά το τέλος της περιόδου καλλιέργειας, οπότε η τιμή εισόδου δεν είναι γνωστή κατά τον χρόνο της εισαγωγής. Κατά τους Commissioners, η Capespan μπορούσε, στην πράξη, να εφαρμόσει τη δεύτερη μέθοδο, πλην όμως έπρεπε, στην περίπτωση αυτή να συστήσει εγγύηση υπολογιζομένη σύμφωνα με την κατ' αποκοπή αξία κατά την εισαγωγή και να προβεί στον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του κανονισμού 3223/94. Επομένως, η Capespan θα έπρεπε να καταβάλει δασμούς υπολογιζομένους βάσει της αξίας αυτής. Τέλος, κατά τους Commissioners, δεν υπάρχει, ούτε για λόγους αρχής ούτε στην πράξη, λόγος μη εφαρμογής της τρίτης μεθόδου του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3223/94.
31 Οι Commissioners αμφισβητούν ότι η Capespan έχει το δικαίωμα, όπως η ίδια ισχυρίζεται,
α) να χρησιμοποιήσει την κατ' αποκοπή αξία κατά την εισαγωγή για να καθορίσει την τιμή εισόδου για τα προϊόντα της, προκειμένου αυτά να καταταγούν στο Κοινό Δασμολόγιο (και, συνεπώς, προκειμένου να καθορισθεί αν πρέπει να καταβληθεί ο πρόσθετος δασμός που προβλέπεται στο δασμολόγιο), αλλά να μη δηλώσει δασμολογητέα αξία κατά τον χρόνο εισαγωγής· και ακολούθως
β) να δηλώσει δασμολογητέα αξία βάσει της συναλλακτικής τιμής εισαγωγής εφόσον η συναλλακτική τιμή έχει οριστικοποιηθεί κατά τη λήξη της περιόδου καλλιεργείας, με συνέπεια ο δασμός να υπολογίζεται με βάση τη συναλλακτική τιμή, αλλά η δυνατότητα εφαρμογής του προσθέτου δασμού να καθορίζεται από το επίπεδο της κατ' αποκοπή αξίας κατά την εισαγωγή και όχι από το επίπεδο της συναλλακτικής τιμής.
32 Συγκεκριμένα, κατά τους Commissioners, αν ένας εισαγωγέας στη θέση της Capespan, μπορούσε νομίμως να ενεργήσει κατ' αυτόν τον τρόπο θα μπορούσε να αποφύγει τα μέτρα ελέγχου του άρθρου 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 3223/94. Ο εισαγωγέας αυτός θα μπορούσε να πωλεί φρούτα εντός της Κοινότητας σε τιμές χαμηλότερες από αυτές που σκοπεί να επιτύχει ο ως άνω κανονισμός χωρίς την καταβολή προσθέτου δασμού. Τούτο θα παρείχε τη δυνατότητα στους εισαγωγείς φρούτων τα οποία εισήχθησαν στην πραγματικότητα σε χαμηλή τιμή, εξαιτίας της οποίας θα έπρεπε να καταβληθεί πρόσθετος δασμός, να αποφύγουν την καταβολή του δασμού αυτού και να επιτύχουν το περαιτέρω όφελος του κατ' αξίαν δασμού με συντελεστή ανάλογο προς την εν λόγω χαμηλή τιμή.
33 Υπό τις συνθήκες αυτές, το VAT and Duties Tribunal, London, αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Πρέπει η δασμολογητέα αξία των προϊόντων που απαριθμούνται στο παράρτημα του κανονισμού (EΚ) 3223/94 της Επιτροπής [...], όπως αντικαταστάθηκε από τον κανονισμό (EΚ) 1890/96 της Επιτροπής, και εισήλθαν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα από τις 18 Μαρτίου 1997 αλλά πριν από τις 18 Ιουλίου 1998 - ημερομηνία την οποία ορίζει για την έναρξη της ισχύος του ο ίδιος ο κανονισμός (EΚ) 1498/98 [...] της Επιτροπής, για την τροποποίηση του άρθρου 5 του κανονισμού 3223/94 - να καθοριστεί σύμφωνα με
α) τους κανόνες που διατυπώνονται στο κεφάλαιο 3 του τίτλου ΙΙ (δηλαδή στα άρθρα 28 έως 36) του κανονισμού (EΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου [...] και τους κανόνες που διατυπώνονται στον τίτλο V (δηλαδή στα άρθρα 141 έως 181α) του κανονισμού (EΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής [...] ή
β) το άρθρο 5 του κανονισμού 3223/94;
2) Αν η δασμολογητέα αξία δεν πρέπει να καθοριστεί σύμφωνα με κάποιον από τους ανωτέρω κανόνες, ποια είναι η ορθή βάση για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των προϊόντων αυτών;
3) Είναι έγκυρος ο κανονισμός 1498/98, που τροποποιεί με ισχύ από 18 Ιουλίου 1998 το άρθρο 5 του κανονισμού 3223/94, [...];
4) Αν ο κανονισμός 1498/98 δεν είναι έγκυρος, πώς πρέπει να καθοριστεί η δασμολογητέα αξία των προϊόντων των οποίων έγινε μνεία στο ερώτημα 1 και τα οποία εισήλθαν στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα από τις 18 Ιουλίου 1998;
5) Ανεξαρτήτως του κύρους του κανονισμού 1498/98, αποκλείει ο κανονισμός 3223/94 την προσωρινή ένδειξη της δασμολογητέας αξίας σύμφωνα με το άρθρο 254 του εκτελεστικού κανονισμού [του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα];»
Επί του πρώτου ερωτήματος
34 Με το πρώτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν η δασμολογητέα αξία των οπωροκηπευτικών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3223/94 πρέπει, για την περίοδο μεταξύ της 18ης Μαρτίου 1997 και της 17ης Ιουλίου 1998, να καθορίζεται σύμφωνα με τις μεθόδους που προβλέπει ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας και ο κανονισμός εφαρμογής του ή σύμφωνα με τους κανόνες που προβλέπει το άρθρο 5 του κανονισμού 3223/94.
Υποβληθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις
35 Η Capespan υποστηρίζει ότι η δασμολογητέα αξία των φρούτων που εισήγαγε κατά την εξεταζόμενη περίοδο πρέπει να υπολογιστεί σύμφωνα με τους κανόνες του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και του εκτελεστικού του κανονισμού και ότι η εν λόγω αξία δεν μπορεί να καθορίζεται με βάση την τιμή εισόδου, η οποία προσδιορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3223/94.
36 Ισχυρίζεται ότι το καθεστώς προσδιορισμού της δασμολογητέας αξίας διαφέρει από αυτό που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3223/94 για τον καθορισμό των τιμών εισόδου με βάση τις οποίες γίνεται η δασμολογική κατάταξη.
37 Κατά την Capespan, ενώ οι κανόνες του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και του κανονισμού εφαρμογής του ορίζουν ότι η δασμολογητέα αξία πρέπει να καθορίζεται με βάση τη συναλλακτική αξία των προϊόντων και ότι, σε περίπτωση που αυτή δεν μπορεί να προσδιοριστεί, η δασμολογητέα αξία πρέπει να καθορίζεται με τη διαδοχική εφαρμογή άλλων κανόνων, ο καθορισμός της τιμής εισόδου δεν μπορεί να γίνεται με βάση τη συναλλακτική αξία και ακολουθώντας τα διαδοχικά στάδια που προβλέπονται για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας όταν αυτή δεν μπορεί να καθοριστεί με βάση τον προϊσχύσαντα κανόνα.
38 Προσθέτει ότι οι κανόνες περί καθορισμού της δασμολογητέας αξίας που περιλαμβάνονται στον τελωνειακό κώδικα και στον εκτελεστικό του κανονισμό αποδίδουν τις διατάξεις του άρθρου VII της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου (στο εξής: GATT 1994) και της συμφωνίας για την εφαρμογή του ως άνω άρθρου VII που αμφότερες προσαρτήθηκαν στη συμφωνία για την ίδρυση του ΠΟΕ. Το άρθρο 249, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προβλέπει έτσι ότι οι αναγκαίες διατάξεις για την εφαρμογή του θεσπίζονται «τηρουμένων των διεθνών δεσμεύσεων της Κοινότητας».
39 Όσον αφορά την εφαρμογή του κανονισμού 3223/94 για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας, η Capespan υποστηρίζει ότι καμία διάταξη του κανονισμού 3223/94, όπως ίσχυε πριν τροποποιηθεί από τον κανονισμό 1498/98, δεν προβλέπει ότι η τιμή εισόδου, η οποία καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 5 του κανονισμού αυτού, πρέπει επίσης να αποτελεί τη δασμολογητέα αξία των προϊόντων που εισάγονται στην Κοινότητα και για τα οποία ισχύει ο εν λόγω κανονισμός.
40 Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι ο κανονισμός 3223/94 δεν αποσκοπεί στην αλλαγή του τρόπου καθορισμού της δασμολογητέας αξίας. Συγκεκριμένα, ούτε από τις αιτιολογικές σκέψεις ούτε από το κείμενο του κανονισμού αυτού προκύπτει ότι είχε ως στόχο την αλλαγή του τρόπου καθορισμού της δασμολογητέας αξίας.
41 Συναφώς, η Capespan ισχυρίζεται ότι πρωταρχικός στόχος του κανονισμού 3223/94 είναι η προσαρμογή του καθεστώτος εισαγωγής οπωροκηπευτικών της Κοινότητας στις εμπορικές διαπραγματεύσεις στον Γύρο της Ουρουγουάης και στη συμφωνία για τη γεωργία, σύμφωνα με τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας, και ότι η λειτουργία της τιμής εισόδου συνίσταται στην τιμολόγηση και στην κατάταξη των προϊόντων με βάση την τιμή αυτή και όχι στον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας τους.
42 Στηρίζεται επίσης στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3223/91, κατά την οποία η τιμή εισόδου αποτελεί τη βάση για την κατάταξη των προϊόντων στο Κοινό Δασμολόγιο και στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού - η πρώτη περίοδος του οποίου ορίζει ότι «[η] τιμή εισόδου βάσει της οποίας ταξινομούνται στο Κοινό Δασμολόγιο τα προϊόντα που περιλαμβάνονται στο παράρτημα [...]» - για να υποστηρίξει ότι ο καθορισμός της τιμής εισόδου σκοπεί στη δασμολογική κατάταξη των εισαγόμενων προϊόντων.
43 Η Capespan ισχυρίζεται επίσης ότι το άρθρο 23, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, δεν αφορά τον τρόπο καθορισμού της δασμολογητέας αξίας και δεν περιλαμβάνει διάταξη προβλέπουσα ότι η τιμή εισόδου πρέπει να χρησιμοποιείται για τον καθορισμό της αξίας αυτής. Αναφέρει απλώς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να επαληθεύεται η τιμή εισόδου σε συνάρτηση με την κατ' αποκοπή αξία κατά την εισαγωγή, η οποία επιτρέπει την καταβολή εγγυήσεως και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εφαρμόζονται οι δασμολογικοί συντελεστές του Κοινού Δασμολογίου όταν η τιμή εισόδου δεν δηλώθηκε τη στιγμή του εκτελωνισμού.
44 Εντούτοις, κατά την Capespan, αντίκειται στην αρχή κατά την οποία οι εκτελεστικοί κανονισμοί πρέπει να ερμηνεύονται, στο μέτρο του δυνατού, κατά τρόπο συνάδοντα προς τις διατάξεις του βασικού κανονισμού που συμπληρώνουν, η ερμηνεία του κανονισμού 34223/94 υπό την έννοια ότι η τιμή εισόδου, που χρησιμοποιείται για την κατάταξη, χρησιμοποιείται επίσης και για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας.
45 Η Capespan επικαλείται, τέλος, τις διαφορές μεταξύ της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας και της κοινοτικής γεωργικής νομοθεσίας, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις συμπίπτουν, πλην όμως επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους. Η γεωργική νομοθεσία θεμελιώνεται στο άρθρο 43 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 37 ΕΚ) και περιλαμβάνει τον βασικό κανονισμό όπως έχει τροποποιηθεί και τον νέο βασικό κανονισμό. Η τελωνειακή νομοθεσία θεμελιώνεται στο άρθρο 9 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 23 ΕΚ) και περιλαμβάνει τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα και τον εκτελεστικό του κανονισμό. Η Capespan θεωρεί ότι η δεύτερη αυτή νομοθεσία υπερέχει όσον αφορά τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας. Συναφώς, στηρίζεται στο άρθρο 28 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, το οποίο προβλέπει ότι οι διατάξεις του τίτλου ΙΙ, κεφάλαιο 3, του εν λόγω κώδικα (ήτοι τα άρθρα 28 έως 36 του κώδικα αυτού) «καθορίζουν τη δασμολογητέα αξία για την εφαρμογή του δασμολογίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και άλλων μέτρων εκτός των δασμολογικών που θεσπίζονται από ειδικές κοινοτικές διατάξεις στα πλαίσια των εμπορικών συναλλαγών». Επομένως, το άρθρο 5 του κανονισμού 3223/94 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι μπορεί νομίμως να χρησιμοποιηθεί για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας.
46 Η Capespan αναγνωρίζει ότι το άρθρο 1 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα διευκρινίζει ότι ο κώδικας εφαρμόζεται στις συναλλαγές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με τις τρίτες χώρες, με την επιφύλαξη των ειδικών κανόνων που θεσπίζονται σε άλλους τομείς. Οι ειδικές αυτές διατάξεις περιλαμβάνουν, σύμφωνα με την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κώδικα, τις ειδικές διατάξεις της κοινής γεωργικής πολιτικής. Εντούτοις, η Capespan υποστηρίζει ότι το πεδίο εφαρμογής των ειδικών αυτών διατάξεων δεν περιλαμβάνει τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας.
47 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή υποστηρίζουν, αντίθετα, ότι, κατά τη χρονική περίοδο που προηγήθηκε της ενάρξεως ισχύος των τροποποιήσεων του κανονισμού 3223/94, η δασμολογητέα αξία των επίμαχων στην διαφορά της κύριας δίκης προϊόντων έπρεπε να καθορισθεί με βάση την τιμή εισόδου των προϊόντων στην Κοινότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού.
48 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου αμφισβητεί ότι η δασμολογητέα αξία πρέπει να καθορίζεται αποκλειστικά σύμφωνα με τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα και τον εκτελεστικό του κανονισμό. Θεωρεί ότι δεν είναι ορθό να υποστηριχθεί, όπως υποστηρίζει η Capespan, ότι η θεσπισθείσα κατ' εκτέλεση της κοινής γεωργικής πολιτικής νομοθεσία δεν είναι δυνατόν να μεταβάλει τον τρόπο καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των εμπορευμάτων και ότι, αν αυτό συνέβαινε, θα ήταν ασυμβίβαστη με την GATT του 1994.
49 Συναφώς, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι η κοινή οργάνωση της αγοράς των οπωροκηπευτικών, η οποία διέπεται σήμερα από τον νέο βασικό κανονισμό, θεμελιώνεται στα άρθρα 42 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 36 ΕΚ) και 43 της Συνθήκης. Κατά την παράγραφο 3 της δεύτερης διατάξεως, το Συμβούλιο έχει την εξουσία να δημιουργήσει την κοινή οργάνωση αγοράς που προβλέπεται στο άρθρο 40, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 34, παράγραφος 1, ΕΚ). Το εν λόγω άρθρο 40, παράγραφος 3, ορίζει ότι η οργάνωση αυτή μπορεί να περιλαμβάνει «κοινούς μηχανισμούς σταθεροποιήσεως των εισαγωγών ή των εξαγωγών».
50 Συναφώς, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τονίζει ότι, μεταξύ των διατάξεων του νέου βασικού κανονισμού που αφορούν τις εισαγωγές και τις εξαγωγές, το άρθρο 32 αυτού περιλαμβάνει διατάξεις σχετικές με τους δασμούς. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, διαπιστώνοντας, ιδίως, ότι η παράγραφος 1 του ως άνω άρθρου προβλέπει ότι οι δασμολογικοί συντελεστές του Κοινού Δασμολογίου εφαρμόζονται «εφόσον ο παρών κανονισμός δεν ορίζει το αντίθετο», συνάγει ότι ο νέος βασικός κανονισμός τροποποιεί το Κοινό Δασμολόγιο.
51 Ισχυρίζεται επίσης ότι το άρθρο 32, παράγραφος 2, του νέου βασικού κανονισμού αφορά τις περιπτώσεις στις οποίες η εφαρμογή των δασμών του Κοινού Δασμολογίου εξαρτάται από την τιμή εισόδου της εισαγόμενης παρτίδας· στην περίπτωση αυτή η Επιτροπή πρέπει να καθορίσει μια κατ' αποκοπή αξία κατά την εισαγωγή και το αληθές της δηλωθείσας τιμής εισόδου πρέπει να ελέγχεται σε συνάρτηση με αυτή την αξία κατά την εισαγωγή. Επί πλέον, κατά την παράγραφο 4 της ως άνω διατάξεως, εάν η τιμή εισόδου της σχετικής παρτίδας δεν έχει δηλωθεί κατά τον εκτελωνισμό, η εφαρμογή των δασμών του Κοινού Δασμολογίου εξαρτάται από την κατ' αποκοπή αξία κατά την εισαγωγή ή από την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας, «υπό όρους που θα καθορισθούν σύμφωνα με την παράγραφο 5». Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι κατ' αυτόν τον τρόπο το Συμβούλιο επέτρεψε στην Επιτροπή να τροποποιήσει τους κανόνες εφαρμογής της τελωνειακής νομοθεσίας προσθέτοντας συμπληρωματικούς όρους.
52 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει, στη συνέχεια, ότι ο κανονισμός 3223/94 τροποποιεί την τελωνειακή νομοθεσία σε διάφορα σημεία. Αφενός, το άρθρο 5 του εν λόγω κανονισμού περιορίζει την εφαρμογή των μεθόδων καθορισμού των άρθρων 29 έως 31 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, προβλέποντας ως μόνες δυνάμενες να εφαρμοστούν μεθόδους, τη μέθοδο της συναλλακτικής αξίας, η οποία αντιστοιχεί στην πραγματικότητα στο άρθρο 29 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και μια απλουστευμένη μορφή της μεθόδου που προβλέπει το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του ως άνω κώδικα. Αφετέρου, το εν λόγω άρθρο 5 αντικαθιστά την απλουστευμένη διαδικασία, που προβλέπουν τα άρθρα 36 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και 173 έως 177 του εκτελεστικού του κανονισμού, με την κατ' αποκοπή αξία κατά την εισαγωγή η οποία υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου του κανονισμού 3223/94.
53 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου απορρίπτει την ερμηνεία του κανονισμού 3223/94 κατά την οποία η τιμή εισόδου και η δασμολογητέα αξία μιας παρτίδας μπορούν να είναι διαφορετικές, με συνέπεια η ίδια παρτίδα να έχει μια τιμή εισόδου και μια αξία κατά την εισαγωγή διαφορετική από την τιμή εισόδου. Θεωρεί ότι η ερμηνεία στερεί κάθε νόημα από τις προστατευτικές διατάξεις της κοινής γεωργικής πολιτικής.
54 Ειδικότερα, κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ακόμα και πριν από την τροποποίηση του κανονισμού 3223/94 με τον κανονισμό 1498/98, από το άρθρο 5 αυτού προκύπτει ότι η τιμή εισόδου ενός προϊόντος έπρεπε να θεωρείται ότι είναι η ίδια με την αξία του κατά την εισαγωγή.
55 Κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, αν αυτό δεν συνέβαινε, δυσχερώς θα μπορούσε να γίνει κατανοητός ο λόγος για τον οποίον οι μέθοδοι που προβλέπει ο κανονισμός 3223/94 για τον καθορισμό της τιμής εισόδου αποτελούν τροποποιημένες μορφές των μεθόδων που προβλέπει ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας και ο εκτελεστικός του κανονισμός για τον καθορισμό της αξίας κατά την εισαγωγή.
56 Επίσης, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι ουδόλως θα μπορούσε να δικαιολογηθεί το γεγονός ότι η Επιτροπή θέσπισε διατάξεις όπως αυτές του άρθρου 5, παράγραφος 1, στοιχεία α_ και β_, του κανονισμού 3223/94 για τον υπολογισμό της εγγυήσεως που πρέπει να συσταθεί σε περίπτωση που η δηλωθείσα τιμή πωλήσεως της σχετικής παρτίδας είναι υψηλότερη από την κατ' αποκοπή αξία κατά την εισαγωγή του προϊόντος αυτού, καθώς και στην περίπτωση που ο εισαγωγέας επιλέγει καθορισμό σύμφωνα με το τροποποιηθέν άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
57 Πράγματι, στις δύο αυτές περιπτώσεις, ο κανονισμός 3223/94 απαιτεί να υπολογίζεται η εγγύηση σύμφωνα με το τροποποιηθέν άρθρο 248 του εκτελεστικού κανονισμού του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα. Η εγγύηση πρέπει να υπολογίζεται με βάση τους δασμούς που θα είχαν καταβληθεί αν η κατάταξη του προϊόντος είχε γίνει με βάση την κατ' αποκοπή αξία κατά την εισαγωγή. Δεδομένου ότι οι καταβληθέντες δασμοί θα αποτελούνται τόσο από ένα στοιχείο υπολογιζόμενο ανά χιλιόγραμμο όσο και από ένα στοιχείο ad valorem, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θεωρεί ότι προκύπτει σαφώς, υπό τις περιστάσεις αυτές, ότι η κατ' αποκοπή αξία κατά την εισαγωγή πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί τόσο την τιμή εισόδου όσο και την αξία κατά την εισαγωγή.
58 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου συντάσσεται με την επιχειρηματολογία των Commissioners στο πλαίσιο της κύριας δίκης. Κατ' αυτήν, ο εισαγωγέας έχει τρεις επιλογές που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία α_ έως γ_, του κανονισμού 3223/94 και δεν έχει την πρόσθετη δυνατότητα να προβεί σε προσωρινή διασάφηση με βάση τη συναλλακτική τιμή.
59 Η ερμηνεία αυτή ενισχύεται από την τροποποίηση του κανονισμού 3223/94 με τον κανονισμό 1498/98. Εν πάση περιπτώσει, είναι η μόνη δυνατή ερμηνεία του κανονισμού 3223/94 όπως αυτός ίσχυε πριν από την τροποποίηση αυτή.
60 Τέλος, κατά την Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, ακόμα και εάν η συμφωνία περί ιδρύσεως του ΠΟΕ και οι προσαρτηθείσες σε αυτή συμφωνίες έχουν άμεσο αποτέλεσμα στη διαφορά της κύριας δίκης - πράγμα που αμφισβητεί - η ερμηνεία που υιοθετεί δεν είναι αντιφατική προς την εν λόγω συμφωνία, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Capespan. Συγκεκριμένα, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει ότι η συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VII της GATT του 1994 προβλέπει, στο άρθρο 7, ότι η δασμολογητέα αξία καθορίζεται με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες στη χώρα εισαγωγής. Κατ' αυτήν, αν οι διατάξεις του κανονισμού 3223/94 ήταν ασυμβίβαστες προς τη συμφωνία για την ίδρυση του ΠΟΕ, θα ήταν, κατά συνέπεια, ασυμβίβαστα προς αυτή και τα άρθρα 173 έως 176 του εκτελεστικού κανονισμού του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, πράγμα που δεν υποστηρίζει η Capespan.
61 Στην ίδια κατεύθυνση η Επιτροπή ισχυρίζεται, καταρχάς, ότι αν και οι θεσπιζόμενοι με τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα κανόνες είναι, κατ' αρχήν, γενικής ισχύος, εντούτοις, το άρθρο 38, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 32, παράγραφος 2, ΕΚ) ορίζει ότι, «εκτός αντιθέτων διατάξεων των άρθρων 39 μέχρι και 46, οι κανόνες που προβλέπονται για την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς [συμπεριλαμβανομένου, ιδίως, του Κοινού Δασμολογίου] εφαρμόζονται στα γεωργικά προϊόντα». Το άρθρο 39, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚ [νυν, άρθρο 33, στοιχείο γ_, ΕΚ] ορίζει ότι στόχος της κοινής γεωργικής πολιτικής είναι η σταθεροποίηση των αγορών, το δε άρθρο 40, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, της ως άνω Συνθήκης ορίζει ότι «[μ]ια ενδεχόμενη κοινή πολιτική τιμών πρέπει να βασίζεται επί κοινών κριτηρίων και επί ενιαίων μεθόδων υπολογισμού».
62 Από τα ανωτέρω η Επιτροπή συνάγει ότι είναι σύμφωνο προς την εν λόγω Συνθήκη να αντικαθίστανται οι γενικοί κανόνες του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα από ειδικούς κανόνες σχετικούς με τα γεωργικά προϊόντα.
63 Η Επιτροπή διερωτάται, στη συνέχεια, αν οι τρεις μέθοδοι καθορισμού της τιμής εισόδου που απαριθμούνται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχεία α_ έως γ_, του κανονισμού 3223/94 μπορεί να θεωρηθεί ότι αντικατέστησαν τους κανόνες καθορισμού που προβλέπει ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας για τα προϊόντα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού. Ισχυρίζεται ότι οι τρεις αυτές μέθοδοι εμπνέονται σε μεγάλο βαθμό από τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα και ότι, εκτός από τις περιόδους κατά τις οποίες ίσχυε ο κανονισμός της 3223/94, το σύστημα καθορισμού της δασμολογητέας αξίας που προβλέπει ο εν λόγω κώδικας παραμένει εν ισχύ.
64 Η Επιτροπή συνάγει εντεύθεν ότι, αντί να θεσπίσει ένα σύστημα καθορισμού τιμής εισόδου διαφορετικό και εξ ολοκλήρου νέο, ο κανονισμός 3223/94 χρησιμοποίησε το σύστημα καθορισμού της δασμολογητέας αξίας που προβλέπει ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας και το επανέλαβε προσθέτοντας επουσιώδεις τροποποιήσεις επικεντρωμένες στην ιδιαίτερη φύση των προϊόντων που υπόκεινται στο σύστημα τιμών εισόδου.
65 Θεωρεί ότι, στο μέτρο που οι ειδικές διατάξεις του κανονισμού 3223/94 διέπουν τον καθορισμό της τιμής εισόδου και, κατά συνέπεια, τη δασμολογική κατάταξη, το να εξακολουθούν να υποχρεώνονται οι εισαγωγείς να υπολογίζουν, για το ίδιο προϊόν, μια δασμολογητέα αξία διαφορετική από την εν λόγω τιμή με βάση τον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα προκειμένου να προσδιοριστούν οι κατ' αξία δασμοί θα συνεπαγόταν μεγάλη σύγχυση και άσκοπα διοικητικά διαβήματα.
66 Η Επιτροπή υποστηρίζει, τέλος, ότι, αν οι εισαγωγείς μπορούσαν να επιλέξουν τη μέθοδο καθορισμού της τιμής εισόδου των εμπορευμάτων, έχοντας παράλληλα τη δυνατότητα ή την υποχρέωση να χρησιμοποιήσουν άλλη μέθοδο για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας στην οποία βασίζεται ο καθορισμός των δασμών κατ' αξία, θα ήσαν, κατά συνέπεια, σε θέση να διαχειριστούν τις υποθέσεις τους επιχειρώντας να αυξήσουν στο μέγιστο τις τιμές εισόδου και να μειώσουν στο ελάχιστο τους δασμούς. Κατ' αυτό τον τρόπο, θα στερούσαν την Κοινότητα από ορισμένα έσοδα και θα ασκούσαν καταστροφική ενδεχομένως επίδραση στην αγορά των νωπών φρούτων και, κατά συνέπεια, στη λειτουργία της κοινής οργάνωσης της αγοράς των οπωροκηπευτικών.
67 Από τα ανωτέρω η Επιτροπή συνάγει ότι η εξαίρεση που προβλέπεται όσον αφορά την εφαρμογή των θεσπισθέντων για την εγκαθίδρυση της κοινής αγοράς κανόνων στα γεωργικά προϊόντα, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 38, παράγραφος 2, της Συνθήκης, επιτρέπει τη θέσπιση παρεκκλίσεων από τη γενική τελωνειακή νομοθεσία.
68 Εξάλλου, η δυνατότητα αυτή προβλέπεται από την ίδια διάταξη του βασικού κανονισμού, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, που ρητώς ορίζει ότι, «[ε]φόσον ο παρών κανονισμός δεν ορίζει το αντίθετο, οι δασμολογικοί συντελεστές του Κοινού Δασμολογίου εφαρμόζονται για τα προϊόντα που αναφέρονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2». Οι διατάξεις που θεσπίστηκαν με βάση τον βασικό κανονισμό και τον τροποποιημένο βασικό κανονισμό μπορούν, επομένως, να προβλέπουν παρεκκλίσεις από τις γενικές διατάξεις του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
Απάντηση του Δικαστηρίου
69 Προκειμένου να καθοριστεί αν οι κανόνες που ισχύουν για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των οπωροκηπευτικών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3223/94 είναι οι γενικοί κανόνες που προβλέπει ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας και ο εκτελεστικός του κανονισμός ή οι ειδικοί κανόνες που προβλέπει ο κανονισμός 3223/94, πρέπει, καταρχάς, να τονιστεί ότι αυτός έχει ως στόχο να τροποποιήσει τους κανόνες καθορισμού της δασμολογητέας αξίας για τα οπωροκηπευτικά.
70 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση, όπως διαπιστώνουν και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3223/94 επαναλαμβάνει κατ' ουσίαν τις διάφορες μεθόδους καθορισμού της δασμολογητέας αξίας που προβλέπει ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας και ο εκτελεστικός του κανονισμός προσαρμόζοντάς τες στην ιδιαίτερη φύση των οπωροκηπευτικών.
71 Ειδικότερα, αφενός, οι ιδιαιτερότητες αυτές μπορούν να συνοψιστούν ως εξής. Επειδή ο τομέας των οπωροκηπευτικών χαρακτηρίζεται από σημαντικότατες διακυμάνσεις προσφοράς και ζητήσεως, η τιμή των προϊόντων αυτών είναι δυνατόν να παρουσιάσει σημαντικές μεταβολές. Επί πλέον, τα οπωροκηπευτικά συχνά εισάγονται στην Κοινότητα υπό το εμπορικό καθεστώς της πωλήσεως επί παρακαταθήκη που συνίσταται στην κατάθεση των εμπορευμάτων πριν πραγματοποιηθεί η πώλησή τους. Επομένως, η τιμή πωλήσεως τέτοιων προϊόντων σπανίως είναι γνωστή κατά τον χρόνο που γίνεται η τελωνειακή διασάφηση πριν από την εισαγωγή στο κοινοτικό έδαφος.
72 Επιβάλλεται να τονιστεί, συναφώς, ότι η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3223/94 διευκρινίζει ότι «τα υποκείμενα σε φθορά οπωροκηπευτικά που περιλαμβάνονται στο παράρτημα του παρόντος κανονισμού διέπονται από το εμπορικό καθεστώς της πώλησης επί παρακαταθήκη και ότι τούτο δημιουργεί ιδιαίτερες δυσκολίες για τον καθορισμό της αξίας τους» και ότι, στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη, απαριθμούνται οι τρεις κανόνες καθορισμού της τιμής εισόδου των προϊόντων που καλύπτει ο εν λόγω κανονισμός, οι οποίες αναφέρονται αναλυτικώς στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του ως άνω κανονισμού.
73 Αφετέρου, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών του τομέα των οπωροκηπευτικών, οι κανόνες του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3223/94 για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των οπωροκηπευτικών που εισάγονται στην Κοινότητα από τρίτες χώρες εμπνέονται από τους γενικούς κανόνες που προβλέπει ο κοινοτικός τελωνειακός κώδικας και ο εκτελεστικός του κανονισμός.
74 Έτσι, πρώτον, η μέθοδος υπολογισμού της τιμής εισόδου που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του κανονισμού 3223/94 προσομοιάζει με αυτή που προβλέπει το άρθρο 29, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα. Και στις δύο περιπτώσεις, η προκύπτουσα αξία πρέπει να αντιστοιχεί στην τιμή fob των προϊόντων στη χώρα καταγωγής, προσαυξημένη κατά τα έξοδα ασφαλίσεως και μεταφοράς μέχρι τα σύνορα του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Όσον αφορά τη δεύτερη μέθοδο υπολογισμού της τιμής εισόδου, το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 3223/94 προβλέπει ρητώς ότι η τιμή εισόδου αντιστοιχεί στη δασμολογητέα αξία που υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 30, παράγραφος 2, στοιχείο γ_, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, ήτοι με την τιμή μονάδας που αντιστοιχεί στις πωλήσεις εντός της Κοινότητας εισαγομένων προϊόντων ή προϊόντων πανομοιότυπων ή ομοειδών. Όσον αφορά την τρίτη μέθοδο καθορισμού της τιμής εισόδου, που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3223/94, είναι αντίστοιχη με αυτή που προβλέπεται στα άρθρα 173 έως 177 του εκτελεστικού κανονισμού του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, αφού, και στις δύο περιπτώσεις, η κατ' αποκοπή αξία είναι ίση με τον μέσο σταθμισμένο όρο των τιμών που ισχύουν για τα εισαγόμενα προϊόντα στις αγορές εισαγωγής των κρατών μελών.
75 Επί πλέον, το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3223/94 δεν περιλαμβάνει μεθόδους αντίστοιχες με αυτές του άρθρου 30, παράγραφος 2, στοιχεία α_, β_ και δ_, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, στο μέτρο που οι μέθοδοι αυτές είτε χρησιμοποιούνται σπανίως, είτε δεν προσήκουν για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των οπωροκηπευτικών, διότι προϋποθέτουν ότι η τιμή πωλήσεως είναι γνωστή πριν από την εξαγωγή των οικείων προϊόντων στην Κοινότητα ή στηρίζονται στο κόστος των πρώτων υλών και της κατασκευής των εισαγόμενων προϊόντων.
76 Επί πλέον, ο κανονισμός 3223/94 προβλέπει ρητώς ότι, κατά τις περιόδους που αναφέρονται στο παράρτημά του, η μέθοδος καθορισμού της δασμολογητέας αξίας που προβλέπεται από τους απλουστευμένους κανόνες του εκτελεστικού κανονισμού του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα αντικαθίσταται από μία από τις τρεις μεθόδους καθορισμού της τιμής εισόδου των οπωροκηπευτικών, ήτοι από τη βασιζόμενη στην κατ' αποκοπή αξία κατά την εισαγωγή. Συγκεκριμένα, από το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 3223/94 προκύπτει ότι, «[ε]φόσον για τα προϊόντα και για τις περιόδους εφαρμογής που αναφέρονται στο παράρτημα, έχει καθορισθεί κατ' αποκοπή αξία σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό, δεν εφαρμόζεται η μοναδιαία αξία κατά την έννοια των άρθρων 173 και 176 του [εκτελεστικού] κανονισμού [του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα]. Η κατ' αποκοπή αξία κατά την εισαγωγή στην πρώτη παράγραφο αντικαθίσταται από την μοναδιαία αξία».
77 Δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 23, παράγραφος 5, του βασικού κανονισμού, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί, διευκρινίζει ότι «οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 33» του βασικού κανονισμού, ο οποίος προβλέπει ειδική διαδικασία που παρέχει την εξουσία στην Επιτροπή να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα εφαρμογής κατόπιν γνώμης της επιτροπής διαχειρίσεως οπωροκηπευτικών. Η τελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3223/94 τονίζει ότι τα μέτρα που προβλέπονται στον κανονισμό αυτό είναι σύμφωνα με τη γνώμη της εν λόγω επιτροπής.
78 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε την εξουσία να θεσπίσει ειδικούς κανόνες για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των οπωροκηπευτικών και, κατά συνέπεια, να εκδώσει τον κανονισμό 3223/94.
79 Τρίτον, πρέπει επίσης να τονισθεί ότι με τις διατάξεις που περιλαμβάνονται στη γεωργική νομοθεσία μπορούν νομίμως να θεσπιστούν ειδικοί σε σχέση με τους προβλεπόμενους στον κοινοτικό τελωνειακό κώδικα κανόνες.
80 Συγκεκριμένα, το άρθρο 1 του ως άνω κώδικα ορίζει ότι αυτός εφαρμόζεται «[μ]ε την επιφύλαξη των ειδικών κανόνων που θεσπίζονται σε άλλους τομείς». Επί πλέον από την τέταρτη αιτιολογική του σκέψη προκύπτει ότι ο κώδικας εφαρμόζεται «[μ]ε την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που έχουν θεσπιστεί σε άλλους τομείς» και ότι «τέτοιου είδους ειδικές διατάξεις είναι δυνατόν να υπάρχουν ήδη ή να θεσπιστούν κυρίως στο πλαίσιο των γεωργικών ρυθμίσεων».
81 Κατά συνέπεια, από την άποψη των διατάξεων του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, η γεωργική νομοθεσία μπορεί να περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις σχετικές με τη δασμολογητέα αξία των προϊόντων, με συνέπεια, ο κανονισμός 3223/94, ειδικότερα, να μπορεί νομίμως να περιλαμβάνει ειδικούς κανόνες για τον καθορισμό της δασμολογητέας αξίας των οπωροκηπευτικών.
82 Συνεπώς, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η δασμολογητέα αξία των οπωροκηπευτικών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 3223/94 πρέπει, για την περίοδο μεταξύ της 18ης Μαρτίου 1997 και της 17ης Ιουλίου 1998, να καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες καθορισμού της τιμής εισόδου που προβλέπονται στο άρθρο 5 του κανονισμού αυτού.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
83 Λόγω της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, το δεύτερο ερώτημα κατέστη άνευ αντικειμένου.
Επί του τρίτου ερωτήματος
84 Με το τρίτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν ο κανονισμός 1498/98 είναι έγκυρος.
Υποβληθείσες στο Δικαστήριο παρατηρήσεις
85 Η Capespan υποστηρίζει ότι με τον κανονισμό 1498/98, με τον οποίον προστέθηκε η παράγραφος 1β στο άρθρο 5 του κανονισμού 3223/94, δεν μπορούσε να προβλεφθεί ότι η δασμολογητέα αξία των οπωροκηπευτικών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού αυτού πρέπει να καθορίζεται με βάση όμοια με την τιμή εισόδου των προϊόντων στην Κοινότητα και ότι ο κανονισμός αυτός είναι άκυρος για τους ακόλουθους λόγους.
86 Πρώτον, κατά την Capespan, εκδίδοντας τον κανονισμό 1498/98, η Επιτροπή υπερέβη τις εξουσίες που της χορηγήθηκαν από το Συμβούλιο, διότι επεξέτεινε το πεδίο εφαρμογής του εξουσιοδοτικού κανονισμού του Συμβουλίου, εν προκειμένω του νέου βασικού κανονισμού.
87 Συναφώς, η Capespan υποστηρίζει καταρχάς ότι ο νέος βασικός κανονισμός δεν περιλαμβάνει διάταξη προβλέπουσα ότι η δασμολογητέα αξία των οπωροκηπευτικών πρέπει να καθορίζεται με βάση την τιμή εισόδου. Στη συνέχεια, υποστηρίζει ότι οι μέθοδοι υπολογισμού της τιμής εισόδου, οι οποίες προβλέπονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3223/94, δεν είναι σύμφωνες με το άρθρο 29, παράγραφος 1, του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα. Τέλος η Capespan θεωρεί ότι ο κανονισμός 1498/98 δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένος από πλευράς των επιταγών του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 253 ΕΚ).
88 Δεύτερον, η Catespan ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή ενήργησε κατά παράβαση των διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας.
89 Τρίτον, ενώ ο κανονισμός 1498/98 εκδόθηκε με τη διαδικασία που προβλέπει το άρθρο 46 του νέου βασικού κανονισμού, η Capespan θεωρεί ότι τα εκτελεστικά μέτρα του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα πρέπει να θεσπίζονται με τη διαδικασία που προβλέπει προς τούτο το άρθρο 249 του κώδικα αυτού.
90 Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου υποστηρίζει, αντίθετα, ότι ο κανονισμός 1498/98 δεν είναι άκυρος. Υποστηρίζει ότι το άρθρο 32 του νέου βασικού κανονισμού επιτρέπει στην Επιτροπή να θεσπίσει τους όρους εφαρμογής της τελωνειακής νομοθεσίας στα επίμαχα στην κύρια δίκη προϊόντα, μέσω διατάξεων που θεσπίζονται με βάση το άρθρο 46 του εν λόγω κανονισμού και ότι οι διατάξεις του κανονισμού 1498/98 δεν είναι ασυμβίβαστες προς τη συμφωνία για την ίδρυση του ΠΟΕ. Επί πλέον, αφού ο κανονισμός αυτός δεν είναι άκυρος, το τέταρτο υποβληθέν ερώτημα στερείται αντικειμένου.
91 Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι τροποποιήσεις που επέφερε στον κανονισμό 3223/94 ο κανονισμός 1498/98 σκοπούσαν απλώς να εξαλείψουν τις αμφισβητήσεις σχετικά με την υφιστάμενη κατάσταση και ότι, επομένως, δεν είχαν σημαντικές επιπτώσεις. Συνεπώς, θεωρεί ότι το ερώτημα περί του κύρους του κανονισμού 1498/98 στερείται λυσιτέλειας ως προς την επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
Απάντηση του Δικαστηρίου
92 Πρώτον, πρέπει να εξεταστεί το επιχείρημα της Capespan κατά το οποίο η Επιτροπή υπερέβη τις εξουσίες που της χορηγήθηκαν από το Συμβούλιο με τον νέο βασικό κανονισμό, το περιεχόμενο του οποίου αναλυτικότερα παρατίθεται στη σκέψη 86 της παρούσας αποφάσεως.
93 Συναφώς, πρέπει, καταρχάς, να υπενθυμιστεί ότι, όπως προκύπτει από τη σκέψη 81 της παρούσας αποφάσεως, η Επιτροπή ήταν εξουσιοδοτημένη να θεσπίσει ειδικούς κανόνες περί του καθορισμού της δασμολογητέας αξίας των οπωροκηπευτικών. Επί πλέον, διαπιστώνεται ότι από την τέταρτη αιτιολογική σκέψη και από το άρθρο 1 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα προκύπτει ότι οι κανόνες του κώδικα αυτού και ιδίως οι σχετικοί με τη δασμολογητέα αξία κανόνες εφαρμόζονται με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που προβλέπει, μεταξύ άλλων, η γεωργική νομοθεσία.
94 Στη συνέχεια, πρέπει επίσης να υπενθυμιστεί ότι, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 74 της παρούσας αποφάσεως, οι κανόνες περί καθορισμού της τιμής εισόδου είναι αντίστοιχοι με τις μεθόδους καθορισμού της δασμολογητέας αξίας που προβλέπουν τα άρθρα 29 έως 36 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και 173 έως 177 του εκτελεστικού του κανονισμού.
95 Τέλος, όσον αφορά την αιτιολογία του κανονισμού 1498/98, από τις αιτιολογικές του σκέψεις προκύπτει ότι η Επιτροπή θεώρησε αναγκαίο να ενσωματώσει ρητώς στο κείμενο του κανονισμού 3223/94 την αρχή και τους λεπτομερείς κανόνες εφαρμογής με βάση τους οποίους η δασμολογητέα αξία των οπωροκηπευτικών πρέπει να καθορίζεται βάσει της τιμής εισόδου των προϊόντων.
96 Ειδικότερα, με τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1498/98 διευκρινίζεται ότι «για τον καθορισμό τιμής εισόδου απαιτείται οι κανόνες καθορισμού της δασμολογητέας αξίας, η οποία ορίζεται στο άρθρο 29, παράγραφος 1 του [...] κοινοτικού τελωνειακού κώδικα [...], να εφαρμοστούν με τρόπο ώστε να υπάρξει εγγύηση της συνάφειας μεταξύ των δύο διαδικασιών υπολογισμού· ότι πρέπει αυτό να διευκρινιστεί στο ίδιο κείμενο του κανονισμού (ΕΚ) 3223/94, ιδίως για να διευκολυνθεί η σύνταξη των τελωνειακών διασαφήσεων».
97 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο κανονισμός 1498/98 είναι επαρκώς αιτιολογημένος από πλευράς των επιταγών του άρθρου 190 της Συνθήκης.
98 Δεύτερον, όσον αφορά το σχετικό με την παραβίαση των διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας επιχείρημα της Capespan, κρίθηκε ήδη, με τη σκέψη 74 της παρούσας αποφάσεως, ότι οι κανόνες του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3223/94 περί καθορισμού της τιμής εισόδου των εισαγόμενων προϊόντων είναι σε μεγάλο βαθμό αντίστοιχοι με τις μεθόδους καθορισμού της δασμολογητέας αξίας που προβλέπουν τα άρθρα 29 έως 36 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και 173 έως 177 του εκτελεστικού του κανονισμού.
99 Η Capespan, με τις γραπτές και τις προφορικές της παρατηρήσεις, ουδόλως υποστήριξε ούτε απέδειξε ότι αυτές οι μέθοδοι καθορισμού της δασμολογητέας αξίας ήταν ασυμβίβαστες με το άρθρο VII της GATT του 1994 και με τη συμφωνία για τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου αυτού.
100 Συνεπώς, όπως τόνισε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 74 των προτάσεών του, δεν αποδείχθηκε κατά ποιο τρόπο οι κανόνες υπολογισμού της τιμής εισόδου, οι οποίοι είναι σύμφωνοι με τις διατάξεις του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα και του εκτελεστικού του κανονισμού, αντίκεινται στο άρθρο VII της GATT του 1994 και στη συμφωνία για τη θέση σε εφαρμογή του άρθρου αυτού.
101 Τρίτον, πρέπει επίσης να απορριφθεί το επιχείρημα που αντλείται από την παράβαση ουσιώδους τύπου σχετικού με τους λεπτομερείς κανόνες θεσπίσεως των εκτελεστικών μέτρων του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
102 Συναφώς, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, με βάση τις διατάξεις του εν λόγω κώδικα, η γεωργική νομοθεσία μπορεί να περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις σχετικές με τη δασμολογητέα αξία των προϊόντων, με συνέπεια, ο κανονισμός 3223/94 να μπορεί, ειδικότερα, νομίμως να περιλαμβάνει ειδικούς κανόνες για τον υπολογισμό της δασμολογητέας αξίας των οπωροκηπευτικών. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι λογικό τα εκτελεστικά μέτρα τέτοιων ειδικών διατάξεων να θεσπίζονται σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπει ο εξουσιοδοτικός κανονισμός.
103 Συνεπώς, στον τομέα των οπωροκηπευτικών, η Επιτροπή δεν μπορούσε να εκδώσει τον κανονισμό 1498/98 με βάση διαδικασία διαφορετική από αυτή που προβλέπει το άρθρο 46 του νέου βασικού κανονισμού.
104 Επομένως, στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι από την εξέταση του ερωτήματος αυτού δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του κανονισμού 1498/98.
Επί του τέταρτου ερωτήματος
105 Λόγω της απαντήσεως που δόθηκε στο τρίτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο τέταρτο ερώτημα.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
106 Με το πέμπτο ερώτημά του, το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσία αν το άρθρο 5 του κανονισμού 3223/94 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένας εισαγωγέας, που δεν είναι σε θέση να δηλώσει τελική δασμολογητέα αξία κατά τη στιγμή του εκτελωνισμού οπωροκηπευτικών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του εν λόγω κανονισμού, μπορεί να προβεί σε προσωρινή δήλωση της αξίας αυτής σύμφωνα με το άρθρο 254 του εκτελεστικού κανονισμού του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα.
107 Όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας με τα σημεία 80 έως 84 των προτάσεών του, το ζήτημα αν ένας εισαγωγέας μπορεί να προβεί σε προσωρινή ένδειξη της δασμολογητέας αξίας δεν ανακύπτει για τις απαριθμούμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 3223/94 πρώτη και τρίτη μέθοδο καθορισμού της τιμής εισόδου προϊόντων.
108 Η πρώτη μέθοδος καθορισμού της τιμής εισόδου, η οποία περιλαμβάνεται στο εν λόγω άρθρο, στηρίζεται στην τιμή fob των προϊόντων στη χώρα καταγωγής, επαυξημένη με τα έξοδα ασφάλισης και μεταφοράς μέχρι τα σύνορα του τελωνειακού εδάφους της Κοινότητας. Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του κανονισμού 3223/94 ορίζει ότι η μέθοδος αυτή μπορεί να εφαρμοστεί μόνον «εφόσον η τιμή ή τα έξοδα είναι γνωστά κατά τη στιγμή της δήλωσης θέσης των προϊόντων σε ελεύθερη κυκλοφορία». Συνεπώς, όταν χρησιμοποιείται η πρώτη μέθοδος καθορισμού της τιμής εισόδου των εισαγόμενων προϊόντων, η τελική αξία τους είναι γνωστή κατά τον εκτελωνισμό τους και δεν υπάρχει λόγος να επιτραπεί στον εισαγωγέα να προβεί σε προσωρινή ένδειξη της δασμολογητέας αξίας τους.
109 Όσον αφορά την προβλεπόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, του κανονισμού 3223/94 μέθοδο η οποία στηρίζεται στην κατ' αποκοπή αξία κατά την εισαγωγή, δεν υπάρχει λόγος να επιτραπεί στον εισαγωγέα να προβεί σε προσωρινή ένδειξη της δασμολογητέας αξίας των προϊόντων.
110 Σε τελική ανάλυση, υπάρχει μόνο μία περίπτωση στην οποία μπορεί να είναι χρήσιμο για τον εισαγωγέα να προβεί σε προσωρινή ένδειξη της δασμολογητέας αξίας των προϊόντων και να προβεί σε ατελή διασάφηση βάσει του άρθρου 254 του εκτελεστικού κανονισμού του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, ήτοι όταν χρησιμοποιεί τη δεύτερη μέθοδο καθορισμού της τιμής εισόδου που προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 3223/94. Δεδομένου ότι η αξία των προϊόντων μπορεί, στην περίπτωση αυτή, να καθορίζεται με βάση τη μοναδιαία αξία που αντιστοιχεί στις πωλήσεις πανομοιότυπων ή ομοειδών εισαγόμενων προϊόντων, η τιμή των αποτελούντων αντικείμενο της διασαφήσεως προϊόντων δεν είναι κατ' ανάγκη γνωστή κατά τη στιγμή του εκτελωνισμού τους.
111 Εντούτοις, πρέπει να τονιστεί ότι το άρθρο 76 του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα ορίζει ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις, ο εισαγωγέας μπορεί να παραλείψει ορισμένες ενδείξεις από τη διασάφηση του άρθρου 62 του ως άνω κώδικα. Έτσι, για τα εμπορεύματα που υποβάλλονται σε δασμούς κατ' αξίαν, ο εισαγωγέας ο οποίος δεν είναι σε θέση να δηλώσει την τελική δασμολογητέα αξία μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 254, δεύτερη περίπτωση, του εκτελεστικού κανονισμού του εν λόγω κώδικα, να αναφέρει προσωρινή ένδειξη της αξίας αυτής, λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων που διαθέτει. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 257, παράγραφος 3, του εν λόγω κανονισμού ορίζει ότι οι τελωνειακές αρχές προβαίνουν στην άμεση βεβαίωση του ποσού των δασμών που υπολογίζονται με βάση την προσωρινή αξία και απαιτούν, ενδεχομένως, τη σύσταση επαρκούς εγγυήσεως για την κάλυψη της διαφοράς μεταξύ των καταβληθέντων δασμών και των δασμών στους οποίους τα εμπορεύματα είναι δυνατόν να υποβληθούν τελικά.
112 Επομένως στο πέμπτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 5 του κανονισμού 3223/94 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένας εισαγωγέας, ο οποίος δεν είναι σε θέση να δηλώσει οριστική δασμολογητέα αξία κατά τη στιγμή του εκτελωνισμού οπωροκηπευτικών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω κανονισμού, μπορεί να αναφέρει προσωρινή ένδειξη της αξίας αυτής σύμφωνα με το άρθρο 254 του εκτελεστικού κανονισμού του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα μόνο στην περίπτωση που η δασμολογητέα αξία των εν λόγω προϊόντων καθορίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 3223/94.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
113 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με διάταξη της 19ης Οκτωβρίου 2000 το VAT and Duties Tribunal, London, αποφαίνεται:
1) Η δασμολογητέα αξία των οπωροκηπευτικών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (EK) 3223/94 της Επιτροπής, της 21ης Δεκεμβρίου 1994, σχετικά με τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος κατά την εισαγωγή οπωροκηπευτικών, πρέπει, για την περίοδο μεταξύ της 18ης Μαρτίου 1997 και της 17ης Ιουλίου 1998, να καθορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες καθορισμού της τιμής εισόδου που προβλέπονται στο άρθρο 5 του κανονισμού αυτού.
2) Από την εξέταση του τρίτου ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να θίξει το κύρος του κανονισμού (ΕΚ) 1498/98 της Επιτροπής, της 14ης Ιουλίου 1998, για τροποποίηση του κανονισμού (ΕΚ) 3223/94.
3) Το άρθρο 5 του κανονισμού 3223/94 πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ένας εισαγωγέας, ο οποίος δεν είναι σε θέση να δηλώσει οριστική δασμολογητέα αξία κατά τη στιγμή του εκτελωνισμού οπωροκηπευτικών που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ως άνω κανονισμού, μπορεί να αναφέρει προσωρινή ένδειξη της αξίας αυτής σύμφωνα με το άρθρο 254 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2454/93 της Επιτροπής, της 2ας Ιουλίου 1993, για τον καθορισμό ορισμένων διατάξεων εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2913/92 του Συμβουλίου για τη θέσπιση του κοινοτικού τελωνειακού κώδικα, μόνο στην περίπτωση που η δασμολογητέα αξία των εν λόγω προϊόντων καθορίζεται σύμφωνα με τη μέθοδο που προβλέπεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού 3223/94.
Full & Egal Universal Law Academy