Υπόθεση C-495/00
Azienda Agricola Giorgio, Giovanni και Luciano Visentin κ.λπ.
κατά
Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (AIMA)
(αίτηση του Tribunale amministrativo regionale del Lazio για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως)
«Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα – Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος – Κανονισμοί (ΕΟΚ) 3950/92 και 536/93 – Ποσότητες αναφοράς – Εκ των υστέρων διόρθωση»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Κράτη μέλη – Υποχρεώσεις – Εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου – Εφαρμογή των τυπικών και ουσιαστικών κανόνων του εθνικού δικαίου – Προϋποθέσεις
[(Συνθήκη ΕΚ, άρθρο 5 (νυν άρθρο 10 ΕΚ)]
2. Γεωργία – Κοινή οργάνωση αγορών – Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα – Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος – Κανονισμοί 3950/92 και 536/93 – Ποσότητες αναφοράς – Εκ των υστέρων διόρθωση και εκ νέου υπολογισμός των εισφορών μετά την εκπνοή της προθεσμίας καταβολής τους – Επιτρέπονται – Παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Δεν υφίσταται
(Κανονισμός 3950/92 του Συμβουλίου, άρθρα 1 και 4· κανονισμός 536/93 της Επιτροπής, άρθρα 3 και 4)
1. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές οι οποίες αποτελούν τη βάση της Κοινότητας και διέπουν τις σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, εναπόκειται στα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 10 ΕΚ), να διασφαλίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεων στο έδαφός τους. Εφόσον το κοινοτικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των γενικών του αρχών, δεν περιλαμβάνει κοινούς κανόνες για το θέμα αυτό, οι εθνικές αρχές ενεργούν, κατά την εφαρμογή αυτών των ρυθμίσεων, βάσει των τυπικών και ουσιαστικών κανόνων του εθνικού τους δικαίου.
Κατά την εκτέλεση, ωστόσο, των μέτρων εφαρμογής μιας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να ασκούν τη διακριτική τους ευχέρεια τηρώντας τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων την αρχή προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
(βλ. σκέψεις 39-40)
2. Τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 3950/92, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς και τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 536/93, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν σε ένα κράτος μέλος να διορθώνει, κατόπιν ελέγχων, την ατομική ποσότητα αναφοράς που χορηγήθηκε σε κάθε παραγωγό και, συνεπώς, να προβαίνει, μετά την ανακατανομή των ποσοτήτων αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκαν και σε χρόνο μεταγενέστερο της ημερομηνίας εκπνοής της προθεσμίας καταβολής των συμπληρωματικών εισφορών για τη συγκεκριμένη περίοδο, σε νέο υπολογισμό των εισφορών που οφείλονται.
Πράγματι, αφενός, εφόσον η ατομική ποσότητα αναφοράς ενός παραγωγού ανταποκρίνεται πράγματι στην ποσότητα γάλακτος που ο εν λόγω παραγωγός διέθεσε στην αγορά κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς, ο παραγωγός αυτός, ο οποίος κατ’ αρχήν γνωρίζει την ποσότητα που παρήγαγε, δεν δύναται να επικαλείται δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τη διατήρηση μιας ανακριβούς ποσότητας αναφοράς. Αφετέρου, οι παραγωγοί δεν δύνανται να έχουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς την ανακατανομή, κατά τη λήξη μιας περιόδου παραγωγής, ορισμένης μη χρησιμοποιηθείσας ατομικής ποσότητας αναφοράς. Πράγματι, μια τέτοια ανακατανομή είναι, εκ φύσεως, υποθετική, ενώ δεν δύναται να καθοριστεί εκ των προτέρων, καθώς εξαρτάται από τη δραστηριότητα των άλλων παραγωγών. Ένας παραγωγός δεν μπορεί, επομένως, να έχει, προ της ενάρξεως μιας περιόδου παραγωγής, δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς την ανακατανομή καθορισμένου τμήματος των ποσοστώσεων που δεν χρησιμοποιήθηκαν.
Επιπλέον, δεν μπορεί να υφίσταται δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τη διατήρηση μιας προδήλως παράνομης, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, καταστάσεως, ήτοι της μη εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος. Πράγματι, οι γαλακτοπαραγωγοί των κρατών μελών δεν θα μπορούσαν δικαιολογημένα να πιστεύουν, ένδεκα έτη μετά τη θέσπιση αυτού καθεστώτος, ότι μπορούσαν να συνεχίζουν να παράγουν γάλα χωρίς περιορισμό.
(βλ. σκέψεις 54-56 και διατακτ.)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (έκτο τμήμα)
της 25ης Μαρτίου 2004 (*)
«Γεωργία – Κοινή οργάνωση των αγορών – Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα – Συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος – Κανονισμοί (ΕΟΚ) 3950/92 και 536/93 – Ποσότητες αναφοράς – Εκ των υστέρων διόρθωση»
Στην υπόθεση C-495/00,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Tribunale amministrativo regionale del Lazio (Ιταλία) προς το Δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Azienda Agricola Giorgio, Giovanni e Luciano Visentin κ.λπ.
και
Azienda di Stato per gli interventi nel mercato agricolo (AIMA),
παρουσία των:
Caseificio Silvio Belladelli e Figli,
Granlatte cons. coop.,
Medighini Ind. Cas,
Parmalat SpA
και
Zanetti SpA,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία και το κύρος των άρθρων 1 και 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 405, σ. 1), και των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93 της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 57, σ. 12),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους B. Σκουρή (εισηγητή), προεδρεύοντα του έκτου τμήματος, C. Gulmann, J.-P. Puissochet, F. Macken και N. Colneric, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: P. Léger
γραμματείς: L. Hewlett και H. A. Rühl, κύριοι υπάλληλοι διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
– οι Azienda Agricola Giorgio, Giovanni e Luciano Visentin κ.λπ., εκπροσωπούμενοι από τους C. Chiola και M. Bedoni, avvocati,
– η Ιταλική Κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον I. M. Braguglia, επικουρούμενο από τους O. Fiumara και G. Aiello, avvocati dello Stato,
– το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενο από τους J. Carbery και F. Ρ. Ruggeri Laderchi,
– η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους M. Niejahr και L. Visaggio,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον O. Fiumara, της Ελληνικής Κυβερνήσεως, εκπροσωπούμενης από τον Γ. Κανελλόπουλο, του Συμβουλίου, εκπροσωπούμενου από τον F. Ρ. Ruggeri Laderchi, και της Επιτροπής, εκπροσωπούμενης από την C. Cattabriga, κατά τη συνεδρίαση της 12ης Δεκεμβρίου 2002,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 8ης Μαΐου 2003,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
1 Με απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, η οποία περιήλθε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 29 Δεκεμβρίου 2000, το Tribunale amministrativo regionale del Lazio υπέβαλε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία και το κύρος των άρθρων 1 και 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 405, σ. 1), και των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93 της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 57, σ. 12).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφορών μεταξύ διαφόρων Ιταλών γαλακτοπαραγωγών, αφενός, και της Azienda di Stato per gli Interventi nel Mercato Agricolo (κρατικής υπηρεσίας για τις παρεμβάσεις στη γεωργική αγορά, στο εξής: ΑIΜΑ) και άλλων γαλακτοκομικών εταιριών, αφετέρου, ως προς το ζήτημα των αποφάσεων που έλαβε η ΑΙΜΑ το 1999 για διόρθωση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που είχαν χορηγηθεί για τις γαλακτοπαραγωγικές περιόδους 1995/1996 και 1996/1997, ανακατανομή των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί για τις περιόδους αυτές και, συνακόλουθα, νέο υπολογισμό των εισφορών που όφειλαν οι παραγωγοί για τις εν λόγω περιόδους.
Το νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση
3 Το 1984, λόγω της έμμονης δυσαναλογίας μεταξύ προσφοράς και ζητήσεως στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, θεσπίστηκε καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984 (ΕΕ L 90, σ. 10, στο εξής: κανονισμός 804/68), και με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 (ΕΕ L 90, σ. 13). Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο 5γ, οφείλεται συμπληρωματική εισφορά για τις ποσότητες γάλακτος που υπερβαίνουν την εκάστοτε καθοριζόμενη ποσότητα αναφοράς.
4 Το εν λόγω καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς, η ισχύς του οποίου ορίσθηκε αρχικώς μέχρι την 1η Απριλίου 1993, παρατάθηκε μέχρι την 1η Απριλίου 2000 με τον κανονισμό 3950/92.
5 Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού ορίζει:
«Θεσπίζεται, για επτά νέες διαδοχικές περιόδους δώδεκα μηνών, αρχής γενομένης από 1ης Απριλίου 1993, συμπληρωματική πρόσθετη εισφορά, η οποία επιβαρύνει τους παραγωγούς αγελαδινού γάλακτος, επί των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος οι οποίες παραδίδονται σε αγοραστή ή πωλούνται απευθείας προς κατανάλωση, κατά τη διάρκεια της συγκεκριμένης δωδεκάμηνης περιόδου, και οι οποίες υπερβαίνουν ποσότητα που θα καθοριστεί.
Η εισφορά καθορίζεται στο 115 % της ενδεικτικής τιμής του γάλακτος.»
6 Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού:
«1. Η εισφορά οφείλεται για όλες τις ποσότητες γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που διατίθενται στο εμπόριο κατά την οικεία δωδεκάμηνη περίοδο και οι οποίες υπερβαίνουν μία από τις ποσότητες που αναφέρονται στο άρθρο 3. Κατανέμεται μεταξύ των παραγωγών που συνέβαλαν στην υπέρβαση.
Σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους, η συμμετοχή των παραγωγών στην καταβολή της οφειλόμενης εισφοράς καθορίζεται, μετά από ανακατανομή ή όχι των μη χρησιμοποιηθεισών ποσοτήτων αναφοράς, είτε στο επίπεδο του αγοραστή σε συνάρτηση με την απομένουσα υπέρβαση, αφού προηγουμένως κατανεμηθούν, κατ’ αναλογία προς τις ποσότητες αναφοράς που διαθέτει κάθε παραγωγός, οι μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες αναφοράς, είτε σε εθνικό επίπεδο, σε συνάρτηση με την υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς την οποία διαθέτει κάθε παραγωγός.»
7 Το άρθρο 4 του κανονισμού 3950/92, το οποίο καθορίζει τα κριτήρια για τον υπολογισμό της ατομικής ποσοστώσεως που μπορεί να διαθέτει κάθε παραγωγός, ορίζει:
«1. Η διαθέσιμη ατομική ποσότητα αναφοράς για μια εκμετάλλευση είναι ίση προς τη διαθέσιμη στις 31 Μαρτίου 1993 ποσότητα και αναπροσαρμόζεται, ενδεχομένως για καθεμία από τις εν λόγω περιόδους, κατά τρόπο ώστε το σύνολο των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς της ίδιας φύσης να μην υπερβαίνει την αντίστοιχη συνολική ποσότητα που αναφέρεται στο άρθρο 3, λαμβανομένων υπόψη των τυχόν μειώσεων που επιβάλλονται για την τροφοδοσία του εθνικού αποθέματος που αναφέρεται στο άρθρο 5.
2. Η ατομική ποσότητα αναφοράς αυξάνεται ή καθορίζεται μετά από δεόντως αιτιολογημένη αίτηση του παραγωγού, ώστε να λαμβάνονται υπόψη τυχόν μεταβολές που επηρεάζουν τις παραδόσεις του ή/και τις απευθείας πωλήσεις τους. Η αύξηση ή ο καθορισμός μιας ποσότητας αναφοράς υπόκειται σε αντίστοιχη μείωση ή κατάργηση της άλλης ποσότητας αναφοράς που διαθέτει ο παραγωγός. Οι προσαρμογές αυτές δεν είναι δυνατόν να συνεπάγονται για το οικείο κράτος μέλος την αύξηση του συνόλου των παραδόσεων και απ’ ευθείας πωλήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 3.
Σε περίπτωση οριστικών μεταβολών των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς, οι ποσότητες που αναφέρονται στο άρθρο 3 προσαρμόζονται ανάλογα, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 11.
[…]»
8 Τέλος, κατά το άρθρο 10 του εν λόγω κανονισμού:
«Η εισφορά θεωρείται ότι αποτελεί μέρος των παρεμβάσεων που προορίζονται για τη σταθεροποίηση των γεωργικών αγορών και διατίθεται για τη χρηματοδότηση των δαπανών του γαλακτοκομικού τομέα.»
9 Σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 536/93, «από την κτηθείσα πείρα έχει διαπιστωθεί ότι σημαντικές καθυστερήσεις, τόσο όσον αφορά τη διαβίβαση των στοιχείων των σχετικών με τη συλλογή γάλακτος ή τις απευθείας πωλήσεις, όσο και την πληρωμή της εισφοράς, εμποδίζουν το καθεστώς να είναι απολύτως αποτελεσματικό» και «ότι πρέπει, ως εκ τούτου, να εξαχθούν από την πείρα του παρελθόντος τα αναγκαία διδάγματα και να επιβληθούν αυστηρές απαιτήσεις όσον αφορά τις προθεσμίες ανακοίνωσης και πληρωμής, οι οποίες πρέπει να συνοδεύονται από κυρώσεις».
10 Το άρθρο 3 του κανονισμού αυτού ορίζει:
«1. Στο τέλος καθεμιάς από τις περιόδους που αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού […] 3950/92, ο αγοραστής καταρτίζει για κάθε παραγωγό υπολογισμό όπου αναφέρονται, συναρτήσει της ποσότητας αναφοράς και την αντιπροσωπευτικής περιεκτικότητας σε λιπαρή ουσία τις οποίες ο τελευταίος αυτός διαθέτει, ο όγκος και η περιεκτικότητα σε λιπαρή ουσία του γάλακτος ή/και του ισοδύναμου γάλακτος που έχει παραδοθεί στη διάρκεια της περιόδου αυτής.
[…]
2. Πριν τις 15 Μαΐου κάθε έτους, ο αγοραστής κοινοποιεί στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους τον πίνακα των υπολογισμών που έχουν καταρτιστεί για κάθε παραγωγό ή, κατά περίπτωση, σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους, τον συνολικό όγκο και τον όγκο που διορθώνεται σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, και τη μέση περιεκτικότητα σε λιπαρή ουσία του γάλακτος ή/και του ισοδυνάμου γάλακτος που έχει παραδοθεί από τους παραγωγούς, καθώς και το σύνολο των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς και την μέση αντιπροσωπευτική περιεκτικότητα σε λιπαρή ουσία που διαθέτουν οι παραγωγοί αυτοί.
Σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας, ο αγοραστής οφείλει πρόστιμο ίσο προς το ποσό της οφειλόμενης λόγω υπέρβασης 0,1 % εισφοράς για το σύνολο των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που έχουν παραδοθεί σ’ αυτούς από τους παραγωγούς. Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 20 000 ECU.
3. Το κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή κοινοποιεί στον αγοραστή το ποσό της εισφοράς το οποίο οφείλει, αφού, σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους αποδώσει εκ νέου ή όχι, ολικώς ή μερικώς, τις μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες αναφοράς είτε απευθείας στους ενδιαφερομένους παραγωγούς είτε στους αγοραστές, για να κατανεμηθούν μεταξύ των ενδιαφερομένων παραγωγών.
4. Πριν την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ο αγοραστής που οφείλει την εισφορά καταβάλει στον αρμόδιο οργανισμό το οφειλόμενο ποσό σύμφωνα με τους κανόνες που καθορίζονται από το κράτος μέλος.
Σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας πληρωμής, τα οφειλόμενα ποσά αποδίδουν ετησίως τόκο, του οποίου το επιτόκιο καθορίζεται από το κράτος μέλος και δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το επιτόκιο που εφαρμόζεται σε περίπτωση ανάκτησης των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών.»
11 Το άρθρο 4 του ίδιου κανονισμού ορίζει:
«1. Όσον αφορά τις απευθείας πωλήσεις, στο τέλος των περιόδων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού […] 3950/92, ο παραγωγός ανακεφαλαιώνει σε δήλωση τον όγκο γάλακτος ή/και άλλων γαλακτοκομικών προϊόντων, ανά προϊόν, που έχουν πωληθεί απευθείας για κατανάλωση ή/και σε εμπόρους χονδρικής πωλήσεως, σε επιχειρήσεις κατεργασίας ή σε εμπόρους λιανικής πωλήσεως.
[…]
2. Πριν από τις 15 Μαΐου κάθε έτους, ο παραγωγός υποβάλλει την δήλωσή του στην αρμόδια αρχή του κράτους μέλους.
Σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας, ο παραγωγός οφείλει την εισφορά για το σύνολο των ποσοτήτων γάλακτος ή ισοδυνάμου γάλακτος που έχουν πωληθεί απευθείας και υπερβαίνουν την ποσότητα αναφοράς που διαθέτει ή, αν δεν υφίσταται υπέρβαση, οφείλει πρόστιμο ίσο προς το ποσόν της οφειλόμενης εισφοράς για υπέρβαση 0,1 % της ποσότητας αναφοράς την οποία διαθέτει. Το πρόστιμο αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 1 000 ECU.
Αν δεν υποβληθεί η δήλωση πριν από την 1η Ιουλίου, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 5, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού […] 3950/92 μετά τη λήξη προθεσμίας 30 ημερών η οποία ακολουθεί την προειδοποίηση του κράτους μέλους.
3. Το κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ότι η αρμόδια αρχή κοινοποιεί στον παραγωγό το ποσό της οφειλόμενης εισφοράς, αφού, σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους αποδώσει εκ νέου ή όχι, ολικώς ή μερικώς τις μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς.
4. Πριν από την 1η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ο παραγωγός καταβάλλει το οφειλόμενο ποσό στον αρμόδιο οργανισμό σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται από το κράτος μέλος.
Σε περίπτωση μη τήρησης της προθεσμίας πληρωμής, τα οφειλόμενα ποσά αποδίδουν ετησίως τόκο, του οποίου το επιτόκιο καθορίζεται από το κράτος μέλος […].»
12 Κατά το άρθρο 7 του κανονισμού 536/93:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα ελέγχου προς διασφάλιση της είσπραξης της εισφοράς επί των ποσοτήτων γάλακτος και ισοδυνάμου γάλακτος που τίθενται σε εμπορία καθ’ υπέρβαση της μιας ή της άλλης των ποσοτήτων οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 3 του κανονισμού […] 3950/92.
[…]
[…]
3. Το κράτος μέλος επαληθεύει στην πράξη την ακρίβεια της λογιστικής των ποσοτήτων γάλακτος και ισοδυνάμου γάλακτος που τίθενται σε εμπορία και, για το σκοπό αυτό, προβαίνει σε ελέγχους των μεταφερομένων ποσοτήτων γάλακτος κατά τη διάρκεια της περισυλλογής στις εκμεταλλεύσεις και διενεργεί επιτόπου έλεγχο:
α) όσον αφορά τους αγοραστές, των υπολογισμών που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της αντιστοιχίας μεταξύ της λογιστικής υλικού και εφοδιασμού που αναφέρονται στην παράγραφο 1, στοιχεία γ΄ και δ΄, και των εμπορικών και άλλων εγγράφων που δικαιολογούν τη χρησιμοποίηση του γάλακτος και του ισοδύναμου γάλακτος που περισυνελέγησαν·
β) όσον αφορά τους παραγωγούς που διαθέτουν ποσότητα αναφοράς απευθείας πωλήσεων, της αντιστοιχίας μεταξύ της δήλωσης που αναφέρεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, και της λογιστικής υλικού που αναφέρεται στην παράγραφο 1, στοιχείο στ΄.
[…]»
Η εθνική κανονιστική ρύθμιση
13 Το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος τέθηκε αρχικώς σε ισχύ στην Ιταλία με τον νόμο 468, της 26ης Νοεμβρίου 1992 (GURI [Επίσημη Εφημερίδα της Ιταλικής Δημοκρατίας] αριθ. 286, της 4ης Δεκεμβρίου 1992, σ. 3, στο εξής: νόμος 468/92). Ο νόμος αυτός καθόριζε, μεταξύ άλλων, τα κριτήρια για τη χορήγηση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς, καθώς και τις λεπτομέρειες σχετικά με την εθνική αντιστάθμιση (ανακατανομή των ποσοτήτων αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκαν). Ακολούθησε μια σειρά κανονιστικών ρυθμίσεων οι οποίες υπέστησαν πολλές τροποποιήσεις. Στο πλαίσιο αυτών των νομοθετικών και κανονιστικών εξελίξεων, εκδόθηκε, αφενός, το νομοθετικό διάταγμα 727, της 23ης Δεκεμβρίου 1994 (GURI αριθ. 304, της 30ής Δεκεμβρίου 1994, σ. 5, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 727/94), νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, νόμος 46, της 24ης Φεβρουαρίου 1995 (GURI αριθ. 48, της 27ης Φεβρουαρίου 1995, σ. 3, στο εξής: νόμος 46/95), το οποίο ρύθμισε τα συστήματα μειώσεως των ποσοτήτων που χορηγήθηκαν, και, αφετέρου, ο δημοσιονομικός νόμος 662, της 23ης Δεκεμβρίου 1996 (τακτικό συμπλήρωμα της GURI αριθ. 303, της 28ης Δεκεμβρίου 1996, σ. 233, στο εξής: νόμος 662/96), ο οποίος καθόρισε, με το άρθρο 2, παράγραφος 168, τα κριτήρια για την εθνική αντιστάθμιση.
14 Με την απόφαση 520, της 28ης Δεκεμβρίου 1995, το Cοrte cοstituziοnale (Συνταγματικό Δικαστήριο) (Ιταλία) κήρυξε ανίσχυρο το άρθρο 2, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 727/94, κατόπιν τροποποιήσεως, νόμου 46/95, καθόσον απέκλειε τη συμμετοχή των οικείων περιφερειών, ακόμη και υπό τη μορφή γνωμοδοτήσεως, στον καθορισμό των μειώσεων των ατομικών ποσοστώσεων των παραγωγών γάλακτος. Επιπλέον, το ίδιο δικαστήριο, με την απόφαση 398, της 11ης Δεκεμβρίου 1998, ακύρωσε το άρθρο 2, παράγραφος 168, του νόμου 662/96, για τον λόγο ότι δεν προέβλεπε την έκδοση γνώμης ή γνωμοδοτήσεως εκ μέρους των αρχών των περιφερειών και των αυτόνομων επαρχιών.
15 Εν τω μεταξύ, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κίνησε κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 226 ΕΚ), ως προς την προβλεπόμενη στο άρθρο 5 του νόμου 468/92 μέθοδο ανακατανομής των ποσοτήτων αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκαν. Με αιτιολογημένη γνώμη της 20ής Μαΐου 1996, η Επιτροπή έβαλε, όσον αφορά τις παραδόσεις, κατά της δυνατότητας ανακατανομής των μη χρησιμοποιηθεισών ποσοτήτων αναφοράς σε επίπεδο ενώσεων παραγωγών και όχι σε επίπεδο παραγωγών ή αγοραστών, όπως προβλέπουν οι κανονισμοί 3950/92 και 536/93. Εν συνεχεία, η υπόθεση τέθηκε στο αρχείο, καθώς οι ιταλικές αρχές έθεσαν τέρμα στην επίμαχη παραβίαση με την έκδοση του νόμου 662/96, ο οποίος όρισε, με το άρθρο του 2, παράγραφος 166, ότι η εν λόγω μέθοδος θα έπαυε να ισχύει από της γαλακτοπαραγωγικής περιόδου 1995/1996.
16 Προκειμένου να θέσει τέλος στην ασάφεια που επικρατούσε ως προς τον καθορισμό της πραγματικής παραγωγής γάλακτος, η οποία οφειλόταν σ’ ένα σύστημα που δεν είχε επιτρέψει τη συλλογή αξιόπιστων στοιχείων, ιδίως για τις γαλακτοπαραγωγικές περιόδους 1995/1996 και 1996/1997, ο Ιταλός νομοθέτης αποφάσισε να συγκροτήσει μια κυβερνητική επιτροπή έρευνας, η οποία συστήθηκε με το νομοθετικό διάταγμα 11, της 31ης Ιανουαρίου 1997 (GURI αριθ. 25, της 31ης Ιανουαρίου 1997, σ. 3), νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, νόμο 81, της 28ης Μαρτίου 1997 (GURI αριθ. 81, της 1ης Απριλίου 1997, σ. 4). Στην επιτροπή αυτή ανατέθηκε ο έλεγχος ενδεχόμενων παρατυπιών κατά τη διαχείριση των ποσοτήτων εκ μέρους των ιδιωτών ή των δημόσιων ή ιδιωτικών φορέων, καθώς και κατά την εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων εκ μέρους των παραγωγών ή κατά τη χρήση τους εκ μέρους των αγοραστών.
17 Στο πλαίσιο αυτό και υπό το φως των πορισμάτων της κυβερνητικής επιτροπής έρευνας, επήλθε νέα τροποποίηση της ιταλικής κανονιστικής ρυθμίσεως, με την έκδοση του νομοθετικού διατάγματος 411, της 1ης Δεκεμβρίου 1997 (GURI αριθ. 208, της 1ης Δεκεμβρίου 1997, σ. 3, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 411/97), νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, νόμου 5, της 27ης Ιανουαρίου 1998 (GURI αριθ. 22, της 28ης Ιανουαρίου 1998, σ. 3, στο εξής: νόμος 5/98), και του νομοθετικού διατάγματος 43, της 1ης Μαρτίου 1999 (GURI αριθ. 50, της 2ας Μαρτίου 1999, σ. 8, στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 43/99), νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, νόμου 118, της 27ης Απριλίου 1999 (GURI αριθ. 100, της 30ής Απριλίου 1999, σ. 4, στο εξής: νόμος 118/99).
18 Βάσει του άρθρου 2 του νόμου 5/98, η AIMA είναι αρμόδια για τον καθορισμό, βάσει της εκθέσεως της κυβερνητικής επιτροπής έρευνας καθώς και των αποτελεσμάτων των διενεργηθέντων από τις περιφέρειες ελέγχων τα οποία της κοινοποιήθηκαν, των πραγματικών ποσοτήτων γάλακτος που παρήχθησαν και διατέθηκαν στην αγορά κατά τις γαλακτοπαραγωγικές περιόδους 1995/1996 και 1996/1997. Κατά την παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, η ΑΙΜΑ κοινοποιεί στους παραγωγούς, εντός προθεσμίας 60 ημερών από την ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του νομοθετικού διατάγματος, τις ατομικές τους ποσότητες αναφοράς και τις ποσότητες γάλακτος που έχουν διατεθεί στο εμπόριο. Οι παραγωγοί έχουν τη δυνατότητα να υποβάλουν αίτηση επανεξετάσεως των καθοριζόμενων από την ΑΙΜΑ ποσοτήτων ενώπιον των αρχών των περιφερειών και των αυτόνομων επαρχιών, οι οποίες πρέπει να εκδώσουν απόφαση εντός 80 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής της αιτήσεως. Η παράγραφος 11 του εν λόγω άρθρου ορίζει ότι κατόπιν των ελέγχων και των αποφάσεων επί των αιτήσεων επανεξετάσεως, η AIMA τροποποιεί αναλόγως τα στοιχεία των χρησιμοποιηθέντων εντύπων και τις ατομικές ποσότητες αναφοράς, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι εθνικές αντισταθμίσεις και να καταβληθούν οι συμπληρωματικές εισφορές.
19 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του νομοθετικού διατάγματος 43/99 ορίζει ότι η AIMA, αφενός, προβαίνει, βάσει των σχετικών με την καθορισθείσα παραγωγή γάλακτος στοιχείων, στις εθνικές αντισταθμίσεις για τις γαλακτοπαραγωγικές περιόδους 1995/1996 και 1996/1997 και, αφετέρου, υπολογίζει τη συμπληρωματική εισφορά που βαρύνει κάθε παραγωγό. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η AIMA οφείλει να κοινοποιήσει στους παραγωγούς, στους αγοραστές, καθώς και στις αρχές των περιφερειών και των αυτόνομων επαρχιών το αποτέλεσμα των υπολογισμών της, εντός προθεσμίας 60 ημερών από της ενάρξεως ισχύος του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος.
20 Κατά την παράγραφο 12 του ίδιου άρθρου, τα αποτελέσματα των εθνικών αντισταθμίσεων που πραγματοποιήθηκαν κατ’ εφαρμογήν της νέας ρυθμίσεως είναι οριστικά, όσον αφορά την καταβολή της συμπληρωματικής εισφοράς, τις σχετικές προσαρμογές και την αποδέσμευση των εγγυήσεων. Κατά την παράγραφο 15 του εν λόγω άρθρου, οι αγοραστές, αφού λάβουν την κοινοποίηση της AIMA σχετικά με τις εισφορές που πρέπει να καταβληθούν για τις γαλακτοπαραγωγικές περιόδους 1995/1996 και 1996/1997, οφείλουν να προβούν, εντός τριάντα ημερών, στην καταβολή των ποσών αυτών και να αποδώσουν τα ενδεχομένως υπέρ το δέον παρακρατηθέντα ποσά, προβαίνοντας ταυτόχρονα σε σχετική κοινοποίηση προς τις αρχές των περιφερειών και των αυτόνομων επαρχιών.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
21 Με προσφυγή που άσκησαν ενώπιον του Tribunale amministrativο regiοnale del Laziο, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης έβαλαν κατά της νομιμότητας των αποφάσεων που έλαβε η ΑΙΜΑ το 1999, βάσει των οποίων προέβη, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1 του νομοθετικού διατάγματος 43/99, νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, νόμου 118/99, σε αντιστάθμιση για τις γαλακτοπαραγωγικές περιόδους 1995/1996 και 1996/1997. Προς στήριξη της προσφυγής τους, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης υποστήριξαν, ιδίως, ότι οι εν λόγω αποφάσεις είναι παράνομες, καθόσον ελήφθησαν βάσει αναδρομικού καθορισμού των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς.
22 Το αιτούν δικαστήριο, αναφερόμενο ρητώς στις περιστάσεις της υποθέσεως C-231/00, C-303/00 και C-451/00, Cooperativa Latteriù κ.λπ., επί της οποίας εκδόθηκε απόφαση την ίδια ημέρα (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), επισημαίνει ότι, στο πλαίσιο της διαφοράς της κύριας δίκης, είναι αναγκαίο να εξακριβωθεί εν γένει αν οι εθνικές διατάξεις που προβλέπουν αναδρομική χορήγηση ατομικών ποσοτήτων αναφοράς ή, έστω, αναδρομική χορήγηση στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας είναι σύμφωνες προς τις γενικές αρχές της κοινοτικής έννομης τάξης. Το αιτούν δικαστήριο εκτιμά, συγκεκριμένα, ότι η διαπίστωση αυτή προηγείται της επιλύσεως της διαφοράς, καθόσον από αυτήν εξαρτάται η απάντηση που θα δοθεί στο ζήτημα των κύριας δίκης, λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν ισχυρισμών.
23 Στο πλαίσιο αυτό, το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι τα κράτη μέλη πρέπει να θέση να επιδιώκουν, έστω και καθυστερημένα, την επίτευξη των σκοπών του άρθρου 33 ΕΚ, η οποία, αντιθέτως, θα διακυβευόταν ανεπανόρθωτα με μια αυστηρή ερμηνεία της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως που δεν θα επέτρεπε τη συνύπαρξη αυτών των σκοπών με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Κατά το αιτούν δικαστήριο, το γεγονός ότι η εκ μέρους των κρατών μελών καταβολή των εισφορών απαγορεύεται κατ’ ουσίαν από την ίδια την κοινοτική έννομη τάξη συνηγορεί υπέρ μιας ερμηνείας που θα καθιστούσε δυνατή, σε περίπτωση αμφισβητήσεων, την πραγματοποίηση των αναγκαίων για την είσπραξη των εισφορών ενεργειών ακόμη και μετά τη λήξη των προθεσμιών που προβλέπουν οι κανονισμοί 3950/92 και 536/93.
24 Υπό αυτές τις νομικές και πραγματικές περιστάσεις, το Tribunale amministrativο regiοnale del Laziο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχουν οι διατάξεις των άρθρων 1 και 4 του κανονισμού [...] 3950 και των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού […] 534/93 […] την έννοια ότι οι προθεσμίες για τη χορήγηση των ποσοστώσεων, για την πραγματοποίηση των αντισταθμίσεων και την επιβολή των εισφορών επιδέχονται εξαιρέσεις σε περίπτωση προσβολής των σχετικών αποφάσεων ενώπιον των διοικητικών ή των δικαστικών αρχών;
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο ανωτέρω ερώτημα:
2) Είναι οι διατάξεις των άρθρων 1 και 4 του κανονισμού [...] 3950/92 […] και των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού [...] 536/93 […] έγκυρες από την άποψη του άρθρου 33 (πρώην 39) της Συνθήκης, καθόσον δεν προβλέπουν ότι οι προθεσμίες που ορίζουν οι διατάξεις αυτές επιδέχονται εξαιρέσεις σε περίπτωση προσβολής ενώπιον των διοικητικών ή των δικαστικών αρχών των αποφάσεων περί χορηγήσεως των ατομικών ποσοστώσεων αναφοράς, περί πραγματοποιήσεως αντισταθμίσεως ή περί επιβολής εισφορών;
3) Επιτρέπει η κοινοτική νομοθεσία στο κράτος μέλος, εφόσον δεν υπάρχουν δυνατότητες αναδρομικών αντισταθμίσεων, να αναλάβει την εξόφληση της κοινοτικής οφειλής χωρίς να κινδυνεύει να υποστεί κυρώσεις;»
Επί του πρώτου ερωτήματος
25 Με το πρώτο του ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά, κατ’ ουσίαν, αν τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 3950/92 καθώς και τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 536/93 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν σε ένα κράτος μέλος να διορθώνει, κατόπιν ελέγχων, την ατομική ποσότητα αναφοράς που χορηγήθηκε σε κάθε παραγωγό και, συνεπώς, να προβαίνει, μετά την ανακατανομή των ποσοτήτων αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκαν και σε χρόνο μεταγενέστερο της ημερομηνίας εκπνοής της προθεσμίας καταβολής των συμπληρωματικών εισφορών για τη συγκεκριμένη περίοδο, σε νέο υπολογισμό των εισφορών αυτών.
Παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο
26 Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης επισημαίνουν, κατ’ αρχάς, ότι το αιτούν δικαστήριο υπέπεσε σε σφάλμα εκτιμήσεως, καθόσον έκρινε ότι η καθυστέρηση των ιταλικών αρχών ως προς την εφαρμογή του κοινοτικού καθεστώτος των ποσοστώσεων γάλακτος οφείλεται στις αμφισβητήσεις των παραγωγών. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι παραγωγοί όφειλαν να βάλουν κατά των διατάξεων που, όπως θεωρούν, ρύθμιζαν αναδρομικώς την οικονομική τους δραστηριότητα, επιβάλλοντας με τον τρόπο αυτό στους εν λόγω παραγωγούς την κύρωση της συμπληρωματικής εισφοράς.
27 Οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης υποστηρίζουν, εν συνεχεία, ότι τα μέτρα καθορισμού των ατομικών ποσοστώσεων είναι παράνομα, τόσο υπό το πρίσμα του εθνικού δικαίου, καθόσον οι γενικές αρχές του δικαίου απαγορεύουν την έκδοση διοικητικών πράξεων με αναδρομικό χαρακτήρα, όσο και υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου, το οποίο προστατεύει τους επιχειρηματίες, δυνάμει κυρίως της αρχής προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
28 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν, επιπλέον, ότι ενδεχόμενη απάντηση στο πρώτο ερώτημα επιτρέπουσα στις ιταλικές αρχές να παρεκκλίνουν από τις προθεσμίες που προβλέπονται για την άσκηση των εξουσιών τους , όταν έχουν ενεργήσει κατά τρόπο παράνομο ή όταν οι αποδέκτες των διοικητικών αποφάσεων επιχειρούν να προστατεύσουν τα δικαιώματά τους, βάλλοντας κατά της νομιμότητας αυτών των αποφάσεων ενώπιον των δικαστηρίων, θα αποτελούσε επιβράβευση της παρανομίας. Πράγματι, η παράβαση των κανόνων δικαίου θα μετατρεπόταν έτσι σε εύλογη δικαιολογία για παρεκκλίσεις από διατάξεις οι οποίες καθορίζουν προθεσμίες προδήλως απαρέγκλιτες.
29 Τέλος, όσον αφορά την αρχή προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, οι προσφεύγουσες της κύριας δίκης επισημαίνουν ότι η θέση του αιτούντος δικαστηρίου, κατά την οποία κάθε παραγωγός γνώριζε τις ποσότητες προϊόντων που διέθεσε στην αγορά κατά το έτος αναφοράς και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να προβάλλει παραβίαση της εν λόγω αρχής, είναι εσφαλμένη. Συγκεκριμένα, κατά τις προσφεύγουσες, ο καθορισμός της παραγωγής κάθε παραγωγού αποτελεί μεν το βασικό σημείο εκκινήσεως, αλλά δεν επαρκεί για τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς που αντιστοιχούν σε κάθε παραγωγό. Δυνάμει των εθνικών και κοινοτικών διατάξεων, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών διαθέτουν διακριτική ευχέρεια, η οποία τους παρέχει τη δυνατότητα να ισοσταθμίζουν το σύνολο της εθνικής παραγωγής με τη χορηγηθείσα σε κοινοτικό επίπεδο ποσότητα, μέσω υποχρεωτικών μειώσεων των ατομικών ποσοτήτων, οι οποίες πρέπει να χορηγούνται βάσει καθορισθέντων εκ των προτέρων κριτηρίων.
30 Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η εμφιλοχώρηση λαθών, καθώς και η εμφάνιση αποκλίσεων και αμφιλεγόμενων σημείων κατά τον καθορισμό της ποσότητας αναφοράς θίγει το σύνολο του μηχανισμού, καθώς επέρχονται περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές τροποποιήσεις στις ποσότητες αναφοράς, οι οποίες μπορούν να καθοριστούν μόνον εκ των υστέρων.
31 Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση, η ορθολογική ερμηνεία των κοινοτικών κανονισμών επιβάλλει να θεωρηθεί σύμφωνος με το ισχύον καθεστώς ο αναδρομικός καθορισμός των ποσοστώσεων, καθόσον, μετά την τροποποίηση των κανόνων περί εφαρμογής αυτών των κανονισμών, οι αρχικώς καθορισθείσες ποσοστώσεις υπέστησαν διορθώσεις.
32 Εξάλλου, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι διορθώσεις οι οποίες προέκυψαν από την εφαρμογή εθνικών διατάξεων που θεσπίσθηκαν με μοναδικό σκοπό να καταστήσουν απαιτητή την συμπληρωματική εισφορά έπρεπε κατ’ ανάγκη να έχουν αναδρομική ισχύ, καθόσον αποσκοπούσαν στον καθορισμό της ποσότητας που έπρεπε να χορηγηθεί σε κάθε παραγωγό και, συνεπώς, της ποσότητας γάλακτος που πραγματικά παρήχθη και διατέθηκε στην αγορά. Ομοίως, η ενέργεια της Ιταλικής Κυβερνήσεως που αποσκοπούσε στη μετακύλιση του βάρους της συμπληρωματικής εισφοράς στους υπευθύνους για τις υπερβάσεις παραγωγούς, όπως είχε ζητηθεί από την Επιτροπή κατά την κίνηση της διαδικασίας λόγω παραβάσεως το 1997, θα έπρεπε κατ’ ανάγκη να στηριχθεί στον αναδρομικό καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς.
33 Η Ιταλική Κυβέρνηση προτείνει, συνεπώς, ότι τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 3950/92, καθώς και τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 536/93, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι οι προθεσμίες για τη χορήγηση των ποσοστώσεων και οι προθεσμίες για την πραγματοποίηση των αντισταθμίσεων και την καταβολή των εισφορών αποτελούν συνήθεις προθεσμίες, από τις οποίες, συνεπώς, χωρούν αποκλίσεις, σε περίπτωση διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον των διοικητικών ή δικαστικών αρχών.
34 Όσον αφορά τη φερόμενη παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι διάφοροι επιχειρηματίες γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις και τα ανώτατα όρια παραγωγής που αυτές έθεταν σε εθνικό επίπεδο και, συνεπώς, και σε ατομικό επίπεδο, απαγορεύοντας, σε κάθε περίπτωση, την υπέρβαση της παραγωγής του έτους αναφοράς. Η Ιταλική Κυβέρνηση προσθέτει ότι ο εκ των υστέρων καθορισμός των ποσοτήτων αναφοράς έγινε, κατά το μέτρο του δυνατού, κατόπιν διαβουλεύσεων με τους παραγωγούς και, συνεπώς, με τη συμμετοχή τους.
35 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι οι κανονισμοί 3950/92 και 536/93 δεν καθιέρωσαν καμία νέα χορήγηση ατομικών ποσοτήτων αναφοράς σε σχέση με το προηγούμενο καθεστώς ούτε όρισαν προθεσμία για μια τέτοια χορήγηση. Ομοίως, η ανακατανομή των ατομικών ποσοτήτων που δεν χρησιμοποιήθηκαν, η οποία προβλέπεται στα άρθρα 3, παράγραφος 3, και 4, παράγραφος 3, του κανονισμού 536/93, δεν αποτελεί, κατά την Επιτροπή, νέα χορήγηση ατομικών ποσοτήτων αναφοράς στους παραγωγούς.
36 Κατόπιν των προκαταρκτικών αυτών παρατηρήσεων, η Επιτροπή αναφέρεται στην αρχή της αυτονομίας των κρατών μελών ως προς την ακολουθητέα διαδικασία. Κατά την Επιτροπή, το γεγονός ότι ούτε ο κανονισμός 3950/92 ούτε ο κανονισμός 536/93 λαμβάνουν ρητώς υπόψη την περίπτωση διορθώσεων που επήλθαν κατόπιν ελέγχων υποδηλώνει ότι απόκειται στο κράτος μέλος να θεσπίσει τις αναγκαίες διατάξεις σύμφωνα με τα κριτήρια του εθνικού του δικαίου.
37 Επομένως, κατά την Επιτροπή, προκειμένου να διασφαλισθεί η ορθή και αποτελεσματική εφαρμογή της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, το αποτέλεσμα των ελέγχων των κρατών μελών μπορεί αλλά και πρέπει να ερμηνευθεί ως μέσο διορθώσεως της συγκεκριμένης ποσότητας αναφοράς και, συνεπώς, του ύψους των οφειλόμενων εισφορών, ακόμη και μετά το τέλος της οικείας περιόδου παραγωγής. Το γεγονός ότι τα μέτρα διορθώσεως των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς και νέου υπολογισμού των εισφορών ελήφθησαν μετά το τέλος των οικείων περιόδων παραγωγής δεν απαλλάσσει ούτε το κράτος μέλος ούτε τους ενδιαφερόμενους παραγωγούς από την υποχρέωση τηρήσεως, έστω και μεσοπρόθεσμα, των διατάξεων των επίμαχων κανονισμών.
Απάντηση του Δικαστηρίου
38 Εκ προοιμίου, πρέπει να επισημανθεί ότι καμία διάταξη των κανονισμών 3950/92 και 536/93 δεν προβλέπει την εκ των υστέρων διόρθωση των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που χορηγήθηκαν στους παραγωγούς γάλακτος και, κατά συνέπεια, τη διόρθωση των συμπληρωματικών εισφορών που αυτοί οφείλουν.
39 Σύμφωνα, όμως, με τις γενικές αρχές οι οποίες αποτελούν τη βάση της Κοινότητας και διέπουν τις σχέσεις μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών, εναπόκειται στα κράτη μέλη, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 10 ΕΚ), να διασφαλίζουν την εφαρμογή των κοινοτικών κανονιστικών ρυθμίσεων στο έδαφός τους. Εφόσον το κοινοτικό δίκαιο, συμπεριλαμβανομένων των γενικών του αρχών, δεν περιλαμβάνει κοινούς κανόνες για το θέμα αυτό, οι εθνικές αρχές ενεργούν, κατά την εφαρμογή αυτών των ρυθμίσεων, βάσει των τυπικών και ουσιαστικών κανόνων του εθνικού τους δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 23ης Νοεμβρίου 1995, C-285/93, Dominikanerinnen-Kloster Altenhohenau, Συλλογή 1995, σ. Ι-4069, σκέψη 26, και της 13ης Απριλίου 2000, C-292/97, Karlsson κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. Ι-2737, σκέψη 27).
40 Κατά την εκτέλεση, ωστόσο, των μέτρων εφαρμογής μιας κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως, οι εθνικές αρχές υποχρεούνται να ασκούν τη διακριτική τους ευχέρεια τηρώντας τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, μεταξύ των οποίων την αρχή προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Ιουνίου 2002, C‑313/99, Mulligan κ.λπ., Συλλογή 2002, σ. I-5719, σκέψεις 35 και 36).
41 Επομένως, προκειμένου να δοθεί χρήσιμη απάντηση στο πρώτο ερώτημα και, πιο συγκεκριμένα, προκειμένου να διαπιστωθεί αν οι επίμαχες διατάξεις των κανονισμών 3950/92 και 536/93 απαγορεύουν τις εκ των υστέρων διορθώσεις των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που χορηγήθηκαν στους παραγωγούς γάλακτος και, κατά συνέπεια, τη διόρθωση του ύψους των συμπληρωματικών εισφορών που αυτοί οφείλουν, πρέπει να εξετασθεί αν τα μέτρα αυτά είναι σύμφωνα προς το γράμμα και τον σκοπό αυτών των διατάξεων, προς τους σκοπούς και τη γενική οικονομία της ρυθμίσεως σχετικά με το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, καθώς και προς τις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου.
42 Ως προς τη διατύπωση των επίμαχων κανονιστικών ρυθμίσεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 3950/92 καθώς και τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 536/93 δεν περιλαμβάνουν καμία διάταξη που να απαγορεύει ρητώς την εκ μέρους των εθνικών αρχών λήψη μέτρων όμοιων με τα ληφθέντα στην υπόθεση της κύριας δίκης. Το ίδιο ισχύει και για το σύνολο των άρθρων των εν λόγω κανονισμών.
43 Όσον αφορά τον σκοπό των διατάξεων αυτών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 3950/92 προβλέπουν νέα χορήγηση ατομικών ποσοτήτων αναφοράς ούτε, κατά μείζονα λόγο, ότι ορίζουν ειδική προθεσμία για μια τέτοια χορήγηση.
44 Συγκεκριμένα, ο κανονισμός 3950/92 έχει ως σκοπό να παρατείνει την ισχύ του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, που θεσπίσθηκε με προηγούμενη νομοθεσία, και λαμβάνει ως δεδομένο ότι οι ποσοστώσεις γάλακτος έχουν ήδη χορηγηθεί, αντιστοίχως, για το σύνολο των κρατών μελών (βλ., υπό την έννοια αυτή, προπαρατεθείσα απόφαση Karlsson κ.λπ., σκέψη 32).
45 Η πρώτη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού ορίζει την «επιδίωξη» του θεσπισθέντος με τον κανονισμό 856/84 καθεστώτος και το άρθρο 1 ορίζει ότι η συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος θεσπίζεται για επτά «νέες» διαδοχικές περιόδους δώδεκα μηνών. Στο πλαίσιο της ίδιας αυτής συλλογιστικής, το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3950/92 ορίζει ότι οι ατομικές ποσότητες αναφοράς που χορηγούνται για τις περιόδους παραγωγής που θα ακολουθήσουν καθορίζονται βάσει των ποσοτήτων αναφοράς που διαθέτουν οι παραγωγοί κατά την τελευταία ημέρα εφαρμογής της προϊσχύουσας νομοθεσίας, ήτοι κατά την 31η Μαρτίου 1993.
46 Πάντως, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη δεν ήταν να καθορίσει οριστικά αυτές τις ποσότητες αναφοράς για όλη τη διάρκεια της παρατάσεως του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος, το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 3950/92 ορίζει, κατ’ ουσίαν, ότι οι εν λόγω ποσότητες μπορούν να αναπροσαρμόζονται για καθεμία από τις εν λόγω περιόδους παραγωγής, υπό τον όρο ότι το σύνολο των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς για τις πωλήσεις στα γαλακτοπωλεία και τις απευθείας πωλήσεις δεν θα υπερβαίνει την αντίστοιχη συνολική εγγυημένη ποσότητα που χορηγήθηκε στο κράτος μέλος, λαμβανομένων υπόψη τυχόν μειώσεων στις οποίες προβαίνει το εν λόγω κράτος μέλος για την τροφοδοσία του εθνικού του αποθέματος.
47 Υπ’ αυτές τις συνθήκες, τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 3950/92 δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν στις εθνικές αρχές να προβαίνουν, σε χρόνο μεταγενέστερο της οικείας περιόδου παραγωγής, σε διορθώσεις των εσφαλμένων ατομικών ποσοτήτων αναφοράς, δεδομένου ότι οι διορθώσεις αυτές έχουν ακριβώς ως κύριο σκοπό να μην υπερβαίνει η παραγωγή του κράτους μέλους για την οποία δεν υφίσταται υποχρέωση καταβολής συμπληρωματικής εισφοράς τη συνολική εγγυημένη ποσότητα που χορηγήθηκε στο εν λόγω κράτος μέλος.
48 Το ίδιο ισχύει και για τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 536/93. Συναφώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι από την ανάγνωση της παραγράφου 2 των άρθρων αυτών προκύπτει ότι ο αγοραστής, αφενός, και ο παραγωγός που πωλεί απευθείας τα προϊόντα του, αφετέρου, οφείλουν να κοινοποιούν, πριν από τις 15 Μαΐου, στην αρμόδια εθνική αρχή, αντιστοίχως, τα λογιστικά στοιχεία για την συλλογή του γάλακτος και για τα προϊόντα που πωλήθηκαν κατά τη διανυθείσα περίοδο παραγωγής. Από την ανάγνωση της παραγράφου 3 των άρθρων αυτών προκύπτει επίσης ότι τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν ότι η αρμόδια αρχή θα κοινοποιεί στον αγοραστή, αφενός, και στον παραγωγό, αφετέρου, το ποσό της εισφοράς που οφείλει αφού κατανεμηθούν εκ νέου ή όχι, ολικώς ή μερικώς, οι μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες αναφοράς. Τέλος, κατά την παράγραφο 4 των εν λόγω άρθρων, ο αγοραστής, αφενός, και ο παραγωγός, αφετέρου, υποχρεούνται να καταβάλουν τα οφειλόμενα ποσά πριν από την 1η Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους.
49 Μολονότι οι προθεσμίες αυτών των άρθρων είναι απαρέγκλιτες (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000, C-356/97, Μοlkereigenossenschaft Wiedergeltingen, Συλλογή 2000, σ. Ι-5461, σκέψεις 38 έως 40), δεν απαγορεύουν την πραγματοποίηση, εκ μέρους των αρμόδιων εθνικών αρχών του κράτους μέλους, εκ των υστέρων ελέγχων και διορθώσεων, προκειμένου να διασφαλίζεται ότι η παραγωγή του εν λόγω κράτους μέλους δεν υπερβαίνει τη συνολική εγγυημένη ποσότητα που του είχε χορηγηθεί.
50 Αντιθέτως μάλιστα, τόσο οι προθεσμίες των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού 536/93 όσο και οι εκ των υστέρων έλεγχοι και διορθώσεις, όπως οι πραγματοποιηθέντες από την ΑΙΜΑ στην υπόθεση της κύριας δίκης, αποσκοπούν στη διασφάλιση της αποτελεσματικής λειτουργίας του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος και της ορθής εφαρμογής της επίμαχης κανονιστικής ρυθμίσεως.
51 Συναφώς, πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι, σύμφωνα με την όγδοη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 536/93, «τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν κατάλληλα μέσα για την εκ των υστέρων διεξαγωγή ελέγχου, προκειμένου να διαπιστώνουν εάν και σε ποιο βαθμό η εισφορά έχει εισπραχθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις». Τέτοιοι έλεγχοι προβλέπονται στο άρθρο 7 του εν λόγω κανονισμού 536/93, προκειμένου να διασφαλίζεται η ακρίβεια των σχετικών με τη συλλογή γάλακτος και τις απευθείας πωλήσεις λογιστικών πινάκων τους οποίους καταρτίζουν οι αγοραστές και οι παραγωγοί. Είναι προφανές ότι τέτοιοι έλεγχοι μπορούν, αφενός, να διεξαχθούν μόνο μετά τη λήξη της συγκεκριμένης περιόδου παραγωγής και, αφετέρου, να καταλήξουν σε διορθώσεις των ποσοτήτων αναφοράς που χορηγήθηκαν και, συνεπώς, σε νέο υπολογισμό των οφειλόμενων εισφορών.
52 Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή των άρθρων 1 και 4 του κανονισμού 3950/92 καθώς και των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού 536/93 επιβεβαιώνεται από τον σκοπό της κανονιστικής ρυθμίσεως που καθιερώνει τη συμπληρωματική εισφορά επί του γάλακτος. Όπως τόνισε και ο γενικός εισαγγελέας με το σημείο 66 των προτάσεών του, η επίτευξη των σκοπών αυτής της κανονιστικής ρυθμίσεως θα ετίθετο σε κίνδυνο, αν, κατόπιν εσφαλμένου καθορισμού των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς, η παραγωγή γάλακτος σε ένα κράτος μέλος υπερέβαινε τη χορηγηθείσα σε αυτό συνολική εγγυημένη ποσότητα, χωρίς να καταβάλλεται η οφειλόμενη για την υπέρβαση αυτή συμπληρωματική εισφορά. Πράγματι, σε μια τέτοια περίπτωση, η αλληλεγγύη επί της οποίας εδράζεται το καθεστώς συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος θα ανατρεπόταν, καθώς ορισμένοι παραγωγοί θα απολάμβαναν τα πλεονεκτήματα του καθορισμού ενδεικτικής τιμής για το γάλα χωρίς να υφίστανται τις αναγκαίες για τη διατήρηση της ενδεικτικής αυτής τιμής πιέσεις. Ως εκ τούτου, οι παραγωγοί που θα απαλλάσσονταν εσφαλμένα από την υποχρέωση καταβολής συμπληρωματικής εισφοράς για την πλεονάζουσα παραγωγή θα είχαν αδικαιολόγητα ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των παραγωγών των κρατών μελών που εφαρμόζουν ορθώς την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
53 Τέλος, όσον αφορά τη συμφωνία μέτρων ελέγχου και διορθώσεων, όπως των ληφθέντων από την ΑΙΜΑ στην υπόθεση της κύριας δίκης, με την αρχή προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών της κύριας δίκης δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
54 Αφενός, εφόσον η ατομική ποσότητα αναφοράς ενός παραγωγού ανταποκρίνεται πράγματι στην ποσότητα γάλακτος που ο εν λόγω παραγωγός διέθεσε στην αγορά κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς, ο παραγωγός αυτός, ο οποίος κατά κανόνα γνωρίζει την ποσότητα που παρήγαγε, δεν δύναται να επικαλείται δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τη διατήρηση μιας ανακριβούς ποσότητας αναφοράς Αφετέρου, όπως επισήμανε και ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 82 των προτάσεών του, οι παραγωγοί δεν δύνανται να έχουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς την ανακατανομή, κατά τη λήξη μιας περιόδου παραγωγής, ορισμένης μη χρησιμοποιηθείσας ατομικής ποσότητας αναφοράς. Πράγματι, μια τέτοια ανακατανομή είναι, εκ φύσεως, υποθετική, ενώ δεν δύναται να καθοριστεί εκ των προτέρων, καθώς εξαρτάται από τη δραστηριότητα των άλλων παραγωγών. Ένας παραγωγός δεν μπορεί, επομένως, να έχει, προ της ενάρξεως μιας περιόδου παραγωγής, δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς την ανακατανομή καθορισμένου τμήματος των ποσοστώσεων που δεν χρησιμοποιήθηκαν.
55 Πρέπει να προστεθεί ότι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία, στην Ιταλία οι πρώτες νομοθετικές διατάξεις περί εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος θεσπίσθηκαν μόλις το 1992. Επιπλέον, η υποχρέωση καταβολής της εν λόγω εισφοράς επιβλήθηκε για πρώτη φορά στους Ιταλούς γαλακτοπαραγωγούς κατά την περίοδο παραγωγής 1995/1996. Δεν μπορεί, ωστόσο, να υφίσταται δικαιολογημένη εμπιστοσύνη ως προς τη διατήρηση μιας προδήλως παράνομης, από πλευράς κοινοτικού δικαίου, καταστάσεως, ήτοι της μη εφαρμογής του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς επί του γάλακτος. Πράγματι, ανεξαρτήτως των ιδιαίτερων περιστάσεων της προκειμένης περιπτώσεως, οι γαλακτοπαραγωγοί των κρατών μελών δεν θα μπορούσαν δικαιολογημένα να πιστεύουν, ένδεκα έτη μετά τη θέσπιση αυτού καθεστώτος, ότι μπορούσαν να συνεχίζουν να παράγουν γάλα χωρίς περιορισμό.
56 Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού 3950/92 καθώς και τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 536/93 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν σε ένα κράτος μέλος να διορθώνει, κατόπιν ελέγχων, την ατομική ποσότητα αναφοράς που χορηγήθηκε σε κάθε παραγωγό και, συνεπώς, να προβαίνει, μετά την ανακατανομή των ποσοτήτων αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκαν και σε χρόνο μεταγενέστερο της ημερομηνίας εκπνοής της προθεσμίας καταβολής των συμπληρωματικών εισφορών για τη συγκεκριμένη περίοδο, σε νέο υπολογισμό των εισφορών που οφείλονται.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
57 Κατόπιν της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση του δεύτερου ερωτήματος.
Επί του τρίτου ερωτήματος
58 Με το τρίτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία επιτρέπει στα κράτη μέλη να αναλαμβάνουν την εξόφληση των ποσών που οφείλονται δυνάμει του κοινοτικού δικαίου, στην περίπτωση κατά την οποία θα αποκλειόταν η δυνατότητα αναδρομικής ανακατανομής των ποσοτήτων αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκαν.
59 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, κατά πάγια νομολογία, το πνεύμα συνεργασίας το οποίο πρέπει να πρυτανεύει στη λειτουργία της προδικαστικής παραπομπής προϋποθέτει ότι το εθνικό δικαστήριο σέβεται την αποστολή που έχει ανατεθεί στο Δικαστήριο, η οποία συνίσταται στη συνεισφορά στην απονομή της δικαιοσύνης στα κράτη μέλη και όχι στη διατύπωση συμβουλευτικών γνωμών επί γενικών ή υποθετικών ερωτημάτων (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 16ης Ιουλίου 1992, C‑343/90, Lourenço Dias, Συλλογή 1992, σ. I-4673, σκέψη 17, και διάταξη της 23ης Μαρτίου 1995, C‑458/93, Saddik, Συλλογή 1995, σ. I-511, σκέψη 17).
60 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το τρίτο ερώτημα έχει αμιγώς υποθετικό χαρακτήρα, καθόσον το ζήτημα αν το κράτος μέλος μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να αναλαμβάνει την εξόφληση των ποσών που οφείλουν οι παραγωγοί γάλακτος, βάσει του καθεστώτος συμπληρωματικής εισφοράς, δεν ασκεί, λόγω της φύσεώς του, επιρροή στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης.
61 Συνεπώς, το τρίτο ερώτημα πρέπει να κριθεί απαράδεκτο.
Επί των δικαστικών εξόδων
62 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Ιταλική και η Ελληνική Κυβέρνηση, καθώς και το Συμβούλιο και η Επιτροπή, που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ’ αυτό απόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε με απόφαση της 6ης Ιουλίου 2000 το Tribunale amministrativo regionale del Lazio, αποφαίνεται:
Τα άρθρα 1 και 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3950/92 του Συμβουλίου, της 28ης Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, καθώς και τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 536/93 της Επιτροπής, της 9ης Μαρτίου 1993, περί λεπτομερών κανόνων εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν απαγορεύουν σε ένα κράτος μέλος να διορθώνει, κατόπιν ελέγχων, την ατομική ποσότητα αναφοράς που χορηγήθηκε σε κάθε παραγωγό και, συνεπώς, να προβαίνει, μετά την ανακατανομή των ποσοτήτων αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκαν και σε χρόνο μεταγενέστερο της ημερομηνίας εκπνοής της προθεσμίας καταβολής των συμπληρωματικών εισφορών για τη συγκεκριμένη περίοδο, σε νέο υπολογισμό των εισφορών που οφείλονται.
Σκουρής
Gulmann
Puissochet
Macken
Colneric
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 25 Μαρτίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
R. Grass
Β. Σκουρής
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy