Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Αναίρεση - Λόγοι - Εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών - Απαράδεκτο - Έλεγχος από το Δικαστήριο της εκτιμήσεως των αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του ρωτοδικείου - Αποκλείεται, εξαιρουμένης της περιπτώσεως αλλοιώσεως
(Οργανισμός ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου, άρθρο 51, εδ. 1)
2. ΕΚΑΧ - Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα - Έννοια - Κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή - ροοπτική αποδοτικότητας
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 4, στοιχ. γ_· γενική απόφαση 3855/91, άρθρο 1 § 2)
3. EKAX - Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα - Απόφαση της Επιτροπής που απαιτεί περίπλοκη οικονομική εκτίμηση - Δικαστικός έλεγχος - Όρια
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρα 4, στοιχ. γ_, και 33)
4. Αναίρεση - Λόγοι - Απλή επανάληψη των προβληθέντων ενώπιον του ρωτοδικείου λόγων και επιχειρημάτων - Απαράδεκτο - Απόρριψη
(Οργανισμός ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου, άρθρο 49· Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 112 § 2, εδ 1, στοιχ. γ_)
5. ΕΚΑΧ - Ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα - Αναζήτηση παράνομης ενισχύσεως - Αποκατάσταση της προγενεστέρας καταστάσεως
(Συνθήκη ΕΚΑΧ, άρθρο 4, στοιχ. γ_)
Περίληψη
1. Το ρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα υποβληθέντα σ' αυτό στοιχεία της δικογραφίας και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων που προσκομίζονται ενώπιον του ρωτοδικείου, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ της φύσεώς του, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
( βλ. σκέψη 34 )
2. ροκειμένου να κριθεί εάν η επέμβαση των δημοσίων αρχών στο κεφάλαιο μιας επιχειρήσεως υπό οποιαδήποτε μορφή, μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση, πρέπει να κριθεί αν, υπό παρόμοιες περιστάσεις, ένας ιδιώτης επενδυτής θα μπορούσε να αχθεί στην απόφαση να προβεί σε τόσο σημαντικές εισφορές κεφαλαίου. Καίτοι η συμπεριφορά του ιδιώτη επενδυτή, προς την οποία πρέπει να συγκριθεί η παρέμβαση του δημοσίου επενδυτή που επιδιώκει στόχους οικονομικής πολιτικής, δεν αντιστοιχεί κατ' ανάγκη προς τη συμπεριφορά του κοινού επενδυτή που τοποθετεί κεφάλαια χάριν αποδοτικότητας υπό κατά το μάλλον ή ήττον βραχυπρόθεσμη προοπτική, οφείλει, τουλάχιστον, να ακολουθεί τη συμπεριφορά μιας ιδιωτικής εταιρίας holding ή ενός ιδιωτικού ομίλου επιχειρήσεων που επιδιώκουν διαρθρωτική πολιτική, γενική ή κλαδική, με γνώμονα προοπτικές μακροπρόθεσμης αποδοτικότητας.
( βλ. σκέψη 42 )
3. Η εξέταση εκ μέρους της Επιτροπής του ζητήματος εάν ένα συγκεκριμένο μέτρο μπορεί να χαρακτηριστεί κρατική ενίσχυση διότι το κράτος δεν ενήργησε ως συνήθης επιχειρηματίας συνεπάγεται περίπλοκη οικονομική εκτίμηση. Κατά την έκδοση μιας πράξεως που συνεπάγεται τέτοιες εκτιμήσεις, η Επιτροπή διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως και ο δικαστικός έλεγχος της εν λόγω πράξεως πρέπει να περιορίζεται, όπως προκύπτει από το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, στην εξέταση της τηρήσεως των διαδικαστικών κανόνων και των κανόνων αιτιολογίας, στην ουσιαστική ακρίβεια των πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων έγινε η αμφισβητούμενη επιλογή, στην απουσία πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως αυτών των περιστατικών ή στην απουσία καταχρήσεως εξουσίας. Ειδικότερα, το ρωτοδικείο δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δική του εκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως στην εκτίμηση της Επιτροπής.
( βλ. σκέψη 43 )
4. Αναίρεση με την οποία η αναιρεσείουσα απλώς επαναλαμβάνει τους ίδιους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ενώπιον του ρωτοδικείου προκειμένου να επιτύχει απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του ρωτοδικείου προσφυγής εκ μέρους του Δικαστηρίου. Τέτοια αίτηση αναιρέσεως συνιστά όμως στην πραγματικότητα αίτημα απλής επανεξετάσεως της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του ρωτοδικείου η οποία, κατά το άρθρο 49 του Οργανισμού ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του.
( βλ. σκέψη 54 )
5. Όσον αφορά το καθεστώς ενισχύσεων που προβλέπεται στη Συνθήκη ΕΚ, η κατάργηση μιας παράνομης ενισχύσεως μέσω της αναζητήσεώς της αποτελεί τη λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα της και η υποχρέωση του κράτους να καταργήσει ενίσχυση την οποία η Επιτροπή έκρινε ως ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά αποσκοπεί στην αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως. Επομένως, δεν είναι αναγκαία η ρητή πρόβλεψη της αρμοδιότητας της Επιτροπής να απαιτήσει την επιστροφή της ενισχύσεως. Δεν επιβάλλεται, συναφώς, διαφορετική εκτίμηση όσον αφορά τις ενισχύσεις που υπάγονται στο καθεστώς της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
Αφενός, το καθεστώς των ενισχύσεων που θεσπίζει η Συνθήκη ΕΚΑΧ δεν είναι, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, λιγότερο αυστηρό από εκείνο της Συνθήκης ΕΚ. Αντιθέτως, το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ θεσπίζει καθεστώς σαφώς αυστηρότερο από εκείνο της Συνθήκης ΕΚ κατά το μέτρο που επιτρέπει στην Επιτροπή να απαγορεύει εκ προοιμίου όλες τις κρατικές ενισχύσεις, χωρίς να υφίσταται ανάγκη εξετάσεως κατά πόσον αυτές νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό ή εάν υφίστανται εξαιρέσεις στον κανόνα περί απαγορεύσεως.
Αφετέρου, στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με την απόφαση της Επιτροπής να απαιτήσει την επιστροφή μιας παράνομης ενισχύσεως, η Επιτροπή υποχρεούται, στο πλαίσιο του καθεστώτος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, κατά τον ίδιο τρόπο όπως στο πλαίσιο του καθεστώτος της Συνθήκης ΕΚ, να κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως. Μόλις σε μεταγενέστερο στάδιο αυτής της διαδικασίας, ήτοι όταν πρόκειται για την επιβολή κυρώσεων λόγω της μη τηρήσεως αυτών των υποχρεώσεων, το άρθρο 188, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπει την παρέμβαση του Συμβουλίου, αντιθέτως προς τη διαδικασία παραβάσεως που προβλέπει η Συνθήκη ΕΚ.
( βλ. σκέψεις 65-68 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-323/00 P,
DSG Dradenauer Stahlgesellschaft mbH, εκπροσωπούμενη από τους U. Theune και Μ. Luther, Rechtsanwälte, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αναιρεσείουσα,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναιρέσεως που ασκήθηκε κατά της αποφάσεως που εξέδωσε στις 29 Ιουνίου 2000 το ρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (πέμπτο πενταμελές τμήμα) στην υπόθεση T-234/95, DSG κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-2603), και με την οποία ζητείται η εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής,
όπου οι έτεροι διάδικοι είναι
η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον K.-D. Borchardt, επικουρούμενο από τον καθηγητή Μ. Hilf, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής πρωτοδίκως,
η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, εκπροσωπούμενη από τον W.-D. Plessing, επικουρούμενο από τους W. Kirchhoff και Μ. Schütte, Rechtsanwälte,
και
το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας,
παρεμβαίνοντες πρωτοδίκως,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα),
συγκείμενο από τους P. Jann (εισηγητή), πρόεδρο τμήματος, D. A. O. Edward, Μ. Wathelet, C. W. A. Timmermans και A. Rosas, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: D. Ruiz-Jarabo Colomer
γραμματέας: R. Grass
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Σεπτεμβρίου 2000, η DSG Dradenauer Stahlgesellschaft mbH (στο εξής: DSG) άσκησε, δυνάμει του άρθρου 49 του Οργανισμού ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου, αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου της 29ης Ιουνίου 2000 στην υπόθεση T-234/95, DSG κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-2603, στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το ρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή που είχε ασκήσει η αναιρεσείουσα και με την οποία ζητείτο η ακύρωση της αποφάσεως 96/236/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 31ης Οκτωβρίου 1995, σχετικά με κρατική ενίσχυση που χορήγησε η πόλη του Αμβούργου στη χαλυβουργική επιχείρηση ΕΚΑΧ Hamburger Stahlwerke GmbH του Αμβούργου (ΕΕ L 78, σ. 31, στο εξής: επίδικη απόφαση).
Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου
2 Τα πραγματικά περιστατικά, όπως προκύπτουν ιδίως από τις σκέψεις 8 έως 22 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:
3 Από το 1974 έως το 1983, η Hamburgische Landesbank Girozentrale (στο εξής: HLB), που είναι τραπεζικό ίδρυμα δημοσίου δικαίου που ανήκει κατά 100 % στην πόλη του Αμβούργου, κατείχε το 49 % των εταιρικών μεριδίων της Hamburger Stahlwerke GmbH (στο εξής: τέως HSW), ως καταπιστευματοδόχος υπό τη μορφή ενεχύρου για τα δάνεια που της είχε χορηγήσει χωρίς εγγύηση η πόλη του Αμβούργου. Το 1983 η εταιρία τέθηκε υπό εκκαθάριση. Κατά τον χρόνο εκείνο, οι ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις της πόλεως του Αμβούργου και της HLB κατά της τέως HSW ανέρχονταν σε 181 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα (DEM), για 129 εκατομμύρια από τα οποία είχε παράσχει εγγύηση η πόλη του Αμβούργου και για 52 εκατομμύρια από τα οποία είχε αναλάβει τον οικονομικό κίνδυνο η ίδια η HLB.
4 ροκειμένου να συνεχίσουν να εκμεταλλεύονται το ενεργητικό ώστε, σύμφωνα με τη Γερμανική Κυβέρνηση, να καλύψουν ένα μέρος των ληξιπρόθεσμων απαιτήσεών τους, η πόλη του Αμβούργου και η HLB αποφάσισαν να συμβάλουν οικονομικώς στην ίδρυση μιας εταιρίας-αγοραστή. Έτσι, κατά την ίδρυση της νέας εταιρίας Hamburger Stahlwerke GmbH (στο εξής: HSW) το 1984, η HLB δάνεισε στους ιδιοκτήτες της HSW 20 εκατομμύρια DEM, που αντιπροσώπευαν σχεδόν το σύνολο του εταιρικού της κεφαλαίου και τα οποία της είχε διαθέσει η πόλη του Αμβούργου. Συμφωνήθηκε ότι η αποπληρωμή αυτού του δανείου και των σχετικών τόκων θα γινόταν μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η HSW θα πραγματοποιούσε κέρδη, ότι οι ιδιοκτήτες της HSW θα εκχωρούσαν το δικαίωμά τους συμμετοχής στα κέρδη της HSW στη HLB κατ' αναλογία αντίστοιχη προς εκείνη του δανεισθέντος ποσού σε σχέση με το συνολικό εταιρικό κεφάλαιο της HSW και ότι οι αποφάσεις σχετικά με τη διαχείριση ή με το διοικητικό συμβούλιο της εταιρίας θα εξαρτώνταν από την προηγούμενη έγκριση της HLB.
5 Επιπλέον, κατά την έναρξη της δραστηριότητάς της το 1984, η HSW έλαβε από την HLB βάσει συμβάσεων ετησίας διάρκειας τακτικώς παρατεινομένων αυτομάτως ανανεώσιμη πίστωση 130 εκατομμυρίων DEM, από τα οποία 52 με κίνδυνο της HLB και 78 κατόπιν εντολής της πόλεως του Αμβούργου. Ως εγγύηση για την πίστωση έγινε εκχώρηση για την εξασφάλιση του κυκλοφορούντος ενεργητικού και των απαιτήσεων της HSW κατά τρίτων.
6 Από το 1984 έως το 1993, η HSW πραγματοποίησε επί έξι έτη ζημίες και επί τέσσερα έτη κέρδη. Ειδικότερα, το 1991, πραγματοποίησε ζημίες ύψους 8,5 εκατομμυρίων DEM.
7 Το 1992 πραγματοποίησε νέες ζημίες ύψους 19,8 εκατομμυρίων DΕΜ και η κατάστασή της κατέστησε αναγκαία, εκτός από την ανανέωση της πιστώσεως των 130 εκατομμυρίων DΕΜ που είχε χορηγήσει η HLB, αύξηση αυτής κατά 20 εκατομμύρια. Η HLB αποφάσισε να ανανεώσει την πίστωση των 52 εκατομμυρίων DEM των οποίων είχε αναλάβει τον κίνδυνο και να μην μετάσχει στην αύξησή της. Κατόπιν εντολής της πόλεως του Αμβούργου, πραγματοποίησε τελικώς την αύξηση της πιστώσεως των 20 εκατομμυρίων DEM τον Δεκέμβριο του 1992, υπό τον όρο ότι η HSW θα υιοθετούσε σχέδιο αναδιαρθρώσεως.
8 Το 1993, η HSW πραγματοποίησε ζημίες ύψους 24,4 εκατομμυρίων DΕΜ, δεδομένου ότι η αγορά της χαλυβουργίας εν γένει αντιμετώπιζε αυξανόμενες δυσκολίες. Σε μια έκθεση εμπειρογνωμόνων, την οποία η πόλη του Αμβούργου είχε ζητήσει από την εταιρία MacKinsey το 1993 και η οποία υποβλήθηκε στις 19 Ιανουαρίου 1994, διαπιστωνόταν ότι η πτώχευση της HSW ήταν επικείμενη και ότι επιβαλλόταν η ιδιωτικοποίησή της προτού συσσωρευθούν νέες ζημίες.
9 Η HLB αρνήθηκε, τότε, να παρατείνει την πίστωση. Επίσης δήλωσε ότι δεν προτίθετο να συνεχίσει να εκπληρώνει την υποχρέωση που είχε αναλάβει προηγουμένως ως προς το ποσό των 52 εκατομμυρίων DEM, που δεν καλυπτόταν από την εντολή πιστώσεως της πόλεως του Αμβούργου. Ωστόσο, τον Δεκέμβριο του 1993, η πόλη του Αμβούργου έδωσε εντολή στη HLB να χορηγήσει στη HSW, με ισχύ από 1ης Ιανουαρίου 1994, πίστωση 150 εκατομμυρίων DEM αυξημένη κατά 24 εκατομμύρια DΕΜ, καθώς και ενδιάμεση πίστωση 10 εκατομμυρίων. Η πόλη του Αμβούργου ανέλαβε έτσι το σύνολο του οικονομικού κινδύνου που απέρρεε από αυτό το συνολικού ύψους 184 εκατομμυρίων DΕΜ δάνειο.
10 Στο τέλος του 1994, η HSW επωλήθη σε έναν ιδιώτη επενδυτή αντί ποσού 275 000 DEM και αντί αναλήψεως του χρέους των 17,2 εκατομμυρίων DΕΜ που απέμεναν να αποδοθούν από το αρχικό δάνειο του εταιρικού κεφαλαίου των 20 εκατομμυρίων DEM.
11 Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, πληροφορηθείσα από τον Τύπο ότι η πόλη του Αμβούργου υποστήριζε οικονομικώς την HSW κίνησε, στην αρχή του 1994, διαδικασία λόγω παραβάσεως κατά το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ. Κατόπιν εξετάσεως, κατέληξε ότι τα δάνεια που είχαν χορηγηθεί στη HSW τον Δεκέμβριο του 1992, βάσει της επεκτάσεως της πιστώσεως κατά 20 εκατομμύρια DEM, και τον Δεκέμβριο του 1993, βάσει της συνολικής πιστώσεως 174 εκατομμυρίων DEM καθώς και της ενδιάμεσης πιστώσεως των 10 εκατομμυρίων DEM, συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεως ασυμβίβαστες με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ και την απόφαση 3855/91/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1991, που θεσπίζει κοινοτικούς κανόνες για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 362, σ. 57, στο εξής: πέμπτος κώδικας ενισχύσεων στη χαλυβουργία). Κατόπιν τούτου εξέδωσε, στις 31 Οκτωβρίου 1995, την επίδικη απόφαση. Με αυτήν έκρινε ότι οι εν λόγω ενισχύσεις ήταν ασυμβίβαστες με τις προεκτεθείσες διατάξεις (άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως) και κάλεσε την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να απαιτήσει από την επιδοτηθείσα επιχείρηση την επιστροφή των ενισχύσεων (άρθρο 3 της επίδικης αποφάσεως) και να της γνωστοποιήσει τα ληφθέντα προς συμμόρφωση με αυτή την απόφαση μέτρα (άρθρο 4 της επίδικης αποφάσεως). Αντιθέτως, η Επιτροπή έκρινε συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο το αρχικό δάνειο ύψους 20 εκατομμυρίων DEM που η HLB είχε χορηγήσει το 1984 για την κάλυψη του εταιρικού κεφαλαίου της HSW (άρθρο 1 της επίδικης αποφάσεως), που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.
12 Στο αιτιολογικό της επίδικης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε ότι η πόλη του Αμβούργου είχε εκτεθεί σε οικονομικό κίνδυνο ισοδύναμο με τον κίνδυνο που αναλαμβάνει ένας μέτοχος που εισφέρει κεφάλαιο επιχειρηματικού κινδύνου, χωρίς να καθίσταται κύριος της εταιρίας. Τα δάνεια των άρθρων 2 και 3 της επίδικης αποφάσεως είχαν χορηγηθεί ενόσω η HSW ήταν στα πρόθυρα της πτωχεύσεως, είχαν αναγγελθεί νέες ζημίες και η αγορά δεν είχε βελτιωθεί, και εν όψει των πορισμάτων της εκθέσεως εμπειρογνωμόνων της εταιρίας MacKinsey. Κατά την Επιτροπή, υπ' αυτές τις συνθήκες, ουδείς ιδιώτης επενδυτής θα ήταν πρόθυμος να διαθέσει στην HSW νέα κεφάλαια, το οποίο αποδεικνύεται ήδη από το γεγονός ότι η ίδια η HLB είχε αρνηθεί, αρχικώς, την αιτηθείσα χρηματοδότηση και η πόλη του Αμβούργου χρειάστηκε να δώσει εντολή για τη χορήγησή της, αναλαμβάνοντας η ίδια όλους τους κινδύνους.
13 Στις 21 Δεκεμβρίου 1995, η DSG, που υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της HSW, άσκησε προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου με την οποία ζητούσε την ακύρωση της επίδικης αποφάσεως, με εξαίρεση το άρθρο της 1.
14 Κατά την ενώπιον του ρωτοδικείου διαδικασία, επετράπη στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να παρέμβει υπέρ της αναιρεσείουσας και στο Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας να παρέμβει υπέρ της Επιτροπής.
15 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
16 Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ρωτοδικείο εξέτασε από κοινού τον πρώτο και τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, τους οποίους ερμήνευσε, στις σκέψεις 68 έως 72, ότι αντλούνται αμφότεροι από παράβαση του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και του άρθρου 1, παράγραφος 2, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη χαλυβουργία. Στη συνέχεια, εξέτασε τον τρίτο και τελευταίο λόγο ακυρώσεως, που αντλείται από κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής.
17 Όσον αφορά τους δύο πρώτους λόγους ακυρώσεως, το ρωτοδικείο τόνισε εκ προοιμίου, στις σκέψεις 115 έως 119 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ο έλεγχος του κοινοτικού δικαστή, στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς του να αποφαίνεται επί προσφυγών ακυρώσεως κατ' αποφάσεων της Επιτροπής, περιορίζεται να εξετάσει αν η Επιτροπή ενήργησε κατά κατάχρηση εξουσίας ή αν αγνόησε κατά έκδηλο τρόπο τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΚΑΧ ή οποιονδήποτε κανόνα δικαίου σχετικό με την εφαρμογή της, ενώ ο όρος «έκδηλος» προϋποθέτει ότι υπήρξε προφανής πλάνη εκτιμήσεως της καταστάσεως που οδήγησε στην έκδοση της αποφάσεως. Ο κοινοτικός δικαστής δεν μπορεί, ιδίως, να υποκαταστήσει τη δική του εκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως, στην εκτίμηση της Επιτροπής.
18 Εν όψει των προεκτεθέντων, το ρωτοδικείο διαπίστωσε καταρχάς, στις σκέψεις 123 έως 131 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε έκδηλη πλάνη εκτιμήσεως, αφενός, προβαίνοντας σε διάκριση, προκειμένου για την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, μεταξύ των δανείων που η HLB είχε χορηγήσει στην αναιρεσείουσα με δικό της κίνδυνο και εκείνων που της είχαν χορηγηθεί κατόπιν πιστωτικής εντολής της πόλεως του Αμβούργου και, αφετέρου, εκτιμώντας ότι η HLB, αρνούμενη να αυξήσει ή να παρατείνει τις πιστώσεις με δικό της κίνδυνο, υιοθέτησε συμπεριφορά ανάλογη με εκείνη που θα επεδείκνυε ένας ιδιώτης επενδυτής σε παρόμοια κατάσταση.
19 Εν συνεχεία, το ρωτοδικείο έκρινε, στις σκέψεις 132 έως 169 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, εν όψει ιδίως της δεινής οικονομικής καταστάσεως της αναιρεσείουσας, της επιτακτικής ανάγκης χρηματοδοτήσεώς της και της εξαιρετικά άσχημης καταστάσεως της ευρωπαϊκής αγοράς του χάλυβα, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε έκδηλη πλάνη εκτιμήσεως θεωρώντας, αφενός, ότι ένας ιδιώτης επενδυτής δεν θα είχε συναινέσει στην αύξηση της πιστώσεως τον Δεκέμβριο του 1992 (σκέψη 139 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και, αφετέρου, ότι η πιθανότητα ανευρέσεως ενός ιδιώτη επενδυτή διατεθειμένου να συμφωνήσει για τη χορήγηση της πιστώσεως καθώς και ενδιάμεσης πιστώσεως τον Δεκέμβριο του 1993 ήταν αμελητέα, ήτοι ανύπαρκτη (σκέψη 163 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Κατά το ρωτοδικείο, η Επιτροπή ευλόγως θεώρησε, επομένως, ότι ένας ιδιώτης επενδυτής δεν θα είχε χορηγήσει τις εν λόγω πιστώσεις (σκέψεις 145 και 167 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) και ότι αυτές συνιστούν κρατικές ενισχύσεις (σκέψη 169 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
20 Επιπλέον, το ρωτοδικείο έκρινε, στις σκέψεις 171 έως 181 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η υποθετική περίπτωση όπου η αναιρεσείουσα θα μπορούσε να είχε λάβει κεφάλαια από τρίτους λόγω των ασφαλειών που παρείχε ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι η Επιτροπή ευλόγως θεώρησε τα επίδικα μέτρα κρατικές ενισχύσεις.
21 Τέλος, το ρωτοδικείο έκρινε, στις σκέψεις 182 έως 187 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή μπορούσε να απαιτήσει την επιστροφή των ενισχύσεων.
22 Όσον αφορά τον τρίτο λόγο, με τον οποίο προσάπτεται στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη τη σχεδιαζόμενη μείωση των δυνατοτήτων παραγωγής σε μια εγκατάσταση της HSW στο Euskirchen, το ρωτοδικείο έκρινε, στις σκέψεις 193 έως 209 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη τα γεγονότα, δεδομένου ότι κατά τον χρόνο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών βρίσκονταν απλώς στο στάδιο του σχεδιασμού.
23 Κατά συνέπεια, το ρωτοδικείο απέρριψε την προσφυγή στο σύνολό της.
Η αίτηση αναιρέσεως
24 Η DSG και η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητούν από το Δικαστήριο:
- να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση·
- να ακυρώσει τα άρθρα 2, 3 και 4 της επίδικης αποφάσεως·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
25 Η DSG προβάλλει τρεις λόγους προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως. Ο πρώτος λόγος, που υποδιαιρείται σε τέσσερα σκέλη, αντλείται από παράβαση του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, καθόσον το ρωτοδικείο εφήρμοσε εσφαλμένως, καταρχάς, την έννοια της οικονομικής μονάδας, δεύτερον, το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή, τρίτον, χαρακτήρισε εσφαλμένως την επέκταση της πιστώσεως τον Δεκέμβριο του 1993 ως αύξηση εισφοράς κεφαλαίου και, τέταρτον, εξέτασε εσφαλμένως τις άλλες δυνατότητες χρηματοδοτήσεως της HSW. Ο δεύτερος λόγος αντλείται από παράβαση του άρθρου 88 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, καθόσον το ρωτοδικείο εσφαλμένως έκρινε ότι η Επιτροπή μπορούσε να απαιτήσει την επιστροφή των κρατικών ενισχύσεων ως ασυμβίβαστων με την εν λόγω Συνθήκη. Ο τρίτος λόγος αντλείται από την παράβαση γενικών αρχών του δικαίου, ιδίως των αρχών της κοινής λογικής, όσον αφορά την επιρροή που η μείωση των δυνατοτήτων παραγωγής στην εγκατάσταση της HSW στο Euskirchen ασκεί στον χαρακτηρισμό των εν λόγω ενισχύσεων.
26 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης.
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
27 Βάσει του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας του, όταν η αίτηση αναιρέσεως είναι, εν όλω ή εν μέρει, προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το Δικαστήριο μπορεί, κατά πάσα στάση της δίκης, να την απορρίψει με αιτιολογημένη διάταξη.
Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
Επί του πρώτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
28 Με το πρώτο σκέλος του πρώτου της λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αιτιάται το ρωτοδικείο ότι παρέβη το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, καθόσον έκρινε ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως θεωρώντας την πόλη του Αμβούργου και τη HLB χωριστές νομικές μονάδες και χρησιμοποιώντας, βάσει αυτής της διακρίσεως, τη συμπεριφορά της HLB ως κριτήριο εκτιμήσεως της συμπεριφοράς ενός ιδιώτη επενδυτή που ενεργεί στο πλαίσιο οικονομίας της αγοράς.
29 Η αναιρεσείουσα εκθέτει λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή της, η πόλη του Αμβούργου και η HLB πρέπει να θεωρηθούν ενιαία οικονομική μονάδα. Αγνοώντας αυτά τα δεδομένα, το ρωτοδικείο βάσισε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας της οικονομικής μονάδας, που είναι έννοια νομική και όχι πραγματική.
30 Η Επιτροπή απαντά ότι το σύνολο αυτών των ισχυρισμών προβλήθηκε κατά τον ίδιο τρόπο στο πλαίσιο της ενώπιον του ρωτοδικείου διαδικασίας και ότι η αναιρεσείουσα ζητεί απλώς από το Δικαστήριο να προβεί σε νέα, εγγύτερη στους ισχυρισμούς της, εκτίμηση. Ένα τέτοιο αίτημα είναι απαράδεκτο στο στάδιο της αιτήσεως αναιρέσεως.
31 Εν πάση περιπτώσει, ο λόγος στερείται βάσεως. Εν προκειμένω, το ζήτημα είναι να καθοριστεί αν η HSW μπορούσε να αντλήσει από έναν ιδιώτη επενδυτή που ενεργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς οικονομικά πλεονεκτήματα συγκρίσιμα με εκείνα που της παραχώρησε η πόλη του Αμβούργου. Αυτή η «εξέταση του ιδιώτη επενδυτή» προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη χαλυβουργία το οποίο προβλέπει ότι «ο όρος "ενίσχυση" καλύπτει και τα στοιχεία ενίσχυσης που εμπεριέχονται σε μεταβιβάσεις δημοσίων πόρων [...] όταν δεν μπορούν να θεωρηθούν ως γνήσιες παροχές κεφαλαίου επιχειρηματικού κινδύνου σύμφωνα με τη συνήθη επενδυτική πρακτική στην οικονομία της αγοράς».
32 Έτσι, η σύγκριση με έναν ιδιώτη επενδυτή βασίζεται στην υποθετική συμπεριφορά ενός τρίτου και συνεπάγεται μια πολύπλοκη ανάλυση της συνολικής καταστάσεως της δικαιούχου επιχειρήσεως, της αγοράς στην οποία ενεργεί, των οικείων οικονομικών προοπτικών και της καταστάσεως στην αγορά κεφαλαίων. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι διαθέτει συναφώς ευρεία διακριτική ευχέρεια, όπως ορθώς διαπίστωσε το ρωτοδικείο στη σκέψη 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η επίκληση από την Επιτροπή του γεγονότος ότι η HLB αρνήθηκε τη χορήγηση των αιτηθεισών από τη HSW πιστώσεων με ίδιο κίνδυνο και πραγματοποίησε τις πληρωμές μόνον κατόπιν εντολής της πόλεως του Αμβούργου ως παράδειγμα συμπεριφοράς ενός ιδιώτη επενδυτή αποτελεί ένα σημείο μεταξύ άλλων στο πλαίσιο της συνολικής εκτιμήσεως της οικονομικής καταστάσεως.
33 Συναφώς, πρώτον, η αναιρεσείουσα δεν αποδεικνύει κατά πόσον η έννοια της οικονομικής μονάδας είναι νομική και όχι πραγματική έννοια, το οποίο είναι ουσιώδες για το ζήτημα εάν ένα κρατικό μέτρο πρέπει ή όχι να χαρακτηριστεί κρατική ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
34 Δεύτερον, κατά το μέτρο που αυτό το σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι προέβη σε εσφαλμένες πραγματικές εκτιμήσεις κατά την ανάλυση των αποτελεσμάτων στα οποία κατέληξε η Επιτροπή κατά την «εξέταση του ιδιώτη επενδυτή», επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι το ρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο, αφενός, για τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, εκτός αν η ανακρίβεια του περιεχομένου των διαπιστώσεών του προκύπτει από τα υποβληθέντα σ' αυτό στοιχεία της δικογραφίας και, αφετέρου, για την εκτίμηση αυτών των πραγματικών περιστατικών. Επομένως, η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων που προσκομίζονται ενώπιον του ρωτοδικείου, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως εκ της φύσεώς του, στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων, την διάταξη του ροέδρου του ρωτοδικείου της 11ης Απριλίου 2001, C-479/00 P (R), Επιτροπή κατά Gerot Pharmazeutika, Συλλογή 2001, σ. Ι-3121, σκέψη 45).
35 Επομένως, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως που επικαλείται η αναιρεσείουσα είναι εν μέρει προδήλως αβάσιμο και εν μέρει προδήλως απαράδεκτο.
Επί του δευτέρου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
36 Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ καθόσον εφάρμοσε εσφαλμένως το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή χρησιμοποιώντας εσφαλμένο κριτήριο αναφοράς. Στις σκέψεις 135 και 166 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο υποτίθεται ότι εξέτασε εάν, τον Δεκέμβριο του 1992 και τον Δεκέμβριο του 1993, ένας ιδιώτης επενδυτής θα είχε αυξήσει ή παρατείνει την χορηγηθείσα στη HSW πίστωση υπό τις ίδιες συνθήκες όπως η πόλη του Αμβούργου. Στην πραγματικότητα, το ρωτοδικείο χρησιμοποίησε ως μόνο κριτήριο αναφοράς τη συμπεριφορά ενός αλλοδαπού επενδυτή που αντιμετωπίζει, για πρώτη φορά, μια οικονομική υποχρέωση εντός της HSW.
37 Ωστόσο, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το κριτήριο αναφοράς προκειμένου να εκτιμηθεί αν ένα μέτρο χρηματοδοτήσεως πρέπει να χαρατηριστεί ή όχι κρατική ενίσχυση είναι η συμπεριφορά ενός ιδιώτη επενδυτή ευρισκομένου στην εγγύτερη δυνατή κατάσταση με εκείνη της δημόσιας αρχής, επομένως, εν προκειμένω, στην κατάσταση όπου η επικείμενη πτώχευση της αιτουμένης τη χρηματοδότηση επιχειρήσεως συνεπάγεται σημαντικές απώλειες για τον εν λόγω επενδυτή.
38 Κατά την αναιρεσείουσα, ο χρηματοδότης ενεργεί σαφώς ως ιδιώτης επενδυτής υπό τις συνθήκες της αγοράς όταν συνεχίζει, εν όψει μιας σημαντικής οικονομικής υποχρεώσεως που κινδυνεύει να απολέσει ολοκληρωτικά, να υποστηρίζει τον οφειλέτη του που αντιμετωπίζει δυσκολίες πληρωμής, μέχρι του σημείου της χορηγήσεως στον τελευταίο συμπληρωματικής ενισχύσεως προκειμένου να επιτύχει τη μεγαλύτερη δυνατή επιστροφή του δανείου που είχε χορηγήσει προηγουμένως. Η μείωση μιας τόσο αναπόφευκτης απώλειας ισοδυναμεί επομένως με κέρδος, το οποίο η Επιτροπή έχει άλλωστε αναγνωρίσει σε πολλές αποφάσεις που αφορούν άλλες επιχειρήσεις.
39 Η Επιτροπή ισχυρίζεται, εκ προοιμίου, ότι, σύμφωνα με το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ο έλεγχος των πράξεων της Επιτροπής από τον κοινοτικό δικαστή αφορά μόνον την κατάχρηση εξουσίας ή μια έκδηλη παράβαση του εφαρμοστέου κοινοτικού δικαίου. Τούτο ισχύει απολύτως για την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή. Επομένως, το ρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομική πλάνη καθόσον περιορίστηκε, στο πλαίσιο του ελέγχου που ασκεί, σε αυτά τα στοιχεία, επικυρώνοντας έτσι την επίδικη απόφαση.
40 Ειδικότερα, το ρωτοδικείο έπρεπε εν προκειμένω να λάβει δεόντως υπόψη την επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα αποτελεσματικότητα των επιδίκων μέτρων από απόψεως περιορισμού των απωλειών. Ωστόσο, δεδομένου ότι η HSW ήταν στα πρόθυρα της πτωχεύσεως και κινούνταν σε ένα δυσμενές πλαίσιο από απόψεως συγκυρίας, η αύξηση της πιστώσεως, όπως έγινε εν προκειμένω, δεν είχε νόημα για κανέναν ιδιώτη επενδυτή, ακόμη και εν όψει της διασφαλίσεως των προηγηθεισών επενδύσεων, και τούτο ούτε τον Δεκέμβριο του 1992 ούτε, πολλώ μάλλον, τον Δεκέμβριο του 1993 όπου η κατάσταση είχε επιδεινωθεί περαιτέρω.
41 Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, του πέμπτου κώδικα ενισχύσεων στη χαλυβουργία προβλέπει ότι, προκειμένου να κριθεί πώς θα είχε ενεργήσει ένας υποθετικός ιδιώτης επενδυτής σε μια συγκεκριμένη περίσταση, αρκεί η αναφορά στην «συνήθη επενδυτική πρακτική στην οικονομία της αγοράς».
42 Επιπλέον, από τη νομολογία του Δικαστηρίου τη σχετική με το άρθρο 92 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 87 ΕΚ), που είναι εξίσου κρίσιμη για την εφαρμογή των αντιστοίχων διατάξεων της Συνθήκης ΕΚΑΧ, προκύπτει ότι, προκειμένου να κριθεί εάν η επέμβαση των δημοσίων αρχών στο κεφάλαιο μιας επιχειρήσεως υπό οποιαδήποτε μορφή, μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση, πρέπει να κριθεί αν, υπό παρόμοιες περιστάσεις, ένας ιδιώτης επενδυτής θα μπορούσε να αχθεί στην απόφαση να προβεί σε τόσο σημαντικές εισφορές κεφαλαίου. Καίτοι η συμπεριφορά του ιδιώτη επενδυτή, προς την οποία πρέπει να συγκριθεί η παρέμβαση του δημοσίου επενδυτή που επιδιώκει στόχους οικονομικής πολιτικής, δεν αντιστοιχεί κατ' ανάγκη προς τη συμπεριφορά του κοινού επενδυτή που τοποθετεί κεφάλαια χάριν αποδοτικότητας υπό κατά το μάλλον ή ήττον βραχυπρόθεσμη προοπτική, οφείλει, τουλάχιστον, να ακολουθεί τη συμπεριφορά μιας ιδιωτικής εταιρίας holding ή ενός ιδιωτικού ομίλου επιχειρήσεων που επιδιώκουν διαρθρωτική πολιτική, γενική ή κλαδική, με γνώμονα προοπτικές μακροπρόθεσμης αποδοτικότητας (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1994, C-42/93, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-4175, σκέψεις 13 και 14).
43 Δεν αμφισβητείται επίσης, αφενός, ότι η εξέταση εκ μέρους της Επιτροπής του ζητήματος εάν ένα συγκεκριμένο μέτρο μπορεί να χαρακτηριστεί κρατική ενίσχυση διότι το κράτος δεν ενήργησε ως συνήθης επιχειρηματίας συνεπάγεται περίπλοκη οικονομική εκτίμηση. Κατά την έκδοση μιας πράξεως που συνεπάγεται τέτοιες εκτιμήσεις, η Επιτροπή διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως και ο δικαστικός έλεγχος της εν λόγω πράξεως πρέπει να περιορίζεται, όπως προκύπτει από το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, στην εξέταση της τηρήσεως των διαδικαστικών κανόνων και των κανόνων αιτιολογίας, στην ουσιαστική ακρίβεια των πραγματικών περιστατικών βάσει των οποίων έγινε η αμφισβητούμενη επιλογή, στην απουσία πρόδηλης πλάνης εκτιμήσεως αυτών των περιστατικών ή στην απουσία καταχρήσεως εξουσίας. Ειδικότερα, το ρωτοδικείο δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη δική του εκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως στην εκτίμηση της Επιτροπής.
44 Αφετέρου, από το άρθρο 51 του Οργανισμού ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο έλεγχος του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της ασκήσεως αναιρέσεως, περιορίζεται στα νομικά ζητήματα και ότι μια αίτηση αναιρέσεως μπορεί να στηρίζεται μόνο στους λόγους που αντλούνται από έλλειψη αρμοδιότητας του ρωτοδικείου, διαδικαστικά σφάλματα ενώπιον του ρωτοδικείου που θίγουν τα συμφέροντα του αναιρεσείοντος ή την παράβαση του κοινοτικού δικαίου εκ μέρους του ρωτοδικείου. Επομένως, το Δικαστήριο περιορίζεται απλώς να εξετάζει αν το ρωτοδικείο παρέβη κανόνες δικαίου κατά την άσκηση του δικαστικού ελέγχου της ασκήσεως της εξουσίας διακριτικής ευχέρειας εκ μέρους της Επιτροπής, όπως προεκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη.
45 Επ' αυτού, το ρωτοδικείο εξέτασε καταρχάς ενδελεχώς, στις σκέψεις 132 έως 169 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, την ανάλυση της Επιτροπής που την οδήγησε στο συμπέρασμα ότι, στο συγκεκριμένο οικονομικό πλαίσιο, ουδείς λογικός επενδυτής θα είχε συνεχίσει τη χρηματοδότηση της HSW. Κατόπιν αυτής της εξετάσεως, το ρωτοδικείο επικύρωσε την εκτίμηση της Επιτροπής ότι η οικονομική κατάσταση της HSW ήταν τόσο δεινή ώστε η αύξηση της πιστώσεως τον Δεκέμβριο του 1992 συνιστούσε μέτρο επείγουσας φύσεως που σκοπούσε στη διατήρηση της HSW εν ζωή χωρίς καμία προοπτική αποδοτικότητας, έστω και μακροπρόθεσμα (σκέψη 137 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως), και ότι, όσον αφορά τα μέτρα που ελήφθησαν τον Δεκέμβριο του 1993, χρόνο κατά τον οποίο η κατάσταση είχε επιδεινωθεί περαιτέρω, οι πιθανότητες της HSW να ανεύρει έναν ιδιώτη επενδυτή διατεθειμένο να ενεργήσει όπως ενήργησε η πόλη του Αμβούργου ήταν πρακτικά ανύπαρκτες (σκέψη 163 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως).
46 Επομένως, στο πλαίσιο αυτών των διαπιστώσεων ελήφθησαν ενδελεχώς υπόψη οι διαφορετικές πλευρές της συγκεκριμένης καταστάσεως και της συμπεριφοράς που μπορούσε ευλόγως να αναμένεται από έναν ιδιώτη επενδυτή που ενεργεί με προοπτική μακροπρόθεσμης αποδοτικότητας. Αντιθέτως, η άποψη της αναιρεσείουσας οδηγεί στην επίκληση, προκειμένου για την εφαρμογή του κριτηρίου του ιδιώτη επενδυτή, κάθε δυνατής συμπεριφοράς, ανεξαρτήτως εάν φαίνεται εύλογη ή όχι σε μια τέτοια προοπτική. Μια τέτοια συμπεριφορά δεν μπορεί προφανώς να συνιστά κατάλληλο κριτήριο.
47 Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να προσαφθεί στο ρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε νομική πλάνη καθόσον επικύρωσε την εκτίμηση στην οποία είχε καταλήξει η Επιτροπή κατά την άσκηση της ευρείας της εξουσίας διακριτικής ευχέρειας.
48 Το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι επομένως προδήλως αβάσιμο και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
49 Με το τρίτο σκέλος του πρώτου της λόγου αναιρέσεως, η DSG ισχυρίζεται ότι το ρωτοδικείο χαρακτήρισε, στις σκέψεις 183 και 184 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, εσφαλμένως τα μέτρα που ελήφθησαν τον Δεκέμβριο του 1993 σχετικά με την εισφορά κεφαλαίου. Στην πραγματικότητα, επρόκειτο για απλή παράταση της πιστώσεως που είχε ήδη χορηγηθεί από καιρού. ράγματι, η πίστωση των 130 εκατομμυρίων DEM είχε χορηγηθεί στη HSW ήδη το 1984, γεγονός το οποίο η Επιτροπή είχε ανεχθεί κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών.
50 Η DSG ισχυρίζεται ότι το 1993 το πλαίσιο της αρχικής πιστώσεως είχε ήδη εξαντληθεί εντελώς και είχε επομένως στην ουσία μεταλλαχθεί σε κεφάλαιο. Η παράταση της πιστώσεως δεν είχε, επομένως, ως συνέπεια την εισφορά νέου ρευστού. Το ρωτοδικείο παραγνώρισε την οικονομική και νομική κατάσταση, που χαρακτηριζόταν από καθυστέρηση αποδόσεως μιας προηγουμένως χορηγηθείσας πιστώσεως, καθυστέρηση που επιβαλλόταν από οικονομικής και νομικής απόψεως προκειμένου να αποφευχθεί η πτώχευση της HSW.
51 Το ρωτοδικείο έπρεπε, τουλάχιστον, να είχε ακυρώσει το άρθρο 2 της επίδικης αποφάσεως, στο οποίο η Επιτροπή είχε χαρακτηρίσει το σύνολο των πιστώσεων που είχαν χορηγηθεί τον Δεκέμβριο του 1993 κρατικές ενισχύσεις. ράγματι, μόνον τα χορηγηθέντα υπό μορφή αυξήσεως της αρχικής πιστώσεως δάνεια που ανέρχονταν σε 20 εκατομμύρια DEM τον Δεκέμβριο του 1992 και σε 24 εκατομμύρια DEM τον Δεκέμβριο του 1993 θα μπορούσαν εν ανάγκη να χαρακτηριστούν ενισχύσεις. Όσον αφορά τη χορηγηθείσα τον Δεκέμβριο του 1993 ενδιάμεση πίστωση των 10 εκατομμυρίων DEM, ουδέποτε έγινε χρήση της.
52 Κατά την Επιτροπή, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος κατά το μέτρο που η αναιρεσείουσα απλώς επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ενώπιον του ρωτοδικείου και επιχειρεί κατ' αυτόν τον τρόπο να επιτύχει νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών εκ μέρους του Δικαστηρίου. Η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται καμία νομική πλάνη εκ μέρους του ρωτοδικείου.
53 Επιπλέον, ο λόγος αναιρέσεως είναι εν πάση περιπτώσει αβάσιμος. Όσον αφορά τις χορηγηθείσες στη HSW πιστώσεις, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ήταν στα πρόθυρα της πτωχεύσεως, το χορηγηθέν πλεονέκτημα δεν έγκειτο στη διαφορά μεταξύ των επιτοκίων αυτών των δανείων και του συνήθους επιτοκίου, αλλά στη χορήγηση των δανείων καθαυτή εφόσον κανένας ιδιώτης επενδυτής δεν θα ήταν διατεθειμένος να τα χορηγήσει. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η απόφαση περί χορηγήσεως της πιστώσεως έπρεπε να ανανεώνεται κάθε έτος και ότι ήταν αναγκαία η εκάστοτε εκτίμηση της δεδομένης καταστάσεως. Δεδομένης της καταστροφικής οικονομικής καταστάσεως στην οποία βρισκόταν η HSW στο τέλος του 1993, η παράταση της πιστώσεως ασφαλώς συνιστούσε κρατική ενίσχυση.
54 Η Επιτροπή ορθώς υπογραμμίζει συναφώς ότι, με αυτό το σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα απλώς επαναλαμβάνει τους ίδιους ισχυρισμούς που είχε προβάλει ενώπιον του ρωτοδικείου προκειμένου να επιτύχει απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του ρωτοδικείου προσφυγής εκ μέρους του Δικαστηρίου. Τέτοια αίτηση αναιρέσεως συνιστά όμως στην πραγματικότητα αίτημα απλής επανεξετάσεως της προσφυγής που ασκήθηκε ενώπιον του ρωτοδικείου η οποία, κατά το άρθρο 49 του Οργανισμού ΕΚΑΧ του Δικαστηρίου, δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του (βλ. μεταξύ άλλων, διάταξη της 25ης Ιανουαρίου 2001, C-111/99 P, Lech-Stahlwerke κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. Ι-727, σκέψη 33).
55 Κατά το μέτρο που αυτό το σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να νοηθεί ότι προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι δεν έδωσε τη δέουσα συνέχεια στους πραγματικούς ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν ενώπιόν του, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι από τις διαπιστώσεις του ρωτοδικείου δεν συνάγεται μια τέτοια πρόδηλη πλάνη. Το τελευταίο έκρινε, στη σκέψη 183 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι από τα εν προκειμένω περιστατικά προκύπτει σαφώς ότι οι παρατάσεις της εν λόγω πιστώσεως έπρεπε να αποτελούν αντικείμενο διαπραγματεύσεως κάθε έτος, καθόσον η πόλη του Αμβούργου και η HLB όφειλαν να αποφασίζουν την ανανέωση και/ή την αύξηση βάσει της εκάστοτε οικονομικής καταστάσεως. Το ρωτοδικείο συμπέρανε, στη σκέψη 184 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή ευλόγως μπορούσε να θεωρήσει ότι το ποσό της ενισχύσεως αντιστοιχούσε στο ποσό των εγκριθέντων δανείων. Ουδέν σφάλμα μπορεί να συναχθεί από αυτή την εκτίμηση.
56 Επομένως, το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι εν μέρει απαράδεκτο και εν μέρει αβάσιμο.
Επί του τέταρτου σκέλους του πρώτου λόγου αναιρέσεως
57 Με το τέταρτο σκέλος του πρώτου λόγου της αναιρέσεως η DSG προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι υπέπεσε σε νομική πλάνη καθόσον έκρινε, στις σκέψεις 173 έως 175 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε έκδηλη πλάνη εκτιμήσεως, θεωρώντας ότι η δυνατότητα της HSW να λάβει δάνεια από τρίτους χάρη στις ασφάλειες δεν εμποδίζει τον χαρακτηρισμό των επίδικων μέτρων ως ενισχύσεων. Κατά τη DSG, πράγματι, η δυνατότητα λήψεως δανείων από τρίτους, στην υποθετική περίπτωση που η HSW διέθετε ασφάλειες που είχε εκχωρήσει στη HLB, έπρεπε να είχε ληφθεί υπόψη κατά την «εξέταση του ιδιώτη επενδυτή».
58 Επ' αυτού, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η περίπτωση των χορηγουμένων από τρίτους δανείων δεν συνιστά εύλογο σημείο αναφοράς. Αφενός, η χορήγηση τέτοιων δανείων ήταν ελάχιστα πιθανή δεδομένης της καταστάσεως των δυνατών ασφαλειών εν όψει επικείμενης πτωχεύσεως. Αφετέρου, τα δάνεια της πόλεως του Αμβούργου είχαν, εν προκειμένω, τον χαρακτήρα συμμετοχικών δανείων, το οποίο δεν θα συνέβαινε με τα χορηγούμενα από τρίτους δάνεια.
59 Επομένως, το ρωτοδικείο ορθώς έκρινε, στη σκέψη 174 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα υποτιθέμενα δάνεια από τρίτους δεν ήταν συγκρίσιμα προς εκείνα που είχε χορηγήσει η HLB κατόπιν εντολής της πόλεως του Αμβούργου και, στη σκέψη 180 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι ήταν πολύ αμφίβολο ότι τρίτοι θα μπορούσαν να λάβουν επαρκείς ασφάλειες προκειμένου να συναινέσουν στη χορήγηση των αναγκαίων δανείων.
60 Συναφώς, δεν μπορεί να διαπιστωθεί η ύπαρξη κανενός είδους πλάνης ως προς τα πραγματικά περιστατικά εκ μέρους του ρωτοδικείου. ράγματι, το ρωτοδικείο ορθώς έκρινε ότι στην περίπτωση επικείμενης πτωχεύσεως, όπως συνέβαινε με την HSW, η χορήγηση από τρίτον δανείου του ιδίου ύψους με εκείνο που είχε χορηγήσει η πόλη του Αμβούργου και για το οποίο είχαν παρασχεθεί ασφάλειες που ήταν ακόμα διαθέσιμες σε εκείνη την περίπτωση φαινόταν μάλλον απίθανη και ότι επιβάλλεται επομένως τα επίδικα μέτρα να χαρακτηριστούν ασυμβίβαστες με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ κρατικές ενισχύσεις.
61 Επομένως, αυτό το σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Ως εκ τούτου, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
62 Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, η DSG αιτιάται το ρωτοδικείο ότι παρέβη το άρθρο 88 της Συνθήκης ΕΚΑΧ καθόσον έκρινε, στη σκέψη 187 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι η Επιτροπή είναι αρμόδια να απαιτήσει την επιστροφή κρατικών ενισχύσεων που θεωρεί ασυμβίβαστες με την εν λόγω Συνθήκη.
63 Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η Συνθήκη ΕΚΑΧ δεν περιέχει διάταξη ανάλογη με τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 93, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ) και 14 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1), που απονέμουν ρητώς στην Επιτροπή την εξουσία να απαιτεί την επιστροφή των παράνομων ενισχύσεων. Η Συνθήκη ΕΚΑΧ χαρακτηρίζεται, ως προγενέστερη, από ένα πολύ λιγότερο σημαντικό ρόλο της Επιτροπής έναντι των κρατών μελών απ' ό,τι η Συνθήκη ΕΚ. Η μόνη δυνατότητα αναλήψεως δράσεως εκ μέρους της Επιτροπής ήταν η διαδικασία του άρθρου 88, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, η οποία προϋπέθετε ωστόσο την προηγούμενη έγκριση του Συμβουλίου με πλειοψηφία δύο τρίτων. Μία τέτοια έγκριση ελλείπει εν προκειμένω. Σύμφωνα με την αρχή της επικουρικότητας, απόκειται στα κράτη μέλη να φέρουν τις συνέπειες μιας ενισχύσεως που θεωρείται ασυμβίβαστη με τη Συνθήκη ΕΚΑΧ. Επομένως, το άρθρο 3 της επίδικης αποφάσεως πρέπει να ακυρωθεί.
64 Κατά την Επιτροπή, αυτά τα επιχειρήματα στερούνται βάσεως. Η υποχρέωση αποκαταστάσεως μιας καταστάσεως σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο και επομένως επιστροφής των παράνομων ενισχύσεων απορρέει απευθείας από το αυστηρό καθεστώς ενισχύσεων που θεσπίζει η Συνθήκη ΕΚΑΧ και την υποχρέωση των κρατών μελών που απορρέει από αυτό το καθεστώς. Το άρθρο 88 της εν λόγω Συνθήκης προβλέπει ρητώς ότι η Επιτροπή μπορεί να διαπιστώσει την ύπαρξη αυτής της υποχρεώσεως και να θέσει στο εν λόγω κράτος προθεσμίες για τη συμμόρφωση προς αυτήν. Η συμφωνία του Συμβουλίου προβλέπεται μόνο στο τρίτο εδάφιο αυτού του άρθρου για την έκδοση των ειδικών μέτρων που περιγράφονται σε αυτό. Δεν υφίστανται τέτοια μέτρα στην υπό κρίση υπόθεση.
65 Συναφώς, αρκεί να τονιστεί ότι, όσον αφορά το καθεστώς ενισχύσεων που προβλέπεται στη Συνθήκη ΕΚ, η κατάργηση μιας παράνομης ενισχύσεως μέσω της αναζητήσεώς της αποτελεί τη λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα της και ότι η υποχρέωση του κράτους να καταργήσει ενίσχυση την οποία η Επιτροπή έκρινε ως ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά αποσκοπεί στην αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, C-75/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-3671, σκέψη 64). Επομένως, δεν είναι αναγκαία η ρητή πρόβλεψη της αρμοδιότητας της Επιτροπής να απαιτήσει την επιστροφή της ενισχύσεως.
66 Δεν επιβάλλεται, συναφώς, διαφορετική εκτίμηση όσον αφορά τις ενισχύσεις που υπάγονται στο καθεστώς της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
67 Αφενός, το καθεστώς των ενισχύσεων που θεσπίζει η Συνθήκη ΕΚΑΧ δεν είναι, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, λιγότερο αυστηρό από εκείνο της Συνθήκης ΕΚ. Αντιθέτως, το άρθρο 4, στοιχείο γ_, της Συνθήκης ΕΚΑΧ θεσπίζει καθεστώς σαφώς αυστηρότερο από εκείνο της Συνθήκης ΕΚ κατά το μέτρο που επιτρέπει στην Επιτροπή να απαγορεύει εκ προοιμίου όλες τις κρατικές ενισχύσεις, χωρίς να υφίσταται ανάγκη εξετάσεως κατά πόσον αυτές νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό ή εάν υφίστανται εξαιρέσεις στον κανόνα περί απαγορεύσεως.
68 Αφετέρου, στην περίπτωση που ένα κράτος μέλος δεν συμμορφώνεται με την απόφαση της Επιτροπής να απαιτήσει την επιστροφή μιας παράνομης ενισχύσεως, η Επιτροπή υποχρεούται, στο πλαίσιο του καθεστώτος της Συνθήκης ΕΚΑΧ, κατά τον ίδιο τρόπο όπως στο πλαίσιο του καθεστώτος της Συνθήκης ΕΚ, να κινήσει διαδικασία λόγω παραβάσεως. Μόλις σε μεταγενέστερο στάδιο αυτής της διαδικασίας, ήτοι όταν πρόκειται για την επιβολή κυρώσεων λόγω της μη τηρήσεως αυτών των υποχρεώσεων, το άρθρο 188, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ προβλέπει την παρέμβαση του Συμβουλίου, αντιθέτως προς τη διαδικασία παραβάσεως που προβλέπει η Συνθήκη ΕΚ.
69 Εν προκειμένω, όταν η αναιρεσείουσα άσκησε την προσφυγή ακυρώσεως ενώπιον του ρωτοδικείου, η διαδικασία βρισκόταν ακόμα στο στάδιο της διαπιστώσεως εκ μέρους της Επιτροπής του παράνομου χαρακτήρα των εν λόγω ενισχύσεων. Σε αυτό το στάδιο δεν προβλέπεται, προφανώς, η παρέμβαση του Συμβουλίου. Επιπλέον, δεν νοείται παραβίαση της αρχής της επικουρικότητας. Επομένως, το ρωτοδικείο ορθώς έκρινε, με τη σκέψη 189 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε έκδηλη πλάνη εκτιμήσεως, καθόσον απαίτησε την επιστροφή των εν λόγω ενισχύσεων.
70 Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
71 Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, η DSG αιτιάται το ρωτοδικείο ότι παραβίασε τις γενικές αρχές του δικαίου στο πλαίσιο της μειώσεως των δυνατοτήτων παραγωγής σε μια από τις εγκαταστάσεις της που βρισκόταν στο Euskirchen.
72 Κατά την αναιρεσείουσα, αυτή η μείωση των δυνατοτήτων επηρέασε σημαντικά την πραγματική κατάσταση που έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον χαρακτηρισμό των εν λόγω πληρωμών, διότι συνεπαγόταν τη δυνατότητα λήψεως επιχορηγήσεων οι οποίες στη συνέχεια θα αντισταθμίζονταν με τις εν λόγω ενισχύσεις.
73 Αφενός, το ρωτοδικείο παρέβη τις αρχές της κοινής λογικής καθόσον εξέτασε, στη σκέψη 200 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το επιχείρημα που αντλείται από την αντιστάθμιση των επιστρεπτέων ενισχύσεων με τη μη επιχορηγούμενη μείωση της δυνατότητας παραγωγής ως εάν είχε προβληθεί στο πλαίσιο της αμφισβητήσεως της «εξετάσεως του ιδιώτη επενδυτή» εκ μέρους της Επιτροπής. Η επίκληση μιας αντισταθμίσεως στερείται, ωστόσο, εν προκειμένω, σημασίας. Ένα τέτοιο επιχείρημα δεν αποσκοπεί, πράγματι, στην άρνηση του χαρακτήρα ενός μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως, αλλά την προϋποθέτει.
74 Αφετέρου, το ρωτοδικείο δεν εξέτασε το κρίσιμο ζήτημα αν οι μη χρησιμοποιηθείσες ή μη αιτηθείσες επιχορηγήσεις για την αναδιάρθρωση μπορούν να αντισταθμίσουν μια επιστρεπτέα παράνομη ενίσχυση. Εν προκειμένω, η αντιστάθμιση συνίσταται στη λήψη υπόψη της μεταγενέστερης και μη επιχορηγούμενης μειώσεως των δυνατοτήτων παραγωγής της HSW και στον καταλογισμό της, στο ύψος των προβλέψιμων επιχορηγήσεων για την αναδιάρθρωση, στην πίστωση που η HSW όφειλε να επιστρέψει. Ο χαρακτηρισμός των χορηγηθέντων από την πόλη του Αμβούργου δανείων ως παράνομων ενισχύσεων και η απαίτηση επιστροφής τους χωρίς τη λήψη υπόψη της αναδιαρθρώσεως που έλαβε χώρα μεταγενέστερα χωρίς επιχορήγηση συνιστά δυσανάλογα αυστηρή συμπεριφορά. Αν το ρωτοδικείο είχε εξετάσει ορθώς αυτό το επιχείρημα της αναιρεσείουσας, θα είχε καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα.
75 Κατά την Επιτροπή, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος εφόσον η DSG αρκείται να επαναλάβει μη κρίσιμους από νομικής απόψεως ισχυρισμούς οι οποίοι θεωρούνται τέτοιοι και από το ρωτοδικείο, χωρίς να μπορεί να επικαλεστεί συγκεκριμένη νομική πλάνη του τελευταίου. Επιπλέον, ο λόγος αναιρέσεως στερείται σημασίας κατά το μέτρο που το ρωτοδικείο ορθώς είχε χαρακτηρίσει ασήμαντους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας.
76 Συναφώς, δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι κατά τον χρόνο της χορηγήσεως των επίδικων ενισχύσεων δεν είχε επισυμβεί η μείωση των δυνατοτήτων παραγωγής στην εγκατάσταση της HSW στο Euskirchen αλλά βρισκόταν στο στάδιο του σχεδιασμού.
77 Επομένως, το ρωτοδικείο ορθώς διαπίστωσε, στις σκέψεις 200 και 201 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας που αφορούν μεταγενέστερα της χορηγήσεως των ενισχύσεων γεγονότα στερούνται, εν προκειμένω, λυσιτέλειας, δεδομένου ότι η σύγκριση με έναν ιδιώτη επενδυτή μπορεί να γίνει μόνο βάσει των στοιχείων που η πόλη του Αμβούργου διέθετε κατά τον χρόνο των επίδικων δανείων και ότι, επομένως, οι ευεργετικές συνέπειες του μεταγενέστερου κλεισίματος της θυγατρικής του Euskirchen, ακόμη και αν υποτεθεί ότι αποδεικνύονται, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη στο πλαίσιο της εξετάσεως της επίδικης αποφάσεως. Από αυτές οι διαπιστώσεις δεν απορρέει, προφανώς, κανενός είδους παράβαση δικαίου.
78 Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι προδήλως αβάσιμος.
79 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι οι λόγοι που προέβαλε η DSG προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως είναι είτε προδήλως απαράδεκτοι είτε προδήλως αβάσιμοι. Επομένως, η αναίρεση πρέπει να απορριφθεί κατ' εφαρμογήν του άρθρου 119 του Κανονισμού Διαδικασίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
80 Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, που εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία βάσει του άρθρου 118, ο ηττηθείς διάδικος φέρει τα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει να καταδικαστεί η DSG στα δικαστικά έξοδα και η τελευταία ηττήθηκε, επιβάλλεται να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι το άρθρο 69, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη και τα όργανα που παρεμβαίνουν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα, επιβάλλεται η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας να φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (πέμπτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως.
2) Καταδικάζει την DSG Dradenauer Stahlwerke mbH στα δικαστικά έξοδα.
3) Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας φέρει τα δικαστικά της έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy