Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ροδικαστικά ερωτήματα - Απάντηση δυνάμενη να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία - Εφαρμογή του άρθρου 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας
(Κανονισμός Διαδικασίας του Δικαστηρίου, άρθρο 104 § 3)
2. ροσέγγιση των νομοθεσιών - Διαδικασίες συνάψεως δημοσίων συμβάσεων παροχής υπηρεσιών - Οδηγία 92/50 όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52 - εδίο εφαρμογής - Σύμβαση παραχωρήσεως δημοσίας υπηρεσίας εκδόσεων - Αποκλείεται
(Οδηγίες του Συμβουλίου 92/50 και 97/52)
Διάδικοι
Στην υπόθεση C-358/00,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση του Oberlandesgericht Düsseldorf (Γερμανία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 234 ΕΚ, με την οποία ζητείται, στο πλαίσιο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Buchhändler-Vereinigung GmbH
και
Saur Verlag GmbH & Co. KG,
Die Deutsche Bibliothek,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία των άρθρων 1 και 8 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997 (ΕΕ L 328, σ. 1),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους N. Colneric, πρόεδρο τμήματος, R. Schintgen και Β. Σκουρή (εισηγητή), δικαστές,
γενική εισαγγελέας: C. Stix-Hackl
γραμματέας: R. Grass
αφού ενημέρωσε το αιτούν δικαστήριο ότι το Δικαστήριο προτίθεται να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας,
αφού κάλεσε τους ενδιαφερόμενους που αναφέρονται στο άρθρο 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου να υποβάλουν συναφώς τις ενδεχόμενες παρατηρήσεις τους,
αφού άκουσε τη γενική εισαγγελέα,
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
1 Με διάταξη της 2ας Αυγούστου 2000, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 27 Σεπτεμβρίου 2000, το Oberlandesgericht Düsseldorf υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ, προδικαστικό ερώτημα ως προς την ερμηνεία των άρθρων 1 και 8 της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ L 209, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997 (ΕΕ L 328, σ. 1).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ αφενός της Buchhändler-Vereinigung GmbH (στο εξής: Buchhändler-Vereinigung) και αφετέρου της Saur Verlag GmbH & Co. KG (στο εξής: Saur Verlag) και της Deutsche Bibliothek σχετικά με σχέδιο για τη σύναψη από την τελευταία συμβάσεως παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας για την αναπαραγωγή και θέση σε κυκλοφορία της γερμανικής εθνικής βιβλιογραφίας υπό μορφή εντύπου και σε CD-ROM.
Η κοινοτική ρύθμιση
3 Η όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 92/50 έχει ως εξής:
«[...] η παροχή υπηρεσιών καλύπτεται από την παρούσα οδηγία μόνον εφόσον βασίζεται σε συμβάσεις· [...] η παροχή υπηρεσιών επί άλλων βάσεων, όπως νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή συμβάσεις εργασίας, δεν καλύπτεται».
4 Το άρθρο 1 της οδηγίας 92/50 ορίζει:
«Κατά την έννοια της οδηγίας:
α) οι "δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών": είναι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας συναπτόμενες εγγράφως μεταξύ ενός παρέχοντος υπηρεσίες και μιας αναθέτουσας αρχής, με εξαίρεση;
[...]».
5 Κατά το άρθρο 8 της οδηγίας,
«Οι συμβάσεις που έχουν ως αντικείμενο υπηρεσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΑ συνάπτονται σύμφωνα με τις διατάξεις των τίτλων ΙΙΙ έως IV.»
6 Το παράρτημα Ι Α της οδηγίας 92/50 αναφέρει, στην κατηγορία 15, τις «[υ]πηρεσίες εκδόσεων και εκτυπώσεων, έναντι αμοιβής ή βάσει σύμβασης».
Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα
7 Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι η Deutsche Bibliothek, η οποία είναι ομοσπονδιακός δημόσιος οργανισμός με νομική προσωπικότητα, έχει, πρωτίστως, ως αποστολή, δυνάμει του Gesetz über die Deutsche Bibliothek (νόμος περί της γερμανικής εθνικής βιλιοθήκης), να επεξεργάζεται την εθνική γερμανική βιβλιογραφία, ήτοι να προβαίνει σε απογραφή των έργων που εκδίδονται στη γερμανική γλώσσα, η οποία συμπληρώνεται κάθε χρόνο. Επιπλέον, υποχρεούται να αναπαράγει και να πωλεί τα βιβλιογραφικά ευρετήρια που καταρτίζει.
8 Στις 3 Μαρτίου 2000, η Deutsche Bibliothek, στο πλαίσιο κλειστής διαδικασίας, προκήρυξε διαγωνισμό για τη σύναψη συμβάσεως για την αναπαραγωγή και τη θέση σε κυκλοφορία της γερμανικής εθνικής βιβλιογραφίας υπό μορφή εντύπου και σε CD-ROM. Η προκήρυξη αυτή προβλέπει, μεταξύ των κυρίων συμβατικών υποχρεώσεων, ότι η Deutsche Bibliothek καταρτίζει τα βιβλιογραφικά ευρετήρια και τα θέτει στη διάθεση της επιλεγείσας επιχειρήσεως, στην οποία παραχωρεί το αποκλειστικό δικαίωμα αναπαραγωγής και θέσεως σε κυκλοφορία της εθνικής γερμανικής βιβλιογραφίας υπό μορφή εντύπου και σε CD-ROM. Διευκρινίζει ότι η εν λόγω επιχείρηση προβαίνει, με δικά της έξοδα, στην αναπαραγωγή και στη θέση σε κυκλοφορία της εν λόγω βιβλιογραφίας και ότι, επίσης, οφείλει να καταβάλλει στην Deutsche Bibliothek, για κάθε πωλούμενο αντίτυπο, αμοιβή βάσει των κερδών του εκδοτικού οίκου. Επιπλέον, η Deutsche Bibliothek διατηρεί δικαίωμα ελέγχου και παρεμβάσεως επί της αναπαραγωγής και θέσεως σε κυκλοφορία της βιβλιογραφίας.
9 Η Deutsche Bibliothek είχε την πρόθεση να αναθέσει τη σύμβαση στην εταιρία Buchhändler-Vereinigung. Η εταιρία Saur Verlag αντιτάχθηκε σ' αυτό με αίτηση για έλεγχο που υπέβαλε δυνάμει του Gesetz gegen Wettbewerbsbeschränkungen (νόμου κατά των περιορισμών του ανταγωνισμού, στο εξής: GWB), επικαλούμενη παράβαση των διατάξεων περί συνάψεως δημοσίων συμβάσεων.
10 Με διάταξη της 26ης Μα_ου 2000, το δεύτερο ομοσπονδιακό τμήμα ελέγχου της συνάψεως δημοσίων συμβάσεων αποφάνθηκε επί της περί ελέγχου αιτήσεως της Saur Verlag απαγορεύοντας στην Deutsche Bibliothek να προβεί στη σύναψη συμβάσεως με την Buchhändler-Vereinigung, βάσει της μέχρι τότε εκτιμήσεώς της, και της ανέθεσε να αξιολογήσει εκ νέου τις προσφορές των προσφερουσών λαμβάνοντας υπόψη τη νομική άποψη του τμήματος και να τους γνωστοποιήσει το αργότερο δέκα εργάσιμες ημέρες πριν από την κατακύρωση τον ανάδοχο.
11 Η Buchhändler-Vereinigung άσκησε κατά της διατάξεως αυτής προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι η αίτηση της Saur Verlag είναι απαράδεκτη, στο μέτρο που η εν λόγω σύμβαση δεν διέπεται από τις εφαρμοζόμενες στις δημόσιες συμβάσεις διατάξεις, αλλά έχει ως αντικείμενο την παραχώρηση υπηρεσίας.
12 Με τη διάταξη περί παραπομπής, το Oberlandesgericht Düsseldorf θεωρεί ότι η απάντηση στο ερώτημα αν μία εκδοτική σύμβαση, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, συγκαταλέγεται μεταξύ των συμβάσεων που διέπονται από τις διατάξεις του γερμανικού δικαίου σχετικά με τη σύναψη δημοσίων συμβάσεων, ήτοι τα άρθρα 97 έως 129 του GWB, εξαρτάται κυρίως από το αν μία τέτοια σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50.
13 Το αιτούν δικαστήριο διαπιστώνει ότι η εν λόγω σύμβαση αποτελεί παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας. Συναφώς, στηρίζεται στο γεγονός ότι η σύμβαση αυτή περιέχει τη μεταβίβαση του δικαιώματος εκμεταλλεύσεως συγκεκριμένης παροχής της ιδιωτικής επιχειρήσεως, η οποία φέρει τον κίνδυνο της εκμεταλλεύσεως αυτής· προσθέτει ότι η επιχείρηση αυτή δεν αμείβεται από την Deutsche Bibliothek για την παροχή της υπηρεσίας με την καταβολή ορισμένου αντιτίμου, αλλά ότι, αντίθετα, η επιχείρηση πρέπει να καταβάλει αμοιβή στην Deutsche Bibliothek. Επιπλέον, κατά το αιτούν δικαστήριο, η παραχωρούμενη υπηρεσία είναι δημοσίου συμφέροντος, διότι η δραστηριότητα της Deutsche Bibliothek εμπίπτει, από τη φύση της, το αντικείμενό της και τους κανόνες στους οποίους υπόκειται, στον τομέα ευθύνης του κράτους και ανατίθεται σε ιδιωτική επιχείρηση, με την επιφύλαξη του δικαιώματος παρεμβάσεως και ελέγχου της αναθέτουσας αρχής.
14 Το αιτούν δικαστήριο καταλήγει, επομένως, ότι η προσφυγή, επί της οποίας καλείται να αποφανθεί, μπορεί να γίνει δεκτή μόνον αν οι παραχωρήσεις υπηρεσιών εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50. Το αιτούν δικαστήριο τονίζει ότι γνωρίζει ότι το Δικαστήριο έχει επιληφθεί προδικαστικού ερωτήματος σχετικά με το ζήτημα αυτό, στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2000, C-324/98, Teleaustria και Telefonadress (Συλλογή 2000, σ. Ι-10745), υπόθεση η οποία ήταν εισέτι εκκρεμής ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την έκδοση της διατάξεως περί παραπομπής.
15 Ενόψει της διατάξεως του άρθρου 8 της οδηγίας 92/50 σε συνδυασμό με την κατηγορία 15 του παραρτήματος Ι Α αυτής, που αναφέρει τις «[υ]πηρεσίες εκδόσεων ή εκτυπώσεων, έναντι αμοιβής ή βάσει σύμβασης», το αιτούν δικαστήριο διερωτάται ως προς το ζήτημα αν οι παραχωρήσεις δημοσίων υπηρεσιών, ακόμα και αν υποτεθεί ότι δεν διέπονται εν γένει από την οδηγία 92/50, διέπονται, πάντως, από το δίκαιο περί δημοσίων συμβάσεων εφόσον έχουν ως αντικείμενο την «έκδοση» και την «εκτύπωση».
16 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Oberlandesgericht Düsseldorf αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:
«Έχει η οδηγία [92/50, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/59], εφαρμογή και στην περίπτωση συμβάσεως:
α) με την οποία η αναθέτουσα αρχή παραχωρεί στον ανάδοχο το αποκλειστικό εκδοτικό δικαίωμα (δικαίωμα αναπαραγωγής και θέσεως σε κυκλοφορία) επί της βιβλιογραφίας την οποία αυτή επεξεργάζεται - εν προκειμένω: της γερμανικής εθνικής βιβλιογραφίας,
β) η οποία υποχρεώνει τον ανάδοχο να αναπαράγει και να θέτει σε κυκλοφορία τη βιβλιογραφία με δικά του έξοδα και να καταβάλλει στην αναθέτουσα αρχή, για κάθε πωλούμενο αντίτυπο, αμοιβή υπολογιζόμενη βάσει του κύκλου εργασιών του εκδοτικού οίκου, και
γ) με την οποία η αναθέτουσα αρχή επιφυλάσσεται να ασκεί δικαιώματα ελέγχου και παρεμβάσεως όσον αφορά την αναπαραγωγή και τη θέση σε κυκλοφορία της βιβλιογραφίας;»
Εκτίμηση του Δικαστηρίου
17 Με το ερώτημα αυτό το αιτούν δικαστήριο ερωτά κατ' ουσίαν αν μία σύμβαση παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας εκδόσεων εκφεύγει του πεδίου εφαρμογής της οδηγίας 92/50, καίτοι μνημονεύεται, λόγω του ειδικού της αντικειμένου, στο παράρτημα Ι Α της οδηγίας αυτής, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 8 της οδηγίας.
18 Δεδομένου ότι η απάντηση στο προδικαστικό ερώτημα μπορεί να συναχθεί σαφώς από τη νομολογία του, το Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του, πληροφόρησε το αιτούν δικαστήριο ότι προτίθεται να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη και κάλεσε τους ενδιαφερομένους, κατά την έννοια του άρθρου 20 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, να υποβάλουν ενδεχομένως παρατηρήσεις επ' αυτού.
19 Με τις παρατηρήσεις που υπέβαλαν, σύμφωνα με το άρθρο 104, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, η Buchhändler-Vereinigung, η Deutsche Bibliothek και η Επιτροπή δεν εξέφρασαν καμία αντίρρηση σχετικά με την πρόθεση του Δικαστηρίου να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη.
20 ρώτον, επιβάλλεται η διαπίστωση, στην οποία προέβη και το αιτούν δικαστήριο, ότι μία σύμβαση που έχει ως αντικείμενο τις μνημονευόμενες στο σημείο 8 της παρούσας διατάξεως παροχές μπορεί να διέπεται από την οδηγία 92/50.
21 Δεύτερον, πρέπει να υπομνησθεί, ότι στις σκέψεις 39 και 40 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Telaustria και Telefonadress, η οποία αφορούσε σύμβαση παραχωρήσεως σχετικά με τη δημιουργία και την έκδοση τηλεφωνικών καταλόγων, το Δικαστήριο διαπίστωσε, καταρχάς, ότι η σύμβαση αυτή είχε ως ειδικό αντικείμενο παροχές υπαγόμενες σε διαφορετικές κατηγορίες του παραρτήματος XVI A της οδηγίας 93/38/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1993, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης συμβάσεων στους τομείς του ύδατος, της ενέργειας, των μεταφορών και των τηλεπικοινωνιών (ΕΕ L 199, σ. 84), και ότι, επομένως, διεπόταν από αυτή.
22 Στη συνέχεια, προκειμένου να καθορίσει αν μία τέτοια σύμβαση καλύπτεται από τον περιλαμβανόμενο στο άρθρο 1, σημείο 4, της οδηγίας 93/38 ορισμό των «συμβάσεων εξ επαχθούς αιτίας που συνάπτονται γραπτώς», το Δικαστήριο εξέτασε το ιστορικό της θεσπίσεως των διεπουσών τις δημόσεις συμβάσεις υπηρεσιών οδηγιών και, ιδίως, της οδηγίας 92/50.
23 Συγεκριμένα, με τη σκέψη 46 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Telaustria και Telefonadress, το Δικαστήριο τόνισε ότι, τόσο με την πρότασή της οδηγίας 91/C 23/01 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 1990, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ 1991, C 23, σ. 1), όσο και με την τροποποιηθείσα πρότασή της οδηγίας 91/C 250/05 του Συμβουλίου, της 28ης Αυγούστου 1991, σχετικά με τον συντονισμό των διαδικασιών ανάθεσης δημοσίων συμβάσεων υπηρεσιών (ΕΕ C 250, σ. 4), οι οποίες κατέληξαν στην έκδοση της οδηγίας 92/50, η οποία διέπει τις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών εν γένει, η Επιτροπή είχε ρητώς προτείνει την υπαγωγή της «παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας» στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας.
24 Με τη σκέψη 47 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Telaustria και Telefonadress το Δικαστήριο τόνισε, αφενός, ότι, δεδομένου ότι η υπαγωγή αυτή εδικαιολογείτο από την πρόθεση «να εξασφαλιστεί συνοχή στις διαδικασίες ανάθεσης», η Επιτροπή διευκρίνισε στη δέκατη αιτιολογική σκέψη της προτάσεως οδηγίας της 13ης Δεκεμβρίου 1990 ότι «οι δημόσιες συμβάσεις παραχώρησης υπηρεσιών πρέπει να καλύπτονται από την παρούσα οδηγία κατά τον ίδιο τρόπο που η οδηγία 71/305/ΕΟΚ καλύπτει τις παραχωρήσεις δημοσίων έργων». Αφετέρου, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, αν και η μνεία της οδηγίας 71/305/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί συντονισμού των διαδικασιών σύναψης των συμβάσεων δημοσίων έργων (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 7), αποσύρθηκε από τη δέκατη αιτιολογική σκέψη της προτάσεως της 28ης Αυγούστου 1991, η τελευταία πάντως ρητώς διατήρησε τον στόχο της «συνοχής στις διαδικασίες ανάθεσης» στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη.
25 Εντούτοις, όπως το Δικαστήριο τόνισε, στη σκέψη 48 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Telaustria και Telefonadress, το Συμβούλιο διέγραψε όλες τις μνείες στις παραχωρήσεις δημόσιας υπηρεσίας, ιδίως λόγω των διαφορών που υπάρχουν μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά την εκχώρηση της διαχείρισης δημοσίων υπηρεσιών καθώς και τις λεπτομέρειες της εκχώρησης αυτής, οι οποίες θα μπορούσαν να δημιουργήσουν πολύ μεγάλη ανισορροπία στο άνοιγμα των εν λόγω συμβάσεων παραχωρήσεως (βλ. έγγραφο αριθ. 4444/92 ADD 1, της 25ης Φεβρουαρίου 1992, σημείο 6, με τίτλο «Αιτιολογική έκθεση του Συμβουλίου» και συνημμένο στην κοινή θέση της ιδίας ημερομηνίας).
26 Υπό το φως των στοιχείων αυτών, τα οποία το Δικαστήριο συσχέτισε με την εξέλιξη του πεδίου εφαρμογής των οδηγιών στον τομέα των συμβάσεων δημοσίων έργων, το Δικαστήριο έκρινε, με τη σκέψη 57 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Telaustria και Telefonadress, ότι οι συμβάσεις παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 93/38 και, επομένως, δεν καλύπτονται από την έννοια «συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας που συνάπτονται γραπτώς» του άρθρου 1, σημείο 4, της οδηγίας αυτής.
27 Το Δικαστήριο κατέληξε με τη σκέψη 58, δεύτερη περίπτωση, της προπαρατεθείσας αποφάσεως Telaustria και Telefonadress ότι, αν και διέπεται από την οδηγία 93/38, μια σύμβαση, όπως η επίμαχη στην υπόθεση για την οποία εκδόθηκε η ανωτέρω απόφαση, στην οποία η αντιπαροχή συνίσταται στο δικαίωμα του αναδόχου να εκμεταλλευθεί τη δική του παροχή, ως ανταμοιβή, αποκλείεται, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής.
28 Καίτοι η προπαρατεθείσα απόφαση Telaustria και Telefonadress αφορούσε σύμβαση με αντικείμενο υπηρεσίες εμπίπτουσες σε έναν από τους διεπόμενους από την οδηγία 93/38 ειδικούς τομείς, από την απόφαση αυτή μπορεί σαφώς να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι παραχωρήσεις δημόσιας υπηρεσίας αποκλείονται όχι μόνον από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής αλλά και από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50, που εφαρμόζεται γενικώς στις υπηρεσίες.
29 Ενόψει, αφενός, του γεγονότος ότι η οδηγία 92/50 δεν περιλαμβάνει ειδική διάταξη σχετική με την παραχώρηση δημόσιας υπηρεσίας και, αφετέρου, του ιστορικού της θεσπίσεως της οδηγίας, που υπενθύμισε το Δικαστήριο με τις σκέψεις 46 έως 48 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Telaustria και Telefonadress, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι ο κοινοτικός νομοθέτης εν γνώσει του αποφάσισε να εξαιρέσει τέτοιες παραχωρήσεις από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής. Η προκριθείσα με την εν λόγω απόφαση ερμηνεία της εννοίας «συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας που συνάπτονται γραπτώς» του άρθρου 1, σημείο 4, της οδηγίας 93/38, η οποία δόθηκε με την εν λόγω απόφαση, ισχύει, επομένως, και για την ίδια έννοια που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1 της οδηγίας 92/50.
30 Κατά συνέπεια, στο υποβληθέν από το αιτούν δικαστήριο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι μία σύμβαση παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας εκδόσεων αποκλείεται, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50, καίτοι μνημονεύεται, λόγω του ειδικού της αντικειμένου, στο παράρτημα Ι Α της οδηγίας αυτής, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 8 της οδηγίας.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
31 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Γαλλική, η Ιταλική, η Ολλανδική και η Αυστριακή Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή, οι οποίες κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο, δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (δεύτερο τμήμα),
κρίνοντας επί του ερωτήματος που του υπέβαλε με διάταξη της 2ας Αυγούστου 2000 το Oberlandesgericht Düsseldorf, αποφαίνεται:
Μία σύμβαση παραχωρήσεως δημόσιας υπηρεσίας εκδόσεων αποκλείεται, στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 92/50/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Ιουνίου 1992, για τον συντονισμό των διαδικασιών σύναψης δημόσιων συμβάσεων υπηρεσιών, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 13ης Οκτωβρίου 1997, καίτοι μνημονεύεται, λόγω του ειδικού της αντικειμένου, στο παράρτημα Ι Α της οδηγίας αυτής, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 8 της οδηγίας.
Full & Egal Universal Law Academy