Συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-254/00, T-270/00 και T-277/00
Hotel Cipriani SpA κ.λπ.
κατά
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Κρατικές ενισχύσεις – Απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών προβλεπόμενες υπέρ επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στη Βενετία και την Chioggia – Απόφαση κηρύσσουσα το καθεστώς ενισχύσεων ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά και διατάσσουσα την ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων – Παραδεκτό – Ύπαρξη ατομικού συνδέσμου – Προϋποθέσεις σχετικές με τον επηρεασμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου και με τις επιπτώσεις επί του ανταγωνισμού – Παρεκκλίσεις βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχεία β΄ έως ε΄, ΕΚ και του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΚ – Χαρακτηρισμός ενισχύσεως ως νέας ή ως υφισταμένης – Αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας – Υποχρέωση αιτιολογίας»
Περίληψη της αποφάσεως
1. Προσφυγή ακυρώσεως – Φυσικά ή νομικά πρόσωπα – Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά – Ενδεχόμενο απόφαση γενικής ισχύος να αφορά ατομικά ορισμένα πρόσωπα
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ)
2. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Νόθευση του ανταγωνισμού – Κρατικά μέτρα για την προσέγγιση των όρων ανταγωνισμού σε συγκεκριμένο οικονομικό τομέα προς εκείνους που ισχύουν σε άλλα κράτη μέλη – Μη χαρακτηρισμός ως ενισχύσεως – Προϋποθέσεις
(Άρθρο 87 §1 ΕΚ)
3. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Εξέτασή τους από την Επιτροπή – Εξέταση καθεστώτος ενισχύσεων στο σύνολό του – Επιτρέπεται
(Άρθρο 88 ΕΚ)
4. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Απόφαση της Επιτροπής διαπιστώνουσα το ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά καθεστώτος ενισχύσεων – Υποχρέωση αιτιολογήσεως – Όρια
(Άρθρο 87 ΕΚ και 88 §2 ΕΚ)
5. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Απαγορεύεται – Παρεκκλίσεις – Ενισχύσεις που μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά
(Άρθρο 87 §3, στοιχείο γ΄, ΕΚ και 88 ΕΚ)
6. Ενισχύσεις χορηγούμενες από τα κράτη – Υφιστάμενες και νέες ενισχύσεις – Χαρακτηρισμός ενισχύσεως ως νέας
(Άρθρο 87 ΕΚ)
1. Μια απόφαση της Επιτροπής σχετική με ένα παράνομο καθεστώς ενισχύσεων, με την οποία επιβάλλεται υποχρέωση ανακτήσεως των χορηγηθεισών ενισχύσεων, έχει γενική ισχύ, όσον αφορά τους πραγματικούς δικαιούχους του εν λόγω καθεστώτος, στο μέτρο που έχει εφαρμογή επί αντικειμενικώς προσδιοριζομένων καταστάσεων και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι των δικαιούχων του εν λόγω καθεστώτος θεωρουμένων γενικά και αφηρημένα. Συγκεκριμένα, το γεγονός και μόνον ότι είναι δυνατόν να προσδιοριστούν οι πραγματικοί δικαιούχοι ενός τέτοιου καθεστώτος ουδόλως υποχρεώνει την Επιτροπή να λάβει υπόψη την κατ’ ιδίαν κατάστασή τους. Συνεπώς, μια απόφαση σχετική με ένα καθεστώς ενισχύσεων στηρίζεται, καταρχήν, σε μια γενική και αφηρημένη εξέταση του επίμαχου καθεστώτος, η οποία συνιστά, αυτή καθεαυτή, πράξη γενικής ισχύος.
Εντούτοις, δεν αποκλείεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι διατάξεις μιας πράξεως γενικής ισχύος να αφορούν ατομικά ορισμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, σύμφωνα με το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, όταν αυτά θίγονται λόγω ορισμένων ειδικών χαρακτηριστικών τους ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
Συνεπώς, η απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται το ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά ενός παρανόμου καθεστώτος ενισχύσεων και επιβάλλεται υποχρέωση ανακτήσεως των χορηγηθεισών ενισχύσεων αφορά ατομικά όλους τους πραγματικούς δικαιούχους του εν λόγω καθεστώτος. Η συμμετοχή στον κλειστό κύκλο των πραγματικών δικαιούχων ενός καθεστώτος ενισχύσεων που θίγονται ιδιαίτερα από την υποχρέωση αναζητήσεως των χορηγηθεισών ενισχύσεων την οποία η Επιτροπή επιβάλλει στο οικείο κράτος μέλος αρκεί για να χαρακτηρίσει τους δικαιούχους αυτούς σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο. Εν προκειμένω, η εξατομίκευση προκύπτει από την ιδιαίτερη βλάβη που η υποχρέωση επιστροφής προκαλεί στα συμφέροντα των δυνάμενων να εξατομικευθούν μελών αυτού του κλειστού κύκλου.
(βλ. σκέψεις 73-74, 77, 84)
2. Το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος επιδιώκει να επιτύχει, μέσω μονομερών μέτρων, την προσέγγιση των όρων ανταγωνισμού που ισχύουν σε ορισμένο οικονομικό τομέα προς τους όρους ανταγωνισμού που επικρατούν σε άλλα κράτη μέλη δεν δύναται να άρει τον χαρακτήρα των εν λόγω μέτρων ως κρατικών ενισχύσεων.
Οι κανόνες της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων, όπως, εξάλλου, το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού στο σύνολό του, αποσκοπούν στη διασφάλιση όχι τέλειου ανταγωνισμού, αλλά πραγματικού ή αποτελεσματικού ανταγωνισμού.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αντιστάθμιση διαρθρωτικών μειονεκτημάτων αποκλείει, απλώς, τον χαρακτηρισμό ενός μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις. Στο πλαίσιο αυτό, το πλεονέκτημα που παρέχεται σε μια επιχείρηση, προκειμένου να διορθωθεί μια δυσμενής από άποψη ανταγωνισμού κατάσταση, δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, όταν δικαιολογείται από οικονομικά κριτήρια και όταν δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ των επιχειρηματιών που είναι εγκατεστημένοι στα διάφορα κράτη μέλη. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο κοινοτικός δικαστής εφαρμόζει το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή ο οποίος ενεργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς. Ομοίως, δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, ένα πλεονέκτημα που χορηγείται σε μια επιχείρηση και ελαφρύνει τις επιβαρύνσεις που κανονικώς βαρύνουν τον προϋπολογισμό της, όταν το πλεονέκτημα αυτό αποσκοπεί στην αντιστάθμιση των προσθέτων δαπανών που βαρύνουν τη δικαιούχο επιχείρηση και απορρέουν από την εφαρμογή ενός εξαιρετικού καθεστώτος, οι οποίες δεν βαρύνουν τις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις που υπόκεινται στην κοινή νομοθεσία υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς.
(βλ. σκέψεις 182,184-186)
3. Στην περίπτωση ενός καθεστώτος ενισχύσεων, η Επιτροπή δεν υποχρεούται, καταρχήν, να εξετάσει τις χορηγηθείσες σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση ενισχύσεις. Μπορεί να περιορισθεί στη μελέτη των γενικών χαρακτηριστικών του καθεστώτος ενισχύσεων, χωρίς να υποχρεούται να εξετάσει κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογής του.
Πάντως, η Επιτροπή υποχρεούται, χάριν της ορθής εφαρμογής των θεμελιωδών κανόνων της Συνθήκης που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις, να προβαίνει, στο πλαίσιο του άρθρου 88 ΕΚ, σε επιμελή και αμερόληπτη εξέταση του μέτρου ενισχύσεως περί του οποίου πρόκειται. Ειδικότερα, στο πλαίσιο επίσημης διαδικασίας εξέτασης, η αρχή της χρηστής διοικήσεως, η οποία αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του κράτους δικαίου, κοινών στις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, επιβάλλει στην Επιτροπή να εφαρμόζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των ενδιαφερομένων.
Σε αυτό το νομικό πλαίσιο, η ενδεχόμενη αναγνώριση υποχρεώσεως της Επιτροπής, κατά την εξέταση ενός καθεστώτος ενισχύσεων, να ερευνά χωριστά την κατάσταση ορισμένων δικαιούχων συνδέεται, αφενός, με την τήρηση των διαδικαστικών υποχρεώσεων που βαρύνουν, αντίστοιχα, την Επιτροπή και το οικείο κράτος μέλος και, αφετέρου, με το περιεχόμενο των συγκεκριμένων πληροφοριών που κοινοποιούνται στην Επιτροπή από τις εθνικές αρχές ή τα ενδιαφερόμενα μέρη σε σχέση με τους εν λόγω δικαιούχους.
(βλ. σκέψεις 209-211)
4. Οι απαιτήσεις όσον αφορά την αιτιολογία και την εκ μέρους της Επιτροπής ανάλυση των επιπτώσεων ενός μέτρου ενισχύσεως επί του μεταξύ των κρατών μελών εμπορίου και του ανταγωνισμού ποικίλλουν, εύλογα, ανάλογα με τη φύση του μέτρου αυτού ως ατομικού ή γενικού.
Προκειμένου περί πολυτομεακών καθεστώτων ενισχύσεων, η Επιτροπή μπορεί να περιοριστεί στη μελέτη των χαρακτηριστικών του επίμαχου προγράμματος, προκειμένου να εκτιμήσει αν, λόγω των υψηλών ποσών ή ποσοστών των ενισχύσεων, των χαρακτηριστικών των υποστηριζόμενων επενδύσεων ή άλλων λεπτομερειών που το εν λόγω πρόγραμμα προβλέπει, εξασφαλίζει αισθητό όφελος στους δικαιούχους σε σχέση προς τους ανταγωνιστές τους και μπορεί να ευνοήσει κυρίως τις επιχειρήσεις που μετέχουν στο μεταξύ των κρατών μελών εμπόριο. Επομένως, στην περίπτωση ενός καθεστώτος ενισχύσεων που εφαρμόζεται στο σύνολο των εγκατεστημένων σε συγκεκριμένη περιοχή επιχειρήσεων, δεν είναι δυνατό να απαιτείται από την Επιτροπή να αποδεικνύει, βάσει μιας συνοπτικής έστω εξέτασης της καταστάσεως των αγορών, τις προβλέψιμες επιπτώσεις του εν λόγω καθεστώτος επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου και του ανταγωνισμού για το σύνολο των οικείων τομέων δραστηριότητας.
Συναφώς, εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος, δυνάμει του καθήκοντος συνεργασίας που έχει έναντι της Επιτροπής, και στα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία εκλήθησαν δεόντως να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους, σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, να προβάλουν τα επιχειρήματά τους και να παράσχουν στην Επιτροπή όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι ικανά να τη διαφωτίσουν επί του συνόλου των δεδομένων της υποθέσεως.
Στην περίπτωση ενός πολυτομεακού καθεστώτος ενισχύσεων, η Επιτροπή υποχρεούται μόνο να ελέγχει, με βάση συγκεκριμένα στοιχεία, αν, σε ορισμένους συγκεκριμένους τομείς, το επίμαχο μέτρο πληροί τις δύο προαναφερθείσες προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, ήτοι αν το μέτρο αυτό δύναται να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο και τον ανταγωνισμό, εφόσον, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, της είχαν παρασχεθεί επαρκή και κατάλληλα προς τούτο στοιχεία.
Η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογίας που υπέχει η Επιτροπή, στην περίπτωση ενός πολυτομεακού καθεστώτος ενισχύσεων, εξαρτάται, όσον αφορά ειδικότερα την επίπτωση του εν λόγω καθεστώτος επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου και του ανταγωνισμού, από τα δεδομένα και τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν στο θεσμικό αυτό όργανο στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας.
(βλ. σκέψεις 227, 230-231, 233, 235, 237)
5. Στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, η άσκηση της οποίας προϋποθέτει σύνθετες εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως, οι οποίες πρέπει να πραγματοποιούνται εντός κοινοτικού πλαισίου.
Από το γράμμα του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ και του άρθρου 88 ΕΚ προκύπτει ότι η Επιτροπή «μπορεί» να θεωρήσει συμβατές με την κοινή αγορά τις ενισχύσεις που αναφέρονται στην πρώτη από τις δύο αυτές διατάξεις. Επομένως, η Επιτροπή, μολονότι πρέπει πάντοτε να αποφαίνεται επί της συμβατότητας με την κοινή αγορά των κρατικών ενισχύσεων που ελέγχει, ακόμη και αν αυτές δεν της έχουν κοινοποιηθεί, δεν υποχρεούται, πάντως, να κηρύσσει τις ενισχύσεις αυτές συμβατές με την κοινή αγορά.
Η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει στον εαυτό της κατευθύνσεις για την άσκηση της ως άνω εξουσίας εκτιμήσεως με πράξεις όπως πλαίσια, ανακοινώσεις, κατευθυντήριες γραμμές, στον βαθμό που οι πράξεις αυτές περιέχουν ενδεικτικούς κανόνες σχετικά με την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει το θεσμικό αυτό όργανο και στον βαθμό που δεν αφίστανται των κανόνων της Συνθήκης. Οσάκις η Επιτροπή υιοθετεί τέτοιες πράξεις προοριζόμενες να διευκρινίσουν, τηρουμένης της Συνθήκης, τα κριτήρια που πρόκειται να εφαρμόσει στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας της εκτιμήσεως, εντεύθεν προκύπτει ένας αυτοπεριορισμός της εξουσίας αυτής, καθόσον η Επιτροπή οφείλει να τηρεί τους ενδεικτικούς κανόνες που η ίδια επέβαλε στον εαυτό της. Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειται στο Πρωτοδικείο να ελέγχει αν οι κανόνες αυτοί τηρήθηκαν από την Επιτροπή.
(βλ. σκέψεις 290-292)
6. Τα μέτρα που αποσκοπούν στη θέσπιση ή στην τροποποίηση ενισχύσεων συνιστούν νέες ενισχύσεις. Ειδικότερα, όταν η τροποποίηση επηρεάζει την ίδια την ουσία του αρχικού καθεστώτος, μετατρέπεται το καθεστώς αυτό σε νέο καθεστώς ενισχύσεων. Αντίθετα, όταν η τροποποίηση δεν είναι ουσιώδης, μόνον οι τροποποιήσεις αυτές καθαυτές θεωρούνται ως νέες ενισχύσεις.
Συνεπώς, η επέκταση στις εγκατεστημένες σε ορισμένη περιοχή επιχειρήσεις των προβλεπομένων για άλλη περιοχή απαλλαγών από τις κοινωνικές εισφορές θεσπίζει ένα νέο καθεστώς ενισχύσεων. Ακόμη και αν το νέο αυτό καθεστώς περιορίζεται στην επέκταση ενός υφισταμένου καθεστώτος ενισχύσεων σε νέους δικαιούχους, χωρίς, εξάλλου, να επιφέρει ουσιώδεις τροποποιήσεις στο υφιστάμενο καθεστώς, πάντως, η επέκταση αυτή η οποία δύναται να αποσπασθεί από το αρχικό καθεστώς συνιστά νέα ενίσχυση, η οποία υπόκειται στην υποχρέωση κοινοποιήσεως
(βλ. σκέψεις 358-359, 362)
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (έκτο πενταμελές τμήμα)
της 28ης Νοεμβρίου 2008 (*)
«Κρατικές ενισχύσεις – Απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών προβλεπόμενες υπέρ επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στη Βενετία και την Chioggia – Απόφαση κηρύσσουσα το καθεστώς ενισχύσεων ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά και διατάσσουσα την ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων – Παραδεκτό – Ύπαρξη ατομικού συνδέσμου – Προϋποθέσεις σχετικές με τον επηρεασμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου και με τις επιπτώσεις επί του ανταγωνισμού – Παρεκκλίσεις βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχεία β΄ έως ε΄, ΕΚ και του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΚ – Χαρακτηρισμός ενισχύσεως ως νέας ή ως υφισταμένης – Αρχές της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ίσης μεταχειρίσεως και της αναλογικότητας – Υποχρέωση αιτιολογίας»
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις T‑254/00, T‑270/00 και T‑277/00,
Hοtel Cipriani SpA, με έδρα τη Βενετία (Ιταλία), εκπροσωπούμενη, αρχικά, από τους M. Marinoni, G. M. Roberti και F. Sciaudone και, εν συνεχεία, από τους Roberti, Sciaudone και A. Bianchini, δικηγόρους,
προσφεύγουσα στην υπόθεση T-254/00,
Società italiana per il gas SpA (Italgas), με έδρα το Τορίνο (Ιταλία) εκπροσωπούμενη από τους M. Merola, C. Tesauro, M. Pappalardo και T. Ubaldi, δικηγόρους,
προσφεύγουσα στην υπόθεση T-270/00,
υποστηριζόμενη από την
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη, αρχικά, από τον U. Leanza και, εν συνεχεία, από τον I. Braguglia, επικουρούμενo από τον P. Gentili, avvocatο dello Stato,
παρεμβαίνουσα στην υπόθεση T-270/00,
Coopservice – Servizi di fiducia Soc. coop. rl, με έδρα το Cavriago (Ιταλία),
Comitato «Venezia vuole vivere», με έδρα τη Βενετία (Ιταλία),
εκπροσωπούμενες από τους A. Bianchini και A. Vianello, δικηγόρους,
προσφεύγουσες στην υπόθεση T-277/00,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον V. Di Bucci, επικουρούμενο από τον A. Dal Ferro, δικηγόρο,
καθής,
με αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της αποφάσεως 2000/394/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1999, σχετικά με τα μέτρα ενίσχυσης σε επιχειρήσεις της Βενετίας και της Chioggia που προβλέπονται από τον νόμο 30/1997 και τον νόμο 206/1995, περί απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών (ΕΕ 2000, L 150, σ. 50),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (έκτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους A. W. H. Meij (εισηγητή), πρόεδρο, V. Vadapalas, N. Wahl, M. Prek και V. Ciucă, δικαστές,
γραμματέας: J. Palacio González, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έγγραφη διαδικασία και κατόπιν της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως της 30ής Απριλίου 2008,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Ιστορικό της διαφοράς
Α – Το επίδικο καθεστώς απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών
1 Η ιταλική υπουργική απόφαση της 5ης Αυγούστου 1994, η οποία κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή, καθορίζει τις προϋποθέσεις χορηγήσεως των απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών που προβλέπονται από τις διατάξεις του άρθρου 59 του διατάγματος του Προέδρου της Ιταλικής Δημοκρατίας της 6ης Μαρτίου 1978, περί θεσπίσεως ειδικού καθεστώτος απαλλαγών ή μειώσεων στο Mezzogiorno των οφειλομένων από τους εργοδότες προς το Istituto Nazionale de la Previdenza Sociale (INPS, Εθνικό ινστιτούτο κοινωνικής πρόνοιας) κοινωνικών εισφορών, για την περίοδο μεταξύ 1994 και 1996.
2 Με την απόφαση 95/455/ΕΚ, της 1ης Μαρτίου 1995, σχετικά με μειώσεις, στο Mezzogiorno, των κοινωνικών επιβαρύνσεων των επιχειρήσεων και τη δημοσιονομική κάλυψη ορισμένων από τις επιβαρύνσεις αυτές (ΕΕ L 265, σ. 23), η Επιτροπή κήρυξε το αναφερόμενο στην προηγούμενη σκέψη καθεστώς απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών συμβατό με την κοινή αγορά, υπό την επιφύλαξη της συνδρομής ορισμένου αριθμού προϋποθέσεων. Η απόφαση αυτή προέβλεπε, μεταξύ άλλων, ότι οι ιταλικές αρχές όφειλαν να ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα μέτρα που λαμβάνουν για την εφαρμογή του αναφερόμενου στην εν λόγω απόφαση σχεδίου προοδευτικής κατάργησης του υπό εξέταση καθεστώτος ενισχύσεων.
3 Το επίδικο εν προκειμένω καθεστώς απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών θεσπίστηκε με τον ιταλικό νόμο 206/1995, ο οποίος επεκτείνει, για τα έτη 1995 και 1996, την ισχύ του προβλεπόμενου από την προαναφερθείσα υπουργική απόφαση της 5ης Αυγούστου 1994 καθεστώτος ενισχύσεων στις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στο νησιωτικό έδαφος της Βενετίας και της Chioggia. Ο ιταλικός νόμος 30/1997 παρέτεινε την ισχύ του καθεστώτος αυτού, για το έτος 1997, υπέρ των επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους τόσο στις περιοχές του Mezzogiorno όσο και στο νησιωτικό έδαφος της Βενετίας και της Chioggia.
4 Το άρθρο 1 της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Αυγούστου 1994 προβλέπει γενική μείωση των οφειλομένων από τους εργοδότες κοινωνικών εισφορών. Όσον αφορά το άρθρο 2 της ιδίας αποφάσεως, προβλέπει την πλήρη απαλλαγή από τις κοινωνικές εισφορές για τις νέες θέσεις εργασίας που δημιουργούνται στις επιχειρήσεις, για περίοδο ενός έτους από την ημερομηνία προσλήψεως άνεργων εργαζομένων.
5 Από την απόφαση 2000/394/ΕΚ της Επιτροπής, της 25ης Νοεμβρίου 1999, σχετικά με τα μέτρα ενίσχυσης σε επιχειρήσεις της Βενετίας και της Chioggia που προβλέπονται από τον νόμο 30/1997 και τον νόμο 206/1995 περί απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών (ΕΕ 2000, L 150, σ. 50, στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), προκύπτει ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το INPS για την κρίσιμη περίοδο μεταξύ των ετών 1995 και 1997, οι χορηγηθείσες σε επιχειρήσεις της Βενετίας και της Chioggia, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 1 της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Αυγούστου 1994, απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών ανήλθαν σε 73 δισεκατομμύρια ιταλικές λίρες (ITL) (37,7 εκατομμύρια ευρώ) κατά μέσον όρο ετησίως, που κατανεμήθηκαν μεταξύ 1 645 επιχειρήσεων. Οι απαλλαγές που χορηγήθηκαν, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2 της ιδίας αποφάσεως, σε επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στο νησιωτικό έδαφος της Βενετίας ή της Chioggia ανήλθαν σε 567 εκατομμύρια (ITL) (292 831 ευρώ) ετησίως, που κατανεμήθηκαν μεταξύ 165 επιχειρήσεων.
Β – Διοικητική διαδικασία
6 Οι ιταλικές αρχές, με επιστολή τους της 10ης Ιουνίου 1997, κοινοποίησαν στην Επιτροπή τον προαναφερθέντα νόμο 30/1997, σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως 95/455 (βλ. σκέψη 2 ανωτέρω). Η Επιτροπή, με επιστολή της της 1ης Ιουλίου 1997 και υπενθύμιση με ημερομηνία 28 Αυγούστου 1997, ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες όσον αφορά την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του προαναφερθέντος καθεστώτος απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών υπέρ των επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στη Βενετία και την Chioggia.
7 Ελλείψει απαντήσεως, η Επιτροπή, με επιστολή της της 17ης Δεκεμβρίου 1997, ανακοίνωσε στην Ιταλική Δημοκρατία την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, όσον αφορά τις ενισχύσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις των νόμων 206/1995 και 30/1997, με τις οποίες επεκτείνεται στο νησιωτικό έδαφος της Βενετίας και της Chioggia το πεδίο εφαρμογής των προβλεπομένων για το Mezzogiorno απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών.
8 Οι ιταλικές αρχές ανέστειλαν την εφαρμογή του επίδικου καθεστώτος απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών από 1ης Δεκεμβρίου 1997.
9 Η απόφαση περί κινήσεως της διαδικασίας δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 18ης Φεβρουαρίου 1998. Με επιστολή της 17ης Μαρτίου 1998, η προσφεύγουσα, η Comitato «Venezia vuole vivere» (στο εξής: επιτροπή), ένωση της οποίας μέλη είναι οι σημαντικότερες οργανώσεις βιομηχανικών και εμπορικών φορέων της Βενετίας και η οποία συστάθηκε μετά την κίνηση της προαναφερθείσας επίσημης διαδικασίας έρευνας, με σκοπό να συντονίσει τις ενέργειες για την αντιμετώπιση της δυσμενούς για τους φορείς της Βενετίας καταστάσεως, υπέβαλε τις παρατηρήσεις της και διαβίβασε έκθεση συνοδευόμενη από μία μελέτη, με ημερομηνία Μάρτιος του 1998, που συνέταξε ο Consorzio per la ricerca e la formazione (COSES, όμιλος για την έρευνα και την κατάρτιση), σχετικά με τις δυσχέρειες που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις που λειτουργούν στη λιμνοθάλασσα της Βενετίας σε σύγκριση με τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στην ηπειρωτική χώρα. Στις 18 Μαΐου 1998, ο Δήμος Βενετίας υπέβαλε, επίσης, παρατηρήσεις, συνοδευόμενες από μια πρώτη μελέτη, με ημερομηνία Φεβρουάριος του 1998, που πραγματοποίησε ο COSES για το ίδιο θέμα. Με τις παρατηρήσεις του, ο Δήμος Βενετίας υπογράμμισε ότι, μεταξύ των δικαιούχων, περιλαμβάνονταν οι δημοτικές επιχειρήσεις στις οποίες έχει ανατεθεί η παροχή δημοσίων υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος. Υπέρ των επιχειρήσεων αυτών, επικαλέστηκε την εφαρμογή του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Όλες οι ανωτέρω παρατηρήσεις διαβιβάστηκαν στην Ιταλική Δημοκρατία.
10 Οι ιταλικές αρχές υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους με έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 1999. Με επιστολή της 10ης Ιουνίου 1999, οι ιταλικές αρχές ενημέρωσαν την Επιτροπή ότι συμφωνούσαν απόλυτα με τις παρατηρήσεις του Δήμου Βενετίας.
11 Η Επιτροπή, με απόφαση της 23ης Ιουνίου 1999, απαίτησε από την Ιταλική Δημοκρατία να της παράσχει όλα τα απαιτούμενα έγγραφα και πληροφορίες προκειμένου να καθορίσει με ακρίβεια τον ρόλο των δημοτικών επιχειρήσεων και να εξετάσει κατά πόσον τα επίμαχα μέτρα συμβιβάζονται με την κοινή αγορά. Οι ιταλικές αρχές απάντησαν με επιστολή τους της 27ης Ιουλίου 1999. Στις 12 Οκτωβρίου 1999, πραγματοποιήθηκε στις Βρυξέλλες σύσκεψη μεταξύ των ιταλικών αρχών και των εκπροσώπων της Επιτροπής.
Γ – Προσβαλλόμενη απόφαση
12 Με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή θεωρεί ότι συνιστούν κρατικές ενισχύσεις οι οποίες συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών που προβλέπονται από τους προαναφερθέντες νόμους, οι οποίοι παραπέμπουν στο άρθρο 2 της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Αυγούστου 1994, όταν αυτές οι απαλλαγές ή μειώσεις χορηγούνται σε επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στις περιοχές της Βενετίας και της Chioggia, οι οποίες είναι είτε μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) κατά την έννοια των κοινοτικών κανόνων όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις προς τις ΜΜΕ (ΕΕ 1996, C 213, σ. 4), είτε επιχειρήσεις εγκατεστημένες σε περιφέρεια επιλέξιμη για την παρέκκλιση που προβλέπεται από το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, είτε επιχειρήσεις που προσλαμβάνουν κατηγορίες εργαζομένων με ιδιαίτερη δυσχέρεια ένταξης ή επανένταξης στην αγορά εργασίας σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις ενισχύσεις στην απασχόληση (ΕΕ 1995, C 334, σ. 4· άρθρο 1, πρώτο εδάφιο, και αιτιολογική σκέψη 105 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
13 Όσον αφορά τον χαρακτηρισμό ως κρατικής ενισχύσεως, η Επιτροπή διαπιστώνει, με τα συμπεράσματα τα οποία συνάγει από την εκτίμηση των επίμαχων μέτρων η οποία περιλαμβάνεται στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως (αιτιολογική σκέψη 110), ότι τα μέτρα που τηρούν τα όρια και τους κανόνες de minimis δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 ΕΚ, με εξαίρεση στους τομείς τους οποίους ρυθμίζει η Συνθήκη ΕΚΑΧ, καθώς και στους τομείς της ναυπηγικής, των μεταφορών, της γεωργίας και της αλιείας, σύμφωνα με την ανακοίνωση περί των ενισχύσεων de minimis (ΕΕ 1996, C 68, σ. 9).
14 Κατά το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 2 της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Αυγούστου 1994, όταν χορηγούνται σε επιχειρήσεις που δεν είναι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) ή που έχουν την έδρα τους εκτός των περιφερειών που είναι επιλέξιμες για την παρέκκλιση που προβλέπεται από το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ.
15 Κατά το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών που προβλέπονται από το άρθρο 1 της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Αυγούστου 1994, οι οποίες χορηγήθηκαν σε επιχειρήσεις της Βενετίας και της Chioggia.
16 Κατά το άρθρο 3 της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ενισχύσεις που η Ιταλική Δημοκρατία χορήγησε στη δημοτική επιχείρηση ASPRIV (Azienda servizi publici idraulici e vari Venezia) και στο Consorzio Venezia nuova συμβιβάζονται με την κοινή αγορά βάσει, αντιστοίχως, της παρέκκλισης που προβλέπεται από το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ και της παρέκκλισης που προβλέπεται από το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, ΕΚ.
17 Το άρθρο 4 της προσβαλλομένης αποφάσεως προβλέπει ότι τα μέτρα που έλαβε η Ιταλική Δημοκρατία υπέρ των δημοτικών επιχειρήσεων ACTV (Azienda del conzorzio trasporti veneziano) και AMAV (Azienda multiservizi ambientali Venezia) και της επιχειρήσεως Panfido SpA δεν αποτελούν ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ.
18 Με το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή επιβάλλει στην Ιταλική Δημοκρατία την υποχρέωση να προβεί σε ανάκτηση από τους δικαιούχους των ενισχύσεων που δεν συμβιβάζονται με τη κοινή αγορά, οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, και στο άρθρο 2 της αποφάσεως αυτής και οι οποίες τους έχουν χορηγηθεί παράνομα.
19 Η προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 23ης Ιουνίου 2000.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
20 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 16 και στις 18 Σεπτεμβρίου 2000, αντιστοίχως, οι προσφεύγουσες άσκησαν τις υπό κρίση προσφυγές.
21 Εξάλλου, κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ασκήθηκαν 56 ακόμη προσφυγές από άλλους προσφεύγοντες, εντός των προβλεπομένων προθεσμιών.
22 Με χωριστά δικόγραφα που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Ιανουαρίου 2001, η Επιτροπή προέβαλε ενστάσεις απαραδέκτου, σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
23 Με απόφαση της 25ης Ιανουαρίου 2001, το Πρωτοδικείο παρέπεμψε τις υποθέσεις ενώπιον του δεύτερου πενταμελούς τμήματος, σύμφωνα με το άρθρο 51, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας.
24 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 7 Μαρτίου 2001, η Ιταλική Δημοκρατία άσκησε παρέμβαση στην υπόθεση T-270/00, υπέρ της προσφεύγουσας, ήτοι της Società italiana per il gas SpA (Italgas). Με διάταξη της 19ης Ιουνίου 2001, ο πρόεδρος του δεύτερου πενταμελούς τμήματος έκανε δεκτή την παρέμβαση αυτή.
25 Στο πλαίσιο των μέτρων οργανώσεως της διαδικασίας που προβλέπονται από το άρθρο 64 του Κανονισμού Διαδικασίας, το Πρωτοδικείο, λαμβάνοντας υπόψη την πολυπλοκότητα των προβλεπομένων από την προσβαλλόμενη απόφαση κριτηρίων συμβατότητας, κάλεσε την Ιταλική Δημοκρατία να διευκρινίσει ως προς εκάστη των προσφευγουσών στις υπό κρίση υποθέσεις, καθώς και στις προαναφερθείσες 56 συναφείς υποθέσεις, αν θεωρούσε ότι ήταν υποχρεωμένη, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, να ανακτήσει τις χορηγηθείσες επίδικες ενισχύσεις.
26 Κατόπιν των απαντήσεων της Ιταλικής Δημοκρατίας της 25ης Σεπτεμβρίου 2003 και της 24ης Μαρτίου 2004, το Πρωτοδικείο κήρυξε 22 προσφυγές εν όλω απαράδεκτες και 6 προσφυγές εν μέρει απαράδεκτες ως προς τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις που δεν θεμελιώνουν έννομο συμφέρον, στο μέτρο που κατά την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως οι αρμόδιες εθνικές αρχές είχαν κρίνει ότι οι εν λόγω επιχειρήσεις δεν είχαν λάβει ενίσχυση ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά, σε σχέση με την οποία υφίστατο υποχρέωση ανακτήσεως σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση (διατάξεις του Πρωτοδικείου της 10ης Μαρτίου 2005, T-228/00, T-229/00, T-242/00, T‑243/00, T‑245/00 έως T-248/00, T‑250/00, T‑252/00, T‑256/00 έως T‑259/00, T‑265/00, T-267/00, T-268/00, T‑271/00, T‑274/00 έως T-276/00, T‑281/00, T-287/00 και T‑296/00, Gruppo ormeggiatori del porto di Venezia κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑787· T‑266/00, Confartigianato Venezia κ.λπ. κατά Επιτροπής· T‑269/00, Baglioni Hotels και Sagar κατά Επιτροπής· T‑273/00, Unindustria κ.λπ. κατά Επιτροπής και T-288/00, Principessa κατά Επιτροπής, οι οποίες δεν έχουν δημοσιευθεί στη Συλλογή).
27 Στις 12 Μαΐου 2005, πραγματοποιήθηκε ενώπιον του εισηγητή δικαστή άτυπη συνεδρίαση με τη συμμετοχή των εκπροσώπων των διαδίκων στις 37 υποθέσεις στις οποίες η προσφυγή δεν κρίθηκε εν όλω απαράδεκτη. Οι διάδικοι που εκπροσωπήθηκαν υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους και συμφώνησαν στην επιλογή 4 αντιπροσωπευτικών υποθέσεων. Σε συνέχεια της άτυπης αυτής συνεδριάσεως, οι υπό κρίση υποθέσεις (T-254/00, T-270/00 και T-277/00) και η υπόθεση T-221/00 χαρακτηρίστηκαν ως αντιπροσωπευτικές υποθέσεις.
28 Σε 29 από τις λοιπές συναφείς υποθέσεις, το Πρωτοδικείο διέταξε την αναστολή της δίκης, κατόπιν κοινής αιτήσεως των διαδίκων.
29 Με διάταξη της 12ης Σεπτεμβρίου 2005, ο πρόεδρος του δεύτερου πενταμελούς τμήματος, αφού άκουσε τους διαδίκους, αποφάσισε τη συνεκδίκαση των υποθέσεων T-254/00, T-270/00 και T-277/00 προς διευκόλυνση της έγγραφης και της προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως, σύμφωνα με το άρθρο 50 του Κανονισμού Διαδικασίας.
30 Οι έγγραφες διαδικασίες επί των ενστάσεων απαραδέκτου περατώθηκαν με την κατάθεση, μεταξύ της 5ης και της 23ης Δεκεμβρίου 2005, των εγγράφων παρατηρήσεων των προσφευγουσών ως προς τις τρεις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις, καθώς και των παρατηρήσεων της Ιταλικής Δημοκρατίας ως προς την υπόθεση T-270/00.
31 Με διάταξη της 18ης Μαΐου 2006, το Πρωτοδικείο (δεύτερο πενταμελές τμήμα) αποφάσισε να αποφανθεί επί των ενστάσεων απαραδέκτου κατά την εξέταση της ουσίας. Η έγγραφη διαδικασία περατώθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2007 στις υποθέσεις T-254/00 και T-277/00, και στις 26 Νοεμβρίου 2007 στην υπόθεση T‑270/00.
32 Κατόπιν μεταβολής της συνθέσεως των τμημάτων του Πρωτοδικείου, ο εισηγητής δικαστής τοποθετήθηκε στο έκτο πενταμελές τμήμα, στο οποίο, κατά συνέπεια, ανατέθηκαν οι υπό κρίση υποθέσεις.
33 Λόγω κωλύματος του δικαστή T. Tchipev να μετάσχει στην εκδίκαση, ο Πρόεδρος του Πρωτοδικείου όρισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 32, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, τον δικαστή N. Wahl προς συμπλήρωση της συνθέσεως του τμήματος.
34 Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή, το Πρωτοδικείο (έκτο πενταμελές τμήμα) αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία. Η Επιτροπή προσκόμισε τα αιτηθέντα έγγραφα εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
35 Με διάταξη της 14ης Οκτωβρίου 2008, η υπόθεση T-221/00 διαγράφηκε από το Πρωτόκολλο κατόπιν παραιτήσεως της προσφεύγουσας.
36 Η προσφεύγουσα στην υπόθεση T-254/00 ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση,
– επικουρικώς, να ακυρώσει το άρθρο 5 της αποφάσεως αυτής,
– έτι επικουρικότερον, να ακυρώσει το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως, στο μέτρο που η υποχρέωση ανακτήσεως την οποία επιβάλλει καταλαμβάνει τις χορηγηθείσες βάσει του κανόνα de minimis ενισχύσεις· και/ή να ακυρώσει το άρθρο αυτό καθόσον προβλέπει την καταβολή τόκων υπολογιζομένων με επιτόκιο υψηλότερο από εκείνο με το οποίο πραγματικά υπολογίστηκαν οι τόκοι που αυτή καταβάλλει για τις δικές της οφειλές,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
37 Η προσφεύγουσα στην υπόθεση T-270/00 ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει τα άρθρα 1 και 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθόσον προβλέπουν ότι δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις που χορηγούνται υπό τη μορφή φορολογικών απαλλαγών προβλεπομένων από την υπουργική απόφαση της 5ης Αυγούστου 1994,
– να ακυρώσει το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
38 Οι προσφεύγουσες στην υπόθεση T-277/00 ζητούν από το Πρωτοδικείο:
– να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση καθόσον τις αφορά,
– επικουρικώς, να ακυρώσει το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως καθόσον επιβάλλει υποχρέωση ανακτήσεως του ποσού των επίμαχων απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών και καθόσον προβλέπει την επιδίκαση τόκων επί του ποσού αυτού κατά την περίοδο που εξετάζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση,
– να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
39 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
– να απορρίψει τις προσφυγές ως απαράδεκτες ή ως αβάσιμες,
– να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
Επί του παραδεκτού
40 Προς στήριξη της ενστάσεώς της απαραδέκτου, η Επιτροπή επικαλείται την έλλειψη εννόμου συμφέροντος τόσο των προσφευγουσών εταιριών όσο και της επιτροπής. Καταρχάς, η Επιτροπή προβάλλει ένσταση εκκρεμοδικίας κατά της προσφυγής που άσκησε η ως άνω επιτροπή στην υπόθεση T-277/00.
Α – Επί της προβαλλομένης στην υπόθεση T-277/00 εκκρεμοδικίας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
41 Προς στήριξη της ενστάσεως απαραδέκτου που προέβαλε κατά της προσφυγής της επιτροπής στην υπόθεση T-277/00, η Επιτροπή επικαλέστηκε ότι η προσφυγή αυτή ταυτίζεται ως προς όλα τα στοιχεία της με την προσφυγή που άσκησε η ως άνω επιτροπή στην υπόθεση T-274/00. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι η υπό κρίση προσφυγή στην υπόθεση T-277/00 απέβλεπε στην ακύρωση της ιδίας αποφάσεως και στηριζόταν σε λόγους ακυρώσεως που προσομοιάζουν σε μεγάλο βαθμό με τους λόγους ακυρώσεως που προβάλλονται στην υπόθεση T-231/00. Κατά συνέπεια, η προσφυγή στην υπόθεση T-277/00 πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθ’ ο μέρος ασκήθηκε από την επιτροπή, εν μέρει λόγω εκκρεμοδικίας όσον αφορά την προβολή ίδιων λόγων ακυρώσεως και εν μέρει λόγω παραβάσεως του άρθρου 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, όσον αφορά την προβολή νέων λόγων ακυρώσεως.
42 Η επιτροπή αντιτείνει ότι η προσφυγή της είναι παραδεκτή.
2. Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
43 Δεδομένου ότι η επιτροπή παραιτήθηκε από την προσφυγή της στην υπόθεση T‑274/00 (διάταξη περί διαγραφής της 12ης Σεπτεμβρίου 2005, T‑274/00, Comitato «Venezia vuole vivere» κατά Επιτροπής), η αντλούμενη από την εκκρεμοδικία ένσταση απαραδέκτου έχει αντικείμενο μόνον όσον αφορά την προσφυγή που άσκησαν από κοινού η Adriatica di navigazione SpΑ και η ως άνω επιτροπή στην υπόθεση T-231/00. Εντούτοις, επισημαίνεται ότι η ως άνω επιτροπή άσκησε την προσφυγή στην υπόθεση T-277/00 από κοινού με την Coopservice – Servizi di fiducia Soc. coop. rl, οπότε, ακόμη κι αν γίνει δεκτή η ύπαρξη της προβαλλόμενης εκκρεμοδικίας, πάντως αυτή ουδόλως επηρεάζει το παραδεκτό της προσφυγής καθ’ ο μέρος αυτή ασκήθηκε από την Coopservice, ούτε, ειδικότερα, τους λόγους ουσίας που εξετάζει εν προκειμένω το Πρωτοδικείο, δεδομένου ότι τους λόγους αυτούς προέβαλαν οι δύο προσφεύγουσες από κοινού. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούται, καταρχήν, να εξετάσει την ένσταση εκκρεμοδικίας που προέβαλε εν προκειμένω η Επιτροπή.
44 Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι η προσφυγή, την οποία άσκησε, μεταξύ άλλων, η επιτροπή στην υπόθεση T-277/00 και η οποία αποβλέπει στην ακύρωση της ιδίας αποφάσεως, δεν στηρίζεται στους ίδιους λόγους ακυρώσεως με αυτούς στους οποίους στηρίζεται η προσφυγή που η ως άνω επιτροπή είχε προηγουμένως ασκήσει στην υπόθεση T-231/00. Κατά συνέπεια, οι προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται κατά τη νομολογία η ύπαρξη εκκρεμοδικίας δεν συντρέχουν εν προκειμένω (βλ., υπό την έννοια αυτή, τη διάταξη Gruppo Ormeggiatori del porto di Venezia κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 26 ανωτέρω, σκέψη 41 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται ότι μια σειρά λόγων ακυρώσεως που αντλούνται από παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, καθώς και του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου [88] της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1), και από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΚ, του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΕΚ και του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο ε΄, ΕΚ, προβάλλονται μόνο στην υπόθεση T-277/00.
45 Ειδικότερα, ως προς τον προαναφερθέντα λόγο ακυρώσεως που αντλείται από παράβαση του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ και του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999, επισημαίνεται ότι ο λόγος αυτός, με τον οποίο σκοπείται να αποδειχθεί ότι το επίδικο καθεστώς ενισχύσεων συνιστά υφιστάμενη ενίσχυση, στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι οι νόμοι 206/1995 και 330/1997, που θεσπίζουν αυτό το καθεστώς, αποτελούν συνέχεια προγενέστερης νομοθεσίας, που προέβλεπε, επίσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών υπέρ επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους σε ορισμένες περιφέρειες της Ιταλίας. Αντίθετα, ο προβαλλόμενος στην υπόθεση T-231/00 λόγος ακυρώσεως, που αντλείται από τη φύση του επίμαχου στην υπόθεση αυτή καθεστώτος ενισχύσεων ως υφισταμένης ενισχύσεως, στηρίζεται στη διάφορη ιδέα ότι το επίμαχο στην υπόθεση αυτή καθεστώς ενισχύσεων θεσπίστηκε, όσον αφορά τη δραστηριότητα του εθνικού καμποτάζ, μετά την απελευθέρωση του τομέα αυτού, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, που επήλθε το 1999 (βλ. την απόφαση του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουνίου 2000, Alzetta κ.λπ. κατά Επιτροπής, T‑298/97, T‑312/97, T‑313/97, T‑315/97, T‑600/97 έως T‑607/97, T‑1/98, T‑3/98 έως T‑6/98 και T‑23/98, Συλλογή 2000, σ. II‑2319, σκέψεις 143 και 167). Επομένως, οι ισχυρισμοί που προβάλλει η επιτροπή στις υποθέσεις T‑231/00 και T-277/00, αντιστοίχως, και οι οποίοι αποσκοπούν στο να αποδειχθεί ότι το υπό εξέταση καθεστώς ενισχύσεων συνιστά υφιστάμενη ενίσχυση πρέπει να εξεταστούν ως διακριτοί λόγοι ακυρώσεως.
46 Εξάλλου, σε αντίθεση με την άποψη της Επιτροπής, το άρθρο 48, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας απαγορεύει μόνον την προβολή νέων ισχυρισμών κατά τη διάρκεια της δίκης, εκτός αν οι ισχυρισμοί αυτοί στηρίζονται σε νομικά και πραγματικά στοιχεία που ανέκυψαν κατά τη διαδικασία. Ουδεμία επιρροή ασκεί κατά την εκτίμηση του παραδεκτού μιας προσφυγής που αφορά τους αυτούς διαδίκους και το ίδιο αντικείμενο, αλλά στηρίζεται σε λόγους ακυρώσεως διαφορετικούς από αυτούς στους οποίους στηρίζεται προγενέστερη προσφυγή. Η νομολογία (βλ. σκέψη 44 ανωτέρω) δεν εξαρτά το παραδεκτό μιας τέτοιας προσφυγής από την εμφάνιση νέων πραγματικών ή νομικών στοιχείων. Συγκεκριμένα, το παραδεκτό προσφυγής προσκρούει στην εκκρεμοδικία μόνον εφόσον αυτή αφορά τους ίδιους διαδίκους, αποσκοπεί στην ακύρωση της ιδίας αποφάσεως και στηρίζεται στους ίδιους λόγους ακυρώσεως με προγενέστερη προσφυγή.
47 Κατά συνέπεια, η ένσταση απαραδέκτου λόγω εκκρεμοδικίας πρέπει να απορριφθεί.
Β – Επί της προβαλλομένης ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των προσφευγουσών επιχειρήσεων στις υποθέσεις T-254/00, T-270/00 και T-277/00
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
48 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
49 Κατά την Επιτροπή, απόφαση διαπιστώνουσα το ασυμβίβαστο ενός καθεστώτος ενισχύσεων με την κοινή αγορά και διατάσσουσα την ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων δεν αφορά ατομικά τους δικαιούχους του καθεστώτος αυτού, διότι μια τέτοια απόφαση έχει γενική ισχύ.
50 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι απόφαση κηρύσσουσα ένα καθεστώς ενισχύσεων ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά δεν αφορά ατομικά τους δυνητικούς δικαιούχους του καθεστώτος αυτού. Επιπλέον, ο κοινοτικός δικαστής έχει κρίνει απαράδεκτη την προσφυγή που άσκησε ο δικαιούχος παράνομου καθεστώτος ενισχύσεων κατά της αποφάσεως της Επιτροπή με την οποία αυτή κήρυξε το εν λόγω καθεστώς ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά, αλλά δεν επέβαλε υποχρέωση ανακτήσεως των χορηγηθεισών ενισχύσεων (απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85, Kwekerij van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 219, σκέψη 15).
51 Κατά την Επιτροπή, η επιβολή υποχρεώσεως ανακτήσεως δεν μεταβάλλει τη φύση της αποφάσεώς της και, συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η απόφαση αυτή αφορά ατομικά τους δικαιούχους του καθεστώτος ενισχύσεων.
52 Συναφώς, η απόφαση του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 2000, C‑15/98 και C‑105/99, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-8855), πρέπει να γίνει αντιληπτή υπό το πρίσμα της ιδιαίτερης καταστάσεως της προσφεύγουσας επιχειρήσεως Sardegna Lines – Servizi Marittimi della Sardegna SpA. Στην πραγματικότητα, η επιχείρηση αυτή έλαβε ατομική ενίσχυση η οποία της χορηγήθηκε επισήμως στο πλαίσιο ενός καθεστώτος ενσιχύσεων. Συγκεκριμένα, το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων εφαρμόστηκε σε ιδιαίτερα περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων και η Sardegna Lines έλαβε ένα μεγάλο μέρος των χορηγηθεισών ενισχύσεων (τουλάχιστον 9,6 δισεκατομμύρια ITL επί συνόλου 12 697 450 000 ITL). Εξάλλου, το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων χαρακτηριζόταν από την ευρεία διακριτική ευχέρεια που διέθεταν οι εθνικές αρχές όσον αφορά τη χορήγηση ατομικών ενισχύσεων κατ’ εφαρμογήν του καθεστώτος αυτού.
53 Ομοίως, με την απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, C‑298/00 P, Ιταλία κατά Επιτροπής, (Συλλογή 2004, σ. I-4087, σκέψη 39), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι η απόφαση της Επιτροπής αφορούσε ατομικά τις δικαιούχους επιχειρήσεις του καθεστώτος ενισχύσεων, στο μέτρο που η Επιτροπή γνώριζε τον αριθμό των αιτήσεων που έγιναν δεκτές και το ποσό των προβλεπομένων για τις επίδικες ενισχύσεις πιστώσεων. Επιπροσθέτως, το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων τέθηκε σε εφαρμογή μέσω ατομικών αποφάσεων.
54 Όσον αφορά τη λύση που έγινε δεκτή με την απόφαση του Δικαστηρίου ΕΖΕΣ της 21ης Ιουλίου 2005, Fesil και Finnfjord κ.λπ. κατά της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ (συνεκδικασθείσες υποθέσεις E-5/04, E-6/04 και E-7/04), την οποία επικαλείται η προσφεύγουσα, ήτοι η Hotel Cipriani SpA, αυτή δεν μπορεί να μεταφερθεί εν προκειμένω, στο μέτρο που οι κανόνες περί των σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελευθέρων Συναλλαγών (ΕΖΕΣ), της Εποπτεύουσας Αρχής και του Δικαστηρίου δεν περιλαμβάνουν διάταξη, παρόμοια με εκείνη του άρθρου 234 ΕΚ, η οποία να προβλέπει τη δυνατότητα υποβολής προδικαστικού ερωτήματος επί του κύρους των πράξεων των κοινοτικών οργάνων.
55 Εξάλλου, με τη διάταξη Gruppo ormeggiatori del porto di Venezia κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 26 ανωτέρω (σκέψεις 29 επ.), το Πρωτοδικείο κήρυξε ορισμένες προσφυγές απαράδεκτες, ενώ συγχρόνως αναγνώρισε τη δυνατότητα της Επιτροπής να προσβάλει την παράλειψη του οικείου κράτους μέλους να αναζητήσει τις χορηγηθείσες ενισχύσεις. Συνεπώς, το απαράδεκτο των προσφυγών αυτών δεν εξαρτήθηκε από την αναζήτηση ή από την παράλειψη αναζητήσεως των ενισχύσεων σε βάρος των προσφευγουσών. Τέλος, με την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 2006, C‑346/03 και C-529/03, Atzeni κ.λπ. (Συλλογή 2006, σ. I-1875, σκέψεις 33 και 34), το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν προφανές ότι ενδεχόμενη προσφυγή ακυρώσεως, ασκηθείσα από τους δικαιούχους καθεστώτων ενισχύσεων προοριζομένων για κατηγορίες προσώπων που προσδιορίζονται γενικώς, κατά αποφάσεως της Επιτροπής διατάσσουσας την ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων θα ήταν παραδεκτή.
56 Η Επιτροπή θεωρεί, συνεπώς, ότι οι αποφάσεις Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 52 ανωτέρω, και Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 53 ανωτέρω, δεν τροποποιούν την πάγια νομολογία, κατά την οποία οι προσφυγές φυσικών ή νομικών προσώπων κατά των αποφάσεων που αφορούν καθεστώτα ενισχύσεων είναι απαράδεκτες.
57 Συναφώς, η Επιτροπή δέχεται, πάντως, ότι, όταν η εφαρμογή του οικείου καθεστώτος ενισχύσεων προϋποθέτει τη λήψη ατομικών μέτρων εκτελέσεως, κατά διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας διοικητικής αρχής, η απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται το ασυμβίβαστο του καθεστώτος αυτού με την κοινή αγορά και διατάσσεται η ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων αφορά ατομικά τους πραγματικούς αποδέκτες του καθεστώτος.
58 Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά ατομικά τις προσφεύγουσες για δύο λόγους. Αφενός, οι υπό εξέταση απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών χορηγήθηκαν αυτόματα σε όλες τις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στην περιοχή της Βενετίας ή της Chioggia.
59 Αφετέρου, η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά έναν απροσδιόριστο και μη δυνάμενο να προσδιοριστεί αριθμό επιχειρήσεων, ανάλογα με τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά τους, ήτοι το αν απασχολούν μισθωτούς και ασκούν τη δραστηριότητά τους εντός μιας καθορισμένης γεωγραφικής ζώνης. Ακόμη κι αν, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή θεωρητικώς μπορούσε, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, να προσδιορίσει τις δικαιούχους επιχειρήσεις με τη βοήθεια των εθνικών αρχών, εντούτοις είχε υποχρέωση να εξετάσει γενικά το καθεστώς ενισχύσεων και όχι κάθε ειδική περίπτωση εφαρμογής του. Η μόνη εξαίρεση αφορούσε τις δημοτικές επιχειρήσεις των οποίων την κατάσταση παρουσίασε ειδικώς ο Δήμος Βενετίας με τις παρατηρήσεις του, με τις οποίες συμφώνησε η Ιταλική Κυβέρνηση. Επομένως, η Επιτροπή εξ αυτού του λόγου θα εξέταζε διεξοδικώς την ειδική κατάσταση των επιχειρήσεων αυτών, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά ατομικά, σε αντίθεση με τις προσφεύγουσες.
60 Αντίθετα, η Επιτροπή, καθόσον δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με βάση τους πίνακες του INPS τις απαλλαγές και μειώσεις που έλαβε ατομικά κάθε επιχείρηση, δεν μπορούσε να διαπιστώσει κατά πόσον χορηγήθηκε ενίσχυση σε έκαστο των δικαιούχων. Συνεπώς, το οικείο κράτος μέλος όφειλε να προσδιορίσει τις δικαιούχους επιχειρήσεις, οι οποίες, κατ’ εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, υποχρεούντο σε επιστροφή των καταβληθεισών ενισχύσεων. Ο προσδιορισμός αυτός απαιτεί σύνθετη ανάλυση, στηριζόμενη σε μια σειρά κριτηρίων εκτιμήσεως. Συγκεκριμένα, στις εθνικές αρχές εναπόκειται να εφαρμόσουν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση τις σχετικές με την ύπαρξη κρατικής ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ προϋποθέσεις, καθώς και τα κριτήρια που η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει γενικά και αφηρημένα.
61 Οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν να προβαίνουν σε έναν τέτοιο έλεγχο, στο πλαίσιο της έντιμης συνεργασίας με την Επιτροπή. Σε περίπτωση μη συμμορφώσεως, η Επιτροπή δύναται να προσφύγει στο Δικαστήριο κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 88, παράγραφος 2, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ. Όσον αφορά τους δικαιούχους του επίδικου μέτρου, αυτοί έχουν τη δυνατότητα να προσβάλλουν ενώπιον του εθνικού δικαστή ενδεχόμενες αποφάσεις περί ανακτήσεως που ελήφθησαν σε βάρος τους, προβάλλοντας ενστάσεις ελλείψεως νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής. Η ένδικη προστασία τους διασφαλίζεται από το άρθρο 234 ΕΚ.
62 Για όλους αυτούς τους λόγους και σε αντίθεση με την απόφαση της Επιτροπής που εξετάστηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 53 ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ορισμένες από τις επίμαχες απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών να εκφεύγουν του χαρακτηρισμού της κρατικής ενισχύσεως ή να συνιστούν ενισχύσεις συμβατές με την κοινή αγορά. Συγκεκριμένα, εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν διαπίστωσε τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων σε έκαστο των δικαιούχων και, επομένως, δεν προσδιόρισε τις επιχειρήσεις που υποχρεούνται σε επιστροφή των ενισχύσεων που κατεβλήθησαν δυνάμει του υπό εξέταση καθεστώτος.
63 Η Επιτροπή συνάγει από τα ανωτέρω ότι οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις δεν έχουν ιδιότητες ή ιδιαίτερα χαρακτηριστικά περί των οποίων να γίνεται λόγος στην προσβαλλόμενη απόφαση και ότι δεν δύνανται να επικαλεστούν ειδική ζημία. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση τις αφορά ατομικά.
64 Οι προσφεύγουσες και η Ιταλική Δημοκρατία, που παρεμβαίνει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Italgas και υιοθετεί τις παρατηρήσεις της, υπενθυμίζουν ότι, κατά την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, εκδόθηκε σε βάρος των προσφευγουσών επιχειρήσεων απόφαση περί ανακτήσεως των καταβληθεισών ενισχύσεων. Υπό παρόμοιες περιστάσεις, ο κοινοτικός δικαστής έχει δεχθεί την ύπαρξη ατομικού δεσμού.
65 Κατά πρώτον, όλες οι προσφεύγουσες και η Ιταλική Δημοκρατία υποστηρίζουν ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει γενική και αφηρημένη ισχύ, διότι οι πραγματικοί δικαιούχοι ενός καθεστώτος ενισχύσεων αποτελούν έναν κλειστό κύκλο και είναι δυνατόν να προσδιοριστούν κατά την έκδοση της αποφάσεως περί ανακτήσεως. Η έκδοση αποφάσεως περί ανακτήσεως ενισχύσεων που δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, προκειμένου να αρθούν τα αποτελέσματά τους, σημαίνει ότι η Επιτροπή εξετάζει προηγουμένως τα αποτελέσματα αυτών των ενισχύσεων. Συναφώς, οι προσφεύγουσες διευκρινίζουν ότι αρκεί οι δικαιούχοι επιχειρήσεις να μπορούν να προσδιοριστούν από τις αρμόδιες εθνικές αρχές κατά τη διαδικασία αναζητήσεως. Οι πραγματικοί αποδέκτες των ενισχύσεων δύνανται να θεωρηθούν ως οι άμεσοι αποδέκτες της αποφάσεως της Επιτροπής. Εξάλλου, η Hotel Cipriani και η Italgas αμφισβητούν ότι, κατά την εκτέλεση της αποφάσεως περί ανακτήσεως, οι εθνικές αρχές έχουν την εξουσία να ελέγχουν αν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ πληρούνται σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση (βλ. σκέψεις 124 και 138, κατωτέρω).
66 Κατά δεύτερον, η Hotel Cipriani και η Coopservice ισχυρίζονται, επίσης, ότι απόφαση της Επιτροπής σχετική με ένα καθεστώς ενισχύσεων η οποία επιβάλλει την ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων θίγει ατομικώς τα συμφέροντα των πραγματικών αποδεκτών της ενισχύσεως και συνιστά ως προς αυτούς βλαπτική πράξη.
67 Όλοι οι προσφεύγοντες αποκρούουν το επιχείρημα της Επιτροπής ότι οι ιδιώτες απολαύουν αποτελεσματικής ένδικης προστασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων. Η διαδικασία προδικαστικής παραπομπής ενώπιον του Δικαστηρίου παρέχει στους ιδιώτες πολύ πιο περιορισμένες δυνατότητες να προβάλουν τα επιχειρήματά τους. Επιπλέον, ουδόλως είναι βέβαιον ότι ο εθνικός δικαστής θα ασκήσει προδικαστική παραπομπή.
68 Η Ιταλική Δημοκρατία υπογραμμίζει ότι οι επίμαχες απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών χορηγήθηκαν στις επιχειρήσεις υπό την προϋπόθεση και μόνον ότι έχουν την έδρα τους στο νησιωτικό έδαφος της Βενετίας ή της Chioggia. Στο πλαίσιο αυτό, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, ουδεμία αβεβαιότητα υφίστατο όσον αφορά την ταυτότητα των υποχρεούμενων σε επιστροφή της καταβληθείσας ενισχύσεως δικαιούχων.
2. Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
69 Η Επιτροπή ορθώς δέχεται την ύπαρξη, εν προκειμένω, αμέσου συνδέσμου κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, EΚ. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι ιταλικές αρχές υποχρεούνται, βάσει της προσβαλλομένης αποφάσεως, να καταργήσουν τις ενισχύσεις που κηρύχθηκαν ασυμβίβαστες και να αναζητήσουν τις ασυμβίβαστες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν παρανόμως. Αναγνωρίζει ότι, κατά την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι εν λόγω αρχές δεν διαθέτουν καμία διακριτική ευχέρεια.
70 Αντίθετα, η Επιτροπή θεωρεί ότι μια απόφαση με την οποία διαπιστώνεται το ασυμβίβαστο ενός παρανόμου καθεστώτος ενισχύσεων και διατάσσεται η ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων δεν αφορά, κατά γενικό κανόνα, τους πραγματικούς δικαιούχους του καθεστώτος αυτού ατομικά, διότι μια τέτοια απόφαση στηρίζεται, καταρχήν, σε μια γενική και αφηρημένη εξέταση του εν λόγω καθεστώτος. Κατά την Επιτροπή η προβαλλόμενη έλλειψη ατομικού συνδέσμου οφείλεται στο γεγονός ότι ο αριθμός των δικαιούχων δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί. Επομένως, κατά την εκτέλεση της αποφάσεως με την οποία διατάσσεται η ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων, το οικείο κράτος μέλος οφείλει να προσδιορίσει τις δικαιούχους επιχειρήσεις που υποχρεούνται να επιστρέψουν τις ενισχύσεις αυτές.
71 Κατά πρώτον, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η νομολογία αναγνωρίζει το έννομο συμφέρον των πραγματικών αποδεκτών ενός καθεστώτος ενισχύσεων για την άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως με την οποία διαπιστώνεται το ασυμβίβαστο του καθεστώτος αυτού και διατάσσεται η ανάκτηση των ενισχύσεων που κρίθηκαν ασυμβίβαστες. Προτείνει να αναγνωριστεί το έννομο αυτό συμφέρον μόνο στις περιπτώσεις στις οποίες το καθεστώς ενισχύσεων τίθεται σε εφαρμογή διά της εκδόσεως ατομικών αποφάσεων (βλ. σκέψη 56, ανωτέρω).
72 Κατά δεύτερον, η Επιτροπή προτείνει να αναγνωριστεί στις εθνικές αρχές, κατά την εκτέλεση μιας αποφάσεως του θεσμικού αυτού οργάνου με την οποία διαπιστώνεται το ασυμβίβαστο ενός παρανόμου καθεστώτος ενισχύσεων, η αρμοδιότητα να εξετάζουν σε κάθε μεμονωμένη περίπτωση αν οι σχετικές με την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, τον επηρεασμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου και την επίπτωση επί του ανταγωνισμού προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ πληρούνται.
73 Προκαταρκτικώς, επισημαίνεται ότι μια απόφαση της Επιτροπής σχετική με ένα παράνομο καθεστώς ενισχύσεων, με την οποία επιβάλλεται υποχρέωση ανακτήσεως των χορηγηθεισών ενισχύσεων έχει, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, γενική ισχύ, όσον αφορά τους πραγματικούς δικαιούχους του εν λόγω καθεστώτος, στο μέτρο που έχει εφαρμογή επί αντικειμενικώς προσδιοριζομένων καταστάσεων και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι των δικαιούχων του εν λόγω καθεστώτος θεωρουμένων γενικά και αφηρημένα. Συγκεκριμένα, το γεγονός και μόνον ότι είναι δυνατόν να προσδιοριστούν οι πραγματικοί δικαιούχοι ενός τέτοιου καθεστώτος, ουδόλως υποχρεώνει την Επιτροπή να λάβει υπόψη την κατ’ ιδίαν κατάστασή τους. Συνεπώς, μια απόφαση σχετική με ένα καθεστώς ενισχύσεων στηρίζεται, καταρχήν, σε μια γενική και αφηρημένη εξέταση του επίμαχου καθεστώτος, η οποία συνιστά, αυτή καθεαυτή, πράξη γενικής ισχύος (βλ. σκέψεις 83, 209, 229 και 230, κατωτέρω). Ως εκ τούτου, η ως άνω απόφαση διαφέρει κατά το περιεχόμενο από μια απόφαση, για παράδειγμα, δυνάμει του άρθρου 81 ΕΚ, η οποία δύναται να θεωρηθεί ως δέσμη ατομικών αποφάσεων απευθυνομένων στις οικείες επιχειρήσεις (βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, C-310/97 P, Επιτροπή κατά AssiDomän Kraft Products κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I 5363, σκέψεις 39, 49 και 63). Ειδικότερα, το γεγονός ότι η απόφαση της Επιτροπής επιβάλλει γενικά και αφηρημένα την ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων, δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί η απόφαση αυτή ως δέσμη ατομικών αποφάσεων (βλ., κατ’ αναλογία, τη διάταξη του Δικαστηρίου της 8ης Απριλίου 2008, C‑503/07 P, Saint-Gobain Glass Deutschland κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 72). Αντίθετα, όταν η Επιτροπή εξετάζει την κατ’ ιδίαν κατάσταση ορισμένων πραγματικών δικαιούχων ενός καθεστώτος ενισχύσεων, η απόφασή της έχει το χαρακτήρα ατομικής αποφάσεως ως προς τους εν λόγω δικαιούχους.
74 Επιπροσθέτως, δεν αποκλείεται, σε ορισμένες περιπτώσεις, οι διατάξεις μιας πράξεως γενικής ισχύος να αφορούν ατομικά ορισμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, όταν αυτά θίγονται λόγω ορισμένων ειδικών χαρακτηριστικών τους ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τα χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο (απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Μαΐου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. I-1853, σκέψεις 19 έως 21, απόφαση του Πρωτοδικείου της 7ης Νοεμβρίου 1996, T-298/94, Roquette Frères κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. II-1531, σκέψη 37, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 11ης Σεπτεμβρίου 2007, T-28/07, Fels-Werke κ.λπ. κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 60).
75 Σε αυτό το νομικό πλαίσιο, η άποψη της Επιτροπής πρέπει να εξεταστεί υπό το πρίσμα τόσο των κριτηρίων που διαμορφώθηκαν από τη νομολογία όσον αφορά τη διαπίστωση υπάρξεως ατομικού συνδέσμου, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, όσο και του συστήματος προηγουμένου ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, όπως αυτό θεσπίστηκε από τη Συνθήκη και ερμηνεύθηκε από τη νομολογία. Προς τούτο, πρέπει να εξεταστεί, καταρχάς, η λυσιτέλεια του σχετικού με τον τρόπο εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων κριτηρίου, υπό το πρίσμα της νομολογίας που καθιερώθηκε με τις αποφάσεις Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 52 ανωτέρω, και Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 53 ανωτέρω, καθώς και υπό το πρίσμα του συστήματος ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων. Εν συνεχεία, το Πρωτοδικείο θα εξετάσει τα επιχειρήματα της Επιτροπής σχετικά με την έκταση των αρμοδιοτήτων του οικείου κράτους μέλους κατά την εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία ένα παράνομο καθεστώς ενισχύσεων κρίνεται ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά και διατάσσεται η ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων.
Εκτίμηση του σχετικού με τον τρόπο εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων κριτηρίου υπό το πρίσμα της νομολογίας
76 Όσον αφορά, καταρχάς, τη νομολογία, επισημαίνεται, προκαταρκτικώς, ότι, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, το Δικαστήριο δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο οι πραγματικοί δικαιούχοι ενός παράνομου καθεστώτος ενισχύσεων να έχουν έννομο συμφέρον προς άσκηση προσφυγής κατά της αποφάσεως με την οποία κηρύσσεται το καθεστώς αυτό ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά και διατάσσεται η ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων. Συναφώς, η απόφαση Kwekerij van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 50 ανωτέρω, την οποία επικαλείται η Επιτροπή, δεν είναι κρίσιμη. Συγκεκριμένα, από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn στην εν λόγω υπόθεση (Συλλογή 1988, σ. 240) προκύπτει ότι η Επιτροπή, με την επίδικη στην υπόθεση αυτή απόφαση, δεν είχε επιβάλλει υποχρέωση ανακτήσεως. Μολονότι με την τελευταία αιτιολογική σκέψη της αποφάσεως αυτής η Επιτροπή επιφυλάχθηκε ως προς τη δυνατότητα να αναζητήσει τις ενισχύσεις μεταγενέστερα, εντούτοις, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι δεν είχε λάβει κάποια πρωτοβουλία προς αυτή την κατεύθυνση.
77 Αντίθετα, από τις αποφάσεις Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 52 ανωτέρω, και Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 53 ανωτέρω, προκύπτει ότι, η απόφαση της Επιτροπής με την οποία διαπιστώνεται το ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά ενός παρανόμου καθεστώτος ενισχύσεων και επιβάλλεται υποχρέωση ανακτήσεως των χορηγηθεισών ενισχύσεων αφορά ατομικά όλους τους πραγματικούς δικαιούχους του εν λόγω καθεστώτος (βλ. επίσης, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, T-55/99, CETM κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. II-3207, σκέψη 25, της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, T-239/04 και T-329/04, Ιταλία και Brandt Italia κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 44, και της 20ης Σεπτεμβρίου 2007, T‑136/05, Salvat père & fils κ.λπ. κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψεις 69 έως 73).
78 Συγκεκριμένα, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, από την απόφασή της που αποτέλεσε αντικείμενο της αποφάσεως του Δικαστηρίου Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, προαναφερθείσας στη σκέψη 52 ανωτέρω, προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη την κατ’ ιδίαν κατάσταση της Sardegna Lines. Με την απόφαση αυτή η Επιτροπή περιορίστηκε να αναφέρει, στο πλαίσιο της παρουσίασης των πραγματικών περιστατικών, ότι είχε «πληροφορηθεί την ύπαρξη του επίδικου καθεστώτος ενίσχυσης από καταγγελία που αφορούσε συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογής του». Ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή γνώριζε την κατάσταση της Sardegna Lines, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αφενός, δεν κατονόμασε την εν λόγω επιχείρηση στην επίδικη στην υπόθεση αυτή απόφαση και, αφετέρου, δεν ανέφερε οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να είναι χαρακτηριστικό της ιδιαίτερης καταστάσεώς της. Αντίθετα, η Επιτροπή ανέφερε μόνο το συνολικό ποσό της χορηγηθείσας από τη θέση σε ισχύ του οικείου καθεστώτος ενισχύσεως, με τη μορφή των επίδικων δανείων και χρηματοδοτικών μισθώσεων. Εν συνεχεία, η Επιτροπή προέβη, επί τη βάσει των ανωτέρω, σε μια γενική και αφηρημένη εξέταση του επίδικου στην υπόθεση αυτή καθεστώτος ενίσχυσης (βλ. ειδικότερα το σημείο VII της επίδικης αποφάσεως). Υπό τις περιστάσεις αυτές, από την προαναφερθείσα απόφαση Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής δεν μπορεί να συναχθεί ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι η ατομική κατάσταση της Sardegna Lines συνεκτιμήθηκε από την Επιτροπή. Αντίθετα, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση της Επιτροπής αφορά ατομικά τη Sardegna Lignes «υπό την ιδιότητά της του πραγματικού δικαιούχου ατομικής ενισχύσεως που χορηγήθηκε βάσει [του καθεστώτος ενισχύσεων προς τους αρμοδίους για την εκμετάλλευση πλοίων στη Σαρδηνία] και της οποίας την ανάκτηση διέταξε η Επιτροπή» (σκέψη 34 της αποφάσεως), αντιπαραβάλλοντας τους δυνητικούς δικαιούχους ενός καθεστώτος ενίσχυσης, θεωρούμενου κατά τρόπο αφηρημένο, προς τους πραγματικούς δικαιούχους ενός τέτοιου καθεστώτος, το οποίο παρανόμως τέθηκε σε εφαρμογή. Με την ανωτέρω αναφορά σε «ατομική ενίσχυση» νοείται προφανώς η ενίσχυση που χορηγήθηκε στη Sardegna Lines κατ’ εφαρμογήν του επίδικου στην υπόθεση αυτή καθεστώτος ενισχύσεων. Αντίθετα προς την ερμηνεία που προτείνει η Επιτροπή, η αναφορά αυτή δεν μπορεί να νοηθεί ως αναφορά στην εκ μέρους του εν λόγω θεσμικού οργάνου συνεκτίμηση της κατ’ ιδίαν καταστάσεως της Sardegna Lines, κατ’ επίκληση του ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων δεν ετύγχανε αυτόματης εφαρμογής.
79 Η ως άνω ερμηνεία της αποφάσεως Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, προαναφερθείσας στη σκέψη 52 ανωτέρω, επιρρωννύεται από τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber στην υπόθεση Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 53 ανωτέρω (Συλλογή 2000, σ. Ι-4092). Συγκεκριμένα, με τις προτάσεις του, ο γενικός εισαγγελέας απέρριψε το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το καθεστώς ενισχύσεων περί του οποίου επρόκειτο στην υπόθεση Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 52 ανωτέρω, τέθηκε σε εφαρμογή μέσω εκτελεστικών αποφάσεων των εθνικών αρχών, εκδιδομένων κατά διακριτική ευχέρεια. Συναφώς, ο γενικός εισαγγελέας υπογράμμισε:
«Το Δικαστήριο […] στηρίχθηκε [με τη σκέψη 34 της αποφάσεώς του] μόνο στο γεγονός ότι η απόφαση αφορά την προσφεύγουσα ως λήπτη της ενισχύσεως της οποίας η Επιτροπή διέταξε την επιστροφή. Το Δικαστήριο δεν ανέφερε άλλα γεγονότα που εξατομικεύουν την προσφεύγουσα, π.χ. ότι η περίπτωσή της ελήφθη υπόψη κατά τη διοικητική διαδικασία» (σημείο 71 των προτάσεων).
80 Με την απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 53 ανωτέρω, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ρητώς τη λύση που δέχθηκε στην υπόθεση Sardegna Lines κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 52 ανωτέρω. Υπογραμμίζεται ότι το επίδικο τομεακό καθεστώς ενισχύσεων στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 53 ανωτέρω, αφορούσε σημαντικό αριθμό επιχειρήσεων οδικών μεταφορών εμπορευμάτων. Σε αντίθεση με την Sardegna Lines, ουδείς εκ των προσφευγόντων μεταφορέων διαφοροποιείτο από τους λοιπούς δικαιούχους του επίδικου καθεστώτος ενισχύσεων λόγω της σπουδαιότητας των χορηγηθεισών ενισχύσεων ή λόγω κάποιου συγκεκριμένου ρόλου κατά τη διοικητική διαδικασία. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η κατάσταση στην οποία βρίσκονταν οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις διέφερε από την κατάσταση των αιτούντων, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορούσε τις προσφεύγουσες «λόγω της ιδιότητάς τους των πραγματικών αποδεκτών των ατομικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν βάσει του καθεστώτος αυτού και των οποίων την αναζήτηση διέταξε η Επιτροπή» (σκέψη 39 της αποφάσεως).
81 Επιπροσθέτως, η προπαρατεθείσα σκέψη 39 της αποφάσεως Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσας στη σκέψη 53 ανωτέρω, μολονότι λακωνική, περιέχει σημαντικές διευκρινίσεις όσον αφορά τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος των δικαιούχων επιχειρήσεων του παρανόμου καθεστώτος ενισχύσεων. Συγκεκριμένα, με τη σκέψη αυτή, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η επίδικη στην εν λόγω υπόθεση απόφαση της Επιτροπής ανέφερε «τον αριθμό των αιτήσεων που έγιναν δεκτές και το προβλεπόμενο ποσό των επίδικων ενισχύσεων» κατά την κρίσιμη περίοδο και συνάγει ότι «συνεπώς, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αγνοήσει την ύπαρξη των εν λόγω πραγματικών αποδεκτών». Επομένως, το Δικαστήριο διακρίνει σαφώς την κατάσταση των πραγματικών δικαιούχων, των οποίων ο προσδιορισμός ήταν δυνατός και των οποίων η κατάσταση θιγόταν ιδιαίτερα από την υποχρέωση επιστροφής, από εκείνη των δυνητικών δικαιούχων.
82 Υπό το πρίσμα, ειδικότερα, των προαναφερθεισών στη σκέψη 79 ανωτέρω προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Alber στην υπόθεση Ιταλία κατά Επιτροπής (σημεία 74 έως 85) η προπαρατεθείσα σκέψη 39 της προαναφερθείσας στη σκέψη 53 ανωτέρω αποφάσεως Ιταλία κατά Επιτροπής έχει, συνεπώς, την έννοια ότι αναγνωρίζει ότι προσφεύγουσες στην εν λόγω υπόθεση επιχειρήσεις διακρίνονταν έναντι οποιουδήποτε άλλου επιχειρηματία από το γεγονός ότι αποτελούσαν έναν κλειστό κύκλο προσώπων που θίγονταν ιδιαίτερα από την υποχρέωση επιστροφής. Ειδικότερα, σε αντίθεση προς τους δυνητικούς δικαιούχους ενός καθεστώτος ενισχύσεων, οι πραγματικοί δικαιούχοι του επίδικου στην εν λόγω υπόθεση καθεστώτος αποτελούσαν έναν περιορισμένο κύκλο, δεδομένου ότι η εφαρμογή του καθεστώτος αυτού ανεστάλη πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, οπότε η Επιτροπή ήταν, καταρχήν, σε θέση να τους προσδιορίσει, κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, με τη βοήθεια των εθνικών αρχών. Αντίθετα προς όσα υποστηρίζει η Επιτροπή, το Δικαστήριο, δεν εξάρτησε την ύπαρξη ατομικού συνδέσμου από τον συγκεκριμένο προσδιορισμό των δικαιούχων του επίδικου στην εν λόγω υπόθεση καθεστώτος ενισχύσεων και από την εκ μέρους της Επιτροπής εξέταση της κατ’ ιδίαν καταστάσεώς τους.
83 Πρέπει να επισημανθεί ότι, μολονότι μια απόφαση σχετική με ένα καθεστώς ενισχύσεων έχει γενική ισχύ, στο μέτρο που η Επιτροπή προβαίνει σε γενική και αφηρημένη εξέταση του καθεστώτος αυτού (βλ. σκέψη 73, ανωτέρω), εντούτοις μια τέτοια απόφαση αφορά αποκλειστικά ένα συγκεκριμένο καθεστώς ενισχύσεων. Επομένως, η απόφαση αυτή δεν μετέχει στη χάραξη μιας κοινοτικής πολιτικής και δεν έχει κανονιστικό χαρακτήρα, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο της εφαρμογής των σχετικών, εν προκειμένω, με τις κρατικές ενισχύσεις κανόνων του κοινοτικού δικαίου, σε αντίθεση με τις πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα που εφαρμόζονται επί του συνόλου των ενδιαφερομένων επιχειρηματιών (βλ., για παράδειγμα, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Φεβρουαρίου 1989, 206/87, Lefebvre κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 275, απόφαση Roquette Frères κατά Συμβουλίου, προαναφερθείσα στη σκέψη 74 ανωτέρω, σκέψη 42, και διάταξη Fels-Werke κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 74 ανωτέρω, σκέψεις 61 και 63).
84 Σε αυτό το νομικό πλαίσιο, η συμμετοχή στον κλειστό κύκλο των πραγματικών δικαιούχων ενός καθεστώτος ενισχύσεων που θίγονται ιδιαίτερα από την υποχρέωση αναζητήσεως την οποία η Επιτροπή επιβάλλει στο οικείο κράτος μέλος αρκεί, σύμφωνα με τη νομολογία, για να χαρακτηρίσει τους δικαιούχους αυτούς σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 939). Εν προκειμένω, η εξατομίκευση προκύπτει από την ιδιαίτερη βλάβη που προκαλεί η υποχρέωση επιστροφής στα συμφέροντα των δυνάμενων να εξατομικευθούν μελών αυτού του κλειστού κύκλου.
85 Αν το έννομο συμφέρον του πραγματικού δικαιούχου ενός καθεστώτος ενισχύσεων προϋπέθετε την εξέταση της κατ’ ιδίαν καταστάσεώς του, το έννομο αυτό συμφέρον θα εξηρτάτο από το κατά πόσον η Επιτροπή προέβη, με την προσβαλλόμενη απόφαση, σε μια τέτοια εξέταση, βάσει των στοιχείων που της διαβιβάστηκαν κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας. Η λύση αυτή θα προκαλούσε ανασφάλεια δικαίου, στο μέτρο που συχνά είναι τυχαίο το για ποιες συγκεκριμένες ατομικές περιπτώσεις έχει ενημερωθεί η Επιτροπή (προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber στην υπόθεση Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσες στη σκέψη 79 ανωτέρω, σημείο 83). Επιπλέον, στην περίπτωση κατά την οποία δικαιούχος θα προσέβαλλε ενώπιον του Πρωτοδικείου την παράλειψη της Επιτροπής να εξετάσει την κατ’ ιδίαν κατάστασή του, ενόψει, για παράδειγμα, των σχετικών με την περίπτωσή του στοιχείων που διαβιβάστηκαν στο ως άνω θεσμικό όργανο κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, το παραδεκτό της προσφυγής του θα συνδεόταν στενά με την εξέταση των επί της ουσίας λόγων ακυρώσεως. Στο πλαίσιο αυτό, η πολυπλοκότητα του ελέγχου του παραδεκτού και η αδυναμία προβλέψεως του αποτελέσματος του εν λόγω ελέγχου θα προκαλούσαν περαιτέρω ανασφάλεια δικαίου.
86 Τέλος, υπενθυμίζεται ότι το Δικαστήριο δέχθηκε, επίσης, το κριτήριο του κλειστού κύκλου, τα μέλη του οποίου θίγονται ιδιαιτέρως από μια απόφαση της Επιτροπής, και με την απόφαση της 22ας Ιουνίου 2006, C‑182/03 και C-217/03, Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής (Συλλογή 2006, σ. I‑5479, σκέψεις 58 έως 64). Ειδικότερα, όσον αφορά τα κέντρα συντονισμού που διέθεταν ισχύουσα άδεια, το Δικαστήριο έκρινε, σύμφωνα προς τις αποφάσεις Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 52 ανωτέρω, και Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 53 ανωτέρω, ότι, στο μέτρο που «τα εν λόγω κέντρα ήταν καθορισμένα κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως [που αποτέλεσε το αντικείμενο προσφυγής]», η εν λόγω απόφαση τα αφορούσε ατομικά (προαναφερθείσα απόφαση Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής, σκέψη 61, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger στην υπόθεση αυτή, Συλλογή 2006, σ. Ι-5485, σημεία 196 και 197). Όσον αφορά τα κέντρα των οποίων οι αιτήσεις ανανεώσεως αδείας εκκρεμούσαν κατά τον χρόνο κοινοποιήσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι δυνητικοί αυτοί δικαιούχοι νομιμοποιούνταν να προσφύγουν, ενόψει των ειδικών περιστάσεων της υποθέσεως, με το σκεπτικό ότι αποτελούσαν τμήμα κλειστού κύκλου, τα μέλη του οποίου θίγονταν ιδιαιτέρως από την επίδικη απόφαση, καθόσον δεν δικαιούντο πλέον ανανεώσεως της αδείας τους (προαναφερθείσα απόφαση Βέλγιο και Forum 187 κατά Επιτροπής, σκέψεις 62 και 63, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger στην υπόθεση αυτή, σημείο 211).
87 Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω αποφάσεων, το προτεινόμενο από την Επιτροπή κριτήριο, που στηρίζεται στον τρόπο εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων, δεν είναι λυσιτελές. Ειδικότερα, από την ανάγνωση των αποφάσεων Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 52 ανωτέρω, και Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 53 ανωτέρω, δεν προκύπτει ότι το Δικαστήριο λαμβάνει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, υπόψη την περίσταση την οποία επικαλείται η Επιτροπή στο πλαίσιο των υποθέσεων επί των οποίων εκδόθηκαν οι ανωτέρω αποφάσεις, ήτοι ότι τα επίμαχα καθεστώτα ενισχύσεων τέθηκαν σε εφαρμογή με διοικητικές πράξεις εκτελέσεως εκδιδόμενες κατά διακριτική ευχέρεια. Εξάλλου, επισημαίνεται ότι η απόφαση CETM κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 77 ανωτέρω, και η απόφαση του Δικαστηρίου ΕΖΕΣ Fesil και Finnfjord κ.λπ. κατά της Εποπτεύουσας Αρχής της ΕΖΕΣ, προαναφερθείσα στη σκέψη 54 ανωτέρω, αφορούσαν καθεστώτα ενισχύσεων τα οποία εφαρμόζονταν αυτόματα στις επιχειρήσεις που πληρούσαν τις προβλεπόμενες από τα εν λόγω καθεστώτα προϋποθέσεις. Από την απόφαση του Δικαστηρίου ΕΖΕΣ προκύπτει (σκέψη 46) ότι η Επιτροπή, με τις παρατηρήσεις της, αμφισβητώντας το παραδεκτό της προσφυγής, είχε προβάλει ότι τα επίμαχα στις αποφάσεις Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 52 ανωτέρω, και Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 53 ανωτέρω, καθεστώτα ενισχύσεων δεν εφαρμόζονταν αυτόματα στις επιχειρήσεις που πληρούσαν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, αλλά εξουσιοδοτούσαν τις αρμόδιες εθνικές αρχές για τη χορήγηση των ενισχύσεων στους δικαιούχους, με μεταγενέστερα εκδιδόμενες διοικητικές πράξεις. Η εν λόγω διάκριση δεν κρίθηκε λυσιτελής από το Δικαστήριο ΕΖΕΣ, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι το Δικαστήριο ΕΖΕΣ ευθυγραμμίστηκε προς τη συνοπτική μεν αλλά σαφή αιτιολογία των δύο αποφάσεων του Δικαστηρίου στις οποίες αναφορά έγινε ανωτέρω.
88 Όσον αφορά τη διάταξη Gruppo ormeggiatori del porto di Venezia κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 26 ανωτέρω, την οποία επικαλείται η Επιτροπή (βλ. σκέψη 55, ανωτέρω), οι προσφεύγουσες ορθώς επισημαίνουν ότι αυτή δεν είναι κρίσιμη για την εκτίμηση της υπάρξεως εννόμου συμφέροντος. Συγκεκριμένα, με τη διάταξη αυτή το Πρωτοδικείο δεν εξέτασε το έννομο συμφέρον των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, αλλά κήρυξε απαράδεκτες, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος, προσφυγές που άσκησαν επιχειρήσεις εξαιρεθείσες, στο μεταξύ, από τη διαδικασία αναζητήσεως των επίμαχων ενισχύσεων την οποία κίνησαν οι εθνικές αρχές για την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, προκειμένου μια επιχείρηση να αποδείξει το έννομο συμφέρον της κατά την άσκηση της προσφυγής, αρκεί να αναφέρει λυσιτελώς ότι έλαβε ενισχύσεις βάσει του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων, δυνάμενες να θεωρηθούν ότι περιλαμβάνονται μεταξύ εκείνων που κηρύσσονται ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά με την επίδικη απόφαση της Επιτροπής. Το Πρωτοδικείο δεν υποχρεούται, στο πλαίσιο προσφυγής κατά αποφάσεως της Επιτροπής σχετικής με κάποιο καθεστώς ενισχύσεων, να αποφανθεί επί της συγκεκριμένης εφαρμογής των κριτηρίων που προβλέπονται στην εν λόγω απόφαση, προκειμένου να διαπιστώσει αν τα επίδικα μέτρα υπέρ ορισμένης επιχειρήσεως πρέπει να θεωρηθούν ως ενισχύσεις συμβατές με την κοινή αγορά, δυνάμει της εν λόγω αποφάσεως. Πράγματι, στις εθνικές αρχές εναπόκειται, κατά την εκτέλεση μιας τέτοιας αποφάσεως, να εφαρμόζουν σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση τα προαναφερθέντα κριτήρια, υπό τον έλεγχο της Επιτροπής.
89 Στο πλαίσιο αυτό, η διάταξη Gruppo ormeggiatori del porto di Venezia κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 26 ανωτέρω, αποκλείει απλώς το έννομο συμφέρον προσφεύγουσας επιχειρήσεως όταν, μετά την άσκηση της προσφυγής, προκύπτει ότι, σύμφωνα με την εκτίμηση που διατύπωσαν οι εθνικές αρχές κατά την εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής, δεν υφίσταται, δυνάμει της αποφάσεως αυτής, υποχρέωση επιστροφής των ενισχύσεων που έλαβε η εν λόγω επιχείρηση βάσει του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων είτε διότι οι ενισχύσεις δεν εμπίπτουν, σύμφωνα με την απόφαση αυτή, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, είτε διότι πληρούν τα κριτήρια συμβατότητας με την κοινή αγορά που προβλέπονται στην εν λόγω απόφαση. Ειδικότερα, με τη διάταξη αυτή (σκέψη 26), το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων που αφορούσε την εξουσία της Επιτροπής, στο πλαίσιο του ελέγχου της εκτελέσεως της αποφάσεώς της από το οικείο κράτος μέλος, να επιβάλει μεταγενέστερα στο κράτος μέλος την υποχρέωση να αναζητήσει από τις επιχειρήσεις τις επίμαχες ενισχύσεις, με την αιτιολογία ακριβώς ότι η περίσταση αυτή είχε μελλοντικό και αβέβαιο χαρακτήρα. Εν προκειμένω, εξάλλου, δεν αμφισβητείται ότι σε βάρος των προσφευγουσών επιχειρήσεων εκδόθηκε απόφαση των εθνικών αρχών περί αναζητήσεως, γεγονός που επιβεβαιώνει το έννομο συμφέρον των προσφευγουσών προς άσκηση προσφυγής.
90 Με την απόφαση Atzeni κ.λπ., προαναφερθείσα στη σκέψη 55 ανωτέρω, την οποία επίσης επικαλείται η Επιτροπή, το Δικαστήριο διευκρινίζει απλώς ότι αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ως προς το κύρος αποφάσεως της Επιτροπής σχετικής με ένα καθεστώς ενισχύσεων δεν είναι απαράδεκτη για τον λόγο ότι το έννομο συμφέρον των επιχειρήσεων§ τις οποίες η απόφαση αυτή αφορούσε, σύμφωνα με το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προϋπέθετε μια περίπλοκη εξέταση και, συνεπώς, δεν ήταν πρόδηλο. Η απόφαση αυτή είναι σύμφωνη προς τη νομολογία που διαμορφώθηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Μαρτίου 1994, C-188/92, TWD Textilwerke Deggendorf (Συλλογή 1994, σ. I 833), από την οποία προκύπτει ότι το απαράδεκτο δεν αντιτάσσεται στην κατ’ ένσταση προβαλλόμενη ενώπιον εθνικού δικαστηρίου έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής, παρά μόνον αν οι επιχειρήσεις δικαιούχοι της ενισχύσεως αναμφίβολα εδικαιούντο και είχαν ενημερωθεί ότι εδικαιούντο να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατά της αποφάσεως της Επιτροπής (προαναφερθείσα απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf, σκέψη 24· αποφάσεις του Δικαστηρίου της 12ης Δεκεμβρίου 1996, C‑241/95, Accrington Beef κ.λπ., Συλλογή 1996, σ. I‑6699, σκέψεις 15 και 16, και της 11ης Νοεμβρίου 1997, C‑408/95, Eurotunnel κ.λπ., Συλλογή 1997 σ. I‑6315, σκέψη 28). Επιπλέον, από την απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 53 ανωτέρω, (σκέψη 31) προκύπτει ότι το Δικαστήριο απέρριψε σιωπηρά το επιχείρημα της Επιτροπής ότι, αν οι πραγματικοί δικαιούχοι ενός καθεστώτος ενισχύσεων νομιμοποιούνταν να ασκήσουν προσφυγή κατά της αποφάσεως της Επιτροπής περί κηρύξεως του καθεστώτος αυτού ασυμβίβαστου με την κοινή αγορά και ανακτήσεως των χορηγηθεισών ενισχύσεων, κάθε αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορώσα την ανάκτηση των εν λόγω ενισχύσεων θα κρινόταν απαράδεκτη κατ’ εφαρμογήν της νομολογίας που διαμορφώθηκε με την απόφαση TWD Textilwerke Deggendorf (βλ. συναφώς τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber στην υπόθεση Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσες στη σκέψη 79 ανωτέρω, σημεία 86 έως 89). Εξάλλου, πρέπει να προστεθεί ότι οι πραγματικοί δικαιούχοι σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν εκπρόθεσμοι αν επικαλεστούν κατ’ ένσταση την έλλειψη νομιμότητας της αποφάσεως της Επιτροπής ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων όταν, λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτέρων περιστάσεων της συγκεκριμένης περιπτώσεως ή της πολυπλοκότητας των κριτηρίων που προβλέπει η απόφαση αυτή για τον προσδιορισμό των ενισχύσεων που δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά και πρέπει να αναζητηθούν, το ζήτημα αν οι δικαιούχοι αυτοί ήταν ή όχι υποχρεωμένοι να επιστρέψουν τις εξεταζόμενες ενισχύσεις, σε εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής, μπορούσε ευλόγως να δημιουργήσει ορισμένες αμφιβολίες και, επομένως, το έννομο συμφέρον τους να προσβάλουν την εν λόγω απόφαση δεν ήταν πρόδηλο (διάταξη Gruppo ormeggiatori del porto de Venezia κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 26 ανωτέρω, σκέψη 31).
91 Εν προκειμένω, από την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 13) προκύπτει και δεν αμφισβητείται από τις προσφεύγουσες ότι, όπως και στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 53 ανωτέρω, η Επιτροπή γνώριζε τον ακριβή αριθμό των δικαιούχων επιχειρήσεων καθώς και το συνολικό ποσό, αφενός, των γενικών μειώσεων των κοινωνικών εισφορών που χορηγήθηκαν δυνάμει του άρθρου 1 της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Αυγούστου 1994, και, αφετέρου, των απαλλαγών από τις κοινωνικές εισφορές για τις νέες θέσεις εργασίας που χορηγήθηκαν δυνάμει του άρθρου 2 της ιδίας αποφάσεως, κατά την κρίσιμη περίοδο.
92 Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι οι δικαιούχοι του επίδικου καθεστώτος ενισχύσεων προσδιορίζονταν κατά την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Υπό τις περιστάσεις αυτές, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά ατομικά τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις.
93 Η ανάγνωση αυτή της νομολογίας (βλ. σκέψεις 74 έως 85 ανωτέρω), στην οποία στηρίζεται το ως άνω συμπέρασμα, επιβεβαιώνεται από την εξέταση του κοινοτικού συστήματος ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, το οποίο, όπως προκύπτει από τις επόμενες σκέψεις, δεν υιοθετεί τα κριτήρια και επιχειρήματα που επικαλείται η Επιτροπή.
Εκτίμηση του σχετικού με τον τρόπο εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων κριτηρίου υπό το πρίσμα του κοινοτικού συστήματος ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων
94 Η εξέταση του κοινοτικού συστήματος ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων επιρρωννύει την ακαταλληλότητα του σχετικού με τον τρόπο εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων κριτηρίου το οποίο επικαλείται η Επιτροπή.
95 Αποδοχή του κριτηρίου θα προκαλούσε ανασφάλεια δικαίου για τον διοικούμενο, δεδομένου ότι ο προσδιορισμός του αρμοδίου δικαστηρίου θα ήταν συνάρτηση, καταρχάς, του τρόπου εφαρμογής του επίδικου καθεστώτος ενισχύσεων και, εν συνεχεία, σε περίπτωση αυτόματης εφαρμογής του καθεστώτος αυτού, της ενδεχόμενης εξέτασης από την Επιτροπή της κατ’ ιδίαν καταστάσεως ορισμένων εκ των δικαιούχων (βλ. σκέψη 85, ανωτέρω). Ωστόσο, στο πλαίσιο του κοινοτικού συστήματος ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, ένα τέτοιο κριτήριο δεν δικαιολογείται υπό το πρίσμα της απαίτησης υπάρξεως ατομικού συνδέσμου. Συγκεκριμένα, ο τρόπος εφαρμογής ενός καθεστώτος ενισχύσεων δεν επηρεάζει ούτε την ικανότητα της Επιτροπής να προσδιορίζει τους δικαιούχους, ούτε τον έλεγχο που το εν λόγω θεσμικό όργανο ασκεί, ούτε την έκταση της υποχρεώσεως των δικαιούχων προς επιστροφή των ενισχύσεων.
96 Πρώτον, από τη νομολογία προκύπτει ότι οι πραγματικοί δικαιούχοι ενός καθεστώτος ενισχύσεων εξατομικεύονται λόγω της συμμετοχής τους στον κλειστό κύκλο προσώπων που θίγονται ιδιαίτερα από την υποχρέωση επιστροφής (βλ. σκέψεις 77 έως 84 ανωτέρω). Επομένως, στο μέτρο που, εν πάση περιπτώσει, οι πραγματικοί αυτοί δικαιούχοι συνιστούν πράγματι έναν κλειστό κύκλο, μπορούν να προσδιοριστούν με ακρίβεια κατά την έκδοση της αποφάσεως της Επιτροπής είτε το καθεστώς ενισχύσεων εφαρμόζεται αυτόματα είτε προϋποθέτει τη λήψη ατομικών μέτρων εκτέλεσης.
97 Δεύτερον, ενόψει της γενικής ισχύος των καθεστώτων ενισχύσεων, δεν δικαιολογείται, a priori, διαφοροποίηση ως προς τη φύση και την έκταση του ελέγχου που ασκεί η Επιτροπή αναλόγως του αν το καθεστώς ενισχύσεων εφαρμόζεται αυτόματα ή προϋποθέτει την έκδοση ατομικών αποφάσεων περί εκτέλεσης. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση ενός παρανόμου καθεστώτος ενισχύσεων, εναπόκειται, καταρχήν, αποκλειστικά στην Επιτροπή να εξετάσει τα γενικά και αφηρημένα χαρακτηριστικά του καθεστώτος αυτού (βλ. σκέψη 73 ανωτέρω). Κατά συνέπεια, ακόμη κι αν το καθεστώς ενισχύσεων τέθηκε σε εφαρμογή μέσω ατομικών αποφάσεων εκδιδομένων κατά διακριτική ευχέρεια, εντούτοις η Επιτροπή δεν υποχρεούται να εξετάσει χωριστά κάθε απόφαση περί χορηγήσεως ενισχύσεως και, ειδικότερα, να εκτιμήσει σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση αν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ πληρούνται.
98 Τρίτον, κατά το στάδιο της εθνικής διαδικασίας περί ανακτήσεως, το γεγονός ότι το καθεστώς ενισχύσεων εφαρμόστηκε αυτόματα ή μέσω ατομικών αποφάσεων ουδόλως επηρεάζει την ισχύ της αποφάσεως της Επιτροπής έναντι των δικαιούχων. Συγκεκριμένα, και στις δύο περιπτώσεις, οι εθνικές αρχές εξουσιοδοτούνται απλώς να εκτελέσουν αυτή τη γενική και αφηρημένη απόφαση. Δεν υποχρεούνται να ελέγξουν αν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ πληρούνται σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση (βλ. σκέψεις 98 έως 100 κατωτέρω).
99 Επιπλέον, το γεγονός ότι ο ενισχύσεις χορηγήθηκαν με ατομικές αποφάσεις περί εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων δεν καθιστά, κατ’ ανάγκη, λιγότερο περίπλοκες τις εκτιμήσεις στις οποίες πρέπει να προβούν οι εθνικές αρχές προκειμένου να εκτελέσουν την απόφαση της Επιτροπής με την οποία δεν ελήφθησαν, καταρχήν, υπόψη οι προαναφερθείσες ατομικές αποφάσεις (βλ. σκέψη 97 ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι οι εθνικές αρχές σε κάθε περίπτωση απλώς εκτελούν την απόφαση της Επιτροπής, το επίπεδο περιπλοκότητας των εκτιμήσεων στις οποίες καλούνται να προβούν κατά την ανάκτηση των ενισχύσεων δεν συνιστά πρόσφορο κριτήριο προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον η απόφαση της Επιτροπής αφορά ή όχι ατομικά τους πραγματικούς δικαιούχους. Το σχετικό με την περιπλοκότητα των εκτιμήσεων αυτών επιχείρημα, εξάλλου, το οποίο η Επιτροπή προέβαλε στο πλαίσιο της αιτήσεώς της αναιρέσεως επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 53 ανωτέρω, απορρίφθηκε σιωπηρά από το Δικαστήριο με την εν λόγω απόφαση.
Επί της προβαλλομένης αρμοδιότητας των εθνικών αρχών να ελέγχουν σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση την ύπαρξη ενισχύσεως κατά την εκτέλεση εντολής περί ανακτήσεως
100 Πάντως, η Επιτροπή, προκειμένου να αποδείξει ότι η απόφασή της με την οποία διαπιστώνεται το ασυμβίβαστο ενός καθεστώτος ενισχύσεων με την κοινή αγορά και διατάσσεται η ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων δεν αφορά ατομικά τους πραγματικούς δικαιούχους του καθεστώτος αυτού, υποστηρίζει ότι, κατά την εκτέλεση της εν λόγω αποφάσεως, το οικείο κράτος μέλος είναι αρμόδιο όχι μόνο για την εφαρμογή των προβλεπομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση κριτηρίων, αλλά και για την εξέταση σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση του κατά πόσον πληρούνται, ενόψει της υποκειμενικής καταστάσεως της οικείας επιχειρήσεως, οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
101 Εντούτοις, η Επιτροπή δεν επικαλείται κανένα στοιχείο προς στήριξη της ανωτέρω θέσεως, πλην του ότι το επίδικο, εν προκειμένω, καθεστώς ενισχύσεων δεν είχε τομεακό χαρακτήρα, αλλά εφαρμοζόταν σε όλες τις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στο νησιωτικό έδαφος της Βενετίας ή της Chioggia, με συνέπεια η Επιτροπή να μην είναι σε θέση να εκτιμήσει κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ πληρούνταν σε κάθε έναν από τους πολλαπλούς τομείς δραστηριότητας περί των οποίων επρόκειτο. Συνεπώς, στο οικείο κράτος μέλος εναπόκειτο να προβεί στον έλεγχο αυτό.
102 Προκαταρκτικώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, αφενός, η Επιτροπή φαίνεται να υποστηρίζει ότι, κατά την εκτέλεση μιας αποφάσεώς της με την οποία διαπιστώνεται το ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά ενός καθεστώτος ενισχύσεων που εφαρμόζεται σε περισσότερους τομείς και διατάσσεται η ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων, οι εθνικές αρχές έχουν αυτομάτως αρμοδιότητα να εξετάζουν κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ σε εκείνους τους τομείς οικονομικής δραστηριότητας σε σχέση με τους οποίους η Επιτροπή δεν εξέτασε τις επιπτώσεις των επίμαχων μέτρων επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου και του ανταγωνισμού. Κατά συνέπεια, το πεδίο εφαρμογής της αρμοδιότητας αυτής των εθνικών αρχών αποτελεί συνάρτηση της έκτασης του ελέγχου στον οποίο προέβη η Επιτροπή, ο οποίος, από την πλευρά του, εξαρτάται από τις πληροφορίες που γνωστοποιήθηκαν στο εν λόγω θεσμικό όργανο κατά τα διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, με συνέπεια ως προς την οριοθέτηση της ως άνω αρμοδιότητας των εθνικών αρχών να επικρατεί ανασφάλεια δικαίου (βλ. σκέψεις 85 ανωτέρω και 229 έως 234 κατωτέρω).
103 Αφετέρου, εν προκειμένω, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν αποτελούν κρατικές ενισχύσεις, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, μόνον οι επίδικες απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές που πληρούν τα όρια και τους κανόνες de minimis (βλ. σκέψη 13 ανωτέρω). Συγκεκριμένα, ακόμη κι αν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν κάνει καμία αναφορά στον κανόνα de minimis, πάντως συνδέεται άρρηκτα με την αιτιολογία της και, επομένως, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα και στο πλαίσιο όλων των αιτιολογικών σκέψεων που οδήγησαν στην έκδοσή της (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαΐου 1997, C‑355/95 P, TWD κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I‑2549, σκέψη 21, και απόφαση Alzetta κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 45 ανωτέρω, σκέψη 163). Κατά συνέπεια, στο μέτρο που, με την αιτιολογική σκέψη 110 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα μέτρα που πληρούν τα όρια και τους κανόνες de minimis δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 ΕΚ, η προβλεπόμενη από το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως υποχρέωση επιστροφής δεν ισχύει ως προς τα μέτρα αυτά. Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία ένδειξη από την οποία να δύναται να συναχθεί ότι υποχρέωση ανακτήσεως δεν υφίσταται και ως προς άλλες ενισχύσεις που χορηγήθηκαν με τη μορφή απαλλαγών από τις επίδικες κοινωνικές εισφορές για τον λόγο ότι αυτές δεν αποτελούν κρατικές ενισχύσεις, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
104 Στο πλαίσιο αυτό, η θέση που υποστηρίζει η Επιτροπή, σύμφωνα με την οποία στις εθνικές αρχές εναπόκειται, κατά την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, να εξετάζουν σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, δεν επιβεβαιώνεται από τη νομολογία. Συναφώς, η Επιτροπή, με το υπόμνημα αντικρούσεως, επικαλείται μόνον την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Μαρτίου 2002, C‑310/99, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-2289), από την οποία προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της εξέτασης του αντλούμενου από ανεπαρκή αιτιολογία λόγου, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή, εξετάζοντας τα χαρακτηριστικά του επίμαχου στην εν λόγω υπόθεση καθεστώτος ενισχύσεων και χρησιμοποιώντας, κατά την εξέταση αυτή, το παράδειγμα ενός τομέα δραστηριότητας στον οποίο είχε εφαρμογή το καθεστώς αυτό, απέδειξε, επαρκώς κατά νόμον, ότι το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων εξασφάλιζε αισθητό όφελος στους δικαιούχους σε σχέση προς τους ανταγωνιστές τους και ότι μπορούσε να ευνοήσει κυρίως τις επιχειρήσεις που συμμετέχουν στο μεταξύ των κρατών μελών εμπόριο (σκέψεις 88 έως 90 της αποφάσεως). Τονίζοντας ότι «η προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν αναγκαίο να περιέχει ανάλυση των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν σε κατ’ ιδίαν περιπτώσεις βάσει του καθεστώτος αυτού», το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι: «[μ]όνο στο επίπεδο της αναζητήσεως των ενισχύσεων [ήταν] αναγκαίο να ελέγχεται η κατ’ ιδίαν κατάσταση κάθε συγκεκριμένης επιχειρήσεως» (σκέψη 91). Ελλείψει οποιασδήποτε ενδείξεως προς αυτή την κατεύθυνση, δεν είναι δυνατόν να ερμηνευθεί η δεύτερη αυτή φράση υπό την έννοια ότι επιβάλλει την υποχρέωση να ερευνάται η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση κατά τη διαδικασία ανακτήσεως των ενισχύσεων. Αντίθετα, στο πλαίσιο της διαφοράς αυτής, φαίνεται ότι το Δικαστήριο τόνισε απλώς ότι η γενική και αφηρημένη εξέταση του καθεστώτος ενισχύσεων, στην οποία προβαίνει η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη στην απόφασή της, επαρκεί, υπογραμμίζοντας ότι μόνο κατά την αναζήτηση των ενισχύσεων σε εκτέλεση, ακριβώς, της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι αναγκαίο να ελέγχεται η κατ’ ιδίαν κατάσταση των δικαιούχων (βλ. σκέψεις 73 ανωτέρω και 209 κατωτέρω).
105 Επιπλέον, η λύση την οποία υποστηρίζει εν προκειμένω η Επιτροπή αντιβαίνει στην πάγια νομολογία που αποσκοπεί στο να διασφαλίσει ότι οι παράνομες ενισχύσεις δεν τυγχάνουν ευνοϊκότερης μεταχείρισης σε σύγκριση με τις ενισχύσεις που κοινοποιούνται κανονικά. Ειδικότερα, έχει κριθεί ότι, στην περίπτωση που χορηγείται νέα ενίσχυση χωρίς να έχει προηγουμένως κοινοποιηθεί, η Επιτροπή δεν υποχρεούται, πάντως, να αποδείξει ότι η ενίσχυση αυτή έχει επιπτώσεις επί των εμπορικών συναλλαγών και επί του ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, η απαίτηση αυτή θα ευνοούσε τα κράτη μέλη που χορηγούν ενισχύσεις κατά παράβαση της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως σε βάρος των κρατών μελών που κοινοποιούν τις ενισχύσεις κατά το στάδιο του σχεδιασμού τους (απόφαση Alzetta κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 45 ανωτέρω, σκέψη 79).
106 Αν γινόταν δεκτό ότι το οικείο κράτος μέλος μπορεί, κατά την εκτέλεση της σχετικής με ένα παράνομο καθεστώς ενισχύσεων αποφάσεως της Επιτροπής, να εξετάζει σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, το γεγονός αυτό θα ισοδυναμούσε με το να αναγνωριστεί στο εν λόγω κράτος μέλος, στην περίπτωση παραβιάσεως της υποχρεώσεώς του περί κοινοποιήσεως, μια εξουσία η οποία δεν του έχει αναγνωριστεί μέχρι τώρα από τη νομολογία για την περίπτωση που ένα κοινοποιηθέν καθεστώς ενισχύσεων κηρύσσεται ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά με απόφαση της Επιτροπής. Κατά συνέπεια, αν γινόταν εν προκειμένω δεκτή η θέση της Επιτροπής, μόνον η αναγνώριση ανάλογων εξουσιών στο οικείο κράτος μέλος για την περίπτωση που με απόφαση της Επιτροπής κηρύσσεται ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά ένα κοινοποιηθέν καθεστώς ενισχύσεων θα επέτρεπε να αποφευχθεί ο σκόπελος της ευνοϊκότερης μεταχείρισης των μη κοινοποιηθεισών ενισχύσεων.
107 Συναφώς, πρέπει να υπομνησθεί ότι το Δικαστήριο, θέτοντας τέρμα σε ορισμένες αμφιβολίες σχετικά με το πεδίο εφαρμογής της υποχρεώσεως κοινοποιήσεως που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, έκρινε ότι μόνον οι κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ υπόκεινται στη διαδικασία κοινοποίησης (απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Ιουλίου 2005, C‑71/04, Xunta de Galicia, Συλλογή 2005, σ. I‑7419, σκέψη 32). Κατά την ίδια λογική, προκειμένου περί ενισχύσεων χορηγουμένων σε αντιστάθμιση των δαπανών που συνεπάγεται η εκπλήρωση υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, από την απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Ιουλίου 2003, C‑280/00, Altmark Trans και Regierungspräsidium Magdeburg (Συλλογή 2003, σ. I‑7747, στο εξής: απόφαση Altmark, σκέψεις 87 και 94), προκύπτει ότι οι ενισχύσεις αυτές δεν εμπίπτουν στον πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και, κατ’ ακολουθία, δεν υπόκεινται σε κοινοποίηση, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις που θέτει η εν λόγω απόφαση. Αντίθετα, ο κοινοτικός δικαστής δεν έχει κληθεί να αποφανθεί ως προς το ζήτημα αν ενισχύσεις χορηγούμενες βάσει ενός καθεστώτος ενισχύσεων είτε προς οντότητα η οποία δεν συνιστά επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ είτε ως αντιστάθμιση προς επιχείρηση επιφορτισμένη με την εκπλήρωση υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει η προαναφερθείσα απόφαση Altmark, δεν αποτελούν ενισχύσεις και θα μπορούσαν, συνεπώς, να χορηγηθούν χωρίς άδεια της Επιτροπής, ακόμη κι αν το εν λόγω θεσμικό όργανο είχε προηγουμένως κηρύξει το καθεστώς ενισχύσεων ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά.
108 Πάντως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η αρμοδιότητα του οικείου κράτους μέλους, που επιβεβαιώνεται από την απόφαση Xunta de Galicia, προαναφερθείσα στη σκέψη 107 ανωτέρω, για τον χαρακτηρισμό ενός μέτρου υπό το πρίσμα των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, προκειμένου να εξακριβωθεί αν το μέτρο αυτό υπόκειται στην υποχρέωση κοινοποιήσεως και αναστολής εφαρμογής που προβλέπει το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, δεν σημαίνει ότι το μέτρο αυτό δεν υπόκειται στον έλεγχο της Επιτροπής δυνάμει της σχετικής αρμοδιότητας που της παρέχει η Συνθήκη, εφόσον η Επιτροπή αποφάσισε να κινήσει την επίσημη διαδικασία έρευνας σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Ο έλεγχος αυτός, είτε πρόκειται για προκαταρκτικό έλεγχο κοινοποιηθείσας ενισχύσεως είτε για εκ των υστέρων έλεγχο παράνομης ενισχύσεως, αφορά, καταρχήν, τόσο τον χαρακτηρισμό της ενισχύσεως όσο, ενδεχομένως, και τη συμβατότητά της με την κοινή αγορά και πραγματοποιείται, καταρχήν, από την Επιτροπή με βάση μόνο τα γενικά χαρακτηριστικά του καθεστώτος. Επομένως, η λύση που προτείνει η Επιτροπή εν προκειμένω θα είχε ως συνέπεια όχι μόνο τη μεταβίβαση σημαντικής εξουσίας στο οικείο κράτος μέλος, αλλά τη μεταβολή της ουσίας του ελέγχου των καθεστώτων ενισχύσεων, δεδομένου ότι το κράτος μέλος θα μπορούσε συστηματικά, κατά την εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής, να λαμβάνει υπόψη την κατ’ ιδίαν κατάσταση κάθε δικαιούχου προκειμένου να προβεί σε χαρακτηρισμό της ενισχύσεως που του χορηγήθηκε, παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή έκρινε ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων είχε επιπτώσεις επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου και του ανταγωνισμού. Πάντως, ακόμη και στην περίπτωση ενός πολυτομεακού καθεστώτος ενισχύσεων, η αναγνώριση μιας τέτοιας αρμοδιότητας δεν δικαιολογείται από τον σκοπό της προσήκουσας εφαρμογής των προϋποθέσεων του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Συγκεκριμένα, κατά τον εκ μέρους της Επιτροπής έλεγχο ενός τέτοιου καθεστώτος, το οικείο κράτος μέλος έχει τη δυνατότητα, επισύροντας την προσοχή του ως άνω θεσμικού οργάνου στην κατάσταση της αγοράς στους συγκεκριμένους τομείς δραστηριότητας, να ωθήσει την Επιτροπή να εξετάσει ειδικότερα αν, στους εν λόγω τομείς, το καθεστώς ενισχύσεων δύναται να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο και να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (βλ. σκέψεις 231 έως 233 κατωτέρω). Εξάλλου, στο οικείο κράτος μέλος εναπόκειται να επισύρει, ενδεχομένως, την προσοχή της Επιτροπής στην ιδιαίτερη ατομική κατάσταση ορισμένων επιχειρήσεων (βλ. σκέψη 209 κατωτέρω).
109 Επιπλέον, η προτεινόμενη από την Επιτροπή λύση θα οδηγούσε σε τροποποίηση των μέσων δράσεως που αυτή διαθέτει. Συγκεκριμένα, αν η Επιτροπή θεωρεί ότι το οικείο κράτος μέλος στο πλαίσιο της εφαρμογής της αποφάσεως με την οποία επιβάλλεται η ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων υπέπεσε σε σφάλμα κατά την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, σε αυτή εναπόκειται όχι να κινήσει εκ νέου τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, αλλά να προσφύγει απευθείας στο Δικαστήριο, ασκώντας προσφυγή λόγω παραβάσεως σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2, εδάφιο 2, ΕΚ.
110 Συνεπώς, ως εκ του περιεχομένου της, η λύση που υποστηρίζει εν προκειμένω η Επιτροπή διαφέρει από τη λύση που προκρίθηκε στον τομέα των δημοσίων υπηρεσιών με την απόφαση Altmark, προαναφερθείσα στη σκέψη 107 ανωτέρω, η οποία αφήνει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα εκτιμήσεως των χορηγούμενων σε αντιστάθμιση των δαπανών που συνεπάγεται η εκπλήρωση υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας ενισχύσεων, οι οποίες δεν αποτελούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, κρατικές ενισχύσεις και, κατ’ ακολουθία, δεν υπόκεινται στην υποχρέωση κοινοποιήσεως. Πάντως, τέτοιες ενισχύσεις μπορούν να υπαχθούν σε εκ των υστέρων έλεγχο της Επιτροπής στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας εξέτασης του άρθρου 88, παράγραφος 2, πρώτο εδάφιο, ΕΚ.
111 Σύμφωνα με τους ισχύοντες κοινοτικούς κανόνες περί κρατικών ενισχύσεων και τη νομολογία, η αναγνώριση στο οικείο κράτος μέλος της εξουσίας να ελέγχει, κατά την εκτέλεση μιας αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία κηρύσσεται ένα καθεστώς ενισχύσεων ασυμβίβαστο και διατάσσεται η ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων, αν πληρούνται σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ είναι ικανή να διαταράξει το περιεχόμενο και την αποτελεσματικότητα του ελέγχου που ασκεί η Επιτροπή στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας εξέτασης του άρθρου 88, παράγραφος 2, EΚ, στη διάρκεια της οποίας το εν λόγω θεσμικό όργανο προβαίνει κανονικά στον χαρακτηρισμό μιας ενισχύσεως, πριν την κηρύξει, ενδεχομένως, ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.
112 Από το σύνολο των προηγουμένων σκέψεων προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Γ – Επί της προβαλλομένης ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της επιτροπής στην υπόθεση T-277/00
113 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η επιτροπή, της οποίας μέλη είναι διάφορες επαγγελματικές οργανώσεις, δεν παρέσχε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορούσε ατομικά μία ή περισσότερες από τις οργανώσεις αυτές, ιδίως υπό την ιδιότητά τους ως διαπραγματευτών κατά το στάδιο της επεξεργασίας των καθεστώτων ενισχύσεων που εξετάζονται με την προσβαλλόμενη απόφαση. Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορά ατομικά αυτές καθεαυτές τις επιχειρήσεις που είναι μέλη των ανωτέρω οργανώσεων.
114 Συναφώς, αρκεί να υπομνηστεί ότι, κατά τη νομολογία, στο μέτρο που η προσφεύγουσα επιχείρηση Coopservice έχει έννομο συμφέρον προς άσκηση προσφυγής, δεν χρειάζεται να εξεταστεί το έννομο συμφέρον της επιτροπής (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 1993, C‑313/90, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I‑1125, σκέψη 31). Κατά συνέπεια, η προσφυγή που ασκήθηκε από την Coopservice και την επιτροπή στην υπόθεση T-277/00 είναι παραδεκτή.
115 Επιπροσθέτως και εν πάση περιπτώσει, επισημαίνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά την επιτροπή υπό την ιδιότητά της ως ενώσεως της οποίας μέλη είναι αντιπροσωπευτικές επαγγελματικές οργανώσεις των επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στη Βενετία ή την Chioggia και ως υπαχθείσας εξ αυτού του λόγου στο επίδικο καθεστώς ενισχύσεων, στο μέτρο που αυτή ενεργεί αντί και εξ ονόματος των μελών της τα οποία θα μπορούσαν αφ’ εαυτών να ασκήσουν παραδεκτώς προσφυγή (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 1995, T‑447/93 έως T‑449/93, AITEC κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. II‑1971, σκέψη 60).
116 Κατά συνέπεια, οι υπό κρίση προσφυγές είναι στο σύνολό τους παραδεκτές.
Επί της ουσίας
117 Οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την προσβαλλομένη απόφαση κατά το μέρος που, αφενός, χαρακτηρίζει τις επίδικες ενισχύσεις ως κρατικές ενισχύσεις ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά και, αφετέρου, επιβάλει υποχρέωση ανάκτησης των χορηγηθεισών ενισχύσεων.
Α – Επί του υποτιθέμενου εσφαλμένου χαρακτηρισμού των επίδικων ενισχύσεων ως κρατικών ενισχύσεων ασυμβίβαστων με την κοινή αγορά
118 Οι προσφεύγουσες προβάλλουν, πρώτον, μια σειρά λόγων αντλούμενων από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, καθώς και από ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία. Δεύτερον, επικαλούνται παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, τρίτον, παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, ΕΚ, τέταρτον, παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο ε΄, ΕΚ και, πέμπτον, παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΕΚ και του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΚ.
1. Επί της προβαλλομένης παραβάσεως του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, καθώς και της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και επί της υποτιθέμενης ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επιχειρήματα των προσφευγουσών
– Υπόθεση T-254/00
119 Η προσφεύγουσα, ήτοι η Hotel Cipriani, επικαλείται παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και ανεπαρκή αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως.
120 Κατά πρώτον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 49, 50 και 58) είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, στο μέτρο που δεν έλαβε υπόψη τον τοπικό χαρακτήρα της οικείας αγοράς.
121 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή υποχρεούται να εξετάζει τα χαρακτηριστικά, τις λεπτομέρειες εφαρμογής και το περιεχόμενο των υπό εξέταση ενισχύσεων, προκειμένου να είναι σε θέση να εκτιμήσει τις επιπτώσεις τους επί του εμπορίου και του ανταγωνισμού, βάσει εξέτασης ανά τομέα.
122 Άμβλυνση της υποχρεώσεως αιτιολογίας σε σχέση με τα καθεστώτα ενισχύσεων θα έθιγε, εξάλλου, τη δυνατότητα του κοινοτικού δικαστή να προβαίνει σε πλήρη έλεγχο όσον αφορά τον χαρακτηρισμό μιας ενισχύσεως υπό το πρίσμα του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
123 Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία αναφορά, έστω συνοπτική, στις οικείες αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, ούτε στα ρεύματα εισαγωγών και εξαγωγών και στη θέση των οικείων επιχειρήσεων στις αγορές αυτές. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία αναφορά στους τομείς των ξενοδοχείων και των εστιατορίων.
124 Αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, ο προσδιορισμός και η εκτίμηση της καταστάσεως εκάστου δικαιούχου, στο πλαίσιο της διαδικασίας ανάκτησης της ενισχύσεως, δεν εναπόκειται στις ιταλικές αρχές. Συγκεκριμένα, οι αρχές αυτές υποχρεούνται να υιοθετήσουν αυτόματα τα συμπεράσματα που διατύπωσε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση. Εντούτοις, εν προκειμένω, κατά την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι ιταλικές αρχές θα έπρεπε, λόγω ακριβώς της ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, να έχουν ζητήσει από την Επιτροπή διευκρινίσεις προκειμένου να είναι σε θέση να προσδιορίσουν τις επιχειρήσεις που έλαβαν ενισχύσεις, οι οποίες να πληρούν το κριτήριο του επηρεασμού του ενδοκοινοτικού εμπορίου (βλ. τις απαντήσεις της Επιτροπής της 29ης Αυγούστου και της 29ης Οκτωβρίου 2001, που επισυνάπτονται στις απαντήσεις της Ιταλικής Κυβέρνησης, της 12ης Μαρτίου 2004, στα ερωτήματα του Πρωτοδικείου).
125 Κατά δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, καθόσον στηρίχτηκε σε ένα «γενικό» τεκμήριο, αντί να λάβει υπόψη τον τοπικό χαρακτήρα της οικείας αγοράς, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παρέβη, έτσι, το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
126 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα υπογράμμισε ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να στηριχτεί σε ένα τέτοιο τεκμήριο, αφ’ ης στιγμής ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι οι υπό εξέταση ενισχύσεις υπέρ ορισμένων κατηγοριών επιχειρήσεων δεν ήταν ικανές να επηρεάσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο και να έχουν επίπτωση επί του ανταγωνισμού.
127 Ο τοπικός χαρακτήρας δε των σχετικών με ξενοδοχεία και εστιατόρια δραστηριοτήτων επιβεβαιώνεται κατά τρόπο γενικό, μεταξύ άλλων, από το πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις στις υποβαθμισμένες αστικές περιοχές (ΕΕ 1997, C 146, σ. 6). Πράγματι, οι καταναλωτές επιλέγουν ξενοδοχείο στην πόλη ή όσο το δυνατόν πιο κοντά στην πόλη διαμονής τους.
128 Επιπλέον και εν πάση περιπτώσει, η αγορά των ξενοδοχείων στη Βενετία έχει ιδιαίτερο χαρακτήρα. Λόγω της έλξεως που ασκεί η πόλη αυτή, οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις της Βενετίας δεν βρίσκονται σε ανταγωνισμό με επιχειρήσεις του ιδίου τομέα, εγκατεστημένες σε άλλες πόλεις. Το κριτήριο επιλογής των καταναλωτών δεν είναι οι τιμές, αλλά η πόλη στην οποία βρίσκεται το ξενοδοχείο. Επομένως, τα επίδικα μέτρα δεν είναι ικανά να έχουν επίπτωση, έστω δυνητική, επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου και του ανταγωνισμού.
129 Εν προκειμένω, η Επιτροπή διέθετε ορισμένα αναγκαία στοιχεία σχετικά, ειδικότερα, με την ιδιομορφία του τομέα των ξενοδοχείων στη Βενετία, λόγω, μεταξύ άλλων, της συμμετοχής της επιτροπής στη διοικητική διαδικασία. Επιπλέον, οι ιταλικές αρχές είχαν διαβιβάσει στην Επιτροπή τα σχετικά με τους οικείους τομείς και με τον αριθμό των δικαιούχων επιχειρήσεων στοιχεία (αιτιολογικές σκέψεις 6 και 13 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Σε κάθε περίπτωση, στην Επιτροπή εναπόκειτο να ζητήσει από τις ιταλικές αρχές πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση των διαφόρων δικαιούχων, σύμφωνα με τις διαδικασίες που προβλέπει ο κανονισμός 659/1999, χωρίς, εξάλλου, να χρειάζεται να προσφύγει στην έκδοση σχετικής διαταγής.
130 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επιπροσθέτως ακατανόητη και αντιφατική, στο μέτρο που η Επιτροπή έλαβε υπόψη μόνο την τοπική διάσταση ορισμένων συλλογικών υπηρεσιών.
131 Κατά τρίτον, ότι η Επιτροπή, καθόσον δεν έλαβε υπόψη το πρόσθετο κόστος που βαρύνει τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στη Βενετία, προκειμένου να εξακριβώσει αν οι επίδικες ενισχύσεις ήταν σε θέση να παράσχουν πραγματικό οικονομικό πλεονέκτημα στους δικαιούχους, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως και παρέβη, έτσι, το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι και ανεπαρκώς αιτιολογημένη ως προς το σημείο αυτό.
132 Το ανωτέρω πρόσθετο κόστος κυμαίνεται μεταξύ 8 και 12 % του κύκλου εργασιών των οικείων επιχειρήσεων, σύμφωνα με την από 8 Σεπτεμβρίου 2000 έκθεση του γραφείου εμπειρογνωμόνων την οποία προσκόμισε η προσφεύγουσα. Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, το κόστος αυτό υπολογίστηκε με βάση συγκεκριμένα και αντικειμενικά σημεία αναφοράς.
133 Το πρόσθετο αυτό κόστος δεν αποτελεί απόρροια μακροοικονομικών παραγόντων, σχετιζομένων, για παράδειγμα, με το κόστος των πιστώσεων, τη φορολογία ή τις συναλλαγματικές προϋποθέσεις, αλλά μόνον του γεγονότος ότι η δραστηριότητα ασκείται στη Βενετία. Το κόστος αυτό μόνον εν μέρει αντισταθμίζεται από τις επίδικες ενισχύσεις, γεγονός που εξηγεί, εξάλλου, το ότι οι τιμές που εφαρμόζει η Hotel Cipriani είναι υψηλότερες από τις τιμές που εφαρμόζουν συνήθως ξενοδοχειακές επιχειρήσεις εγκατεστημένες αλλού.
– Υπόθεση T-270/00
134 Η προσφεύγουσα Italgas επισημαίνει ότι οι ιταλικές αρχές είχαν παράσχει στην Επιτροπή τα σχετικά με τις επίδικες φορολογικές απαλλαγές στοιχεία, αναλυόμενα κατά τομέα. Επομένως, στο θεσμικό αυτό όργανο εναπόκειτο να προβεί σε μια συνολική εξέταση, έστω συνοπτική, των συνεπειών που οι επίδικες ενισχύσεις αναμενόταν να έχουν επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου και του ανταγωνισμού στους οικείους τομείς δραστηριότητας.
135 Επιπλέον, οι κατευθυντήριες γραμμές της 12ης Δεκεμβρίου 1995 όσον αφορά τις ενισχύσεις στην απασχόληση προβλέπουν ρητά ότι οι ενισχύσεις υπέρ της απασχόλησης «καθόσον αφορούν δραστηριότητες οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο ενδοκοινοτικών συναλλαγών (για παράδειγμα, οι υπηρεσίες τοπικού χαρακτήρα, ορισμένες πρωτοβουλίες σε τοπικό επίπεδο για την απασχόληση)», δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
136 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η προσφεύγουσα υποστηρίζει, πρώτον, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει ελλιπή αιτιολογία, στο μέτρο που δεν εξετάζει επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά.
137 Η προσφεύγουσα αμφισβητεί τη δυνατότητα της Επιτροπής να εξετάζει, στις σχετικές με καθεστώτα ενισχύσεων αποφάσεις, το «σενάριο της χειρότερης περίπτωσης» (worst case scenario). Αν μια τέτοια απόφαση εξέταζε μόνο τη χειρότερη περίπτωση και, εντούτοις, επέβαλε γενικής ισχύος υποχρέωση ανάκτησης, θα έπρεπε να προσδιορίζει ποια αρχή, υπό ποιες περιστάσεις και επί τη βάσει ποιων κριτηρίων θα μπορούσε να αποφανθεί ότι η υποθετική αυτή περίπτωση συντρέχει, καθώς και ως προς ποιους επιχειρηματίες ή κατηγορίες επιχειρηματιών.
138 Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, η προσφεύγουσα υπογράμμισε ότι, όταν η Επιτροπή εξετάζει ένα καθεστώς ενισχύσεων, διαθέτει αποκλειστική αρμοδιότητα για την εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων του άρθρου 87 ΕΚ. Συγκεκριμένα, στο πλαίσιο του ισχύοντος συστήματος ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, η Επιτροπή δεν έχει τη δυνατότητα να εκχωρήσει στις εθνικές αρχές την εξουσία της να αποφαίνεται κατά διακριτική ευχέρεια. Επομένως, η απόφαση της Επιτροπής πρέπει να περιέχει την αναγκαία αιτιολογία, ώστε να παρέχει στον κοινοτικό δικαστή τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του επί της αποφάσεως και στις εθνικές αρχές τη δυνατότητα να εκτελέσουν την εντολή ανακτήσεως υπό τον έλεγχο του εθνικού δικαστή, στον οποίο αποκλειστικά εναπόκειται να διασφαλίζει την τήρηση της αποφάσεως της Επιτροπής.
139 Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιείχε τα αναγκαία στοιχεία τα οποία να επιτρέπουν την εκτέλεσή της σε βάρος της Italgas. Επομένως, οι εθνικές αρχές, προκειμένου να απαιτήσουν την επιστροφή της φερόμενης ενισχύσεως, θα έπρεπε να στηριχτούν στην εκτίμηση που διατύπωσε η Επιτροπή με το προαναφερθέν από 29 Οκτωβρίου 2001 έγγραφό της. Στο μέτρο, ωστόσο, που η εκτίμηση αυτή είναι μεταγενέστερη της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν δύναται να οδηγήσει ευλόγως στην υποβολή αιτήσεως εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου.
140 Υπό τις περιστάσεις αυτές, αν γινόταν δεκτό ότι η Επιτροπή, στην περίπτωση ενός καθεστώτος ενισχύσεων, μπορεί να στηριχτεί σε εικασίες, το γεγονός αυτό θα οδηγούσε σε άμβλυνση της υποχρεώσεως της Επιτροπής για επιμελή και αμερόληπτη εξέταση και, κατά συνέπεια, σε περιορισμό της δυνατότητας αμφισβητήσεως της αποφάσεως της Επιτροπής.
141 Δεύτερον, ότι η Επιτροπή, καθόσον αρνήθηκε να λάβει υπόψη τον αντισταθμιστικό χαρακτήρα των επίδικων ενισχύσεων, χωρίς μάλιστα να προβεί σε μια συνοπτική εξέταση των συνθηκών της αγοράς, υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτίμησης και παρέβη, έτσι, το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
142 Εν προκειμένω, κατά τη διοικητική διαδικασία, οι ιταλικές αρχές, στηριζόμενες στην έκθεση COSES, επικαλέστηκαν το πρόσθετο κόστος το οποίο βαρύνει τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στις νήσους της λιμνοθάλασσας. Οι ιταλικές αρχές θεώρησαν ότι οι επιχειρήσεις αυτές βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση, όσον αφορά ειδικότερα την αστάθεια της εργασίας, με τις επιχειρήσεις του Mezzogiorno. Συγκεκριμένα, οι επίδικες απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών αποσκοπούν στην αντιστάθμιση και μόνο, τουλάχιστον εν μέρει, των ιδιαίτερων συνθηκών που χαρακτηρίζουν την αγορά εργασίας στην περιοχή της λιμνοθάλασσας και στον περιορισμό της εξόδου των επιχειρήσεων προς την ηπειρωτική χώρα. Καθόσον οι ενισχύσεις αυτές αποσκοπούν θεμιτά στην εξίσωση του κόστους που βαρύνει τις οικείες επιχειρήσεις με το κόστος που βαρύνει τις εγκατεστημένες στην ηπειρωτική χώρα επιχειρήσεις, το πρόσθετο κόστος έπρεπε να αποτιμηθεί με βάση το κόστος που βαρύνει τις επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες στην ηπειρωτική χώρα. Σε κάθε περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι αιτιολογημένη ως προς το σημείο αυτό, στο μέτρο που η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το κόστος που βαρύνει τις επιχειρήσεις της λιμνοθάλασσας εμπίπτει στον κοινοτικό μέσο όρο.
143 Τρίτον, ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι ανεπαρκής, περιέχει πρόδηλες αντιφάσεις και εισάγει διακρίσεις όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, ειδικότερα σε σχέση με το άρθρο 86 ΕΚ.
144 Συγκεκριμένα, προκειμένου περί των δημοτικών επιχειρήσεων η Επιτροπή εξέτασε σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση αν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
145 Αντίθετα, η Επιτροπή δεν εξέτασε την κατάσταση όλων των λοιπών επιχειρήσεων που βρίσκονται, κατ’ ουσίαν, σε ανάλογη κατάσταση με εκείνη των δημοτικών επιχειρήσεων Η διαφορετική αυτή μεταχείριση δεν δικαιολογείται από το γεγονός ότι υπέρ των δημοτικών επιχειρήσεων έγινε επίκληση της εξαιρέσεως του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
146 Η ανεπαρκής και αντιφατική αιτιολογία και η παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως είναι περισσότερο προφανείς όσον αφορά την Italgas. Συγκεκριμένα, κατά την κρίσιμη περίοδο (1995-1996), ο τομέας της διανομής του φυσικού αερίου σε αστικό επίπεδο, στον οποίο εδραστηριοποιείτο η εταιρία Veneziana Gas, η οποία, εν συνεχεία, απορροφήθηκε από την Italgas, δεν είχε απελευθερωθεί. Δεδομένης της παντελούς ελλείψεως συναλλαγών και ανταγωνισμού, οι χορηγηθείσες στη Veneziana Gas απαλλαγές δεν μπορούσαν, επομένως, να επηρεάσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο και τον ελεύθερο ανταγωνισμό. Πράγματι, η απελευθέρωση της αγοράς φυσικού αερίου άρχισε, σε κοινοτικό επίπεδο, με την οδηγία 98/30/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Ιουνίου 1998, σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά φυσικού αερίου (ΕΕ L 204, σ. 1). Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου η Veneziana Gas διέθετε εκ του νόμου μονοπώλιο σε επίπεδο δήμου, υπό τη μορφή ενός συστήματος αποκλειστικής εκμεταλλεύσεως, για τη διανομή και προμήθεια φυσικού αερίου στην περιφέρεια του Δήμου Βενετίας.
147 Επιπροσθέτως, η διανομή του φυσικού αερίου στο επίπεδο του δήμου συνιστούσε υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος. Η ευθύνη για τη λειτουργία της υπηρεσίας αυτής είχε ανατεθεί στη Veneziana Gas με πράξη της δημοτικής αρχής ανατρέχουσα στο 1970, η οποία ανέφερε ρητά τη φύση και τη διάρκεια των υποχρεώσεων δημόσιας υπηρεσίας, καθώς και την οικεία περιοχή. Η πράξη αυτή προέβλεπε ότι το εφαρμοστέο τιμολόγιο καθορίζεται από τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με ομοιόμορφες για ολόκληρη την Ιταλία παραμέτρους.
148 Για τον υπολογισμό του πρόσθετου κόστους το οποίο έπρεπε να αντιμετωπίσει η Veneziana Gas, απαιτούνταν, λογικά, σύγκριση του κόστους που βαρύνει την εν λόγω εταιρία με το κόστος που βαρύνει τις λοιπές επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται το ίδιο σύστημα τιμολόγησης, που καθορίζεται σε εθνικό επίπεδο.
149 Εν προκειμένω, η κατάσταση της Veneziana Gas κατά την κρίσιμη περίοδο ήταν συγκρίσιμη, μεταξύ άλλων, με εκείνη της δημοτικής επιχειρήσεως ASPIV. Πάντως, με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή έκρινε ότι οι απαλλαγές που χορηγήθηκαν στην ASPIV, στην οποία είχαν ανατεθεί υπηρεσίες ολοκληρωμένης διαχείρισης των υδάτων, προορίζονταν αποκλειστικά για την αντιστάθμιση του επιπλέον κόστους που προκύπτει από την άσκηση του συγκεκριμένου λειτουργήματος δημοσίου συμφέροντος που έχει ανατεθεί στην εν λόγω επιχείρηση.
150 Η Ιταλική Δημοκρατία, που παρεμβαίνει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Italgas, υποστηρίζει ότι, ενόψει του σχετικά χαμηλού ύψους των επίδικων απαλλαγών, η Επιτροπή όφειλε να καθορίσει τους οικείους τομείς και να προσδιορίσει τεκμηριωμένα εκείνους τους τομείς μεταξύ των ανωτέρω που χαρακτηρίζονταν από έντονο ανταγωνισμό. Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν αμφισβήτησε τους ισχυρισμούς των ιταλικών αρχών και των ενδιαφερόμενων μερών ότι οι εγκατεστημένες στην περιοχή της λιμνοθάλασσας της Βενετίας επιχειρήσεις ασκούσαν, κατά κανόνα, είτε δραστηριότητες σχετιζόμενες με την παροχή δημόσιας υπηρεσίας τοπικού χαρακτήρα είτε βιοτεχνικές ή εμπορικές δραστηριότητες συνδεόμενες στενά με το νησιωτικό έδαφος, ούτως ώστε δεν βρισκόντουσαν σε ανταγωνισμό με επιχειρήσεις εγκατεστημένες εκτός του εδάφους αυτού.
151 Επιπλέον, η Ιταλική Κυβέρνηση επικαλείται τον αντισταθμιστικό χαρακτήρα των επίδικων ενισχύσεων. Στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, C‑251/97, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I‑6639, σκέψεις 40 έως 47), με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι οι ελαφρύνσεις των κοινωνικοασφαλιστικών εισφορών αποσκοπούν στην αντιστάθμιση του επιπλέον κόστους που οι επιχειρήσεις ορισμένων τομέων ανέλαβαν κατόπιν της συνάψεως συλλογικών συμφωνιών δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τα μέτρα αυτά να μη χαρακτηριστούν ως κρατική ενίσχυση. Εξ αυτού προκύπτει a contrario ότι, αν η ανάληψη του επιπλέον κόστους δεν είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βουλήσεως της οικείας επιχειρήσεως ενόψει οφελών που παρέχονται σε ορισμένους τομείς σε αντιστάθμιση παραχωρήσεων σε άλλους τομείς, οι ενισχύσεις προς αντιστάθμιση του «μη ηθελημένου» αυτού πρόσθετου κόστους δεν δύνανται να χαρακτηριστούν ως κρατικές ενισχύσεις. Εν προκειμένω, το επιπλέον κόστος του οποίου γίνεται επίκληση βαρύνει κατ’ ανάγκην όλες τις επιχειρήσεις που λειτουργούν εντός της νησιωτικής ζώνης. Κατά συνέπεια, η μερική αντιστάθμιση του κόστους αυτού από τις επίδικες ενισχύσεις δεν δύναται να θεωρηθεί ως κρατική ενίσχυση.
– Υπόθεση T-277/00
152 Οι προσφεύγουσες, ήτοι η Coopservice και η επιτροπή, επικαλούνται παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και της υποχρεώσεως αιτιολογίας.
153 Κατά πρώτον, ότι οι επίδικες ενισχύσεις έχουν αντισταθμιστικό χαρακτήρα, ενόψει της συνεισφοράς των εγκατεστημένων στην περιοχή της λιμνοθάλασσας επιχειρήσεων στη διατήρηση της αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής κληρονομίας της Βενετίας. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση COSES, οι ενισχύσεις αυτές αντιπροσωπεύουν 2,9 % του κύκλου εργασιών των δικαιούχων επιχειρήσεων, ενώ το επιπλέον κόστος που απορρέει από την εγκατάστασή τους στη Βενετία ανέρχεται σε 9,5 % αυτού του κύκλου εργασιών. Εξάλλου, η ανάγκη αντιστάθμισης του επιπλέον κόστους που βαρύνει τους εγκατεστημένους στις νησιωτικές περιοχές επιχειρηματίες αναγνωρίστηκε, ειδικότερα, με τη σχετική με τις νησιωτικές περιοχές δήλωση υπ’ αριθ. 30 που προσαρτήθηκε ως παράρτημα στην τελική πράξη της Συνθήκης του Άμστερνταμ και με το άρθρο 130 A της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 158 ΕΚ).
154 Εν προκειμένω, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το κόστος που βαρύνει τις εγκατεστημένες στην ηπειρωτική χώρα επιχειρήσεις, το οποίο οι ιταλικές αρχές επικαλέστηκαν για τη σύγκριση, ήταν στην πραγματικότητα χαμηλότερο σε σχέση με τον κοινοτικό μέσο όρο και ότι, αντίθετα, το κόστος που βαρύνει τις επιχειρήσεις της λιμνοθάλασσας ήταν σύμφωνο προς τον κοινοτικό μέσο όρο.
155 Εξάλλου, η Επιτροπή –εξετάζοντας το κατά πόσον οι επίδικες ενισχύσεις αποτελούν κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ– δεν έλαβε υπόψη την υπεροχή των κανόνων περί οικονομικής και κοινωνικής συνοχής σε σχέση με τους κανόνες περί ανταγωνισμού. Η Επιτροπή έδωσε το προβάδισμα στους δεύτερους, κατά παράβαση του άρθρου 2 ΕΕ. Εντούτοις, κατά τις προσφεύγουσες, οι επίδικες ενισχύσεις αποσκοπούσαν στην επίτευξη των στόχων του προαναφερθέντος άρθρου 2.
156 Κατά δεύτερον, οι προσφεύγουσες επικαλούνται το χαμηλό ύψος των απαλλαγών από τις κοινωνικές εισφορές που έλαβε, κατά μέσο όρο, έκαστος των οικείων επιχειρηματιών. Υποστηρίζουν ότι οι η πλειοψηφία των επιχειρήσεων που έλαβαν τις επίδικες ενισχύσεις ασκούσαν τη δραστηριότητά τους αποκλειστικά σε τοπικό επίπεδο. Συναφώς, οι προσφεύγουσες αναφέρουν, ειδικότερα, τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς των ξενοδοχείων, των τοπικών μεταφορών ή της καθαριότητας. Εξάλλου, η μη υπαγωγή των δραστηριοποιούμενων αποκλειστικά σε τοπικό επίπεδο επιχειρήσεων στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ επιβεβαιώνεται από την Επιτροπή όχι μόνο, για παράδειγμα, με τις προαναφερθείσες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις ενισχύσεις στην απασχόληση και με την προαναφερθείσα ανακοίνωση σχετικά με το κοινοτικό πλαίσιο για τις κρατικές ενισχύσεις στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), αλλά και με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 90, 91 και 93), σε σχέση με ορισμένες δημοτικές επιχειρήσεις.
157 Στο πλαίσιο αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει αντιφατική αιτιολογία και παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
158 Συναφώς, οι προσφεύγουσες, στηριζόμενες στα έγγραφα που προσκόμισε η Επιτροπή ανταποκρινόμενη σε σχετικό αίτημα του Πρωτοδικείου, επισήμαναν ότι τα στοιχεία και οι αιτήσεις περί μη εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή κατά την διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, ήταν ισοδύναμες, όσον αφορά, αφενός, τις δημοτικές επιχειρήσεις και, αφετέρου, ορισμένους τομείς τοπικών δραστηριοτήτων.
159 Συγκεκριμένα, ο Δήμος Βενετίας δεν προσδιόρισε τις επιχειρήσεις ως προς τις οποίες ζήτησε την εφαρμογή παρεκκλίσεως σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ, και δεν επικαλέστηκε τον τοπικό χαρακτήρα της αγοράς στην οποία οι επιχειρήσεις αυτές δραστηριοποιούνταν. Εντούτοις, η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έκρινε ότι οι απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές υπέρ των δημοτικών επιχειρήσεων ACTV και AMAV και της επιχειρήσεως Panfido δεν συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις, λόγω του τοπικού χαρακτήρα των οικείων αγορών. Πάντως, με τις παρατηρήσεις τους της 23ης Ιανουαρίου 1999, οι ιταλικές αρχές διαβίβασαν τον κατάλογο των τομέων στους οποίους οι επιχειρήσεις δεν ήταν σε θέση να συμμετάσχουν στις συναλλαγές, στον οποίο περιλαμβάνονταν οι τομείς των κατασκευών, του εμπορίου, των ξενοδοχείων καθώς και οι υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος. Επιπλέον, οι προαναφερθέντες πίνακες του INPS, που προσαρτήθηκαν στις ανωτέρω παρατηρήσεις, ανέφεραν τον αριθμό των δικαιούχων επιχειρήσεων και τον αριθμό εργαζομένων που αφορούν οι απαλλαγές και μειώσεις ανά τομέα δραστηριότητας. Περαιτέρω, με τις από 17 Μαρτίου 1998 παρατηρήσεις της, η επιτροπή υπογράμμισε ότι η ιδιαίτερη φύση, πρωτίστως τοπική, των δραστηριοτήτων που ασκούν οι περισσότερες των δικαιούχων επιχειρήσεων εμπόδιζε τη διείσδυση των επιχειρήσεων αυτών σε μια αγορά που χαρακτηρίζεται από έντονο ανταγωνισμό και είχε ως συνέπεια ότι ακόμη και μια ενδεχόμενη επίπτωση επί του όγκου των συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών θα ήταν, εν πάση περιπτώσει, εξαιρετικά περιορισμένη. Τέλος, η έκθεση του COSES, με ημερομηνία Μάρτιος του 1998, εξέταζε, ειδικότερα, τους τομείς του εμπορίου, των ξενοδοχείων, των βιοτεχνικών υπηρεσιών και δραστηριοτήτων, όπως η κατεργασία του γυαλιού, των οποίων οι αγορές περιορίζονταν στο ιστορικό κέντρο ή, το πολύ, στην περιφέρεια του Δήμου Βενετίας.
160 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή όφειλε να ζητήσει από τις σπουδαιότερες επιχειρήσεις πρόσθετες πληροφορίες, εκδίδοντας για παράδειγμα, σχετική διαταγή προς τις ιταλικές αρχές, όπως έπραξε σε σχέση με τις δημοτικές επιχειρήσεις.
161 Εν προκειμένω, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι η κατάσταση της Coopservice ήταν ανάλογη με αυτή της AMAV (αιτιολογική σκέψη 93 της προσβαλλομένης αποφάσεως), στο μέτρο που οι δύο επιχειρήσεις ασκούσαν την ίδια δραστηριότητα της διαχείρισης υπηρεσιών καθαριότητας και συντήρησης σε τοπικό, αποκλειστικά, επίπεδο.
162 Εξάλλου, η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας. Η απόφαση ουδόλως εξετάζει την επίπτωση των επίδικων ενισχύσεων επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου και του ανταγωνισμού, αλλά στηρίζεται αποκλειστικά σε εικασίες.
163 Κατά τρίτον, οι προσφεύγουσες επικαλούνται παράβαση του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Υποστηρίζουν ότι η Coopservice παρέχει υπηρεσίες καθαριότητας και συντήρησης σε δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς στην πόλη της Βενετίας, με σκοπό την ικανοποίηση γενικού συμφέροντος.
Επιχειρήματα της Επιτροπής
164 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά την εξέταση ενός καθεστώτος ενισχύσεων δύναται να περιοριστεί στην εξέταση των γενικών χαρακτηριστικών του καθεστώτος. Οφείλει να στηριχτεί στο σενάριο της χειρότερης περίπτωσης (worst case scenario) τόσο για να προβεί σε χαρακτηρισμό του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων, όσο, ενδεχομένως, και για να εκτιμήσει τη συμβατότητά του με την κοινή αγορά.
165 Εν προκειμένω, το γεγονός ότι οι ιταλικές αρχές παρέσχον στο Δικαστήριο στοιχεία, αναλυόμενα κατά τομέα, σχετικά με τον αριθμό των επιχειρήσεων που θεωρητικά μπορούν να υπαχθούν στο καθεστώς ενισχύσεων, δεν μεταβάλλει την ορθότητα της μεθόδου αυτής. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να στηριχτεί επ’ αυτών των συγκεκριμένων στοιχείων, τα οποία συγκέντρωσαν οι ιταλικές αρχές μετά την παράνομη εφαρμογή του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων, χωρίς να αναγνωρίσει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος το πλεονέκτημα του να προβεί σε συγκεκριμένη ex post ανάλυση.
166 Ενόψει των στοιχείων που είχε στη διάθεσή της, η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 49), ορθώς κατά νόμον εξέτασε αν πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
167 Στις εθνικές αρχές εναπόκειτο, κατά την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, να εξετάσουν την κατ’ ιδίαν κατάσταση εκάστου των δικαιούχων.
168 Συναφώς, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι τα εθνικά δικαστήρια και αρχές οφείλουν να σέβονται την εκτίμηση που αυτή διατυπώνει όσον αφορά την έλλειψη συμβατότητας του καθεστώτος ενισχύσεων με την κοινή αγορά, χωρίς πάντως να θίγεται η δυνατότητα των δικαστηρίων να υποβάλουν στο Δικαστήριο ερώτημα σχετικά με το κύρος αυτής, δυνάμει του άρθρου 234 ΕΚ. Αντίθετα, κατά την αναζήτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων, οι εθνικές αρχές οφείλουν να διασφαλίζουν, σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση, ότι το μέτρο συνιστά πράγματι ενίσχυση, ότι πρόκειται για νέα ενίσχυση και ότι αυτή δεν έχει κριθεί συμβατή με την κοινή αγορά βάσει ενός κανονισμού απαλλαγής ή άλλης αποφάσεως της Επιτροπής.
169 Εν πάση περιπτώσει, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι οι επίμαχες απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές που χορηγήθηκαν στις προσφεύγουσες δεν είχαν καμία επίπτωση επί του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών. Η δραστηριότητα της παροχής ξενοδοχειακού καταλύματος στη Βενετία θα μπορούσε, σε ορισμένες περιπτώσεις, να εμπίπτει σε ένα ρεύμα συναλλαγών μεταξύ των κρατών μελών. Όσον αφορά την αγορά της παροχής υπηρεσιών καθαριότητας σε βιομηχανική κλίμακα, στην οποία δραστηριοποιείται η Coopservice, η αγορά αυτή θα μπορούσε, επίσης, να παρουσιάζει ενδιαφέρον για τις μη εθνικές επιχειρήσεις, ειδικότερα στην περίπτωση που οι υπηρεσίες περί των οποίων πρόκειται έχουν σημαντική οικονομική αξία. Τέλος, δεν αμφισβητείται ότι η Italgas, που δραστηριοποιείται στην αγορά της ενέργειας, ανταγωνίζεται τις επιχειρήσεις των λοιπών κρατών μελών.
170 Εξάλλου, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα επίμαχα μέτρα δεν έχουν αντισταθμιστικό χαρακτήρα, ο οποίος να αποκλείει την υπαγωγή τους στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
171 Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, EΚ, οι οποίες αναφέρονται στην παροχή οικονομικού πλεονεκτήματος, στον επηρεασμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου και στην επίπτωση επί του ανταγωνισμού, δεν πληρούνται εν προκειμένω. Υποστηρίζουν ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων είχε αντισταθμιστικό χαρακτήρα και, επομένως, δεν παρείχε κανένα πλεονέκτημα στους δικαιούχους. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν απέδειξε ότι το καθεστώς αυτό ήταν σε θέση να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών και να έχει επίπτωση επί του ανταγωνισμού. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει ανεπαρκή ή ελλιπή αιτιολογία όσον αφορά τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
172 Επιπροσθέτως, η Italgas (υπόθεση T-270/00) και η Coopservice καθώς και η επιτροπή (υπόθεση T-277/00) υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εισάγει διακρίσεις και είναι αντιφατική, στο μέτρο που η Επιτροπή προέβη σε εξέταση της κατ’ ιδίαν καταστάσεως μόνο των δημοτικών επιχειρήσεων. Η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει, επίσης, το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
173 Όλοι αυτοί οι λόγοι που αντλούνται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, και από παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογίας και της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως πρέπει να συνενωθούν, ώστε να εξετασθούν, καταρχάς, σε σχέση με την προβαλλόμενη ανυπαρξία παροχής πλεονεκτήματος, λόγω του υποτιθέμενου αντισταθμιστικού χαρακτήρα του επίδικου μέτρου, και, εν συνεχεία, σε σχέση με την προβαλλόμενη έλλειψη επηρεασμού του ενδοκοινοτικού εμπορίου και την έλλειψη επίπτωσης επί του ανταγωνισμού.
Επί της προβαλλομένης ανυπαρξίας πλεονεκτήματος λόγω του υποτιθέμενου αντισταθμιστικού χαρακτήρα των επίδικων μέτρων
174 Για να αποτελέσει κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, ένα μέτρο πρέπει ιδίως να είναι σε θέση να παράσχει πλεονέκτημα αποκλειστικά υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων τομέων δραστηριότητας. Πράγματι, το συγκεκριμένο άρθρο αφορά τις ενισχύσεις που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό «διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής».
175 Εν προκειμένω, το επίδικο μέτρο συνίσταται σε απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές υπέρ όλων των επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στη Βενετία και την Chioggia. Οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν τον επιλεκτικό χαρακτήρα των απαλλαγών αυτών, που αποτελεί απόρροια, εν προκειμένω, της ιδιαιτερότητας που παρουσιάζουν οι εν λόγω περιφέρειες (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, C‑88/03, Πορτογαλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. I‑7115).
176 Επιπλέον, είναι αναμφισβήτητο ότι οι επίδικες απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικώς βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως και κατ’ αυτό τον τρόπο παρέχουν οικονομικό πλεονέκτημα στους δικαιούχους σε σχέση με τις λοιπές επιχειρήσεις που υπόκεινται στις εισφορές (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Μαρτίου 1994, C‑387/92, Banco Exterior de España, Συλλογή 1994, σ. I‑877, σκέψεις 13 και 14).
177 Πάντως, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι το επίδικο καθεστώς απαλλαγών από τις κοινωνικές εισφορές δεν παρέχει κανένα πλεονέκτημα στους δικαιούχους, στο μέτρο που έχει αντισταθμιστικό χαρακτήρα.
178 Συναφώς, όλες οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι οι επίδικες απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές απλώς αντισταθμίζουν εν μέρει τα διαρθρωτικά μειονεκτήματα που αντιπροσωπεύει το επιπλέον κόστος το οποίο βαρύνει τις επιχειρήσεις που λειτουργούν στις νήσους και στη λιμνοθάλασσα. Επιπλέον, η Italgas (υπόθεση T-270/00) και η Coopservice καθώς και η επιτροπή (υπόθεση T‑277/00) υποστηρίζουν ότι οι απαλλαγές αυτές αντιπροσώπευαν μερική αντιστάθμιση του κόστους που απορρέει από τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος, οι οποίες είχαν ανατεθεί στις δύο προσφεύγουσες επιχειρήσεις.
Επί της προβαλλομένης αντισταθμίσεως διαρθρωτικών μειονεκτημάτων (υποθέσεις T-254/00, T-270/00 και T-277/00)
179 Κατά τις προσφεύγουσες και την Ιταλική Δημοκρατία που παρεμβαίνει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Italgas, οι επίδικες απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές δεν παρείχαν κανένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις δικαιούχους επιχειρήσεις, αλλά αντιστάθμιζαν εν μέρει μια μειονεκτική από απόψεως ανταγωνισμού θέση. Συγκεκριμένα, οι εγκατεστημένες στις νήσους της λιμνοθάλασσας επιχειρήσεις βαρύνονται με πρόσθετες δαπάνες που αφορούν, ειδικότερα, την απόκτηση και τη συντήρηση των κτιρίων ενόψει των υψηλών μισθωμάτων και τιμών αγοράς, των δυσκολιών που δημιουργούν η υγρασία και η πλημμυρίδα (acqua alta) και των δεσμεύσεων που απορρέουν από την ανάγκη διατήρησης της ιστορικής κληρονομιάς και του τοπίου, καθώς και με πρόσθετες δαπάνες που αφορούν τη μεταφορά και τη μεταφόρτωση των αποθεμάτων και εμπορευμάτων. Επιπλέον, λόγω του τουριστικού χαρακτήρα της Βενετίας, το κόστος των αγαθών και υπηρεσιών είναι, επίσης, υψηλότερο.
180 Ανάλογα επιχειρήματα είχαν προβάλλει, κατά τη διοικητική διαδικασία, οι ιταλικές αρχές, καθώς και ο Δήμος Βενετίας και η επιτροπή, με βάση τις δύο μελέτες του COSES (βλ. σκέψη 9 ανωτέρω).
181 Με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 52 έως 54), η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή με την αιτιολογία ότι ο αντισταθμιστικός χαρακτήρας ενός μέτρου δεν αποκλείει το ενδεχόμενο το μέτρο αυτό να αποτελεί κρατική ενίσχυση, αλλά μπορεί να ληφθεί υπόψη, σε ορισμένες περιπτώσεις, για την αξιολόγηση του κατά πόσον η ενίσχυση συμβιβάζεται με την κοινή αγορά. Η Επιτροπή εξηγεί, κατ’ ουσίαν, ότι η Συνθήκη δεν έχει ως σκοπό να διασφαλίσει μια κατάσταση τέλειας θεωρητικής ισότητας μεταξύ των επιχειρήσεων. Οι επιχειρήσεις λειτουργούν σε ένα πραγματικό πλαίσιο και όχι σε μια τέλεια αγορά στην οποία οι συνθήκες που καλούνται να αντιμετωπίσουν είναι απόλυτα όμοιες. Επιπλέον, το προβαλλόμενο επιπλέον κόστος δεν έχει υπολογισθεί σε σχέση με το μέσο κόστος των κοινοτικών επιχειρήσεων, αλλά σε σχέση με αυτό που οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις θα είχαν εξοικονομήσει μεταφερόμενες στην ηπειρωτική χώρα.
182 Η ανάλυση αυτή της Επιτροπής είναι σύμφωνη με τη νομολογία. Πράγματι, με την απόφαση της 29ης Απριλίου 2004, Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 53 ανωτέρω (σκέψη 61), το Δικαστήριο, επιβεβαιώνοντας την απόφαση Alzetta κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 45 ανωτέρω, υπενθύμισε ότι, το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος επιδιώκει να επιτύχει, μέσω μονομερών μέτρων, την προσέγγιση των όρων ανταγωνισμού που ισχύουν σε ορισμένο οικονομικό τομέα προς τους όρους ανταγωνισμού που επικρατούν σε άλλα κράτη μέλη δεν δύναται να άρει τον χαρακτήρα των εν λόγω μέτρων ως ενισχύσεων. Στην υπόθεση αυτή, το προβαλλόμενο μειονέκτημα συνδεόταν με τη γεωγραφική θέση που εξέθετε, ειδικότερα, τους δικαιούχους του επίδικου καθεστώτος περιφερειακών ενισχύσεων στον ανταγωνισμό επιχειρήσεων τρίτων χωρών, οι οποίες εδικαιούντο κρατικών ενισχύσεων και υπάγονταν σε λιγότερο επαχθές καθεστώς φορολόγησης (απόφαση Alzetta κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 45 ανωτέρω, σκέψεις 64 και 101).
183 Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Hotel Cipriani, η νομολογία αυτή δεν αφορά μόνο τα μέτρα που αποσκοπούν στην αντιστάθμιση ενός ανταγωνιστικού μειονεκτήματος συνδεομένου με μακροοικονομικούς παράγοντες όπως το κόστος των πιστώσεων, η φορολογία ή οι συναλλαγματικές προϋποθέσεις.
184 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι οι κανόνες της Συνθήκης περί κρατικών ενισχύσεων, όπως, εξάλλου, το κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού στο σύνολό του, αποσκοπούν στη διασφάλιση όχι τέλειου ανταγωνισμού, αλλά πραγματικού ή αποτελεσματικού ανταγωνισμού, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σκέψη 179 ανωτέρω).
185 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η αντιστάθμιση διαρθρωτικών μειονεκτημάτων αποκλείει, απλώς, τον χαρακτηρισμό ενός μέτρου ως κρατικής ενισχύσεως σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις. Πρώτον, κατά πάγια νομολογία, το πλεονέκτημα που παρέχεται σε μια επιχείρηση, προκειμένου να διορθωθεί μια δυσμενής από άποψη ανταγωνισμού κατάσταση, δεν συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, όταν δικαιολογείται από οικονομικά κριτήρια και όταν δεν εισάγει δυσμενείς διακρίσεις μεταξύ των επιχειρηματιών που είναι εγκατεστημένοι στα διάφορα κράτη μέλη. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο κοινοτικός δικαστής εφαρμόζει το κριτήριο του ιδιώτη επενδυτή ο οποίος ενεργεί υπό συνθήκες οικονομίας της αγοράς (βλ. την απόφαση Alzetta κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 45 ανωτέρω, σκέψη 99). Αυτό ίσχυε, παραδείγματος χάριν, στην περίπτωση μιας προτιμησιακής τιμής για το φυσικό αέριο που είχε παραχωρηθεί από την ελεγχόμενη από τις ολλανδικές αρχές εταιρία Gasunie προς τους καλλιεργητές δενδροκηπευτικών σε τεχνητώς θερμαινόμενα θερμοκήπια, στο μέτρο που η τιμή αυτή ήταν αντικειμενικά δικαιολογημένη από την ανάγκη αντιμετώπισης του ανταγωνισμού των άλλων πηγών ενεργείας στο πλαίσιο της οικείας αγοράς (απόφαση Kwekerij van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 50 ανωτέρω, σκέψη 30).
186 Δεύτερον, από τη νομολογία προκύπτει, επίσης, ότι δεν συνιστά κρατική ενίσχυση, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, ένα πλεονέκτημα που χορηγείται σε μια επιχείρηση και ελαφρύνει τις επιβαρύνσεις που κανονικώς βαρύνουν τον προϋπολογισμό της, όταν το πλεονέκτημα αυτό αποσκοπεί στην αντιστάθμιση των προσθέτων δαπανών που βαρύνουν τη δικαιούχο επιχείρηση και απορρέουν από την εφαρμογή ενός εξαιρετικού καθεστώτος, οι οποίες δεν βαρύνουν τις ανταγωνίστριες επιχειρήσεις που υπόκεινται στην κοινή νομοθεσία υπό τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς. Με την απόφαση της 23ης Μαρτίου 2006, C‑237/04, Enirisorse (Συλλογή 2006, σ. I‑2843, σκέψη 32), το Δικαστήριο έκρινε, έτσι, ότι ο ιταλικός νόμος που περιόριζε το δικαίωμα αποδόσεως της αξίας των μετοχών σε περίπτωση κατ’ εξαίρεση αποχωρήσεως των μετόχων της Sotacarbo SpA και, ως εκ τούτου, περιόριζε μια δαπάνη με την οποία θα έπρεπε κανονικώς να βαρύνεται η εταιρία αυτή απλώς εξουδετέρωνε το πλεονέκτημα που παρεχωρείτο στους μετόχους της Enirisorse SpA, κατά παρέκκλιση από το κοινό δίκαιο, υπό μορφή παροχής δυνατότητας αποχωρήσεως. Εντεύθεν, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο εν λόγω νόμος ουδέν οικονομικό πλεονέκτημα εξασφάλιζε, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, υπέρ της Sotacarbo.
187 Στο ίδιο πνεύμα, το Πρωτοδικείο, με την απόφαση της 16ης Μαρτίου 2004, T‑157/01, Danske Busvognmænd κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II‑917, σκέψη 57), έκρινε ότι, κατά την ιδιωτικοποίηση μιας εταιρίας μεταφορών με λεωφορεία, ήτοι της Combus A/S, η καταβολή εκ μέρους του Βασιλείου της Δανίας εφάπαξ αποζημιώσεως υπέρ των υπαλλήλων που απασχολούνταν στην εταιρία αυτή, σε αντιστάθμισμα της παραιτήσεώς τους από τα δικαιώματα που απορρέουν από το καθεστώς του δημοσίου υπαλλήλου κατά τη μετάβασή τους στο καθεστώς του επί συμβάσει υπαλλήλου στην Combus, δεν συνιστούσε κρατική ενίσχυση. Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο έκρινε, συναφώς, ότι το επίδικο μέτρο σκοπούσε να αντικαταστήσει το προνομιακό και δαπανηρό καθεστώς των υπαλλήλων της Combus με καθεστώς συγκρίσιμο με το καθεστώς εργαζομένων άλλων επιχειρήσεων μεταφορών με λεωφορεία και, συνεπώς, να ελευθερώσει την Combus από το διαρθρωτικό μειονέκτημα που απέρρεε από το προνομιακό καθεστώτος των υπαλλήλων σε σχέση με τους ιδιώτες ανταγωνιστές της. Αντίθετα, το Δικαστήριο, με την απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 149 ανωτέρω (σκέψεις 46 και 47), την οποία επικαλείται η Ιταλική Δημοκρατία, έκρινε ότι το γεγονός ότι τα επίμαχα στην υπόθεση αυτή κρατικά μέτρα αποσκοπούν στην αντιστάθμιση του επιπλέον κόστους που οι επιχειρήσεις ορισμένων τομέων ανέλαβαν κατόπιν της συνάψεως και της εφαρμογής συλλογικών συμφωνιών δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα τα μέτρα αυτά να μη χαρακτηριστούν ως κρατική ενίσχυση, για τον λόγο ότι οι συμφωνίες που συνάπτουν οι κοινωνικοί εταίροι αποτελούν ένα όλον που αποτελεί καρπό συμβιβασμού για τον οποίο κάθε συμβαλλόμενο μέρος προβαίνει σε παραχωρήσεις σε ορισμένους τομείς με αντάλλαγμα οφέλη σε άλλους τομείς, ώστε, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως, ήταν αδύνατο να εκτιμηθεί με την αναγκαία ακρίβεια το τελικό κόστος των συμφωνιών αυτών για τις επιχειρήσεις. Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Ιταλικής Δημοκρατίας, το καθοριστικό στοιχείο στην απόφαση αυτή δεν ενέκειτο στον συναινετικό χαρακτήρα των επίμαχων συλλογικών συμβάσεων, αλλά στην εξισορρόπηση του τελικού κόστους που βάρυνε αντίστοιχα τους κοινωνικούς εταίρους και στην αδυναμία να εκτιμηθεί με την αναγκαία ακρίβεια το τελικό κόστος των συμφωνιών αυτών για τις επιχειρήσεις.
188 Εν προκειμένω, από τη φύση των επίδικων απαλλαγών από τις κοινωνικές εισφορές προκύπτει σαφώς ότι οι απαλλαγές αυτές, οι οποίες σκοπούν στη μερική αντιστάθμιση των διαρθρωτικών μειονεκτημάτων που συνδέονται με τις πρόσθετες δαπάνες που βαρύνουν τις επιχειρήσεις λόγω της εγκαταστάσεώς τους στις νήσους της λιμνοθάλασσας (βλ. σκέψη 177 ανωτέρω), δεν δικαιολογούνται από αντικειμενικούς οικονομικούς λόγους ούτε από απαιτήσεις συνδεόμενες με τη συνοχή του ισχύοντος νομικού συστήματος και την ισορροπία των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων –υπό το πρίσμα του κοινού δικαίου στο οποίο υπόκεινται οι ανταγωνίστριες επιχειρήσεις–, όπως είναι οι λόγοι και οι απαιτήσεις τους οποίους λαμβάνει υπόψη η νομολογία που εξετάστηκε στις προηγούμενες σκέψεις.
189 Εξάλλου, σε αντίθεση με τις επίδικες περιστάσεις στις αποφάσεις Enirisorse, προαναφερθείσα στη σκέψη 186 ανωτέρω, και Danske Busvognmaend κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 187 ανωτέρω, εν προκειμένω δεν υπάρχει άμεσος σύνδεσμος μεταξύ του επίδικου καθεστώτος απαλλαγής από τις κοινωνικές εισφορές και των προβαλλομένων σκοπών που αφορούν, στην προκειμένη περίπτωση, την αντιστάθμιση του επιπλέον κόστους που συνδέεται με τα συγκεκριμένα διαρθρωτικά προβλήματα τα οποία αποτελούν απόρροια του νησιωτικού χαρακτήρα της Βενετίας και της Chioggia. Ειδικότερα, οι επίδικες απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές, οι οποίες αφορούν όλες τις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στη Βενετία ή την Chioggia και αποσκοπούν στη διευκόλυνση των προσλήψεων εργαζομένων, διά της ελάφρυνσης των βαρών των εργοδοτών, δεν στοχεύουν αποκλειστικά στην αντιστάθμιση των προβαλλομένων διαρθρωτικών μειονεκτημάτων, όπως των προσθέτων δαπανών που συνδέονται με την απόκτηση και τη συντήρηση των κτιρίων ή των υποχρεώσεων που δημιουργούν η υγρασία και η πλημμυρίδα (aqua alta, βλ. σκέψη 179 ανωτέρω). Συναφώς, δεν αποδεικνύεται ότι οι τομείς που θίγονται περισσότερο από τα προβαλλόμενα διαρθρωτικά μειονεκτήματα είναι αυτοί που δημιουργούν τις περισσότερες θέσεις εργασίας και που επωφελούνται κυρίως, για τον λόγο αυτό, από την εν μέρει αντιστάθμιση των προσθέτων δαπανών τους. Πάντως, ως προς το σημείο αυτό, οι προσφεύγουσες, στηριζόμενες στις προαναφερθείσες μελέτες του COSES, επικαλούνται την αστάθεια της εργασίας στο νησιωτικό έδαφος. Η μελέτη, με ημερομηνία Φεβρουάριος 1998, του COSES (σημείο 1.2.4) επιβεβαιώνει πράγματι ότι, εξαιτίας του νησιωτικού χαρακτήρα, οι επιχειρήσεις είναι συχνά υποχρεωμένες να αναλαμβάνουν τα έξοδα μετακινήσεως και εστιάσεως των εργαζομένων τους και είναι εκτεθειμένες στις αργοπορίες και τις απουσίες τους λόγω της ομίχλης και του φαινομένου της πλημμυρίδας. Πάντως, ακόμη κι αν γίνει δεκτή η εξήγηση αυτή, γεγονός παραμένει ότι μεταξύ του ποσού του επιπλέον κόστους που προκύπτει για τις επιχειρήσεις και του ποσού της αντιστάθμισης πρέπει να υπάρχει άμεσος σύνδεσμος, έστω κι αν η αντιστάθμιση αυτή είναι μόνο μερική, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες.
190 Εν προκειμένω, από τα στοιχεία που προσκόμισαν οι προσφεύγουσες δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη αμέσου συνδέσμου μεταξύ των πρόσθετων δαπανών με τις οποίες πράγματι βαρύνονται και του ποσού της ενισχύσεως την οποία έλαβαν οι διάφοροι επιχειρηματίες στους κύριους τομείς οικονομικής δραστηριότητας. Ειδικότερα, οι προσφεύγουσες δεν προσκόμισαν κανένα στοιχείο από το οποίο να τεκμαίρεται ότι η πλειονότητα των τομέων δραστηριότητας υπόκεινται, σε συγκρίσιμο βαθμό, στις προβαλλόμενες οικονομικές επιβαρύνσεις που αποτελούν απόρροια του νησιωτικού χαρακτήρα. Συναφώς, από τη μελέτη, με ημερομηνία Φεβρουάριος 1998, του COSES (σημείο 1.1.3) προκύπτει, αντιθέτως, ότι οι σχετικές με τον τουρισμό και ορισμένους εμπορικούς τομείς δραστηριότητες μπορούν να αντισταθμίσουν τις επιβαρύνσεις που συνδέονται με τον νησιωτικό χαρακτήρα διά της ελκυστικής εικόνας (il forte richiamo di immagine) της Βενετίας. Η μελέτη, με ημερομηνία Μάρτιος 1998, του COSES (σημείο 1.3) αναφέρει ειδικότερα, ότι, όσον αφορά τα ξενοδοχεία, η θέση τους εντός του ιστορικού κέντρου της Βενετίας ή των νήσων της λιμνοθάλασσας μπορεί να παρέχει μεγάλη ελευθερία κατά τον καθορισμό των τιμών και να συνιστά σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Στον τομέα των ξενοδοχείων, παραδείγματος χάριν, το επιπλέον κόστος που προκύπτει για τις επιχειρήσεις αντισταθμίζεται έτσι από υψηλότερες τιμές, όπως, εξάλλου, επισήμανε και η Hotel Cipriani.
191 Κατά συνέπεια, ακόμη κι αν γίνει γενικά δεκτό ότι, όταν ένα μέτρο σκοπεί στην αντιστάθμιση ορισμένων συγκεκριμένων διαρθρωτικών μειονεκτημάτων, η αντιστάθμιση αυτή μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να ληφθεί υπόψη προκειμένου να εξακριβωθεί αν το μέτρο παρέχει οικονομικό πλεονέκτημα στους δικαιούχους, πάντως, εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν να ληφθεί υπόψη η αντιστάθμιση αυτή.
192 Επιπλέον και εν πάση περιπτώσει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, όπως επισήμανε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση, εν προκειμένω, οι ιταλικές αρχές και τα ενδιαφερόμενα μέρη αναφέρθηκαν στο κόστος που βαρύνει τις εγκατεστημένες στην ηπειρωτική χώρα επιχειρήσεις (βλ. σκέψη 181 ανωτέρω). Ωστόσο, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών, μόνο συγκεκριμένα διαρθρωτικά μειονεκτήματα, τα οποία συνεπάγονται επιπλέον κόστος σε σχέση με μια «τυπική» κατάσταση την οποία κατά κανόνα αναμένεται να αντιμετωπίσουν οι οικονομικοί επιχειρηματίες σε μια αγορά χαρακτηριζόμενη από συνθήκες πραγματικού ανταγωνισμού (βλ. σκέψη 184 ανωτέρω), δύνανται να ληφθούν υπόψη κατά την εκτίμηση της υπάρξεως πλεονεκτήματος κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, όπως επισήμανε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση. Εν προκειμένω, μόνο το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στη Βενετίας ή την Chioggia βαρύνονται με πρόσθετες δαπάνες σε σύγκριση με εκείνες που θα έφεραν σε περίπτωση μεταφοράς τους στην ηπειρωτική χώρα δεν αρκεί για να γίνει δεκτό ότι το επίδικο καθεστώς δεν παρέχει στις επιχειρήσεις αυτές κανένα πλεονέκτημα και ότι, συνεπώς, δεν εισάγει διάκριση σε βάρος των ανταγωνιστών τους στην Ιταλία ή σε άλλα κράτη μέλη. Συνεπώς, ως προς το σημείο αυτό, η Επιτροπή, καθόσον έκρινε ότι το προβαλλόμενο επιπλέον κόστος έπρεπε να έχει υπολογισθεί σε σύγκριση με το μέσο κόστος των κοινοτικών επιχειρήσεων, δεν υπερέβη τα όρια της εξουσίας της εκτιμήσεως.
193 Επιπλέον, στις εθνικές αρχές και τα ενδιαφερόμενα μέρη εναπόκειται, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, να αποδείξουν το επιπλέον κόστος με το οποίο υποτίθεται ότι επιβαρύνθηκαν σε σύγκριση με το μέσο κόστος των κοινοτικών επιχειρήσεων, προκειμένου να θεμελιώσουν την ύπαρξη συγκεκριμένων διαρθρωτικών μειονεκτημάτων που να δικαιολογούν το επίδικο αντισταθμιστικό μέτρο. Κατά συνέπεια, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών δεν απόκειτο στην Επιτροπή να αποδείξει ότι το κόστος με το οποίο βαρύνονται οι επιχειρήσεις που λειτουργούν στην ηπειρωτική χώρα και του οποίου επίκληση έγινε από τις ιταλικές αρχές για λόγους συγκρίσεως, αντιπροσώπευε μια κατάσταση ευνοϊκότερη σε σχέση με την κατάσταση που αντιπροσωπεύει το μέσο κόστος με το οποίο βαρύνονται οι κοινοτικές επιχειρήσεις και το οποίο δεν της είχε κοινοποιηθεί κατά τη διοικητική διαδικασία.
194 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως, κρίνοντας ότι το επίδικο καθεστώς απαλλαγής από τις κοινωνικές εισφορές παρείχε ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στους δικαιούχους, παρά το γεγονός ότι αυτό αποσκοπούσε στην εν μέρει αντιστάθμιση των διαρθρωτικών μειονεκτημάτων που συνδέονται με τον νησιωτικό χαρακτήρα.
195 Στο πλαίσιο αυτό, το επιχείρημα της Coopservice και της επιτροπής, ότι η Επιτροπή, κατά την εκτίμηση της υπάρξεως ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, όφειλε να λάβει υπόψη της τη σχετική με τις νησιωτικές περιοχές δήλωση υπ’ αριθ. 30 που προσαρτήθηκε ως παράρτημα στην τελική πράξη της Συνθήκης του Άμστερνταμ και τους κανόνες περί οικονομικής και κοινωνικής συνοχής (βλ. σκέψεις 153 και 155 ανωτέρω) πρέπει να απορριφθεί. Συναφώς, αρκεί να υπομνηστεί ότι το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ δεν προβαίνει σε διακρίσεις ανάλογα με τις αιτίες ή τους σκοπούς ενός μέτρου ελάφρυνσης των επιβαρύνσεων που βαρύνουν κανονικά μια επιχείρηση, αλλά ορίζει το μέτρο αυτό ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1974, σ. 351, σκέψη 27, και της 17ης Ιουνίου 1999, C-75/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής, γνωστή ως «Maribel bis/ter», Συλλογή 1999, σ. Ι-3671, σκέψη 25). Συνεπώς, ένα μέτρο που αποβλέπει στην αντιστάθμιση ενός διαρθρωτικού μειονεκτήματος δεν μπορεί, απλώς και μόνο λόγω του σκοπού του, να εξαιρεθεί από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, αν παρέχει στους δικαιούχους ένα πλεονέκτημα κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου. Εν προκειμένω, από την προηγηθείσα ανάλυση προκύπτει ότι, ακόμη κι αν το επίδικο καθεστώς απαλλαγής από τις κοινωνικές εισφορές σκοπούσε στην εν μέρει αντιστάθμιση των συγκεκριμένων διαρθρωτικών μειονεκτημάτων που συνδέονται με τον νησιωτικό χαρακτήρα της Βενετίας και της Chioggia, εντούτοις οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι, λόγω του αντισταθμιστικού χαρακτήρα του, το καθεστώς αυτό δεν παρείχε κανένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στους δικαιούχους και, συνεπώς, δεν εισήγε διακρίσεις μεταξύ των επιχειρηματιών. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι οι στόχοι της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, τους οποίους οι προσφεύγουσες επικαλούνται, μπορούν να ληφθούν υπόψη προκειμένου το καθεστώς ενισχύσεων να κριθεί συμβατό προς την κοινή αγορά, αν οι προβλεπόμενες από τη Συνθήκη και τους κανόνες εκτελέσεώς της προϋποθέσεις πληρούνται.
196 Βάσει όλων αυτών των σκέψεων, η Επιτροπή, κρίνοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι η αντιστάθμιση των διαρθρωτικών μειονεκτημάτων, την οποία επικαλείται η Ιταλική Δημοκρατία και τα μετασχόντα στη διαδικασία ενδιαφερόμενα μέρη, δεν ήταν σε θέση να αποκλείσει το ενδεχόμενο τα μέτρα αυτά να συνιστούν κρατική ενίσχυση, δεν παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
197 Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη ως προς το σημείο αυτό (βλ. σκέψη 181 ανωτέρω). Συγκεκριμένα, από αυτή προκύπτει ότι η Επιτροπή έκρινε ότι η αντιστάθμιση των προβαλλομένων διαρθρωτικών μειονεκτημάτων μέσω του επίδικου μέτρου δεν απέκλειε την παροχή πλεονεκτήματος κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και ότι, εν πάση περιπτώσει, η ύπαρξη επιπλέον κόστους σε σύγκριση με μια «τυπική» κατάσταση, στο πλαίσιο συνθηκών πραγματικού ανταγωνισμού, δεν είχε αποδειχθεί εν προκειμένω.
198 Συνεπώς, οι λόγοι που αντλούνται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και έλλειψη αιτιολογίας και των οποίων επίκληση γίνεται σε σχέση με την προβαλλόμενη αντιστάθμιση διαρθρωτικών μειονεκτημάτων πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επί της προβαλλομένης αντισταθμίσεως της διαχειρίσεως δημοσίων υπηρεσιών (υποθέσεις T-270/00 και T-277/00)
199 Στην υπόθεση T-270/00, η Italgas υποστηρίζει ότι, κατά τη χορήγηση των επίμαχων ενισχύσεων, είχε ανατεθεί στη Veneziana Gas, η οποία μεταγενέστερα απορροφήθηκε από την Italgas, η παροχή της υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος της διανομής του φυσικού αερίου στον Δήμο Βενετίας. Συνεπώς, η Veneziana Gas θα έπρεπε να τύχει της παρεκκλίσεως που προβλέπεται από το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ.
200 Η προσφεύγουσα προσάπτει, κυρίως, στην Επιτροπή ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έλαβε υπόψη την καθ’ ιδίαν κατάσταση μόνον των δημοτικών επιχειρήσεων, υπέρ των οποίων οι ιταλικές αρχές είχαν ζητήσει παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Παραλείποντας να προβεί σε παρόμοια κατ’ ιδίαν εξέταση ως προς τις λοιπές επιχειρήσεις που βρίσκονταν σε ανάλογη κατάσταση, η Επιτροπή παραβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και αιτιολόγησε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο αντιφατικό. Ειδικότερα, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η Επιτροπή, καθόσον δέχθηκε, με την αιτιολογική σκέψη 92 της προσβαλλομένης αποφάσεως, τον αντισταθμιστικό χαρακτήρα των επίδικων απαλλαγών από τις κοινωνικές εισφορές υπέρ της εταιρίας ASPIV, στην οποία είχε ανατεθεί η υπηρεσία γενικού οικονομικού συμφέροντος της ολοκληρωμένης διαχείρισης των υδάτων, όφειλε να έχει λάβει υπόψη, με την προσβαλλόμενη απόφαση, τις πρόσθετες δαπάνες που απορρέουν για τη Veneziana Gas από την υποχρέωση παροχής δημόσιας υπηρεσίας στην περιοχή της λιμνοθάλασσας.
201 Στην υπόθεση T-277/00, η Coopservice και η επιτροπή υποστηρίζουν, επίσης, ότι στην εταιρία αυτή είχε ανατεθεί η παροχή υπηρεσίας γενικού οικονομικού συμφέροντος.
202 Η Επιτροπή αντιτάσσει ότι, κατά τη διοικητική διαδικασία, δεν της παρασχέθηκε κανένα στοιχείο σχετικό με την κατ’ ιδίαν κατάσταση των προσφευγουσών επιχειρήσεων.
203 Συναφώς, επισημαίνεται, καταρχάς, ότι από την εξέταση του συνόλου των παρατηρήσεων των ιταλικών αρχών και των ενδιαφερομένων μερών που κατέθεσαν την άποψή τους, ήτοι της επιτροπής και του Δήμου Βενετίας, οι οποίες υποβλήθηκαν στην Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία και προσκομίστηκαν κατόπιν σχετικού αιτήματος του Πρωτοδικείου, καθώς και από την εξέταση των δύο εκθέσεων του COSES, επιβεβαιώνεται ότι δεν επιστήθηκε η προσοχή της Επιτροπής στις πρόσθετες δαπάνες που βαρύνουν τη Veneziana Gas ή τις επιχειρήσεις συντήρησης και καθαριότητας, όπως την Coopservice. Μολονότι είναι αληθές ότι, με τις παρατηρήσεις τους της 23ης Ιανουαρίου 1999, οι ιταλικές αρχές επικαλέστηκαν, χωρίς περισσότερες διευκρινίσεις, τις υπηρεσίες γενικού οικονομικού συμφέροντος μεταξύ των τομέων στους οποίους οι επιχειρήσεις δεν ήταν σε θέση, σύμφωνα με τις ιταλικές αρχές, να μετάσχουν στις συναλλαγές, εντούτοις δεν κατονόμασαν καμία από τις επιχειρήσεις αυτές ούτε παρέσχον την παραμικρή ένδειξη η οποία θα επέτρεπε τον προσδιορισμό τους ή τον καθορισμό των δραστηριοτήτων παροχής δημόσιας υπηρεσίας περί των οποίων επρόκειτο.
204 Αντιθέτως, δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι η Ιταλική Δημοκρατία και ο Δήμος Βενετίας ζήτησαν παρέκκλιση, σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ υπέρ των δημοτικών επιχειρήσεων. Αντίθετα προς όσα υποστήριξαν οι προσφεύγουσες κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι δημοτικές αυτές επιχειρήσεις, περιορισμένες ως προς τον αριθμό, προσδιορίζονταν σαφώς στις υποβληθείσες προς την Επιτροπή παρατηρήσεις διά της αναφοράς σε αυτό το καταστατικό τους. Ειδικότερα, οι επιχειρήσεις αυτές αναφέρθηκαν ονομαστικώς στις παρατηρήσεις της Ιταλικής Κυβέρνησης της 27ης Ιουλίου 1999, η οποία προσδιόριζε τους αντίστοιχους τομείς δραστηριότητάς τους και τις προϋποθέσεις ασκήσεως των δραστηριοτήτων αυτών.
205 Με εξαίρεση τις σχετικές με τις δημοτικές επιχειρήσεις, οι μόνες ενδείξεις που κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία, προκειμένου να τεκμηριωθεί ο αντισταθμιστικός χαρακτήρας του επίδικου καθεστώτος ενισχύσεων, αφορούσαν τις πρόσθετες δαπάνες που βαρύνουν γενικά τις επιχειρήσεις που αναπτύσσουν δραστηριότητα στις νήσους της λιμνοθάλασσας. Ουδέποτε έγινε επίκληση της ιδιαίτερης καταστάσεως της Veneziana Gas ή εκείνης των επιχειρήσεων καθαριότητας, όπως η Coopservice.
206 Πάντως, κατά την Italgas, το επιπλέον κόστος που βαρύνει τη Veneziana Gas σε σύγκριση με το κόστος που βαρύνει τις λοιπές επιχειρήσεις διανομής φυσικού αερίου, στις οποίες εφαρμόζεται το ίδιο σύστημα τιμολογήσεως που καθορίζεται σε εθνικό επίπεδο, θα έπρεπε να έχει ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση του αντισταθμιστικού ως προς την εν λόγω επιχείρηση χαρακτήρα των επίδικων απαλλαγών από τις κοινωνικές εισφορές.
207 Συναφώς, η Italgas υποστηρίζει ότι η εφαρμογή της ενιαίας μεθόδου τιμολογήσεως οδηγούσε στον καθορισμό τιμών προμήθειας φυσικού αερίου διαφοροποιούμενων ανάλογα με τις περιοχές, με βάση ένα τυποποιημένο κόστος και με ομοιόμορφες για ολόκληρη την Ιταλία παραμέτρους, οι οποίες δεν ελάμβαναν υπόψη το πραγματικό πλαίσιο διανομής φυσικού αερίου στην περιοχή της λιμνοθάλασσας ούτε το επιπλέον κόστος που πραγματικά βάρυνε τη Veneziana Gas.
208 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί, καταρχάς, ότι, όταν η Επιτροπή αποφασίζει να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξέτασης, στο οικείο κράτος μέλος και στους δικαιούχους του επίδικου μέτρου εναπόκειται να προβάλουν τα επιχειρήματά τους προκειμένου να αποδειχθεί ότι το επίδικο μέτρο δεν συνιστά ενίσχυση ή ότι αυτή συμβιβάζεται με την κοινή αγορά, δεδομένου ότι αντικείμενο της επίσημης διαδικασίας είναι ακριβώς να διαφωτιστεί η Επιτροπή επί του συνόλου των δεδομένων της υποθέσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Νοεμβρίου 2004, T‑176/01, Ferriere Nord κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑3931, σκέψη 93). Ειδικότερα, το κράτος που ζητεί, κατά παρέκκλιση από τους κανόνες της Συνθήκης, την έγκριση νέων ή τροποποιημένων ενισχύσεων υποχρεούται, στο πλαίσιο του καθήκοντος συνεργασίας που έχει έναντι της Επιτροπής, να παράσχει όλα εκείνα τα στοιχεία βάσει των οποίων το θεσμικό αυτό όργανο θα μπορέσει να εξακριβώσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εγκρίσεως της παρεκκλίσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 28ης Απριλίου 1993, C-364/90, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I-2097, σκέψη 20, και αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουνίου 2005, T‑171/02, Regione autonoma della Sardegna κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑2123, σκέψη 129, της 6ης Απριλίου 2006, T-17/03, Schmitz-Gotha Fahrzeugwerke κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑1139, σκέψη 48).
209 Εξάλλου, στην περίπτωση ενός καθεστώτος ενισχύσεων, η Επιτροπή δεν υποχρεούται, καταρχήν, να εξετάσει τις χορηγηθείσες σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση ενισχύσεις (βλ. σκέψη 73, ανωτέρω). Μπορεί να περιορισθεί στη μελέτη των γενικών χαρακτηριστικών του καθεστώτος ενισχύσεων, χωρίς να υποχρεούται να εξετάσει κάθε συγκεκριμένη περίπτωση εφαρμογής του (βλ. τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 19ης Οκτωβρίου 2000, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 52 ανωτέρω, σκέψη 51, της 29ης Απριλίου 2004, C‑278/00, Ελλάδα κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. I‑3997, σκέψη 24, της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C‑66/02, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑10901, σκέψεις 91 και 92, και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, C‑148/04, Unicredito Italiano, Συλλογή 2005, σ. I‑11137, σκέψεις 67 και 68).
210 Πάντως, κατά τη νομολογία, η Επιτροπή υποχρεούται, χάριν της ορθής εφαρμογής των θεμελιωδών κανόνων της Συνθήκης που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις, να προβαίνει, στο πλαίσιο του άρθρου 88 ΕΚ, σε επιμελή και αμερόληπτη εξέταση του μέτρου ενισχύσεως περί του οποίου πρόκειται (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 2ας Απριλίου 1998, C‑367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, Συλλογή 1998, σ. I‑1719, σκέψη 62, και του Πρωτοδικείου της 6ης Μαρτίου 2003, T‑228/99 και T‑233/99, Westdeutsche Landesbank Girozentrale και Land Nordrhein-Westfalen κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II‑435, σκέψη 167). Ειδικότερα, στο πλαίσιο επίσημης διαδικασίας εξέτασης, η αρχή της χρηστής διοικήσεως, η οποία αποτελεί μέρος των γενικών αρχών του κράτους δικαίου, κοινών στις συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, επιβάλλει στην Επιτροπή να εφαρμόζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των ενδιαφερομένων (βλ., υπό την έννοια αυτή, τη διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 4ης Απριλίου 2002, T‑198/01 R, Technische Glaswerke Ilmenau κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑2153, σκέψη 85).
211 Σε αυτό το νομικό πλαίσιο, η ενδεχόμενη αναγνώριση υποχρεώσεως της Επιτροπής, κατά την εξέταση ενός καθεστώτος ενισχύσεων, να ερευνά χωριστά την κατάσταση ορισμένων δικαιούχων συνδέεται, αφενός, με την τήρηση των διαδικαστικών υποχρεώσεων που βαρύνουν, αντίστοιχα, την Επιτροπή και το οικείο κράτος μέλος και, αφετέρου, με το περιεχόμενο των συγκεκριμένων πληροφοριών που κοινοποιούνται στην Επιτροπή από τις εθνικές αρχές ή τα ενδιαφερόμενα μέρη σε σχέση με τους εν λόγω δικαιούχους.
212 Ειδικότερα, κατά τη νομολογία, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει απόφαση βάσει των στοιχείων που έχει στη διάθεσή της, σε περίπτωση κατά την οποία το κράτος μέλος, κατά παράβαση της υποχρεώσεως συνεργασίας που υπέχει από το άρθρο 10 ΕΚ, δεν της παράσχει τα πληροφοριακά στοιχεία που του ζήτησε προκειμένου να εξετάσει τον χαρακτηρισμό του επίδικου μέτρου υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και να εκτιμήσει, ενδεχομένως, το συμβατό της ενισχύσεως με την κοινή αγορά. Πάντως, πριν λάβει μια τέτοια απόφαση, η Επιτροπή οφείλει να ζητήσει από το κράτος μέλος να της παράσχει, εντός της τασσόμενης προθεσμίας, όλα τα απαιτούμενα προς άσκηση του ελέγχου της πληροφοριακά στοιχεία. Μόνον αν το κράτος μέλος παραλείψει, παρά την εντολή της Επιτροπής, να της παράσχει τα στοιχεία που ζήτησε, μπορεί αυτή να τερματίσει τη διαδικασία και να εκδώσει, ενδεχομένως, απόφαση διαπιστώνουσα, βάσει των στοιχείων που έχει στη διάθεσή της, αναλόγως της περιπτώσεως, την ύπαρξη και το συμβατό ή ασύμβατο της ενισχύσεως αυτής με την κοινή αγορά (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 19ης Οκτωβρίου 2005, T‑318/00, Freistaat Thüringen κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. II‑4179, σκέψη 73, και της 12ης Σεπτεμβρίου 2007, T‑68/03, Ολυμπιακή Αεροπορία Υπηρεσίες κατά Επιτροπής, Συλλογή 2007, σ. II-2911, σκέψη 36 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
213 Οι αρχές αυτές επικυρώθηκαν από το άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, το άρθρο 10, παράγραφος 3, και το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999. Ειδικότερα, το τελευταίο άρθρο ορίζει ότι σε περίπτωση μη συμμορφώσεως του κράτους μέλους με διαταγή παροχής πληροφοριών, η απόφαση της Επιτροπής περί περατώσεως της επίσημης διαδικασίας έρευνας, βάσει του άρθρου 7 του ιδίου κανονισμού, λαμβάνεται με βάση τις διαθέσιμες πληροφορίες.
214 Εν προκειμένω, η Επιτροπή συμμορφώθηκε πλήρως προς τις διαδικαστικές υποχρεώσεις της τόσο έναντι του οικείου κράτους μέλους όσο και των δικαιούχων του επίδικου καθεστώτος ενισχύσεων, υπό την ιδιότητά τους ως ενδιαφερομένων μερών. Συγκεκριμένα, τα ενδιαφερόμενα μέρη εκλήθησαν να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους όσον αφορά το επίδικο καθεστώς κρατικών ενισχύσεων με ανακοίνωση δημοσιευθείσα στην Επίσημη Εφημερίδα της 18ης Φεβρουαρίου 1998, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ. Η ανακοίνωση αυτή επαναλάμβανε το κείμενο του εγγράφου με το οποίο η Επιτροπή ενημέρωσε την Ιταλική Δημοκρατία σχετικά με την απόφασή της να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξέτασης και ταυτόχρονα την κάλεσε να υποβάλει όλα τα έγγραφα, στοιχεία και δεδομένα που η Ιταλική Δημοκρατία θεωρούσε απαραίτητα για την αξιολόγηση της υποθέσεως. Με έγγραφο της 17ης Μαρτίου 1998, η επιτροπή διαβίβασε στην Επιτροπή μια αναφορά συνοδευόμενη από την έκθεση του COSES, με ημερομηνία Μάρτιος 1998. Ο Δήμος Βενετίας υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στην Επιτροπή με έγγραφο της 18ης Μαΐου 1998. Στο έγγραφο αυτό ανέφερε ότι στις δημοτικές επιχειρήσεις είχε ανατεθεί η παροχή δημόσιας υπηρεσίας και επικαλείτο την εφαρμογή του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις. Οι προαναφερθείσες παρατηρήσεις της επιτροπής και του Δήμου Βενετίας διαβιβάστηκαν στην Ιταλική Κυβέρνηση, η οποία απέστειλε τα σχόλιά της στην Επιτροπή με επιστολή της 23ης Ιανουαρίου 1999 και συμφώνησε με το αίτημα χορηγήσεως παρεκκλίσεως, σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ, υπέρ των δημοτικών επιχειρήσεων, με επιστολή της 10ης Ιουνίου 1999. Με απόφαση της 23ης Ιουνίου 1999, η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η Ιταλική Δημοκρατία δεν της είχε διαβιβάσει όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την αξιολόγηση των μέτρων υπέρ των δημοτικών επιχειρήσεων, την κάλεσε να της υποβάλει όλα τα απαραίτητα έγγραφα, στοιχεία και δεδομένα για την εκτίμηση του συμβατού των μέτρων αυτών με την κοινή αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 86, παράγραφος 2, ΕΚ. Οι ιταλικές αρχές απάντησαν με την προαναφερθείσα επιστολή της 27ης Ιουλίου 1999.
215 Υπό τις περιστάσεις αυτές και ελλείψει της παραμικρής πληροφορίας όσον αφορά τις προσφεύγουσες επιχειρήσεις στις παρατηρήσεις και τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή (βλ. σκέψεις 207 και 209 ανωτέρω), δεν είναι δυνατόν να προσαφθεί στο ως άνω θεσμικό όργανο ότι παρέλειψε να εξετάσει την κατ’ ιδίαν κατάσταση αυτών.
216 Ειδικότερα, ελλείψει στοιχείων ως προς το σημείο αυτό, η Επιτροπή δεν υπεχρεούτο να εξετάσει αν οι χορηγηθείσες στη Veneziana Gas και στην Coopservice επίδικες απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές συνιστούσαν το οικονομικό αντιστάθμισμα υποχρεώσεων παροχής δημόσιας υπηρεσίας και, ως εκ τούτου, δεν τους παρείχαν κανένα πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
217 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε πριν από τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 22ας Νοεμβρίου 2001, C‑53/00, Ferring (Συλλογή 2001, σ. I‑9067, σκέψη 27), και Altmark, προαναφερθείσα στη σκέψη 107 ανωτέρω, και για τον λόγο αυτό η Επιτροπή, με την αιτιολογική σκέψη 92 της προσβαλλομένης αποφάσεως, εξέτασε την αντιστάθμιση της εκ μέρους της δημοτικής επιχειρήσεως ASPIV διαχειρίσεως δημόσιας υπηρεσίας υπό το πρίσμα της παρεκκλίσεως του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ και όχι στο πλαίσιο της εξέτασης της συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
218 Πάντως, τα κριτήρια που διατυπώθηκαν με την απόφαση Altmark, προαναφερθείσα στη σκέψη 107 ανωτέρω, όσον αφορά την ερμηνεία του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, είναι πλήρως εφαρμοστέα στην πραγματική και νομική κατάσταση της υπό κρίση υποθέσεως, όπως αυτή τέθηκε υπόψη της Επιτροπής κατά τον χρόνο εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 12ης Φεβρουαρίου 2008, T‑289/03, BUPA κ.λπ. κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 158). Εντούτοις, στο μέτρο που η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε αρκετά χρόνια πριν από την ανωτέρω απόφαση, θα ήταν, ενδεχομένως, σκόπιμο να εξεταστεί αν η γενική προσέγγιση της Επιτροπής στην προσβαλλόμενη απόφαση είναι σύμφωνη με την ουσία των κριτηρίων που έθεσε η απόφαση Altmark, προαναφερθείσα στη σκέψη 107 ανωτέρω, αντί να εφαρμοστούν κατά γράμμα τα κριτήρια αυτά (βλ., υπό την έννοια αυτή, προτάσεις της γενικής εισαγγελέα Sharpston στο πλαίσιο της απόφασης του Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 2008, C‑341/06 P και C-342/06 P, Chronopost και La Poste κατά Ufex, που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 94).
219 Εξάλλου, εν προκειμένω, η εταιρία Italgas επικαλείται την απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Νοεμβρίου 2003, C‑34/01 έως C‑38/01, Enirisorse, (Συλλογή 2003, σ. I‑14243, σκέψεις 31 έως 40), που επαναλαμβάνει τα κριτήρια που έθεσε η απόφαση Altmark, προαναφερθείσα στη σκέψη 107 ανωτέρω.
220 Πάντως, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν υπεχρεούτο, με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, να εξετάσει την κατ’ ιδίαν κατάσταση της Veneziana Gas και της Coopservice (βλ. σκέψη 215 ανωτέρω), επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον εξετάζει την κατ’ ιδίαν κατάσταση μόνο των δημοτικών επιχειρήσεων, δεν παραβαίνει, συναφώς, το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ και δεν παραβιάζει την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων ούτε ενέχει αντιφατική αιτιολογία.
221 Για όλους τους ανωτέρω λόγους, όλοι οι λόγοι ακυρώσεως και τα επιχειρήματα των προσφευγουσών και της Ιταλικής Δημοκρατίας σχετικά με τον υποτιθέμενο αντισταθμιστικό χαρακτήρα του επίδικου μέτρου πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επί της προβαλλομένης ελλείψεως επηρεασμού του μεταξύ των κρατών μελών εμπορίου και της επίπτωσης επί του ανταγωνισμού
222 Κατά τις προσφεύγουσες και την Ιταλική Δημοκρατία που παρεμβαίνει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Italgas, στην Επιτροπή απέκειτο να εξετάσει αν το επίδικο καθεστώς ενισχύσεων ήταν σε θέση να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο και να έχει επίπτωση επί του ανταγωνισμού στους κύριους τομείς δραστηριότητας περί των οποίων επρόκειτο. Ειδικότερα, οι προσφεύγουσες και η Ιταλική Δημοκρατία προσάπτουν στην Επιτροπή ότι παρέλειψε να λάβει υπόψη τον τοπικό χαρακτήρα των οικείων αγορών. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη και παραβαίνει το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Επιπλέον, η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τον τοπικό χαρακτήρα της δραστηριότητας των δημοτικών επιχειρήσεων, παραβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και αιτιολόγησε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο αντιφατικό.
223 Η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει στην αιτιολογική σκέψη 49:
«[Ο] ανταγωνισμός και οι συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών αλλοιώνονται, δεδομένου ότι οι μειώσεις των κοινωνικών εισφορών χορηγούνται σε όλες τις επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι επιχειρήσεις που έχουν συναλλαγές με τα εν λόγω κράτη. Ιδιαίτερα, από τα στοιχεία που διαβίβασαν οι ιταλικές αρχές προκύπτει ότι οι δικαιούχοι επιχειρήσεις λειτουργούν, εξάλλου, σε τομείς που διατηρούν σημαντικές συναλλαγές, όπως η βιοτεχνία και ο τομέας των υπηρεσιών.»
224 Ενόψει της συνοπτικής αυτής αιτιολογίας, επιβάλλεται, όπως επισημαίνουν οι προσφεύγουσες, η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή, βάσει των στοιχείων που της διαβίβασαν οι εθνικές αρχές σχετικά με ορισμένους τομείς, στηρίχτηκε σε ένα γενικό τεκμήριο, στο μέτρο που το επίδικο καθεστώς ενισχύσεων περιλάμβανε το σύνολο των τομέων δραστηριότητας σε μια ορισμένη γεωγραφική περιοχή.
225 Πρέπει να εξεταστεί αν μια τέτοια προσέγγιση δύναται να θεωρηθεί σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και την υποχρέωση αιτιολογίας.
226 Προκειμένου να αποδείξουν ότι η Επιτροπή υπεχρεούτο να προβεί σε ανάλυση των οικείων αγορών, οι προσφεύγουσες επικαλούνται, μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1987, 248/84, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4013), της 24ης Οκτωβρίου 1996, C‑329/93, C‑62/95 και C‑63/95, Γερμανία κ.λπ. κατά Επιτροπής, γνωστή ως «Bremer Vulkan» (Συλλογή 1996, σ. I‑5151), Maribel bis/ter, προαναφερθείσα στη σκέψη 195 ανωτέρω, Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 52 ανωτέρω, της 7ης Μαρτίου 2002, Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 101 ανωτέρω, και του Πρωτοδικείου Alzetta κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 45 ανωτέρω, και της 6ης Σεπτεμβρίου 2006, T‑304/04 και T‑316/04, Ιταλία και Wam κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή), κατά της οποίας εκκρεμεί αναίρεση.
227 Από την εξέταση της νομολογίας προκύπτει ότι οι απαιτήσεις όσον αφορά την αιτιολογία και την εκ μέρους της Επιτροπής ανάλυση των επιπτώσεων ενός μέτρου ενισχύσεως επί του μεταξύ των κρατών μελών εμπορίου και του ανταγωνισμού ποικίλλουν, εύλογα, ανάλογα με τη φύση του μέτρου αυτού ως ατομικού ή γενικού.
228 Όσον αφορά τις ατομικές ενισχύσεις, ο κοινοτικός δικαστής εξετάζει αν η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως στηρίζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία, προκειμένου να θεμελιώσει ότι το εξεταζόμενο μέτρο είναι σε θέση να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο και να έχει επίπτωση στον ανταγωνισμό, όπως είναι, ειδικότερα, το μέγεθος της δικαιούχου επιχειρήσεως, οι εξαγωγικές δραστηριότητές της, το ποσό της ενισχύσεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Σεπτεμβρίου 1980, 730/79, Philip Morris Holland κατά Επιτροπής, Συλλογή 1980, σ. 2671, σκέψεις 10 και 11). Απαιτεί από την Επιτροπή να προβεί σε συγκεκριμένη οικονομική ανάλυση της καταστάσεως της αγοράς (απόφαση Bremer Vulkan, προαναφερθείσα στη σκέψη 226 ανωτέρω, σκέψη 53· αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 22ας Φεβρουαρίου 2006, T‑34/02, Le Levant 001 κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. II‑267, σκέψεις 123 και 124, και Ιταλία και Wam κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 226 ανωτέρω, σκέψη 73).
229 Κατά την εξέταση τομεακών καθεστώτων ενισχύσεων, η Επιτροπή δεν δύναται, επίσης, να στηριχτεί σε μια αφηρημένη ανάλυση Ο κοινοτικός δικαστής εξετάζει, ομοίως, αν η Επιτροπή στηρίχτηκε σε συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά, για παράδειγμα, με τα χαρακτηριστικά του καθεστώτος ενισχύσεων ή της οικείας αγοράς, προκειμένου να εκτιμήσει τις επιπτώσεις της ενισχύσεως (βλ., για παράδειγμα, την απόφαση Alzetta κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 45 ανωτέρω, σκέψη 87, και την απόφαση Ιταλία και Sardegna Lines κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 52 ανωτέρω, σκέψη 69, με την οποία το Δικαστήριο αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας, για τον λόγο ότι η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη το γεγονός ότι, κατά την κρίσιμη περίοδο, δεν είχε επέλθει απελευθέρωση του οικείου τομέα των θαλάσσιων ενδομεταφορών με τα νησιά της Μεσογείου).
230 Αντίθετα, προκειμένου περί πολυτομεακών καθεστώτων ενισχύσεων, από τη νομολογία προκύπτει ότι η Επιτροπή μπορεί να περιοριστεί στη μελέτη των χαρακτηριστικών του επίμαχου προγράμματος, προκειμένου να εκτιμήσει αν, λόγω των υψηλών ποσών ή ποσοστών των ενισχύσεων, των χαρακτηριστικών των υποστηριζόμενων επενδύσεων ή άλλων λεπτομερειών που το εν λόγω πρόγραμμα προβλέπει, εξασφαλίζει αισθητό όφελος στους δικαιούχους σε σχέση προς τους ανταγωνιστές τους και μπορεί να ευνοήσει κυρίως τις επιχειρήσεις που μετέχουν στο μεταξύ των κρατών μελών εμπόριο (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις Γερμανία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 226 ανωτέρω, σκέψη 18, Maribel bis/ter, προαναφερθείσα στη σκέψη 195 ανωτέρω, σκέψη 48, και της 7ης Μαρτίου 2002, Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 104 ανωτέρω, σκέψεις 89 και 91).
231 Επομένως, στην περίπτωση ενός καθεστώτος ενισχύσεων που εφαρμόζεται, όπως εν προκειμένω, στο σύνολο των εγκατεστημένων σε συγκεκριμένη περιοχή επιχειρήσεων, δεν είναι δυνατό να απαιτείται από την Επιτροπή να αποδεικνύει, βάσει μιας συνοπτικής έστω εξέτασης της καταστάσεως των αγορών, τις προβλέψιμες επιπτώσεις του εν λόγω καθεστώτος επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου και του ανταγωνισμού για το σύνολο των οικείων τομέων δραστηριότητας.
232 Συναφώς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, η κατανομή του βάρους αποδείξεως εξαρτάται από την τήρηση των αντιστοίχων δικονομικών υποχρεώσεων που υπέχουν η Επιτροπή και το οικείο κράτος μέλος, στο πλαίσιο της ασκήσεως εκ μέρους αυτού του οργάνου της εξουσίας που διαθέτει προκειμένου να υποχρεώσει το κράτος μέλος να του παράσχει όλα τα απαιτούμενα πληροφοριακά στοιχεία (απόφαση Ολυμπιακή Αεροπορία Υπηρεσίες κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 212 ανωτέρω, σκέψη 35).
233 Ειδικότερα, εναπόκειται στο οικείο κράτος μέλος, δυνάμει του καθήκοντος συνεργασίας που έχει έναντι της Επιτροπής, και στα ενδιαφερόμενα μέρη τα οποία εκλήθησαν δεόντως να διατυπώσουν τις παρατηρήσεις τους, σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 2, ΕΚ, να προβάλουν τα επιχειρήματά τους και να παράσχουν στην Επιτροπή όλα εκείνα τα στοιχεία που είναι ικανά να τη διαφωτίσουν επί του συνόλου των δεδομένων της υποθέσεως (βλ. σκέψη 208 ανωτέρω).
234 Βάσει ακριβώς των επιχειρημάτων και των στοιχείων που της διαβιβάστηκαν η Επιτροπή υποχρεούται –σύμφωνα με τις διαδικαστικές υποχρεώσεις που υπέχει (βλ. σκέψη 212 ανωτέρω)– να εξετάζει επιμελώς και αμερολήπτως, ειδικότερα, αν το επίμαχο μέτρο δύναται να επηρεάσει το μεταξύ των κρατών μελών εμπόριο και να έχει επίπτωση επί του ανταγωνισμού. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να εξετάζει αυτεπάγγελτα και στηριζόμενη σε εικασίες ποια πραγματικά ή νομικά στοιχεία θα μπορούσαν να της είχαν υποβληθεί κατά τη διοικητική διαδικασία (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink’s France, προαναφερθείσα στη σκέψη 210 ανωτέρω, σκέψη 60, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Ιανουαρίου 2004, T‑109/01, Fleuren Compost κατά Επιτροπής (Συλλογή 2004, σ. II‑127, σκέψη 49).
235 Κατά συνέπεια, στην περίπτωση ενός πολυτομεακού καθεστώτος ενισχύσεων, η Επιτροπή υποχρεούται μόνο να ελέγχει, με βάση συγκεκριμένα στοιχεία, αν, σε ορισμένους συγκεκριμένους τομείς, το επίμαχο μέτρο πληροί τις δύο προαναφερθείσες προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, εφόσον, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, της είχαν παρασχεθεί επαρκή και κατάλληλα προς τούτο στοιχεία. Ελλείψει επαρκών στοιχείων, η Επιτροπή μπορεί, κατά τη νομολογία, να προσφύγει σε ένα τεκμήριο στηριζόμενο στη μελέτη των χαρακτηριστικών του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων (βλ. σκέψη 230 ανωτέρω).
236 Εξάλλου, κατά πάγια νομολογία, το ζήτημα κατά πόσον η αιτιολογία μιας αποφάσεως είναι σύμφωνη με τις επιταγές του άρθρου 253 ΕΚ πρέπει να κρίνεται βάσει όχι μόνον της διατυπώσεώς της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα. Μολονότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να απαντά, με την αιτιολογία μιας αποφάσεως, σε όλα τα πραγματικά και νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν οι ενδιαφερόμενοι κατά τη διοικητική διαδικασία, πρέπει ωστόσο να λαμβάνει υπόψη όλες τις περιστάσεις και όλα τα στοιχεία που ασκούν επιρροή στην προκειμένη περίπτωση, ώστε να παρέχει στον κοινοτικό δικαστή τη δυνατότητα να ασκήσει τον έλεγχό του επί της νομιμότητας και να καθιστά σαφές τόσο στα κράτη μέλη όσο και στους ενδιαφερομένους πολίτες το πώς η Επιτροπή εφάρμοσε τη Συνθήκη (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Ιουνίου 1998, T‑371/94 και T‑394/94, British Airways κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑2405, σκέψη 94 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).
237 Συνεπώς, η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογίας που υπέχει η Επιτροπή, στην περίπτωση ενός πολυτομεακού καθεστώτος ενισχύσεων, εξαρτάται, όσον αφορά ειδικότερα την επίπτωση του εν λόγω καθεστώτος επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου και του ανταγωνισμού, από τα δεδομένα και τα στοιχεία που διαβιβάστηκαν στο θεσμικό αυτό όργανο στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας.
238 Τέλος, η νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής πρέπει να εκτιμάται μόνο βάσει των στοιχείων που διέθετε κατά τον χρόνο εκδόσεως της αποφάσεως και όχι βάσει πραγματικών στοιχείων που ήταν άγνωστα στο θεσμικό αυτό όργανο και τα οποία δεν του είχαν επισημανθεί κατά τη διοικητική διαδικασία (βλ. απόφαση Ολυμπιακή Αεροπορία Υπηρεσίες κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 212 ανωτέρω, σκέψεις 72 και 73).
239 Κατά συνέπεια, υπό το φως των διαθέσιμων στοιχείων που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή, κατά τη διοικητική διαδικασία, από τις ιταλικές αρχές, την επιτροπή και τον Δήμο Βενετίας και τα οποία η Επιτροπή προσκόμισε αιτήσει του Πρωτοδικείου πρέπει να εξεταστεί, εν προκειμένω, αν το θεσμικό αυτό όργανο απέδειξε επαρκώς ότι οι επίδικες απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές μπορούσαν να επηρεάσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο και να έχουν επίπτωση επί του ανταγωνισμού και αν η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη ως προς το σημείο αυτό.
240 Εν προκειμένω, όπως υπογράμμισαν οι προσφεύγουσες κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, οι ιταλικές αρχές, με την επιστολή τους της 23ης Ιανουαρίου 1999, υποστήριξαν ότι οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους τομείς των κατασκευών, του εμπορίου, των ξενοδοχείων και της παροχής υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος δεν μπορούσαν να μετάσχουν στις συναλλαγές. Πάντως, η διαπίστωση αυτή δεν τεκμηριώθηκε με κανένα πραγματικό ή νομικό επιχείρημα. Ειδικότερα, οι πίνακες του INPS, που επισυνάφθηκαν στην εν λόγω επιστολή και στους οποίους αναφέρεται η προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 6), περιείχαν μόνο στοιχεία περί της εφαρμογής του επίδικου μέτρου, αναλυόμενα ανά τομέα δραστηριότητας και ανά έτος, σχετικά με τον αριθμό και το μέγεθος των δικαιούχων επιχειρήσεων, καθώς και με τον αριθμό των εργαζομένων που αφορούν οι απαλλαγές. Εξάλλου, οι πίνακες αυτοί δεν περιείχαν κανένα στοιχείο και κανένα δεδομένο από το οποίο να αποδεικνύεται ο αυστηρά τοπικός χαρακτήρας των αγορών, ιδίως, στους τομείς στους οποίους αναφέρονται οι ιταλικές αρχές με την προαναφερθείσα επιστολή.
241 Ειδικότερα, ο τοπικός χαρακτήρας των τομέων στους οποίους δραστηριοποιούνται οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις δεν προέκυπτε ούτε από τις παρατηρήσεις της επιτροπής της 17ης Μαρτίου 1998 και τις μελέτες του COSES, ιδίως τη μελέτη με ημερομηνία Μάρτιος 1998, που περιείχε ανάλυση της κατάστασης του ανταγωνισμού στους τομείς του εμπορίου που συνδέονται με τον τουρισμό, τα ξενοδοχεία και την εστίαση, τις υπηρεσίες και την παραδοσιακή βιοτεχνική δραστηριότητα, όπως τη σχετική με το γυαλί Murano. Συγκεκριμένα, στη μελέτη αυτή εξεταζόταν, ως προς όλους του τομείς που αποτελούσαν αντικείμενο της μελέτης, μόνον ο ανταγωνισμός με τους εγκατεστημένους στην ηπειρωτική χώρα επιχειρηματίες. Αντίθετα, η μελέτη δεν εξέταζε την επίπτωση του επίδικου μέτρου επί του ενδοκοινοτικού εμπορίου και επί της ανταγωνιστικής θέσεως των δικαιούχων σε σχέση με επιχειρηματίες εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη ή σε άλλες περιοχές της Ιταλίας. Εξάλλου, οι τομείς των υπηρεσιών συντήρησης και καθαριότητας, στους οποίους δραστηριοποιείται η Coopservice, και διανομής φυσικού αερίου, στον οποίο δραστηριοποιείται η Veneziana Gas, δεν εξετάζονταν. Όσον αφορά, ειδικότερα, τις υπηρεσίες, η προαναφερθείσα μελέτη αναφερόταν, κατά τρόπο γενικό, μόνο στον «τριτογενή τομέα» (σημείο 1.4).
242 Συνεπώς, οι παρατηρήσεις και τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία δεν περιείχαν κανένα στοιχείο και κανένα συγκεκριμένο δεδομένο ικανό να επιστήσει την προσοχή του θεσμικού αυτού οργάνου στην ιδιαίτερη κατάσταση ορισμένων τομέων και, ειδικότερα, να του επιτρέψει να αποδείξει ότι, στους τομείς αυτούς, οι επίδικες απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές δεν μπορούσαν να επηρεάσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο και να έχουν επίπτωση επί του ανταγωνισμού.
243 Υπό τις περιστάσεις αυτές, η Επιτροπή, η οποία συμμορφώθηκε πλήρως προς τις διαδικαστικές υποχρεώσεις της (βλ. σκέψη 214 ανωτέρω), δεν υπεχρεούτο να συγκεντρώσει πρόσθετα στοιχεία από τις εθνικές αρχές προκειμένου να εξακριβώσει αν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, οι οποίες αναφέρονται στον επηρεασμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου και στην επίπτωση επί του ανταγωνισμού, πληρούνταν στους διάφορους τομείς δραστηριότητας περί των οποίων επρόκειτο και, ιδίως, στους τομείς των ξενοδοχείων, της διανομής φυσικού αερίου και των υπηρεσιών συντήρησης και καθαριότητας, στους οποίους δραστηριοποιούνται οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις.
244 Συναφώς, αντίθετα προς όσα υποστήριξαν οι προσφεύγουσες επιχειρήσεις κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, η κατάστασή τους όπως και αυτή των λοιπών δικαιούχων του επίδικου καθεστώτος ενισχύσεων διαφέρει από την κατάσταση των δημοτικών επιχειρήσεων, οι οποίες είχαν προσδιοριστεί και σε σχέση με τις οποίες είχαν παρασχεθεί στην Επιτροπή συγκεκριμένα στοιχεία κατά τη διοικητική διαδικασία (βλ. σκέψη 202 ανωτέρω). Κατά συνέπεια, οι λόγοι ακυρώσεως που αντλούνται από παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και από αντιφατικότητα της αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
245 Επιπλέον, στο μέτρο που από τα διαβιβασθέντα στην Επιτροπή έγγραφα προκύπτει ότι το θεσμικό αυτό όργανο δεν διέθετε καμία συγκεκριμένη πληροφορία όσον αφορά την ιδιαιτερότητα των τομέων δραστηριότητας των προσφευγουσών, αυτές απαραδέκτως επικαλούνται την εν λόγω ιδιαιτερότητα προκειμένου να αποδείξουν ότι λειτουργούν σε αυστηρά τοπική αγορά, ή –όσον αφορά την Italgas– ότι ο τομέας της διανομής φυσικού αερίου δεν ήταν, κατά την κρίσιμη περίοδο, ανοιχτός στον ανταγωνισμό.
246 Εξάλλου, τα επιχειρήματα των προσφευγουσών που αναφέρονται στο χαμηλό ύψος της επίδικης ενισχύσεως και στο γεγονός ότι οι περισσότερες από τις δικαιούχους επιχειρήσεις ασκούσαν τη δραστηριότητά τους αποκλειστικά σε τοπικό επίπεδο δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.
247 Συγκεκριμένα, το σχετικά χαμηλό ύψος μιας ενισχύσεως ή το σχετικά μέτριο μέγεθος της επιχειρήσεως που λαμβάνει την ενίσχυση δεν αποκλείουν a priori τη δυνατότητα επηρεασμού του μεταξύ κρατών μελών εμπορίου. Ειδικότερα, μια ενίσχυση σχετικά μικρής σημασίας είναι ικανή να επηρεάσει το εμπόριο αυτό όταν στον τομέα στον οποίο δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις που τη λαμβάνουν επικρατεί έντονος ανταγωνισμός. Έτσι, σε ένα τομέα που χαρακτηρίζεται από μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων, μια ενίσχυση, έστω σχετικά μικρή θεωρούμενη μεμονωμένα, η οποία όμως δυνητικά απευθύνεται στο σύνολο ή σε μεγάλο μέρος των επιχειρήσεων του τομέα, μπορεί να έχει επιπτώσεις στο εμπόριο μεταξύ κρατών μελών (βλ. απόφαση Xunta de Galicia, προαναφερθείσα στη σκέψη 107 ανωτέρω, σκέψεις 41 έως 43 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Επιπροσθέτως, εν προκειμένω, η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ρητά απέκλεισε από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ τις ενισχύσεις που τηρούν τον κανόνα de minimis (βλ. σκέψη 103 ανωτέρω).
248 Επίσης, ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι οι περισσότερες από τις δικαιούχους επιχειρήσεις ασκούν τη δραστηριότητά τους αποκλειστικά σε τοπικό επίπεδο, πράγμα που δεν αποδεικνύεται, το γεγονός αυτό δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, κρίσιμο. Κατά πάγια νομολογία, μια ενίσχυση είναι δυνατό να επηρεάζει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών και να νοθεύει τον ανταγωνισμό έστω και αν οι δικαιούχοι επιχειρήσεις που ανταγωνίζονται παραγωγούς από άλλα κράτη μέλη ασκούν τη δραστηριότητά τους αποκλειστικά σε τοπικό επίπεδο. Συγκεκριμένα, όταν κράτος μέλος χορηγεί ενίσχυση σε επιχείρηση, η εσωτερική παραγωγή μπορεί να διατηρείται στο ίδιο επίπεδο ή και να αυξάνεται, με συνέπεια να μειώνονται οι δυνατότητες επιχειρήσεων εγκατεστημένων σε άλλα κράτη μέλη να εξάγουν τα προϊόντα τους προς την αγορά αυτού του κράτους μέλους (βλ., υπό την έννοια αυτή, αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 2002, Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 104 ανωτέρω, σκέψη 84, Xunta de Galicia, προαναφερθείσα στη σκέψη 107 ανωτέρω, σκέψη 40, και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 209 ανωτέρω, σκέψη 117 και Alzetta κ.λπ. κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 45 ανωτέρω, σκέψη 91).
249 Για όλους τους ανωτέρω λόγους, ενόψει, αφενός, των χαρακτηριστικών του επίδικου καθεστώτος ενισχύσεων που προβλέπει απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές υπέρ όλων των επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στη Βενετία ή την Chioggia και, αφετέρου, των στοιχείων και δεδομένων που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία, το θεσμικό αυτό όργανο, κρίνοντας ότι το εν λόγω καθεστώς είχε ως αποδέκτες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται σε τομείς που αποτελούν το αντικείμενο ευρείας κλίμακας συναλλαγών, όπως είναι ο τομέας της μεταποίησης ή των υπηρεσιών, χωρίς να αναφερθεί, έστω συνοπτικά, σε συγκεκριμένες αγορές και χωρίς να στηριχτεί σε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά των αγορών αυτών, δεν παρέβη το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
250 Επιπλέον, η Επιτροπή, αιτιολογώντας κατ’ αυτό τον τρόπο την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. σκέψη 223 ανωτέρω) ανέφερε συνοπτικά αλλά σαφώς στην προσβαλλόμενη απόφαση τους λόγους για τους οποίους οι επίδικες απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές μπορούσαν να επηρεάσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο και να έχουν επίπτωση επί του ανταγωνισμού.
251 Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών, η αιτιολογία αυτή ήταν επαρκής προκειμένου οι ιταλικές αρχές να είναι σε θέση να προσδιορίσουν τις επιχειρήσεις που υπεχρεούντο σε επιστροφή των χορηγηθεισών ενισχύσεων, κατ’ εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, όπως κρίθηκε (βλ. σκέψεις 100 έως 111 ανωτέρω), οι λόγω αρχές δεν υπεχρεούντο να εξετάσουν, κατά την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, κατά πόσον οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ πληρούνταν σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση.
252 Κατά συνέπεια, η προσβαλλόμενη απόφαση επαρκούσε αυτή καθεαυτή και δεν χρειάστηκε να αποτελέσει ούτε αποτέλεσε αντικείμενο συμπληρωματικής αιτιολογίας. Συναφώς, οι επικαλούμενες από τις προσφεύγουσες απαντήσεις της Επιτροπής της 29ης Αυγούστου και της 29ης Οκτωβρίου 2001 σε αιτήσεις που της απηύθυναν οι εθνικές αρχές για την παροχή διευκρινίσεων σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής της προσβαλλομένης αποφάσεως εντάσσονταν αποκλειστικά στο πλαίσιο της έντιμης συνεργασίας μεταξύ του θεσμικού αυτού οργάνου και των εθνικών αρχών.
253 Για όλους τους ανωτέρω λόγους, οι λόγοι ακυρώσεως που αντλούνται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και από έλλειψη αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι .
2. Επί της προβαλλομένης παραβάσεως του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ και της υποτιθέμενης ελλιπούς αιτιολογίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επιχειρήματα των προσφευγουσών
– Υπόθεση T-254/00
254 Η προσφεύγουσα Hotel Cipriani παρατηρεί ότι το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τους σκοπούς της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής που κατοχυρώνονται στο άρθρο 2 ΕΚ και τίθενται ειδικότερα σε εφαρμογή με τα άρθρα 158 ΕΚ επ. Συγκεκριμένα, η δημιουργία μιας ενιαίας αγοράς και η προστασία του ανταγωνισμού δεν αποτελούν αυτοσκοπό, αλλά τείνουν στην επίτευξη των βασικών σκοπών της Συνθήκης. Οι περιφερειακές ενισχύσεις αποτελούν ουσιώδες εργαλείο κατά την επιδίωξη των σκοπών αυτών, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στην «αποκλειστική αρμοδιότητα» των διαρθρωτικών ταμείων. Επομένως, στην Επιτροπή εναπόκειται, στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειάς της, να εφαρμόσει τις σχετικές με τις περιφερειακές ενισχύσεις διατάξεις κατά τρόπο ευέλικτο, προβλέποντας διαφορετικές λύσεις σε ορισμένες περιπτώσεις, προκειμένου να λάβει υπόψη την αντικειμενική ιδιαιτερότητα των καταστάσεων περί των οποίων πρόκειται, έτσι ώστε να διασφαλίσει την πρακτική αποτελεσματικότητα των εν λόγω διατάξεων και την επίτευξη των σκοπών τους.
255 Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως παρεκκλίσεως κατά το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ πληρούνται. Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον αποκλείει ολόκληρη τη Βενετία από την εφαρμογή της ως άνω παρεκκλίσεως, πάσχει πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως και ελλιπή αιτιολογία.
256 Κατά πρώτον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα επίδικα μέτρα, τα οποία αποσκοπούν στη διαφύλαξη του κοινωνικοοικονομικού ιστού της πόλεως της Βενετίας, είναι απολύτως σύμφωνα με τους σκοπούς του κοινοτικού καθεστώτος των περιφερειακών ενισχύσεων. Συγκεκριμένα, τμήμα της Βενετίας και, ειδικότερα, οι νήσοι της λιμνοθάλασσας, μεταξύ των οποίων η νήσος της Giudecca όπου βρίσκεται η Hotel Cipriani, περιλαμβάνεται μεταξύ των επιλέξιμων για ενίσχυση περιφερειών της Ιταλίας του στόχου 2 των διαρθρωτικών ταμείων, καθώς και στον κατάλογο των περιφερειών της Ιταλίας που μπορούν να τύχουν της παρεκκλίσεως του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ.
257 Επιπλέον, ολόκληρη η Βενετία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος πλαισίου σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις στις υποβαθμισμένες αστικές περιοχές (σκέψη 127, ανωτέρω), διότι περιλαμβάνεται στην κοινοτική πρωτοβουλία υπέρ των αστικών περιοχών που είναι γνωστή με την ονομασία URBAN (σημείο 7 του πλαισίου). Eπιπροσθέτως, πληροί τα λοιπά εναλλακτικά κριτήρια επιλεξιμότητας. Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής (αιτιολογική σκέψη 72 της προσβαλλομένης αποφάσεως), το πλαίσιο αυτό σχεδιάστηκε ως ένα νομικό μέσο για τη συμπλήρωση των λοιπών κοινοτικών κανόνων που αποσκοπούν στην προστασία της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής και των οποίων τον μερικό ή ακατάλληλο χαρακτήρα είχε αναγνωρίσει η Επιτροπή (σημείο 1 του πλαισίου). Ανταποκρίνεται, έτσι, στην ανάγκη συνεκτιμήσεως και άλλων οικονομικοκοινωνικών δεικτών οι οποίοι είναι χαρακτηριστικοί της καταστάσεως στο εσωτερικό αστικών περιοχών (σημείο 7 του πλαισίου). Εν προκειμένω, η εφαρμογή, στην περίπτωση της Βενετίας, ειδικών κριτηρίων, όπως είναι τα προβλεπόμενα από το προαναφερθέν πλαίσιο, δικαιολογείται αντικειμενικά από το επιπλέον κόστος που απορρέει από τον νησιωτικό χαρακτήρα και από τον κίνδυνο να καταστεί η Βενετία «πόλη-μουσείο», χωρίς αυθεντικό οικονομικό και κοινωνικό ιστό. Εξάλλου, στην ανακοίνωση της 22ας Μαΐου 2002 σχετικά με τη λήξη ισχύος του κοινοτικού αυτού πλαισίου, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι ενισχύσεις υπέρ των υποβαθμισμένων συνοικιών μπορούν να θεωρηθούν συμβατές «ανάλογα με την περίπτωση και σε συνάρτηση με τις ιδιαίτερες συνθήκες που περιβάλλουν το σχέδιο ενίσχυσης, απευθείας στη βάση του άρθρου 87, παράγραφος 3, [στοιχείο] γ΄, [ΕΚ]».
258 Κατά συνέπεια, λόγω του νησιωτικού χαρακτήρα, η κατάσταση της Βενετίας είναι απολύτως ιδιαίτερη, γεγονός που δικαιολογεί μια πιο ευέλικτη προσέγγιση εκ μέρους της Επιτροπής κατά την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, όπως ρητά της ζητήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με το ψήφισμά του, της 16ης Απριλίου 1999, σχετικά με την κρίσιμη κατάσταση στη Βενετία (ΕΕ C 219, σ. 511).
259 Κατά δεύτερον, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι τα επίδικα μέτρα αντιστάθμισαν μόνον εν μέρει το επιπλέον κόστος, την ύπαρξη του οποίου δεν αμφισβητεί η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 78). Συνεπώς, τα εν λόγω μέτρα είναι ανάλογα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό της περιφερειακής ανάπτυξης και, στο πλαίσιο αυτό, δεν μεταβάλλουν τις συνθήκες του εμπορίου σε βαθμό αντιβαίνοντα στο κοινό συμφέρον. Αυτό ισχύει a fortiori όσον αφορά τον τομέα των ξενοδοχείων και της εστίασης.
– Υπόθεση T-270/00
260 Η προσφεύγουσα Italgas, υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή, προκειμένου να αποφύγει τη διαφορετική μεταχείριση ανάλογων περιπτώσεων, υποχρεούται να εφαρμόζει το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ σύμφωνα με αντικειμενικά κριτήρια που προσδιορίζει, κατά κανόνα, η ίδια με ερμηνευτικές ανακοινώσεις, οι οποίες εξασφαλίζουν στην πρακτική της τη συνέχεια και την προβλεψιμότητα που απαιτεί η αρχή της ασφάλειας δικαίου. Πάντως, οι ανακοινώσεις αυτές δεν καθιστούν δυνατή την κατάρτιση ενός εξαντλητικού καταλόγου με τις παρεμβάσεις που μπορούν να τύχουν της προβλεπόμενης από το άρθρο αυτό περιφερειακής παρέκκλισης. Επομένως, δεν απαλλάσσουν την Επιτροπή από την υποχρέωση να ελέγξει αν άλλες παρεμβάσεις, που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση συγκεκριμένων τοπικών προβλημάτων, πρέπει να επιτραπούν σύμφωνα με το άρθρο αυτό. Συναφώς, το Πρωτοδικείο έχει κρίνει ότι μέτρα τα οποία δεν εμπίπτουν στα σχετικά με την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ κοινοτικά πλαίσια μπορούν, ωστόσο, να τύχουν της εξαιρέσεως που προβλέπει το άρθρο αυτό, εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των εμπορικών συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον (απόφαση του Πρωτοδικείου της 4ης Απριλίου 2001, T‑288/97, Regione autonoma Friuli-Venezia Giulia κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. II‑1169, σκέψη 72).
261 Η ερμηνεία αυτή προκύπτει, επίσης, από το προαναφερθέν κοινοτικό πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις στις υποβαθμισμένες αστικές περιοχές, στο οποίο η Επιτροπή δέχεται ότι ορισμένες ιδιαίτερες τοπικές περιστάσεις, μολονότι δεν ανταποκρίνονται στα διαρθρωτικά κριτήρια που ορίζονται με τις κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα που δημοσιεύθηκαν το 1998 (ΕΕ C 74, σ. 9, στο εξής: κατευθυντήριες γραμμές του 1998), επιτρέπουν, εντούτοις, επίσης την παροχή ενισχύσεως, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Στο εν λόγω πλαίσιο (σημεία I και III), η Επιτροπή τόνισε την ακαταλληλότητα των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 για την αντιμετώπιση των δυσχερειών που συνδέονται με το επιπλέον κόστος το οποίο βαρύνει τις επιχειρήσεις στις υποβαθμισμένες αστικές περιοχές.
262 Εν προκειμένω, η Επιτροπή παρέλειψε να λάβει υπόψη τα ίδια κριτήρια εκτίμησης προκειμένου να αναγνωρίσει την ύπαρξη μιας εξαιρετικής καταστάσεως χαρακτηριστικής ως προς τη Βενετία, η οποία, μολονότι δεν προβλέπεται από το προαναφερθέν πλαίσιο, θα μπορούσε να δικαιολογήσει κρατική παρέμβαση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Πάντως, οι ιταλικές αρχές και ο Δήμος Βενετίας, κατά τη διοικητική διαδικασία, επικαλέστηκαν ότι μια τέτοια κρατική παρέμβαση θα μπορούσε να επιτραπεί, ενόψει της ιδιαίτερης καταστάσεως της περιοχής της λιμνοθάλασσας για την οποία ζήτησαν μια ad hoc λύση και τούτο ανεξαρτήτως των στοιχείων που προκύπτουν από τους συνήθεις διαρθρωτικούς δείκτες και από το καθεστώς περιφερειακών ενισχύσεων, των οποίων δεν ζήτησαν ούτε την εφαρμογή ούτε την τροποποίηση.
263 Εντούτοις, με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 74), η Επιτροπή επικαλέστηκε μόνο την έλλειψη «νέων στοιχείων» ικανών να δικαιολογήσουν την παρέκκλιση που ζητήθηκε, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι τα στοιχεία που προσκόμισαν οι ιταλικές αρχές δεν ήταν επαρκή ώστε να δικαιολογήσουν μια τέτοια παρέκκλιση.
264 Επιπλέον, η προσφεύγουσα επισημαίνει ότι οι επίδικες ενισχύσεις χορηγήθηκαν πριν από τη μεταρρύθμιση που επήλθε με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1998. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή δεν ανέφερε τους πραγματικούς και νομικούς λόγους για τους οποίους αρνήθηκε να επιτρέψει την παρέκκλιση που ζητήθηκε. Η Επιτροπή δεν εξήγησε τον λόγο για τον οποίο τα κριτήρια που ορίζονταν στις τότε ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές δεν επέτρεπαν να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση της Βενετίας, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ.
265 Κατά τη νομολογία, η Επιτροπή υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλες τις κρίσιμες για την εκτίμηση της συμβατότητας μιας ενισχύσεως περιστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ (αποφάσεις του Δικαστηρίου Philip Morris Holland κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 228 ανωτέρω, σκέψη 17, και της 21ης Μαρτίου 1990, C‑142/87, Βέλγιο κατά Επιτροπής, γνωστή ως «Tubemeuse», Συλλογή 1990, σ. I‑959, σκέψη 56· απόφαση του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2002, T‑152/99, HAMSA κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. II‑3049, σκέψη 48). Η απόφαση της Επιτροπής πρέπει να περιλαμβάνει κατανοητή για τους αποδέκτες της συλλογιστική (απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουλίου 1986, 40/85, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1986, σ. 2321, σκέψη 21).
266 Συνεπώς, εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει σοβαρή έλλειψη αιτιολογίας λόγω μη συνεκτιμήσεως των παρατηρήσεων της Ιταλικής Κυβέρνησης και των ενδιαφερομένων μερών. Αυτή η έλλειψη αιτιολογίας καθίσταται εμφανέστερη ενόψει της δηλώσεως υπ’ αριθ. 30 για τις νησιωτικές περιοχές, που προσαρτήθηκε στη τελική πράξη της Συνθήκης του Άμστερνταμ και η οποία ορίζει ότι η κοινοτική νομοθεσία πρέπει να λάβει υπόψη τα διαρθρωτικά προβλήματα που οφείλονται στο νησιωτικό χαρακτήρα τους και ότι μπορούν να λαμβάνονται «ειδικά μέτρα» υπέρ των περιοχών αυτών. Πάντως, με την προσβαλλόμενη απόφαση (υποσημείωση 30, υπό την αιτιολογική σκέψη 78), η Επιτροπή περιορίστηκε να αναφέρει ότι οι υποτιθέμενες διαρθρωτικές δυσκολίες, των οποίων έγινε επίκληση, δεν συνδέονται με τον νησιωτικό χαρακτήρα των περιοχών της λιμνοθάλασσας και, ως εκ τούτου, δεν αντιπροσωπεύουν διαρθρωτικά μειονεκτήματα προβλεπόμενα από την προαναφερθείσα δήλωση υπ’ αριθ. 30.
267 Εξάλλου, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι οι επίδικες απαλλαγές συνιστούν ενισχύσεις για την απασχόληση οι οποίες επεκτείνουν στις περιοχές της Βενετίας και της Chioggia τις αρχές που διέπουν την πολιτική απασχόλησης στο Mezzogiorno. Το γεγονός ότι η Βενετία δεν πληροί τα κριτήρια που ορίζονται στο σημείο 22 των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις ενισχύσεις στην απασχόληση δεν εμποδίζει τη χορήγηση σε αυτή περιφερειακής παρέκκλισης, σύμφωνα το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή είναι ελεύθερη να τροποποιήσει την πρακτική της κατά εξελικτικό τρόπο υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των προαναφερθέντων κριτηρίων στις περιπτώσεις που ρητά προβλέπονται από τις κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες θέτουν τα κριτήρια αυτά. Ειδικότερα, η Επιτροπή δύναται να εφαρμόσει, κατ’ αναλογία, και σε άλλες περιπτώσεις τις αρχές από τις οποίες διαπνέονται οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές, ανεξαρτήτως της εκδόσεως ανακοινώσεως η οποία να αφορά ακριβώς την υπό κρίση περίπτωση.
268 Τέλος, κατά την προσφεύγουσα, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει, εν πάση περιπτώσει, πλάνη περί το δίκαιο, καθόσον ορίζει στο άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, ότι οι προβλεπόμενες από το άρθρο 2 της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Αυγούστου 1994 ενισχύσεις δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά όταν χορηγούνται σε επιχειρήσεις που δεν είναι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) ή που έχουν την έδρα τους εκτός των περιφερειών που μπορούν να τύχουν της παρέκκλισης που προβλέπεται στο άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι οι ενισχύσεις αυτές αποσκοπούν στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης, θα έπρεπε να τύχουν, κατ’ εφαρμογήν του σημείου 20 των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις ενισχύσεις στην απασχόληση, της παρεκκλίσεως του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, εφόσον πρόκειται για ενισχύσεις που αποσκοπούν στην «προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων δραστηριοτήτων». Στο πλαίσιο αυτό, οι ενισχύσεις που αποσκοπούν στη δημιουργία νέων θέσεων απασχόλησης θα έπρεπε να θεωρηθούν συμβατές με την κοινή αγορά, ακόμη κι αν χορηγήθηκαν σε επιχειρήσεις εγκατεστημένες εκτός των περιφερειών που μπορούν να τύχουν της περιφερειακής παρέκκλισης που προβλέπεται από το προαναφερθέν άρθρο.
269 Η Ιταλική Δημοκρατία, η οποία παρεμβαίνει προς υποστήριξη των αιτημάτων της Italgas, επισημαίνει ότι η Επιτροπή, με το υπόμνημα αντικρούσεως (σημείο 191), παραδέχτηκε ότι ο μηχανισμός της περιφερειακής παρέκκλισης που προβλέπεται από το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ μπορούσε να ανταποκριθεί προσηκόντως σε απαιτήσεις όπως αυτές που προέβαλε η Italgas σε σχέση με τη Βενετία, χωρίς να απαιτείται η θέσπιση ad hoc κανονιστικής ρυθμίσεως. Η θέση αυτή υποστηρίχτηκε από τις ιταλικές αρχές κατά τη διοικητική διαδικασία. Εντούτοις, η Επιτροπή, χωρίς, παρ’ όλα αυτά, να αμφισβητεί τα επιχειρήματα των ιταλικών αρχών σχετικά με την αμετάκλητη υποβάθμιση του κοινωνικού ιστού στις περιοχές της λιμνοθάλασσας, δεν έλαβε υπόψη την αίτησή τους περί χορηγήσεως παρέκκλισης, σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο, όσον αφορά το νησιωτικό και εντός της λιμνοθάλασσας ευρισκόμενο τμήμα της Βενετίας. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 74) πάσχει ελλιπή αιτιολογία. Επιπλέον, ο φόβος της Επιτροπής ότι το γεγονός αυτό θα οδηγούσε σε υποβολή σημαντικού αριθμού ανάλογων αιτήσεων περί χορηγήσεως παρέκκλισης δεν είναι βάσιμος, ιδίως αν ληφθεί υπόψη η ιδιαιτερότητα της νησιωτικής και εντός της λιμνοθάλασσας ευρισκομένης περιοχής της Βενετίας.
– Υπόθεση T-277/00
270 Οι προσφεύγουσες, ήτοι η Coopservice και η επιτροπή, υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει εσφαλμένη και ελλιπή αιτιολογία, στο μέτρο που η Επιτροπή, εξετάζοντας αν το επίδικο καθεστώς μπορεί να τύχει περιφερειακής παρέκκλισης σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, δεν λαμβάνει υπόψη τον νησιωτικό χαρακτήρα της Βενετίας και της Chioggia, ο οποίος δικαιολογεί τη χορήγηση των επίδικων μέτρων. Ειδικότερα, η Επιτροπή εσφαλμένα και χωρίς αιτιολογία απέρριψε την εφαρμογή της δήλωσης υπ’ αριθ. 30 της Συνθήκης του Άμστερνταμ. Ωστόσο, από τη δήλωση αυτή προκύπτει ότι ο νησιωτικός χαρακτήρας δικαιολογεί την παροχή ενισχύσεως, βάσει ενός τεκμηρίου κατά το οποίο τα διαρθρωτικά μειονεκτήματα επηρεάζουν τις νησιωτικές περιοχές απλώς και μόνο λόγω του νησιωτικού χαρακτήρα τους.
Επιχειρήματα της Επιτροπής
271 Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, ως παρέκκλιση, το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ πρέπει να ερμηνεύεται αυστηρά. Ο εξαιρετικός χαρακτήρας των περιφερειακών παρεκκλίσεων προκύπτει σαφώς από τις κατευθυντήριες γραμμές του 1998 (σημείο 1, τέταρτο εδάφιο), οι οποίες αντικατέστησαν την ανακοίνωση της Επιτροπής σχετικά με τη μέθοδο εφαρμογής του άρθρου [87], παράγραφος 3, στοιχεία α΄ και γ΄, [ΕΚ] στις περιφερειακές ενισχύσεις, της 12ης Αυγούστου 1988 (ΕΕ 1988, C 212, σ. 2, στο εξής: ανακοίνωση της 12ης Αυγούστου 1988). Οι κανόνες που περιέχονται στις κατευθυντήριες αυτές γραμμές δεσμεύουν την Επιτροπή.
272 Συναφώς, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι οι περιοχές κάθε κράτους μέλους που μπορούν να τύχουν της περιφερειακής παρέκκλισης περιλαμβάνονται στον χάρτη περιφερειακών ενισχύσεων που εγκρίνεται από το θεσμικό αυτό όργανο με βάση κοινά κριτήρια και ένα σχέδιο κοινοποιούμενο από το κράτος μέλος, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στις κατευθυντήριες γραμμές του 1998 (ειδικότερα σημείο 3.10).
273 Εν προκειμένω, το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων αφορά, επίσης, επιχειρήσεις οι οποίες έχουν την έδρα τους σε περιοχές που δεν μπορούν να τύχουν της παρέκκλισης που προβλέπει το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Όπως επισήμανε η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 68), το γεγονός αυτό αρκεί για να δικαιολογήσει τη μη χορήγηση περιφερειακής παρέκκλισης στο εν λόγω καθεστώς. Συγκεκριμένα, κατά την εξέταση ενός καθεστώτος ενισχύσεων, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να εξετάζει την κατ’ ιδίαν κατάσταση κάθε δικαιούχου επιχειρήσεως. Κατά συνέπεια, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Hotel Cipriani, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πάσχει ελλιπή αιτιολογία, καθ’ ο μέρος η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η προσφεύγουσα είχε την έδρα της σε περιοχή δυνάμενη να τύχει της περιφερειακής παρέκκλισης.
274 Επιπλέον, για τους ίδιους λόγους, η Επιτροπή ορθώς κατά νόμον απέρριψε την αίτηση των ιταλικών αρχών περί εγκρίσεως του επίδικου καθεστώτος ενισχύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, κατ’ επίκληση της ιδιαίτερης τοπικής καταστάσεως της Βενετίας που χαρακτηρίζεται από την ανάγκη να αποφευχθεί η μείωση του πληθυσμού της Βενετίας, η παρακμή των βιομηχανικών δραστηριοτήτων της και η μετατροπή της σε πόλη μουσείο και από τον υποτιθέμενο αντισταθμιστικό χαρακτήρα των επίμαχων μέτρων (αιτιολογική σκέψη 67 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
275 Εξάλλου, η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η Βενετία εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του πλαισίου σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις στις υποβαθμισμένες αστικές περιοχές.
276 Επιπλέον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι μια ad hoc κανονιστική ρύθμιση σχετικά με τη Βενετία δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, αναγκαία, προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι απαιτήσεις που προβάλλει η Italgas. Εν προκειμένω, η Ιταλική Δημοκρατία είναι αυτή που αποφάσισε να μην συμπεριλάβει ολόκληρη τη Βενετία στην πρότασή της σχετικά με τον κατάλογο των περιοχών που μπορούν να τύχουν των περιφερειακών παρεκκλίσεων που προβλέπονται από το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ.
277 Επιπλέον, η Επιτροπή επισημαίνει ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 73 και 74), εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους δεν προετίθετο να τροποποιήσει τη μέθοδο εφαρμογής του άρθρου αυτού προκειμένου να την προσαρμόσει στην περίπτωση της Βενετίας, όπως είχε κάνει κατά τη διεύρυνση της Κοινότητας με την προσχώρηση της Σουηδίας και της Φινλανδίας.
278 Τέλος, η Επιτροπή αμφισβητεί τη θέση της Italgas ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων προβλέπει μέτρα υπέρ της απασχόλησης ανάλογα με αυτά που προβλέπει η σχετική με το Mezzogiorno κανονιστική ρύθμιση, τα οποία επεκτάθηκαν στις περιοχές της Βενετίας και της Chioggia.
279 Όσον αφορά το επιχείρημα της Hotel Cipriani σχετικά με το κατά πόσον τα επίμαχα μέτρα είναι σύμφωνα προς την αρχή της αναλογικότητας, αυτό αφορά μια μεμονωμένη περίπτωση και ένα συγκεκριμένο τομέα δραστηριότητας που δεν εξετάζονται από την Επιτροπή κατά την εκτίμηση ενός καθεστώτος ενισχύσεων.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
280 Καταρχάς, πρέπει να υπομνηστεί ότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 60 έως 63 και άρθρο 1, πρώτο εδάφιο), η Επιτροπή, στηριζόμενη στα σημεία 20, 21 και 23 των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις ενισχύσεις στην απασχόληση, οι οποίες αφορούν μόνο τις ενισχύσεις στην απασχόληση που δεν συνδέονται με κάποια επένδυση (σημείο 10 των κατευθυντήριων γραμμών), έκρινε ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, οι απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης που προβλέπονται από το άρθρο 2 της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Αυγούστου 1994, στην περίπτωση που οι απαλλαγές αυτές είχαν χορηγηθεί σε επιχειρήσεις οι οποίες είναι είτε μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) είτε επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε περιφέρεια επιλέξιμη για την παρέκκλιση που προβλέπεται στο άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ είτε επιχειρήσεις που προσλαμβάνουν κατηγορίες εργαζομένων με ιδιαίτερη δυσχέρεια ένταξης ή επανένταξης στην αγορά εργασίας.
281 Αντίθετα, η Επιτροπή, με το άρθρο 1, δεύτερο εδάφιο, και το άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως, έκρινε ότι οι απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης που δεν πληρούν μία τουλάχιστον από τις προαναφερθείσες διαζευκτικές προϋποθέσεις, καθώς και οι γενικές απαλλαγές ή μειώσεις από κοινωνικές εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 1 της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Αυγούστου 1994, οι οποίες αποσκοπούν στη διατήρηση της απασχόλησης (αιτιολογικές σκέψεις 64 και 65 της προσβαλλομένης αποφάσεως), δεν πληρούν τα κριτήρια που ορίζουν οι προαναφερθείσες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις ενισχύσεις στην απασχόληση (σημείο 22), ώστε να επιτραπούν σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ ως τομεακές ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων δραστηριοτήτων οι οποίες δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον.
282 Με τις αιτιολογικές σκέψεις 67 έως 78 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέτασε αν οι αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη ενισχύσεις, καθόσον δεν μπορούσαν να τύχουν τομεακής παρέκκλισης, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, ως ενισχύσεις στην απασχόληση, μπορούσαν να τύχουν περιφερειακής παρέκκλισης, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο α΄ ή γ΄, ΕΚ, ως περιφερειακές ενισχύσεις. Συναφώς, η Επιτροπή στηρίχτηκε ρητά στην από 12 Αυγούστου 1988 ανακοίνωσή της, η οποία είχε εφαρμογή κατά την κρίσιμη περίοδο που περιλαμβάνεται μεταξύ 1995 και της 1ης Δεκεμβρίου 1997, από της οποίας ανεστάλη η εφαρμογή του επίδικου καθεστώτος ενισχύσεων (αιτιολογική σκέψη 69 της προσβαλλομένης αποφάσεως).
283 Η μέθοδος αυτή αντικαταστάθηκε μεταγενέστερα, προ της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως στις 25 Νοεμβρίου 1999, από τις κατευθυντήριες γραμμές του 1998, που εκδόθηκαν στις 16 Δεκεμβρίου 1997 στο πλαίσιο των προβλεπόμενων στο άρθρο 88, παράγραφος 1, ΕΚ «κατάλληλων μέτρων» (απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Ιουνίου 2002, C‑242/00, Γερμανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑5603, σκέψη 30), και δημοσιεύθηκαν στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 10ης Μαρτίου 1998.
284 Συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί αν οι εν λόγω κατευθυντήριες γραμμές είχαν εφαρμογή εν προκειμένω. Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές, στο σημείο 6.1, αναφέρουν ότι η Επιτροπή θα αξιολογεί τη συμβατότητα των περιφερειακών ενισχύσεων με την κοινή αγορά βάσει των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών από τη στιγμή της εγκρίσεως αυτών. Διευκρινίζουν, ωστόσο, ότι τα σχέδια ενισχύσεων που κοινοποιήθηκαν πριν από την ανακοίνωση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών στα κράτη μέλη θα αξιολογηθούν βάσει των κριτηρίων που ίσχυαν την εποχή της κοινοποίησης. Εν προκειμένω, το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων τέθηκε παράνομα σε εφαρμογή ήδη από το 1995. Επιπλέον, οι διατάξεις του νόμου 30/1997 περί παρατάσεως της ισχύος του καθεστώτος αυτού για το 1997 υπέρ των επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στη Βενετία και την Chioggia, καθώς και στις περιοχές του Mezzogiorno, κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή με επιστολή της 10ης Ιουνίου 1997, κατ’ εφαρμογήν της αποφάσεως 95/155, η οποία επιτρέπει υπό ορισμένες προϋποθέσεις το προναφερθέν καθεστώς απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών στο Mezzogiorno, και όχι με τη μορφή επίσημης κοινοποίησης ενός σχεδίου ενισχύσεων υπέρ των επιχειρήσεων της Βενετίας και της Chioggia, σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ, στο μέτρο που το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή. Συνεπώς, μια τέτοια κοινοποίηση δεν δύναται να θεωρηθεί ως κοινοποίηση επιτρέπουσα την εφαρμογή των κριτηρίων που ίσχυαν την εποχή που αυτή πραγματοποιήθηκε, σύμφωνα με το προαναφερθέν σημείο 6.1 των κατευθυντήριων γραμμών του 1998. Πάντως, βάσει των μεταβατικών διατάξεων που θεσπίζονται με τα σημεία 6.2 και 6.3 των κατευθυντήριων γραμμών του 1998, αφενός, η Επιτροπή μπορούσε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παρεκκλίνει από τις διατάξεις των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών όσον αφορά τον έλεγχο της επιλεξιμότητας των καταλόγων των ενισχυόμενων περιοχών και να εξακολουθήσει να βασίζεται στη μέθοδο που καθόρισε με την ανακοίνωση της 12ης Αυγούστου 1988. Αφετέρου, η Επιτροπή μπορούσε, επίσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να παρεκκλίνει από τις διατάξεις των κατευθυντήριων γραμμών του 1998 όσον αφορά τον έλεγχο της συμβατότητας των εντάσεων ενίσχυσης και των ανώτατων ορίων σώρευσης.
285 Κατά συνέπεια, η Επιτροπή είχε εξουσία να στηριχθεί, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στον κατάλογο των περιφερειών που μπορούν να τύχουν περιφερειακής παρέκκλισης, καθώς και στα ανώτατα όρια εντάσεων ενίσχυσης και τα ανώτατα όρια σώρευσης που θεσπίστηκαν σύμφωνα με τη μέθοδο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχεία α΄ και γ΄, ΕΚ η οποία καθορίζεται στην ανακοίνωση της 12ης Αυγούστου 1988. Όσον αφορά τα λοιπά στοιχεία, είχαν εφαρμογή οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998.
286 Εξάλλου, όπως έχει υπενθυμίσει το Πρωτοδικείο με την απόφαση HAMSA κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 265 ανωτέρω, (σκέψεις 201 και 202), από την ανακοίνωση της 12ης Αυγούστου 1988 (σημείο 6, πρώτο εδάφιο) προκύπτει και με τις προαναφερθείσες κατευθυντήριες γραμμές του 1998 (σημεία 1, 4.1 και 4.11) επιβεβαιώθηκε και αποσαφηνίστηκε ότι οι περιφερειακές ενισχύσεις που μπορούν να τύχουν παρέκκλισης σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχεία α΄ και γ΄, ΕΚ, έχουν ως αντικείμενο είτε μια παραγωγική επένδυση είτε τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης συνδεομένων με την πραγματοποίηση της επένδυσης. Αντίθετα, οι λειτουργικές ενισχύσεις μπορούν να επιτραπούν μόνον κατ’ εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχεία α΄ ή γ΄, ΕΚ (σημείο 6, δεύτερο εδάφιο, της ανακοινώσεως της 12ης Αυγούστου 1988 και σημεία 4.15 έως 4.17 των κατευθυντήριων γραμμών του 1998). Ακόμη κι αν γίνει δεκτό ότι οι διατάξεις που αφορούν τις ενισχύσεις για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης συνδεομένων με την πραγματοποίηση μιας επένδυσης και οι διατάξεις που αφορούν τις λειτουργικές ενισχύσεις, οι οποίες περιέχονται στις κατευθυντήριες γραμμές του 1998, δεν έχουν εφαρμογή ratione temporis, γεγονός που διαψεύδεται από το προαναφερθέν σημείο 6.1, που ορίζει ότι οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές έχουν εφαρμογή από τη στιγμή της εγκρίσεώς τους, με εξαίρεση μεταβατικές διατάξεις προβλεπόμενες από τα προαναφερθέντα σημεία 6.2 και 6.3, εντούτοις, η σημασία του κριτηρίου της συνδέσεως με κάποια επένδυση και ο εξαιρετικός χαρακτήρας των λειτουργικών ενισχύσεων προκύπτουν σαφώς από την ανακοίνωση της 12ης Αυγούστου 1988. Επιπλέον, η ερμηνεία της ανακοινώσεως της 12ης Αυγούστου 1988 κατά τα ανωτέρω επιβάλλεται, στο μέτρο που είναι απολύτως σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκεται από τις περιφερειακές παρεκκλίσεις του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, οι οποίες αποσκοπούν στην προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών περιοχών, χωρίς να αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον.
287 Με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 68 και 69), η Επιτροπή ορθά υπενθυμίζει ότι τα κριτήρια επιλεξιμότητας μιας περιφέρειας για τις περιφερειακές παρεκκλίσεις του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, το είδος των ενισχύσεων που μπορούν να χορηγηθούν και η ένταση των ενισχύσεων καθορίστηκαν με την ανακοίνωση της 12ης Αυγούστου 1988. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή έκρινε ότι τα επίμαχα μέτρα δεν μπορούν να τύχουν μιας τέτοιας παρέκκλισης για δύο λόγους. Κατά πρώτον, η Επιτροπή επισήμανε ότι ένα μόνον ένα τμήμα της πόλεως της Βενετίας περιλαμβανόταν στον κατάλογο των περιφερειών της Ιταλίας που μπορούσαν να τύχουν της περιφερειακής παρέκκλισης που προβλέπεται στο άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Κατά δεύτερον, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με την ανακοίνωση του 1988, μια περιφερειακή ενίσχυση έχει ως αντικείμενο είτε μια παραγωγική επένδυση είτε τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης συνδεομένων με την επένδυση. Δεδομένου ότι οι επίδικες απαλλαγές για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης συνιστούσαν λειτουργικές ενισχύσεις, θα μπορούσαν να χορηγηθούν μόνο βάσει των σημείων 4.15 έως 4.17 των κατευθυντήριων γραμμών του 1998, εφόσον πληρούνται ορισμένες αυστηρές προϋποθέσεις, σε επιχειρήσεις που λειτουργούν σε περιφέρειες δυνάμενες να τύχουν της παρέκκλισης του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, ΕΚ, στις οποίες δεν περιλαμβάνονταν η Βενετία και η Chioggia. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή έκρινε ότι οι απαλλαγές αυτές δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως μέτρα περιφερειακού σκοπού (αιτιολογικές σκέψεις 68 έως 70 της προσβαλλομένης αποφάσεως). Τέλος, όσον αφορά τον προβαλλόμενο σκοπό περιφερειακής ανάπτυξης, η Επιτροπή επισήμανε ότι, λαμβανομένων υπόψη των χαρακτηριστικών του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων, δεν υπήρχε κανένας σύνδεσμος μεταξύ του καθεστώτος αυτού και των διαρθρωτικών δυσκολιών των οποίων γίνεται επίκληση (αιτιολογική σκέψη 78).
288 Εν συνεχεία, η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 71 έως 77), απέρριψε τα επιχειρήματα των ιταλικών αρχών, της επιτροπής και του Δήμου Βενετίας υπέρ της εφαρμογής λιγότερο αυστηρών κριτηρίων σε σχέση με εκείνα που προβλέπει η ανακοίνωση της 12ης Αυγούστου 1988. Ειδικότερα, η Επιτροπή αρνήθηκε ότι εφάρμοσε κανόνες που εισάγουν εξαίρεση στα κριτήρια που προβλέπονται από την ανακοίνωση αυτή, και ιδίως στο πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις στις υποβαθμισμένες αστικές περιοχές, με ημερομηνία της 14ης Μαΐου 1997, στην ανακοίνωση περί τροποποιήσεως της μεθόδου εφαρμογής του άρθρου [87], παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, [ΕΚ] στις ενισχύσεις περιφερειακού σκοπού ενόψει της προσχωρήσεως των σκανδιναβικών χωρών, της 20ής Δεκεμβρίου 1994 (ΕΕ C 364, σ. 8), και στην απόφασή της 95/455 (βλ. σκέψη 2 ανωτέρω).
289 Οι προσφεύγουσες και η Ιταλική Δημοκρατία, που παρεμβαίνει προς στήριξη των αιτημάτων της Italgas, συμφωνούν με τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν ενώπιον της Επιτροπής κατά τη διοικητική διαδικασία και υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβαίνει το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ και είναι ανεπαρκώς αιτιολογημένη, καθόσον η Επιτροπή δεν έλαβε δεόντως υπόψη τις ιδιαίτερες δυσκολίες που συνδέονται με τον νησιωτικό χαρακτήρα της Βενετίας, προκειμένου να χορηγήσει περιφερειακή παρέκκλιση στις απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές οι οποίες, με την προσβαλλόμενη απόφαση, κρίθηκαν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά.
290 Υπενθυμίζεται ότι, κατά τη νομολογία, στο πλαίσιο της εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, η Επιτροπή διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, η άσκηση της οποίας προϋποθέτει σύνθετες εκτιμήσεις οικονομικής και κοινωνικής φύσεως, οι οποίες πρέπει να πραγματοποιούνται εντός κοινοτικού πλαισίου. Ο δικαστικός έλεγχος της ασκήσεως της εν λόγω εξουσίας εκτιμήσεως περιορίζεται στην επαλήθευση της τηρήσεως των κανόνων διαδικασίας και αιτιολογίας, καθώς και στον έλεγχο της ουσιαστικής ακρίβειας των πραγματικών περιστατικών που ελήφθησαν υπόψη και της απουσίας πλάνης περί το δίκαιο, πρόδηλης πλάνης περί την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών ή καταχρήσεως εξουσίας (απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Φεβρουαρίου 2003, C‑409/00, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. I‑1487, σκέψη 93, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Οκτωβρίου 2004, T‑137/02, Pollmeier Malchow κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑3541, σκέψη 52).
291 Επιπλέον, από το γράμμα του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ και του άρθρου 88 ΕΚ προκύπτει ότι η Επιτροπή «μπορεί» να θεωρήσει συμβατές με την κοινή αγορά τις ενισχύσεις που αναφέρονται στην πρώτη από τις δύο αυτές διατάξεις. Επομένως, η Επιτροπή, μολονότι πρέπει πάντοτε να αποφαίνεται επί της συμβατότητας με την κοινή αγορά των κρατικών ενισχύσεων που ελέγχει, ακόμη και αν αυτές δεν της έχουν κοινοποιηθεί, δεν υποχρεούται, πάντως, να κηρύσσει τις ενισχύσεις αυτές συμβατές με την κοινή αγορά (αποφάσεις Ισπανία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 290 ανωτέρω, σκέψη 94, και Pollmeier Malchow κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 290 ανωτέρω, σκέψη 53).
292 Η Επιτροπή μπορεί να επιβάλει στον εαυτό της κατευθύνσεις για την άσκηση της ως άνω εξουσίας εκτιμήσεως με πράξεις όπως πλαίσια, ανακοινώσεις, κατευθυντήριες γραμμές, στον βαθμό που οι πράξεις αυτές περιέχουν ενδεικτικούς κανόνες σχετικά με την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει το θεσμικό αυτό όργανο και στον βαθμό που δεν αφίστανται των κανόνων της Συνθήκης. Οσάκις η Επιτροπή υιοθετεί τέτοιες πράξεις προοριζόμενες να διευκρινίσουν, τηρουμένης της Συνθήκης, τα κριτήρια που πρόκειται να εφαρμόσει στο πλαίσιο της ασκήσεως της εξουσίας της εκτιμήσεως, εντεύθεν προκύπτει ένας αυτοπεριορισμός της εξουσίας αυτής, καθόσον η Επιτροπή οφείλει να τηρεί τους ενδεικτικούς κανόνες που η ίδια επέβαλε στον εαυτό της. Στο πλαίσιο αυτό, εναπόκειται στο Πρωτοδικείο να ελέγχει αν οι κανόνες αυτοί τηρήθηκαν από την Επιτροπή (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 1ης Δεκεμβρίου 2004, T-27/02, Kronofrance κατά Επιτροπής, Συλλογή 2004, σ. II‑4177, σκέψη 79 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία· βλ., επίσης, αποφάσεις Ισπανία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 290 ανωτέρω, σκέψη 95, και Pollmeier Malchow κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 290 ανωτέρω, σκέψη 54).
293 Στο πλαίσιο της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει κατά την εφαρμογή του άρθρου 87, παράγραφος 3, ΕΚ, η Επιτροπή διατηρεί την εξουσία, αν το επιβάλουν οι περιστάσεις, να καταργήσει ή να τροποποιήσει τα πλαίσια, τις ανακοινώσεις και της κατευθυντήριες γραμμές που έχει εκδώσει. Επιπλέον, οι πράξεις αυτές άπτονται ενός οριοθετημένου τομέα και δικαιολογούνται από την επιδίωξη της Επιτροπής να εφαρμόσει μια πολιτική που έχει καθορίσει (απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Απριλίου 1998, T‑214/95, Vlaams Gewest κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II‑717, σκέψη 89).
294 Ειδικότερα, από τη νομολογία προκύπτει ότι η εξουσία της Επιτροπής να αποφαίνεται υπέρ της συμβατότητας ενισχύσεων με την κοινή αγορά, στηριζόμενη απευθείας στο άρθρο 87, παράγραφος 3, ΕΚ, δεν αποκλείεται στην περίπτωση που δεν έχει ρητά λάβει θέση επί του ζητήματος αυτού με τη σχετική ανακοίνωση, τις κατευθυντήριες γραμμές ή το πλαίσιο. Αυτό ισχύει, ειδικότερα, στην περίπτωση που το εφαρμοστέο πλαίσιο δεν απαγορεύει ρητά ή δεν έχει ως σκοπό να απαγορεύσει το είδος ενισχύσεως που χορηγήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Πρωτοδικείου της 20ής Σεπτεμβρίου 2007, T‑375/03, Fachvereinigung Mineralfaserindustrie κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 143 και 144).
295 Ομοίως από τη νομολογία προκύπτει ότι τέτοια πλαίσια, ανακοινώσεις ή κατευθυντήριες γραμμές δεν μπορεί να νοούνται υπό το πρίσμα μόνο του γράμματός τους. Πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως του άρθρου 87 ΕΚ και του επιδιωκόμενου από τη διάταξη αυτή σκοπού, ήτοι της μη νοθεύσεως του ανταγωνισμού στην κοινή αγορά. Με την απόφαση Kronofrance κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 292 ανωτέρω (σκέψη 89), το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι το πολυτομεακό πλαίσιο για τις περιφερειακές ενισχύσεις προς μεγάλα επενδυτικά σχέδια θα μπορούσε να ερμηνευθεί κατά την έννοια που προβάλλει η Επιτροπή, δηλαδή ότι, για την εκτίμηση του συντελεστή που αφορά την κατάσταση του ανταγωνισμού, η εξέταση του κριτηρίου που αφορά την παρακμάζουσα αγορά επιτρέπεται μόνον επικουρικώς, όταν τα στοιχεία σχετικά με το ποσοστό αξιοποίησης της παραγωγικής ικανότητας του επίμαχου τομέα είναι ανεπαρκή. Πάντως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι το πλαίσιο αυτό έχει την έννοια ότι, στην περίπτωση κατά την οποία τα στοιχεία που αφορούν την αξιοποίηση της παραγωγικής ικανότητας του οικείου τομέα δεν παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στον τομέα αυτό υπάρχει διαρθρωτική πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα, η Επιτροπή πρέπει να εξετάζει αν η σχετική αγορά είναι σε παρακμή, διότι η ερμηνεία αυτή είναι η μόνη που είναι συμβατή προς τον σκοπό του ανόθευτου ανταγωνισμού.
296 Με την ίδια συλλογιστική, το Πρωτοδικείο, με την απόφαση Pollmeier Malchow κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 290 ανωτέρω, έκρινε ότι οι διατάξεις της συστάσεως της Επιτροπής της 3ης Απριλίου 1996 σχετικά µε τον ορισμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων (ΜΜΕ) έπρεπε να ερμηνευθούν υπό το πρίσμα του σκοπού του κριτηρίου της οικονομικής ανεξαρτησίας. Μολονότι οι διατάξεις αυτές προέβλεπαν, κατ’ ουσίαν, ότι ανεξάρτητες επιχειρήσεις θεωρούνται εκείνες που δεν ανήκουν, κατά ποσοστό 25 % ή περισσότερο, σε μία ή σε περισσότερες επιχειρήσεις, οι οποίες δεν ανταποκρίνονται στον ορισμό των ΜΜΕ, εντούτοις το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι διατάξεις αυτές δεν είχαν μεταβάλει τη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής να κρίνει αν επιχειρήσεις που αποτελούν τμήμα ομίλου πρέπει να θεωρηθούν ως ενιαία οικονομική μονάδα όσον αφορά την εφαρμογή του ειδικού συστήματος των κρατικών ενισχύσεων (βλ., ειδικότερα, τις σκέψεις 58 έως 63 της αποφάσεως).
297 Εξάλλου, πρέπει να υπομνηστεί ότι κατά το άρθρο 253 ΕΚ, η Επιτροπή πρέπει να αιτιολογεί τις αποφάσεις της, περιλαμβανομένων αυτών με τις οποίες αρνείται να κηρύξει ενισχύσεις συμβατές προς την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Από την απαιτούμενη όμως από το άρθρο 253 ΕΚ αιτιολογία πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, κατά τρόπο που να καθιστά δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν τη λήψη του μέτρου και, ενδεχομένως, να υπερασπίζονται τα δικαιώματά τους, καθώς και στον δικαστή να ασκεί τον έλεγχό του (απόφαση Ισπανία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 290 ανωτέρω, σκέψεις 95 και 98).
298 Εν προκειμένω, πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί αν η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψεις 287 και 288 ανωτέρω) μπορεί να θεωρηθεί επαρκής και αν, ενόψει της επιχειρηματολογίας των διαδίκων, η Επιτροπή υπερέβη ή όχι τα όρια της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει στο πλαίσιο των σχετικών ανακοινώσεων, των κατευθυντήριων γραμμών και των πλαισίων, υπό το πρίσμα της προμνησθείσας νομολογίας.
299 Όσον αφορά, καταρχάς, το επιχείρημα της Hotel Cipriani ότι οι σχετικές με τις εθνικές ενισχύσεις περιφερειακού σκοπού διατάξεις πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ευέλικτο, υπό το πρίσμα των σκοπών της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, η Επιτροπή ορθά υπογραμμίζει ότι η διασφάλιση ανόθευτου ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά (άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο ζ΄, ΕΚ και άρθρα 81 ΕΚ έως 89 ΕΚ), αφενός, και η ενίσχυση της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής (άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο κ΄, ΕΚ και άρθρα 158 ΕΚ έως 162 ΕΚ), αφετέρου, συνιστούν δύο διακριτές και αυτοτελείς πολιτικές της Κοινότητας. Τα διαρθρωτικά ταμεία συνιστούν το βασικό μέσο της δεύτερης από τις πολιτικές αυτές, ενώ οι περιφερειακές παρεκκλίσεις που προβλέπονται από το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχεία α΄ και γ΄, ΕΚ εμπίπτουν στην κοινοτική πολιτική του ανταγωνισμού, η αποστολή τους δε εξαντλείται στην ανάγκη να αποφευχθεί η αδικαιολόγητη στρέβλωση του ανταγωνισμού που θα αντέβαινε προς το κοινό συμφέρον. Πάντως, η συμπληρωματικότητα των δύο αυτών πολιτικών στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, η οποία, εξάλλου, προέκυπτε ήδη από την ανακοίνωση της 12ης Αυγούστου 1988 (τέταρτο εδάφιο του προοιμίου), ουδεμία ιεράρχηση συνεπάγεται μεταξύ των σκοπών που οι πολιτικές αυτές επιδιώκουν αντίστοιχα. Επομένως, το γεγονός που επισημαίνεται στην αιτιολογική σκέψη 3 του κανονισμού (ΕΚ) 1628/2006 της Επιτροπής, της 24ης Οκτωβρίου 2006, για την εφαρμογή των άρθρων 87 ΕΚ και 88 ΕΚ στις εθνικές επενδυτικές ενισχύσεις περιφερειακού χαρακτήρα (ΕΕ L 302, σ. 29), ήτοι του κανονισμού περί απαλλαγής κατά κατηγορίες του οποίου επίκληση γίνεται από την Hotel Cipriani, ότι οι κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού σκοπού βελτιώνουν την οικονομική, κοινωνική και εδαφική συνοχή των κρατών μελών και της Κοινότητας στο σύνολό της, δεν δύναται να επηρεάσει την ερμηνεία των σχετικών με τις κρατικές ενισχύσεις περιφερειακού σκοπού κανόνων. Ειδικότερα, η Επιτροπή, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειάς της, δεν υποχρεούται να εφαρμόζει τους κανόνες αυτούς κατά τρόπο πιο ελαστικό, ώστε οι σκοποί της πολιτικής περί οικονομικής και κοινωνικής συνοχής να υπερισχύουν των σκοπών της πολιτικής του ανταγωνισμού. Στην πράξη, εξάλλου, οι κατευθυντήριες γραμμές του 1998 περιέχουν ειδική διάταξη (σημείο 3.10.5) για την προαγωγή της συνοχής των κρατικών ενισχύσεων περιφερειακού σκοπού με τα διαρθρωτικά ταμεία, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την τήρηση ορισμένων προϋποθέσεων που προβλέπονται από τις κατευθυντήριες αυτές γραμμές.
300 Εν συνεχεία, πρέπει να εξεταστούν τα σχετικά με τα πλαίσια, τις ανακοινώσεις και τις κατευθυντήριες γραμμές επιχειρήματα των προσφευγουσών, προκειμένου να αποδειχθεί ότι, εν προκειμένω, η Επιτροπή υπεχρεούτο να κηρύξει τις επίμαχες απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές συμβατές με την κοινή αγορά, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ.
301 Πρώτον, όπως επισημαίνει η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 72), το πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις στις υποβαθμισμένες αστικές περιοχές δεν αφορά τη χορήγηση περιφερειακών ενισχύσεων, αλλά τη χορήγηση τομεακών ενισχύσεων, σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Συγκεκριμένα, μολονότι είναι αληθές ότι, όσον αφορά την ένταση των δυσχερειών η οποία δικαιολογεί τη χορήγηση παρέκκλισης σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, το σημείο 13 του εν λόγω πλαισίου προβλέπει ότι οι υποβαθμισμένες αστικές περιοχές παρουσιάζουν, τόσο από άποψη κοινωνικοοικονομικής κατάστασης όσο και από άποψη μειονεκτημάτων και επιπλέον κόστους που βαρύνει τις εκεί εγκατεστημένες επιχειρήσεις, δυσκολίες ανάλογης σοβαρότητας με αυτές των ενισχυόμενων βάσει της παρέκκλισης του προαναφερθέντος άρθρου περιοχών, εντούτοις, στο σημείο 10 υπογραμμίζεται ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επιχειρήσεις στις εν λόγω υποβαθμισμένες αστικές περιοχές είναι προβλήματα κυρίως τοπικού χαρακτήρα τα οποία δεν δικαιολογούν μία περιφερειακή παρέμβαση που προορίζεται για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Επιπλέον, κατά το σημείο 5, ο ακατάλληλος χαρακτήρας των κανόνων που διέπουν τις περιφερειακές ενισχύσεις προκύπτει, ειδικότερα, αφενός, από τα κριτήρια επιλεξιμότητας των περιοχών που μπορούν να τύχουν των ενισχύσεων και, αφετέρου, από το γεγονός ότι δεν επιτρέπεται να επωφελούνται των περιφερειακών ενισχύσεων υπάρχουσες επιχειρήσεις εκτός του πλαισίου επενδύσεων.
302 Εξάλλου, το ένα από τα καθοριζόμενα στο σημείο 7 του προαναφερθέντος πλαισίου διαζευκτικά κριτήρια επιλεξιμότητας των περιοχών για τη λήψη κρατικών ενισχύσεων, οι οποίες αφορούν τις επιχειρήσεις των υποβαθμισμένων αστικών περιοχών, συνίσταται στο να έχουν επιλεγεί οι περιοχές αυτές βάσει της πρωτοβουλίας Urban, που θεσπίστηκε στο πλαίσιο των διαρθρωτικών ταμείων κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 11 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2082/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 4253/88 για τις διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά το συντονισμό των παρεμβάσεων των διαφόρων διαρθρωτικών ταμείων μεταξύ τους καθώς και με τις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκή Τράπεζας Επενδύσεων και των λοιπών υφισταμένων χρηματοδοτικών οργάνων (ΕΕ L 193, σ. 24), και του άρθρου 3, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2083/93 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουλίου 1993, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 4254/88 σχετικά με διατάξεις εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 2052/88 όσον αφορά το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΕ L 193, σ. 34). Η ανακοίνωση προς τα κράτη μέλη για τον καθορισμό των κατευθύνσεων για τα επιχειρησιακά προγράμματα που καλούνται να καταρτίσουν τα κράτη μέλη στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Urban (ΕΕ 1994, C 180, σ. 6) προβλέπει, στο σημείο 14, ότι, στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Urban, μια κοινοτική ενίσχυση υπό μορφή δανείων ή επιχορηγήσεων μπορεί να χορηγηθεί υπέρ ολοκληρωμένων αναπτυξιακών προγραμμάτων που αφορούν ένα γεωγραφικώς προσδιορισμένο και περιορισμένο τμήμα μιας αστικής περιοχής που αντιμετωπίζει δυσκολίες. Συναφώς, από το πλαίσιο σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις προς τις επιχειρήσεις στις υποβαθμισμένες αστικές περιοχές (σημείο 2.1) προκύπτει ότι αυτό αφορά, ειδικότερα, τις κρατικές ενισχύσεις που συμπληρώνουν τη δράση των διαρθρωτικών ταμείων.
303 Πρέπει να επισημανθεί ότι, κατά το σημείο 4 του πλαισίου αυτού, οι επιχειρήσεις αποφεύγουν τις υποβαθμισμένες αστικές περιοχές λόγω των οικονομικών μειονεκτημάτων τα οποία προκύπτουν συγκεκριμένα από «τις άμεσες ή έμμεσες πρόσθετες δαπάνες που σχετίζονται με την εγκατάσταση στις εν λόγω περιοχές (κλοπές, επίπεδο ασφαλίστρων, βανδαλισμός […]) καθώς και από τα διαρθρωτικά μειονεκτήματα που προσιδιάζουν στις εν λόγω περιοχές (σπανιότητα ειδικευμένου εργατικού δυναμικού που να ενδιαφέρεται να εργαστεί στις εν λόγω περιοχές, γενική μείωση της οικονομικής δραστηριότητας, έλλειψη και υποβάθμιση των δημόσιων υποδομών, ανασφάλεια, δημοσιονομικές δυσκολίες των τοπικών αρχών, πρόβλημα «εικόνας της εμπορικής επωνυμίας»)». Το εν λόγω πλαίσιο αφορά μόνο τις ενισχύσεις προς μικρές επιχειρήσεις που ασκούν δραστηριότητα τοπικού χαρακτήρα (σημείο 11), και αναφέρει, στο παράρτημα 1, τις επιλέξιμες δραστηριότητες μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται τα ξενοδοχεία και η εστίαση. Μεταξύ των «μη επιλέξιμων δραστηριοτήτων» που αναφέρονται στο εν λόγω παράρτημα περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η διανομή φυσικού αερίου.
304 Εν προκειμένω, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων αφορά, αντίθετα, όλες τις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στη Βενετία και την Chioggia. Δεν προβλέπει κανέναν περιορισμό του ουσιαστικού πεδίου εφαρμογής του.
305 Επιπλέον, μολονότι η Hotel Cipriani υποστηρίζει ότι η Βενετία εμπίπτει, βάσει ειδικότερα της πρωτοβουλίας Urban (βλ. σκέψη 299 ανωτέρω), στο πεδίο εφαρμογής του προαναφερθέντος πλαισίου, πάντως, δεν δύναται να υποστηριχθεί βάσιμα και, εξάλλου, ουδεμία εκ των προσφευγουσών ισχυρίζεται ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων πληροί τα ειδικά κριτήρια που καθορίζονται στο εν λόγω πλαίσιο. Επομένως, το πλαίσιο αυτό ουδεμία επιρροή ασκεί εν προκειμένω. Συναφώς, η Επιτροπή ορθά, πράγματι, υποστηρίζει ότι το προαναφερθέν πλαίσιο δεν αποτελεί παράδειγμα παρέμβασης εισάγουσας παρέκκλιση από τα κριτήρια εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ η οποία δικαιολογείται από ιδιαίτερες και εξαιρετικές περιστάσεις. Αντίθετα, το πλαίσιο καθορίζει γενικά κριτήρια για τη χορήγηση τομεακής παρέκκλισης, τα οποία έχουν εφαρμογή σε όλες τις υποβαθμισμένες αστικές περιοχές. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το γεγονός ότι η Επιτροπή έλαβε υπόψη, με το εν λόγω πλαίσιο, τις ιδιαίτερες οικονομικές δυσκολίες στις υποβαθμισμένες αστικές περιοχές δεν σημαίνει, αντίθετα προς τη θέση των προσφευγουσών, ότι για τη χορήγηση παρέκκλισης σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ η Επιτροπή όφειλε να λάβει υπόψη τα προβαλλόμενα από τις προσφεύγουσες ιδιαίτερα προβλήματα της Βενετίας, τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι υποβαθμισμένες αστικές περιοχές.
306 Δεύτερον, οι προσφεύγουσες και η Ιταλική Δημοκρατία δεν μπορούν βάσιμα να προσάψουν στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη την ιδιαιτερότητα των οφειλομένων στον νησιωτικό χαρακτήρα διαρθρωτικών προβλημάτων που επικαλέστηκαν οι ιταλικές αρχές και τα ενδιαφερόμενα μέρη κατά τη διοικητική διαδικασία, προκειμένου να χορηγήσει περιφερειακή παρέκκλιση σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, για τον λόγο ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων επεδίωκε σκοπούς που συνάδουν προς τους σκοπούς περιφερειακής ανάπτυξης του καθεστώτος περιφερειακών ενισχύσεων και αποτελούσε ανάλογο μέτρο.
307 Ασφαλώς, από τη νομολογία (βλ. σκέψεις 294 έως 296 ανωτέρω) προκύπτει ότι η Επιτροπή δύναται, όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες και η Ιταλική Δημοκρατία, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειάς της, να λαμβάνει υπόψη ιδιαίτερες καταστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, χωρίς να χρειάζεται να τροποποιήσει προς τούτο το καθεστώς περιφερειακών ενισχύσεων που απορρέει από τις ισχύουσες ανακοινώσεις και κατευθυντήριες γραμμές ή να θεσπίσει κανονιστική ρύθμιση ad hoc. Σε μια τέτοια περίπτωση, στην Επιτροπή εναπόκειται να σταθμίσει τα ευεργετικά και τα αρνητικά αποτελέσματα της ενισχύσεως επί των όρων των εμπορικών συναλλαγών και επί της διατηρήσεως ανόθευτου ανταγωνισμού (αποφάσεις Philip Morris Holland κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 225 ανωτέρω, σκέψεις 24 και 26, και Alzetta κ.λπ. κατά Επιτροπής προαναφερθείσα στη σκέψη 45 ανωτέρω, σκέψη 129).
308 Πάντως, εν προκειμένω, από τα επιχειρήματα των προσφευγουσών και της Ιταλικής Δημοκρατίας δεν συνάγεται ότι η Επιτροπή υπερέβη τα όρια της διακριτικής ευχέρειάς της καθόσον στις αιτιολογικές σκέψεις 68 και 69 της προσβαλλομένης αποφάσεως (βλ. σκέψη 287 ανωτέρω) στηρίχτηκε στα κριτήρια εκτιμήσεως που καθορίζονται με την ανακοίνωση της 12ης Αυγούστου 1988 και με τις κατευθυντήριες γραμμές του 1998.
309 Ειδικότερα, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι η Επιτροπή είχε υποπέσει σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως καθόσον έκρινε ότι η κατάσταση της Βενετίας δεν παρουσίαζε καινούρια στοιχεία και στηρίχτηκε, έτσι, στο γεγονός ότι οι επίμαχες ενισχύσεις δεν συνδέονταν με κάποια επένδυση, προκειμένου να αρνηθεί να τις εγκρίνει βάσει της περιφερειακής παρέκκλισης (βλ. σκέψη 288 ανωτέρω). Επιπροσθέτως, οι προσφεύγουσες και η Ιταλική Δημοκρατία δεν αμφισβητούν ότι μόνον ορισμένες περιοχές της Βενετίας περιλαμβάνονταν στον κατάλογο των περιφερειών που μπορούν να τύχουν περιφερειακής παρέκκλισης σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Πάντως, ως προς το τελευταίο αυτό σημείο πρέπει να επισημανθεί ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, το γεγονός αυτό δεν απέκλειε αυτόματα ολόκληρη τη Βενετία από τη χορήγηση περιφερειακής παρέκκλισης. Εντούτοις, στις επιλέξιμες περιοχές, η φύση των επίμαχων ενισχύσεων ως λειτουργικών ενισχύσεων αρκούσε για να δικαιολογήσει την άρνηση της Επιτροπής να τις εγκρίνει ως περιφερειακές ενισχύσεις.
310 Εξάλλου, πρέπει να απορριφθεί η αιτίαση της Italgas και της Ιταλικής Δημοκρατίας ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς την απόρριψη των επιχειρημάτων που προέβαλαν, κατά τη διοικητική διαδικασία, οι ιταλικές αρχές και τα ενδιαφερόμενα μέρη όσον αφορά τη μοναδική κατάσταση της εντός της λιμνοθάλασσας περιοχής της Βενετίας, στο μέτρο που με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 74) η Επιτροπή επικαλέστηκε μόνο την έλλειψη νέων στοιχείων ικανών να δικαιολογήσουν τη χορήγηση της ad hoc αιτηθείσας παρεκκλίσεως.
311 Συγκεκριμένα, στην αιτιολογική σκέψη 74 της προσβαλλομένης αποφάσεως, η Επιτροπή εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους δεν προετίθετο, εν προκειμένω, να τροποποιήσει τη μέθοδο εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, της 12ης Αυγούστου 1988, για να την προσαρμόσει στην υπό εξέταση περίπτωση, όπως είχε κάνει ενόψει της διεύρυνσης της Κοινότητας με την προσχώρηση της Σουηδίας και της Φινλανδίας. Πράγματι, επ’ ευκαιρία της διεύρυνσης, η Επιτροπή είχε τροποποιήσει, με απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, την προαναφερθείσα μέθοδο προβλέποντας, κατ’ ουσίαν, ένα πρόσθετο κριτήριο επιλεξιμότητας των περιοχών προκειμένου να τύχουν περιφερειακής παρέκκλισης και τη δυνατότητα να επιτραπούν ενισχύσεις που αποσκοπούν στη μερική αντιστάθμιση των πρόσθετων μεταφορικών εξόδων, προκειμένου να ληφθούν υπόψη γεωγραφικές ιδιομορφίες νέες για την Ευρωπαϊκή Κοινότητα, ήτοι η γεωγραφική θέση στον απομακρυσμένο Βορρά, αντίξοες καιρικές συνθήκες, ιδιαίτερα μεγάλες εσωτερικές αποστάσεις, μικρή πληθυσμιακή πυκνότητα σε ορισμένα τμήματα της επικράτειας, οι οποίες δεν είχαν ληφθεί υπόψη ως βασικά προβλήματα κατά την επεξεργασία της μεθόδου (βλ. την προαναφερθείσα ανακοίνωση της 20ής Δεκεμβρίου 1994 που απευθύνεται στα κράτη μέλη και στους λοιπούς ενδιαφερόμενους σχετικά με τροποποίηση του μέρους II της ανακοίνωσης της 12ης Αυγούστου 1998). Επομένως, η Επιτροπή, καθόσον διευκρίνισε ότι η κατάσταση στη Βενετία δεν παρουσίαζε νέα στοιχεία και ότι το προτεινόμενο καθεστώς ενισχύσεων μπορούσε να διαταράξει το ισχύον σύστημα ενισχύσεων, δεδομένου ότι επρόκειτο για λειτουργικές ενισχύσεις που χορηγούνται σε μια περιφέρεια χωρίς οξέα προβλήματα οικονομικής και κοινωνικής συνοχής, αιτιολόγησε επαρκώς την άρνησή της να παρεκκλίνει, εν προκειμένω, από τα κριτήρια που προβλέπει η εφαρμοστέα μέθοδος.
312 Τρίτον, η θέση που υποστηρίζει η Italgas ότι Επιτροπή εξουσιοδοτείται να παρεκκλίνει ειδικότερα από τα κριτήρια που προβλέπονται από το σημείο 22 των κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με τις ενισχύσεις στην απασχόληση, όσον αφορά τις γενικές απαλλαγές από κοινωνικές εισφορές που προβλέπονται στο άρθρο 1 της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Αυγούστου 1994 και αποσκοπούν στη διατήρηση της απασχόλησης, πρέπει ομοίως να απορριφθεί. Συγκεκριμένα, μολονότι οι κατευθυντήριες αυτές γραμμές αφορούν τομεακές παρεκκλίσεις σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, η προσφεύγουσα επικαλείται μόνο την απόφαση 95/455, με την οποία η Επιτροπή είχε χορηγήσει περιφερειακή παρέκκλιση όσον αφορά τις απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές που ίσχυαν στο Mezzogiorno, υπό εντελώς διαφορετικές περιστάσεις σε σχέση με τις επίδικες εν προκειμένω, όπως επισημαίνει με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 75 και 76). Με την ως άνω απόφαση του 1995 (αιτιολογική σκέψη 14), η Επιτροπή είχε κρίνει ότι οι λειτουργικές ενισχύσεις που προβλέπονται από το άρθρο 1 της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Αυγούστου 1994 για τις περιοχές εκτός Abruzzo και Molise πληρούσαν όλες τις προϋποθέσεις για να υπαχθούν στην περιφερειακή παρέκκλιση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, ΕΚ. Αντίθετα, όσον αφορά τις περιοχές Abruzzo και Molise, οι οποίες δεν πληρούσαν πλέον τις προϋποθέσεις αυτές, η Επιτροπή είχε λάβει υπόψη της το γεγονός ότι οι δύο περιοχές καλύπτονταν από την παρέκκλιση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, ΕΚ μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1993. Η Επιτροπή έκρινε, έτσι, ότι, μολονότι το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ δεν καλύπτει τις λειτουργικές ενισχύσεις, πάντως, ήταν σκόπιμο και συμβατό με την κοινή αγορά, χωρίς οι όροι των συναλλαγών να μεταβληθούν σε μέτρο που να αντιβαίνει στο κοινό συμφέρον, να γίνουν αποδεκτές οι ενισχύσεις αυτές, οι οποίες συνοδεύονταν από ένα σχέδιο προοδευτικής κατάργησης, ως συνοδευτικά μέτρα προσωρινού χαρακτήρα, ώστε να ευνοηθεί η προσαρμογή των επιχειρήσεων της περιοχής στο λιγότερο ευνοϊκό καθεστώς του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Με την απόφαση 95/455 (αιτιολογική σκέψη 15), η Επιτροπή είχε δικαιολογήσει την εν λόγω παρέκκλιση από τα κριτήρια που προβλέπει η ανακοίνωση της 12ης Αυγούστου 1988 επικαλούμενη μια «γενική αρχή σύμφωνα με την οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη μια αντικειμενική ιδιαιτερότητα καταστάσεων που δεν μπορούν να συγκριθούν με εκείνες των άλλων περιοχών που θα επιδέχονταν παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου [87], παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, [ΕΚ]».
313 Τέταρτον, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Italgas, η Επιτροπή, κρίνοντας τις απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης που προβλέπονται από το άρθρο 2 της υπουργικής αποφάσεως της 5ης Αυγούστου 1994 συμβατές με την κοινή αγορά, στην περίπτωση που οι απαλλαγές αυτές δεν είχαν χορηγηθεί σε ΜΜΕ ή σε επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους σε περιφέρεια επιλέξιμη για τις ενισχύσεις περιφερειακού σκοπού ή σε επιχείρηση που προσλαμβάνει κατηγορίες εργαζομένων με δυσχέρεια ένταξης στην αγορά εργασίας, συμμορφώθηκε πλήρως προς τα κριτήρια που αυτή όρισε με τις προαναφερθείσες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με τις ενισχύσεις στην απασχόληση. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή σαφώς ανέφερε, στο σημείο 21 των κατευθυντήριων αυτών γραμμών, τα κριτήρια βάσει των οποίων θα έκρινε αν μια ενίσχυση για τη δημιουργία θέσεων απασχόλησης δύναται να τύχει τομεακής παρέκκλισης σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ. Μεταξύ των κριτηρίων αυτών περιλαμβάνονται οι προαναφερθείσες τρεις διαζευκτικές προϋποθέσεις και, ειδικότερα, εκείνη που αφορά την εγκατάσταση της δικαιούχου επιχειρήσεως σε περιοχή επιλέξιμη για τις ενισχύσεις περιφερειακού σκοπού. Στο μέτρο που η Italgas δεν επικαλείται κανένα στοιχείο ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση τη συνοχή μεταξύ των τριών αυτών διαζευκτικών κριτηρίων και των σκοπών των τομεακών παρεκκλίσεων βάσει του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ, που αφορά τις ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που θα αντέκειτο προς το κοινό συμφέρον, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά πάγια νομολογία (βλ. σκέψη 292 ανωτέρω), η Επιτροπή υπεχρεούτο να συμμορφωθεί με τα ενδεικτικά κριτήρια που η ίδια επέβαλε στον εαυτό της. Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι εφάρμοσε τα κριτήρια αυτά, αφ’ ης στιγμής δεν αποδείχθηκε ούτε υποστηρίχθηκε τεκμηριωμένα ότι τα εν λόγω κριτήρια δεν συμβιβάζονται με τον επιδιωκόμενο από τις τομεακές παρεκκλίσεις σκοπό (βλ., a contrario, απόφαση Pollmeier Malchow κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 290 ανωτέρω).
314 Για όλους τους ανωτέρω λόγους, οι λόγοι ακυρώσεως που αντλούνται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ και από ελλιπή αιτιολογία πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
3. Επί της προβαλλομένης παραβάσεως του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, ΕΚ και της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, καθώς και της υποτιθέμενης ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επιχειρήματα των προσφευγουσών
– Υπόθεση T-254/00
315 Η προσφεύγουσα Hotel Cipriani αμφισβητεί την αιτιολογία βάσει της οποίας η Επιτροπή αρνήθηκε να χορηγήσει παρέκκλιση για πολιτιστικούς λόγους. Ισχυρίζεται ότι η μελέτη του COSES, την οποία προσκόμισε η επιτροπή, επιβεβαίωσε τον γενικό χαρακτήρα των περιορισμών που απορρέουν στη Βενετία από τη σχετική με την προστασία των πολιτιστικών αγαθών και του περιβάλλοντος ιταλική νομοθεσία. Η μελέτη αυτή αναφέρει με ακρίβεια τις πρόσθετες δαπάνες που προκύπτουν στη Βενετία από τους εν λόγω περιορισμούς σε σχέση με τις δαπάνες που συνεπάγονται ανάλογοι περιορισμοί σε διαφορετικά από πλευράς περιβαλλοντικών συνθηκών πλαίσια. Η προσφεύγουσα επικαλείται, ειδικότερα, τους περιορισμούς που επιβάλλει ο ιταλικός νόμος 1089/39, με τον οποίο θεσπίστηκε ένα σύστημα προστασίας των αγαθών ιστορικής και καλλιτεχνικής σημασίας και, όσον αφορά ειδικότερα τη Βενετία, το διάταγμα 791/73 του Προέδρου της Δημοκρατίας, με το οποίο θεσπίζονται ειδικές διατάξεις σχετικά με τις παρεμβάσεις που αφορούν την αναπαλαίωση και την αποκατάσταση των κτιρίων αρχιτεκτονικής, ιστορικής και καλλιτεχνικής σημασίας. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η επιτροπή είχε προτείνει, περαιτέρω, να παράσχει τα πρόσθετα στοιχεία που η Επιτροπή θα θεωρούσε αναγκαία. Υπό τις περιστάσεις αυτές, αν αποδεικνυόταν ότι ορισμένες επιχειρήσεις δεν υπόκειντο στις προαναφερθείσες πρόσθετες δαπάνες, η Επιτροπή, στηριζόμενη σε όλα τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία, θα όφειλε, απλώς, να αρνηθεί τη χορήγηση παρεκκλίσεως για πολιτιστικούς λόγους στις επιχειρήσεις που δεν υπόκεινται στους περιορισμούς αυτούς.
316 Εν συνεχεία, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, σε σύγκριση με το ύψος του επιπλέον κόστους, το χαμηλό ύψος των επίδικων απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών, οι οποίες, εξάλλου, ήταν προοδευτικά μειούμενες μέχρι την ολοσχερή κατάργησή τους, δεν ήταν δυσανάλογο. Εν προκειμένω, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αυτή που παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας.
317 Εξάλλου, η Επιτροπή είχε χορηγήσει παρέκκλιση για πολιτιστικούς λόγους στο Consorzio Venezia Nuova, χωρίς να εξετάσει τον σύνδεσμο μεταξύ του πολιτιστικού σκοπού που επιδιώκει ο εν λόγω οργανισμός και του ύψους των χορηγηθεισών ενισχύσεων. Συνεπώς, από την άποψη αυτή, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντιφατική και παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
318 Η συνιστάμενη στην παροχή ξενοδοχειακών υπηρεσιών δραστηριότητα της προσφεύγουσας, της οποίας οι κτιριακές εγκαταστάσεις υπάγονται στο σύστημα των εξαιρετικά αυστηρών περιορισμών που έχει εφαρμογή στο ιστορικό κέντρο, συνδέεται στενά με την ταυτότητα των κτιρίων τα οποία εκμεταλλεύεται, των οποίων ο αρχικός προορισμός πρέπει να διατηρηθεί κατ’ εφαρμογήν του προαναφερθέντος διατάγματος 791/1973. Η απασχόληση προς τον σκοπό αυτό επαρκούς κατά τον αριθμό προσωπικού ανταποκρίνεται στην ανάγκη να διατηρηθεί η εμφάνιση και ο ιστορικός ρόλος των εν λόγω κτιρίων εντός της πόλεως.
– Υπόθεση T-277/00
319 Οι προσφεύγουσες, ήτοι η Coopservice και η επιτροπή, προσάπτουν στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε υπόψη την ύπαρξη γενικών περιορισμών που αφορούν συγκεκριμένα την περιοχή της λιμνοθάλασσας και αποσκοπούν στη διατήρηση, ιδίως, της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και του περιβάλλοντος. Ειδικότερα, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη περιορισμούς που επιβάλλει το διάταγμα 962/1973 του Προέδρου της Δημοκρατίας προκειμένου να διασφαλίσει «τη διαφύλαξη του φυσικού, ιστορικού, αρχαιολογικού και καλλιτεχνικού πλαισίου της πόλεως της Βενετίας και της λιμνοθάλασσάς της», σύμφωνα με τους σκοπούς που θέτει ο ιταλικός νόμος 171/1973 και ο ιταλικός νόμος 431/1985 με τον οποίο επιδιώκονται πρωταρχικοί σκοποί διαφύλαξης του περιβάλλοντος. Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή εξέτασε μόνο τους σχετικούς με την επιδιωκόμενη από τον νόμο 1089/39 προστασία των αρχιτεκτονικών και κτιριακών θησαυρών άμεσους περιορισμούς. Αντίθετα, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τους «έμμεσους» περιορισμούς που αποσκοπούν στην προστασία των συνθηκών των σχετιζομένων με το περιβάλλον, το πλαίσιο, την προοπτική και το φως των υπαγομένων στους άμεσους περιορισμούς κτιρίων.
320 Κατά τις προσφεύγουσες, οι επίδικες απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές αποσκοπούν στην προώθηση του πολιτισμού και στη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Επιπροσθέτως, οι απαλλαγές αυτές είναι ανάλογες προς το επιπλέον κόστος που προκύπτει από τους προαναφερθέντες περιορισμούς και δεν μεταβάλλουν τους όρους του ενδοκοινοτικού εμπορίου και του ανταγωνισμού. Από τις απόψεις αυτές, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως είναι εσφαλμένη και ανεπαρκής.
Επιχειρήματα της Επιτροπής
321 Η Επιτροπή αντιτείνει ότι απλώς εφάρμοσε το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, ΕΚ. Στο πλαίσιο αυτό, διαπίστωσε την έλλειψη πραγματικού συνδέσμου μεταξύ του χορηγηθέντος πλεονεκτήματος και των σχετικών με τη διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς πρόσθετων δαπανών, την αντιστάθμιση των οποίων επιδιώκει το εν λόγω πλεονέκτημα.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
322 Κατά πρώτον, το Πρωτοδικείο επισημαίνει ότι δεν αποδεικνύεται ότι το επιπλέον κόστος που συνδέεται με τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς επιβαρύνει όλες τις δικαιούχους των επίδικων απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών επιχειρήσεις. Ειδικότερα, η περίσταση την οποία αναφέρει η Hotel Cipriani ότι το αρχιτεκτονικό, ιστορικό και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον δύναται να προσδιοριστεί «για σύνολα κτιρίων τα οποία καθορίζονται με βάση παραμέτρους που ανάγονται σε οδούς, πλατείες και κανάλια», όπως είχε επισημάνει η επιτροπή, δεν αποδεικνύει ότι όλα τα κτίρια που εκμεταλλεύονται οι δικαιούχοι των επίμαχων απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών επιχειρήσεις επιβαρύνονται με το επιπλέον αυτό κόστος.
323 Συναφώς, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή δεν διέθετε τις αναγκαίες πληροφορίες προκειμένου, με την προσβαλλόμενη απόφαση, να διακρίνει μεταξύ των επιχειρήσεων που εκμεταλλεύονται κτίρια υπαγόμενα στις σχετικές με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς δεσμεύσεις και των επιχειρήσεων που δεν εκμεταλλεύονται αυτό το είδος κτιρίων.
324 Γενικότερα, από τις παρατηρήσεις και τα έγγραφα που διαβιβάστηκαν στην Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν διέθετε καμία κρίσιμη πληροφορία η οποία να της επιτρέπει να εκτιμήσει την έκταση ισχύος των ενδεχόμενων περιορισμών αρχιτεκτονικού και πολιτιστικού χαρακτήρα που επικαλούνται η Hotel Cipriani, η Coopservice και η επιτροπή και να εξετάσει την πιθανότητα χορήγησης παρεκκλίσεως σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, ΕΚ. Ειδικότερα, από την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 79) προκύπτει, και δεν αμφισβητείται από τις προσφεύγουσες, ότι η Ιταλική Κυβέρνηση ουδέποτε ζήτησε παρέκκλιση για πολιτιστικούς λόγους, αλλά απλώς προασπίστηκε τον χαρακτήρα των επίδικων απαλλαγών από τις κοινωνικές εισφορές ως περιφερειακών ενισχύσεων. Εξάλλου, η προαναφερθείσα μελέτη, με ημερομηνία Φεβρουάριος 1998, του COSES (σημείο 3.3), την οποία κοινοποίησε στην Επιτροπή ο Δήμος Βενετίας, καθορίζει απλώς τον κατάλογο των νόμων και των κανονιστικών κειμένων που έχουν εφαρμογή στη Βενετία στον τομέα του περιβάλλοντος, των κατασκευών και της πολεοδομίας. Μολονότι δεν αμφισβητείται ότι ορισμένοι από τους νόμους ή από τα κανονιστικά αυτά κείμενα επιβάλλουν περιορισμούς «ιστορικού και καλλιτεχνικού χαρακτήρα», όπως υποστηρίζουν οι προσφεύγουσες, η σημασία και το πεδίο εφαρμογής των περιορισμών αυτών δεν εξειδικεύονται. Επιπροσθέτως, το μεγαλύτερο μέρος της παρατιθέμενης νομοθεσίας αφορά γενικότερα περιορισμούς πολεοδομικής, περιβαλλοντικής ή σχετικής με το τοπίο φύσεως, οι οποίοι δεν μπορούν, καταρχήν, να θεωρηθούν ως αφορώντες την προώθηση του πολιτισμού και τη διατήρηση της πολιτιστική κληρονομιάς σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, EΚ. Όσον αφορά τη μελέτη, με ημερομηνία Μάρτιος 1998, του COSES (σημεία 1.2 και 1.5), την οποία κοινοποίησε στην Επιτροπή η επιτροπή, δεν περιέχει καμία ένδειξη σχετική με το επιπλέον κόστος που βαρύνει τις επιχειρήσεις της Βενετίας ή της Chioggia, η οποία να σχετίζεται άμεσα με την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.
325 Κατά δεύτερον, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως επισημαίνει η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 81), οι λεπτομέρειες εφαρμογής των επίμαχων απαλλαγών από τις κοινωνικές εισφορές δεν παρέχουν εγγύηση όσον αφορά την αναλογικότητα των εν λόγω μέτρων προς τον επιδιωκόμενο από την επικαλούμενη παρέκκλιση σκοπό. Συγκεκριμένα, οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν ότι, λαμβανομένου υπόψη του τρόπου χορηγήσεως της ενισχύσεως, κατά κανόνα δεν υφίσταται σύνδεσμος μεταξύ, αφενός, του ύψους των παρεχομένων σε μια επιχείρηση φορολογικών απαλλαγών, το οποίο σχετίζεται με τον αριθμό των εργαζομένων, και, αφετέρου, του είδους ή του μεγέθους των κτιρίων που εκμεταλλεύεται η επιχείρηση αυτή και, κατ’ ακολουθία, του επιπλέον κόστους με το οποίο επιβαρύνεται για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς.
326 Όσον αφορά την κατάσταση της Hotel Cipriani, της οποίας επίκληση γίνεται εν προκειμένω, πρέπει να αναφερθεί ότι η προσφεύγουσα δεν δύναται παραδεκτώς να προβάλει πραγματικά στοιχεία που αφορούν την ιδιαίτερη κατάστασή της, στο μέτρο που τα στοιχεία αυτά δεν είχαν υποβληθεί στην Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία.
327 Αντίθετα, πρέπει να επισημανθεί ότι η ατομική εξέταση, στην προσβαλλόμενη απόφαση, των ενισχύσεων που χορηγήθηκαν στο Consorzio Venezia Nuova εξηγείται από το γεγονός ότι αυτό είναι μία από τις δημοτικές επιχειρήσεις σε σχέση με τις οποίες οι ιταλικές αρχές είχαν παράσχει λεπτομερή στοιχεία. Με βάση τα στοιχεία αυτά η Επιτροπή έκρινε ότι οι ενισχύσεις που χορηγήθηκαν στην εν λόγω επιχείρηση, ο σκοπός της οποίας κατά το καταστατικό της συνίστατο στην πραγματοποίηση επεμβάσεων αποφασιζόμενων από το κράτος για τη διαφύλαξη της ιστορικής, καλλιτεχνικής και αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της Βενετίας, είχαν πολιτιστικό σκοπό.
328 Για όλους τους ανωτέρω λόγους, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή, καθόσον δεν έλαβε υπόψη την ατομική κατάσταση ιδίως της Hotel Cipriani και καθόσον έκρινε γενικώς ότι οι προβαλλόμενοι περιορισμοί δεν δικαιολογούσαν τη χορήγηση παρέκκλισης για πολιτιστικούς λόγους, παραβίασε, εν προκειμένω, την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και υπερέβη τα όρια της διακριτικής ευχέρειάς της.
329 Κατά συνέπεια, οι λόγοι ακυρώσεως που αντλούνται από παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, ΕΚ και από παραβίαση της υποχρεώσεως αιτιολογίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
4. Επί της προβαλλομένης παραβάσεως του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο ε΄, ΕΚ
Επιχειρήματα των διαδίκων
330 Στην υπόθεση T-277/00, οι προσφεύγουσες, ήτοι η Coopservice και η επιτροπή, υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 84) παραβαίνει το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο ε΄, ΕΚ και ότι η αιτιολογία της είναι ανεπαρκής και αντιφατική, στο μέτρο που η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν δύναται καν να εξετάσει το ενδεχόμενο εφαρμογής της παρέκκλισης που προβλέπει το εν λόγω άρθρο. Υποστηρίζουν ότι η επιδίωξη σκοπών γενικού συμφέροντος σχετικών με την προστασία της βενετσιάνικης πολιτιστικής κληρονομιάς δικαιολογεί μια τέτοια παρέκκλιση.
331 Η Επιτροπή αμφισβητεί τα επιχειρήματα αυτά.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
332 Το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο ε΄, ΕΚ αφορά τις «άλλες κατηγορίες ενισχύσεων που καθορίζονται από το Συμβούλιο, το οποίο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, προτάσει της Επιτροπής». Συνεπώς, αρκεί να διαπιστωθεί, όπως επισημαίνει η Επιτροπή, ότι δεν υπήρχε καμία απόφαση ad hoc του Συμβουλίου, ληφθείσα βάσει του άρθρου αυτού, η οποία να επιτρέπει την έγκριση του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων.
333 Κατά συνέπεια, ο υπό κρίση λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
5. Επί της προβαλλομένης παραβάσεως του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΕΚ, του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΚ και του άρθρου 253 ΕΚ, καθώς και επί της υποτιθέμενης ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
334 Στην υπόθεση T-277/00, οι προσφεύγουσες, ήτοι η Coopservice και η επιτροπή, προσάπτουν, κατά πρώτον, στην Επιτροπή ότι εσφαλμένα και χωρίς αιτιολογία απέκλεισε το ενδεχόμενο η διατήρηση της πόλεως της Βενετίας να συνιστά ένα σημαντικό σχέδιο κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΕΚ. Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αντιφατική ως προς το σημείο αυτό, στο μέτρο που η Επιτροπή είχε αναγνωρίσει, εξάλλου, την εξαιρετική σημασία της διατήρησης της Βενετίας και, συνεπώς, είχε δεχτεί τη συμβατότητα με την κοινή αγορά των χορηγηθεισών στο Consorzio Venezia Nuova ενισχύσεων (αιτιολογική σκέψη 96).
335 Κατά δεύτερον, η Επιτροπή επίσης εσφαλμένα και χωρίς αιτιολογία απέκλεισε την εφαρμογή της παρέκκλισης που προβλέπεται από το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΚ σε σχέση με τις φυσικές καταστροφές. Ωστόσο, η πλημμυρίδα συνιστούσε φυσική καταστροφή λόγω, αφενός, των ιδιαίτερα σημαντικών επιπτώσεών της για τον οικονομικό και κοινωνικό ιστό της πόλεως και του επαναλαμβανόμενου χαρακτήρα της και, αφετέρου, των καταστρεπτικών συνεπειών της στην περίπτωση εκδηλώσεως του εν λόγω φαινομένου με ιδιαίτερη ένταση.
336 Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
337 Κατά πρώτον, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή ορθώς κατά νόμον υποστηρίζει ότι το επίδικο καθεστώς ενισχύσεων δεν δύναται να θεωρηθεί ως στενά συνδεόμενο με ένα σημαντικό σχέδιο ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος. Συγκεκριμένα, το επίδικο καθεστώς ενισχύσεων δεν θεσπίστηκε για τη διατήρηση της Βενετίας, αλλά αποσκοπεί στη μείωση των κοινωνικών εισφορών οι οποίες κανονικά βαρύνουν τον προϋπολογισμό των επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στη Βενετία ή την Chioggia. Το εν λόγω καθεστώς σκοπεί, έτσι, ουσιαστικά στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων αυτών. Πάντως, κατά τη νομολογία, ένα μέτρο ενίσχυσης δύναται να τύχει της προβλεπόμενης από το άρθρο 87, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΕΚ παρέκκλισης μόνον εφόσον δεν εξασφαλίζει ευνοϊκή μεταχείριση κυρίως στους επιχειρηματίες ενός κράτους μέλους, αλλά αντιπροσωπεύει ένα πλεονέκτημα για την Κοινότητα στο σύνολό της (αποφάσεις Unicredito Italiano, προαναφερθείσα στη σκέψη 209 ανωτέρω, σκέψεις 72 έως 78, και της 15ης Δεκεμβρίου 2005, Ιταλία κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 209 ανωτέρω, σκέψεις 139 και 140).
338 Επομένως, η Επιτροπή, αποκλείοντας με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 97) τον χαρακτηρισμό «σχέδιο κοινού ενδιαφέροντος», κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΚ, δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής ευχέρειάς της. Εξάλλου, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών, η προσβαλλόμενη απόφαση ουδεμία αντιφατική αιτιολογία περιέχει συναφώς, στο μέτρο που οι χορηγηθείσες στο Consorzio Venezia Nuova ενισχύσεις δεν είχαν εγκριθεί κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο β΄ (βλ. σκέψη 327 ανωτέρω).
339 Επιπλέον, η Επιτροπή αιτιολόγησε επαρκώς κατά νόμον την προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον ανέφερε ότι το επίδικο καθεστώς ενισχύσεων δεν αφορά ένα σημαντικό σχέδιο κοινού ενδιαφέροντος και δεν αποσκοπεί στην άρση σοβαρής διαταραχής της οικονομίας κράτους μέλους.
340 Κατά δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι οι επίμαχες απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών ορίζονται αναλόγως του αριθμού των εργαζομένων και δεν σκοπούν στην αποκατάσταση των ζημιών που προκαλούνται από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα, όπως απαιτεί το άρθρο 87, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΚ. Εξάλλου, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια πρακτική, στον αγροτικό τομέα, οι ζημίες που συνδέονται με δυσμενή καιρικά φαινόμενα δύνανται να εξομοιωθούν με τις ζημίες που προκαλούνται από θεομηνίες, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΚ, μόνον εφόσον υπερβαίνουν συγκεκριμένα όρια σε σχέση με τη συνήθη παραγωγή. Τα κριτήρια αυτά δεν είναι δυνατό να μεταφερθούν στο φαινόμενο της πλημμυρίδας στη Βενετία.
341 Υπό τις περιστάσεις αυτές, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή, κρίνοντας, με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 99), ότι το φαινόμενο της πλημμυρίδας στη Βενετία δεν ήταν δυνατό να θεωρηθεί ως θεομηνία ή ως έκτακτο γεγονός, κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΚ, δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής ευχέρειάς της. Επιπλέον, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη ως προς το σημείο αυτό.
342 Κατά συνέπεια, οι υπό κρίση λόγοι ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Β – Επί του προβαλλομένου παράνομου χαρακτήρα της υποχρεώσεως ανακτήσεως που επιβάλλει το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως
343 Οι προσφεύγουσες αναπτύσσουν δύο ειδών λόγους προς στήριξη των αιτημάτων τους περί ακύρωσης της υποχρεώσεως ανακτήσεως που επιβάλλει το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Κατά πρώτον, επικαλούνται παράβαση του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999, καθώς και παραβίαση των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως, σε σχέση με τον υποτιθέμενο εσφαλμένο χαρακτηρισμό των επίδικων μέτρων ως νέων ενισχύσεων. Κατά δεύτερον, επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, καθόσον διατάσσει την ανάκτηση των επίδικων ενισχύσεων, παραβαίνει το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 και παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και τους κανόνες του μεταβατικού δικαίου και την υποχρέωση αιτιολογίας.
1. Επί της προβαλλόμενης παραβάσεως του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999 και της παραβιάσεως των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως, σε συνδυασμό με τον υποτιθέμενο εσφαλμένο χαρακτηρισμό των επίδικων μέτρων ως νέων ενισχύσεων
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επιχειρήματα των προσφευγουσών
– Υπόθεση T-254/00
344 Η προσφεύγουσα Hotel Cipriani υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή κίνησε τη σχετική με τις επίδικες, εν προκειμένω, απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών έρευνά της το 1997. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999, που σκοπεί να εγγυηθεί την ασφάλεια δικαίου, περιορίζει την εξουσία έρευνας και απόφασης της Επιτροπής στις ενισχύσεις που θεσπίστηκαν από το 1987 και μετά, οι οποίες μόνες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ανάκτησης κατά τη λήξη της προθεσμίας παραγραφής που θεσπίζει το εν λόγω άρθρο.
345 Ειδικότερα, στην Hotel Cipriani χορηγούνται, ήδη από το 1972, απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών προβλεπόμενες για ολόκληρη την εθνική επικράτεια από άλλους νόμους πέραν των νόμων 206/1995 και 30/1997 στους οποίους στηρίζεται η Επιτροπή. Συναφώς, η προσφεύγουσα επικαλείται τις απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών υπέρ των βιοτεχνικών και βιομηχανικών επιχειρήσεων που απασχολούν λιγότερους από 300 μισθωτούς, οι οποίες θεσπίστηκαν με τον νόμο 590/1971 και επεκτάθηκαν στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις με τον νόμο 463/1972. Η προσφεύγουσα προσθέτει ότι επωφελήθηκε, επίσης, των προβλεπομένων από τον νόμο 102/1977 απαλλαγών από ορισμένες κοινωνικές εισφορές, οι οποίες χορηγούνται στις βιοτεχνικές και βιομηχανικές επιχειρήσεις σε ολόκληρη την επικράτεια δυνάμει του νόμου 102/1977 και οι οποίες επεκτάθηκαν στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις με τον νόμο 573/1977.
346 Κατά συνέπεια, οι επίδικες, εν προκειμένω, απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών συνιστούν υφιστάμενες ενισχύσεις, κατά την έννοια του άρθρου 15, παράγραφος 3, του κανονισμού 659/1999, και όχι νέες ενισχύσεις θεσπισθείσες με τους νόμους 206/1995 και 30/1997, τους οποίους η Επιτροπή εξετάζει με την προσβαλλόμενη απόφαση.
347 Ακόμα και εάν γίνει δεκτό ότι οι επίδικες απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών χορηγήθηκαν στην προσφεύγουσα κατ’ εφαρμογήν των νόμων 206/1995 και 30/1997, πράγμα που αυτή αμφισβητεί, πάντως, τα εν λόγω μέτρα πρέπει να θεωρηθούν ως υφιστάμενες ενισχύσεις, οι οποίες ανατρέχουν, τουλάχιστον, στα έτη 1972 και 1978. Συγκεκριμένα, αφενός, οι ανωτέρω νόμοι προβλέπουν την απλή επέκταση κατά χρόνο και τόπο των υφισταμένων ενισχύσεων, οι οποίες θεσπίστηκαν με τον νόμο 1089/1968, περί απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών υπέρ των επιχειρήσεων του Mezzogiorno, και επεκτάθηκαν στην περιοχή της Βενετίας με τον νόμο 171/1973 και στον τομέα των ξενοδοχείων με τον νόμο 502/1978, καθώς και με τον προαναφερθέντα νόμο 463/1972. Αφετέρου, στην προσφεύγουσα χορηγήθηκαν, από το 1978, οι φοροαπαλλαγές που προβλέπονται από τη σχετική με τις περιοχές οικονομικής παρακμής νομοθεσία (aree depresse).
348 Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, μεταξύ του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων και των προαναφερθεισών υφισταμένων ενισχύσεων υπάρχει νομική συνέχεια, στο μέτρο που οι υφιστάμενες ενισχύσεις δεν τροποποιήθηκαν ουσιωδώς. Μολονότι οι ενισχύσεις αυτές θεσπίστηκαν με διαφορετικούς νόμους, εντούτοις αφορούν τις ίδιες απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών, η εφαρμογή των οποίων στις περιοχές της Βενετίας και της Chioggia προβλέφθηκε από τον νόμο 171/1973, όπως ερμηνεύθηκε με τον νόμο 502/1978. Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται από το άρθρο 5 bis του νόμου 206/1995, που ορίζει ότι οι διατάξεις που αναφέρονται στο άρθρο 23 του νόμου 171/1973 και στο άρθρο 3 του νόμου 502/1978 πρέπει να ερμηνεύονται υπό την έννοια ότι οι απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών, τις οποίες θεσπίζουν, εξακολουθούν να παρέχονται σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται από την υπουργική απόφαση της 5ης Αυγούστου 1994. Εντεύθεν προκύπτει ότι οι νόμοι 206/95 και 30/1997 απλώς επιβεβαιώνουν την εφαρμογή, στις περιοχές της Βενετίας και της Chioggia, των απαλλαγών ή μειώσεων των εισφορών που είχαν θεσπιστεί προγενέστερα, χωρίς να τροποποιούν τα βασικά στοιχεία του καθεστώτος ενισχύσεων, ήτοι τους δικαιούχους, τη μορφή της παρέμβασης και τον βαθμό αυτής.
349 Στο νομικό αυτό πλαίσιο και λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων του άρθρου 15, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού 659/1999, οι δικαιούχοι του καθεστώτος των επίμαχων απαλλαγών από τις κοινωνικές εισφορές μπορούσαν να τρέφουν δικαιολογημένη εμπιστοσύνη όσον αφορά τη νομιμότητα και τη συμβατότητα με την κοινή αγορά των εν λόγω απαλλαγών. Συγκεκριμένα, η προθεσμία παραγραφής είχε αρχίσει το 1973, αν όχι νωρίτερα. Συναφώς, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999, το οποίο ορίζει ότι η προθεσμία παραγραφής αρχίζει να μετράται από την ημέρα κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση χορηγείται στον δικαιούχο, έχει την έννοια ότι, στην περίπτωση ενός καθεστώτος ενισχύσεων, η πράξη με την οποία χορηγείται η ενίσχυση συμπίπτει με την έκδοση του νόμου με τον οποίο θεσπίστηκε το εν λόγω καθεστώς. Οι μηνιαίες προθεσμίες καταβολής των επίμαχων κοινωνικών εισφορών δεν είναι κρίσιμες, διότι αφορούν απλώς την εκτέλεση του εν λόγω νόμου (απόφαση του Πρωτοδικείου της 30ής Απριλίου 2002, Τ-195/01 και Τ‑207/01, Government of Gibraltar κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-2309, σκέψη 130).
350 Επιπλέον, η Επιτροπή εσφαλμένα έκρινε σιωπηρώς τα επίδικα μέτρα ως νέες ενισχύσεις, οι οποίες, ως εκ τούτου, υπόκειντο σε υποχρέωση κοινοποιήσεως κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ.
351 Τέλος, η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως έναντι της προσφεύγουσας σε σχέση με τα ξενοδοχεία τα οποία έχουν την έδρα τους στη λοιπή ιταλική επικράτεια και στα οποία εξακολουθούν να χορηγούνται οι απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών.
– Υπόθεση T-277/00
352 Οι προσφεύγουσες, ήτοι η Coopservice και η επιτροπή, υποστηρίζουν, ομοίως, ότι τα επίδικα μέτρα, που προβλέπονται από τους νόμους 206/1995 και 30/1997, συνιστούν υφιστάμενες ενισχύσεις κατά την έννοια των άρθρων 1 και 15 του κανονισμού 659/1999, οι οποίες δεν υπόκεινται στην υποχρέωση κοινοποιήσεως του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Δυνάμει του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999, οι ενισχύσεις αυτές δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ανάκτησης. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η σχετική με τις απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών υπέρ των επιχειρήσεων του Mezzogiorno νομοθετική ρύθμιση περιλαμβάνεται στον νόμο 1089/1968, περί θεσπίσεως απλού καθεστώτος φοροαπαλλαγών, ως ημερομηνία λήξεως του οποίου είχε αρχικά οριστεί η 31η Δεκεμβρίου 1972. Το πεδίο εφαρμογής του καθεστώτος αυτού ενισχύσεων επεκτάθηκε στη Βενετία και την Chioggia με τον νόμο 171/1973. Το καθεστώς ενισχύσεων που θεσπίστηκε με τον νόμο 1089/1968 παρέμεινε σε ισχύ μέχρι τις 30 Ιουνίου 1994. Το εν λόγω καθεστώς αντικαταστάθηκε εν μέρει από την υπουργική απόφαση της 5ης Αυγούστου 1994, το οποίο θέσπισε ένα «ενιαίο» σύστημα φοροαπαλλαγών, που απορροφούσε τις διάφορες φοροαπαλλαγές που προβλέπονταν από τον νόμο 1089/1988, καθώς και μια ετήσια συνολική φοροαπαλλαγή για τις νέες θέσεις απασχόλησης. Εντούτοις, η βούληση του νομοθέτη, όπως αυτή συγκεκριμενοποιήθηκε στον νόμο 171/1973, περί χορηγήσεως στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται εντός των ιστορικών κέντρων της Βενετίας και της Chioggia ορισμένων πλεονεκτημάτων όμοιων με εκείνα που χορηγούνται στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στο κέντρο και στον νότο της Ιταλίας, δεν μετεβλήθη. Συγκεκριμένα, τα βασικά στοιχεία του καθεστώτος ενισχύσεων δεν τροποποιήθηκαν. Το εν λόγω καθεστώς εξακολουθούσε να αφορά τους ίδιους δικαιούχους, εδικαιολογείτο για τους ίδιους λόγους που αναφέρονται στις ιδιαίτερες συνθήκες των ιστορικών κέντρων της Βενετίας και της Chioggia, και στηριζόταν στον ίδιο μηχανισμό για τον καθορισμό της ενισχύσεως, ήτοι παρέπεμπε στις ισχύουσες στο κέντρο και στον νότο της Ιταλίας νομοθετικές ρυθμίσεις.
353 Κατά συνέπεια, υφίστατο μια συνέχεια όσον αφορά τις προϋποθέσεις και τις λεπτομέρειες εφαρμογής των μέτρων που θεσπίστηκαν, ειδικότερα, από τον νόμο 171/1973 και από τους νόμους 206/1995 και 30/1997. Ελλείψει ουσιώδους τροποποιήσεως από τους δύο τελευταίους νόμους των μέτρων που προβλέπονται από τον νόμο 171/1973, οι επίδικες, εν προκειμένω, απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών δεν συνιστούν νέες ενισχύσεις. Οι μοναδικές τροποποιήσεις που επήλθαν με τους νόμους 206/1995 και 30/1997 περιόρισαν το πλεονέκτημα που είχε χορηγηθεί προηγουμένως στους δικαιούχους των επίδικων μέτρων και, επομένως, δεν δύνανται να θεωρηθούν ως ουσιώδεις.
354 Εξάλλου, οι προσφεύγουσες αμφισβητούν την άποψη της Επιτροπής ότι η ημερομηνία κατά την οποία θεσπίστηκε το καθεστώς ενισχύσεων δεν ασκεί επιρροή για τον καθορισμό του χρονικού σημείου που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας παραγραφής του άρθρου 15, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999. Οι προσφεύγουσες ισχυρίζονται ότι η ενίσχυση που χορηγείται βάσει ενός καθεστώτος ενισχύσεων συγκεκριμενοποιείται κατά την ημερομηνία κατά την οποία αναγνωρίζεται ότι η οικεία επιχείρηση πληροί τα κριτήρια για την υπαγωγή στο εν λόγω καθεστώς, και όχι κατά την εκπλήρωση, κάθε μήνα, της υποχρεώσεως καταβολής της ήδη χορηγηθείσας σε αυτή κατά τα ανωτέρω ενισχύσεως.
355 Εν προκειμένω, η Επιτροπή παρέλειψε να εξετάσει τον σύνδεσμο μεταξύ του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων, το οποίο εφαρμοζόταν από τον Ιούλιο του 1994, και του καθεστώτος που θεσπίστηκε με τον νόμο 171/1973. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω παραβάσεως του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999 και λόγω ελλιπούς αιτιολογίας, καθόσον χαρακτηρίζει σιωπηρώς το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων ως νέα ενίσχυση.
Επιχειρήματα της Επιτροπής
356 Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
357 Στο μέτρο που οι διατάξεις του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999, το οποίο προβλέπει μια προθεσμία παραγραφής, θεωρούνται ως διαδικαστικής φύσεως, έχουν άμεσα εφαρμογή σε όλες τις διοικητικές διαδικασίες που εκκρεμούσαν ενώπιον της Επιτροπής κατά τον χρόνο της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού αυτού, δηλαδή στις 16 Απριλίου 1999 (απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Απριλίου 2003, T-366/00, Scott κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. II-1763, σκέψη 51). Δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1999, πρέπει να εξεταστεί αν η εν λόγω προθεσμία παραγραφής είχε λήξει εν προκειμένω, έτσι ώστε το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων να θεωρείται ως υφιστάμενη ενίσχυση κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 15, παράγραφος 3, του κανονισμού αυτού.
358 Καταρχάς, πρέπει να υπομνηστεί ότι τα μέτρα που αποσκοπούν στη θέσπιση ή στην τροποποίηση ενισχύσεων συνιστούν νέες ενισχύσεις (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 9ης Οκτωβρίου 1984, 91/83 και 127/83, Heineken Brouwerijen, Συλλογή 1984, σ. 3435, σκέψεις 17 και 18, και της 9ης Αυγούστου 1994, C‑44/93, Namur-Les assurances du crédit, Συλλογή 1994, σ. I‑3829, σκέψη 13). Ειδικότερα, όταν η τροποποίηση επηρεάζει την ίδια την ουσία του αρχικού καθεστώτος, μετατρέπεται το καθεστώς αυτό σε νέο καθεστώς ενισχύσεων. Αντίθετα, όταν η τροποποίηση δεν είναι ουσιώδης, μόνον οι τροποποιήσεις αυτές καθαυτές θεωρούνται ως νέες ενισχύσεις (απόφαση Government of Gibraltar κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 349 ανωτέρω, σκέψεις 109 και 111).
359 Εν προκειμένω, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο νόμος 206/1995, στο μέτρο που επεκτείνει στις επιχειρήσεις που έχουν την έδρα τους στη Βενετία και την Chioggia τις απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές που προβλέπονται για το Mezzogiorno από την υπουργική απόφαση της 5ης Αυγούστου 1994, και ο νόμος 30/1997, στο μέτρο που παρατείνει την ισχύ του καθεστώτος ενισχύσεων για το 1997, θέσπισαν ένα νέο ειδικό καθεστώς το οποίο έχει εφαρμογή ακριβώς στην περιοχή της Βενετίας και της Chioggia.
360 Συναφώς, τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι προσφεύγουσες, προκειμένου να αποδείξουν ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων δεν συνιστούσε απλή επέκταση κατά χρόνο και τόπο των υφισταμένων ενισχύσεων, δεν αντέχουν στον έλεγχο. Κατά πρώτον, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή υποστηρίζει, χωρίς να αντικρούεται στο σημείο αυτό από τις προσφεύγουσες, ότι ο νόμος 463/1972, τον οποίο επικαλείται η Hotel Cipriani, παρέτεινε μέχρι τις 30 Ιουνίου 1973 τις απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών που προβλέπονται από τον νόμο 590/1971 υπέρ των βιοτεχνικών επιχειρήσεων, των μικρών και μεσαίων βιομηχανικών επιχειρήσεων και των ξενοδοχειακών επιχειρήσεων. Οι απαλλαγές ή μειώσεις των εισφορών έπαυαν να χορηγούνται από 1ης Ιουλίου 1973 και, επομένως, ουδεμία σχέση έχουν με τις ενισχύσεις που εξετάζονται με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι οποίες καταβλήθηκαν μεταξύ 1995 και 1997. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τις απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών που προβλέπονται από τους νόμους 502/1978, 102/1977 και 573/1977, οι οποίοι έχουν εφαρμογή μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1981.
361 Κατά δεύτερον, η προαναφερθείσα υπουργική απόφαση της 5ης Αυγούστου 1994, στην οποία παραπέμπουν οι νόμοι 30/1997 και 206/1995, είχε ως αντικείμενο ένα «νέο καθεστώς απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών για τις περιοχές του Mezzogiorno». Ως εκ τούτου, θέσπιζε ένα νέο καθεστώς ενισχύσεων για το Mezzogiorno. Ο νόμος 206/1995 επεξέτεινε αυτό το νέο καθεστώς στις επιχειρήσεις της Βενετίας και της Chioggia και ο νόμος 30/1997 τροποποίησε τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτό το νέο καθεστώς.
362 Υπό τις περιστάσεις αυτές, ακόμη και εάν γίνει δεκτό ότι το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων που θεσπίστηκε αρχικά από τον νόμο 206/1995 περιορίζεται στην επέκταση ενός υφισταμένου καθεστώτος ενισχύσεων σε νέους δικαιούχους, χωρίς, εξάλλου, να επιφέρει ουσιώδεις τροποποιήσεις στο υφιστάμενο καθεστώς, πάντως, η επέκταση αυτή η οποία δύναται να αποσπασθεί από το αρχικό καθεστώς συνιστά νέα ενίσχυση, η οποία υπόκειται στην υποχρέωση κοινοποιήσεως (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση Government of Gibraltar κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 349 ανωτέρω, σκέψεις 109 και 110).
363 Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία επιβάλλεται η ανάκτηση των ασύμβατων με την κοινή αγορά ενισχύσεων που χορηγήθηκαν κατ’ εφαρμογήν των νόμων 206/1995 και 30/1997, εκδόθηκε, εν πάση περιπτώσει, πριν από τη λήξη της προθεσμίας παραγραφής που ορίζεται στο άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999.
364 Επιπλέον και εν πάση περιπτώσει, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών, η προβλεπόμενη από το άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999 προθεσμία παραγραφής άρχισε να τρέχει μόλις κατά την ημερομηνία κατά την οποία χορηγήθηκε η παράνομη ενίσχυση. Συνεπώς, στην περίπτωση ενός καθεστώτος ενισχύσεων που θεσπίστηκε περισσότερα από δέκα έτη πριν από την πρώτη διακοπή της παραγραφής, οι παράνομες και ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά ενισχύσεις που χορηγήθηκαν βάσει του καθεστώτος αυτού κατά τη διάρκεια των δέκα τελευταίων ετών υπόκεινται σε ανάκτηση (απόφαση Government of Gibraltar κατά Επιτροπής, προαναφερθείσα στη σκέψη 349 ανωτέρω, σκέψη 130).
365 Κατά συνέπεια, εν προκειμένω, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι μεταξύ του επίμαχου καθεστώτος ενισχύσεων και των προγενέστερων καθεστώτων υπάρχει συνέχεια, γεγονός που διαψεύδεται από την εξέταση των πραγματικών περιστατικών, πάντως, η δεκαετής προθεσμία παραγραφής σε καμία περίπτωση δεν έληξε πριν από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το 1999, ως προς τις ενισχύσεις τις οποίες αφορά η προσβαλλόμενη απόφαση και οι οποίες είχαν καταβληθεί μεταξύ 1995 και 1997.
366 Τέλος, δεν αμφισβητείται ότι, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, η Ιταλική Κυβέρνηση ουδέποτε υποστήριξε ότι το επίμαχο καθεστώς συνιστούσε υφιστάμενη ενίσχυση, ούτε αμφισβήτησε τον χαρακτηρισμό ως νέας ενισχύσεως στον οποίο προέβη η Επιτροπή με την απόφασή της περί κινήσεως της διαδικασίας ελέγχου. Εξάλλου, τα ενδιαφερόμενα μέρη δεν επικαλέστηκαν συναφώς λυσιτελή επιχειρήματα. Συνεπώς, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι δεν εξέτασε αν το επίμαχο καθεστώς έπρεπε να χαρακτηριστεί ως υφιστάμενη ή ως νέα ενίσχυση (απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Μαΐου 2005, C‑400/99, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 2005, σ. I‑3657, σκέψη 51).
367 Για όλους τους ανωτέρω λόγους, οι υπό κρίση λόγοι ακυρώσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
2. Επί της προβαλλομένης παραβάσεως του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, της παραβιάσεως των αρχών της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου, της ίσης μεταχειρίσεως και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και των κανόνων μεταβατικού δικαίου και της υποχρεώσεως αιτιολογίας
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επιχειρήματα των προσφευγουσών
– Υπόθεση T-254/00
368 Η προσφεύγουσα Hotel Cipriani υποστηρίζει επικουρικώς ότι, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι η προθεσμία παραγραφής που ορίζεται στο άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999 δεν παρήλθε, γεγονός το οποίο αυτή αμφισβητεί, η επιβληθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωση ανακτήσεως των επίδικων ενισχύσεων παραβιάζει τις αρχές της αναλογικότητας και της ίσης μεταχειρίσεως και, ως εκ τούτου, αντιβαίνει στο άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/99, το οποίο ορίζει ότι η Επιτροπή δεν απαιτεί ανάκτηση της ενίσχυσης εάν αυτό αντίκειται σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου. Συγκεκριμένα, η επιβολή της υποχρεώσεως ανακτήσεως δεν αποτελεί την αυτόματη συνέπεια της κηρύξεως μιας ενισχύσεως ως ασυμβίβαστης. Στην Επιτροπή εναπόκειται να εξετάσει τις ιδιαίτερες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν τη συγκεκριμένη περίπτωση, προκειμένου να εξακριβώσει αν η επιβολή μιας τέτοιας υποχρεώσεως είναι σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας.
369 Εν προκειμένω, η Επιτροπή απέρριψε χωρίς επαρκή αιτιολογία τα επιχειρήματα των ιταλικών αρχών κατά της ανακτήσεως των επίδικων ενισχύσεων.
370 Η κρίσιμη εν προκειμένω κατάσταση χαρακτηριζόταν από έντονη ανασφάλεια δικαίου. Συγκεκριμένα, δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών, οι οποίες χορηγήθηκαν σε επιχειρήσεις που ασκούν οικονομική δραστηριότητα σε μια καθαρά τοπική αγορά, να μην είναι σε θέση να επηρεάσουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο και τον ανταγωνισμό. Επιπροσθέτως, η κατάργηση του επίμαχου καθεστώτος την 30ή Νοεμβρίου 1997 και η μη συμμετοχή στη διαδικασία τρίτων ενδιαφερομένων μερών επιρρωννύουν την έλλειψη επιπτώσεων του καθεστώτος στη λειτουργία της αγοράς. Συνεπώς, η υποχρέωση ανακτήσεως είναι δυσανάλογη.
371 Με το υπόμνημα απαντήσεως, η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι, στο πλαίσιο που προαναφέρθηκε, εύλογα ανέμενε η κατάστασή της να κριθεί κατά τρόπο ανάλογο με την κατάσταση των δημοτικών επιχειρήσεων, σύμφωνα με τη γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως. Εν προκειμένω, η ανάκτηση των επίμαχων ενισχύσεων υπό τη μορφή απαλλαγών από τις κοινωνικές εισφορές αντιβαίνει στη δικαιολογημένη αυτή εμπιστοσύνη.
372 Τέλος, το επιτόκιο αναφοράς που ορίστηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση για τον υπολογισμό των τόκων επί των ποσών προς ανάκτηση είναι παράνομο, καθόσον υπερβαίνει το επιτόκιο που ίσχυε κατά την κρίσιμη περίοδο ως προς τα δάνεια της ενδιαφερόμενης επιχείρησης. Συγκεκριμένα, το επιτόκιο αναφοράς είναι αντίθετο προς τον σκοπό της ανάκτησης, ήτοι την επαναφορά στην κατάσταση στην οποία η επιχείρηση θα βρισκόταν αν δεν είχε λάβει την επίμαχη ενίσχυση.
– Υπόθεση T-270/00
373 Η προσφεύγουσα Italgas υποστηρίζει, καταρχάς, ότι η εκτίμηση των περιστάσεων που επικαλούνται οι ιταλικές αρχές προς στήριξη του αιτήματός τους περί μη πραγματοποιήσεως της ανακτήσεως των επίμαχων ενισχύσεων εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών.
374 Εν συνεχεία, η προσφεύγουσα προσάπτει στην Επιτροπή ότι παραβίασε την αρχή της μη αναδρομικότητας των ουσιαστικού δικαίου κανόνων καθόσον στηρίχτηκε, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στο άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999. Ο κανονισμός αυτός τέθηκε σε ισχύ στις 16 Απριλίου 1999, ενώ οι επίμαχες ενισχύσεις χορηγήθηκαν μόνο μέχρι το 1997. Το προαναφερθέν άρθρο 14, παράγραφος 1, ωστόσο, περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου που τροποποιεί τα κριτήρια επί των οποίων η Επιτροπή δύναται να στηρίξει ενδεχόμενη απόφαση περί μη επιβολής στο οικείο κράτος μέλος υποχρεώσεως ανακτήσεως των επίμαχων ενισχύσεων. Συγκεκριμένα, υπό το προηγούμενο καθεστώς, η Επιτροπή διέθετε διακριτική ευχέρεια (απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιουνίου 1999, C‑75/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. I‑3671, σκέψη 82). Ως εκ τούτου, μπορούσε να λάβει υπόψη τις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της ενδεχόμενης εντολής περί ανακτήσεως. Αντίθετα, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να μην επιβάλλει την ανάκτηση της ενισχύσεως, παρά μόνον εάν η ανάκτηση αυτή αντέκειτο σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.
375 Κατά συνέπεια, το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως πάσχει νομικό σφάλμα.
376 Επιπλέον, ελλείψει, ratione temporis, υποχρεώσεως της Επιτροπής να επιβάλει την ανάκτηση της ενισχύσεως σύμφωνα με το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και ανεπαρκώς αιτιολογημένη, καθόσον διατάσσει κατά τρόπο γενικό και χωρίς διακρίσεις την ανάκτηση των χορηγηθεισών ενισχύσεων, χωρίς να έχει εξακριβώσει με επαρκή βεβαιότητα, βάσει μιας εις βάθος ανάλυσης όλων των κρίσιμων περιστατικών, ότι το επίμαχο μέτρο δύναται να επηρεάσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο και τον ανταγωνισμό.
377 Η Ιταλική Δημοκρατία, που παρεμβαίνει προς στήριξη των αιτημάτων της Italgas, συντάσσεται με τις παρατηρήσεις της δεύτερης. Η Ιταλική Δημοκρατία προσθέτει ότι η ιδιαιτερότητα που παρουσιάζει η πραγματική κατάσταση εν προκειμένω και η εντεύθεν απορρέουσα ανασφάλεια δικαίου, καθώς και η μη υποβολή παρατηρήσεων εκ μέρους τρίτων ενδιαφερομένων μερών, έπρεπε να έχουν παρακινήσει την Επιτροπή να ερευνήσει συγκεκριμένα αν η ανάκτηση των επίμαχων ενισχύσεων ήταν αναγκαία για την επαναφορά στην προτέρα κατάσταση ανταγωνισμού. Το ζήτημα αυτό, το οποίο συζητήθηκε διεξοδικά κατά τη διοικητική διαδικασία, δεν εξετάζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση.
– Υπόθεση T-277/00
378 Η Coopservice και η επιτροπή υποστηρίζουν ότι η επιβληθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωση ανακτήσεως αντιβαίνει στις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου, καθώς και στην αρχή της αναλογικότητας.
379 Όσον αφορά, κατά πρώτον, τις αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ασφάλειας δικαίου το γεγονός ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, δεν πληρούνται ως προς τις δημοτικές επιχειρήσεις ACTV, Panfido και AMAV, αποδεικνύει ότι, κατά την άποψη του θεσμικού αυτού οργάνου, τα επίδικα μέτρα δεν συνιστούν αυτά καθεαυτά παράνομες ενισχύσεις. Εξάλλου, η Επιτροπή είχε θεσπίσει κριτήρια συμβατότητας τα οποία έπρεπε να εφαρμόσει το οικείο κράτος μέλος. Η παραπομπή στην εθνική αυτή διαδικασία προκειμένου να εξακριβωθεί, βάση μιας εξατομικευμένης, ενδελεχούς και περίπλοκης εξέτασης, αν μια ενίσχυση είναι μη νομότυπη συνεπάγεται, κατά τις προσφεύγουσες, ότι η διαπίστωση του μη νομότυπου της ενισχύσεως παράγει απλώς αποτελέσματα ex nunc. Κατά συνέπεια, οι δικαιούχοι των μέτρων αυτών απολαύουν της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
380 Επιπλέον, οι επίδικες απαλλαγές ή μειώσεις των κοινωνικών εισφορών είχαν προβλεφθεί από μια εθνική νομοθετική ρύθμιση που ανατρέχει στο 1973. Στο πλαίσιο αυτό, θα ήταν υπερβολικό να επιβληθεί στους δικαιούχους των εν λόγω μέτρων η υποχρέωση να ενημερωθούν ως προς την κοινοτική διαδικασία, πολύ περισσότερο δε που αυτοί συνιστούν μια πολυάριθμη και αόριστη κατηγορία. Μετά από τριάντα χρόνια εφαρμογής, το εν λόγω καθεστώς ενισχύσεων εθεωρείτο γνωστό στο πλαίσιο της Κοινότητας, ακόμη κι αν δεν αποτέλεσε αντικείμενο επίσημης κοινοποίησης.
381 Κατά δεύτερον, η υποχρέωση ανακτήσεως των επίδικων ενισχύσεων είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, διότι τα μέτρα αυτά άσκησαν ασήμαντη επίδραση επί του εμπορίου, ενώ η επιστροφή τους αντιπροσωπεύει ιδιαιτέρως επαχθή για τους δικαιούχους επιβάρυνση.
382 Για όλους αυτούς του λόγους, η Επιτροπή, καθόσον παρέλειψε να εξακριβώσει αν η ανάκτηση των επίμαχων ενισχύσεων αντέκειτο σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, παρέβη το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 και παραβίασε την υποχρέωση αιτιολογίας.
383 Τέλος, οι προσφεύγουσες θεωρούν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι, επίσης, αντίθετη προς την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθ’ ο μέρος προβλέπει ότι το προς ανάκτηση ποσό των ενισχύσεων προσαυξάνεται με τόκους που υπολογίζονται βάσει του επιτοκίου αναφοράς που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του ισοδυνάμου της επιδότησης στο πλαίσιο των ενισχύσεων περιφερειακού σκοπού. Επιπλέον, η επιλογή της μεθόδου εκκαθαρίσεως των τόκων δεν αιτιολογείται.
Επιχειρήματα της Επιτροπής
384 Η Επιτροπή αμφισβητεί την επιχειρηματολογία αυτή.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
385 Καταρχάς, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 θεσπίζει, κατά γενική αρχή, την υποχρέωση της Επιτροπής να επιβάλει την ανάκτηση των παράνομων ενισχύσεων που κρίθηκαν ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Συγκεκριμένα, κατά τη διάταξη αυτή, η Επιτροπή δύναται να μην απαιτήσει την ανάκτηση της ενίσχυσης μόνον εάν η ανάκτηση αντίκειται σε κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου. Εξάλλου, πρέπει να υπομνηστεί, επίσης, προκαταρκτικώς ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Italgas (βλ. σκέψη 373 ανωτέρω), τα άρθρα 87 ΕΚ επ., το άρθρο 14 του κανονισμού 659/1999, καθώς και οι αρχές της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ασφάλειας δικαίου και της αναλογικότητας, δεν απαγορεύουν εθνικό μέτρο που διατάσσει την επιστροφή ενισχύσεως, σε εκτέλεση αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία η ενίσχυση αυτή κρίθηκε ασύμβατη προς την κοινή αγορά και από την εξέταση της οποίας, υπό το πρίσμα των ίδιων αυτών διατάξεων και αρχών, δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά να θίξουν το κύρος αυτής (απόφαση Unicredito Italiano, προαναφερθείσα στη σκέψη 209 ανωτέρω, σκέψη 125) .
386 Στο πλαίσιο αυτό, η αιτίαση της Italgas ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζει την αρχή της μη αναδρομικότητας, στο μέτρο που, προκειμένου να επιβάλει υποχρέωση ανακτήσεως, στηρίχτηκε στο άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, το οποίο προβλέπει νέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογικές σκέψεις 100 έως 103), δεν αναφέρθηκε αποκλειστικά στην υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού αυτού. Στηρίχτηκε, επίσης, ρητώς στην προγενέστερη νομολογία, η οποία, εξάλλου, επικυρώθηκε τυπικά από το προαναφερθέν άρθρο 14, παράγραφος 1, το οποίο δεν θεσπίζει συναφώς νέο κανόνα.
387 Συγκεκριμένα, ήδη πριν από τη θέση σε ισχύ του κανονισμού 659/1999, η κατάργηση μιας παράνομης ενισχύσεως μέσω της αναζητήσεώς της αποτελούσε, κατά πάγια νομολογία, τη λογική συνέπεια της διαπιστώσεως του παράνομου χαρακτήρα της (αποφάσεις του Δικαστηρίου Tubemeuse, προαναφερθείσα στη σκέψη 265 ανωτέρω, σκέψη 66, και της 14ης Ιανουαρίου 1997, C-169/95, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. I-135, σκέψη 47). Ειδικότερα, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι, πλην εξαιρετικών περιστάσεων, η Επιτροπή δεν αγνόησε τη διακριτική της εξουσία όταν ζήτησε από το κράτος μέλος να ανακτήσει τα ποσά που χορηγήθηκαν υπό μορφή παράνομων ενισχύσεων, διότι δεν ζήτησε παρά την αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως (απόφαση Maribel bis/ter, προαναφερθείσα στη σκέψη 226 ανωτέρω, σκέψη 66).
388 Κατά συνέπεια, ακόμη και εάν να γίνει δεκτό ότι, κατ’ αρχήν, το άρθρο 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 δεν είχε τυπικά εφαρμογή εν προκειμένω, καθόσον περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το γεγονός αυτό δεν θίγει την επιβληθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση υποχρέωση ανακτήσεως, στο μέτρο που, σύμφωνα με τη νομολογία που αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, η Επιτροπή έκρινε ότι η ανάκτηση ήταν αναγκαία για την αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως, διά της καταργήσεως των πλεονεκτημάτων που είχαν χορηγηθεί βάσει του επίδικου καθεστώτος ενισχύσεων στις οικείες επιχειρήσεις.
389 Ειδικότερα, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των προσφευγουσών, η υποχρέωση ανακτήσεως των επίμαχων ενισχύσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη σε σχέση προς τους επιδιωκόμενους από τη Συνθήκη σκοπούς στον τομέα των κρατικών ενισχύσεων, στο μέτρο που αποτελεί τη λογική συνέπεια του παράνομου χαρακτήρα και αποσκοπεί στην αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως.
390 Συναφώς, το γεγονός ότι οι περισσότερες επιχειρήσεις δραστηριοποιούνται σε τοπικό επίπεδο, πράγμα που, πάντως, δεν αποδείχθηκε, δεν επιτρέπει, εν πάση περιπτώσει, να αποκλεισθεί οποιαδήποτε επίπτωση των επίδικων απαλλαγών από τις κοινωνικές εισφορές επί του εμπορίου και του ανταγωνισμού, όπως ήδη κρίθηκε (βλ. σκέψεις 246 έως 248 ανωτέρω). Ομοίως, η μη συμμετοχή τρίτων ενδιαφερομένων μερών στη διοικητική διαδικασία δεν αποδεικνύει ότι στους δικαιούχους των εν λόγω απαλλαγών δεν χορηγήθηκε σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, η κατάργηση του οποίου επιβάλλεται για την αποκατάσταση της προτέρας καταστάσεως.
391 Στο πλαίσιο αυτό, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς της Hotel Cipriani, η Επιτροπή, με την προσβαλλόμενη απόφαση (αιτιολογική σκέψη 103), έλαβε προσηκόντως υπόψη τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν οι ιταλικές αρχές προς στήριξη της αιτήσεώς τους περί μη πραγματοποιήσεως της ανακτήσεως των ασυμβίβαστων με την κοινή αγορά ενισχύσεων.
392 Όσον αφορά τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, τον οποίο προβάλλουν η Hotel Cipriani, καθώς και η Coopservice και η επιτροπή, πρέπει να υπομνηστεί ότι, κατά τη νομολογία, ο δικαιούχος μιας παράνομης ενισχύσεως δεν μπορεί να έχει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη στο νομότυπο της χορηγήσεως της ενισχύσεως αυτής (αποφάσεις του Δικαστηρίου Unicredito Italiano, προαναφερθείσα στη σκέψη 209 ανωτέρω, σκέψεις 104 και 108 έως 111, και της 22ας Απριλίου 2008, C‑408/04 P, Επιτροπή κατά Salzgitter, δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σκέψη 104). Εν προκειμένω, το επίμαχο καθεστώς ενισχύσεων δεν είχε κοινοποιηθεί και, επομένως, η ανάκτηση των ενισχύσεων αποτελούσε ένα δυνάμενο να προβλεφθεί κίνδυνο. Συναφώς, το γεγονός που επικαλείται η Coopservice και η επιτροπή, ότι η ανάκτηση πραγματοποιείται στο πλαίσιο της εθνικής διαδικασίας εκτελέσεως της αποφάσεως της Επιτροπής, στερείται σημασίας.
393 Εξάλλου, οι προσφεύγουσες δεν επικαλούνται καμία αντικειμενικά εξαιρετική περίσταση από την οποία να αποδεικνύεται ότι η επίδικη υποχρέωση ανακτήσεως είναι αντίθετη προς την αρχή της ασφάλειας δικαίου, όπως επιβάλλει η νομολογία (απόφαση Επιτροπή κατά Salzgitter, προαναφερθείσα στη σκέψη 392 ανωτέρω, σκέψη 107). Ειδικότερα, τα επιχειρήματα που αναφέρονται στη χρονική συνέχεια των κανόνων με τους οποίους παρέχονται οι απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές υπέρ των επιχειρήσεων που έχουν την έδρα τους στη Βενετία ή την Chioggia, απορρίφθηκαν ήδη από το Πρωτοδικείο ως αβάσιμα (βλ. σκέψη 362 ανωτέρω). Επιπλέον και, εν πάση περιπτώσει, η ως άνω συνέχεια δεν αντιπροσωπεύει αυτή καθεαυτή μια εξαιρετική περίσταση ικανή να προσδώσει παράνομο χαρακτήρα σε μια απόφαση της Επιτροπής που επιβάλλει την ανάκτηση των επίδικων ενισχύσεων εντός της προθεσμίας παραγραφής που προβλέπεται από το άρθρο 15 του κανονισμού 659/1999.
394 Όσον αφορά τον λόγο ακυρώσεως που αντλείται από παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, τον οποίο επικαλείται η Hotel Cipriani, πρέπει να υπομνηστεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καμία διαπίστωση ατομικής φύσεως, με εξαίρεση την εκτίμηση της καταστάσεως των δημοτικών επιχειρήσεων η οποία πραγματοποιήθηκε με βάση τα στοιχεία που διαβίβασαν στην Επιτροπή οι εθνικές αρχές και ο Δήμος Βενετίας. Αντίθετα, καθόσον κανένα στοιχείο σχετικό με την ατομική κατάσταση της Hotel Cipriani δεν κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή κατά τη διοικητική διαδικασία, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εισάγει διάκριση σε βάρος της προσφεύγουσας, σε σχέση με τις δημοτικές επιχειρήσεις.
395 Όσον αφορά τα επιχειρήματα της Hotel Cipriani, καθώς και της Coopservice και της επιτροπής, με τα οποία σκοπείται να αποδειχθεί το μη νομότυπο της μεθόδου υπολογισμού των τόκων με τους οποίους προσαυξάνονται τα προς ανάκτηση ποσά, πρέπει, ομοίως, να απορριφθούν. Συναφώς, πρέπει, καταρχάς, να σημειωθεί ότι, μολονότι είναι αληθές ότι η διάταξη του άρθρου 14, παράγραφος 2, του κανονισμού 659/1999, που προβλέπει ότι η Επιτροπή ορίζει το δέον επιτόκιο, συνιστά ουσιαστικού δικαίου κανόνα και, ως εκ τούτου, δεν είχε τυπικά εφαρμογή εν προκειμένω, εντούτοις, η διάταξη αυτή δεν θεσπίζει νέο κανόνα.
396 Εν προκειμένω, αρκεί η διαπίστωση ότι το επιτόκιο που ορίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 5, δεύτερο εδάφιο), η οποία παραπέμπει στο επιτόκιο αναφοράς που χρησιμοποιήθηκε για τον υπολογισμό του ισοδύναμου της επιδότησης στο πλαίσιο των ενισχύσεων περιφερειακού σκοπού, είναι σύμφωνο με τον σκοπό της ανακτήσεως και, συνεπώς, δεν δύναται να θεωρηθεί ως μη δυνάμενο να προβλεφθεί.
397 Επιπλέον, η Επιτροπή δεν υπεχρεούτο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, να αιτιολογήσει περαιτέρω την επιλογή αυτού του επιτοκίου. Ειδικότερα, από μόνο το γεγονός ότι το επιτόκιο αυτό υπερβαίνει το επιτόκιο που ίσχυε ως προς τα δάνεια της Hotel Cipriani δεν μπορεί να συναχθεί ότι το επιτόκιο αυτό δεν είναι αντιπροσωπευτικό των ισχυόντων στην αγορά επιτοκίων (βλ., υπό την έννοια αυτή, απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Σεπτεμβρίου 2002, C‑74/00 P και C‑75/00 P, Falck και Acciaierie di Bolzano κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. I‑7869, σκέψη 159). Εξάλλου και εν πάση περιπτώσει, η εν λόγω προσφεύγουσα δεν μπορεί παραδεκτώς να επικαλεστεί την ατομική κατάστασή της, δεδομένου ότι, όπως κρίθηκε ανωτέρω, αυτή δεν γνωστοποίησε στην Επιτροπή την εν λόγω κατάσταση κατά τη διοικητική διαδικασία (βλ. ιδίως σκέψεις 211 και 215 ανωτέρω).
398 Κατά συνέπεια, οι προσφεύγουσες δεν απέδειξαν ότι το επιτόκιο που ορίζεται με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν ήταν το δέον, καθόσον υπερβαίνει το αναγκαίο μέτρο για την κατάργηση των πλεονεκτημάτων που απορρέουν για τους δικαιούχους από τις επίδικες απαλλαγές από τις κοινωνικές εισφορές.
399 Για όλους τους ανωτέρω λόγους, οι λόγοι ακυρώσεως που αντλούνται από την προβαλλόμενη παράβαση του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999 και την παραβίαση των αρχών της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου, της ίσης μεταχειρίσεως και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και των κανόνων μεταβατικού δικαίου και της υποχρεώσεως αιτιολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Επί των δικαστικών εξόδων
400 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Επειδή οι προσφεύγουσες ηττήθηκαν ως προς τους λόγους της ακυρώσεως, πρέπει, σύμφωνα με τα αιτήματα της Επιτροπής, να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων, όσον αφορά τις προσφεύγουσες στην υπόθεση T-277/00, των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
401 Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, τα κράτη μέλη που παρενέβησαν σε διαφορά φέρουν τα δικαστικά έξοδά τους. Έπεται ότι η Ιταλική Δημοκρατία φέρει τα δικαστικά έξοδά της.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (έκτο πενταμελές τμήμα)
αποφασίζει:
1) Απορρίπτει τις προσφυγές.
2) Η Hotel Cipriani SpA, η Società italiana per il gas SpA (Italgas), η Coopservice – Servizi di fiducia Soc. coop. rl και το Comitato «Venezia vuole vivere» φέρουν τα δικαστικά εξοδά τους, καθώς και τα έξοδα της Επιτροπής. Η Coopservice και το Comitato «Venezia vuole vivere» φέρουν, επίσης, τα έξοδα της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων.
Meij
Vadapalas
Wahl
Prek
Ciuca
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο Λουξεμβούργο στις 28 Νοεμβρίου 2008.
(υπογραφές)
Περιεχόμενα
Ιστορικό της διαφοράς
Α – Το επίδικο καθεστώς απαλλαγών ή μειώσεων των κοινωνικών εισφορών
Β – Διοικητική διαδικασία
Γ – Προσβαλλόμενη απόφαση
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
Επί του παραδεκτού
Α – Επί της προβαλλομένης στην υπόθεση T-277/00 εκκρεμοδικίας
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Β – Επί της προβαλλομένης ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των προσφευγουσών επιχειρήσεων στις υποθέσεις T-254/00, T-270/00 και T-277/00
1. Επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
α) Εκτίμηση του σχετικού με τον τρόπο εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων κριτηρίου υπό το πρίσμα της νομολογίας
β) Εκτίμηση του σχετικού με τον τρόπο εφαρμογής του καθεστώτος ενισχύσεων κριτηρίου υπό το πρίσμα του κοινοτικού συστήματος ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων
γ) Επί της προβαλλομένης αρμοδιότητας των εθνικών αρχών να ελέγχουν σε κάθε κατ’ ιδίαν περίπτωση την ύπαρξη ενισχύσεως κατά την εκτέλεση εντολής περί ανακτήσεως
Γ – Επί της προβαλλομένης ελλείψεως εννόμου συμφέροντος της επιτροπής στην υπόθεση T-277/00
Επί της ουσίας
Α – Επί του υποτιθέμενου εσφαλμένου χαρακτηρισμού των επίδικων ενισχύσεων ως κρατικών ενισχύσεων ασυμβίβαστων με την κοινή αγορά
1. Επί της προβαλλομένης παραβάσεως του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και του άρθρου 86, παράγραφος 2, ΕΚ, καθώς και της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως και επί της υποτιθέμενης ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
Επιχειρήματα των προσφευγουσών
– Υπόθεση T-254/00
– Υπόθεση T-270/00
– Υπόθεση T-277/00
Επιχειρήματα της Επιτροπής
β) Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί της προβαλλομένης ανυπαρξίας πλεονεκτήματος λόγω του υποτιθέμενου αντισταθμιστικού χαρακτήρα των επίδικων μέτρων
Επί της προβαλλομένης αντισταθμίσεως διαρθρωτικών μειονεκτημάτων (υποθέσεις T-254/00, T-270/00 και T-277/00)
Επί της προβαλλομένης αντισταθμίσεως της διαχειρίσεως δημοσίων υπηρεσιών (υποθέσεις T-270/00 και T-277/00)
Επί της προβαλλομένης ελλείψεως επηρεασμού του μεταξύ των κρατών μελών εμπορίου και της επίπτωσης επί του ανταγωνισμού
2. Επί της προβαλλομένης παραβάσεως του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, ΕΚ και της υποτιθέμενης ελλιπούς αιτιολογίας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
Επιχειρήματα των προσφευγουσών
– Υπόθεση T-254/00
– Υπόθεση T-270/00
– Υπόθεση T-277/00
Επιχειρήματα της Επιτροπής
β) Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
3. Επί της προβαλλομένης παραβάσεως του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο δ΄, ΕΚ και της παραβιάσεως της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, καθώς και της υποτιθέμενης ελλιπούς και αντιφατικής αιτιολογίας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
Επιχειρήματα των προσφευγουσών
– Υπόθεση T-254/00
– Υπόθεση T-277/00
Επιχειρήματα της Επιτροπής
β) Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
4. Επί της προβαλλομένης παραβάσεως του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο ε΄, ΕΚ
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
5. Επί της προβαλλομένης παραβάσεως του άρθρου 87, παράγραφος 3, στοιχείο β΄, ΕΚ, του άρθρου 87, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, ΕΚ και του άρθρου 253 ΕΚ, καθώς και επί της υποτιθέμενης ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
β) Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Β – Επί του προβαλλομένου παράνομου χαρακτήρα της υποχρεώσεως ανακτήσεως που επιβάλλει το άρθρο 5 της προσβαλλομένης αποφάσεως
1. Επί της προβαλλόμενης παραβάσεως του άρθρου 15 του κανονισμού 659/1999 και της παραβιάσεως των αρχών της ασφάλειας δικαίου, της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και της ίσης μεταχειρίσεως, σε συνδυασμό με τον υποτιθέμενο εσφαλμένο χαρακτηρισμό των επίδικων μέτρων ως νέων ενισχύσεων
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
Επιχειρήματα των προσφευγουσών
– Υπόθεση T-254/00
– Υπόθεση T-277/00
Επιχειρήματα της Επιτροπής
β) Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
2. Επί της προβαλλομένης παραβάσεως του άρθρου 14, παράγραφος 1, του κανονισμού 659/1999, της παραβιάσεως των αρχών της αναλογικότητας, της ασφάλειας δικαίου, της ίσης μεταχειρίσεως και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς και των κανόνων μεταβατικού δικαίου και της υποχρεώσεως αιτιολογίας
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
Επιχειρήματα των προσφευγουσών
– Υπόθεση T-254/00
– Υπόθεση T-270/00
– Υπόθεση T-277/00
Επιχειρήματα της Επιτροπής
β) Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
Επί των δικαστικών εξόδων
* Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Full & Egal Universal Law Academy