Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Συμβούλιο - Δικαίωμα προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα του Συμβουλίου - Άρνηση προσβάσεως σε έγγραφο - ροσφυγή ακυρώσεως - ροθεσμία - αραγραφή
(Άρθρο 230 ΕΚ· απόφαση 93/731 του Συμβουλίου, άρθρο 7 § 3)
Περίληψη
$$ροσφυγή ακυρώσεως που ασκήθηκε εκπροθέσμως και στρέφεται κατ' αποφάσεως του Συμβουλίου με την οποία απορρίφθηκε αίτηση του προσφεύγοντος για πρόσβαση σε έγγραφο πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτη δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της αποφάσεως 93/731, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Συμβουλίου, η επιστολή της Γενικής Γραμματείας, με την οποία γνωστοποιήθηκε στον προσφεύγοντα η απόφαση του Συμβουλίου, τον ενημερώνει, επιπλέον, για το περιεχόμενο των άρθρων 195 ΕΚ και 230 ΕΚ όσον αφορά, αντιστοίχως, τις προϋποθέσεις προσφυγής στον Διαμεσολαβητή και τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων του Συμβουλίου από το Δικαστήριο, ο δε πολίτης που επιδεικνύει τη συνήθη επιμέλεια δεν μπορεί να έχει καμία αμφιβολία ούτε ως προς τον οριστικό χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής ούτε ως προς την ισχύουσα δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ προθεσμία για την άσκηση προσφυγής.
( βλ. σκέψεις 23-24 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-3/00,
Αθανάσιος ιτσιόρλας, κάτοικος Θεσσαλονίκης (Ελλάδα), εκπροσωπούμενος από τον Δ. απαφιλίππου, δικηγόρο,
προσφεύγων,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενου από τον Μ. Bauer και τις Σ. Κυριακοπούλου και Δ. Ζαχαρίου, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και
Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, εκπροσωπούμενης από τις C. Zilioli και P. Vospernik και τον C. Kroppenstedt, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθών,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της αποφάσεως του Συμβουλίου της 30ής Ιουλίου 1999 και της αποφάσεως της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 8ης Νοεμβρίου 1999, περί απορρίψεως αιτήματος του προσφεύγοντος για πρόσβαση σε έγγραφο,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
(πρώτο τμήμα),
συγκείμενο από τους B. Vesterdorf, ρόεδρο, Μ. Βηλαρά και N. J. Forwood, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
ραγματικά περιστατικά της προσφυγής
1 Ο προσφεύγων είναι υποψήφιος διδάκτωρ στη Νομική Σχολή του ανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης (Ελλάδα).
2 Με επιστολή της 6ης Απριλίου 1999, που περιήλθε στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου στις 9 Απριλίου 1999, ο προσφεύγων ζήτησε, κατ' εφαρμογήν της αποφάσεως 93/731/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Συμβουλίου (ΕΕ L 340, σ. 43), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 96/705/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ L 325, σ. 19), να του επιτραπεί η πρόσβαση στη συμφωνία «Βασιλεία/Nyborg» σχετικά με την ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (ΕΝΣ), που επικυρώθηκε από το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομίας και Δημοσιονομικών Θεμάτων κατά την άτυπη συνοδό τους της 12ης Σεπτεμβρίου 1987 στο Nyborg (Δανία).
3 Με επιστολή της 11ης Μα_ου 1999 την οποία ο προσφεύγων έλαβε στις 15 Μα_ου 1999, η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου απάντησε ως εξής:
«Η Γενική Γραμματεία εξέτασε προσεκτικά το αίτημά σας, αλλά δεν μπόρεσε να εξεύρει το έγγραφο αυτό, κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι πιθανότητα αφορά έγγραφο της [Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας]. Θα ήταν λοιπόν προτιμότερο να απευθυνθείτε ο ίδιος σε αυτήν [...]».
4 Με έγγραφο της 8ης Ιουνίου 1999, που πρωτοκολλήθηκε από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου στις 10 Ιουνίου 1999, ο προσφεύγων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 1, της αποφάσεως 93/731.
5 Με επιστολή της 5 Ιουλίου 1999, η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου ενημέρωσε τον προσφεύγοντα ότι, λόγω αδυναμίας λήψεως αποφάσεως εντός της προθεσμίας του ενός μήνα που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 3, της αποφάσεως 93/731, αποφασίστηκε να παραταθεί η προθεσμία αυτή κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 5 του εν λόγω άρθρου, που προβλέπει τα εξής:
«Κατ' εξαίρεση, ο Γενικός Γραμματέας μπορεί, αφού ενημερώσει προηγουμένως τον αιτούντα, να παρατείνει κατά ένα μήνα τις προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1, πρώτη πρόταση, και στην παράγραφο 3.»
6 αραλλήλως, με επιστολή της 28ης Ιουνίου 1999 προς τη Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), ο προσφεύγων ζήτησε να του επιτραπεί η πρόσβαση στο προαναφερθέν έγγραφο κατ' εφαρμογήν της αποφάσεως 1999/284/ΕΚ της ΕΚΤ, της 3ης Νοεμβρίου 1998, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα και τα αρχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ 1999, L 110, σ. 30). Κατόπιν της απορρίψεως της αιτήσεως αυτής με επιστολή της 6ης Ιουλίου 1999, ο προσφεύγων ζήτησε, με επιστολή της 27ης Ιουλίου 1999, την επανεξέτασή της βάσει του άρθρου 23.3 του εσωτερικού κανονισμού της ΕΚΤ που θεσπίστηκε στις 7 Ιουλίου 1998 (ΕΕ 1998, L 338, σ. 28), όπως τροποποιήθηκε στις 22 Απριλίου 1999 (ΕΕ 1999, L 125, σ. 34).
7 Με επιστολή της 2ας Αυγούστου 1999, που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 8 Αυγούστου 1999, η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου διαβίβασε στον προσφεύγοντα την απόφαση του Συμβουλίου της 30ής Ιουλίου 1999 περί απορρίψεως της επιβεβαιωτικής του αιτήσεως (στο εξής: απόφαση του Συμβουλίου). Η απόφαση αυτή είχε ως εξής:
«Ύστερα από προσεκτική έρευνα διαπιστώθηκε ότι το έγγραφο που αναφέρεται στην αίτηση αφορά την "Έκθεση της Επιτροπής Διοικητών σχετικά με την ενίσχυση του ΕΝΣ", η οποία δημοσιεύθηκε από την Επιτροπή Διοικητών των Κεντρικών Τραπεζών των κρατών μελών της ΕΟΚ στο Nyborg στις 8 Σεπτεμβρίου 1987.
Οι κανόνες που διέπουν την επιχειρησιακή λειτουργία του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος ουδέποτε αποτέλεσαν μέρος του κοινοτικού δικαίου· επομένως το Συμβούλιο ουδέποτε εκλήθη να λάβει οποιεσδήποτε σχετικές αποφάσεις.
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι το έγγραφο που ζητά ο αιτών καταρτίστηκε από τους Διοικητές των Κεντρικών Τραπεζών, καλείται ο αιτών να απευθύνει την αίτησή του απ' ευθείας στους Διοικητές των Κεντρικών Τραπεζών ή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.»
8 Στην ίδια αυτή επιστολή, ο Γενικός Γραμματέας εφιστούσε επίσης την προσοχή του προσφεύγοντος στις διατάξεις των άρθρων 195 ΕΚ και 230 ΕΚ, οι οποίες αφορούν, αντιστοίχως, τις προϋποθέσεις προσφυγής στον Διαμεσολαβητή και ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων του Συμβουλίου από το Δικαστήριο.
9 Με επιστολή της 8ης Νοεμβρίου 1999, που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 13 Νοεμβρίου 1999, ο προσφεύγων ενημερώθηκε σχετικά με την απόφαση του Συμβουλίου των Διοικητών της ΕΚΤ να μην του επιτραπεί η πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο (στο εξής: απόφαση της ΕΚΤ).
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
10 Υπό τις συνθήκες αυτές, ο προσφεύγων άσκησε με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 20 Ιανουαρίου 2000 την παρούσα προσφυγή περί ακυρώσεως, αφενός, της αποφάσεως του Συμβουλίου και, αφετέρου, της αποφάσεως της ΕΚΤ.
11 Με επιστολή της 10ης Ιανουαρίου 2000, ο προσφεύγων ζήτησε την παροχή του ευεργετήματος πενίας. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε με διάταξη της 8ης Μα_ου 2000 του προέδρου του πρώτου τμήματος του ρωτοδικείου.
12 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 11 Απριλίου 2000, το Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας επί της οποίας ο προσφεύγων κατέθεσε τις παρατηρήσεις του στις 29 Ιουνίου 2000.
13 Με την ένσταση απαραδέκτου, το Συμβούλιο ζητεί από το ρωτοδικείο:
- να απορρίψει την προσφυγή κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου ως προδήλως απαράδεκτη, χωρίς να εισέλθει στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως·
- να καταδικάσει τον προσφεύγοντα στα δικαστικά έξοδα.
14 Με τις παρατηρήσεις του επί της ενστάσεως, ο προσφεύγων ζητεί από το ρωτοδικείο:
- να απορρίψει την ένσταση απαραδέκτου και να εξετάσει την προσφυγή επί της ουσίας·
- να υποχρεώσει το Συμβούλιο να προσκομίσει τα πρακτικά της συνεδριάσεως της 30ής Ιουλίου 1999 καθώς και τα πρακτικά των επιφορτισμένων με την εξέταση της αιτήσεώς του επιτροπών·
- να υποχρεώσει το Συμβούλιο να θέσει στη δικογραφία τις εκθέσεις και τα πρακτικά της νομισματικής επιτροπής τα οποία μνημονεύει η ΕΚΤ στην από 8 Νοεμβρίου 1999 επιστολή της·
- να υποχρεώσει την ΕΚΤ να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία·
- να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής περί ακυρώσεως της αποφάσεως του Συμβουλίου
15 Δυνάμει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, αν ένας διάδικος υποβάλει σχετική αίτηση, το ρωτοδικείο κρίνει επί του απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην εξέταση της ουσίας και υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπουν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου αυτού. Εν προκειμένω, το ρωτοδικείο φρονεί ότι έχει επαρκώς ενημερωθεί από τα έγγραφα της δικογραφίας και αποφασίζει να κρίνει επί του παραδεκτού της προσφυγής περί ακυρώσεως της αποφάσεως του Συμβουλίου, χωρίς να εισέλθει στην εξέταση της ουσίας της εν λόγω προσφυγής ή της προσφυγής περί ακυρώσεως της αποφάσεως της ΕΚΤ και χωρίς να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
16 Ομοίως, δεδομένου ότι τα μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας και διεξαγωγής αποδείξεων που ζητεί ο προσφεύγων δεν είναι ούτε λυσιτελή ούτε αναγκαία για την κρίση επί του παραδεκτού, δεν συντρέχει λόγος για τη λήψη τους.
Επιχειρήματα των διαδίκων
17 Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι, στο μέτρο που στρέφεται κατά της αποφάσεώς του, η υπό κρίση προσφυγή είναι εκπρόθεσμη, δεδομένου ότι ασκήθηκε μετά την πάροδο της προθεσμίας των δύο μηνών που προβλέπει το άρθρο 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ. Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, η απώλεια του δικαιώματος προς άσκηση προσφυγής λόγω παρελεύσεως της αποκλειστικής προθεσμίας δεν επηρεάζεται με την απλή επίκληση συγγνωστής πλάνης. Αφενός, από την απόφαση του Συμβουλίου προκύπτει ότι αυτή δεν μπορούσε να προκαλέσει επιτρεπτή σύγχυση στον προσφεύγοντα, εφόσον ήταν σαφές ότι αποτελούσε οριστική απόφαση επιδεκτική προσφυγής. Αφετέρου, ως δικηγόρος και υποψήφιος διδάκτωρ της Νομικής, ο προσφεύγων ήταν ακόμη περισσότερο σε θέση να καταλάβει ότι έπρεπε να προσβάλει την απόφαση του Συμβουλίου χωρίς να αναμείνει την απόφαση της ΕΚΤ.
18 Ο προσφεύγων δεν αμφισβητεί ότι η άσκηση της προσφυγής κατά του Συμβουλίου είναι εκπρόθεσμη, υποστηρίζει όμως ότι το εκπρόθεσμο της προσφυγής οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη κατά την έννοια της νομολογίας (βλ. αποφάσεις του ρωτοδικείου της 16ης Μαρτίου 1993, T-33/89 και T-74/89, Blackman κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-249, και του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1994, C-195/91 P, Bayer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. Ι-5619). Συναφώς, υποστηρίζει ότι παραπλανήθηκε από τα οικεία κοινοτικά όργανα στο μέτρο που παρακινήθηκε να μην προσβάλει πάραυτα την απόφαση του Συμβουλίου αναμένοντας την απόφαση της ΕΚΤ. Κατά συνέπεια, θα έπρεπε, κατ' εξαίρεση, η προσφυγή να θεωρηθεί παραδεκτή.
Εκτίμηση του ρωτοδικείου
19 Κατά το άρθρο 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ, οι προσφυγές ακυρώσεως ασκούνται εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως. Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου και του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η προθεσμία αυτή παρεκτείνεται επί πλέον λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες για τους διαδίκους που έχουν τη διαμονή τους στην Ελλάδα.
20 Εν προκειμένω, η απόφαση του Συμβουλίου κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 8 Αυγούστου 1999 με επιστολή του Γενικού Γραμματέα. Με την παρέκταση της προθεσμίας λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής περί ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής έληξε ως εκ τούτου τα μεσάνυχτα της Δευτέρας 18 Οκτωβρίου 1999.
21 Δεδομένου ότι το δικόγραφο της προσφυγής κατατέθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2000, η προσφυγή ασκήθηκε εκπροθέσμως.
22 Κατά πάγια νομολογία, η συγγνωστή πλάνη μπορεί, βεβαίως, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, να μην έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της σχετικής προθεσμίας για τον προσφεύγοντα (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 1977, 25/68, Schertzer κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή τόμος 1977, σ. 529, σκέψη 19, σε συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά, και της 5ης Απριλίου 1979, 117/78, Orlandi κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 857, σκέψη 11, σε συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά· διάταξη του Δικαστηρίου της 26ης Οκτωβρίου 2000, C-165/99, Αυστρία κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 17). Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που το οικείο κοινοτικό όργανο ακολούθησε συμπεριφορά δυνάμενη να προκαλέσει, από μόνη της ή σε καθοριστικό βαθμό, σύγχυση σε καλόπιστο πολίτη και σε συναλλασσόμενο με συνήθη ενημέρωση που επέδειξε όλη την επιμέλεια που απαιτείται (βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Blackman κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 34, και Bayer κατά Επιτροπής, σκέψη 26).
23 Ωστόσο, εν προκειμένω, ο προσφεύγων δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού του ότι το Συμβούλιο ακολούθησε συμπεριφορά αυτού του είδους. Αντιθέτως, πρέπει να τονιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της αποφάσεως 93/731, η επιστολή της Γενικής Γραμματείας, με την οποία γνωστοποιήθηκε στον προσφεύγοντα η απόφαση του Συμβουλίου, τον ενημέρωνε, επιπλέον, για το περιεχόμενο των άρθρων 195 ΕΚ και 230 ΕΚ όσον αφορά, αντιστοίχως, τις προϋποθέσεις προσφυγής στον Διαμεσολαβητή και τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων του Συμβουλίου από το Δικαστήριο. Συνεπώς, ένας πολίτης που επιδεικνύει τη συνήθη επιμέλεια δεν μπορούσε να έχει καμία αμφιβολία ούτε ως προς τον οριστικό χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής ούτε ως προς την ισχύουσα δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ προθεσμία για την άσκηση προσφυγής.
24 Δεδομένου ότι οι περιστάσεις που επικαλείται ο προσφεύγων δεν μπορούν να θεωρηθούν εξαιρετικές περιστάσεις που συνιστούν συγγνωστή πλάνη, η προσφυγή πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο μέτρο που στρέφεται κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
25 Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι ο προσφεύγων ηττήθηκε όσον αφορά τα αιτήματά του περί ακυρώσεως της αποφάσεως του Συμβουλίου και δεδομένου ότι το Συμβούλιο υπέβαλε σχετικό αίτημα, ο προσφεύγων πρέπει να φέρει τα δικαστικά του έξοδα που αντιστοιχούν στην ένσταση απαραδέκτου, καθώς και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πρώτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη στο μέτρο που στρέφεται κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου της 30ής Ιουλίου 1999.
2) Ο προσφεύγων φέρει τα δικαστικά του έξοδα που αντιστοιχούν στην ένσταση απαραδέκτου καθώς και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο.
Full & Egal Universal Law Academy