Υπόθεση T-14/00
Coöperatieve Aan- en Verkoopvereniging Ulestraten, Schimmert en Hulsberg BA κ.λπ.
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Διαδικασία – Κρατικές ενισχύσεις – Προσφυγή ακυρώσεως – Παρέμβαση – Συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς»
Διάταξη του Πρωτοδικείου (δεύτερο πενταμελές τμήμα) της 4ης Φεβρουαρίου 2004
Περίληψη της διατάξεως
Διαδικασία – Παρέμβαση – Προϋποθέσεις του παραδεκτού – Συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς – Έμμεσο συμφέρον στηριζόμενο στην ομοιότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως με άλλη απόφαση με αποδέκτη τον αιτούντα την παρέμβαση, η οποία εντάσσεται στην ίδια δέσμη ατομικών αποφάσεων – Απαράδεκτο
(Κανονισμός του Δικαστηρίου, άρθρα 40, εδ. 2,και 53, εδ. 1)
Η έννοια του συμφέροντος προς επίλυση της διαφοράς, κατά το άρθρο 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω Οργανισμού, πρέπει να ορίζεται βάσει αυτού καθεαυτού του αντικειμένου της διαφοράς και να συνίσταται σε άμεσο και ενεστώς συμφέρον για την τύχη των αιτημάτων αυτών καθεαυτών και όχι ως συμφέρον σε σχέση με τους προβαλλόμενους λόγους ή τα προβαλλόμενα επιχειρήματα. Συγκεκριμένα, ως «επίλυση» της διαφοράς νοείται η τελική κρίση που καλείται να διαμορφώσει ο δικαστής και η οποία θα διατυπωθεί στο διατακτικό της αποφάσεως.
Επίσης, πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των αιτούντων την παρέμβαση που αποδεικνύουν ότι έχουν άμεσο συμφέρον για την τύχη της συγκεκριμένης πράξεως, της οποίας ζητείται η ακύρωση, και εκείνων που έχουν έμμεσο μόνο συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς λόγω των ομοιοτήτων μεταξύ της καταστάσεώς τους και της καταστάσεως ενός των διαδίκων.
Επομένως, στην περίπτωση αποφάσεως που απαρτίζεται από δέσμη ατομικών αποφάσεων, δεν αρκεί η ιδιότητα του αποδέκτη της αποφάσεως ή του προσώπου το οποίο η πράξη αφορά άμεσα και ατομικά προκειμένου να θεμελιωθεί συμφέρον προς επίλυση διαφοράς στην οποία διάδικος είναι άλλος αποδέκτης της ίδιας αυτής αποφάσεως ή άλλο πρόσωπο το οποίο η εν λόγω απόφαση αφορά άμεσα και ατομικά ούτε, ως εκ τούτου, για να γίνει δεκτό το αίτημα παρεμβάσεως.
Πράγματι, σε περίπτωση μερικής ακυρώσεως αποφάσεως που απαρτίζεται από δέσμη ατομικών αποφάσεων, δεν έπεται, σύμφωνα με το άρθρο 233 ΕΚ, ότι η Επιτροπή υποχρεούται να επανεξετάσει, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, τη νομιμότητα της αποφάσεως αυτής κατά το μέτρο που αφορά άλλα πρόσωπα, πλην του προσφεύγοντος.
(βλ. σκέψεις 10-22)
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)
της 4ης Φεβρουαρίου 2004 (*)
«Διαδικασία – Κρατικές ενισχύσεις – Προσφυγή ακυρώσεως – Παρέμβαση – Συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς»
Στην υπόθεση T-14/00,
Coöperatieve Aan- en Verkoopvereniging Ulestraten, Schimmert en Hulsberg BA, με έδρα το Ulestraten (Κάτω Χώρες), και 143 άλλες προσφεύγουσες, των οποίων οι επωνυμίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα της παρούσας διατάξεως, εκπροσωπούμενες αρχικώς από τον G. van der Wal και στη συνέχεια από τον L. Parret, δικηγόρους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσες,
υποστηριζόμενες από το
Βασίλειο των Κάτω Χωρών, εκπροσωπούμενο αρχικώς από τον M. Fierstra, και στη συνέχεια από την H. G. Sevenster,
παρεμβαίνον,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης αρχικώς από τους H. Speyart και G. Rozet και στη συνέχεια από τους G. Rozet και H. van Vliet, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση μερικής ακυρώσεως της αποφάσεως 1999/705/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Ιουλίου 1999, σχετικά με την κρατική ενίσχυση την οποία εφάρμοσαν οι Κάτω Χώρες υπέρ 633 ολλανδικών πρατηρίων υγρών καυσίμων ευρισκόμενων πλησίον των γερμανικών συνόρων (ΕΕ L 280, σ. 87),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Pirrung, πρόεδρο, V. Tiili, A. W. H. Meij, Μ. Βηλαρά και N. J. Forwood, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Περιστατικά και διαδικασία
1 Με την απόφαση 1999/705/ΕΚ, της 20ής Ιουλίου 1999, σχετικά με την κρατική ενίσχυση την οποία εφάρμοσαν οι Κάτω Χώρες υπέρ 633 ολλανδικών πρατηρίων υγρών καυσίμων ευρισκόμενων πλησίον των γερμανικών συνόρων (ΕΕ L 280, σ. 87, στο εξής: Απόφαση), η Επιτροπή κήρυξε ασύμβατες προς την κοινή αγορά και προς τη λειτουργία της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο της 2ας Μαΐου 1992 (ΕΕ 1994, L 1, σ. 3) τις επιδοτήσεις που χορήγησε το Βασίλειο των Κάτω Χωρών σε 450 ολλανδικά πρατήρια υγρών καυσίμων και διέταξε την επιστροφή των ενισχύσεων που είχαν ήδη χορηγηθεί. Μεταξύ των πρατηρίων υγρών καυσίμων τα οποία αναφέρει ονομαστικώς η απόφαση αυτή καταλέγεται και η Borrekuil BV, με έδρα το Beek (Κάτω Χώρες), καθώς και οι προσφεύγουσες.
2 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 22 Σεπτεμβρίου 1999, η Borrekuil, εκπροσωπούμενη από τον P. W. A. M. van Roy, δικηγόρο, άσκησε προσφυγή κατά της Αποφάσεως. Η προσφυγή αυτή καταχωρίστηκε με αριθμό υποθέσεως Τ-211/99.
3 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 16 Δεκεμβρίου 1999, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής, βάσει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου. Η Borrekuil υπέβαλε παρατηρήσεις επί της ενστάσεως αυτής στις 3 και στις 9 Φεβρουαρίου 2000.
4 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Ιανουαρίου 2000, οι προσφεύγουσες άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, την παρούσα προσφυγή, με την οποία ζητούν από το Δικαστήριο να ακυρώσει την Απόφαση, τουλάχιστον καθόσον τους αφορά.
5 Η έγγραφη διαδικασία στις υποθέσεις Τ-211/99 και Τ-14/00 ανεστάλη από τις 9 Μαρτίου 2000 έως τις 13 Ιουνίου 2002, εν αναμονή της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της συναφούς υποθέσεως C-382/99, Κάτω Χώρες κατά Επιτροπής.
6 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου την 1η Μαρτίου 2000, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα υπόθεση υπέρ των προσφευγουσών. Με διάταξη της 3ης Οκτωβρίου 2003, ο πρόεδρος του δεύτερου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου έκανε δεκτή την αίτηση παρεμβάσεως.
7 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 19 Ιουνίου 2000, η Borrekuil ζήτησε επίσης να παρέμβει στην παρούσα υπόθεση υπέρ των προσφευγουσών. Η αίτηση παρεμβάσεως επιδόθηκε στους διαδίκους, σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας. Οι διάδικοι δεν υπέβαλαν παρατηρήσεις επί της αιτήσεως αυτής εντός της ταχθείσας προς τούτο προθεσμίας.
8 Σύμφωνα με το άρθρο 116, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο πρόεδρος του δεύτερου πενταμελούς τμήματος έφερε την αίτηση παρεμβάσεως της Borrekuil ενώπιον του τμήματος.
Σκεπτικό
9 Η Borrekuil υποστηρίζει ότι έχει συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του Πρωτοδικείου στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, κατά την έννοια του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Συναφώς, η Borrekuil προβάλλει ότι η Απόφαση έχει γι’ αυτήν τις ίδιες συνέπειες όπως και για ορισμένες από τις προσφεύγουσες. Συγκεκριμένα, η Απόφαση εντάσσει την Borrekuil, όπως και τις προσφεύγουσες, στην κατηγορία των μεταπωλητών-μισθωτών («company-owned/dealer operated» ή «Co/Do») που συνδέονται με ορισμένη εταιρία πετρελαιοειδών με ρήτρα διαχειρίσεως των τιμών. Στην Απόφαση όμως ορίζεται ότι τα 80 πρατήρια καυσίμων που εντάσσονται στην κατηγορία αυτή, μεταξύ αυτών και η Borrekuil, έλαβαν παρανόμως επιδότηση, για την επιστροφή της οποίας επιβάλλεται σχετική υποχρέωση στις οικείες εταιρίες πετρελαιοειδών. Η Borrekuil έχει, επομένως, κάθε συμφέρον να ακυρωθεί η Απόφαση.
10 Επιβάλλεται συναφώς η υπόμνηση ότι, κατά το άρθρο 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, το οποίο εφαρμόζεται στη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 53, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω Οργανισμού, κάθε πρόσωπο που έχει συμφέρον προς επίλυση διαφοράς, εκτός των διαφορών μεταξύ κρατών μελών, μεταξύ οργάνων της Κοινότητας ή μεταξύ κρατών μελών αφενός και οργάνων της Κοινότητας αφετέρου, έχει δικαίωμα παρεμβάσεως στη διαφορά. Η αίτηση παρεμβάσεως δεν μπορεί να έχει άλλο αντικείμενο από την υποστήριξη των αιτημάτων ενός εκ των διαδίκων.
11 Κατά πάγια νομολογία, η έννοια του συμφέροντος προς επίλυση της διαφοράς, όπως χρησιμοποιείται στην εν λόγω διάταξη, πρέπει να ορίζεται βάσει αυτού καθεαυτού του αντικειμένου της διαφοράς και να συνίσταται σε άμεσο και ενεστώς συμφέρον για την τύχη των αιτημάτων αυτών καθεαυτών και όχι ως συμφέρον σε σχέση με τους προβαλλόμενους λόγους ή τα προβαλλόμενα επιχειρήματα. Συγκεκριμένα, ως «επίλυση» της διαφοράς νοείται η τελική κρίση που καλείται να διαμορφώσει ο δικαστής και η οποία θα διατυπωθεί στο διατακτικό της αποφάσεως [διατάξεις του Δικαστηρίου της 25ης Νοεμβρίου 1964, 111/63, Lemmerz-Werke κατά Ανωτάτης Αρχής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 153, και της 12ης Απριλίου 1978, 116/77, 124/77 και 143/77, Amylum κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Rec. 1978 (μόνο σε ξενόγλωσσες εκδόσεις), σ. 893, σκέψεις 7 και 9· διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 17ης Ιουνίου 1997, C-151/97 P(I) και C-157/97 P(I), National Power και PowerGen, Συλλογή 1997, σ. I-3491, σκέψεις 51 έως 53 και 57· διάταξη του προέδρου του δευτέρου τμήματος του Πρωτοδικείου της 20ής Μαρτίου 1998, T‑191/96, CAS Succhi di Frutta κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. II-573, σκέψη 28· διάταξη του προέδρου του πρώτου τμήματος του Πρωτοδικείου της 3ης Ιουνίου 1999, T-138/98, ACAV κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. II-1797, σκέψη 14, και διάταξη του Πρωτοδικείου της 25ης Φεβρουαρίου 2003, Τ-15/02, BASF κατά Επιτροπής, Συλλογή 2003, σ. ΙΙ-213, σκέψη 26].
12 Από τη νομολογία προκύπτει επίσης ότι πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των αιτούντων την παρέμβαση που αποδεικνύουν ότι έχουν άμεσο συμφέρον για την τύχη της συγκεκριμένης πράξεως, της οποίας ζητείται η ακύρωση, και των αιτούντων την παρέμβαση που έχουν έμμεσο μόνο συμφέρον προς επίλυση της διαφοράς λόγω των ομοιοτήτων μεταξύ της καταστάσεώς τους και της καταστάσεως ενός των διαδίκων (διατάξεις του Δικαστηρίου της 15ης Νοεμβρίου 1993, C-76/93 P, Scaramuzza κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. I-5715 και I-5721, σκέψη 11· διατάξεις του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουνίου 1993, T-97/92 και T-111/92, Rijnoudt και Hocken κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II-587, σκέψη 22, και της 8ης Δεκεμβρίου 1993, T-87/92, Kruidvat κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. II-1375, σκέψη 12· προπαρατεθείσες διατάξεις CAS Succhi di Frutta κατά Επιτροπής, σκέψη 28, και BASF Επιτροπής, σκέψη 27).
13 Επισημαίνεται καταρχάς ότι, στην παρούσα υπόθεση, οι προσφεύγουσες ζητούν από το Πρωτοδικείο, κυρίως, «να ακυρώσει την [Απόφαση] ή τουλάχιστον να ακυρώσει εν μέρει τα άρθρα 2 και 3 αυτής, καθόσον ορίζουν, όσον αφορά τις προσφεύγουσες (μία εκ των προσφευγουσών), ότι τα ποσά που αυτές έχουν (αυτή έχει) λάβει κατ’ εφαρμογήν της [επίδικης εθνικής] ρυθμίσεως συνιστούν απαγορευμένη κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ και/ή ότι τα ποσά αυτά πρέπει επιστραφούν από τις προσφεύγουσες (την προσφεύγουσα), και/ή καθόσον από την [Απόφαση] προκύπτει ότι τα ποσά που μπορεί ή πρόκειται να καταβληθούν στις προσφεύγουσες (στην προσφεύγουσα) βάσει της [επίδικης εθνικής] ρυθμίσεως θα συνιστούν από νομικής απόψεως απαγορευμένη ενίσχυση υπό την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ».
14 Δεύτερον, πρέπει να επισημανθεί ότι, όπως προκύπτει από τον τίτλο, τις αιτιολογικές σκέψεις και το διατακτικό της, η Απόφαση, μολονότι έχει συνταχθεί και δημοσιευθεί υπό τη μορφή ενιαίας αποφάσεως και μολονότι απευθύνεται σε έναν μοναδικό παραλήπτη, πρέπει να εκληφθεί ως δέσμη 633 ατομικών αποφάσεων, οι οποίες, κατόπιν κατά περίπτωση εξετάσεως, αφενός διαπιστώνουν τη συμβατότητα προς την κοινή αγορά των 183 ξεχωριστών επιδοτήσεων, που έχουν χορηγηθεί ατομικά από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών σε ισάριθμα πρατήρια ονομαστικώς καθορισμένα, και αφετέρου διαπιστώνουν το ασύμβατο προς την κοινή αγορά των επιδοτήσεων που έχουν χορηγηθεί ατομικά από αυτό το κράτος μέλος σε 450 πρατήρια υγρών καυσίμων ονομαστικώς καθορισμένα, διατάσσοντας τους αποδέκτες των επιδοτήσεων να επιστρέψουν τα σχετικά ποσά. Η Απόφαση δεν μπορεί να ακυρωθεί παρά μόνον ως προς τους πρατηριούχους υγρών καυσίμων των οποίων οι προσφυγές ευδοκίμησαν ενώπιον του κοινοτικού δικαστή, εξακολουθεί δε να είναι δεσμευτική έναντι των πρατηριούχων οι οποίοι δεν άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως (βλ., συναφώς, την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Οκτωβρίου 2002, C-238/99 P, C-244/99 P, C-245/99 P, C‑247/99 P, C-250/99 P, C-252/99 P και C-254/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. Ι-8375, σκέψη 100· την απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1997, T-227/95, AssiDomän Kraft Products κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II-1185, σκέψεις 56 και 57, η οποία αναιρέθηκε για άλλους λόγους με την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Σεπτεμβρίου 1999, C-310/97 P, Επιτροπή κατά AssiDomän Kraft Products κ.λπ., Συλλογή 1999, σ. I-5363· την προπαρατεθείσα διάταξη BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 31).
15 Τρίτον, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, εάν το πρόσωπο το οποίο αφορά ατομικώς μια απόφαση αποτελούμενη από δέσμη ατομικών αποφάσεων αποφασίσει να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως, ο κοινοτικός δικαστής επιλαμβάνεται μόνον των στοιχείων της αποφάσεως που αφορούν τον προσφεύγοντα. Αντιθέτως, τα στοιχεία σχετικά με άλλα πρόσωπα, τα οποία η απόφαση αυτή αφορά ατομικώς, δεν εμπίπτουν στο αντικείμενο της διαφοράς που καλείται να επιλύσει ο δικαστής, εφόσον τα στοιχεία αυτά δεν προσβλήθηκαν (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά AssiDomän Kraft Products κ.λπ., σκέψη 53).
16 Υπό τις συνθήκες αυτές, η Borrekuil έχει συμφέρον να γίνουν δεκτά τα αιτήματα των προσφευγουσών στην υπόθεση της κύριας δίκης μόνον κατά το μέτρο που η παρεπόμενη μερική ακύρωση της Αποφάσεως, με αμφισβήτηση του βασίμου των περιλαμβανομένων στην Απόφαση διαπιστώσεων και εκτιμήσεων έναντι της Borrekuil, θα επέβαλλε στην Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 233 ΕΚ, να αναθεωρήσει την απόφασή της και να μην υπαγάγει την Borrekuil στην κατηγορία των μεταπωλητών-μισθωτών, την οποία αφορούν τα άρθρα 2 και 3 της Αποφάσεως (βλ., κατ’ αναλογία, την προπαρατεθείσα διάταξη BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 34).
17 Ωστόσο, όπως σαφώς προκύπτει από την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά AssiDomän Kraft Products κ.λπ. (σκέψεις 56 και 71), σε περίπτωση μερικής ακυρώσεως αποφάσεως που απαρτίζεται από δέσμη ατομικών αποφάσεων, δεν έπεται, σύμφωνα με το άρθρο 233 ΕΚ, ότι η Επιτροπή υποχρεούται να επανεξετάσει, κατόπιν αιτήσεως των ενδιαφερομένων, τη νομιμότητα της αποφάσεως αυτής κατά το μέτρο που αφορά άλλα πρόσωπα, πλην του προσφεύγοντος.
18 Επομένως, το συμφέρον στο οποίο αναφέρεται η ανωτέρω σκέψη 16 δεν είναι άμεσο και ενεστώς κατά την έννοια της παρατιθέμενης ανωτέρω στις σκέψεις 11 και 12 νομολογίας, αλλά μάλλον έμμεσο και δυνητικό (βλ., κατ’ αναλογία, την προπαρατεθείσα διάταξη BASF κατά Επιτροπής, σκέψη 37).
19 Η ορθότητα των ανωτέρω σκέψεων δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η Borrekuil διαθέτει αυτοτελές δικαίωμα προσφυγής κατά της Αποφάσεως, καθόσον αυτή την αφορά, διότι το γεγονός αυτό δεν ασκεί επιρροή ως προς το αν η Borrekuil έχει συμφέρον προς παρέμβαση στην παρούσα διαφορά. Ομοίως, στερείται επιρροής, όσον αφορά το συμφέρον προς παρέμβαση, το γεγονός ότι η Borrekuil πράγματι άσκησε προσφυγή ή ότι η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής αυτής.
20 Συγκεκριμένα, όταν πρόκειται για προσφυγή ακυρώσεως κατά αποφάσεως που απαρτίζεται από δέσμη ατομικών αποφάσεων, η συμμόρφωση προς το σκεπτικό της ακυρωτικής αποφάσεως, όπου παρατίθενται οι ακριβείς λόγοι της διαπιστωθείσας από τον κοινοτικό δικαστή ελλείψεως νομιμότητας, έχει ως αντικείμενο το να προσδιοριστεί η ακριβής έννοια αυτού που κρίθηκε με το διατακτικό. Το δεδικασμένο που δημιουργεί μια σκέψη ακυρωτικής αποφάσεως δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση προσώπων που δεν ήταν διάδικοι στη δίκη και έναντι των οποίων επομένως δεν κρίθηκε απολύτως τίποτε με την απόφαση (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά AssiDomän Kraft Products κ.λπ., σκέψη 55).
21 Ως εκ τούτου, η ενδεχόμενη ακύρωση της Αποφάσεως ως προς τις προσφεύγουσες δεν πρόκειται να επηρεάσει ευνοϊκά την προσφυγή της Borrekuil. Ομοίως, ενδεχόμενη απόρριψη της προσφυγής ακυρώσεως που έχουν ασκήσει οι προσφεύγουσες δεν πρόκειται να επηρεάσει δυσμενώς την προσφυγή της Borrekuil.
22 Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, επιβάλλεται το συμπέρασμα ότι το συμφέρον προς παρέμβαση το οποίο επικαλείται η Borrekuil δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως άμεσο και ενεστώς για την επίλυση της διαφοράς κατά την έννοια του άρθρου 40, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου. Κατά συνέπεια, η αίτηση παρεμβάσεως της Borrekuil πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
23 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, απόφαση για τα έξοδα λαμβάνεται με την απόφαση ή τη διάταξη που περατώνει τη δίκη. Δεδομένου ότι με την παρούσα διάταξη περατώνεται η δίκη έναντι της Borrekuil, πρέπει να ληφθεί απόφαση και επί των δικαστικών εξόδων που αφορούν την αίτηση παρεμβάσεως.
24 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, τα κράτη μέλη που παρενέβησαν στη διαφορά φέρουν τα δικά τους έξοδα. Δεδομένου ότι η Borrekuil ηττήθηκε, αλλά οι διάδικοι δεν έχουν υποβάλει σχετικό αίτημα, ο κάθε διάδικος θα φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο πενταμελές τμήμα)
διατάσσει:
1) Η αίτηση παρεμβάσεως απορρίπτεται.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα όσον αφορά τη διαδικασία παρεμβάσεως.
Λουξεμβούργο, 4 Φεβρουαρίου 2004.
Ο Γραμματέας
Ο Πρόεδρος
H. Jung
J. Pirrung
* Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Full & Egal Universal Law Academy