Περίληψη
Λέξεις κλειδιά
1 Ασφαλιστικά μέτρα - Πρoϋποθέσεις παραδεκτού - Παραδεκτό της κύριας προσφυγής - Δεν ασκεί επιρροή - Όρια
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 1, εδ. 2)
2 Προσφυγή ακυρώσεως - Πράξεις δεκτικές προσφυγής - Πράξεις του Κοινοβουλίου που προορίζονται να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα υπερβαίνοντα το πλαίσιο της εσωτερικής οργανώσεώς του
(Άρθρο 230 ΕΚ)
3 Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Προσωρινά μέτρα - Προϋποθέσεις χορηγήσεως - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία - Πράξη του Κοινοβουλίου περί τροποποιήσεως του κανονισμού του δυνάμενη να προσβάλει τη βουλευτική ασυλία
(Άρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2)
Περίληψη
1 Tο ζήτημα του παραδεκτού της προσφυγής της κύριας δίκης δεν πρέπει, κατ' αρχήν, να εξετάζεται στο πλαίσιο διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, διότι άλλως προδικάζεται η υπόθεση της κύριας δίκης. Μπορεί ωστόσον να αποδειχθεί αναγκαία, οσάκις όπως εν προκειμένω προβάλλεται το προδήλως απαράδεκτο της προσφυγής της κύριας δίκης στην οποία βασίζεται η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, η απόδειξη της υπάρξεως ορισμένων στοιχείων βάσει των οποίων μπορεί να συναχθεί, εκ πρώτης όψεως, το παραδεκτό της προσφυγής.
(βλ. σκέψη 45)
2 Το άρθρο 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, το οποίο προβλέπει ότι το Δικαστήριο ελέγχει, μεταξύ άλλων, τη νομιμότητα των πράξεων του Κοινοβουλίου που παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων, αποσκοπεί στο να καταστήσει δυνατό να υποβάλλονται στον έλεγχο του κοινοτικού δικαστή οι πράξεις που το Κοινοβούλιο εκδίδει στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ και οι οποίες θα μπορούσαν να αντιποιούνται τις αρμοδιότητες των κρατών μελών ή των λοιπών θεσμικών οργάνων ή να υπερβαίνουν τα όρια που έχουν χαραχθεί στις αρμοδιότητες του εκδότη τους. Αντιθέτως, οι πράξεις που άπτονται απλώς της εσωτερικής οργανώσεως των εργασιών του Κοινοβουλίου δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως. Εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή οι πράξεις του Κοινοβουλίου οι οποίες είτε δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα είτε παράγουν έννομα αποτελέσματα μόνο στο εσωτερικό του Κοινοβουλίου όσον αφορά την οργάνωση των εργασιών του και υπάγονται σε διαδικασίες ελέγχου που ορίζει ο κανονισμός του.
(βλ. σκέψη 46)
3 Tο επείγον της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να εκτιμάται σε σχέση με την αναγκαιότητα λήψεως προσωρινής αποφάσεως, προκειμένου να αποφευχθεί η πρόκληση σοβαρής και ανεπανόρθωτης ζημίας στον διάδικο που ζητεί το προσωρινό μέτρο. Εναπόκειται στον διάδικο αυτό να προσκομίσει την απόδειξη ότι δεν θα μπορούσε να αναμείνει την έκβαση της κύριας δίκης, χωρίς να υποστεί ζημία τέτοιας φύσεως.
Συναφώς, αν οι υπάλληλοι της Ευρωπαϋκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης πρόκειται να κινήσουν εσωτερική έρευνα κατά μέλους του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και να λάβουν έγγραφα ή πληροφοριακά στοιχεία από το γραφείο του, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 1073/1999, σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Υπηρεσία, κατά την απουσία του ή χωρίς να έχουν προηγουμένως λάβει τη συγκατάθεσή του, όπως φαίνεται να το επιτρέπει σε ορισμένες περιπτώσεις το άρθρο 5 της αποφάσεως του Κοινοβουλίου σχετικά με τους όρους και τις λεπτομέρειες των εσωτερικών ερευνών στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης, της δωροδοκίας και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας επιζήμιας για τα συμφέροντα των Κοινοτήτων, ο κίνδυνος προσβολής της ασυλίας του ως μέλους του Κοινοβουλίου φαίνεται ότι είναι προβλέψιμος, με επαρκή βαθμό πιθανότητας.
Συγκεκριμένα, δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο δεν ερμήνευσε την απόφαση περί των τροποποιήσεων του κανονισμού του κατόπιν της διοργανικής συμφωνίας σχετικά με τις εσωτερικές έρευνες που πραγματοποιούνται από την Υπηρεσία, υπό την έννοια ότι η απόφαση αυτή το υποχρεώνει, σε περίπτωση που η Υπηρεσία μελετά μέτρα κατά των βουλευτών, να ενημερώνει αμελλητί σχετικώς τους εμπλεκομένους βουλευτές, να μην επιτρέπει την πρόσβαση της Υπηρεσίας στα γραφεία των βουλευτών κατά την απουσία τους και να εγγυάται ότι η Υπηρεσία δεν θα μπορεί να έχει πρόσβαση στα γραφεία των βουλευτών παρά μόνο με τη συγκατάθεσή τους, η άσκηση των αρμοδιοτήτων που έχουν παρασχεθεί στην Υπηρεσία ενέχει τον κίνδυνο προσβολής της ασυλίας της οποίας τυγχάνει κάθε μέλος του Κοινοβουλίου. Η επέλευση όμως ενός τέτοιου κινδύνου δεν θα μπορεί να επανορθωθεί εκ των υστέρων με την ακύρωση της εν λόγω αποφάσεως περί τροποποιήσεως του κανονισμού του.
Επιπλέον, οι υποχρεώσεις συνεργασίας και ενημερώσεως που έχουν τα μέλη του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου, όπως προβλέπονται στην απόφαση του Κοινοβουλίου σχετικά με τους όρους και τις λεπτομέρειες των εσωτερικών ερευνών, ενέχουν τον κίνδυνο προσβολής της κοινοβουλευτικής ασυλίας τους. Συγκεκριμένα, ελλείψει αντίθετης διατάξεως της ίδιας αυτής αποφάσεως περί τροποποιήσεως του κανονισμού του, η υποχρέωση πλήρους συνεργασίας με την Υπηρεσία πρέπει να τηρείται από τους βουλευτές οσάκις οι υπάλληλοί της διεξάγουν εσωτερικές έρευνες εντός του Κοινοβουλίου. Η τήρηση της υποχρεώσεως πλήρους συνεργασίας με την Υπηρεσία μπορεί συνεπώς να συνεπάγεται ότι ο βουλευτής θα πρέπει να επιτρέψει την πρόσβαση στο γραφείο του και να παράσχει τη δυνατότητα στην Υπηρεσία να λάβει έγγραφα ή πληροφοριακά στοιχεία για να αποφευχθεί ο κίνδυνος εξαφανίσεως, όπως της επιτρέπει το προπαρατεθέν άρθρο 4, παράγραφος 2. Όσον αφορά την υποχρέωση ενημερώσεως του Προέδρου του Κοινοβουλίου ή, εφόσον οι βουλευτές το θεωρούν σκόπιμο, της Υπηρεσίας απευθείας, η εκ μέρους των αιτούντων τήρησή της μπορεί να συνιστά το προκαταρκτικό στάδιο εσωτερικής έρευνας διεξαγομένης από την Υπηρεσία έναντι ενός εξ αυτών. Η άσκηση όμως των αρμοδιοτήτων που έχουν παρασχεθεί στην Υπηρεσία ενέχει τον κίνδυνο προσβολής της κοινοβουλευτικής ασυλίας.
(βλ. σκέψεις 103, 107-110)
Full & Egal Universal Law Academy