Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. ροσφυγή ακυρώσεως Φυσικά ή νομικά πρόσωπα ράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικά Ανταλλαγές αλιευτικών δυνατοτήτων μεταξύ των κρατών μελών Διάταξη επιτρέπουσα τη μεταφορά αλιευτικής ποσοστώσεως για τον γαύρο που χορηγήθηκε στην ορτογαλική Δημοκρατία ροσφυγή εφοπλιστών και ομοσπονδιών που εκπροσωπούν τα συλλογικά συμφέροντα ενώσεων εφοπλιστών Απαράδεκτη
(Άρθρο 230, εδ. 4, ΕΚ· κανονισμός 2742/1999 του Συμβουλίου)
2. Ένσταση ελλείψεως νομιμότητας αρεμπίπτων χαρακτήρας Κύρια προσφυγή απαράδεκτη Απαράδεκτο της ενστάσεως
(Άρθρο 241 ΕΚ)
Περίληψη
1. Είναι απαράδεκτη η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησαν οι εγκατεστημένοι την Ισπανία εφοπλιστές κατά του ενάτου εδαφίου του παραρτήματος Ι D του κανονισμού 2742/1999, το οποίο, βάσει των ανταλλαγών αλιευτικών δυνατοτήτων μεταξύ της Γαλλικής Δημοκρατίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας, ορίζει ότι, για το έτος 2000, από τη χορηγηθείσα στο τελευταίο αυτό κράτος ποσόστωση των 5 220 τόνων γαύρου στη ζώνη CIEM IX, CIEM X και Copace 34.1.1, ποσότητα 3 000 τόνων μπορεί να αλιευθεί στα ύδατα της υποδιαίρεσης CIEM VIII που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία της Γαλλικής Δημοκρατίας.
ράγματι, οι προσφεύγοντες δεν θίγονται από την προσβαλλόμενη διάταξη, η οποία έχει γενική ισχύ, λόγω ορισμένων ειδικών χαρακτηριστικών τους ή μιας πραγματικής καταστάσεως που τους χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ειδικότερα, το Συμβούλιο, κατά τον χρόνο θεσπίσεως της διατάξεως αυτής, δεν είχε καμία υποχρέωση να λάβει υπόψη την ειδική κατάσταση των προσφευγόντων.
Είναι επίσης απαράδεκτη η προσφυγή ακυρώσεως που ασκούν κατά της ίδιας αυτής διατάξεως οι τρεις ομοσπονδίες ενώσεων εφοπλιστών. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, ένωση η οποία έχει συσταθεί για να προωθεί τα συλλογικά συμφέροντα μιας κατηγορίας πολιτών και, κατά συνέπεια, η ένωση αυτή δεν νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως εξ ονόματος των μελών της όταν τα μέλη της δεν νομιμοποιούνται ατομικώς προς τούτο.
( βλ. σκέψεις 50-52, 78 )
2. Η δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 241 ΕΚ επικλήσεως της μη εφαρμογής ενός κανονισμού ή μιας πράξεως γενικής ισχύος, που αποτελεί τη νομική βάση της προσβαλλομένης πράξεως εφαρμογής, δεν συνιστά αυτοτελές δικαίωμα και δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνο παρεμπιπτόντως. Αν δεν υπάρχει δικαίωμα ασκήσεως κύριας προσφυγής, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου αυτού.
( βλ. σκέψη 82 )
Διάδικοι
Στις υποθέσεις T-54/00 και T-73/00,
Federación de Cofradías de Pescadores de Guipúzcoa, με έδρα το San Sebastián (Ισπανία),
Federación de Cofradiás de Pescadores de Vizcaya, με έδρα το Bilbao (Ισπανία),
Federación de Cofradías de Pescadores de Cantabria, με έδρα το Santander (Ισπανία),
οι 59 προσφεύγοντες των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται στο παράρτημα της παρούσας διατάξεως,
εκπροσωπούμενοι από τους J. R. García-Gallardo Gil-Fournier και D. Domínguez Pérez, δικηγόρους,
προσφεύγοντες στην υπόθεση T-54/00,
Nicólas Martínez Rey y otro CB, με έδρα το Ares, La Coruña (Ισπανία),
Porvenir Numero Cuatro, SL, με έδρα τη Riviera, La Coruña (Ισπανία),
Hermanos Deza, SL, με έδρα το Sanxenxo, Pontevedra (Ισπανία),
εκπροσωπούμενοι από τους J. R. García-Gallardo Gil-Fournier και D. Domínguez Pérez, δικηγόρους,
προσφεύγοντες στην υπόθεση T-73/00,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενου από τους J. Carbery, Ι. Díez Parra και την Μ. Sims-Robertson,
καθού,
υποστηριζόμενου από την
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τους T. van Rijn και J. Guerra Fernández, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνουσα,
που έχουν ως αντικείμενο, σε αμφότερες τις υποθέσεις, αίτημα ακυρώσεως του ένατου εδαφίου του παραρτήματος Ι D του κανονισμού (ΕΚ) 2742/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1999, περί καθορισμού, για το 2000, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων και συναφών όρων στα κοινοτικά ύδατα και, για τα κοινοτικά σκάφη, σε άλλα ύδατα όπου απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων, και περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) 66/98 (ΕΕ L 341, σ. 1), καθώς και την αναγνώριση της ελλείψεως νομιμότητας του σημείου 1.1, στοιχείο i, του παρατήματος IV του κανονισμού (ΕΚ) 685/95 του Συμβουλίου, της 27ης Μαρτίου 1995, για τη διαχείριση της αλιευτικής προσπάθειας όσον αφορά ορισμένες αλιευτικές ζώνες και αλιευτικούς πόρους της Κοινότητας (ΕΕ L 71, σ. 5),
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Azizi, ρόεδρο, K. Lenaerts και Μ. Jaeger, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Νομικό πλαίσιο
1 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3760/92 του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1992, για τη θέσπιση κοινοτικού συστήματος για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια (ΕΕ L 389, σ. 1), ορίζει τα εξής:
«Οι γενικοί στόχοι της κοινής αλιευτικής πολιτικής όσον αφορά τις δραστηριότητες εκμετάλλευσης [των ζώντων υδροβίων πόρων και της υδατοκαλλιέργειας] είναι η προστασία και διατήρηση των διαθεσίμων και προσιτών ζώντων θαλάσσιων υδρόβιων πόρων και η καθιέρωση της ορθολογικής και υπεύθυνης εκμετάλλευσής τους, σε διαρκή βάση, υπό οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες κατάλληλες για τον τομέα, λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις της στο θαλάσσιο οικοσύστημα και ιδίως τις ανάγκες τόσο των παραγωγών όσο και των καταναλωτών.
Για τον σκοπό αυτό θεσπίζεται κοινοτικό σύστημα διαχείρισης των δραστηριοτήτων εκμετάλλευσης, το οποίο πρέπει να επιτρέψει να επιτευχθεί, σε μόνιμη βάση, ισορροπία μεταξύ των πόρων και της εκμετάλλευσης στις διάφορες περιοχές αλιείας.»
2 Το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3760/92 έχει ως εξής:
«1. ροκειμένου να εξασφαλιστεί η ορθολογική και υπεύθυνη εκμετάλλευση των πόρων σε σταθερή βάση, το Συμβούλιο, ενεργώντας, εκτός των περιπτώσεων που προβλέπεται άλλως, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43 της Συνθήκης, θεσπίζει κοινοτικά μέτρα που καθορίζουν τους όρους για την πρόσβαση στα ύδατα και τους πόρους και για την άσκηση των δραστηριοτήτων εκμετάλλευσης. Τα μέτρα αυτά εκπονούνται υπό το φως των διαθέσιμων βιολογικών, κοινωνικοοικονομικών και τεχνικών αναλύσεων, και ιδίως των εκθέσεων που συντάσσει η επιτροπή η οποία προβλέπεται στο άρθρο 16.»
3 Εξάλλου, από το άρθρο 8, παράγραφος 4, στοιχεία i και ii, του ίδιου κανονισμού προκύπτει ότι το Συμβούλιο, αποφαινόμενο με ειδική πλειοψηφία επί προτάσεως της Επιτροπής, καθορίζει για κάθε τύπο αλιείας ή ομάδα τύπων αλιείας, ανά περίπτωση, το σύνολο των επιτρεπομένων αλιευμάτων (στο εξής: TAC) και/ή της συνολικής επιτρεπόμενης αλιευτικής προσπάθειας, ενδεχομένως, σε πολυετή βάση και κατανέμει τις αλιευτικές δυνατότητες μεταξύ κρατών μελών με τρόπο που να εξασφαλίζει για κάθε κράτος μέλος σχετική σταθερότητα των αλιευτικών δραστηριοτήτων για κάθε συγκεκριμένο απόθεμα. Ωστόσο, κατόπιν αιτήσεως των άμεσα ενδιαφερομένων κρατών μελών, μπορεί να ληφθεί υπόψη η εξέλιξη των μικροποσοστώσεων και των τακτικών μεταφορών ποσοστώσεων από το 1983, υπό την επιφύλαξη ότι τηρείται η συνολική ισορροπία των μεριδίων.
4 Τέλος, το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 3760/92 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν, αφού ενημερώσουν την Επιτροπή, να ανταλλάσσουν, εν όλω ή εν μέρει, τις διαθέσιμες αλιευτικές δυνατότητες που τους έχουν χορηγηθεί.
5 Βάσει των άρθρων 4 και 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 3760/92 εκδόθηκε ο κανονισμός (ΕΚ) 2742/1999 του Συμβουλίου, της 17ης Δεκεμβρίου 1999, περί καθορισμού, για το 2000, για ορισμένα αποθέματα ιχθύων και ομάδες αποθεμάτων ιχθύων, των αλιευτικών δυνατοτήτων και συναφών όρων στα κοινοτικά ύδατα και, για τα κοινοτικά σκάφη, σε άλλα ύδατα όπου απαιτούνται περιορισμοί αλιευμάτων, και περί τροποποιήσεως του κανονισμού (ΕΚ) 66/98 (ΕΕ L 341, σ. 1), που ορίζει τα TAC ορισμένων αλιευτικών αποθεμάτων για το έτος 2000. Όσον αφορά τον γαύρο, ο κανονισμός αυτός προβλέπει, για την εξακριβωθείσα στατιστική ζώνη και προβλεφθείσα από το διεθνές συμβούλιο για την εκμετάλλευση της θάλασσας (CIEM) (στο εξής: ζώνη CIEM) ως η ζώνη CIEM VIII, ένα TAC 16 000 τόνων που κατανέμονται κατ' αναλογία 14 400 τόνων για το Βασίλειο της Ισπανίας και 1 600 για τη Γαλλική Δημοκρατία (όγδοο εδάφιο του παραρτήματος Ι D του κανονισμού). Για τις ζώνες CIEM IX και CIEM X και τη ζώνη 34.1.1 που καθόρισε η επιτροπή αλιείας κεντροανατολικού Ατλαντικού (Copace) (στο εξής: ζώνη Copace 34.1.1), καθόρισε TAC 10 000 τόνων που κατανέμονται κατ' αναλογία 4 780 τόνων για το Βασίλειο της Ισπανίας και 5 220 τόνων για την ορτογαλική Δημοκρατία (ένατο εδάφιο του παραρτήματος Ι D του κανονισμού).
6 Το κατ' αυτόν τον τρόπο καθορισθέν TAC γαύρου για τη ζώνη CIEM VIII είναι σαφώς μικρότερο του TAC το οποίο είχε εγκριθεί τα προηγούμενα έτη για τη ζώνη αυτή λόγω των επιστημονικών γνωματεύσεων που ανέφεραν ότι η βιομάζα του αναπαραγωγικού αποθέματος μπορούσε να κατέλθει σε επικίνδυνα χαμηλό επίπεδο το 2000. Ωστόσο, κατόπιν καλύτερων επιστημονικών εκτιμήσεων που διατυπώθηκαν στις αρχές του έτους 2000 ως προς το επίπεδο της βιομάζας, το Συμβούλιο αποφάσισε να τροποποιήσει το TAC γαύρου για τη ζώνη αυτή καθορίζοντάς το στο ίδιο επίπεδο με το καθορισθέν τα προηγούμενα έτη δηλαδή σε 33 000 τόνους κατανεμόμενους κατ' αναλογία 29 700 τόνων για το Βασίλειο της Ισπανίας και 3 300 τόνων για τη Γαλλική Δημοκρατία [κανονισμός (ΕΚ) 1446/2000 του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 2000, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 2742/1999 (ΕΕ L 163, σ. 3)].
7 Στο TAC που χορηγήθηκε στη Γαλλική Δημοκρατία για τη ζώνη CIEM VIII πρέπει εξάλλου να προστεθεί η ποσόστωση γαύρου την οποία, από το 1995, παραχωρεί ετησίως στο κράτος αυτό η ορτογαλική Δημοκρατία.
8 ράγματι, η Γαλλική Δημοκρατία και η ορτογαλική Δημοκρατία προβαίνουν κάθε χρόνο, βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 3760/92, σε ανταλλαγές δυνατοτήτων αλιείας που τους χορηγούνται. Ο χαρακτήρας και οι προϋποθέσεις των ανταλλαγών αυτών καθορίζονται στο σημείο 1.1 του παραρτήματος IV του κανονισμού (ΕΚ) 685/95 του Συμβουλίου, της 27ης Μαρτίου 1995, για τη διαχείριση της αλιευτικής προσπάθειας όσον αφορά ορισμένες αλιευτικές ζώνες και αλιευτικούς πόρους της Κοινότητας (ΕΕ L 71, σ. 5), που προβλέπει τα εξής:
«Οι ανταλλαγές μεταξύ της Γαλλίας και της ορτογαλίας μπορούν να ανανεώνονται σιωπηρά για την περίοδο 1995 έως 2002, με την επιφύλαξη της δυνατότητας κάθε κράτους μέλους να μεταβάλλει τους όρους κάθε χρόνο κατά τον ετήσιο καθορισμό των TAC και ποσοστώσεων.
Οι ανταλλαγές αυτές αφορούν τα ακόλουθα TAC:
i) αφού καθορισθεί κοινό TAC γαύρου για τις ζώνες CIEM VIII και IX, το 80 % των αλιευτικών δυνατοτήτων της ορτογαλίας παραχωρείται ετησίως στη Γαλλία, με υποχρέωση να αλιεύεται αποκλειστικά στα ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία της Γαλλίας [...]».
9 Βάσει των ανταλλαγών αυτών, το Συμβούλιο δέχθηκε, στο ένατο εδάφιο του παραρτήματος Ι D του κανονισμού 2742/1999, ότι, για το έτος 2000, από την ποσόστωση των 5 220 τόνων γαύρου που χορηγήθηκε στην ορτογαλική Δημοκρατία για τις ζώνες CIEM IX, CIEM X και Copace 34.1.1 (βλ. ανωτέρω σκέψη 5), ποσότητα 3 000 τόνων μπορεί να αλιευθεί στα ύδατα της υποδιαιρέσεως CIEM VIII που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία της Γαλλικής Δημοκρατίας (στο εξής: προσβαλλόμενη διάταξη).
Διαδικασία στην υπόθεση T-54/00
10 Υπό τις περιστάσεις αυτές, με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 11 Μαρτίου 2000, 59 εφοπλιστές (φυσικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και εταιρίες) των ισπανικών επαρχιών των Αστοριών, Coruña, Pontevedra και Lugo και τρεις ομοσπονδίες των ενώσεων εφοπλιστών των επαρχιών Guipúzcoa, Cantabria και Vizcaya άσκησαν την παρούσα προσφυγή.
11 Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 14 Μαρτίου 2000, οι προσφεύγοντες υπέβαλαν επίσης αίτηση αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλομένης διατάξεως. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με διάταξη του ροέδρου του ρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 2000, T-54/00 R, Federación de Cofradías de Pescadores de Guipúzcoa κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-2875), επιβεβαιωθείσα κατόπιν αναιρέσεως με διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-300/00 P(R), Federación de Cofradías de Pescadores de Guipúzcoa κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. Ι-8797).
12 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 17 Μα_ου 2000, το Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής ακυρώσεως βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου. Στις 5 Ιουλίου 2000, οι προσφεύγοντες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως αυτής.
13 Με διάταξη της 27ης Ιουνίου 2000 επετράπη στην Επιτροπή να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου. Η Επιτροπή κατέθεσε το υπομνημά της περί παρεμβάσεως στις 4 Οκτωβρίου 2000. Το Συμβούλιο και οι προσφεύγοντες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί του υπομνήματος αυτού, αντιστοίχως, στις 20 Δεκεμβρίου 2000 και στις 8 Ιανουαρίου 2001.
Διαδικασία στην υπόθεση T-73/00
14 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 27 Μαρτίου 2000, 3 εφοπλιστές των ισπανικών επαρχιών της La Coruña και της Pontevedra άσκησαν προσφυγή της οποίας το αντικείμενο είναι ταυτόσημο με εκείνο της προσφυγής στην υπόθεση T-54/00.
15 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 26 Μα_ου 2000, το Συμβούλιο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής ακυρώσεως βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου. Στις 5 Ιουλίου 2000, οι προσφεύγοντες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως αυτής.
16 Με την από 29 Ιουνίου 2000 επιστολή, οι προσφεύγοντες ζήτησαν από το ρωτοδικείο να συνενώσει την προσφυγή αυτή με την προσφυγή στην υπόθεση T-54/00, επειδή το αντικείμενό τους είναι ταυτόσημο. Με το από 31 Ιουλίου 2000 έγγραφο, το Συμβούλιο πληροφόρησε το ρωτοδικείο ότι αντιτασσόταν σε μια τέτοια συνένωση.
17 Με διάταξη της 6ης Νοεμβρίου 2000 επετράπη στην Επιτροπή να παρέμβει προς υποστήριξη των αιτημάτων του Συμβουλίου. Η Επιτροπή κατέθεσε το υπομνημά της περί παρεμβάσεως στις 14 Δεκεμβρίου 2000. Το Συμβούλιο και οι προσφεύγοντες υπέβαλαν τις παρατηρήσεις τους επί του υπομνήματος αυτού, αντιστοίχως, στις 9 Φεβρουαρίου και στις 5 Μαρτίου 2001.
Αιτήματα των διαδίκων στις υποθέσεις T-54/00 και T-73/00
18 Οι προσφεύγοντες ζητούν από το ρωτοδικείο:
να κρίνει τις προσφυγές παραδεκτές,
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη διάταξη,
να αναγνωρίσει την έλλειψη νομιμότητας του σημείου 1.1, στοιχείο i, του παραρτήματος IV του κανονισμού 685/95,
να καταδικάσει το Συμβούλιο και την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
19 Το Συμβούλιο και η Επιτροπή ζητούν από το ρωτοδικείο:
να κρίνει τις προσφυγές απαράδεκτες,
να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.
Επί της συνενώσεως των υποθέσεων
20 Δεδομένου ότι οι προσφυγές στις υποθέσεις T-54/00 και T-73/00 είναι συναφείς, επιβάλλεται να συνενωθούν για τους σκοπούς της παρούσας διατάξεως.
Επί του παραδεκτού
21 Δυνάμει του άρθρου 111 του Κανονισμού Διαδικασίας, όταν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή προδήλως αβάσιμη, το ρωτοδικείο μπορεί, χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία, να αποφανθεί με αιτιολογημένη διάταξη. Εν προκειμένω, το ρωτοδικείο φρονεί ότι από την εξέταση των εγγράφων του φακέλου έχει φωτιστεί επαρκώς και αποφασίζει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου αυτού, να αποφανθεί χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
22 Επιβάλλεται να παρατηρηθεί ότι, σε αμφότερες τις υποθέσεις, το Συμβούλιο στήριξε την επιχειρηματολογία του σχετικά με το απαράδεκτο των προσφυγών επί της ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως των προσφευγόντων. Ωστόσο, στην υπόθεση T-73/00, το Συμβούλιο προέβαλε μια πρόσθετη αιτίαση κατά την οποία η ταυτότητα των προσφευγόντων δεν διευκρινίζεται επαρκώς.
23 Το ρωτοδικείο αποφασίζει να αναλύσει κατ' αρχάς τη δεύτερη αυτή αιτίαση. Εν συνεχεία, το ρωτοδικείο θα εξετάσει την αιτίαση σχετικά με την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως των προσφευγόντων.
Επί της αιτιάσεως ότι η ταυτότητα των προσφευγόντων στην υπόθεση T-73/00 δεν διευκρινίστηκε επαρκώς
Επιχειρήματα των διαδίκων
24 Το Συμβούλιο προβάλλει ότι η προσφυγή στην υπόθεση T-73/00 πρέπει να κριθεί απαράδεκτη στο μέτρο που δεν ανταποκρίνεται στις τυπικές προϋποθέσεις που επιβάλλουν το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου και το άρθρο 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου όσον αφορά την εξακρίβωση της ταυτότητας των προσφευγόντων. ράγματι, κατά το Συμβούλιο, δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί με ακρίβεια η ταυτότητα των προσφευγόντων καθόσον, σύμφωνα με την πρώτη σελίδα του δικογράφου, η προσφυγή ασκείται από τους εφοπλιστές (φυσικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και εταιρίες) των επαρχιών La Coruña και Pontevedra, πράγμα που αφήνει να νοηθεί ότι πρόκειται για όλους τους εφοπλιστές των δύο αυτών επαρχιών, ενώ, στο παράρτημα του δικογράφου, περιλαμβάνονται μόνο τα ονόματα τριών αλιευτικών επιχειρήσεων.
25 Συναφώς, το Συμβούλιο φρονεί ότι πρέπει να γίνει παραπομπή στην πάγια νομολογία κατά την οποία το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να αναφέρει κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή το αντικείμενο της διαφοράς ώστε να μπορεί ο καθού διάδικος να προετοιμάσει την άμυνά του και το ρωτοδικείο να αποφανθεί επί της προσφυγής, ενδεχομένως χωρίς να χρειάζεται άλλα στοιχεία (διάταξη του ρωτοδικείου της 29ης Νοεμβρίου 1993, T-56/92, Koelman κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-1267, σκέψη 21). Κατά το Συμβούλιο, η νομολογία αυτή εφαρμόζεται επίσης στην εξακρίβωση της ταυτότητας των προσφευγόντων στο μέτρο που, ελλείψει μιας τέτοιας εξακριβώσεως, δεν είναι δυνατό για τον καθού διάδικο να επαληθεύσει την ενεργητική νομιμοποίηση των προσφευγόντων ενόψει των απαιτήσεων του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
26 Κατά τους προσφεύγοντες, το πρόβλημα της εξακριβώσεως της ταυτότητας στο οποίο αναφέρεται το Συμβούλιο εξηγείται από το γεγονός ότι, κατ' αρχήν, έπρεπε να συμμετέχουν στην προσφυγή στην υπόθεση T-54/00, όμως, επειδή δεν μπόρεσαν να συγκεντρώσουν όλες τις αναγκαίες βεβαιώσεις, υποχρεώθηκαν να ασκήσουν την παρούσα προσφυγή. Όσον αφορά το περιεχόμενο της επιχειρηματολογίας τους προς στήριξη της παρούσας προσφυγής, παραπέμπουν στα υπομνήματα που κατατέθηκαν στην υπόθεση T-54/00.
Εκτίμηση του ρωτοδικείου
27 Κατά το άρθρο 19, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, που έχει εφαρμογή στη διαδικασία ενώπιον του ρωτοδικείου δυνάμει του άρθρου 46 του ίδιου Οργανισμού, και το άρθρο 44, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, το δικόγραφο της προσφυγής πρέπει να περιέχει το ονοματεπώνυμο και την κατοικία του προσφεύγοντος. Επιβάλλεται να εξακριβωθεί αν αυτή η τυπική απαίτηση πληρούται εν προκειμένω.
28 Από την πρώτη σελίδα του δικογράφου της προσφυγής προκύπτει ότι η προσφυγή ασκήθηκε από «τους εφοπλιστές (φυσικά πρόσωπα, κοινοπραξίες και εταιρίες) των επαρχιών La Coruña και Pontevedra, των οποίων τα στοιχεία περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι». Στο παράρτημα Ι του δικογράφου επισυνάπτονται αντίγραφα των επισήμων εγγράφων που αφορούν τους τρεις εφοπλιστές, δηλαδή τους Nicólas Martínez Rey y otro CB, Porvenir Numero Cuatro, SL, και Hermanos Deza, SL. Τα έγγραφα αυτά πιστοποιούν, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 5, του Κανονισμού Διαδικασίας, τη νομική ύπαρξη αυτών των εφοπλιστών, καθώς και το ότι η εντολή προς τους δικηγόρους για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής δόθηκε προσηκόντως. Επιτρέπουν επίσης να καταστούν γνωστά το όνομα και η κατοικία των προσφευγόντων.
29 Επομένως, έστω και αν είναι λυπηρό ότι η ακριβής ταυτότητα των προσφευγόντων δεν αναφέρεται σαφώς στην πρώτη σελίδα του δικογράφου της προσφυγής, ωστόσο προκύπτει σαφώς από το έγγραφο αυτό.
30 Κατά συνέπεια, η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί.
Επί της αιτιάσεως που αντλείται από την έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως των προσφευγόντων
Επιχειρήματα των διαδίκων
31 Το Συμβούλιο φρονεί ότι οι προσφυγές είναι απαράδεκτες στο μέτρο που η προσβαλλόμενη διάταξη είναι κανονιστική πράξη γενικής ισχύος κατά την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ, καθόσον εφαρμόζεται σε καταστάσεις αντικειμενικά καθοριζόμενες και αναπτύσσει έννομα αποτελέσματα έναντι ορισμένων κατηγοριών προσώπων που λαμβάνονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο. Όμως, κατά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, τα φυσικά και νομικά πρόσωπα δεν νομιμοποιούνται κατ' αρχήν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως κατά μιας τέτοιας πράξεως.
32 Το Συμβούλιο θεωρεί εξάλλου, επικουρικώς, ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν αφορά άμεσα και ατομικά τους προσφεύγοντες.
33 ράγματι, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες, αυτοί δεν αποτελούν μέρος ενός κλειστού κύκλου επιχειρηματιών, στο μέτρο που, αφενός, σ' αυτούς δεν περιλαμβάνονται αναγκαστικά όλοι οι Ισπανοί αλιείς οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να αλιεύουν γαύρο στη ζώνη CIEM VIII και, αφετέρου, η προσβαλλόμενη διάταξη αφορά πρωτίστως τους αλιείς γαύρου οι οποίοι είναι εγκατεστημένοι στη Γαλλία και την ορτογαλία.
34 Το Συμβούλιο παρατηρεί επίσης ότι, προκειμένου να μπορούν να αλιεύουν μέρος της ποσοστώσεως γαύρου που χορηγήθηκε στην Γαλλική Δημοκρατία, οι αλιείς και οι αλιευτικές εταιρίες πρέπει προηγουμένως να λάβουν άδεια που χορηγούν οι αρχές του κράτους αυτού. Η ανάγκη παρεμβάσεως των εθνικών αρχών συνεπάγεται, κατά το Συμβούλιο, ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν αφορά άμεσα και ατομικά τους προσφεύγοντες.
35 Τέλος, το Συμβούλιο παρατηρεί ότι, κατά πάγια νομολογία, οι προσφυγές που ασκούνται εκ μέρους ενώσεων είναι παραδεκτές σε τρία είδη καταστάσεων, ήτοι όταν η νομική διάταξη τους αναγνωρίζει δυνατότητες διαδικαστικού χαρακτήρα, όταν τα μέλη τους νομιμοποιούνται να ασκήσουν προσφυγή ή ακόμη όταν οι ενώσεις αποδεικνύουν ότι τα ίδια τα συμφέροντά τους, ως ενώσεων, εθίγησαν. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά το Συμβούλιο, οι ενώσεις δεν τελούν σε μια από τις καταστάσεις αυτές, οπότε, ως προς αυτές η προσφυγή είναι επίσης απαράδεκτη.
36 Η Επιτροπή υποστηρίζει την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Συμβούλιο.
37 Οι προσφεύγοντες παρατηρούν, προκαταρκτικά, ότι, στο μέτρο που δεν μπορούν να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα της προσβαλλομένης διατάξεως ενώπιον των ισπανικών δικαστηρίων ελλείψει εθνικού μέτρου εκτελέσεως της διατάξεως αυτής, η απόρριψη των υπό κρίση προσφυγών ως απαραδέκτων για τον λόγο ότι οι προσφεύγοντες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς θα ήταν αντίθετη προς το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την ροάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ). Κατά τους προσφεύγοντες, εναπόκειται ειδικότερα στο ρωτοδικείο να ερμηνεύσει κατά τρόπο ελαστικό τις διατάξεις της Συνθήκης περί του δικαιώματος ενεργητικής νομιμοποιήσεως των πολιτών.
38 Εν συνεχεία, μολονότι αναγνωρίζουν τη γενική ισχύ της προσβαλλομένης διατάξεως, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι η διάταξη αυτή ωστόσο τους αφορά άμεσα και ατομικά.
39 ρώτον, προκειμένου να αποδείξουν ότι η προσβαλλόμενη διάταξη τους αφορά ατομικά, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι, δυνάμει του άρθρου 161, παράγραφος 1, στοιχείο στ_, της ράξεως περί των όρων ροσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της ορτογαλικής Δημοκρατίας και των προσαρμογών των Συνθηκών (ΕΕ 1985, L 392, σ. 23, στο εξής: η ράξη ροσχωρήσεως), που χορήγησε στο Βασίλειο της Ισπανίας το 90 % και στη Γαλλική Δημοκρατία το 10 % του TAC γαύρου στη ζώνη CIEM VIII, και των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3760/92, τα κοινοτικά όργανα είχαν την υποχρέωση να λάβουν υπόψη την ειδική κατάστασή τους κατά την έκδοση της προσβαλλομένης διατάξεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Φεβρουαρίου 1999, C-390/95 P, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-769, σκέψεις 25 έως 30).
40 Οι προσφεύγοντες θεωρούν, συναφώς, ότι η παρούσα υπόθεση διαφέρει από άλλες υποθέσεις στον τομέα της αλιείας με τις οποίες το ρωτοδικείο έκρινε ότι τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3760/92, ενόψει του πολύ γενικού χαρακτήρα τους, δεν αποδεικνύουν την ύπαρξη συγκεκριμένης υποχρεώσεως να ληφθεί υπόψη ειδικώς η κατάσταση ορισμένων επιχειρηματιών (διάταξη του ρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 1999, T-194/95, Area Cova κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-2271, σκέψη 44). Συγκεκριμένα, προβάλλουν ότι, στις παρούσες υποθέσεις, τα πρόσωπα που αφορά η προσβαλλόμενη διάταξη εξακριβώνονται κατά τρόπο πολύ πιο σαφή, καθόσον από τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1446/2000 προκύπτει ότι η υποχρέωση του Συμβουλίου να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, τα συμφέροντα των επιχειρηματιών έχει εφαρμογή ατομικά για κάθε ζώνη, οπότε, όσον αφορά τη ζώνη CIEM VIII, το Συμβούλιο δεν μπορούσε παρά να λάβει υπόψη τα συμφέροντα των Ισπανών και Γάλλων επιχειρηματιών. Επιπροσθέτως, δυνάμει του άρθρου 161, παράγραφος 1, στοιχείο στ_, της ράξεως ροσχωρήσεως, το Συμβούλιο είχε την υποχρέωση να λάβει υπόψη την ειδική κατάσταση των Ισπανών επιχειρηματιών ως δικαιούχων του δικαιώματος αλιείας του 90 % του TAC γαύρου στη ζώνη CIEM VIII.
41 Δεύτερον, οι προσφεύγοντες φρονούν ότι η προσβαλλόμενη διάταξη τους αφορά ατομικά καθόσον, κατά τον χρόνο θεσπίσεώς της, το Συμβούλιο γνώριζε ή, τουλάχιστον, μπορούσε να γνωρίζει με επαρκή βεβαιότητα τον αριθμό των σκαφών τα οποία μπορούσαν να αλιεύουν στην οικεία ζώνη κατά το έτος 2000. ράγματι, κατά τους προσφεύγοντες, ο εν λόγω αριθμός είναι ο ίδιος με εκείνον των προηγουμένων ετών. Οι προσφεύγοντες παρατηρούν επίσης ότι η εκ μέρους του Συμβουλίου έκδοση του κανονισμού 1446/2000, με τον οποίο εγκρίθηκε ένα TAC γαύρου ιδίου επιπέδου με το καθορισθέν τα προηγούμενα έτη για τη ζώνη CIEM VIII, αποδεικνύει ότι το Συμβούλιο γνώριζε τον αριθμό των σκαφών που αλιεύουν στη ζώνη αυτή.
42 Τρίτον, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη διάταξη τους εξατομικεύει καθόσον, αντίθετα από τους Γάλλους εφοπλιστές οι οποίοι έχουν άδεια να αλιεύουν στη ζώνη CIEM VIII, η μεταφορά της ποσοστώσεως γαύρου τούς προκαλεί σημαντικές ζημίες, τόσο οικονομικής όσο και περιβαλλοντολογικής φύσεως. Το συμπέρασμα αυτό επιβάλλεται ακόμη περισσότερο καθόσον οι Ισπανοί εφοπλιστές εξαρτώνται, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι οι Γάλλοι ομόλογοί τους, από την αλιεία γαύρου στη ζώνη CIEM VIII και τους είναι δύσκολο να μεταβάλουν δραστηριότητα.
43 Τέταρτον, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι αποτελούν κλειστό κύκλο επιχειρηματιών που θίγονται ειδικά από την προσβαλλόμενη διάταξη. ράγματι, κατά τους προσφεύγοντες, στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχουν δύο σαφώς διαφοροποιημένες ομάδες, δηλαδή εκείνοι που απολαύουν της μεταφοράς ποσοστώσεως και εκείνοι που δεν απολαύουν. Μόνον οι Ισπανοί εφοπλιστές ανήκουν στη δεύτερη ομάδα.
44 Οι προσφεύγοντες αναγνωρίζουν ότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο κύκλος αυτός δεν καθορίζεται, κυριολεκτικά, κατά τρόπο απόλυτο καθόσον οι άδειες χορηγούνται κάθε τρίμηνο. Ωστόσο, θεωρούν ότι, εφόσον η είσοδος νέων αλιέων που έχουν άδεια να αλιεύουν γαύρο στη ζώνη CIEM VIII είναι σχεδόν αδύνατη λόγω των διοικητικών δυσχερειών τις οποίες οι αλιείς αυτοί πρέπει να αντιμετωπίσουν, ο κύκλος αυτός είναι de facto κλειστός. Η κατάσταση αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι κατάλογοι των σκαφών τα οποία έχουν άδειες για την αλιεία γαύρου στη ζώνη CIEM VIII είναι πάρα πολύ σταθεροί και δεν μεταβάλλονται από ένα έτος σε άλλο, εκτός αν υπάρξει αντικατάσταση σκαφών.
45 Οι προσφεύγοντες προσθέτουν ότι, αν ληφθεί υπόψη η υποχρέωσή τους τηρήσεως της προθεσμίας των δύο μηνών προς άσκηση προσφυγής ακυρώσεως της προσβαλλομένης διατάξεως, δεν είχαν τη δυνατότητα να αναμένουν τη χορήγηση όλων των αδειών για τα τέσσερα τρίμηνα του έτους 2000 προκειμένου να αποδείξουν, με βάση τους καταλόγους αυτούς, την ακρίβεια των ισχυρισμών τους ως προς τον κλειστό χαρακτήρα του κύκλου των Ισπανών αλιέων γαύρου. Ωστόσο, παρατηρούν ότι, κατά τον χρόνο καταθέσεως των παρατηρήσεών τους επί του υπομνήματος παρεμβάσεως της Επιτροπής, οι κατάλογοι των κατόχων αδειών αλιείας γαύρου για το έτος 2000 είχαν κλείσει και από τους καταλόγους αυτούς προέκυπτε ότι ο αριθμός των κατόχων αδειών παρέμεινε σταθερός. Έτσι, το σύνολο σχεδόν των προσφευγόντων είχαν ζητήσει και έλαβαν άδεια αλιείας γαύρου κατά το έτος 2000, με εξαίρεση, αφενός, των περιπτώσεων όπου τα αλιευτικά σκάφη αντικαταστάθηκαν από νέα σκάφη και, αφετέρου, οι εφοπλιστές είχαν αποφασίσει να ασχοληθούν με την αλιεία άλλων ειδών.
46 Οι προσφεύγοντες φρονούν, εξάλλου, ότι η προσβαλλόμενη διάταξη τους αφορά άμεσα διότι τους θίγει ευθέως από οικονομική και περιβαλλοντολογική άποψη, και κανένα εθνικό μέτρο δεν μπορεί να διασπάσει αυτή την άμεση σχέση δεδομένου ότι δεν μπορούν να λάβουν άδειες για την αλιεία γαύρου από τις γαλλικές αρχές.
47 Τέλος, οι προσφεύγοντες φρονούν ότι οι τρεις ομοσπονδίες των ενώσεων εφοπλιστών μπορούν επίσης να ασκήσουν προσφυγή διότι προασπίζουν, με υποκατάσταση, τα συμφέροντα των εφοπλιστών τους οποίους η προσβαλλόμενη διάταξη αφορά άμεσα και ατομικά.
Εκτίμηση του ρωτοδικείου
48 Οι παρούσες προσφυγές ασκήθηκαν από 62 εφοπλιστές και τρεις ομοσπονδίες που εκπροσωπούν τα συλλογικά συμφέροντα των ενώσεων εφοπλιστών. Το ρωτοδικείο θα εξετάσει διαδοχικά το παραδεκτό των προσφυγών ως προς κάθε μία από τις δύο ομάδες προσφευγόντων.
Επί του παραδεκτού των προσφυγών που άσκησαν οι εφοπλιστές
49 Εν προκειμένω, οι προσφεύγοντες δεν αμφισβητούν ότι η προσβαλλόμενη διάταξη είναι απόφαση απευθυνθείσα στα κράτη μέλη και έχει γενική ισχύ καθόσον τους αφορά.
50 άντως, επιβάλλεται να εξεταστεί αν, παρά τη γενική ισχύ της προσβαλλομένης διατάξεως, εντούτοις, αυτή μπορεί να αφορά άμεσα και ατομικά τους προσφεύγοντες. ράγματι, η γενική ισχύς μιας πράξεως δεν αποκλείει ωστόσο αυτή να αφορά άμεσα και ατομικά ορισμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 18ης Μα_ου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-1853, σκέψη 19· αποφάσεις του ρωτοδικείου της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, T-480/93 και T-483/93, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2305, σκέψη 66, και της 13ης Δεκεμβρίου 1995, T-481/93 και T-484/93, Exporteurs in Levende Varkens κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2941, σκέψη 50).
51 Όσον αφορά, κατ' αρχάς, το ζήτημα αν η προσβαλλόμενη διάταξη αφορά ατομικά τους προσφεύγοντες, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, για να μπορεί να θεωρηθεί ότι διάταξη γενικής ισχύος αφορά ατομικά ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο, πρέπει το πρόσωπο αυτό να θίγεται από την εν λόγω πράξη λόγω ορισμένων ιδιαιτέρων ιδιοτήτων ή λόγω πραγματικής καταστάσεως που το διακρίνει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 939, ειδικότερα σ. 942· διατάξεις του ρωτοδικείου της 30ής Σεπτεμβρίου 1997, T-122/96, Federolio κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-1559, σκέψη 59, και της 29ης Απριλίου 1999, T-120/98, Alce κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-1395, σκέψη 19).
52 Συναφώς, οι προσφεύγοντες προβάλλουν, πρώτον, ότι η προσβαλλόμενη διάταξη τους αφορά ατομικά στο μέτρο που το Συμβούλιο, κατά τον χρόνο θεσπίσεώς της, είχε την υποχρέωση, δυνάμει των άρθρων 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3760/92 και του άρθρου 161, παράγραφος 1, στοιχείο στ_, της ράξεως ροσχωρήσεως, να λάβει υπόψη την ειδική κατάστασή τους.
53 Είναι αληθές ότι το Δικαστήριο και το ρωτοδικείο έκριναν παραδεκτές τις προσφυγές ακυρώσεως που ασκήθηκαν κατά πράξεων γενικής ισχύος στο μέτρο που υπήρχε υπέρτερη διάταξη επιβάλλουσα στον εκδότη τους να λάβει υπόψη την ειδική κατάσταση του προσφεύγοντος (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, ειραϊκή-ατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 207, σκέψεις 21 έως 31· της 26ης Ιουνίου 1990, C-152/88, Sofrimport κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-2477, σκέψη 11· αποφάσεις του ρωτοδικείου Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής, παρατεθείσα στη σκέψη 50 ανωτέρω, σκέψεις 67 έως 78, και της 17ης Ιουνίου 1998, T-135/96, UEAPME κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2335, σκέψη 90).
54 Επιβάλλεται ωστόσο η παρατήρηση ότι το άρθρο 161, παράγραφος 1, στοιχείο στ_, της ράξεως ροσχωρήσεως, με το οποίο χορηγήθηκε στο Βασίλειο της Ισπανίας το 90 % του TAC γαύρου στη ζώνη CIEM VIII, και το υπόλοιπο 10 % στη Γαλλική Δημοκρατία, έχει αποκλειστικά ως σκοπό να καθορίσει την κατανομή της ποσοστώσεως γαύρου σ' αυτή τη ζώνη. Η διάταξη αυτή δεν περιλαμβάνει καμιά αναφορά στην κατάσταση των αλιέων γαύρου των δύο χωρών που μπορούν να αλιεύουν στη ζώνη αυτή, ούτε, κατά μείζονα λόγο, υποχρέωση του Συμβουλίου να λάβει υπόψη την ειδική κατάσταση αυτών των αλιέων όταν επιτρέπει μεταφορά ποσοστώσεως γαύρου από μια όμορη ζώνη στη ζώνη αυτή.
55 Ως προς τα άρθρα 2, παράγραφος 1, και 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3760/92, οι διατάξεις αυτές έχουν ως μοναδικό σκοπό τον καθορισμό του πλαισίου εντός του οποίου το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, μπορεί να θεσπίζει τα κοινοτικά μέτρα που ορίζουν τις προϋποθέσεις προσβάσεως στις ζώνες και στους πόρους, καθώς και την άσκηση των δραστηριοτήτων εκμεταλλεύσεως. Επομένως, οι διατάξεις αυτές δεν αφορούν παρά μόνο κατά τρόπο γενικό τους επιχειρηματίες οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα της αλιείας (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, διάταξη Federación de Cofradías de Pescadores de Guipúzcoa κ.λπ. κατά Συμβουλίου, παρατεθείσα στη σκέψη 11 ανωτέρω, σκέψη 38· βλ. επίσης, όσον αφορά το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 3760/92, τη διάταξη Area Cova κ.λπ. κατά Συμβουλίου, παρατεθείσα στη σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψη 44). Σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να ερμηνευθούν ως επιβάλλουσες στο Συμβούλιο να λάβει υπόψη την ειδική κατάσταση των προσφευγόντων.
56 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες, από την αιτιολογική σκέψη 4 του κανονισμού 1446/2000 προκύπτει ότι το Συμβούλιο υποχρεούται να εφαρμόζει τα κριτήρια που διαλαμβάνουν το άρθρο 2, παράγραφος 1, και το άρθρο 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 3760/92 ειδικότερα για κάθε αλιευτική ζώνη. Συγκεκριμένα, μια τέτοια υποχρέωση, αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται, δεν περιορίζεται στο να λαμβάνεται υπόψη μόνον η κατάσταση των Ισπανών αλιέων που μπορεί να αλιεύουν γαύρο στη ζώνη CIEM VIII, αλλά εφαρμόζεται επίσης στην κατάσταση του συνόλου των επιχειρηματιών οι οποίοι, στη ζώνη αυτή, δραστηριοποιούνται στον τομέα της αλιείας. Επιπροσθέτως, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, στο μέτρο που ο κανονισμός 1446/2000 είναι μεταγενέστερος της προσβαλλομένης διατάξεως, η υποχρέωση αυτή, αν υποτεθεί ότι αποδεικνύεται, δεν είχε εφαρμογή κατά τον χρόνο θεσπίσεως της τελευταίας αυτής διατάξεως.
57 Κατά συνέπεια, το πρώτο αυτό επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί.
58 Δεύτερον, οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι η προσβαλλόμενη διάταξη τους αφορά ατομικά στο μέτρο που το Συμβούλιο γνώριζε ή μπορούσε να γνωρίζει την ταυτότητά τους κατά τον χρόνο θεσπίσεως της διατάξεως αυτής.
59 Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος. ράγματι, κατά τον χρόνο θεσπίσεως της προσβαλλομένης διατάξεως, το Συμβούλιο δεν διέθετε συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τα σκάφη υπό ισπανική σημαία τα οποία οποία είχαν άδεια αλιείας γαύρου για το πρώτο τρίμηνο του έτους 2000, ούτε, κατά μείζονα λόγο, για τα σκάφη που ήταν δυνατό να λάβουν για τα επόμενα τρίμηνα του έτους αυτού άδειες, δεδομένου ότι οι σχετικές άδειες για την τελευταία αυτή περίοδο δεν είχαν ακόμη χορηγηθεί κατά την εν λόγω ημερομηνία.
60 Συναφώς, δεν έχει σημασία το ότι ο ρυθμός των Ισπανών αλιέων που είχαν άδεια αλιείας γαύρου στη ζώνη CIEM VIII παρέμεινε σταθερός κατά τα προηγούμενα έτη. ράγματι, κατά τη νομολογία, η δυνατότητα προσδιορισμού, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ακρίβεια, του αριθμού ή της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται ένα μέτρο ουδόλως συνεπάγεται ότι πρέπει να θεωρείται ότι το μέτρο αυτό αφορά ατομικά αυτά τα υποκείμενα δικαίου, εφόσον είναι δεδομένο ότι η εφαρμογή του μέτρου αυτού γίνεται δυνάμει μιας αντικειμενικώς προσδιοριζομένης από την επίδικη πράξη νομικής ή πραγματικής καταστάσεως (διάταξη του Δικαστηρίου της 24ης Μα_ου 1993, C-131/92, Arnaud κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1993, σ. Ι-2573, σκέψη 13· βλ., επίσης, αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιουνίου 1993, C-213/91, Abertal κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-3177, σκέψη 22, και του ρωτοδικείου της 22ας Φεβρουαρίου 2000, T-138/98, ACAV κ.λπ. Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-341, σκέψη 64). Στην προκειμένη περίπτωση, οι προσφεύγοντες θίγονται από την προσβαλλόμενη διάταξη δυνάμει μιας καταστάσεως που προσδιορίζεται αντικειμενικά από τη διάταξη αυτή, δηλαδή υπό την ιδιότητά τους ως εφοπλιστών σκαφών υπό σημαία ενός κράτους μέλους στους οποίους μπορεί να χορηγηθούν δυνατότητες αλιείας γαύρου στη ζώνη CIEM VIII.
61 Ομοίως, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός των προσφευγόντων κατά τον οποίο το γεγονός ότι, με την έκδοση του κανονισμού 1446/2000, το Συμβούλιο ενέκρινε ένα TAC ιδίου επιπέδου με εκείνο των προηγουμένων ετών συνιστά ένδειξη του ότι το Συμβούλιο γνώριζε τον αριθμό των σκαφών που μπορούσαν να αλιεύουν γαύρο στη ζώνη CIEM VIII. ράγματι, πρέπει να τονιστεί ότι ο εκ μέρους του Συμβουλίου καθορισμός ενός TAC δεν γίνεται σε συνάρτηση του αριθμού των σκαφών που μπορούν να αλιεύουν σε συγκεκριμένη ζώνη, αλλά, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 4, του κανονισμού 3760/92, με βάση «τους στόχους και τις στρατηγικές διαχείρισης» που έχει καθορίσει προκειμένου να διασφαλίσει την ορθολογική και υπεύθυνη εκμετάλλευση των θαλασσίων πόρων. Επιπροσθέτως, έστω και αν υποτεθεί ακριβής, ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί επιρροή για το προβαλλόμενο επιχείρημα καθόσον αναφέρεται σε όλα τα σκάφη τα οποία είναι δυνατό να αλιεύουν στη ζώνη CIEM VIII, δηλαδή τόσο στα σκάφη υπό ισπανική σημαία όσο και στα σκάφη υπό γαλλική σημαία. Επομένως, δεν αποδεικνύει ότι το Συμβούλιο γνώριζε την ειδική κατάσταση των προσφευγόντων.
62 Κατά συνέπεια, το δεύτερο αυτό επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί.
63 Τρίτον, οι προσφεύγοντες προβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη διάταξη τους αφορά ατομικά λόγω του ότι αυτή έχει ειδική επίπτωση επί της καταστάσεώς τους, τόσο από οικονομική όσο και από περιβαλλοντολογική έποψη.
64 άντως, προέχει η υπόμνηση ότι το γεγονός ότι μια πράξη γενικής ισχύος μπορεί να έχει διαφορετικά συγκεκριμένα αποτελέσματα για τα διάφορα υποκείμενα δικαίου για τα οποία έχει εφαρμογή δεν αρκεί για να τα χαρακτηρίσει σε σχέση με όλους τους άλλους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες, εφόσον η εφαρμογή αυτή γίνεται δυνάμει μιας αντικειμενικώς προσδιοριζομένης καταστάσεως (βλ. διατάξεις του Δικαστηρίου της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-409/96 P, Sveriges Betodlares και Henrikson κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-7531, σκέψη 37, και του ρωτοδικείου της 8ης Δεκεμβρίου 1998, T-39/98, Sadam Zuccherifici κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-4207, σκέψη 22). Όμως, όπως υπογραμμίσθηκε στη σκέψη 60 ανωτέρω, αυτό δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
65 Εν συνεχεία, έστω και αν υποτεθεί ότι τα αποτελέσματα της προσβαλλομένης διατάξεως μπορούν να ληφθούν υπόψη προκειμένου να προσδιοριστεί αν αυτή χαρακτηρίζει τους προσφεύγοντες σε σχέση με τους λοιπούς επιχειρηματίες, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι προσφεύγοντες δεν προσκομίζουν κανένα αποδεικτικό στοιχείο προκειμένου να αποδείξουν την ακρίβεια των ισχυρισμών τους όσον αφορά τις σοβαρές οικονομικές και περιβαλλοντολογικές επιπτώσεις από τις οποίες θίγονται οι Ισπανοί αλιείς γαύρου λόγω της θεσπίσεως της προσβαλλομένης διατάξεως.
66 Εξάλλου, είναι αμφίβολο κατά πόσον οι επιπτώσεις αυτές θίγουν αποκλειστικά τους Ισπανούς αλιείς γαύρου.
67 Συγκεκριμένα, αν, όπως ισχυρίζονται οι προσφεύγοντες, οι τιμές πωλήσεως του γαύρου υφίστανται σημαντική πτώση λόγω των πρόσθετων αλιευμάτων στα οποία προβαίνουν οι Γάλλοι αλιείς, πιθανότατα, μια τέτοια πτώση θίγει εξίσου τους τελευταίους όσο και τους Ισπανούς αλιείς γαύρου.
68 Όσον αφορά τις περιβαλλοντολογικές ζημίες στις οποίες αναφέρονται οι προσφεύγοντες, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, αν η μεταφορά ποσοστώσεως έχει ως συνέπεια τη μείωση των αποθεμάτων γαύρου στη ζώνη CIEM VIII, οι ζημίες αυτές θίγουν όλους τους αλιείς γαύρου και, επομένως, και τους Γάλλους αλιείς οι οποίοι αλιεύουν στη ζώνη αυτή.
69 Εξάλλου, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η προσβαλλόμενη διάταξη επηρεάζει επίσης αρνητικά τα συμφέροντα των ορτογάλων αλιέων γαύρου στο μέτρο που οι αλιευτικές τους δυνατότητες μειώνονται λόγω της εκδόσεως της πράξεως αυτής. ράγματι, η μεταφορά ποσοστώσεων από την ορτογαλική Δημοκρατία προς τη Γαλλική Δημοκρατία, που προκύπτει από τη διάταξη αυτή, έχει ως συνέπεια οι ορτογάλοι αλιείς να στερούνται της δυνατότητας να αλιεύσουν το σύνολο των 5 220 τόνων γαύρου στις ζώνες CIEM IX, CIEM X και Copace 34.1.1.
70 Κατά συνέπεια, το τρίτο αυτό επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί.
71 Τέταρτον, οι προσφεύγοντες θεωρούν ότι, ως Ισπανοί αλιείς οι οποίοι δεν απολαύουν της μεταφοράς προσοστώσεως γαύρου από τη ζώνη CIEM VIII, ανήκουν σε ένα κλειστό κύκλο επιχειρηματιών οι οποίοι θίγονται ειδικά από την προσβαλλόμενη διάταξη.
72 Ωστόσο, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι τα πραγματικά στοιχεία που επικαλούνται οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να θεωρηθούν ως παράγοντες που περιορίζουν κατά τρόπο απόλυτο και οριστικό την εφαρμογή της προσβαλλομένης διατάξεως αποκλειστικά στους Ισπανούς αλιείς οι οποίοι επιδίδονται ήδη στην αλιεία γαύρου στη ζώνη CIEM VIII.
73 Έτσι, η ύπαρξη τεχνικών απαιτήσεων και διοικητικών διατυπώσεων δεν επιτρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο εφοπλιστές, οι οποίοι δεν είχαν ακόμη ασκήσει την εν λόγω δραστηριότητα, να σχεδιάζουν να επιδοθούν στη δραστηριότητα αυτή κατά την περίοδο 2000 και, επομένως, να θίγονται από την προσβαλλόμενη διάταξη [βλ. επίσης, υπό το πνεύμα αυτό, όσον αφορά την ύπαρξη ενός κλειστού κύκλου σκαφών τα οποία είχαν άδεια αλιείας υπόγλωσσας στις ζώνες 2 και 3 της Οργανώσεως Αλιείας του Βορειοδυτικού Ατλαντικού (OPANO), διάταξη Area Cova κ.λπ. κατά Συμβουλίου, παρατεθείσα στη σκέψη 40 ανωτέρω, σκέψη 29].
74 Ομοίως, το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους καταλόγους που αναδημοσιεύουν τους Ισπανούς δικαιούχους αδειών αλιείας γαύρου στη ζώνη CIEM VIII, ο αριθμός των αλιέων παρέμεινε σταθερός κατά τα προηγούμενα έτη δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ενός κλειστού κύκλου επιχειρηματιών. ράγματι, ο αριθμός αδειών που χορηγείται ετησίως μπορεί να ποικίλλει στο μέτρο που ορισμένοι αλιείς, κάτοχοι αδείας για την αλιεία γαύρου κατά τα προηγούμενα έτη, μπορεί να αποφασίσουν να αλιεύουν άλλο είδος κατά το 2000, ενώ άλλοι αλιείς οι οποίοι, κατά τον χρόνο θεσπίσεως της προσβαλλομένης διατάξεως, δεν είχαν ακόμη αλιεύσει γαύρο στη ζώνη CIEM VIII μπορεί να σχεδίαζαν να το πράξουν εντός του τρέχοντος έτους.
75 Κατά συνέπεια, το τέταρτο αυτό επιχείρημα πρέπει να απορριφθεί.
76 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικά τους 62 εφοπλιστές που άσκησαν την παρούσα προσφυγή.
Επί του παραδεκτού της προσφυγής που άσκησαν οι ομοσπονδίες ενώσεων των εφοπλιστών
77 Επιβάλλεται να σημειωθεί ότι οι ομοσπονδίες ενώσεων των εφοπλιστών προέβαλαν αποκλειστικά ότι έπρεπε να θεωρηθούν ότι νομιμοποιούνται στο μέτρο που τα μέλη των ενώσεων τις οποίες εκπροσωπούν είχαν την ιδιότητα αυτή. Δεν ισχυρίστηκαν ότι έχουν θιγεί τα ίδια συμφέροντά τους ως ενώσεων (απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Μαρτίου 1993, C-313/90, CIRFS κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. Ι-1125, σκέψεις 29 και 30· αποφάσεις του ρωτοδικείου της 12ης Δεκεμβρίου 1996, T-380/94, AIUFFASS και AKT κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-2169, σκέψη 50, και της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, T-55/99, CETM κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-3207, σκέψη 23).
78 Ωστόσο, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, κατά τη νομολογία, μια πράξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικά, κατά την έννοια του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, την ένωση η οποία έχει συσταθεί για να προωθεί τα συλλογικά συμφέροντα μιας κατηγορίας πολιτών και, συνεπώς, η ένωση αυτή δεν νομιμοποιείται να ασκήσει προσφυγή ακυρώσεως όταν τα μέλη της δεν νομιμοποιούνται ατομικώς προς τούτο [αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1962, 19/62 έως 22/62, Fédération nationale de la boucherie en gros et du commerce en gros des viandes κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 845 (συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά), και της 2ας Απριλίου 1998, C-321/95 P, Greenpeace Council κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. Ι-1651, σκέψεις 14 και 29]. Όμως, όπως αναγνωρίστηκε ανωτέρω, η προσβαλλόμενη διάταξη δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικά τους εφοπλιστές.
79 Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσβαλλόμενη διάταξη αφορά ατομικά τις ομοσπονδίες αυτές.
Συμπέρασμα
80 Ενόψει των προεκτεθέντων, επειδή οι δύο ομάδες προσφευγόντων δεν πληρούν μία από τις προϋποθέσεις παραδεκτού των προσφυγών που θέτει το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, δεν χρειάζεται να εξετασθεί το ζήτημα αν η προσβαλλόμενη διάταξη τους αφορά άμεσα.
81 Το απαράδεκτο των προσφυγών έχει ως συνέπεια ότι η ένσταση ελλείψεως νομιμότητας που επικαλούνται οι προσφεύγοντες όσον αφορά το σημείο 1.1, στοιχείο i, του παραρτήματός IV του κανονισμού 685/95 είναι επίσης απαράδεκτη.
82 ράγματι, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι η δυνατότητα που παρέχει το άρθρο 241 ΕΚ προβολής του ανεφάρμοστου ενός κανονισμού ή μιας πράξεως γενικής ισχύος, που αποτελεί τη νομική βάση της προσβαλλομένης πράξεως εφαρμογής, δεν συνιστά αυτοτελές δικαίωμα και δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνο παρεμπιπτόντως. Αν δεν υπάρχει δικαίωμα ασκήσεως κύριας προσφυγής, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άρθρου 241 ΕΚ (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 1981, 33/80, Albini κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 2141, σκέψη 17, και της 11ης Ιουλίου 1985, 87/77, 130/77, 22/83, 9/84 και 10/84, Salerno κ.λπ. κατά Επιτροπής και Συμβουλίου, Συλλογή 1985, σ. 2523, σκέψη 36, και του ρωτοδικείου της 22ας Οκτωβρίου 1996, T-154/94, CSF και CSME κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1377, σκέψη 16).
83 Εξάλλου, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα των προσφευγόντων ότι η απόφαση του ρωτοδικείου να απορρίψει ως απαράδεκτες τις προσφυγές τους λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως είναι αντίθετη προς το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ αφού, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη διάταξη δεν προέβλεπε τη θέσπιση εκ μέρους των κρατών μελών κανενός μέτρου εκτελέσεως, δεν διέθεταν κανένα μέσο ένδικης προστασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων για να αμφισβητήσουν τη νομιμότητά της.
84 ράγματι, με την απόφασή του ACAV κ.λπ. κατά Συμβουλίου, παρατεθείσα στη σκέψη 60 ανωτέρω (σκέψη 68), το ρωτοδικείο έκρινε ότι τέτοια γεγονότα, έστω και αν υποτεθεί ότι συντρέχουν, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν τροποποίηση του συστήματος των ενδίκων μέσων και διαδικασιών που έχει καθιερωθεί από τη Συνθήκη, μέσω μιας δικαστικής ερμηνείας. Σε καμία περίπτωση, τέτοια γεγονότα δεν επιτρέπουν να θεωρούνται παραδεκτές προσφυγές ακυρώσεως που ασκούνται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (βλ. επίσης διατάξεις του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1995, C-10/95 P, Asocarne κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. Ι-4149, σκέψη 26, και της 24ης Απριλίου 1996, C-87/95 P, CNPAAP κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. Ι-2003, σκέψη 38).
85 Εξάλλου, δεν προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες στερούνται κάθε δικαιώματος ασκήσεως προσφυγής κατά των ενδεχομένων συνεπειών της προσβαλλομένης διατάξεως. ράγματι, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν, εν πάση περιπτώσει, αν φρονούν ότι έχουν ζημειωθεί κατά τρόπο άμεσο από την πράξη αυτή, να την αμφισβητήσουν στο πλαίσιο της προβλεπόμενης στα άρθρα 235 ΕΚ και 288 ΕΚ διαδικασίας εισαγωγής εξωσυμβατικής ευθύνης (διάταξη Sveriges Betodlares και Henrikson κατά Επιτροπής, παρατεθείσα στη σκέψη 64 ανωτέρω, σκέψη 52).
86 Επομένως, η γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, η οποία βασίζεται στο άρθρο 13 της ΕΣΔΑ και κατά την οποία κάθε πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες παραβιάστηκαν έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής, τηρήθηκε στην προκειμένη περίπτωση.
87 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι οι προσφυγές πρέπει να απορριφθούν ως προδήλως απαράδεκτες.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
88 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα αν υπήρχε σχετικό αίτημα. Εξάλλου, το άρθρο 87, παράγραφος 4, του ίδιου κανονισμού ορίζει ότι τα κοινοτικά όργανα τα οποία παρενέβησαν στη δίκη φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες ηττήθηκαν και το Συμβούλιο ζήτησε να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα, πρέπει να καταδικαστούν να φέρουν τα έξοδά τους καθώς και αυτά στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο. Η Επιτροπή φέρει τα δικά της έξοδα.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Ενώνονται οι υποθέσεις Τ-54/00 και Τ-73/00.
2) Απορρίπτει τις προσφυγές ως προδήλως απαράδεκτες.
3) Οι προσφεύγοντες φέρουν τα έξοδά τους καθώς και αυτά στα οποία υποβλήθηκε το Συμβούλιο.
4) Η Επιτροπή φέρει τα έξοδά της.
Full & Egal Universal Law Academy