Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
Αγωγή αποζημιώσεως - Εξωσυμβατική ευθύνη - Αγωγή κατά του Διαμεσολαβητή και του Κοινοβουλίου που σκοπεί στην αποκατάσταση φερομένης ζημίας που προκλήθηκε από τη συμπεριφορά του Διαμεσολαβητή - Αγωγή κατά του Κοινοβουλίου - Απαράδεκτη
(Άρθρο 195 § 3, ΕΚ)
Περίληψη
$$ρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη αγωγή κατά του ευρωπαϊκού Διαμεσολαβητή και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που σκοπεί στην αποκατάσταση φερομένης ζημίας που προκλήθηκε από τη συμπεριφορά του Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο εξετάσεως καταγγελίας, καθόσον η αγωγή στρέφεται κατά του Κοινοβουλίου. ράγματι από το άρθρο 195, παράγραφος 3, ΕΚ, προκύπτει ότι το Κοινοβούλιο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ευθύνεται για τη δράση του Διαμεσολαβητή σχετικά με μια καταγγελία, ακριβώς όπως συμβαίνει και με τα σφάλματα που ενδεχομένως διέπραξε ο Διαμεσολαβητής κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που του απονέμει η Συνθήκη ΕΚ.
( βλ. σκέψεις 15-19 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-209/00,
Frank Lamberts, κάτοικος Linkebeek (Βέλγιο), εκπροσωπούμενος από τον δικηγόρο É. Boigelot, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
ενάγων,
κατά
Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, εκπροσωπούμενου από τον J. Sant'anna, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τους H. Krück και Κ. Καραμάρκο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθών,
που έχει ως αντικείμενο αίτημα αποκαταστάσεως της υλικής ζημίας και χρηματικής ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης που υπέστη ο ενάγων λόγω της συμπεριφοράς του Διαμεσολαβητή στο πλαίσιο της αντιμετωπίσεως καταγγελίας που άσκησε σε αυτόν ο ενάγων στις 23 Ιουνίου 1998,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
(τρίτο τμήμα),
συγκείμενο από τους J. Azizi, ρόεδρο, K. Lenaerts και Μ. Jaeger, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Νομικό πλαίσιο
1 Το άρθρο 195 ΕΚ προβλέπει:
«1. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ορίζει Διαμεσολαβητή, ο οποίος είναι εξουσιοδοτημένος να παραλαμβάνει τις καταγγελίες όλων των πολιτών της _Ενωσης ή των φυσικών ή νομικών προσώπων που κατοικούν ή έχουν την καταστατική τους έδρα σε κράτος μέλος, σχετικά με περιπτώσεις κακής διοίκησης στα πλαίσια της δράσης των κοινοτικών οργάνων ή Οργανισμών, με εξαίρεση το Δικαστήριο και το ρωτοδικείο κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών τους καθηκόντων.
Στα πλαίσια των καθηκόντων του, ο Διαμεσολαβητής διεξάγει τις έρευνες που κρίνει δικαιολογημένες είτε με δική του πρωτοβουλία είτε βάσει των καταγγελιών που του έχουν υποβληθεί απευθείας ή μέσω μέλους του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκτός εάν για τα καταγγελλόμενα γεγονότα έχει ή είχε κινηθεί δικαστική διαδικασία. Εάν ο Διαμεσολαβητής διαπιστώσει περίπτωση κακής διοίκησης, υποβάλλει το θέμα στο οικείο όργανο, το οποίο διαθέτει προθεσμία τριών μηνών για να εκθέσει τη γνώμη του στον Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής διαβιβάζει εν συνεχεία έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και προς το οικείο όργανο.
Ο καταγγέλλων ενημερώνεται για το αποτέλεσμα των ερευνών αυτών. Ο Διαμεσολαβητής συντάσσει ετήσια έκθεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τα αποτελέσματα των ερευνών του.
2. Ο Διαμεσολαβητής διορίζεται μετά από κάθε εκλογή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη διάρκεια της βουλευτικής περιόδου. Η θητεία του δύναται να ανανεωθεί.
Το Δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει τον Διαμεσολαβητή από τα καθήκοντά του αιτήσει του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εάν παύσει να πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του ή αν διαπράξει βαρύ παράπτωμα.
3. Ο Διαμεσολαβητής ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη ανεξαρτησία. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δεν ζητά ούτε δέχεται υποδείξεις από κανένα Οργανισμό. Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί, κατά τη διάρκεια των καθηκόντων του, να ασκεί καμία άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, αμειβόμενη ή μη.
4. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μετά από γνώμη της Επιτροπής και με την έγκριση του Συμβουλίου που αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία, προσδιορίζει το καθεστώς και τους γενικούς όρους της άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή.»
2 Στις 9 Μαρτίου 1994, το Κοινοβούλιο εξέδωσε, σύμφωνα με το άρθρο 195, παράγραφος 4, της Συνθήκης, την απόφαση 94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ σχετικά με το καθεστώς του ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους ασκήσεως των καθηκόντων του (EE L 113, σ. 15).
Ιστορικό της διαφοράς
3 Η παρούσα ένδικη διαφορά είναι απόρροια της συμμετοχής του ενάγοντος σε εσωτερικό διαγωνισμό για τη μονιμοποίηση εκτάκτων υπαλλήλων της κατηγορίας Α (COM/T/A/98) που προκήρυξε η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Αφού πέτυχε στις γραπτές εξετάσεις, ο ενάγων παρουσιάστηκε στις 27 Απριλίου 1998 στις προφορικές εξετάσεις παρά το γεγονός ότι στις 2 Απριλίου 1998 είχε υποστεί ατύχημα εξαιτίας του οποίου έχρηζε σημαντικής ιατρικής και φαρμακευτικής θεραπείας. _Οταν πληροφορήθηκε, κατόπιν της προφορικής διαδικασίας, ότι δεν είχε συγκεντρώσει τον ελάχιστο απαιτούμενο βαθμό στο σύνολο των δοκιμασιών και ότι, ως εκ τούτου, δεν είχε εγγραφεί στον πίνακα επιτυχόντων, ο ενάγων ζήτησε από τον πρόεδρο της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού την επανεξέταση της περιπτώσεώς του. ρος τον σκοπό αυτό, επικαλέστηκε το γεγονός ότι έλαβε μέρος στις προφορικές εξετάσεις υπό την επήρεια φαρμάκων που μπορούσαν να προκαλέσουν κόπωση αλλά ότι, παρά το γεγονός αυτό, εκτίμησε ότι όφειλε να παρουσιαστεί στην εξέταση αυτή δεδομένου ότι στη σχετική πρόσκληση συμμετοχής σημειωνόταν ότι «η διοργάνωση των εξετάσεων δεν [επέτρεπε] την αλλαγή του ωραρίου που είχε οριστεί (για αυτόν)». Με έγγραφο της 10ης Ιουνίου 1998, ο υπεύθυνος προϊστάμενος τμήματος της Επιτροπής επιβεβαίωσε το αποτέλεσμα του διαγωνισμού.
4 Στις 23 Ιουνίου 1998, ο ενάγων υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή καταγγελία κατά της από 10 Ιουνίου 1998 αποφάσεως, με την οποία επιβεβαιωνόταν το αποτέλεσμα του διαγωνισμού. Με την από 21 Οκτωβρίου 1999 απόφασή του σχετικά με την καταγγελία αυτή, ο Διαμεσολαβητής τόνισε ότι η Επιτροπή όφειλε, χάριν της χρηστής διοικήσεως, να περιλάβει στην πρόσκληση συμμετοχής στις προφορικές εξετάσεις ρήτρα, προκειμένου οι υποψήφιοι να πληροφορούνται σχετικά με τη δυνατότητά τους να ζητούν, υπό εξαιρετικές συνθήκες που εμποδίζουν έναν υποψήφιο να παρουσιαστεί την ημερομηνία που ορίζει η εν λόγω πρόσκληση, μετάθεση της ημερομηνίας αυτής. Κατέληξε πάντως ότι, δεδομένου ότι η καταγγελία του ενάγοντος «αφορά διαδικασίες σχετικές με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ανήκοντα στο παρελθόν, δεν επιβάλλεται να αναζητηθεί συμβιβαστική λύση», προκειμένου να ικανοποιηθεί ο ενάγων. Αντιδρώντας στην απόφαση αυτή, ο ενάγων απευθύνθηκε, επανειλημμένως, στον Διαμεσολαβητή, ζητώντας του να αναζητήσει, σε συνεργασία με την Επιτροπή, συμβιβαστική λύση για την περίπτωσή του.
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
5 Στις 9 Αυγούστου 2000, ο ενάγων άσκησε την υπό κρίση αγωγή, με δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 10 Αυγούστου 2000.
6 Ο ενάγων ζητεί από το ρωτοδικείο:
- να κρίνει την αγωγή κατά του Διαμεσολαβητή και του Κοινοβουλίου παραδεκτή και βάσιμη·
- να υποχρεώσει τον Διαμεσολαβητή και το Κοινοβούλιο να καταβάλουν, αλληλεγγύως, αφενός, το ποσό των 2 468 787 ευρώ ή, επικουρικώς, το ποσό των 1 234 394 ευρώ, ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της υλικής ζημίας και, αφετέρου, το ποσόν των 124 000 ευρώ για ικανοποίηση της ηθικής βλάβης, εντόκως μέχρις εξοφλήσεως·
- να καταδικάσει τον Διαμεσολαβητή και το Κοινοβούλιο, αλληλεγγύως, στα δικαστικά έξοδα.
7 Με χωριστά δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 13 και 16 Οκτωβρίου 2000 αντιστοίχως, ο Διαμεσολαβητής και το Κοινοβούλιο προέβαλαν αμφότεροι ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασία του ρωτοδικείου.
8 Ο Διαμεσολαβητής ζητεί από το ρωτοδικείο:
- να κρίνει την αγωγή προδήλως απαράδεκτη·
- να κρίνει κατά νόμο επί των δικαστικών εξόδων.
9 Το Κοινοβούλιο ζητεί από το ρωτοδικείο:
- να κρίνει την αγωγή απαράδεκτη·
- να καταδικάσει τον ενάγοντα στα δικαστικά έξοδα.
10 Στις 21 Νοεμβρίου 2000, ο ενάγων κατέθεσε τις παρατηρήσεις του επ' αυτής της ενστάσεως.
Επί του παραδεκτού
11 Βάσει του άρθρου 114, παράγραφοι 1 και 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, το ρωτοδικείο μπορεί να κρίνει επί του απαραδέκτου, χωρίς να εισέλθει στην ουσία, αν ένας διάδικος το ζητήσει.
12 Στην υπό κρίση περίπτωση, η αγωγή στρέφεται κατά του Διαμεσολαβητή και κατά του Κοινοβουλίου. Κατά το μέρος που η αγωγή στρέφεται κατά του Κοινοβουλίου, το ρωτοδικείο εκτιμά ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί όσον αφορά τα στοιχεία της δικογραφίας ώστε να αποφανθεί επί του αιτήματος, χωρίς να προχωρήσει στην έναρξη της προφορικής διαδικασίας, σύμφωνα με το άρθρο 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας. Συνεπώς, η παρούσα διάταξη αφορά μόνον το παραδεκτό της αγωγής κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Κοινοβουλίου.
13 Κατά το Κοινοβούλιο, υποστηριζόμενο από τον Διαμεσολαβητή, η αγωγή είναι απαράδεκτη καθόσον στρέφεται κατά του Κοινοβουλίου, στο μέτρο που αυτό δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρείται υπεύθυνο για τις πράξεις του Διαμεσολαβητή κατά την άσκηση των καθηκόντων του.
14 Ο ενάγων δέχεται ότι ο Διαμεσολαβητής δεν είναι όργανο του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, ισχυρίζεται ότι μπορεί να συγκριθεί με εντολοδόχο που οφείλει να εκπληρώνει τα καθήκοντά του με πληρότητα και συνέπεια, διότι άλλως στοιχειοθετείται η αστική ευθύνη του εντολέα του, δηλαδή του Κοινοβουλίου. ράγματι, κατά τον ενάγοντα, στο Κοινοβούλιο πρέπει να επιρρίπτονται οι πράξεις του Διαμεσολαβητή λόγω ενός συνόλου περιστάσεων που δημιουργούν σύνδεσμο μεταξύ αυτού του οργάνου και του Διαμεσολαβητή. Ο ενάγων προβάλλει, συναφώς, ότι από το άρθρο 195 ΕΚ προκύπτει ότι ο Διαμεσολαβητής διορίζεται από το Κοινοβούλιο, ότι το Δικαστήριο μπορεί να απαλλάξει τον Διαμεσολαβητή από τα καθήκοντά του αιτήσει του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ότι το τελευταίο ασκεί καθήκοντα ελέγχου επί του Διαμεσολαβητή στο μέτρο που το όργανο αυτό θεσπίζει το καθεστώς και τους γενικούς όρους της ασκήσεως των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή. Επιπλέον, υποστηρίζει ότι η δράση του Διαμεσολαβητή είναι συμπληρωματική εκείνης του Κοινοβουλίου, καθόσον υφίσταται συνεργασία του Διαμεσολαβητή και της κοινοβουλευτικής επιτροπής αναφορών και ότι υφίσταται εξουσία ελέγχου και παροχής κατευθύνσεως του Κοινοβουλίου επί του Διαμεσολαβητή κατά την εξέταση της ετήσιας εκθέσεως που συντάσσει ο τελευταίος. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής τελεί σε οικονομική εξάρτηση από το Κοινοβούλιο.
15 Το ρωτοδικείο διαπιστώνει κατ' αρχάς ότι, στο πλαίσιο της υπό κρίση αγωγής, ο ενάγων προσάπτει στον Διαμεσολαβητή, αφενός, ότι δεν τον συμβούλευσε εγκαίρως να ασκήσει ενώπιον του ρωτοδικείου αγωγή κατά της αποφάσεως της εξεταστικής επιτροπής του διαγωνισμού να μην τον περιλάβει στον πίνακα επιτυχόντων και, αφετέρου, ότι κακώς παρέλειψε να αναζητήσει συμβιβαστική και ικανοποιητική για αυτόν λύση σε συνεργασία με την Επιτροπή. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση αγωγή αφορά αποζημίωση λόγω της συμπεριφοράς του Διαμεσολαβητή κατά την άσκηση των καθηκόντων που του απονέμει το άρθρο 195 ΕΚ.
16 Επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι, δυνάμει του άρθρου 195, παράγραφος 3, ΕΚ:
«Ο Διαμεσολαβητής ασκεί τα καθήκοντά του με πλήρη ανεξαρτησία. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του, δεν ζητά ούτε δέχεται υποδείξεις από κανένα οργανισμό.»
17 Επομένως, το Κοινοβούλιο δεν έχει καμία νομική δυνατότητα επιρροής της δράσεως του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία που υπέβαλε σε αυτόν ο ενάγων στις 23 Ιουνίου 1998, οπότε το Κοινοβούλιο δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να ευθύνεται για τα σφάλματα που ενδεχομένως διέπραξε ο Διαμεσολαβητής κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων που του απονέμει η Συνθήκη ΕΚ.
18 Αντιθέτως προς ό,τι υποστηρίζει ο ενάγων, το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τους διαφόρους δεσμούς που υφίστανται μεταξύ του Διαμεσολαβητή και του Κοινοβουλίου βάσει του άρθρου 195 ΕΚ. ράγματι, οι δεσμοί αυτοί, που έχουν αποκλειστικώς γενικό οργανωτικό και όχι λειτουργικό χαρακτήρα, δεν επιτρέπουν στο Κοινοβούλιο να επηρεάσει τη δράση του Διαμεσολαβητή όσον αφορά την αντιμετώπιση συγκεκριμένης καταγγελίας που του έχει υποβληθεί σύμφωνα με το άρθρο 195, παράγραφος 1, ΕΚ.
19 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να κριθεί απαράδεκτη κατά το μέρος που στρέφεται κατά του Κοινοβουλίου.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
20 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Ωστόσο, κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου, το ρωτοδικείο μπορεί να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα, εφόσον συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι.
21 Στην προκειμένη περίπτωση, λόγω του γενικού συμφέροντος του ζητήματος που τίθεται στην υπό κρίση υπόθεση και το οποίο δεν έχει ακόμη αποτελέσει αντικείμενο αποφάσεως του Δικαστηρίου ή του ρωτοδικείου, αποφασίζεται ότι κάθε διάδικος θα φέρει τα δικαστικά του έξοδα στο πλαίσιο της υπό κρίση αγωγής στο μέτρο που στρέφεται κατά του Κοινοβουλίου.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τρίτο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη στο μέτρο που στρέφεται κατά του Κοινοβουλίου.
2) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής στο μέτρο που στρέφεται κατά του Κοινοβουλίου.
Full & Egal Universal Law Academy