Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Διαδικασία - Δικαστικά έξοδα - Καθορισμός - Έξοδα δυνάμενα να αναζητηθούν
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 91, στοιχ. β_)
2. Διαδικασία - Δικαστικά έξοδα - Καθορισμός - Στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπόψη
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 91)
3. Διαδικασία - Δικαστικά έξοδα - Καθορισμός - _Εξοδα δυνάμενα να αναζητηθούν - _Εννοια - Συμμετοχή περισσοτέρων του ενός δικηγόρων
(Κανονισμός Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, άρθρο 91, στοιχ. β_)
Περίληψη
1. Από τη διάταξη του άρθρου 91, στοιχείο β_, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου προκύπτει ότι τα έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν είναι μόνο, αφενός, τα έξοδα που έχουν γίνει λόγω της ενώπιον του κοινοτικού δικαστή διαδικασίας και, αφετέρου, τα προς τούτο απαραίτητα έξοδα.
( βλ. σκέψη 33 )
2. Ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά το ποσό μέχρι το οποίο μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει τις αμοιβές ο διάδικος ο οποίος καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα. Ο κοινοτικός δικαστής, αποφαινόμενος επί της αιτήσεως καθορισμού των δικαστικών εξόδων, δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη ούτε τον εθνικό πίνακα δικηγορικών αμοιβών ούτε την ενδεχόμενη σχετική συμφωνία μεταξύ του διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του.
Εφόσον δεν υπάρχουν κοινοτικές διατάξεις περί πινάκων αμοιβών, ο κοινοτικός δικαστής οφείλει να εκτιμά ελεύθερα τα στοιχεία της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου, καθώς και τις δυσκολίες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που κλήθηκαν να επιτελέσουν οι εκπρόσωποι ή οι σύμβουλοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσωπεύει η διαφορά για τους διαδίκους. Συναφώς, η δυνατότητα του κοινοτικού δικαστή να εκτιμά την αξία της επιτελεσθείσας εργασίας εξαρτάται από την ακρίβεια των παρασχεθέντων στοιχείων.
( βλ. σκέψεις 34-35 )
3. Προκειμένου να καθοριστούν τα δυνάμενα να αναζητηθούν έξοδα, εναπόκειται στον κοινοτικό δικαστή να λάβει ιδίως υπόψη του τον συνολικό αριθμό ωρών εργασίας που μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς απαραίτητες για την ένδικη διαδικασία, ανεξαρτήτως του αριθμού των δικηγόρων που παρέσχον τις υπηρεσίες τους.
( βλ. σκέψη 44 )
Διάδικοι
Στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις T-226/00 DEP και T-227/00 DEP,
Nan Ya Plastics Corporation, με έδρα την Taipei, Ταϊβάν (Κίνα),
Far Eastern Textiles Ltd, με έδρα την Taipei,
εκπροσωπούμενες από τον P. De Baere, δικηγόρο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αιτούσες,
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, εκπροσωπούμενου από τον S. Marquardt, επικουρούμενο από τον G. Berrisch, δικηγόρο,
καθού,
που έχουν ως αντικείμενο αίτηση καθορισμού των δικαστικών εξόδων που πρέπει να καταβληθούν από το καθού στις αιτούσες κατόπιν των αποφάσεων του Πρωτοδικείου της 19ης Σεπτεμβρίου 2001, Τ-226/00 και Τ-227/00, Nan Ya Plastics κατά Συμβουλίου και Far Eastern Textiles κατά Συμβουλίου (που δεν έχουν δημοσιευθεί στη Συλλογή),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (πέμπτο πενταμελές τμήμα),
συγκείμενο από τους R. García-Valdecasas, Πρόεδρο, P. Lindh, R. Μ. Moura Ramos, J. D. Cooke και H. Legal, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1 Στις 8 Μα_ου 2000 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 978/2000, για την επιβολή οριστικού αντισταθμιστικού δασμού στις εισαγωγές συνθετικών ινών από πολυεστέρες καταγωγής Αυστραλίας, Ινδονησίας και Ταϊβάν και για την οριστική είσπραξη του επιβληθέντος προσωρινού δασμού (ΕΕ L 113, σ. 1, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός).
2 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 28 Αυγούστου 2000, οι Nan Ya Plastics Corporation και Far Eastern Textiles Ltd άσκησαν προσφυγές περί ακυρώσεως των άρθρων 1 και 2 του προσβαλλομένου κανονισμού, οι οποίες έλαβαν αριθμούς υποθέσεων Τ-226/00 και Τ-227/00 αντιστοίχως.
3 Με έγγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 2000, το Συμβούλιο ζήτησε την παράταση της προθεσμίας για την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως λόγω, ιδίως, του σύνθετου χαρακτήρα των νομικών και πραγματικών ζητημάτων που ήγειραν οι αιτούσες με τα δικόγραφά τους και λόγω του όγκου των παραρτημάτων που τα συνόδευαν. Το Πρωτοδικείο έκανε δεκτό το εν λόγω αίτημα.
4 Πριν καταθέσει το υπόμνημα αντικρούσεως, το Συμβούλιο υπέβαλε αίτημα αναστολής της διαδικασίας στις δύο υποθέσεις, για τον λόγο ότι επρόκειτο να εκδώσει κανονισμό, ο οποίος θα τροποποιούσε αναδρομικά τον προσβαλλόμενο κανονισμό. Οι αιτούσες δήλωσαν ότι δεν είχαν αντίρρηση.
5 Με διατάξεις της 23ης Νοεμβρίου 2000, ο πρόεδρος του πέμπτου πενταμελούς τμήματος του Πρωτοδικείου ανέστειλε τη διαδικασία στις υποθέσεις Τ-226/00 και Τ-227/00.
6 Στις 7 Μα_ου 2001 το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 902/2001, για την τροποποίηση του κανονισμού 978/2000 (ΕΕ L 127, σ. 20).
7 Με διατάξεις της 19ης Σεπτεμβρίου 2001 (που δεν έχουν δημοσιευθεί στη Συλλογή), το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, κατόπιν αιτήσεως του Συμβουλίου και με τη συναίνεση των αιτουσών, ότι δεν συνέτρεχε πλέον λόγος για να αποφανθεί επί των προσφυγών Τ-226/00 και Τ-227/00 και καταδίκασε το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
8 Δεδομένου ότι οι διάδικοι δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν ως προς το ύψος των εξόδων που έπρεπε να καταβληθούν, οι αιτούσες υπέβαλαν, με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 10 Ιουλίου 2002, βάσει του άρθρου 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, κοινή αίτηση περί καθορισμού των δικαστικών εξόδων για τις δύο υποθέσεις. Η εν λόγω αίτηση ενεγράφη στο πρωτόκολλο της Γραμματείας του Πρωτοδικείου με τους αριθμούς Τ-226/00 DEP και Τ-227/00 DEP.
9 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 11 Σεπτεμβρίου 2002, το Συμβούλιο υπέβαλε τις παρατηρήσεις του επί της εν λόγω αιτήσεως.
Αιτήματα των διαδίκων
10 Οι αιτούσες ζητούν από το Πρωτοδικείο να καθορίσει το ύψος των οφειλομένων από το Συμβούλιο δικαστικών εξόδων στα 74 368,06 ευρώ.
11 Το Συμβούλιο ζητεί από το Πρωτοδικείο να καθορίσει το ποσό των δικαστικών εξόδων που πρέπει να καταβάλει στις αιτούσες στο ύψος που θα κρίνει σκόπιμο, χωρίς όμως να υπερβεί το ποσό των 30 000 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων που αφορούν την παρούσα δίκη.
Σκεπτικό
Επιχειρήματα των διαδίκων
12 Οι αιτούσες φρονούν ότι το ύψος των ζητουμένων εξόδων δικαιολογείται, πρώτον, από το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, καθώς και από τη σημασία της υποθέσεως υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου. Συγκεκριμένα, με τη διαφορά εγείρονται σημαντικά ζητήματα κοινοτικού δικαίου, επί των οποίων δεν έχουν ακόμα αποφανθεί τα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα. Συναφώς, οι αιτούσες διευκρινίζουν ότι οι επίδικες υποθέσεις αφορούν την έκταση της εξουσίας της Επιτροπής να διεξάγει έρευνες και τα δικαιώματα άμυνας στο πλαίσιο διαδικασίας περί επιδοτήσεων, καθώς και την εφαρμογή του άρθρου 3 του κανονισμού (ΕΚ) 2026/97 του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 288, σ. 1), ιδίως δε την εφαρμογή της προϋποθέσεως της σχετικής με τον ατομικό χαρακτήρα που προβλέπει το εν λόγω άρθρο.
13 Δεύτερον, ως προς την έκταση της εργασίας που έπρεπε να επιτελεσθεί για τις επίδικες υποθέσεις, οι αιτούσες διατείνονται ότι οι εν λόγω υποθέσεις ήταν ιδιαιτέρως δύσκολες. Συγκεκριμένα, λόγω ελλείψεως κοινοτικής νομολογίας, υποχρεώθηκαν να αναπτύξουν επιχειρηματολογία κατ' αναλογία προς το δίκαιο του ανταγωνισμού και το δίκαιο αντιντάμπινγκ ως προς τα δικαιώματα άμυνας και την έκταση των εξουσιών της Επιτροπής να διεξάγει έρευνες και κατ' αναλογία προς το δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) ως προς την εφαρμογή της προϋποθέσεως περί ατομικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 2026/97. Συναφώς, η εφαρμογή της προϋποθέσεως περί ατομικού χαρακτήρα στις επίδικες υποθέσεις επέβαλλε την ανάλυση σύνθετων οικονομικών και νομικών στοιχείων.
14 Οι αιτούσες επισημαίνουν επίσης ότι, από το αίτημα του Συμβουλίου περί παρατάσεως της προθεσμίας υποβολής του υπομνήματος αντικρούσεως και από το ότι το Συμβούλιο έκανε χρήση των υπηρεσιών δικηγόρου, προκύπτει ότι το Συμβούλιο αναγνωρίζει τη δυσκολία των εν λόγω υποθέσεων.
15 Τρίτον, οι αιτούσες ισχυρίζονται ότι, για τη δίκη, απαιτήθηκε μεγάλης εκτάσεως εργασία ως προς την ανάλυση σύνθετων νομικών και οικονομικών στοιχείων.
16 Επισημαίνουν ότι οι κύριες εργασίες έρευνας και συντάξεως εγγράφων κοστολογήθηκαν μόνον άπαξ και διευκρινίζουν ότι, αν είχε ασκηθεί μία μόνο προσφυγή, τα έξοδα θα ήταν λιγότερα, όχι όμως τα μισά. Η άσκηση δεύτερης προσφυγής απαίτησε πρόσθετη εργασία ως προς τη διοικητική οργάνωση, δεδομένης της ειδικότητας του συναφούς πραγματικού πλαισίου, καθώς και των διαφορών μεταξύ της νομικής επιχειρηματολογίας που προέβαλε κάθε αιτούσα, ιδίως ενόψει της ενεργητικής νομιμοποιήσεως της Far Eastern Textiles.
17 Οι αιτούσες ισχυρίζονται, τέλος, ότι η άσκηση των προσφυγών δεν απαίτησε μόνο την επανάληψη της εργασίας που είχε πραγματοποιηθεί κατά τη διοικητική διαδικασία, αλλά επίσης την ανάπτυξη επιχειρημάτων προς αντίκρουση των αναφερομένων στην αιτιολογία του προσβαλλομένου κανονισμού, καθώς και την αναζήτηση νέων αποδεικτικών στοιχείων και νέων επιχειρημάτων.
18 Τέταρτον, τα διακυβευόμενα οικονομικά συμφέροντα ήταν ιδιαιτέρως σημαντικά για τις αιτούσες, δεδομένου ότι η ευδοκίμηση των προσφυγών θα οδηγούσε στην κατάργηση του οριστικού αντισταθμιστικού δασμού ύψους 1,52 % επί των εισαγωγών της Nan Ya Plastics και ύψους 1 % επί των εισαγωγών της Far Eastern Textiles. Κατά την περίοδο της διοικητικής έρευνας, η αξία των εισαγωγών της Nan Ya Plastics στην Κοινότητα ανερχόταν σε 454 577 000 νέα δολάρια Ταϊβάν (TWD), αυτή δε της Far Eastern Textiles σε 841 851 126 TWD. Οι δασμοί αντιστοιχούν, επομένως, σε 15 328 081 TWD ανά έτος. Δεδομένου ότι οι αντισταθμιστικοί δασμοί επιβλήθηκαν για πέντε έτη, το συνολικό ποσό των επιβληθέντων δασμών έφθασε τα 76 640 407 TWD, ήτοι 2 450 124,52 ευρώ κατά την 1η Ιανουαρίου 2002.
19 Τέλος, οι αιτούσες ζητούν να τους αποδοθεί ποσό ύψους 74 368,06 ευρώ βάσει τιμολογίου ύψους 74 395,21 ευρώ, που αντιστοιχεί, αφενός, σε ποσό 69 060 ευρώ για αμοιβές επτά δικηγόρων (333 ώρες και 30 λεπτά εργασίας επί 125 έως 275 ευρώ ανά ώρα) και, αφετέρου, σε ποσό 5 335,21 ευρώ για έξοδα φωτοτυπιών, τηλεπικοινωνιών και αλληλογραφίας.
20 Το Συμβούλιο αντιτείνει, πρώτον, ότι δεν πρέπει να υπερτιμάται η σημασία της διαφοράς από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Συγκεκριμένα, μολονότι εγείρονται ορισμένα ζητήματα γενικής φύσεως ως προς την εφαρμογή του κανονισμού 2026/97, η πλειονότητα των επίδικων σημείων αφορούσε αποκλειστικώς τα πραγματικά περιστατικά της συγκεκριμένης διαφοράς.
21 Δεύτερον, ως προς τις δυσκολίες της υποθέσεως, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι της δίκης προηγήθηκε διοικητική έρευνα στην οποία συμμετείχε ο νομικός σύμβουλος των αιτουσών.
22 Η έλλειψη σχετικής νομολογίας δεν καθιστά απαραιτήτως την επίλυση της διαφοράς πλέον σύνθετη, δεδομένου ότι απάλλαξε τις αιτούσες από την έρευνα και την ανάλυση ενός σύνθετου νομολογιακού corpus. Η δε ερευνητική εργασία σχετικά με το δίκαιο των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΠΟΕ δεν είναι ασυνήθιστη ούτε ιδιαιτέρως δύσκολη στο εμπορικό δίκαιο.
23 Ακολούθως, το Συμβούλιο δεν αρνείται ότι η υπόθεση απαίτησε την ανάλυση σύνθετων νομικών και οικονομικών στοιχείων, καθώς και διαφόρων «εθνικών συστημάτων». Οι αιτούσες και οι εκπρόσωποί τους, εντούτοις, προέβησαν στην εν λόγω ανάλυση ήδη από το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και τα εν λόγω ζητήματα τους ήταν επομένως οικεία κατά την προετοιμασία των προσφυγών.
24 Τέλος, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι, από πολλά έτη, κάνει χρήση των υπηρεσιών δικηγόρου για τον χειρισμό της πλειονότητας των υποθέσεων αντιντάμπινγκ και επιδοτήσεων, ανεξαρτήτως του βαθμού δυσκολίας και πολυπλοκότητας της υποθέσεως. Συνεπώς, το αίτημά του περί παρατάσεως της προθεσμίας για την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως δεν αποδεικνύει την πολυπλοκότητα των υποθέσεων, αλλά δικαιολογείται από το ότι ο δικηγόρος του Συμβουλίου δεν μετέσχε στη διοικητική διαδικασία και επομένως, όλα τα εγειρόμενα ζητήματα του ήταν τελείως άγνωστα.
25 Το Συμβούλιο φρονεί, τρίτον, ότι οι αιτούσες υπερτιμούν την έκταση της εργασίας που ήταν απαραίτητη για την υπόθεση. Συγκεκριμένα, ο αριθμός των ωρών που αφιέρωσαν οι δύο βασικοί δικηγόροι των αιτουσών στην προετοιμασία των προσφυγών και οι άλλοι σύμβουλοι σε ερευνητικές εργασίες είναι προφανώς υπερβολικός. Το Συμβούλιο δέχεται ότι το ζητούμενο ποσό αναφέρεται στην εργασία που επιτελέσθηκε για αμφότερες τις προσφυγές και ότι θα ήταν αδύνατον να επιμερισθεί μεταξύ τους. Εντούτοις, εκτιμά συναφώς ότι δεν ενδιαφέρει να προσδιορισθεί αν οι δύο προσφυγές ήταν απολύτως όμοιες ή όχι. Επιπλέον, οι σύμβουλοι των αιτουσών μετέσχον στη διοικητική έρευνα και, επομένως, γνώριζαν ήδη τα κρίσιμα νομικά και πραγματικά ζητήματα. Εξάλλου, το σύνολο σχεδόν των ουσιαστικών επιχειρημάτων που προβλήθηκαν με τις δύο προσφυγές είχε ήδη προβληθεί, με τη μία ή την άλλη μορφή, κατά τη διοικητική έρευνα.
26 Εν συνεχεία, το Συμβούλιο αντικρούει τον ισχυρισμό των αιτουσών ότι οι προσφυγές δεν κατέληξαν στην ακύρωση του προσβαλλόμενου κανονισμού, αλλά στην κατάργησή του, πράγμα που κατέστησε αναγκαία την εξεύρεση νέων αποδεικτικών στοιχείων και επιχειρημάτων, διαφορετικών από τα προβληθέντα κατά τη διοικητική διαδικασία. Συγκεκριμένα, αν οι αιτούσες ισχυρίζονται, για να δικαιολογήσουν τον φόρτο εργασίας για την προετοιμασία των προσφυγών, ότι προέβαλαν νέα επιχειρήματα με τις προσφυγές, θα έπρεπε να έχουν εκθέσει λεπτομερώς τα εν λόγω επιχειρήματα και όχι να έχουν επικαλεστεί έμμεσα αποδεικτικά στοιχεία. Ο ισχυρισμός των αιτουσών είναι παραπλανητικός, καθόσον επιδιώκει να εμφανίσει την κατάργηση του προσβαλλόμενου κανονισμού από το Συμβούλιο ως το αποτέλεσμα της εκ μέρους των αιτουσών προβολής, στο πλαίσιο των προσφυγών τους, ενός νέου επιχειρήματος που παρουσίασαν κατόπιν μακράς και εις βάθος έρευνας. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός, όμως, καταργήθηκε λόγω εκδόσεως μεταγενέστερου κανονισμού θεσπίζοντος διαφορετική μέθοδο υπολογισμού των αντισταθμίσιμων επιδοτήσεων που εμπίπτουν σε ένα από τα συστήματα επιδοτήσεων της Ταϊβάν. Δεδομένου ότι οι επιδοτήσεις της Ταϊβάν ήταν ασήμαντες, αποφασίστηκε η κατάργηση των αντισταθμιστικών μέτρων που εφαρμόζονταν βάσει του προσβαλλομένου κανονισμού στις εισαγωγές της Ταϊβάν. Συναφώς, το Συμβούλιο δεν αρνείται ότι οι αιτούσες είχαν προτείνει τη νέα μέθοδο υπολογισμού με την προσφυγή τους, υπενθυμίζει εντούτοις ότι είχαν ήδη προβάλει το εν λόγω επιχείρημα με τις από 10 Ιανουαρίου 2000 παρατηρήσεις τους επί του προκαταρκτικού πληροφοριακού εγγράφου της Επιτροπής.
27 Τέλος, το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι ο δικηγόρος του αφιέρωσε περίπου 80 ώρες στον χειρισμό των υποθέσεων αυτών, ενώ δεν είχε μετάσχει στη διοικητική έρευνα και έπρεπε, συνεπώς, να λάβει γνώση του συνόλου του φακέλου. Επιπλέον, είχε ήδη αρχίσει τη σύνταξη ενός υπομνήματος αντικρούσεως με το οποίο απαντούσε στο 75 % των ισχυρισμών των αιτουσών.
28 Τέταρτον, το Συμβούλιο φρονεί ότι δεν μπορεί να υποβάλει παρατηρήσεις ως προς τον υπολογισμό των διακυβευομένων οικονομικών συμφερόντων, αλλά επισημαίνει ότι δεν πρέπει να υπερτιμάται η σημασία τους.
29 Τέλος, ως προς τον καταμερισμό των εξόδων, το Συμβούλιο φρονεί ότι είναι ελλιπής. Συγκεκριμένα, αναφέρονται μόνο το όνομα των δικηγόρων ή συμβούλων που παρέστησαν, γενικά το είδος εργασίας που παρέσχον (έρευνα, σύνταξη εγγράφων, αναθεώρηση, επαφές με τον πελάτη) και ο χρόνος που φέρεται καθένας ότι αφιέρωσε στην προετοιμασία των προσφυγών, χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς η φύση της παρασχεθείσας εργασίας, ο χρόνος που αφιερώθηκε στα διάφορα είδη εργασίας και το πότε παρασχέθηκε η εν λόγω εργασία.
30 Το Συμβούλιο βάλλει επίσης κατά του ύψους των εξόδων φωτοτυπιών, τηλεπικοινωνιών και αλληλογραφίας, το οποίο είναι υπερβολικό και προτείνεται χωρίς δικαιολογητικά ως προς τον τρόπο υπολογισμού του.
31 Τέλος, το Συμβούλιο φρονεί ενδεδειγμένο το ποσό των 30 000 ευρώ, περιλαμβανομένων των εξόδων της παρούσας διαδικασίας, και, επομένως, ζητεί τη μείωση των ζητουμένων δικαστικών εξόδων κατά 60 %, όπως συνέβη με τη διάταξη του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουλίου 1998, Τ-115/94 DEP, Opel Austria κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2739).
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
32 Κατά το άρθρο 92, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου:
«Αν γεννηθεί αμφισβήτηση σχετικά με τα έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν, το Πρωτοδικείο αποφαίνεται με Διάταξη που δεν υπόκειται σε ένδικο μέσο, κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου διαδίκου και αφού ο αντίδικος υποβάλει τις παρατηρήσεις του.»
33 Σύμφωνα με το άρθρο 91, στοιχείο β_, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, θεωρούνται ως έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν «τα αναγκαία έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι διάδικοι λόγω της δίκης, και ιδίως τα έξοδα μετακινήσεως και διαμονής και η αμοιβή των εκπροσώπων, συμβούλων ή δικηγόρων». Από τη διάταξη αυτή απορρέει ότι τα έξοδα που μπορούν να αναζητηθούν είναι μόνο, αφενός, τα έξοδα που έχουν γίνει λόγω της ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασίας και, αφετέρου, τα προς τούτο απαραίτητα έξοδα (διατάξεις του Πρωτοδικείου της 24ης Ιανουαρίου 2002, Τ-38/95 DEP, Groupe Origny κατά Επιτροπής, Συλλογή 2002, σ. ΙΙ-217, σκέψη 28, και της 20ής Νοεμβρίου 2002, T-171/00 DEP, Spruyt κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 22).
34 Κατά πάγια νομολογία, ο κοινοτικός δικαστής δεν είναι αρμόδιος να καθορίζει τις αμοιβές που οφείλουν οι διάδικοι στους δικηγόρους τους, αλλά το ποσό μέχρι το οποίο μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει τις αμοιβές ο διάδικος ο οποίος καταδικάστηκε στα δικαστικά έξοδα. Το Πρωτοδικείο, αποφαινόμενο επί της αιτήσεως καθορισμού των δικαστικών εξόδων, δεν υποχρεούται να λάβει υπόψη ούτε τον εθνικό πίνακα δικηγορικών αμοιβών ούτε την ενδεχόμενη σχετική συμφωνία μεταξύ του διαδίκου και των εκπροσώπων ή συμβούλων του (διάταξη του Πρωτοδικείου της 8ης Νοεμβρίου 1996, Τ-120/89 DEP, Stahlwerke Peine-Salzgitter κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1547, σκέψη 27· προαναφερθείσα διάταξη Opel Austria κατά Συμβουλίου, σκέψη 27, και διάταξη της 19ης Σεπτεμβρίου 2001, T-64/99 DEP, UK Coal κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-2547, σκέψη 26).
35 Επίσης κατά πάγια νομολογία, εφόσον δεν υπάρχουν κοινοτικές διατάξεις περί πινάκων αμοιβών, το Πρωτοδικείο οφείλει να εκτιμά ελεύθερα τα στοιχεία της υποθέσεως, λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο και τη φύση της διαφοράς, τη σημασία της από πλευράς κοινοτικού δικαίου, καθώς και τις δυσκολίες της υποθέσεως, την έκταση της εργασίας που κλήθηκαν να επιτελέσουν οι εκπρόσωποι ή οι σύμβουλοι στο πλαίσιο της ένδικης διαδικασίας και τα οικονομικά συμφέροντα που αντιπροσωπεύει η διαφορά για τους διαδίκους (διάταξη του Πρωτοδικείου της 8ης Μαρτίου 1995, Τ-2/93 DEP, Air France κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-533, σκέψη 16· προαναφερθείσες διατάξεις Opel Austria κατά Συμβουλίου, σκέψη 28, και UK Coal κατά Επιτροπής, σκέψη 27). Συναφώς, η δυνατότητα του κοινοτικού δικαστή να εκτιμά την αξία της επιτελεσθείσας εργασίας εξαρτάται από την ακρίβεια των παρασχεθέντων στοιχείων (διάταξη του Δικαστηρίου της 9ης Νοεμβρίου 1995, C-89/95 DEP, Ahlström κ.λπ. κατά Επιτροπής, που δεν έχει δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 20, και προαναφερθείσα διάταξη Stahlwerke Peine-Salzgitter κατά Επιτροπής, σκέψη 31).
36 Το ύψος των εξόδων που μπορούν να αναζητηθούν εν προκειμένω προσήκει να εκτιμηθεί βάσει των κριτηρίων αυτών.
37 Ως προς τις δυσκολίες των υποθέσεων και τη σημασία τους από πλευράς κοινοτικού δικαίου, οι εν λόγω δίκες ήγειραν νέα και/ή λεπτά ζητήματα σχετικά με τα δικαιώματα άμυνας των αιτουσών και την έκταση των εξουσιών της Επιτροπής να διεξάγει έρευνες στο πλαίσιο των διαδικασιών περί επιδοτήσεων, καθώς και με την ερμηνεία της προϋποθέσεως περί ατομικού χαρακτήρα κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 2026/97. Τα επίδικα ζητήματα επέβαλαν συνεπώς την ανάλυση σύνθετων οικονομικών και νομικών θεμάτων, όπως ομολογεί το Συμβούλιο, τα οποία μελέτησαν οι δικηγόροι και σύμβουλοι των αιτουσών.
38 Συναφώς, επιβάλλεται εξάλλου η διαπίστωση ότι από το έγγραφο του Συμβουλίου της 22ας Σεπτεμβρίου 2000 προκύπτει ότι το Συμβούλιο, παρά τους ισχυρισμούς του, δικαιολόγησε το αίτημά του περί παρατάσεως της προθεσμίας για την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως προβάλλοντας κυρίως την πολυπλοκότητα των νομικών και πραγματικών ζητημάτων που ήγειραν οι προσφυγές και τον όγκο των παραρτημάτων που τις συνόδευαν.
39 Ως προς την έκταση της εργασίας που εκτελέστηκε λόγω της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η διαφορά όντως επιβάρυνε τους συμβούλους των αιτουσών με σημαντική εργασία. Συναφώς, δεν μπορεί να γίνει δεκτό, όπως διατείνεται το Συμβούλιο, ότι η έλλειψη νομολογίας ως προς τις κρίσιμες διατάξεις του κανονισμού 2026/97 διευκόλυνε την εργασία των συμβούλων των αιτουσών.
40 Επιπλέον, επιβάλλεται η υπογράμμιση ότι η έκδοση του κανονισμού 902/2001, που τροποποίησε τον προσβαλλόμενο κανονισμό, επήλθε κατόπιν της ασκήσεως από τις αιτούσες των προσφυγών Τ-226/00 και Τ-227/00, όπως προκύπτει από τη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού αυτού.
41 Εντούτοις, επιβάλλεται, αφενός, η διαπίστωση ότι η έγγραφη διαδικασία στο πλαίσιο των προσυγών Τ-226/00 και Τ-227/00 περιορίστηκε στην κατάθεση των δύο εισαγωγικών της δίκης δικογράφων καθώς και στη σύντομη αλληλογραφία σχετικά με την αναστολή και την κατάργηση της δίκης στις εν λόγω υποθέσεις και ότι δεν διεξήχθη προφορική διαδικασία για τις διαφορές αυτές. Αφετέρου, δεδομένου ότι οι εν λόγω προσφυγές ήταν συναφείς, οι δύο αυτές προσφυγές είναι εν πολλοίς παρόμοιες.
42 Επιπλέον, οι σύμβουλοι των αιτουσών είχαν ήδη ευρεία γνώση των διαφορών, δεδομένου ότι είχαν εκπροσωπήσει τις αιτούσες κατά τη διοικητική διαδικασία που κατέληξε στην έκδοση του προσβαλλόμενου κανονισμού. Οι αιτούσες είχαν έτσι ήδη προβάλει, κατά τη διοικητική διαδικασία, ορισμένα από τα νομικά επιχειρήματα που ανέπτυξαν ενώπιον του Πρωτοδικείου.
43 Τα ανωτέρω διευκόλυναν προφανώς, εν μέρει, την εργασία και μείωσαν τον χρόνο που διατέθηκε στην προετοιμασία των προσφυγών (διάταξη του Πρωτοδικείου της 8ης Νοεμβρίου 2001, Τ-65/96 DEP, Kish Glass κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-3261, σκέψη 25).
44 Επιβάλλεται επίσης η υπόμνηση ότι εναπόκειται στο δικαστήριο να λάβει ιδίως υπόψη του τον συνολικό αριθμό ωρών εργασίας που μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς απαραίτητες για τη διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου, ανεξαρτήτως του αριθμού των δικηγόρων που παρέσχον τις υπηρεσίες τους (διατάξεις του Πρωτοδικείου της 30ής Οκτωβρίου 1998, T-290/94 DEP, Kaysersberg κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-4105, σκέψη 20, και της 15ης Μαρτίου 2000, T-337/94 DEP, Enso-Gutzeit κατά Επιτροπής, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-479, σκέψη 20).
45 Ως προς το οικονομικό ενδιαφέρον της υποθέσεως για τις αιτούσες, επισημαίνεται ότι το Συμβούλιο δεν αρνείται ότι είναι μεγάλο.
46 Από την προηγηθείσα ανάλυση προκύπτει ότι η φύση και το ενδιαφέρον της παρούσας διαφοράς δικαιολογεί το μεγάλο ύψος των αμοιβών. Ο αριθμός των ωρών εργασίας που χρεώθηκαν είναι, εντούτοις, υπερβολικός, δεδομένου ότι το δελτίο παροχής υπηρεσιών των δικηγόρων που προσκόμισαν οι αιτούσες δεν περιέχει επαρκείς διευκρινίσεις βάσει των οποίων να μπορεί να εκτιμηθεί αν δικαιολογείται ο αριθμός των ωρών παρασχεθείσας εργασίας.
47 Εξάλλου, ως προς το αίτημα περί αποδόσεως του ποσού των 5 335,21 ευρώ σχετικά με τα έξοδα φωτοτυπιών, τηλεπικοινωνιών και αλληλογραφίας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ελλείψει συγκεκριμένων στοιχείων σχετικά με τον επιμερισμό του ποσού αυτού ανάλογα με τις συγκεκριμένες δαπάνες, το ποσό αυτό δεν δικαιολογείται επαρκώς.
48 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, το ποσό των δικαστικών εξόδων που μπορούν να αναζητήσουν οι προσφεύγουσες στις υποθέσεις Τ-226/00 και Τ-227/00 καθορίζεται, κατά δίκαιη κρίση, σε 43 000 ευρώ.
49 Δεδομένου ότι για τον καθορισμό του εν λόγω ποσού λαμβάνονται υπόψη όλες τις περιστάσεις των υποθέσεων μέχρι το χρονικό σημείο της εκδόσεως της παρούσας διατάξεως, παρέλκει η έκδοση χωριστής αποφάσεως επί των εξόδων στα οποία υποβλήθηκαν οι αιτούσες λόγω της παρούσας διαδικασίας καθορισμού των δικαστικών εξόδων (προαναφερθείσα απόφαση Groupe Origny κατά Επιτροπής, σκέψη 44).
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (πέμπτο πενταμελές τμήμα)
διατάσσει:
Το ποσό των δικαστικών εξόδων που το Συμβούλιο οφείλει να καταβάλει στις προσφεύγουσες στις υποθέσεις T-226/00 και Τ-227/00 ορίζεται σε 43 000 ευρώ.
Full & Egal Universal Law Academy