Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Ασφαλιστικά μέτρα Αναστολή εκτελέσεως Απόρριψη αιτήσεως αναστολής εκτελέσεως της συμφωνίας-πλαισίου της 5ης Ιουλίου 2000 για τις σχέσεις μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής Νέα αίτηση Νέο περιστατικό ή μεταβολή των συνθηκών Έννοια
(Κανονισμός Διαδικασίας του ρωτοδικείου, άρθρα 108 και 109)
2. Διαδικασία αραδεκτό των προσφυγών Εκτίμηση σε σχέση με την κατάσταση που υφίσταται κατά την υποβολή της αιτήσεως λήρωση των προϋποθέσεων ροϋποθέσεις
Περίληψη
1. Όταν απορρίπτεται μια πρώτη αίτηση αναστολής εκτελέσεως της συμφωνίας-πλαισίου της 5ης Ιουλίου 2000 για τις σχέσεις μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, με την αιτιολογία ότι οι αιτούντες δεν προέβαλαν σοβαρά στοιχεία τα οποία να επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι δεν αποκλειόταν το παραδεκτό της κύριας προσφυγής και ότι δεν ασκήθηκε καμία αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 50, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, κατά της διατάξεως, η διάταξη αυτή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί, πέραν των περιπτώσεων των άρθρων 108 και 109 του Κανονισμού Διαδικασίας. Μολονότι η εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου παρουσιάζει χαρακτήρα καινοτομίας σε σχέση με την κατάσταση που περιγράφηκε στην πρώτη αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, υπό την έννοια ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις ελήφθησαν μετά την έκδοση της προπαρατεθείσας διατάξεως, η εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου δεν μπορεί να αποτελέσει μεταβολή των περιστάσεων ή νέο πραγματικό περιστατικό, κατά την έννοια των άρθρων 108 και 109 του Κανονισμού Διαδικασίας, στο μέτρο που δεν πρόκειται για γεγονός ικανό να μεταβάλει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων στην προπαρατεθείσα διάταξη, ότι δηλαδή η κύρια προσφυγή είναι, εκ πρώτης όψεως, απαράδεκτη.
( βλ. σκέψεις 46, 48-49 )
2. Το παραδεκτό προσφυγής πρέπει να κρίνεται σύμφωνα με την κατάσταση που υφίσταται κατά τον χρόνο της καταθέσεως του δικογράφου. Αν, κατά τον χρόνο αυτόν, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ασκήσεως προσφυγής, αυτή είναι απαράδεκτη, υπό την επιφύλαξη της πληρώσεώς τους εντός της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής.
( βλ. σκέψη 49 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-236/00 R II,
Gabriele Stauner, κάτοικος Wolfratshausen (Γερμανία),
Freddy Blak, κάτοικος Næstved (Δανία),
Heide Rühle, κάτοικος Στουτγάρδης (Γερμανία),
Esko Olavi Seppänen, κάτοικος Ελσίνκι (Φινλανδία),
Bart Staes, κάτοικος Αμβέρσας (Βέλγιο),
βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενοι από τους J. Sedemund και T. Lübbig, δικηγόρους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
αιτούντες,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τους C. Pennera και Μ. Berger, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους U. Wölker και X. Lewis, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθών,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση υποβληθείσα βάσει των άρθρων 108 και 109 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, με την οποία ζητείται, αφενός, αναστολή της εκτελέσεως των σημείων 3.2, πρώτη περίπτωση, και 3.3 του παραρτήματος 3 της συμφωνίας-πλαισίου της 5ης Ιουλίου 2000 για τις σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, C 121, σ. 122), και, αφετέρου, ασφαλιστικά μέτρα,
Ο ΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Νομικό πλαίσιο
1 Από το 1990, οι διατάξεις που διέπουν τις θεσμικές σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής έχουν αποτυπωθεί σε έναν «κώδικα δεοντολογίας» (ΕΕ 1995, C 89, σ. 69).
2 Τον Σεπτέμβριο του 1999, το Κοινοβούλιο ζήτησε με ψήφισμα «τη γρήγορη επίτευξη διοργανικής συμφωνίας μεταξύ της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο ενός νέου κώδικα δεοντολογίας».
3 Στις 5 Ιουλίου 2000, η συμφωνία-πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ Κοινοβουλίου και Επιτροπής (EE 2001, C 121, σ. 122) εγκρίθηκε από την πλειοψηφία των μελών του Κοινοβουλίου (στο εξής: συμφωνία-πλαίσιο).
4 Το σημείο 1 της συμφωνίας-πλαισίου προβλέπει:
«Τα δύο θεσμικά όργανα, προκειμένου να αναπροσαρμόσουν τον κώδικα δεοντολογίας που είχε θεσπιστεί το 1990 και τροποποιηθεί το 1995, συμφωνούν στα ακόλουθα μέτρα, έτσι ώστε να ενισχυθεί η ευθύνη και η νομιμότητα της Επιτροπής, να επεκταθεί ο εποικοδομητικός διάλογος και η πολιτική συνεργασία, να βελτιωθεί η ροή των πληροφοριών και να ενημερώνεται και να ζητείται η γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις στην Επιτροπή. [Τα δύο όργανα] εγκρίνουν επίσης ορισμένα ειδικά εκτελεστικά μέτρα i) για τη νομοθετική διαδικασία, ii) για τις διεθνείς συμφωνίες και τη διεύρυνση και iii) για τη διαβίβαση εμπιστευτικών εγγράφων και πληροφοριών της Επιτροπής. Τα εκτελεστικά αυτά μέτρα επισυνάπτονται στην παρούσα συμφωνία-πλαίσιο.»
5 Το σημείο 17 της συμφωνίας-πλαισίου ορίζει τα εξής:
«Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή συμφωνούν, στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας απαλλαγής η οποία διέπεται από το άρθρο [276 ΕΚ], ως προς τη διαβίβαση από την Επιτροπή κάθε πληροφορίας που είναι αναγκαία για τον έλεγχο της εκτελέσεως του προϋπολογισμού του συγκεκριμένου έτους, η οποία της ζητείται προς τον σκοπό αυτό από τον ρόεδρο της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής που είναι αρμόδια για τη διαδικασία απαλλαγής σύμφωνα με το παράρτημα VI του κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Εάν προκύψουν νέα στοιχεία σχετικά με τα προηγούμενα έτη, για τα οποία έχει ήδη χορηγηθεί απαλλαγή, η Επιτροπή διαβιβάζει όλες τις σχετικές πληροφορίες που είναι απαραίτητες προκειμένου να εξευρεθεί λύση αποδεκτή και για τα δύο μέρη.»
6 Το σημείο 29 ορίζει ότι «όλες οι ειδικές λεπτομέρειες καθορίζονται αναλυτικώς στα παραρτήματα».
7 Το παράρτημα 3 της συμφωνίας-πλαισίου αφορά τη διαβίβαση των εμπιστευτικών πληροφοριών στο Κοινοβούλιο (στο εξής: παράρτημα 3). Κατά τα σημεία 1.1 έως 1.5 του παραρτήματος 3:
«1.1. Το παρόν παράρτημα ρυθμίζει τη διαβίβαση των εμπιστευτικών πληροφοριών από την Επιτροπή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τη μεταχείρισή τους στο πλαίσιο της ασκήσεως των εξουσιών του Κοινοβουλίου σχετικά με τη νομοθετική διαδικασία και τη διαδικασία προϋπολογισμού, τη διαδικασία απαλλαγής ή την εν γένει άσκηση της εξουσίας ελέγχου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τα δύο όργανα ενεργούν τηρώντας το αμοιβαίο καθήκον ειλικρινούς συνεργασίας και σε πνεύμα πλήρους αμοιβαίας εμπιστοσύνης, καθώς επίσης τηρώντας τις σχετικές διατάξεις των Συνθηκών, ιδίως τα άρθρα 6 [ΕΕ], 46 [ΕΕ] και [276 ΕΚ].
1.2. Ως πληροφορία νοείται κάθε γραπτή ή προφορική πληροφορία, ανεξαρτήτως του μέσου εγγραφής ή της πηγής.
1.3. Η Επιτροπή διασφαλίζει στο Κοινοβούλιο την πρόσβαση στις πληροφορίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος παραρτήματος, όταν ένα από τα κοινοβουλευτικά όργανα που μνημονεύονται κατωτέρω υπό 1.4 υποβάλλει αίτηση για τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών.
1.4. Εντός του πλαισίου του παρόντος παραρτήματος, εμπιστευτικές πληροφορίες από την Επιτροπή μπορούν να ζητούν ο ρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι πρόεδροι των ενδιαφερομένων κοινοβουλευτικών επιτροπών, καθώς και το προεδρείο και η διάσκεψη των προέδρων.
1.5. Από το παράρτημα αυτό αποκλείονται οι πληροφορίες σχετικά με τις διαδικασίες παραβάσεως ή με τις διαδικασίες σε ζητήματα ανταγωνισμού, καθόσον δεν καλύπτονται ακόμη, κατά τον χρόνο υποβολής της αιτήσεως από το κοινοβουλευτικό όργανο, από μια οριστική απόφαση της Επιτροπής.»
8 Οι γενικοί κανόνες, αφενός, και οι λεπτομέρειες σχετικά με την πρόσβαση στις εμπιστευτικές πληροφορίες και τη μεταχείριση αυτών, αφετέρου, περιέχονται αντιστοίχως στα σημεία 2 και 3 του παραρτήματος 3.
9 Βάσει των σημείων 2.2 και 2.3 του παραρτήματος 3:
«2.2. Εάν υφίστανται αμφιβολίες ως προς τον εμπιστευτικό χαρακτήρα μιας πληροφορίας ή εάν είναι απαραίτητο να καθορισθούν οι κατάλληλοι λεπτομερείς όροι της διαβίβασής της βάσει των δυνατοτήτων στο σημείο 3.2 κατωτέρω, ο πρόεδρος της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, συνοδευόμενος ενδεχομένως από τον εισηγητή, και το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής προβαίνουν αμέσως σε συνεννόηση.
Σε περίπτωση διαφωνίας, το ζήτημα παραπέμπεται στους προέδρους των δύο θεσμικών οργάνων, προκειμένου να εξευρεθεί λύση.
2.3. Εάν, μετά το πέρας της διαδικασίας που αναφέρεται στο σημείο 2.2 ανωτέρω, η διαφωνία παραμένει, ο ρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της αρμόδιας επιτροπής, καλεί την Επιτροπή να διαβιβάσει εντός κατάλληλης και δεόντως αναφερόμενης προθεσμίας, την εν λόγω εμπιστευτική πληροφορία, διευκρινίζοντας τους όρους μεταξύ όσων προβλέπονται στο κατωτέρω τμήμα 3. Η Επιτροπή ενημερώνει γραπτώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, για την τελική της θέση, επί της οποίας το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιφυλάσσεται να ασκήσει, ενδεχομένως, το δικαίωμα προσφυγής του.»
10 Τα σημεία 3.2 και 3.3 του εν λόγω παραρτήματος ορίζουν τα εξής:
«3.2. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του σημείου 2.3, η πρόσβαση και οι όροι τήρησης του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών καθορίζονται κατόπιν κοινής συμφωνίας μεταξύ του εμπλεκόμενου κοινοβουλευτικού οργάνου, δεόντως εκπροσωπουμένου από τον πρόεδρό του, και του αρμόδιου Επιτρόπου, μεταξύ των ακόλουθων επιλογών:
πληροφορία απευθυνόμενη στον πρόεδρο και στον εισηγητή της αρμόδιας επιτροπής·
περιορισμένη πρόσβαση στις πληροφορίες για όλα τα μέλη της αρμόδιας επιτροπής, σύμφωνα με τις κατάλληλες διαδικασίες, ενδεχομένως με απόσυρση των εγγράφων μετά την εξέτασή τους και απαγόρευση παραγωγής αντιτύπων·
συζήτηση στο πλαίσιο της αρμόδιας επιτροπής, κεκλεισμένων των θυρών, σύμφωνα με διάφορες διαδικασίες, ανάλογα με τον βαθμό εμπιστευτικότητας και στο πλαίσιο του σεβασμού των αρχών που διατυπώνονται στο παράρτημα VII του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου [όπως εγκρίθηκε με απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 15ης Φεβρουαρίου 1989]·
κοινοποίηση των εγγράφων με απάλειψη κάθε διακριτικού σημείου αναγνώρισης·
σε περιπτώσεις που τούτο δικαιολογείται από εξαιρετικούς λόγους, πληροφορία απευθυνόμενη μόνον στον ρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Απαγορεύεται η δημοσιοποίηση των εν λόγω πληροφοριών ή η διαβίβασή τους σε οιονδήποτε άλλον αποδέκτη.
3.3. Σε περίπτωση μη τήρησης των όρων αυτών, εφαρμόζονται οι περί κυρώσεων διατάξεις που περιέχονται στο αράρτημα VII του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.»
11 Το άρθρο 197, τρίτο εδάφιο, ΕΚ προβλέπει, εξάλλου, ότι «η Επιτροπή απαντά προφορικώς ή γραπτώς στις ερωτήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή των μελών του».
Διαδικασία και ιστορικό της διαφοράς
12 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 7 Σεπτεμβρίου 2000, η Stauner και 21 άλλοι βουλευτές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στο εξής: αιτούντες) άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή ακυρώσεως της συμφωνίας-πλαισίου.
13 Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 22 Σεπτεμβρίου 2000, οι αιτούντες υπέβαλαν επίσης, δυνάμει του άρθρου 242 ΕΚ, αίτηση αναστολής εκτελέσεως, αφενός, των σημείων 17 και 29 της συμφωνίας-πλαισίου και, αφετέρου, του παραρτήματος 3.
14 Με τη διάταξη της 15ης Ιανουαρίου 2001, Τ-236/00 R, Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-15), ο ρόεδρος του ρωτοδικείου απέρριψε την εν λόγω αίτηση αναστολής εκτελέσεως ως απαράδεκτη και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
15 Με έγγραφο της 9ης Φεβρουαρίου 2001, ο N. Kinnock και η Μ. Schreyer, μέλη της Επιτροπής, διαβίβασαν, κατόπιν αιτήσεως της προέδρου της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού του Κοινοβουλίου, τις εκθέσεις εξωτερικού ελέγχου σχετικά με τις διοικητικού χαρακτήρα δυσκολίες που ανέκυψαν στο πλαίσιο της ανακαινίσεως του κτιρίου Berlaymont στις Βρυξέλλες και έγιναν γνωστές μέσω του Τύπου. Η διαβίβαση των εκθέσεων αυτών πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 3.2, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος 3, ούτως ώστε πρόσβαση στα έγγραφα αυτά είχαν μόνον η πρόεδρος της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού και ο οικείος εισηγητής, F. Blak.
16 Με γραπτή ερώτησή τους προς την Επιτροπή στις 19 Φεβρουαρίου 2001, οι κες Rühle και Stauner επισήμαναν την αντίφαση που υπάρχει μεταξύ της συμπεριφοράς του οργάνου αυτού και του παραρτήματος VII του κανονισμού του Κοινοβουλίου (ΕΕ 1999, L 202, σ. 1), το οποίο προέβλεπε ότι όλα τα μέλη της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού έχουν πρόσβαση στα εμπιστευτικά έγγραφα. Με γραπτή απάντηση της 24ης Απριλίου 2001, η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν συμφωνεί με την ερμηνεία αυτή.
17 Με έγγραφο της 26ης Φεβρουαρίου 2001 προς την ρόεδρο του Κοινοβουλίου, N. Fontaine, η πρόεδρος της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού ζήτησε, βάσει του άρθρου 180 του κανονισμού του Κοινοβουλίου, διευκρινίσεις όσον αφορά την προφανή αντίφαση μεταξύ του σημείου 3.2, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος 3 και του παραρτήματος VII του κανονισμού του Κοινοβουλίου. Εντούτοις, η ρόεδρος του Κοινοβουλίου δεν συγκάλεσε την αρμόδια επιτροπή πριν από τις θερινές διακοπές.
18 Με έγγραφο της 9ης Μαρτίου 2001, η Μ. Schreyer κοινοποίησε στην πρόεδρο της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού, προς απάντηση στην αίτησή της, κατάλογο υπόπτων περιπτώσεων, ο οποίος είχε διαβιβαστεί το 1999 στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολεμήσεως της Απάτης (OLAF), κατόπιν ελέγχων της Επιτροπής. Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται επίσης ότι ο P. Nielson, μέλος της Επιτροπής, είχε ήδη αποστείλει στην πρόεδρο της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού έκθεση σχετική με την CLONG (Επιτροπή συνδέσεως της Ένωσης με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις στον τομέα της αναπτυξιακής βοήθειας). Διευκρινίζεται ότι τα έγγραφα αυτά βρίσκονται στη διάθεση μόνον της προέδρου της εν λόγω επιτροπής και του οικείου εισηγητή, Heide Rühle.
19 Στις 4 Απριλίου 2001, το Κοινοβούλιο εξέδωσε ψήφισμα σχετικά με την απαλλαγή για την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το οικονομικό έτος 1999, το σημείο 1 της οποίας έχει ως εξής:
«[Το Κοινοβούλιο] εκφράζει την λύπη του διότι η Επιτροπή, ακόμη και μετά την σύναψη της συμφωνίας-πλαίσιο, δεν διεβίβασε ορισμένες πληροφορίες και ορισμένα έγγραφα που ζήτησε η αρμόδια για την χορήγηση απαλλαγής αρχή.
[...]
ζητεί, υπό το φως αυτών των εμπειριών, την αναθεώρηση της συμφωνίας πλαισίου, κατά την οποία πρέπει να ισχύουν οι ακόλουθες θεμελιώδεις αρχές:
α) επιβεβαίωση του δικαιώματος όλων των μελών του Κοινοβουλίου, δυνάμει του άρθρου 197, να ζητούν και να αποκτούν από την Επιτροπή εμπιστευτικές πληροφορίες, εάν κριθεί απαραίτητο·
β) απεριόριστη εφαρμογή των διατάξεων του παραρτήματος VII του κανονισμού [του Κοινοβουλίου] για την εξέταση των εμπιστευτικών εγγράφων, στις οποίες περιλαμβάνεται και το δικαίωμα εκάστου μέλους επιτροπής να εξετάζει τα εμπιστευτικά έγγραφα·
γ) διαβίβαση πλήρων πρωτοτύπων εγγράφων χωρίς προηγούμενες τροποποιήσεις ή αλλοιώσεις.»
20 Η Stauner, με γραπτή ερώτηση προς την ρόεδρο του Κοινοβουλίου στις 31 Μα_ου 2001, ζήτησε διευκρινίσεις όσον αφορά τα μέτρα που ελήφθησαν προκειμένου να πραγματοποιηθεί η ζητηθείσα από το Κοινοβούλιο αναθεώρηση της συμφωνίας-πλαισίου. Απάντηση στην ερώτηση αυτή δεν είχε δοθεί κατά την ημερομηνία υποβολής της παρούσας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
21 Στις 3 Αυγούστου 2001, η G. Stauner και τέσσερις ακόμη βουλευτές, προσφεύγοντες στην κύρια δίκη, υπέβαλαν, δυνάμει των άρθρων 108 και 109 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, αίτηση με την οποία ζητούσαν να διαταχθεί, αφενός, η αναστολή της εκτελέσεως των σημείων 3.2, πρώτη περίπτωση, και 3.3 του παραρτήματος 3 και, αφετέρου, η κοινοποίηση σε όλα τα μέλη της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού των πληροφοριών τις οποίες περιέχουν τα έγγραφα που διαβίβασε η Επιτροπή στο Κοινοβούλιο στις 9 Φεβρουαρίου και 9 Μαρτίου 2001.
22 Οι πέντε βουλευτές συγκαταλέγονται στους αιτούντες που υπέβαλαν την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων η οποία απορρίφθηκε με την προπαρατεθείσα διάταξη Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής. Οι πέντε αυτοί βουλευτές είναι τακτικά μέλη της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού.
23 Η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο υπέβαλαν στις 14 και 27 Αυγούστου 2001, αντιστοίχως, τις παρατηρήσεις τους επί της νέας αυτής αιτήσεως.
Σκεπτικό
24 Βάσει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και του άρθρου 4 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, περί ιδρύσεως του ρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21), το ρωτοδικείο μπορεί, αν κρίνει ότι οι περιστάσεις το απαιτούν, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή τη λήψη των αναγκαίων προσωρινών μέτρων.
25 Στην προπαρατεθείσα διάταξη Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής ο ρόεδρος του ρωτοδικείου έκρινε, στο πλαίσιο της εξετάσεως της ενστάσεως απαραδέκτου που αντλείται από το απαράδεκτο της προσφυγής στην κύρια δίκη, ότι «η εν λόγω συμφωνία-πλαίσιο δεν αποσκοπεί να θέσει περιορισμούς στο δικαίωμα των βουλευτών να υποβάλλουν μεμονωμένως ερωτήματα, αλλά μόνον να καταστήσει δυνατή την άσκηση εκτενέστερου ελέγχου των δραστηριοτήτων της Επιτροπής από το Κοινοβούλιο, με τη χορήγηση από αυτήν εμπιστευτικών πληροφοριών, των οποίων η διαβίβαση δεν ρυθμιζόταν προηγουμένως» (σημείο 48).
26 Το ρωτοδικείο έκρινε, εν συνεχεία, τα εξής:
«49 Το γεγονός ότι η συμφωνία-πλαίσιο προβλέπει ότι ορισμένες πληροφορίες μπορούν να χορηγηθούν μόνο στις κοινοβουλευτικές αρχές που προβλέπει το σημείο 1.4 του παραρτήματός της 3 δηλαδή στον ρόεδρο του Κοινοβουλίου, στους προέδρους των ενδιαφερομένων κοινοβουλευτικών επιτροπών, στο γραφείο και στη διάσκεψη των προέδρων δεν στερεί στους μεμονωμένους βουλευτές του δικαιώματός τους να υποβάλλουν ερωτήματα στην Επιτροπή και να λαμβάνουν απαντήσεις από αυτήν, το οποίο συνεπάγεται, ενδεχομένως, τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών, όπως συνέβαινε πριν από την έκδοση της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η εξουσία εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή κατά τη λήψη αποφάσεως σχετικά με την κοινοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών ως απάντηση σε ερώτημα που υποβάλλει ένας μεμονωμένος βουλευτής, δυνάμει του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, ΕΚ και σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού Διαδικασίας, δεν μνημονεύεται, ούτε καν εμμέσως, στη συμφωνία-πλαίσιο.
50 Αντιθέτως, όταν η αίτηση για τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών προέρχεται από το Κοινοβούλιο, δηλαδή από μια από τις κοινοβουλευτικές αρχές που προβλέπει το σημείο 1.4 του παραρτήματος 3 της συμφωνίας-πλαισίου, η διαβίβαση των πληροφοριών αυτών από την Επιτροπή ρυθμίζεται στο εξής από τις διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου.
51 Επομένως, εκ πρώτης όψεως, η συμφωνία-πλαίσιο, που περιορίζεται να ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και Κοινοβουλίου, δεν μετέβαλε τη νομική κατάσταση των μεμονωμένων βουλευτών όσον αφορά το δικαίωμά τους που προβλέπει το άρθρο 197, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, δεν θίγει το δικαίωμα που διασφαλίζει η διάταξη αυτή και δεν παράγει, συνεπώς, έννομα αποτελέσματα έναντι των κατ'ιδίαν βουλευτών.»
27 Το ρωτοδικείο κατέληξε, στο σημείο 53, ότι, «ελλείψει σοβαρών στοιχείων που να επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι το παραδεκτό της προσφυγής στην κύρια δίκη δεν αποκλείεται, η παρούσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να κριθεί απαράδεκτη.»
28 Η παρούσα αίτηση ασκείται δυνάμει των άρθρων 108 και 109 του Κανονισμού Διαδικασίας.
29 Βάσει του άρθρου 108 του Κανονισμού Διαδικασίας:
«Κατόπιν αιτήσεως διαδίκου, η διάταξη μπορεί οποτεδήποτε να μεταρρυθμιστεί ή να ανακληθεί λόγω μεταβολής των περιστάσεων.»
30 Το άρθρο 109 του εν λόγω κανονισμού ορίζει:
«Η απόρριψη της αιτήσεως για τη λήψη προσωρινού μέτρου δεν κωλύει τον διάδικο που την είχε υποβάλει να καταθέσει άλλη αίτηση βασιζόμενη σε νέα περιστατικά.»
31 Βάσει των στοιχείων της δικογραφίας, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων εκτιμά ότι έχει στη διάθεσή του όλα τα στοιχεία που απαιτούνται προκειμένου να αποφανθεί επί του παραδεκτού της παρούσας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να χρειάζεται να ακουστούν προφορικές εξηγήσεις των διαδίκων.
Επιχειρηματολογία των διαδίκων
32 Το Κοινοβούλιο, παραπέμποντας στη διάταξη Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής, υποστηρίζει ότι η αίτηση αναστολής εκτελέσεως πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η προσφυγή επί της οποίας στηρίζεται είναι προδήλως απαράδεκτη.
33 Η διαπίστωση του ροέδρου του ρωτοδικείου ότι η πράξη της οποίας ζητείται η ουσιαστική ακύρωση δεν παράγει, εκ πρώτης όψεως, έννομα αποτελέσματα ως προς τους αιτούντες παρέμεινε αμετάβλητη. Οι ισχυρισμοί περί μεταβολής των περιστάσεων και περί νέων πραγματικών περιστατικών, υπό την έννοια των άρθρων 108 και 109 του Κανονισμού Διαδικασίας, δεν έχουν καμιά απολύτως επίδραση στην εν λόγω διαπίστωση. Στην πραγματικότητα, τα νέα αυτά πραγματικά περιστατικά αποτελούν απλώς εφαρμογή του σημείου 3.2, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος 3. Κατ'εφαρμογήν αυτού, τα εμπιστευτικά έγγραφα δεν κοινοποιήθηκαν στους βουλευτές Stauner, Seppänen και Staes, διότι δεν επρόκειτο ούτε για πρόεδρο επιτροπής ούτε για εισηγητή.
34 Κατά το Κοινοβούλιο, τα προβαλλόμενα νέα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν απλώς και μόνο το αποτέλεσμα της εφαρμογής της συμφωνίας-πλαισίου και του παραρτήματος 3, δεν μπορούν να έχουν ως συνέπεια η προσβαλλόμενη στο πλαίσιο της κύριας δίκης πράξη να παραγάγει περισσότερα έννομα αποτελέσματα απ' ό,τι στις 15 Ιανουαρίου 2001.
35 Όσον αφορά τα λοιπά ασφαλιστικά μέτρα, με τα οποία ζητείται να διαταχθεί η κοινοποίηση σε όλα τα μέλη της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού ήτοι όχι μόνο στους πέντε αιτούντες, αλλά και στους επτά προσφεύγοντες της κύριας δίκης, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με τη νέα αυτή αίτηση, καθώς και στα 30 άλλα μέλη της εν λόγω επιτροπής, τα οποία δεν έχουν ασκήσει προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου των εγγράφων που διαβιβάστηκαν στο Κοινοβούλιο, βάσει του σημείου 3.2, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος 3, στις 9 Φεβρουαρίου και 9 Μαρτίου 2001, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι το άρθρο 104 του Κανονισμού Διαδικασίας δεν είναι εφαρμοστέο. Επίσης, επισημαίνει ότι παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από τη διαβίβαση των εγγράφων αυτών και την υποβολή της παρούσας αιτήσεως.
36 Η Επιτροπή υποστηρίζει, πρώτον, ότι οι αιτήσεις είναι προδήλως απαράδεκτες διότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 108 και 109 του Κανονισμού Διαδικασίας. ράγματι, η υποτιθέμενη μεταβολή των περιστάσεων ή τα νέα πραγματικά περιστατικά που ανέκυψαν από τις 15 Ιανουαρίου 2001 συνίστανται στη διαβίβαση εγγράφων εκ μέρους της Επιτροπής, σε δύο περιπτώσεις, κατ' εφαρμογήν του σημείου 3.2, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος 3, μόνο στην πρόεδρο της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού και στον εισηγητή της. Η Επιτροπή αναφέρει ωστόσο ότι δεν αντιλαμβάνεται τον λόγο για τον οποίο τα γεγονότα αυτά πρέπει να αποτελέσουν «νέα πραγματικά περιστατικά», υπό την έννοια του άρθρου 109 του Κανονισμού Διαδικασίας, δεδομένου ότι τα γεγονότα αυτά συνιστούσαν απλώς εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου της οποίας η εκτέλεση δεν ανεστάλη. Όσον αφορά τις λεπτομέρειες εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου, η Επιτροπή αναφέρει ότι τα σημεία 2.2 και 2.3 του παραρτήματος 3 προβλέπουν έναν ιδιαίτερο μηχανισμό επιλύσεως των διαφορών.
37 Δεύτερον, η Επιτροπή επικαλείται την προπαρατεθείσα διάταξη Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής, προκειμένου να καταλήξει ότι η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί, καθόσον η προσφυγή επί της οποίας στηρίζεται είναι προδήλως απαράδεκτη.
38 Η Επιτροπή ισχυρίζεται, τρίτον, ότι η αίτηση με την οποία ζητείται να διαβιβάζονται ορισμένα έγγραφα σε όλα τα μέλη της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού αντιβαίνει στη συμφωνία-πλαίσιο. ροσωρινή μη εφαρμογή του σημείου 3.2, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος 3 δεν συνεπάγεται απεριόριστη πρόσβαση όλων των μελών της οικείας επιτροπής στα έγγραφα, καθόσον στις λοιπές περιπτώσεις του σημείου 3.2 εξακολουθούν να εφαρμόζονται. Επίσης, σύμφωνα με το θεσμικό όργανο, η πρόσβαση δεν μπορεί να επιτρέπεται στα μέλη της εν λόγω επιτροπής τα οποία δεν είναι διάδικοι ούτε στη διαδικασία λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ούτε στην κύρια δίκη.
39 Οι αιτούντες υποστηρίζουν ότι από την έκδοση της προπαρατεθείσας διατάξεως Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής ανέκυψαν μεταβολές των περιστάσεων και/ή νέα πραγματικά περιστατικά. Οι εν λόγω μεταβολές των περιστάσεων και/ή τα νέα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αναφέρονται ανωτέρω, στις σκέψεις 15 έως 21, καθιστούν αναγκαία νέα απόφαση του ρωτοδικείου στο πλαίσιο διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
40 Όσον αφορά την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, πρόκειται, σύμφωνα με τους αιτούντες, για αίτηση παραδεκτή, στο μέτρο που η προσφυγή της κύριας δίκης επί της οποίας στηρίζεται είναι επίσης παραδεκτή.
41 Οι κώδικες δεοντολογίας που θεσπίστηκαν μεταξύ των οργάνων της Ένωσης αποτελούν μέτρα ληφθέντα από τους καθών, υπό την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ. Υπό την ιδιότητα βουλευτών του Κοινοβουλίου, η συμφωνία-πλαίσιο αφορά τους αιτούντες άμεσα και ατομικά, διότι, ειδικότερα, προσβάλλεται το δικαίωμα υποβολής ερωτήσεων και ασκήσεως ελέγχου, δυνάμει του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
42 Οι διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου είναι, σύμφωνα με το άρθρο 186, στοιχείο γ_, του κανονισμού του Κοινοβουλίου, εφαρμοστέες εντός του Κοινοβουλίου και, συνεπώς, έχουν δεσμευτική ισχύ έναντι των αιτούντων. Βάσει των διατάξεων αυτών, επιβάλλονται στους αιτούντες συγκεκριμένες υποχρεώσεις, η μη τήρηση των οποίων επισύρει γι' αυτούς κυρώσεις (σημείο 3.3 του παραρτήματος 3).
43 Οι προϋποθέσεις παραδεκτού που προβλέπει το άρθρο 230 ΕΚ πληρούνται, καθόσον στόχος της συμφωνίας-πλαισίου είναι να παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων. Συναφώς, η εφαρμογή του σημείου 3.2, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος 3 αφορά άμεσα και ατομικά τους αιτούντες όσον αφορά τα δικαιώματα των οποίων απολαύουν ως μέλη του Κοινοβουλίου και της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού, δεδομένου ότι το παράρτημα VII του κανονισμού του Κοινοβουλίου εξασφαλίζει την πρόσβαση όλων των μελών μιας τέτοιας επιτροπής στα εμπιστευτικά έγγραφα. Η πρακτική όμως της Επιτροπής έχει ως συνέπεια, σύμφωνα με τους αιτούντες, τον αποκλεισμό από την εν λόγω πρόσβαση των αιτούντων που δεν έχουν την ιδιότητα του εισηγητή.
44 Η συμπεριφορά της Επιτροπής προσβάλλει επίσης το δικαίωμα της ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ μελών του Κοινοβουλίου που συμμετέχουν στην ίδια επιτροπή, αναλόγως του αν τα μέλη αυτά έχουν ή όχι πρόσβαση σε ευαίσθητα έγγραφα.
45 Η αντίδραση της Επιτροπής συνιστά επίσης προσβολή του πρωτογενούς δικαιώματος κάθε βουλευτή περί προσβάσεως στα εμπιστευτικά έγγραφα, κατ' εφαρμογή του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger στην υπόθεση C-353/99 Ρ, Συμβούλιο κατά Hautala (που δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμη στη Συλλογή, σημεία 52 επ., βλ. επίσης το σημείο 92), το δικαίωμα αυτό αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα. Επομένως, οι αιτούντες θίγονται άμεσα και ατομικά και ως προς το θεμελιώδες δικαίωμά τους προσβάσεως στα έγγραφα.
Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
46 ρέπει να υπομνησθεί ότι, με την προπαρατεθείσα διάταξη Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής, η αίτηση αναστολής εκτελέσεως της συμφωνίας-πλαισίου, την οποία υπέβαλαν οι αιτούντες, απορρίφθηκε διότι αυτοί δεν προέβαλαν σοβαρά στοιχεία τα οποία να επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι δεν αποκλειόταν το παραδεκτό της κύριας προσφυγής. Ουδεμία αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 50, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, κατά της διατάξεως αυτής. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, πέραν των περιπτώσεων των άρθρων 108 και 109 του Κανονισμού Διαδικασίας, η προπαρατεθείσα διάταξη δεν μπορεί πλέον να τεθεί υπό αμφισβήτηση.
47 Η επιχειρηματολογία των πέντε αιτούντων συνίσταται, κατ' ουσίαν, στο ότι από την έκδοση της προπαρατεθείσας διατάξεως Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής ανέκυψαν μεταβολές των περιστάσεων, υπό την έννοια του άρθρου 108 του Κανονισμού Διαδικασίας, και/ή νέα πραγματικά περιστατικά, υπό την έννοια του άρθρου 109 του εν λόγω κανονισμού. Από την αίτηση προκύπτει ότι οι φερόμενες αυτές μεταβολές περιστάσεων και/ή νέα πραγματικά περιστατικά συνίστανται κυρίως στην εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου εκ μέρους της Επιτροπής. Ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή εφάρμοσε τη συμφωνία-πλαίσιο ζημιώνει τους πέντε αιτούντες, ως τακτικά μέλη της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού, και δικαιολογεί τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων που ζητήθηκαν.
48 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αποφάσεις της Επιτροπής περί διαβιβάσεως των εγγράφων που περιέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες μόνο σε ορισμένα μέλη του Κοινοβουλίου, εν προκειμένω στον πρόεδρο της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού και στον οικείο εισηγητή της επιτροπής αυτής, ελήφθησαν κατ' εφαρμογήν της συμφωνίας-πλαισίου, κατόπιν της εκδόσεως, στις 15 Ιανουαρίου 2001, της προπαρατεθείσας διατάξεως Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής. Η εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου παρουσιάζει, επομένως, χαρακτήρα καινοτομίας σε σχέση με την κατάσταση που περιγράφηκε στην πρώτη αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
49 Εντούτοις, η εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου δεν μπορεί να αποτελέσει μεταβολή των περιστάσεων ή νέο πραγματικό περιστατικό, υπό την έννοια των άρθρων 108 και 109 του Κανονισμού Διαδικασίας, στο μέτρο που δεν πρόκειται για γεγονός ικανό να μεταβάλει το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων στην προπαρατεθείσα διάταξη Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία η κύρια προσφυγή είναι, εκ πρώτης όψεως, απαράδεκτη. ράγματι, το παραδεκτό προσφυγής πρέπει να κρίνεται σύμφωνα με την κατάσταση που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως του δικογράφου. Αν, κατά το χρονικό αυτό σημείο, δεν συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις ασκήσεως προσφυγής, αυτή είναι απαράδεκτη, υπό την επιφύλαξη της συμπληρώσεώς τους εντός της προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής (απόφαση του Δικαστηρίου της 27ης Νοεμβρίου 1984, 50/84, Bensider κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3991, σκέψη 8).
50 Επιπλέον, πρέπει να αναφερθεί, πρώτον, ότι, όπως ήδη κρίθηκε με την προπαρατεθείσα διάταξη Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής, η συμφωνία-πλαίσιο περιορίζεται στη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου, δεν μεταβάλλει τη νομική κατάσταση των μεμονωμένων βουλευτών, όσον αφορά το δικαίωμά τους το οποίο προβλέπει το άρθρο 197, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, δεν προσβάλλει το δικαίωμα που κατοχυρώνει η διάταξη αυτή και, επομένως, δεν παράγει έννομο αποτέλεσμα για τους μεμονωμένους βουλευτές. Το γεγονός και μόνον ότι η Επιτροπή αποφάσισε, στις 15 Ιανουαρίου 2001, να διαβιβάσει εμπιστευτικές πληροφορίες, τηρώντας τις διατάξεις της συμφωνίας-πλαισίου, ουδόλως θέτει υπό αμφισβήτηση τη διαπίστωση αυτή. H εφαρμογή και μόνον της εν λόγω συμφωνίας-πλαισίου δεν επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι παρήγαγε περισσότερες έννομες συνέπειες για τους μεμονωμένους βουλευτές απ' όσες όταν ασκήθηκε η πρώτη αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να υπομνησθεί ότι η συμφωνία-πλαίσιο προβλέπει, αφενός, ότι μόνον τα κοινοβουλευτικά όργανα που αναφέρονται στο σημείο 1.4 του παραρτήματος 3 μπορούν να ζητήσουν εμπιστευτικές πληροφορίες από την Επιτροπή και, αφετέρου, ότι η πρόσβαση και η μέθοδος διασφαλίσεως του απορρήτου των πληροφοριών μπορούν να καθοριστούν μεταξύ περισσότερων επιλογών, οι οποίες αναφέρονται στο σημείο 3.2 του εν λόγω παραρτήματος.
51 Δεύτερον, στο μέτρο που σκοπός της συμφωνίας-πλαισίου είναι μόνον η ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ Επιτροπής και Κοινοβουλίου, στο τελευταίο από τα όργανα αυτά εναπόκειται η εξάλειψη της φερομένης αντιφάσεως που υφίσταται μεταξύ του σημείου 3.2, πρώτη περίπτωση, του παραρτήματος 3 και του παραρτήματος VII του κανονισμού του Κοινοβουλίου. ράγματι, ακόμη και αν όντως υφίσταται αντίφαση μεταξύ των προπαρατεθεισών διατάξεων, όπως υποστηρίζουν οι αιτούντες, πρέπει να επισημανθεί, αφενός, ότι τα έννομα αποτελέσματα της συμφωνίας-πλαισίου περιορίζονται στην εσωτερική οργάνωση των εργασιών του Κοινοβουλίου και, αφετέρου, ότι η φερόμενη αντίφαση μπορεί να υπαχθεί σε διαδικασίες ελέγχου τις οποίες ορίζει ο κανονισμός του Κοινοβουλίου (διατάξεις του Δικαστηρίου της 4ης Ιουνίου 1986, 78/85, Groupe des droites européennes κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1986, σ. 1753, σκέψη 11, και της 22ας Μα_ου 1990, C-68/90, Blot και Front national κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1990, σ. Ι-2101, σκέψη 12· απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Μαρτίου 1993, C-314/91, Weber κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. Ι-1093, σκέψη 10).
52 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι πρέπει να διατηρηθεί η απόφανση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων στην προπαρατεθείσα διάταξη Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία οι αιτούντες δεν προσκόμισαν σοβαρά στοιχεία τα οποία να επιτρέπουν να θεωρηθεί ότι δεν αποκλείεται το παραδεκτό της προσφυγής της κύριας δίκης.
53 Οι διαπιστώσεις αυτές αρκούν προς απόφανση, εκ πρώτης όψεως, ότι είναι απαράδεκτη η προσφυγή ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, είναι απαράδεκτη και η παρούσα αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στο σύνολό της (διάταξη του ροέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Ιανουαρίου 1988, 376/87 R, Distrivet κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 209, σκέψεις 2 και 26· διάταξη του ροέδρου του ρωτοδικείου της 12ης Οκτωβρίου 2000, Τ-202/00 R, Costacurta κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2000, σ. Ι-Α-205 και ΙΙ-931, σκέψεις 9, 29 και 30).
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy