Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
ροσφυγή ακυρώσεως - ράξεις υποκείμενες σε προσφυγή - ράξεις του Κοινοβουλίου προοριζόμενες να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων - Έννοια - Συμφωνία πλαίσιο της 5ης Ιουλίου 2000 επί των σχέσεων μεταξύ Κοινοβουλίου και Επιτροπής - Αποκλείεται
(Άρθρο 197, εδ. 3, ΕΚ και 230, εδ. 4, ΕΚ)
Περίληψη
$$Αποτελούν πράξεις ή αποφάσεις δυνάμενες να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως, κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, τα μέτρα που παράγουν υποχρεωτικά έννομα αποτελέσματα δυνάμενα να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος διά της τροποποιήσεως κατά τρόπο καθοριστικό της νομικής θέσεως αυτού.
Από τις διατάξεις της συμφωνίας πλαίσιο της 5ης Ιουλίου 2000 επί των σχέσεων μεταξύ Κοινοβουλίου και Επιτροπής προκύπτει ότι αντικείμενό της δεν είναι ο περιορισμός του δικαιώματος των βουλευτών να υποβάλλουν ατομικώς ερωτήσεις στην Επιτροπή αλλά μόνον να επιτρέπεται στο Κοινοβούλιο να ασκεί πλέον εκτεταμένες ελεγκτικές εξουσίες επί των δραστηριοτήτων της Επιτροπής, λαμβάνοντας από την τελευταία εμπιστευτικές πληροφορίες των οποίων η διαβίβαση δεν είχει προηγουμένως ρυθμιστεί. Το γεγονός ότι η συμφωνία πλαίσιο προβλέπει ότι ορισμένες πληροφορίες μπορούν να παρέχονται μόνο στα μνημονευόμενα στο σημείο 1.4 του παραρτήματός της 3, κοινοβουλευτικά όργανα δεν στερεί τα μέλη του Κοινοβουλίου, ενεργούντα ατομικώς, από το δικαίωμά τους να υποβάλλουν στην Επιτροπή ερωτήσεις και να λαμβάνουν από την τελευταία απαντήσεις συνεπαγόμενες, ενδεχομένως, τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών, όπως ακριβώς συνέβαινε και πριν από τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας. Συναφώς, η συμφωνία πλαίσιο δεν αφορά, ούτε καν εμμέσως, την εξουσία εκτιμήσεως που η Επιτροπή διαθέτει προκειμένου να αποφασίσει την γνωστοποίηση εμπιστευτικών πληροφοριών σε απάντηση ερωτήσεως μέλους του Κοινοβουλίου, ενεργούντος ατομικώς, ερώτηση που έχει υποβληθεί δυνάμει του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, EK και σύμφωνα προς τις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού του Κοινοβουλίου. Η συμφωνία πλαίσιο προβλέπει συμπληρωματικό μηχανισμό, χωριστό αυτού που αφορά το δικαίωμα των βουλευτών να υποβάλλουν ερωτήσεις στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, EK και επιτρέποντα, αντίθετα προς ό,τι συνέβαινε πριν από τη σύναψη της συμφωνίας πλαίσιο, τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών σε ορισμένα όργανα του Κοινοβουλίου. ράγματι, όταν αίτηση παροχής εμπιστευτικών πληροφοριών προέρχεται από κάποιο από τα όργανα που μνημονεύονται στο σημείο 1.4 του παραρτήματος 3 της συμφωνίας πλαίσιο, η διαβίβαση των πληροφοριών αυτών από την Επιτροπή διέπεται στο εξής από τη συμφωνία πλαίσιο.
Εξ αυτού έπεται ότι η συμφωνία πλαίσιο, η οποία περιορίζεται στο να διέπει τις σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και Κοινοβουλίου, δεν μεταβάλλει τη νομική θέση των βουλευτών, ενεργούντων ατομικώς, καθόσον αφορά το προβλεπόμενο από άρθρο 197, τρίτο εδάφιο, EK δικαίωμά τους ούτε προσβάλλει το διασφαλιζόμενο από τη διάταξη αυτή δικαίωμα.
( βλ. σκέψεις 57, 59-62 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-236/00,
Gabriele Stauner, κάτοικος Wolfratshausen (Γερμανία),
Freddy Blak, κάτοικος Næstved (Δανία),
Mogens Camre, κάτοικος Κοπεγχάγης (Δανία),
Rijk van Dam, κάτοικος Ρόττερνταμ (Κάτω Χώρες),
Christopher Heaton-Harris, κάτοικος Kettering Northants (Ηνωμένο Βασίλειο),
Franz-Xaver Mayer, κάτοικος Landau/Isar (Γερμανία),
Ursula Schleicher, κάτοικος Μονάχου (Γερμανία),
Jens-Peter Bonde, κάτοικος Bagsværd (Δανία),
Theodorus Bouwman, κάτοικος Eindhoven (Κάτω Χώρες),
Kathalijne Maria Buitenweg, κάτοικος Άμστερνταμ (Κάτω Χώρες),
Michl Ebner, κάτοικος Bolzano (Ιταλία),
Joost Lagendijk, κάτοικος Ρόττερνταμ,
Nelly Maes, κάτοικος Sinaai (Βέλγιο),
Franziska Emilia Μüller, κάτοικος Bruck (Άνω αλατινάτο) (Γερμανία),
Alexander Radwan, κάτοικος Rottach-Egern (Γερμανία),
Alexander de Roo, κάτοικος Άμστερνταμ,
Heide Rühle, κάτοικος Στουτγάρδης (Γερμανία),
Inger Schöring, κάτοικος Gävle (Σουηδία),
Esko Olavi Seppänen, κάτοικος Ελσίνκι (Φινλανδία),
Bart Staes, κάτοικος Αμβέρσας (Βέλγιο),
Claude Turmes, κάτοικος Esch-sur-Alzette (Λουξεμβούργο),
Lousewies van der Laan, κάτοικος Βρυξελλών (Βέλγιο),
εκπροσωπούμενοι από τους δικηγόρους J. Sedemund και T. Lübbig, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγοντες,
κατά
Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, εκπροσωπούμενου από τους C. Pennera και Μ. Berger, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
και
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τους U. Wölker και X. Lewis, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθών,
που έχει ως αντικείμενο αίτημα ακυρώσεως της συμφωνίας πλαίσιο της 5ης Ιουλίου 2000 για τις σχέσεις Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου/Επιτροπής (ΕΕ 2001, C 121, σ. 122),
ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
(τέταρτο τμήμα),
συγκείμενο από τους Μ. Βηλαρά, ρόεδρο, V. Tiili και Ρ. Mengozzi, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Νομικό πλαίσιο
1 Ύστερα από το 1990, οι διατάξεις που διέπουν τις θεσμικές σχέσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Επιτροπής έχουν συμπεριληφθεί σ' έναν «κώδικα δεοντολογίας» (ΕΕ 1995, C 89, σ. 69).
2 Τον Σεπτέμβριο του 1999, το Κοινοβούλιο ζήτησε, με ψήφισμά του, την «ταχεία σύναψη διοργανικής συμφωνίας μεταξύ της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου ως πλαισίου ενός νέου κώδικα δεοντολογίας».
3 Στις 5 Ιουλίου 2000 η συμφωνία πλαίσιο για τις σχέσεις μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής εγκρίθηκε από την πλειοψηφία των μελών που αποτελούν το Κοινοβούλιο (στο εξής: συμφωνία πλαίσιο).
4 Το σημείο 1 της συμφωνίας πλαίσιο προβλέπει:
«Τα δύο θεσμικά όργανα, προκειμένου να αναπροσαρμόσουν τον κώδικα δεοντολογίας που είχε θεσπιστεί το 1990 και τροποποιηθεί το 1995, συμφωνούν στα ακόλουθα μέτρα, έτσι ώστε να ενισχυθεί η ευθύνη και η νομιμότητα της Επιτροπής, να επεκταθεί ο εποικοδομητικός διάλογος και η πολιτική συνεργασία, να βελτιωθεί η ροή των πληροφοριών και να ενημερώνεται και να ζητείται η γνώμη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τις διοικητικές μεταρρυθμίσεις στην Επιτροπή. [Τα δύο όργανα] εγκρίνουν επίσης ορισμένα ειδικά εκτελεστικά μέτρα i) για τη νομοθετική διαδικασία, ii) για τις διεθνείς συμφωνίες και τη διεύρυνση και iii) για τη διαβίβαση εμπιστευτικών εγγράφων και πληροφοριών της Επιτροπής. Τα εκτελεστικά αυτά μέτρα επισυνάπτονται στην παρούσα συμφωνία πλαίσιο.»
5 Το σημείο 17 της συμφωνίας πλαίσιο ορίζει τα εξής:
«Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Επιτροπή συμφωνούν, στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας απαλλαγής η οποία διέπεται από το άρθρο 276 [ΕΚ], ως προς τη διαβίβαση από την Επιτροπή κάθε πληροφορίας που είναι αναγκαία για τον έλεγχο της εκτελέσεως του προϋπολογισμού του συγκεκριμένου έτους, η οποία της ζητείται προς τον σκοπό αυτό από τον πρόεδρο της κοινοβουλευτικής επιτροπής που είναι αρμόδια για τη διαδικασία απαλλαγής σύμφωνα με το παράρτημα VI του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Εάν προκύψουν νέα στοιχεία σχετικά με τα προηγούμενα έτη, για τα οποία έχει ήδη χορηγηθεί απαλλαγή, η Επιτροπή διαβιβάζει όλες τις σχετικές πληροφορίες που είναι απαραίτητες προκειμένου να εξευρεθεί λύση αποδεκτή και για τα δύο μέρη.»
6 Σύμφωνα με το σημείο 29 της συμφωνίας πλαίσιο, οι ειδικές λεπτομέρειες εφαρμογής της συμφωνίας πλαίσιο καθορίζονται στα παραρτήματά της.
7 Το παράρτημα 3 της συμφωνίας πλαίσιο διαπραγματεύεται τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών στο Κοινοβούλιο.
8 Το σημείο 1 του παραρτήματος 3 έχει ως εξής:
«1.1. Το παρόν παράρτημα διέπει τη διαβίβαση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την επεξεργασία των εμπιστευτικών πληροφοριών της Επιτροπής στο πλαίσιο άσκησης των κοινοβουλευτικών προνομίων όσον αφορά τη νομοθετική διαδικασία και τη διαδικασία προϋπολογισμού, τη διαδικασία απαλλαγής και την εν γένει άσκηση των αρμοδιοτήτων ελέγχου που διαθέτει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Τα δύο θεσμικά όργανα ενεργούν με βάση τον σεβασμό των αμοιβαιών καθηκόντων εντίμου συνεργασίας, σε πνεύμα πλήρους αμοιβαίας εμπιστοσύνης, καθώς και στο πλαίσιο του αυστηρότατου σεβασμού των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης, ιδίως δε των άρθρων 6 [EE] και 46 [EE] και 276 [ΕΚ].
1.2. Ως πληροφορία νοείται κάθε γραπτή ή προφορική πληροφόρηση, ανεξάρτητα από τη μορφή στην οποία διατίθεται ή την πηγή της προέλευσής της.
1.3. Η Επιτροπή διασφαλίζει την πρόσβαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις πληροφορίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος παραρτήματος, όταν λαμβάνει αίτημα για τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών από ένα από τα κοινοβουλευτικά όργανα που αναφέρονται στο κατωτέρω σημείο 1.4.
1.4. Βάσει του παρόντος παραρτήματος, μπορούν να ζητούν εμπιστευτικές πληροφορίες από την Επιτροπή ο ρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι πρόεδροι των εμπλεκομένων κοινοβουλευτικών επιτροπών, καθώς και το ροεδρείο και η Διάσκεψη των ροέδρων.
1.5. Δεν καλύπτονται από το παρόν παράρτημα οι πληροφορίες που αφορούν τις διαδικασίες επί παραβάσει και τις διαδικασίες για θέματα ανταγωνισμού, εφόσον, κατά τη στιγμή της υποβολής του σχετικού αιτήματος από κάποιο κοινοβουλευτικό όργανο, δεν καλύπτονται ακόμη από οριστική απόφαση της Επιτροπής.
1.6. Οι παρούσες διατάξεις εφαρμόζονται με την επιφύλαξη της απόφασης 95/167/ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, της 19ης Απριλίου 1995, σχετικά με τους όρους άσκησης του δικαιώματος εξέτασης των πραγμάτων από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ΕΕ L 113, σ. 2), καθώς και των σχετικών διατάξεων της απόφασης 1999/352/ΕΚ, ΕΚΑΧ, Ευρατόμ της Επιτροπής, της 28ης Απριλίου 1999 σχετικά με την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας για την καταπολέμηση της απάτης (OLAF) (ΕΕ L 136, σ. 20).»
9 Οι γενικοί κανόνες, σχετικά, αφενός, με τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών στο Κοινοβούλιο και, αφετέρου, με τις λεπτομέρειες προσβάσεως και διαχειρίσεως αυτών των εμπιστευτικών πληροφοριών περιέχονται, αντιστοίχως, στα σημεία 2 και 3 του παραρτήματος 3.
10 Σύμφωνα με τα σημεία 2.2 και 2.3 του παραρτήματος 3:
«2.2. Εάν υφίστανται αμφιβολίες ως προς τον εμπιστευτικό χαρακτήρα μιας πληροφορίας ή εάν είναι απαραίτητο να καθορισθούν οι κατάλληλοι λεπτομερείς όροι της διαβίβασής της βάσει των δυνατοτήτων στο σημείο 3.2 κατωτέρω, ο πρόεδρος της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, συνοδευόμενος ενδεχομένως από τον εισηγητή, και το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής, προβαίνουν αμέσως σε συνεννόηση.
Σε περίπτωση διαφωνίας,το ζήτημα παραπέμπεται στους προέδρους των δύο θεσμικών οργάνων, προκειμένου να εξευρεθεί λύση.
2.3. Εάν, μετά το πέρας της διαδικασίας που αναφέρεται στο σημείο 2.2 ανωτέρω,η διαφωνία παραμένει, ο ρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, κατόπιν αιτιολογημένου αιτήματος της αρμόδιας επιτροπής, καλεί την Επιτροπή να διαβιβάσει εντός κατάλληλης και δεόντως αναφερόμενης προθεσμίας, την εν λόγω εμπιστευτική πληροφορία, διευκρινίζοντας τους όρους μεταξύ όσων προβλέπονται στο κατωτέρω τμήμα 3. Η Επιτροπή ενημερώνει γραπτώς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πριν από την εκπνοή της προθεσμίας αυτής, για την τελική της θέση, επί της οποίας το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο επιφυλάσσεται να ασκήσει, ενδεχομένως, το δικαίωμα προσφυγής του.»
11 Τέλος, τα σημεία 3.2 και 3.3 του ίδιου παραρτήματος είναι συντεταγμένα ως ακολούθως:
«3.2. Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του σημείου 2.3, η πρόσβαση και οι όροι τήρησης του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών καθορίζονται κατόπιν κοινής συμφωνίας μεταξύ του εμπλεκομένου κοινοβουλευτικού οργάνου, δεόντως εκπροσωπουμένου από τον πρόεδρό του, και του αρμόδιου Επιτρόπου, μεταξύ των ακόλουθων επιλογών:
- πληροφορία απευθυνόμενη στον πρόεδρο και στον εισηγητή της αρμόδιας επιτροπής·
- περιορισμένη πρόσβαση στις πληροφορίες για όλα τα μέλη της αρμόδιας επιτροπής, σύμφωνα με τις κατάλληλες διαδικασίες, ενδεχομένως με απόσυρση των εγγράφων μετά την εξέτασή τους και απαγόρευση παραγωγής αντιτύπων·
- συζήτηση στο πλαίσιο της αρμόδιας επιτροπής, κεκλεισμένων των θυρών, σύμφωνα με διάφορες διαδικασίες, ανάλογα με το βαθμό εμπιστευτικότητας και στο πλαίσιο του σεβασμού των αρχών που διατυπώνονται στο παράρτημα VII του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου·
- κοινοποίηση των εγγράφων με απάλειψη κάθε διακριτικού σημείου αναγνώρισης·
- σε περιπτώσεις που τούτο δικαιολογείται από εξαιρετικούς λόγους, πληροφορία απευθυνόμενη μόνο στον ρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
Απαγορεύεται η δημοσιοποίηση των εν λόγω πληροφοριών ή η διαβίβασή τους σε οιονδήποτε άλλον αποδέκτη.
3.3. Σε περίπτωση μη τήρησης των όρων αυτών, εφαρμόζονται οι περί κυρώσεων διατάξεις που περιέχονται στο παράρτημα VII του Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.»
12 Το άρθρο 197, τρίτο εδάφιο, ΕΚ προβλέπει, εξάλλου, ότι «η Επιτροπή απαντά προφορικώς ή γραπτώς στις ερωτήσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή των μελών του».
Διαδικασία
13 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 7 Σεπτεμβρίου 2000, η G. Stauner και 21 άλλα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (στο εξής: προσφεύγοντες) άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή με αίτημα την ακύρωση της συμφωνίας πλαίσιο.
14 Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 22 Σεπτεμβρίου 2000, οι ανωτέρω βουλευτές υπέβαλαν επίσης, δυνάμει του άρθρου 242 ΕΚ, αίτηση αναστολής εφαρμογής, αφενός, των σημείων 17 και 29 της συμφωνίας πλαίσιο και, αφετέρου, του παραρτήματος 3 αυτής.
15 Κατά την ακρόαση της 25ης Οκτωβρίου 2000, ο ρόεδρος του ρωτοδικείου κάλεσε τους διαδίκους να εξετάσουν τη δυνατότητα φιλικής διευθετήσεως της διαφοράς όσον αφορά την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων μέσω δηλώσεως εκάστου των καθών κοινοτικών οργάνων, κατά την οποία, κατ' ουσίαν, η συμφωνία πλαίσιο, συγκεκριμένα τα σημεία της 17 και 29 καθώς και το παράρτημά της 3 σχετικά με τη διαβίβαση των εμπιστευτικών πληροφοριών στο Κοινοβούλιο, ισχύει υπό την επιφύλαξη του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
16 Στις 30 Νοεμβρίου 2000 τα καθών κοινοτικά όργανα γνώρισαν στον ρόεδρο του ρωτοδικείου ότι είχαν αποφασίσει να μη δεχθούν την πρόταση περί φιλικής διευθετήσεως που είχε διατυπωθεί στο πλαίσιο της υποθέσεως όσον αφορά την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
17 Με τη διάταξη της 15ης Ιανουαρίου 2001, Τ-236/00 R, Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-15· στο εξής: Stauner Ι), ο ρόεδρος του ρωτοδικείου απέρριψε την εν λόγω αίτηση αναστολής εκτελέσεως ως απαράδεκτη και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
18 Με χωριστά δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του ρωτοδικείου, αντιστοίχως, στις 10 και 12 Ιανουαρίου 2001, το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή προέτειναν ένσταση απαραδέκτου βάσει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου. Οι προσφεύγοντες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους επί των ενστάσεων στις 3 Απριλίου 2001.
19 Με χωριστό δικόγραφο που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 3 Αυγούστου 2001, η G. Stauner και τέσσερις άλλοι βουλευτές, προσφεύγοντες στην υπό κρίση προσφυγή, υπέβαλαν αίτηση, σύμφωνα με τα άρθρα 108 και 109 του Κανονισμού Διαδικασίας, με σκοπό να διαταχθεί, αφενός, η αναστολή εφαρμογής των σημείων 3.2, πρώτη περίπτωση, και 3.3 του παραρτήματος 3 της συμφωνίας πλαίσιο και, αφετέρου, η κοινοποίηση σε όλα τα μέλη της επιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού των πληροφοριών που περιλαμβάνονταν στα έγγραφα που διαβίβασε η Επιτροπή στο Κοινοβούλιο στις 9 Φεβρουαρίου και στις 9 Μαρτίου 2001.
20 Με διάταξη της 8ης Οκτωβρίου 2001, Stauner κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου και Επιτροπής, T-236/00 R ΙΙ (που δεν έχει εισέτι δημοσιευθεί στη Συλλογή· στο εξής: διάταξη Stauner ΙΙ), ο ρόεδρος του ρωτοδικείου απέρριψε τη δεύτερη αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων και επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Αιτήματα των διαδίκων
21 Οι προσφεύγοντες ζητούν από το ρωτοδικείο:
- να ακυρώσει τη συμφωνία πλαίσιο και, ειδικότερα, το παράρτημά της 3·
- να καταδικάσει τα καθών στα δικαστικά έξοδα.
22 Με τις ενστάσεις τους απαραδέκτου, το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή ζητούν από το ρωτοδικείο:
- να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
- να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στα δικαστικά έξοδα.
23 Στις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως απαραδέκτου, οι προσφεύγοντες ζητούν από το ρωτοδικείο:
- να απορρίψει τις ενστάσεις απαραδέκτου·
- να ορίσει νέες προθεσμίες για τη συνέχιση της διαδικασίας όσον αφορά την κύρια δίκη·
- να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα και να αποφανθεί επ' αυτών με την απόφασή του στην κύρια δίκη.
Επί του παραδεκτού
24 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας, η διαδικασία επί της ενστάσεως απαραδέκτου συνεχίζεται προφορικώς εκτός αν το ρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το ρωτοδικείο εκτιμά ότι έχει επαρκώς διαφωτισθεί από τα στοιχεία της δικογραφίας και ότι δεν συντρέχει λόγος να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
Επιχειρήματα των διαδίκων
25 Το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή ισχυρίζονται, πρώτον, ότι η συμφωνία πλαίσιο παράγει έννομα αποτελέσματα μόνον έναντι των συμμετεχόντων στη συμφωνία αυτή μερών και όχι έναντι των μελών του Κοινοβουλίου. Εξάλλου, σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, έστω και αν υποτεθεί ότι η συμφωνία πλαίσιο παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι των προσφευγόντων, τα εν λόγω αποτελέσματα περιορίζονται σε αυτά που εμπίπτουν στη εσωτερική οργάνωση των εργασιών του Κοινοβουλίου.
26 Δεύτερον, το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή υποστηρίζουν ότι η συμφωνία πλαίσιο δεν αφορά τους προσφεύγοντες ούτε άμεσα ούτε ατομικώς.
27 Αφενός, σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, η επίδικη συμφωνία δεν θίγει κατά τρόπο άμεσο τα δικαιώματα των προσφευγόντων, εφόσον είναι αναγκαία, σύμφωνα με το σημείο 3.2 του παραρτήματος 3 η λήψη εκτελεστικών μέτρων, αναφορικά με την πρόσβαση και τις λοιπές σχετικές λεπτομέρειες, για τη διαφύλαξη του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών. Στο πλαίσιο αυτό, τα οικεία όργανα διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως το οποίο αποκλείει το να μπορεί η βασική πράξη να αφορά άμεσα τους αποδέκτες της εκτελεστικής πράξεως (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Ιουλίου 1984, 222/83, Commune de Differdange κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 2889). Το αυτό ισχύει, κατά μείζονα λόγο, και όσο αφορά τις ενδεχόμενες κυρώσεις που οι βουλευτές θα διέτρεχαν τον κίνδυνο να υποστούν σε περίπτωση μη τηρήσεως αυτών των λεπτομερειών. Όντως, οι κυρώσεις αυτές προϋποθέτουν την ύπαρξη υποχρεώσεων που θα έχουν επιβληθεί με τα εκτελεστικά μέτρα της συμφωνίας πλαίσιο με σκοπό τη διαφύλαξη του εμπιστευτικού χαρακτήρα ορισμένων εγγράφων.
28 Ειδικότερα, τα καθών επισημαίνουν, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των προσφευγόντων, ότι η άρνηση του αρμοδίου μέλους της Επιτροπής, στις 4 Ιουλίου 2000, να διαβιβάσει στην G. Stauner, προσφεύγουσα στην υπό κρίση υπόθεση, ορισμένες εμπιστευτικές πληροφορίες δεν την αφορά άμεσα εφόσον, πρώτον, η άρνηση αυτή έχει προηγηθεί της συνάψεως της συμφωνίας πλαίσιο και, δεύτερον, η G. Stauner υπέβαλε την ερώτησή της ατομικώς, υπό την ιδιότητά της ως βουλευτού.
29 Αφετέρου, η Επιτροπή και το Κοινοβούλιο φρονούν ότι η προσβαλλομένη πράξη δεν αφορά τους προσφεύγοντες ατομικώς, εφόσον η συμφωνία πλαίσιο δεν αφορά αυτούς, όπως ακριβώς και οποιοδήποτε άλλο τωρινό ή μελλοντικό μέλος του Κοινοβουλίου, δηλαδή ως μέλη ενός κύκλου του οποίου η σύνθεση υπόκειται σε συνεχείς μεταβολές. Εξάλλου, έστω και αν ο αριθμός των οικείων βουλευτών μπορούσε να καθορισθεί, τούτο δεν αρκεί για να τους αφορά ατομικώς η συμφωνία πλαίσιο (απόφαση του Δικαστηρίου της 24ης Φεβρουαρίου 1987, 26/86, Deutz und Geldermann κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1987, σ. 941, σκέψη 8, και απόφαση του ρωτοδικείου της 26ης Οκτωβρίου 2000, T-83/99, T-84/99 και T-85/99, Ripa di Meana κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-3493, σκέψη 28).
30 Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, πρώτον, ότι η συμφωνία πλαίσιο και, ειδικότερα, το παράρτημά της 3 παράγουν έννομα αποτελέσματα όχι μόνον έναντι των συναψάντων αυτή μερών αλλά και έναντι αυτών.
31 ρώτον, από το γράμμα του παραρτήματος 3 της συμφωνίας πλαίσιο δεν καταφαίνεται σαφώς ότι δεν καλύπτεται από τη συμφωνία πλαίσιο το δικαίωμα των προσφευγόντων να υποβάλλουν ατομικώς ερωτήσεις στην Επιτροπή. ράγματι, παρά τη σιγή του κειμένου της συμφωνίας πλαίσιο, όπου δεν μνημονεύονται ρητώς ούτε ο όρος «βουλευτής» ούτε τα δικαιώματα των βουλευτών, λαμβανομένων υπόψη ατομικώς, ορισμένες από τις διατάξεις της αναφέρονται στον βουλευτή λαμβανόμενο υπόψη ατομικώς. Τούτο ακριβώς συμβαίνει όσον αφορά την περίπτωση του σημείου 3.2, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, του παραρτήματος 3 που αναφέρεται στον πρόεδρο, τους εισηγητές και στα μέλη της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής που είναι, ως πρόσωπα, μέλη του Κοινοβουλίου. Το αυτό συμβαίνει όσον αφορά το σημείο 3.3 του παραρτήματος 3 της συμφωνίας πλαίσιο, από το οποίο προκύπτει ότι, σε περίπτωση μη τηρήσεως των σχετικών με τη διαχείριση των εμπιστευτικών πληροφοριών λεπτομερειών, οι ενδεχόμενες κυρώσεις λαμβάνονται όχι κατά της κοινοβουλευτικής επιτροπής, αυτής καθεαυτήν, αλλά κατά των βουλευτών, λαμβανομένων υπόψη ατομικώς.
32 Δεύτερον, από τον σκοπό της συμφωνίας πλαίσιο προκύπτει ότι αντικείμενο αυτής είναι η ρύθμιση κατά τρόπο υποχρεωτικό και ομοιόμορφο της διαβιβάσεως εκ μέρους της Επιτροπής εμπιστευτικών πληροφοριών στο Κοινοβούλιο, στα μέλη αυτού καθώς και η διαχείριση αυτών των πληροφοριών. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία θα καθιστούσε τη συμφωνία πλαίσιο γράμμα κενό περιεχομένου. Συναφώς, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι το παράρτημα 3 της συμφωνίας πλαίσιο θα μπορούσε να καταργηθεί οποιαδήποτε στιγμή από τους βουλευτές, ενεργώντες ατομικώς, εάν η Επιτροπή υιοθετούσε στάση σύμφωνη προς το άρθρο 197, τρίτο εδάφιο, EK. Όντως, οποιοσδήποτε βουλευτής, ασχέτως του αν είναι πρόεδρος, εισηγητής ή απλό μέλος μιας επιτροπής, θα μπορούσε να υποβάλει, σύμφωνα με το άρθρο 44, παράγραφος 1, του Κανονισμού του Κοινοβουλίου (ΕΕ 1999, L 202, σ. 1) τα ερωτήματά του προς την Επιτροπή βάσει του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, EK, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς ως προς την πρόσβαση στην πληροφόρηση που προβλέπονται από το σημείο 3.2 του παραρτήματος 3 της συμφωνίας πλαίσιο. Εξάλλου, η Επιτροπή υποχρεούται, απαντώντας σε αυτές τις ερωτήσεις, να διαβιβάσει εμπιστευτικές πληροφορίες στον οικείο βουλευτή, ο οποίος δεν δεσμεύεται από τις προβλεπόμενες στο σημείο 3.2 του παραρτήματος 3 λεπτομέρειες σχετικά με την τήρηση του εμπιστευτικού χαρακτήρα των πληροφοριών.
33 Η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται από τρεις διαπιστώσεις. Καταρχάς, τα καθών αρνήθηκαν, στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη Stauner Ι, να προβούν σε δήλωση σύμφωνα με την οποία η συμφωνία πλαίσιο εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, EK.
34 εραιτέρω, το σημείο 1.6 του παραρτήματος 3 της συμφωνίας πλαίσιο προβλέπει ρητώς ότι το παράρτημα αυτό εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη της αποφάσεως 95/167, καθώς και των σχετικών διατάξεων της αποφάσεως 1999/352. Εξ αυτού προκύπτει, εκ του εναντίου, ότι το δικαίωμα υποβολής ερωτήσεων στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, EK δεν αποκλείεται ρητώς από το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας πλαίσιο και, ως εκ τούτου, το ζήτημα αυτό πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο της συμφωνίας πλαίσιο.
35 Τέλος, δεν μπορεί να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να διαβιβάζει εμπιστευτικές πληροφορίες κατόπιν ερωτήσεως υποβαλλομένης από βουλευτή δυνάμει του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, EK. Μια τέτοια περιοριστική αντίληψη δεν είναι σύμφωνη προς τη διάταξη αυτή και παραβιάζει το καθεστώς του Ευρωπαίου βουλευτή όπως αυτό προκύπτει από το άρθρο 190 EK. Εξάλλου, τέτοια αντίληψη είναι αντίθετη προς τις δημοκρατικές παραδόσεις που υφίστανται στα διάφορα κράτη μέλη και ασύμβατη με το άρθρο 287 EK, το οποίο, επιβάλλοντας υποχρέωση σχετική με το απόρρητο, προστατεύει, επί του σημείου αυτού, επαρκώς, τόσο το συμφέρον των προσώπων όσο και το κοινοτικό συμφέρον.
36 Τρίτον, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι η συμφωνία πλαίσιο παράγει έννομα αποτελέσματα μόνον έναντι του Κοινοβουλίου, ως κοινοτικού οργάνου, μια τέτοια υπόθεση καταλήγει στο διαχωρισμό του δικαιώματος ελέγχου, που έχει θεσπισθεί με το άρθρο 197, τρίτο εδάφιο, EK, των βουλευτών, λαμβανομένων υπόψη ατομικώς, από το αντίστοιχο δικαίωμα του Κοινοβουλίου, ως κοινοτικού οργάνου, διαχωρισμό που είναι δυσχερώς εφαρμόσιμος και ασύμβατος με το τελευταίο αυτό άρθρο. Συναφώς, είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι οι σχετικές διατάξεις του Κανονισμού του Κοινοβουλίου ουδόλως μνημονεύουν το Κοινοβούλιο, στο σύνολό του, ως όργανο που μπορεί να υποβάλλει ερωτήσεις, αλλά προσδίδουν μια τέτοια ιδιότητα μόνο στις επιτροπές, τις πολιτικές ομάδες ή ορισμένο αριθμό βουλευτών (άρθρο 42) ή στους βουλευτές, λαμβανόμενου υπόψη ατομικώς (άρθρα 43 και 44).
37 Τέταρτον, η συμφωνία πλαίσιο εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου 186, στοιχείο γ_, του Κανονισμού του Κοινοβουλίου, εντός του Κοινοβουλίου και παράγει τα αποτελέσματά της τόσον έναντι του Κοινοβουλίου, ως κοινοτικού οργάνου, όσο και έναντι κάθε βουλευτή, λαμβανομένου υπόψη ατομικώς. Εξ αυτού έπεται ότι κάθε ερμηνεία που περιορίζει την εφαρμογή της συμφωνίας πλαίσιο μόνο στο Κοινοβούλιο, ως κοινοτικό όργανο, είναι ασύμβατη με το άρθρο 186, στοιχείο γ_, του Κανονισμού του Κοινοβουλίου.
38 Δεύτερον, οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η συμφωνία πλαίσιο τους αφορά άμεσα και ατομικώς υπό την ιδιότητά τους ως μέλη του Κοινοβουλίου, και τούτο ενόψει του δικαιώματός τους να υποβάλλουν ερωτήσεις στην Επιτροπή και να ασκούν επ' αυτής έλεγχο, όπως προβλέπεται από το άρθρο 197, τρίτο εδάφιο, EK.
39 Η συμφωνία πλαίσιο αφορά άμεσα τους βουλευτές, εφόσον επηρεάζει, εκ των πραγμάτων, σε σημαντικό βαθμό τα συμφέροντά τους, χωρίς να χρειάζεται να συνοδεύεται από συμπληρωματικά εκτελεστικά μέτρα.
40 ρώτον, λαμβανομένης υπόψη της διαδικασίας που προβλέπεται στο παράρτημα 3 της συμφωνίας πλαίσιο, η συμφωνία αυτή σκοπεί, τόσο βάσει του πνεύματος όσο και του σκοπού της, να ποδηγετήσει, και κατά συνέπεια να περιορίσει, το δικαίωμα κάθε μέλους του Κοινοβουλίου να υποβάλλει ερωτήσεις στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, EK.
41 Δεύτερον, και αντίθετα προς ό,τι διατείνονται τα καθών κοινοτικά όργανα, η συμφωνία πλαίσιο ουδόλως παρέχει οποιαδήποτε απεριόριστη εξουσία εκτιμήσεως, ούτε στο αρμόδιο μέλος της Επιτροπής ούτε στο οικείο κοινοβουλευτικό όργανο, όσον αφορά τη μετάδοση των ζητουμένων από την Επιτροπή εμπιστευτικών πληροφοριών και, ως εκ τούτου, δεν εμποδίζει την εν λόγω συμφωνία να αφορά τους προσφεύγοντες άμεσα. ράγματι, το σημείο 3.2, πρώτη έως πέμπτη περίπτωση, του παραρτήματος 3 της συμφωνίας πλαίσιο προβλέπει τη διαβίβαση των εμπιστευτικών πληροφοριών μόνο στον ρόεδρο του Κοινοβουλίου, ή στους προέδρους και τους εισηγητές της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής, ενώ η πρόσβαση μπορεί επίσης να είναι περιορισμένη για όλα τα λοιπά μέλη της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής. Επομένως, η διάταξη αυτή καταλήγει στο να μετριάζεται η υποχρέωση της Επιτροπής να παρέχει πληροφορίες στους βουλευτές λαμβανομένους υπόψη ατομικώς, και τούτο κατά παράβαση του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, EK.
42 Στην αλληλουχία αυτή, κάθε άρνηση της Επιτροπής, για λόγους εμπιστευτικότητας, να απαντήσει πλήρως σε ερώτηση που υποβάλλεται από βουλευτή δυνάμει του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, EK έχει ως αποτέλεσμα η συμφωνία πλαίσιο να τυγχάνει εφαρμογής στις σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και του βουλευτή αυτού λαμβανομένου υπόψη ατομικώς. Σύμφωνα με τους προσφεύγοντες, η ανάλυση αυτή επιβεβαιώνεται από τις απαντήσεις που έδωσε η Επιτροπή σε διάφορες γραπτές ερωτήσεις της G. Stauner, όπως η ερώτηση που υποβλήθηκε στο πλαίσιο της απαλλαγής σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού για το έτος 1998 και των ερωτήσεων E-3240/00, E-3241/00, P-3748/00, E-4072/00, και P-0203/01.
43 Εξάλλου, από το σημείο 3.3 του παραρτήματος 3 της συμφωνίας πλαίσιο προκύπτει ότι το σημείο αυτό δεν αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως στις αρχές τις επιφορτισμένες με την επιβολή των κυρώσεων που μνημονεύονται στο παράρτημα VII του Κανονισμού του Κοινοβουλίου, σε περίπτωση μη τηρήσεως των λεπτομεριών των σχετικών με την εμπιστευτικότητα των διαβιβαζομένων από την Επιτροπή πληροφοριών.
44 Τρίτον, και αντιθέτως προς τους ισχυρισμούς του Κοινοβουλίου, προκειμένου μια πράξη «να αφορά κάποιον άμεσα» δεν είναι ανάγκη η προσβαλλομένη ρύθμιση να περιέχεται οριστικώς και πλήρως στην επίμαχη πράξη κοινοτικού δικαίου και να μην αφήνει κανένα περιθώριο εκτιμήσεως στην αρχή στην οποία έχει ανατεθεί η εφαρμογή της. Αντιθέτως, τέτοια άμεση σχέση υφίσταται, επίσης, όταν η εν λόγω πράξη παρέχει σ' αυτήν την αρχή το δικαίωμα επιλογής μεταξύ εκτελεστικών ενεργειών διαφορετικού περιεχομένου, που όμως κάθε μία από τις πιθανές ενέργειες είναι κατ' ανάγκη δυσμενής, σε διαφορετικό βαθμό, για τον αποδέκτη των ενεργειών αυτών (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 1ης Ιουλίου 1965, 106/63 και 107/63, Tö pfer κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 101, και της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, ειραϊκή ατραϊκή κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 227, σκέψη 7).
45 Οι προσφεύγοντες φρονούν επίσης ότι η συμφωνία πλαίσιο τους αφορά ατομικώς.
46 Καταρχάς, η συμφωνία πλαίσιο θίγει το δικαίωμά τους να υποβάλλουν ερωτήσεις στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, EK, και τούτο εφόσον για την άσκηση του δικαιώματος αυτού υφίστανται αυστηρότεροι περιορισμοί γι' αυτούς από ό,τι για το Κοινοβούλιο, ως συμβαλλόμενο μέρος της συμφωνίας πλαίσιο.
47 Τέτοιοι περιορισμοί έρχονται σε αντίθεση με το παράρτημα VII του Κανονισμού του Κοινοβουλίου που εγγυάται σε όλα τα μέλη της αρμόδιας κοινοβουλευτικής επιτροπής και, ειδικότερα, στην επιτροπή ελέγχου του προϋπολογισμού, της οποίας οι προσφεύγοντες είναι τακτικά ή αναπληρωματικά μέλη, την πρόσβαση στα διαβιβαζόμενα από την Επιτροπή εμπιστευτικά έγγραφα. Κατά τους προσφεύγοντες, η πρακτική της Επιτροπής κατέδειξε ότι αυτοί έχουν επανειλημμένως αποκλειστεί, βάσει της συμφωνίας πλαίσιο, από έγγραφα διαβιβασθέντα στο Κοινοβούλιο, όπως την έκθεση λογιστικού ελέγχου σχετικά με το κτίριο Berlaymont, την έκθεση οικονομικού ελέγχου σχετικά με την ECHO-Flight και τον κατάλογο λογιστικών ελέγχων που διαβιβάστηκε στην OLAF, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Ταμείου Αναπτύξεως. Εξάλλου, η στάση της Επιτροπής συνιστά επίσης προσβολή του δικαιώματος ίσης μεταχειρίσεως μεταξύ μελών του Κοινοβουλίου ενεργούντων εντός της ίδιας επιτροπής, ανάλογα με το εάν τα μέλη αυτά έχουν ή όχι πρόσβαση σε νευραλγικής σημασίας έγγραφα.
48 Στη συνέχεια, η συμφωνία πλαίσιο αφορά τους προσφεύγοντες ατομικώς λόγω του γεγονότος ότι αποτελούν μέρος ομάδας σαφώς προσδιορισμένης και ευκρινώς οροθετημένης, της οποίας ο συνολικός αριθμός μελών ανέρχεται σε 626 πρόσωπα που έχουν εκλεγεί για κοινοβουλευτική περίοδο 5 ετών, σύμφωνα με το άρθρο 190, παράγραφοι 2 και 3, EK (απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 939).
49 Τέλος, το γεγονός ότι η σύνθεση του κλειστού κύκλου των προσώπων που αφορά η εν λόγω σύμβαση πλαίσιο, στον οποίο ανήκουν οι προσφεύγοντες, θα μπορούσε να μεταβληθεί έχει σημασία μόνο για το μέλλον. Ως εκ τούτου, το γεγονός αυτό ουδεμία ασκεί επιρροή από την πλευρά της εξατομικεύσεως των προσφευγόντων. Όντως, το αποφασιστικό εν προκειμένω στοιχείο είναι το ότι οι προσφεύγοντες ανήκαν σε ένα τέτοιο κύκλο κατά την ημερομηνία της συνάψεως της συμφωνίας πλαίσιο. Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώνεται από τη διάταξη του ρωτοδικείου της 2ας Μα_ου 2000, T-17/00 R, Rothley κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-2085, σκέψη 53.
Εκτίμηση του ρωτοδικείου
50 Επιβάλλεται, προκαταρκτικώς, να υπομνησθεί ότι η Ευρωπαϊκή Κοινότητα είναι μια κοινότητα δικαίου, στο μέτρο που ούτε τα κράτη μέλη της ούτε τα όργανα της διαφεύγουν από τον έλεγχο της συμφωνίας των πράξεών τους προς τον βασικό συνταγματικό χάρτη που αποτελεί η Συνθήκη και ότι η τελευταία έχει θεσπίσει ένα πλήρες σύστημα ενδίκων μέσων και διαδικασιών με σκοπό την ανάθεση στο Δικαστήριο του ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων των κοινοτικών οργάνων (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 1986, 294/83, Les Verts κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1986, σ. 1339, σκέψη 23, και της 22ας Οκτωβρίου 1987, 314/85, Foto-Frost, Συλλογή 1987, σ. 4199, σκέψη 16, και της 23ης Μαρτίου 1993, C-314/91, Weber κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1993, σ. Ι-1093, σκέψη 8, και διάταξη του Δικαστηρίου της 13ης Ιουλίου 1990, C-2/88 Imm., Zwartveld κ.λπ., Συλλογή 1990, σ. Ι-3365, σκέψη 16· την απόφαση του ρωτοδικείου της 2ας Οκτωβρίου 2001, T-222/99, T-327/99 και T-329/99, Martinez κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 48· βλ. επίσης τη γνωμοδότηση του Δικαστηρίου της 14ης Δεκεμβρίου 1991, 1/91, Συλλογή 1991, σ. Ι-6079, σκέψη 21).
51 Συναφώς, το άρθρο 230, πρώτο εδάφιο, EK προβλέπει ότι ο κοινοτικός δικαστής ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων του Κοινοβουλίου που προορίζονται να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων.
52 Εν προκειμένω, με την προσφυγή αμφισβητείται η νομιμότητα της συμφωνίας πλαίσιο της 5ης Ιουλίου 2000 για τις σχέσεις μεταξύ Κοινοβουλίου και Επιτροπής.
53 ρέπει, καταρχάς, να παρατηρηθεί ότι η συμφωνία πλαίσιο, που έχει συναφθεί μεταξύ της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου, εγκρίθηκε στις 5 Ιουλίου 2000 από την πλειοψηφία των μελών που απαρτίζουν το Κοινοβούλιο και πρέπει, επομένως, να θεωρηθεί, προκειμένου περί της εξετάσεως του παραδεκτού της προσφυγής, ως πράξη του ίδιου του Κοινοβουλίου (διάταξη Stauner Ι, σκέψη 44· βλ., κατ' αναλογία, την προπαρατεθείσα απόφαση Les Verts κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 20, και την προπαρατεθείσα διάταξη Rothley κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 48).
54 εραιτέρω, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι, προκειμένου περί του παραδεκτού αιτήματος ακυρώσεως πράξεως του Κοινοβουλίου, το άρθρο 230, πρώτο εδάφιο, EK επιβάλλει να γίνεται διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών πράξεων.
55 Δεν μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως οι πράξεις του Κοινοβουλίου που αφορούν μόνον την εσωτερική οργάνωση των εργασιών του (διατάξεις του Δικαστηρίου της 4ης Ιουνίου 1986, 78/85, Ομάδα των Κομμάτων της Ευρωπαϊκής Δεξιάς κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1986, σ. 1753, σκέψη 11, και της 22ας Μα_ου 1990, C-68/90, Blot και Front National κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 1990, σ. Ι-2101, σκέψη 11 και 12, η προπαρατεθείσα απόφαση Weber κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 9). Σ' αυτή την ίδια πρώτη κατηγορία εμπίπτουν οι πράξεις του Κοινοβουλίου οι οποίες είτε δεν παράγουν έννομα αποτελέσματα είτε παράγουν έννομα αποτελέσματα μόνο στο εσωτερικό του Κοινοβουλίου, καθόσον αφορά την οργάνωση των εργασιών του, και υπόκεινται στις διαδικασίες ελέγχου που ορίζει ο Κανονισμός του (προπαρατεθείσα απόφαση Weber κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 10 και η προπαρατεθείσα απόφαση Martinez κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 52).
56 Αντιθέτως, μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο προσφυγής κυρώσεως οι πράξεις του Κοινοβουλίου που παράγουν ή έχουν ως προορισμό να παράγουν έννομα αποτελέσματα έναντι τρίτων (βλ., υπό αυτή την έννοια, την προπαρατεθείσα απόφαση Weber κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 11)· και την προπαρατεθείσα απόφαση Martinez κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 53).
57 αρ' όλ' αυτά, έχει σημασία να υπομνησθεί συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία, συνιστά πράξη ή απόφαση, η οποία δύναται να αποτελέσει το αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ, κάθε μέτρο του οποίου τα έννομα αποτελέσματα είναι δεσμευτικά και ικανά να επηρεάσουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, μεταβάλλοντας κατά τρόπο κατάφωρο τη νομική κατάσταση του τελευταίου (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1981, 60/81, IBM κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. Ι-2639, σκέψη 9, και τη διάταξη του ροέδρου του ρωτοδικείου της 26ης Ιανουαρίου 2001, T-353/00 R, Le Pen κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-125, σκέψη 61).
58 Εν προκειμένω, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, κατ' ουσίαν, ότι η συμφωνία πλαίσιο στερεί τους βουλευτές, ενεργούντες ατομικώς, από αυτήν ταύτην τη δυνατότητα να ζητούν από την Επιτροπή, δυνάμει του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, EK, να τους διαβιβάζει εμπιστευτικές πληροφορίες, οπότε η νομική τους κατάσταση έχει μεταβληθεί.
59 Επιβάλλεται, ωστόσο, η διαπίστωση ότι, όπως ο δικάζων κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων δικαστής επεσήμανε στο σημείο 48 της διατάξεως Stauner Ι, από το γράμμα των διατάξεων της συμφωνίας πλαίσιο, ιδίως από το σημείο 1 και τα σημεία 1.1, 1.3 και 1.4, του παραρτήματός της 3, που επιβεβαιώνονται σχετικώς από τις περιστάσεις της συνάψεώς της, οι οποίες επιτρέπουν, εν προκειμένω, να φωτιστεί ο σκοπός της, προκύπτει ότι το αντικείμενο της εν λόγω συμφωνίας δεν είναι να περιορισθεί το δικαίωμα των βουλευτών να υποβάλλουν, ατομικώς, ερωτήσεις στην Επιτροπή, αλλά μόνο να επιτραπεί στο Κοινοβούλιο να ασκεί τις ελεγκτικές εξουσίες του κατά τρόπο πλέον εκτεταμένο επί των δραστηριοτήτων της Επιτροπής, λαμβάνοντας από την τελευταία εμπιστευτικές πληροφορίες των οποίων η διαβίβαση δεν ρυθμιζόταν προηγουμένως.
60 Το γεγονός ότι η συμφωνία πλαίσιο προβλέπει ότι ορισμένες πληροφορίες μπορούν να διαβιβάζονται μόνο στα κοινοβουλευτικά όργανα που μνημονεύονται στο σημείο 1.4 του παραρτήματός της 3, συγκεκριμένα στον ρόεδρο του Κοινοβουλίου, τους προέδρους των οικείων κοινοβουλευτικών επιτροπών, το ροεδρείο και τη Διάσκεψη των ροέδρων, δεν στερεί τα μέλη του Κοινοβουλίου, ενεργώντας ατομικώς, από το δικαίωμά τους να υποβάλλουν στην Επιτροπή ερωτήσεις και να λαμβάνουν απ' αυτήν απαντήσεις συνεπαγόμενες, ενδεχομένως, τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών, όπως συνέβαινε πριν από τη σύναψη της εν λόγω συμφωνίας. Επί του θέματος αυτού, έχει σημασία να επισημανθεί ότι δεν γίνεται μνεία, έστω και εμμέσως, στη συμφωνία πλαίσιο (διάταξη Stauner Ι, σκέψη 49) της εξουσίας εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή προκειμένου να αποφασίσει να κοινοποιήσει εμπιστευτικές πληροφορίες, απαντώντας σε ερώτηση μέλους του Κοινοβουλίου, ενεργούντος ατομικώς, η οποία έχει υποβληθεί δυνάμει του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, EK και σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Κανονισμού του Κοινοβουλίου.
61 Έτσι, η συμφωνία πλαίσιο προβλέπει έναν πρόσθετο μηχανισμό, χωριστό αυτού που αφορά το δικαίωμα των βουλευτών να υποβάλλουν ερωτήσεις στην Επιτροπή δυνάμει του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, EK και επιτρέπει, αντιθέτως προς ό,τι μπορούσε να συμβαίνει πριν από τη σύναψη της συμφωνίας πλαίσιο, τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών σε ορισμένα όργανα του Κοινοβουλίου. ράγματι, όταν μια αίτηση παροχής εμπιστευτικών πληροφοριών προέρχεται από κάποιο από τα όργανα που μνημονεύονται στο σημείο 1.4 του παραρτήματος 3 της συμφωνίας πλαίσιο, η διαβίβαση αυτών των πληροφοριών από την Επιτροπή διέπεται στο εξής από τη συμφωνία πλαίσιο.
62 Εξ αυτού έπεται ότι η συμφωνία πλαίσιο, που περιορίζεται στο να διέπει τις σχέσεις μεταξύ Επιτροπής και Κοινοβουλίου, δεν τροποποιεί τη νομική κατάσταση των βουλευτών, ενεργούντων ατομικώς, σε σχέση με το δικαίωμά τους που προβλέπεται στο άρθρο 197, τρίτο εδάφιο, EK και δεν θίγει το διασφαλιζόμενο από τη διάταξη αυτή δικαίωμα (διατάξεις Stauner Ι, σκέψη 51 και Stauner ΙΙ, σκέψη 50).
63 Υπό τις συνθήκες αυτές, το επιχείρημα των προσφευγόντων, που αντλείται από το γεγονός ότι η συμφωνία πλαίσιο προβαίνει στο διαχωρισμό του δικαιώματος ελέγχου, που απορρέει από το άρθρο 197, τρίτο εδάφιο, EK, αφενός, σ' αυτό των βουλευτών, λαμβανομένων υπόψη ατομικώς, και, αφετέρου, σ' αυτό του Κοινοβουλίου, ως θεσμικού οργάνου, διαχωρισμό που είναι δυσχερώς εφαρμόσιμος και ασύμβατος με αυτήν τη διάταξη, στηρίζεται σε εσφαλμένα δεδομένα και πρέπει να απορριφθεί. Όντως, η συμφωνία πλαίσιο ρυθμίζει τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών, κατόπιν αιτήσεων προερχομένων από τα όργανα που μνημονεύονται στο σημείο 1.4 του παραρτήματος 3 της εν λόγω συμφωνίας, χωρίς να θέτει υπό αμφισβήτηση το δικαίωμα που τα μέλη του Κοινοβουλίου αντλούν από το άρθρο 197, τρίτο εδάφιο, EK.
64 Εξάλλου, το επιχείρημα των προσφευγόντων, που αντλείται από το ότι η άρνηση των καθών να προβούν, στο πλαίσιο της διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων επί της οποίας εκδόθηκε η διάταξη Stauner Ι, σε δήλωση με την οποία να αναγνωρίζουν ότι η συμφωνία πλαίσιο, και το παράρτημά της 3, «ισχύει υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, EK» καταδεικνύει ότι η εν λόγω συμφωνία θίγει το δικαίωμα των βουλευτών να υποβάλλουν ερωτήσεις ατομικώς και να ζητούν εμπιστευτικές πληροφορίες από την Επιτροπή, πρέπει να απορριφθεί. ράγματι, η άρνηση μιας τέτοιας δηλώσεως δεν είναι δυνατόν, από μόνη της, να αλλοιώσει ούτε το πεδίο εφαρμογής της συμφωνίας πλαίσιο ούτε τον σκοπό της.
65 Τέλος, το ίδιο ισχύει όσον αφορά το επιχείρημα που αντλείται από το σημείο 1.6 του παραρτήματος 3 της συμφωνίας πλαίσιο που προβλέπει ότι οι διατάξεις του τελευταίου εφαρμόζονται υπό την επιφύλαξη της αποφάσεως 95/167 καθώς και των σχετικών διατάξεων της αποφάσεως 1999/352. Η διάταξη αυτής της συμφωνίας πλαίσιο, η οποία, όπως και οι ίδιοι οι προσφεύγοντες αναγνωρίζουν, εισάγει ορισμένους περιορισμούς στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων της συμφωνίας πλαίσιο των σχετικών με τη διαβίβαση εμπιστευτικών πληροφοριών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, δεν μπορεί να συνεπάγεται ότι πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο της συμφωνίας πλαίσιο το δικαίωμα των βουλευτών, λαμβανομένων υπόψη ατομικώς, να υποβάλλουν ερωτήσεις στην Επιτροπή βάσει του άρθρου 197, τρίτο εδάφιο, EK, και τούτο εφόσον, όπως έχει ήδη σαφώς μνημονευθεί, το εν λόγω δικαίωμα δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω συμφωνίας.
66 Από τις ανωτέρω σκέψεις προκύπτει ότι η εγκριθείσα από το Κοινοβούλιο στις 5 Ιουλίου 2000, συμφωνία πλαίσιο δεν μεταβάλλει τους όρους ασκήσεως των κοινοβουλευτικών καθηκόντων των προσφευγόντων ούτε, επομένως, παράγει έννομα αποτελέσματα δυνάμενα να θίξουν τα συμφέροντά τους. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
67 Σύμφωνα με το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι οι προσφεύγοντες ηττήθησαν, πρέπει αυτοί να καταδικαστούν, σύμφωνα με τα αιτήματα του Κοινοβουλίου και της Επιτροπής, στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των αφορώντων τις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (τέταρτο τμήμα),
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Οι προσφεύγοντες φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα καθώς και τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν το Κοινοβούλιο και η Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων των σχετικών με τις διαδικασίες ασφαλιστικών μέτρων.
Full & Egal Universal Law Academy