Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Ασφαλιστικά μέτρα - ροϋποθέσεις παραδεκτού - αραδεκτό της κύριας προσφυγής - Δεν ασκεί επιρροή - Όρια
(_Αρθρα 242 ΕΚ και 243 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του ρωτοδικείου, άρθρο 104 § 1)
2. Ασφαλιστικά μέτρα - Αναστολή εκτελέσεως - Αναστολή εκτελέσεως κανονισμού της Επιτροπής σχετικά με την πρώτη φάση προγράμματος εργασιών για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά - ροϋποθέσεις χορηγήσεως - Επείγον - Σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία - Στάθμιση του συνόλου των εμπλεκομένων συμφερόντων
(_Αρθρο 242 ΕΚ· Κανονισμός Διαδικασίας του ρωτοδικείου, άρθρο 104 § 2· κανονισμός 1896/2000 της Επιτροπής)
Περίληψη
1. Μολονότι είναι αληθές ότι το πρόβλημα του παραδεκτού της προσφυγής στην κύρια δίκη δεν πρέπει, κατ' αρχήν, να εξετάζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, διότι άλλως προδικάζεται η κρίση της υποθέσεως επί της ουσίας, μπορεί εντούτοις να καταστεί αναγκαία, όταν προβάλλεται το προδήλως απαράδεκτο της προσφυγής στην κύρια δίκη επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, η απόδειξη περί υπάρξεως ορισμένων στοιχείων που επιτρέπουν να συναχθεί, εκ πρώτης όψεως, το παραδεκτό μιας τέτοιας προσφυγής.
( βλ. σκέψη 73 )
2. Η σκοπιμότητα της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της επί της ουσίας αποφάσεως. Για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός, τα αιτούμενα μέτρα πρέπει να είναι επείγοντα υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, για να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στα συμφέροντα του αιτούντος, να λαμβάνονται και να παράγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση αποφάσεως επί της κύριας δίκης. Μια χρηματική ζημία δεν μπορεί, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη ή έστω δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταγενέστερης χρηματικής αντισταθμίσεως. Κατ' εφαρμογή των αρχών αυτών, η αναστολή εκτελέσεως του κανονισμού 1896/2000, σχετικά με την πρώτη φάση του προγράμματος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/8 για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά, δεν δικαιολογείται παρά μόνον αν προκύψει ότι, αν δεν ληφθεί τέτοιο μέτρο, η αιτούσα επιχείρηση θα βρεθεί σε κατάσταση δυνάμενη να θέσει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξή της ή να τροποποιήσει κατά ανεπανόρθωτο τρόπο τα μερίδιά της στην αγορά. Εξάλλου, το αν όμως επείγει να διαταχθεί προσωρινό μέτρο δεν μπορεί να προκύπτει από τη συμπεριφορά του αιτούντος, αλλά πρέπει να προκύπτει μόνον από τα αποτελέσματα που παρήγαγε η προσβαλλομένη πράξη.
Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αιτούσα απέδειξε επαρκώς ότι θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση του εν λόγω κανονισμού, η στάθμιση, αφενός, του συμφέροντος της αιτούσας να επιτύχει το ζητούμενο προσωρινό μέτρο και, αφετέρου, του δημοσίου συμφέροντος που συνδέεται με την εκτέλεση πράξεως κανονιστικού χαρακτήρα και των συμφερόντων των τρίτων που θίγονται άμεσα από την ενδεχόμενη αναστολή του επιδίκου κανονισμού οδηγεί στην απόρριψη της αιτήσεως αυτής.
( βλ. σκέψεις 92, 94-95, 101, 111 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-339/00 R,
Bactria Industriehygiene-Service GmbH, με έδρα το Kirchheimbolanden (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους K. Van Maldegem και C. Mereu, δικηγόρους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούγο,
αιτούσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον R. Wainwright και την L. Ström, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση αναστολής εκτελέσεως του κανονισμού (ΕΚ) 1896/2000 της Επιτροπής, της 7ης Σεπτεμβρίου 2000, για την πρώτη φάση του προγράμματος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκτόνα (ΕΕ L 228, σ. 6), που επαναλαμβάνεται στο άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, και στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού,
Ο ΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη διάταξη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Νομικό πλαίσιο
1 Στις 16 Φεβρουαρίου 1998, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξέδωσαν την οδηγία 98/8/ΕΚ για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (ΕΕ L 123, σ. 1). Η οδηγία αυτή σκοπεί να θεσπίσει ένα κοινοτικό καθεστώς εγκρίσεως και διαθέσεως των βιοκτόνων στην αγορά με σκοπό τη χρήση τους.
2 Οι διαδικασίες εγκρίσεως που προβλέπει η οδηγία επιτρέπουν να λαμβάνεται υπόψη η ιδιαιτερότητα των βιοκτόνων και των κινδύνων που συνδέονται με τη χρήση τους.
3 Στην δωδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 98/8 διευκρινίζεται ότι πρέπει να καταρτιστεί κοινοτικός κατάλογος δραστικών ουσιών τις οποίες επιτρέπεται να περιέχουν τα βιοκτόνα και ότι πρέπει να οριστεί κοινοτική διαδικασία κατά την οποία θα κρίνεται αν μια δραστική ουσία μπορεί να καταχωριστεί στον κοινοτικό κατάλογο. Στη συνέχεια, στην αιτιολογική αυτή σκέψη επισημαίνεται ότι πρέπει να οριστούν τα πληροφοριακά στοιχεία που πρέπει να υποβάλλουν οι ενδιαφερόμενοι για την καταχώριση μιας δραστικής ουσίας στον κατάλογο, ότι οι δραστικές ουσίες του καταλόγου θα πρέπει να αναθεωρούνται τακτικά και, ενδεχομένως, να συγκρίνονται μεταξύ τους υπό συγκεκριμένες συνθήκες, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι επιστημονικές και τεχνολογικές εξελίξεις.
4 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 98/8 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη εγκρίνουν ένα βιοκτόνο μόνον «εφόσον οι δραστικές του ουσίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι ή στο παράρτημα Ι A και πληρούν τυχόν απαιτήσεις του εν λόγω παραρτήματος». To παράρτημα Ι της οδηγίας 98/8 περιλαμβάνει τον «[κ]ατάλογο δραστικών ουσιών και απαιτήσεων που έχουν συμφωνηθεί σε κοινοτικό επίπεδο για να αποτελέσουν οι ουσίες αυτές συστατικά βιοκτόνου», το παράρτημα Ι A αφορά τα βιοκτόνα περιορισμένου κινδύνου και το παράρτημα Ι B τις βασικές ουσίες.
5 Το άρθρο 9 της οδηγίας 98/8 επιβάλλει στα κράτη μέλη να ορίζουν ότι οι δραστικές ουσίες που χρησιμοποιούνται σε βιοκτόνο μπορούν να διατίθενται στην αγορά μόνον εφόσον, μεταξύ άλλων, έχει διαβιβαστεί σε κράτος μέλος φάκελος ο οποίος πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 11, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής και συνοδεύεται από δήλωση ότι η δραστική ουσία προορίζεται για χρήση ως συστατικό βιοκτόνου.
6 Το άρθρο 11 της οδηγίας 98/8 ορίζει τη διαδικασία για την καταχώριση δραστικής ουσίας στα παραρτήματα Ι, Ι Α ή Ι Β. Η καταχώριση ή οι μετέπειτα μεταβολές της καταχωρίσεως μια δραστικής ουσίας προϋποθέτουν την κατάθεση αιτήσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο α_, ο αιτών πρέπει να διαβιβάσει στην αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους φάκελο για τη δραστική ουσία, ο οποίος πληροί, αναλόγως της περιπτώσεως, τις απαιτήσεις των παραρτημάτων ΙΙ Α, ΙΙΙ A ή IV A της οδηγίας καθώς και φάκελο για τουλάχιστον ένα βιοκτόνο που περιέχει τη δραστική ουσία, ο οποίος πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 8 της οδηγίας αυτής. Μετά τη διεξαγωγή ορισμένων τυπικών διαδικασιών, ο φάκελος αποστέλλεται, μεταξύ άλλων, στην Επιτροπή και αποφασίζεται, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 28 της οδηγίας 98/8 διαδικασία, η καταχώριση της δραστικής ουσίας στα παραρτήματα Ι, Ι A ή Ι B.
7 Το άρθρο 12 της οδηγίας 98/8, με τίτλο «Χρησιμοποίηση των δεδομένων που κατέχουν οι αρμόδιες αρχές προς όφελος άλλων αιτούντων», ορίζει:
«1. Τα κράτη μέλη δεν χρησιμοποιούν τις πληροφορίες που αναφέρονται στο άρθρο 8 προς όφελος του δεύτερου ή των επόμενων αιτούντων:
[...]
γ) στην περίπτωση δραστικής ουσίας που κυκλοφορούσε ήδη στην αγορά κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 34 παράγραφος 1:
i) επί 10 έτη από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 34, παράγραφος 1, προκειμένου για πληροφορίες που υποβάλλονται για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εκτός αν οι πληροφορίες αυτές προστατεύονται ήδη σύμφωνα με ισχύοντες εθνικούς κανόνες για τα βιοκτόνα. Στην περίπτωση αυτή, οι πληροφορίες εξακολουθούν να προστατεύονται στο συγκεκριμένο κράτος μέλος, μέχρι να λήξει το τυχόν υπόλοιπο της περιόδου προστασίας των δεδομένων που προβλέπεται από τους εθνικούς κανόνες, με ανώτατο όριο 10 έτη από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 34, παράγραφος 1·
[...]».
8 Το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/8 επιτρέπει στα κράτη μέλη να παρεκκλίνουν, για περίοδο 10 ετών αρχόμενη από τις 14 Μα_ου 2000, από την απαίτηση προηγούμενης εγκρίσεως βιοκτόνου σύμφωνα με την οδηγία αυτή, όπως προβλέπει το άρθρο 4, παράγραφος 1, από την απαίτηση ότι οι δραστικές ουσίες πρέπει να έχουν καταχωριστεί στο παράρτημα Ι ή στο παράρτημα Ι A, όπως προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 1, από την απαίτηση ότι ο αιτών πρέπει να υποβάλει τις πληροφορίες που προβλέπει το άρθρο 8, παράγραφοι 2 και 4, και τέλος από την απαίτηση του άρθρου 8, παράγραφος 1. Δυνάμει του άρθρου 16, παράγραφος 1, το κράτος μέλος μπορεί «ειδικότερα, σύμφωνα με τους εθνικούς του κανόνες, να εγκρίνει τη διάθεση στην αγορά, στην επικράτειά του, βιοκτόνου που περιέχει δραστικές ουσίες [υπάρχουσες] μη καταχωρισμένες στο παράρτημα Ι ή στο παράρτημα Ι Α γι' αυτόν τον τύπο προϊόντος». Αυτή η δυνατότητα παρεκκλίσεως που παρέχεται στο κράτος μέλος υπόκειται σε περιορισμούς που αποφασίζονται σύμφωνα με το άρθρο 16, παράγραφοι 2 και 3.
9 Το άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/8 έχει ως εξής:
«Μετά την έκδοση της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή αρχίζει δεκαετές πρόγραμμα εργασιών για τη συστηματική εξέταση όλων των δραστικών ουσιών που διατίθενται ήδη στην αγορά κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 34, παράγραφος 1, ως δραστικές ουσίες βιοκτόνου για σκοπούς άλλους εκτός εκείνων που ορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχεία γ_ και δ_. Με τη διαδικασία του άρθρου 28, παράγραφος 3, θα εκδοθεί κανονισμός ο οποίος θα περιέχει όλες τις αναγκαίες διατάξεις για τη θέσπιση και την εφαρμογή του προγράμματος, περιλαμβανομένου του καθορισμού προτεραιοτήτων αξιολόγησης των διαφόρων δραστικών ουσιών και του καθορισμού χρονοδιαγράμματος. Το αργότερο δύο έτη πριν από την ολοκλήρωση του προγράμματος εργασιών, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την πρόοδο που σημείωσε το πρόγραμμα.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετούς περιόδου και από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 34, παράγραφος 1, μπορεί να αποφασιστεί με τη διαδικασία του άρθρου 28, παράγραφος 3, ότι μια δραστική ουσία μπορεί να περιληφθεί στα παραρτήματα Ι, Ι A ή Ι B και υπό ποίους όρους, ή, σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 10 ή δεν έχουν υποβληθεί οι απαιτούμενες πληροφορίες εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, ότι αυτή η δραστική ουσία δεν μπορεί να περιληφθεί στα παραρτήματα Ι, Ι A ή Ι B.»
10 Στις 7 Σεπτεμβρίου 2000 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1896/2000 για την πρώτη φάση του προγράμματος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/8 (ΕΕ L 228, σ. 6, στο εξής: προσβαλλόμενος κανονισμός). Ο κανονισμός αυτός σκοπεί να ξεκινήσει την πρώτη φάση του προγράμματος εργασίας για την αναθεώρηση όλων των δραστικών ουσιών σε βιοκτόνα προϊόντα που διατίθενται ήδη στην αγορά στις 14 Μα_ου 2000 (στο εξής: πρόγραμμα αναθεωρήσεως). Όπως επισημαίνεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προσβαλλόμενου κανονισμού, «[η] πρώτη φάση του προγράμματος αναθεωρήσεως επιδιώκει να δώσει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να προσδιορίζει τις υπάρχουσες δραστικές ουσίες βιοκτόνων προϊόντων και να καθορίζει εκείνες οι οποίες πρέπει να αξιολογούνται προκειμένου να συμπεριληφθούν, ενδεχομένως, στο παράρτημα Ι, ή στο παράρτημα Ι A ή στο παράρτημα Ι B της οδηγίας [98/8]».
11 Ως υπάρχουσα δραστική ουσία ορίζεται η «δραστική ουσία που διατίθεται στην αγορά πριν από τις 14 Μα_ου 2000 ως δραστική ουσία βιοκτόνου για σκοπούς άλλους εκτός εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχεία γ_ και δ_, της οδηγίας».
12 Σύμφωνα με τον κανονισμό αυτό, κάθε παραγωγός υπάρχουσας δραστικής ουσίας βιοκτόνου «προσδιορίζει» την εν λόγω δραστική ουσία υποβάλλοντας στην Επιτροπή τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τη δραστική ουσία που προβλέπονται στο παράρτημα Ι του κανονισμού, κάθε δε παρασκευαστής, δηλαδή ο παραγωγός ή ο εκπρόσωπός του στην Κοινότητα, μπορεί να προσδιορίζει υπάρχουσα δραστική ουσία (τέταρτη αιτιολογική σκέψη και άρθρο 3). Όσον αφορά τα κράτη μέλη, μπορούν να προσδιορίσουν πρόσθετες υπάρχουσες δραστικές ουσίες εκτός εκείνων που περιλαμβάνονται στον κατάλογο όλων των δραστικών ουσιών που έχουν προσδιοριστεί (άρθρο 5, παράγραφοι 1 και 2).
13 Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του προσβαλλόμενου κανονισμού «[ο]ι παραγωγοί, παρασκευαστές και ενώσεις, οι οποίοι επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση για την ένταξη στο παράρτημα Ι ή στο παράρτημα Ι Α της οδηγίας [98/8] υπάρχουσας δραστικής ουσίας σε έναν ή περισσότερους τύπο(-ους) προϊόντος(-ων), κοινοποιούν την εν λόγω δραστική ουσία στην Επιτροπή υποβάλλοντας πληροφορίες που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ του παρόντος κανονισμού, οι οποίες πρέπει να παραληφθούν το αργότερο 18 μήνες μετά τη θέση σε ισχύ του παρόντος κανονισμού».
14 Ως συνέπεια της κοινοποιήσεως προβλέπεται ότι εκδίδεται, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 28 της οδηγίας 98/8, κανονισμός που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εξαντλητικό κατάλογο των υπαρχουσών δραστικών ουσιών οι οποίες πρέπει να αναθεωρηθούν κατά τη δεύτερη φάση του προγράμματος αναθεωρήσεως (στο εξής: κατάλογος αναθεωρήσεως). Ο εν λόγω κατάλογος αναθεωρήσεως περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις υπάρχουσες δραστικές ουσίες, η κοινοποίηση των οποίων έγινε δεκτή ή οι οποίες απετέλεσαν αντικείμενο εκδηλώσεως ενδιαφέροντος εκ μέρους των κρατών μελών (άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β_).
15 Το άρθρο 6 συνεχίζει ως εξής:
«2. Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 16 παράγραφος 1, 2 ή 3 της οδηγίας, όλοι οι παραγωγοί δραστικής ουσίας που περιλαμβάνεται στον κατάλογο ο οποίος προβλέπεται στην παράγραφο 1, στοιχείο β_, και όλοι οι παρασκευαστές βιοκτόνων προϊόντων που περιέχουν τη δραστική αυτή ουσία μπορούν να αρχίσουν ή να εξακολουθήσουν να διαθέτουν στην αγορά τη δραστική ουσία, ως έχει ή σε βιοκτόνα προϊόντα, στον τύπο ή στους τύπους προϊόντων για τα οποία η Επιτροπή έχει δεχτεί τουλάχιστον μία κοινοποίηση.
3. Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 28, παράγραφος 3, της οδηγίας, εκδίδονται αποφάσεις που απευθύνονται στα κράτη μέλη, που ορίζουν ότι οι δραστικές ουσίες που ακολουθούν δεν πρέπει να περιληφθούν στο παράρτημα Ι, στο παράρτημα Ι Α ή στο παράρτημα Ι Β της οδηγίας στο πλαίσιο του προγράμματος αναθεώρησης και ότι οι δραστικές αυτές ουσίες, αυτούσιες ή σε βιοκτόνα προϊόντα, δεν θα διατίθενται πλέον στην αγορά για βιοκτόνους σκοπούς:
α) δραστικές ουσίες που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο στον οποίο αναφέρεται η παράγραφος 1, στοιχείο β_·
β) δραστικές ουσίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο στον οποίο αναφέρεται η παράγραφος 1, στοιχείο β_, σε τύπους προϊόντων για τα οποία η Επιτροπή δεν έχει δεχτεί καμία κοινοποίηση.
Ωστόσο, αν η δραστική ουσία περιλαμβάνεται στον κατάλογο υπαρχουσών δραστικών ουσιών ο οποίος προβλέπεται στην παράγραφο 1, στοιχείο α_, πρέπει να επιτραπεί εύλογο χρονικό διάστημα σταδιακής κατάργησης όχι μεγαλύτερο των τριών ετών από την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να ισχύει η απόφαση η οποία προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο.»
16 Τέλος, το άρθρο 7, παράγραφος 1, του προσβαλλομένου κανονισμού προβλέπει ότι οι υπάρχουσες δραστικές ουσίες των βιοκτόνων τύπου 8 (συντηρικά ξύλου) και 14 (τρωκτικοκτόνα) σύμφωνα με το παράρτημα V της οδηγίας 98/8, οι οποίες περιλαμβάνονται στον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού, περιλαμβάνονται στον πρώτο κατάλογο υπαρχουσών δραστικών ουσιών που πρόκειται να αναθεωρηθεί. Οι κοινοποιούντες, οι κοινοποιήσεις των οποίων έχουν εγκριθεί από την Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού, υποβάλλουν πλήρεις φακέλους σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 98/8 για την καταχώριση δραστικών ουσιών στο παράρτημα Ι, στο παράρτημα Ι A ή στο παράρτημα Ι B της εν λόγω οδηγίας για αυτούς τους τύπους προϊόντων. Οι φάκελοι που αναφέρονται στο άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο α_, σημείο ii, της οδηγίας αυτής καλύπτουν αντιπροσωπευτικές χρήσεις, ιδίως όσον αφορά την έκθεση του ανθρώπου και του περιβάλλοντος στη δραστική ουσία.
ραγματικά περιστατικά και διαδικασία
17 Η αιτούσα, εταιρία γερμανικού δικαίου, παράγει και πωλεί παρακετικό οξύ (στο εξής: οξύ). ρόκειται για δραστική ουσία που περιλαμβάνεται σε ορισμένα βιοκτόνα προϊόντα.
18 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 8 Νοεμβρίου 2000, η αιτούσα άσκησε, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή με σκοπό την ακύρωση του προσβαλλομένου κανονισμού.
19 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 12 Ιανουαρίου 2001, η αιτούσα υπέβαλε επίσης, δυνάμει του άρθρου 242 ΕΚ, αίτηση αναστολής εκτελέσεως του κανονισμού αυτού μέχρις ότου το ρωτοδικείο αποφανθεί επί της ουσίας.
20 Στις 18 Ιανουαρίου 2001, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής ακυρώσεως βάσει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου.
21 Στις 14 Φεβρουαρίου 2001, η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί της παρούσας αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων.
22 Οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τις παρατηρήσεις τους στις 9 Μαρτίου 2001. Κατά την ακρόαση, η αιτούσα παρουσίασε μια εκδοχή της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων περιέχουσα ορισμένα πρόσθετα στοιχεία σε σχέση με την αρχική αίτηση και υπέβαλε, μεταγενέστερα, αίτηση εμπιστευτικού χειρισμού για ορισμένα από τα στοιχεία αυτά, πράγμα στο οποίο δεν αντιτάχθηκε η Επιτροπή.
23 Κατά το πέρας της ακροάσεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κάλεσε την αιτούσα να του προσκομίσει, εντός δύο εβδομάδων, ορισμένα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με την οικονομική της κατάσταση, τα οποία προσκομίστηκαν ως υπόμνημα και, μεταξύ άλλων, κατάθεση του Gutknecht καθώς και 25 παραρτήματα, στις 23 Μαρτίου 2001.
24 Οι παρατηρήσεις που κλήθηκε να υποβάλει η Επιτροπή επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων που υποβλήθηκε κατά την ακρόαση και επί των πληροφοριακών στοιχείων που προσκόμισε η αιτούσα μετά την ακρόαση, κατατέθηκαν αντιστοίχως στις 29 Μαρτίου και 2 Απριλίου 2001.
Επί του αντικειμένου της αιτήσεως
25 Με την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, η αιτούσα ζήτησε την αναστολή εκτελέσεως του προσβαλλομένου κανονισμού.
26 Κατά την ακρόαση, η αιτούσα διευκρίνισε εντούτοις ότι ζητήθηκε μόνον να ανασταλεί η εκτέλεση του προσβαλλομένου κανονισμού όσον αφορά το άρθρο 6, παράγραφοι 2 και 3, και το άρθρο 7, παράγραφος 1.
Επί της ουσίας
27 Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 242 ΕΚ και 243 ΕΚ και του άρθρου 4 της αποφάσεως 88/591/ΕΚΑΧ, ΕΟΚ, Ευρατόμ του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1988, για την ίδρυση ρωτοβαθμίου Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΕΕ L 319, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 93/350/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 1993 (ΕΕ L 144, σ. 21), το ρωτοδικείο μπορεί, αν κρίνει ότι οι περιστάσεις το απαιτούν, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως ή να διατάξει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
28 Δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 104, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου, αίτηση αναστολής εκτελέσεως πράξεως είναι παραδεκτή μόνον αν ο αιτών προσέβαλε την πράξη αυτή με προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου. Ο κανόνας αυτός δεν επιβάλλει απλώς έναν τύπο, αλλά προϋποθέτει ότι η προσφυγή επί της ουσίας, επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, μπορεί να εξεταστεί από το ρωτοδικείο.
29 Το άρθρο 104, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει ότι οι αιτήσεις σχετικά με τα προσωρινά μέτρα πρέπει να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως (fumus boni juris), τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές, πράγμα που σημαίνει ότι η αίτηση αναστολής εκτελέσεως πρέπει να απορρίπτεται αν μία από τις προϋποθέσεις αυτές ελλείπει [διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 14ης Οκτωβρίου 1996, C-268/96 P(R), SCK και FNK κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-4971, σκέψη 30]. Ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων προβαίνει επίσης, ενδεχομένως, στη στάθμιση των εμπλεκομένων συμφερόντων (διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 1999, C-107/99 R, Ιταλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. Ι-4011, σκέψη 59).
30 Στο πλαίσιο αυτής της συνολικής εξετάσεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως και είναι ελεύθερος να καθορίσει, ενόψει των ιδιαιτεροτήτων της υποθέσεως, τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να εξακριβωθεί η συνδρομή των διαφόρων αυτών προϋποθέσεων, καθώς και τη σειρά με την οποία θα διεξαχθεί η εξέταση αυτή, εφόσον κανένας κανόνας κοινοτικού δικαίου δεν του επιβάλλει προκαθορισμένο σχέδιο αναλύσεως για να εκτιμήσει την ανάγκη της εκδόσεως διατάξεως προσωρινών μέτρων [διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 17ης Δεκεμβρίου 1998, C-363/98 P(R), Emesa Sugar κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. Ι-8787, σκέψη 50].
Επιχειρήματα των διαδίκων
Επί του παραδεκτού
31 Η αιτούσα ισχυρίζεται ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός είναι στην πραγματικότητα απόφαση απευθυνόμενη σε συγκεκριμένη ομάδα προσώπων στην οποία και η ίδια ανήκει, των παραγωγών υπαρχουσών δραστικών ουσιών, δηλαδή των ουσιών που κυκλοφορούσαν στην αγορά στις 14 Μα_ου 2000, και των παρασκευαστών που χρησιμοποιούν αυτές τις ουσίες.
32 εραιτέρω, λόγω του ότι η αιτούσα διακρίνεται από όλους τους άλλους επιχειρηματίες, πρέπει να θεωρηθεί ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός την αφορά ατομικώς (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 18ης Νοεμβρίου 1975, 100/74, CAM κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1975, σ. 427, και της 18ης Μα_ου 1994, C-309/89, Cordorniu κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1994, σ. Ι-1853). Η αιτούσα παρουσιάζει επίσης ορισμένα χαρακτηριστικά δυνάμενα να την εξατομικεύσουν (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 14ης Ιουλίου 1983, 231/82, Spijker Kwasten κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 2559, σκέψη 8, και του ρωτοδικείου της 22ας Οκτωβρίου 1996, Τ-266/94, Skibsværftsforeningen κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-1399, σκέψη 46).
33 Τέλος, κατόπιν προσκλήσεως της Επιτροπής, η αιτούσα έλαβε ενεργώς μέρος στην έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού, μέσω του European Chemical Industry Council, λόγω του συγκεκριμένου ενδιαφέροντος που είχε για την έκδοση του κανονισμού. Ειδικότερα, το προοίμιο της οδηγίας 98/8 αναφέρει τη συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής και της εν λόγω βιομηχανίας.
34 Για τους λόγους αυτούς, η αιτούσα υποστηρίζει ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός την αφορά ατομικώς.
35 Εφόσον ο κανονισμός αυτός έχει άμεση εφαρμογή, οι διατάξεις του αφορούν την ενάγουσα άμεσα.
36 Η Επιτροπή θεωρεί ότι η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να απορριφθεί, εφόσον η επί της ουσίας προσφυγή επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση αυτή είναι προδήλως απαράδεκτη.
37 Κατ' αρχάς, το γεγονός ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός τυγχάνει εφαρμογής σε όλους τους παραγωγούς, παρασκευαστές, εισαγωγείς, ενώσεις και στα κράτη μέλη που επιθυμούν να προσδιορίσουν και/ή κοινοποιήσουν τις υπάρχουσες δραστικές ουσίες καταδεικνύει τη γενική ισχύ του. Η γενική ισχύς και, ως εκ τούτου, η κανονιστική φύση μιας πράξεως δεν διακυβεύονται από τη δυνατότητα να προσδιοριστεί με περισσότερη ή λιγότερη ακρίβεια ο αριθμός ή ακόμη και η ταυτότητα των υποκειμένων δικαίου επί των οποίων τυγχάνει εφαρμογής μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή (προαναφερθείσα απόφαση Codorniu κατά Συμβουλίου, και διάταξη του ρωτοδικείου της 15ης Δεκεμβρίου 2000, Τ-113/99, Galileo και Galileo International κατά Συμβουλίου, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή).
38 Στη συνέχεια, η αιτούσα δεν απέδειξε ότι εξατομικεύεται σε σχέση με τους άλλους παραγωγούς δραστικών ουσιών. Συγκεκριμένα, ο φερόμενος κλειστός κύκλος παραγωγών δεν υφίσταται, εφόσον κάθε παραγωγός μπορεί πάντοτε να διαθέτει στην αγορά δραστικές ουσίες που υπήρχαν ήδη πριν από τις 14 Μα_ου 2000 και κάθε παρασκευαστής μπορεί πάντοτε να αρχίσει να χρησιμοποιεί αυτές τις υπάρχουσες δραστικές ουσίες σε βιοκτόνα. Όσον αφορά τη συμμετοχή της ενάγουσας στη διαδικασία εκδόσεως του προσβαλλομένου κανονισμού, εκτός του ότι δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ενεργός συμμετοχή, δεν προβλεπόταν από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση.
39 Τέλος, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν αφορά άμεσα την αιτούσα. ράγματι, η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πράξεως και αμφισβητουμένων νομικών συνεπειών δεν αποδεικνύεται για όλες τις διατάξεις του προσβαλλομένου κανονισμού.
Επί του fumus boni juris
40 Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με το fumus boni juris, η αιτούσα ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η Επιτροπή δεν έχει αρμοδιότητα να εκδώσει κανονισμό που παραβαίνει τις διατάξεις της οδηγίας 98/8 σχετικά με την προστασία των πληροφοριών. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός στερεί τους κοινοποιούντες της παρεχόμενης από το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, σημείο i, της οδηγίας νόμιμης προστασίας των «υπαρχουσών πληροφοριών» των σχετικών με τις υπάρχουσες δραστικές ουσίες, όπως το οξύ, για όλη την περίοδο από 14 Μα_ου 2000 έως 14 Μα_ου 2010, ή κατά τη διάρκεια του υπολοίπου της περιόδου προστασίας σε εθνικό επίπεδο.
41 Δεύτερον, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν συμβιβάζεται προς τη Συνθήκη, διότι νοθεύει τον ανταγωνισμό και παραβιάζει το κοινοτικό δίκαιο ανταγωνισμού. ράγματι, επιτρέπει στις επιχειρήσεις που δεν μετέχουν στη διαδικασία καταχωρίσεως να επωφελούνται από τις κοινοποιήσεις των επιχειρήσεων που μετέχουν στη διαδικασία αυτή, προβλέπει ιδιαιτέρως μακρά περίοδο ανακλήσεως για τις υφιστάμενες δραστικές ουσίες που δεν έχουν ή έχουν εσφαλμένως κοινοποιηθεί, ανερχόμενη σε τρία έτη κατ' ανώτατο όριο, και ενθαρρύνει την κατάθεση «κοινών κοινοποιήσεων».
42 Τέλος, ο προσβαλλόμενος κανονισμός προσβάλλει το δικαίωμα ιδιοκτησίας των δεδομένων, καθώς και τις αρχές της αναλογικότητας, της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου και της υπεροχής των διεθνών συμβάσεων.
43 Η Επιτροπή φρονεί ότι η επιχειρηματολογία αυτή στερείται ερείσματος. Στην πραγματικότητα, η ενάγουσα αμφισβητεί τη μη ύπαρξη διατάξεως προβλέπουσας την απαγόρευση θέσεως σε εμπορία ουσίας ή προϊόντος από έναν παραγωγό ή παρασκευαστή που δεν έχει προβεί σε κοινοποίηση ή προσδιορισμό δραστικών ουσιών.
44 Συγκεκριμένα, το επιχείρημα της αιτούσας ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός «αίρει εν τοις πράγμασι την προστασία των πληροφοριών» που θεσπίζεται με το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, σημείο i, της οδηγίας 98/8 δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν στερεί το άρθρο 12 της οδηγίας των αποτελεσμάτων του. Τα προβλεπόμενα στα παραρτήματα Ι και ΙΙ του προσβαλλομένου κανονισμού πληροφοριακά στοιχεία πρέπει να υποβάλλονται στην Επιτροπή. Όσον αφορά τα πληροφοριακά στοιχεία που υποβάλλονται ταυτόχρονα σε ένα κράτος μέλος από έναν «κοινοποιούντα», δυνάμει των άρθρων 3, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού και 4, παράγραφος 1, τέταρτο εδάφιο, του ιδίου κανονισμού, προστατεύονται δυνάμει του άρθρου 12 της οδηγίας.
45 Το γεγονός ότι ένας παραγωγός δραστικής ουσίας ή παρασκευαστής βιοκτόνου που περιέχει αυτή τη δραστική ουσία, ο οποίος δεν προέβη σε προσδιορισμό ή κοινοποίηση, μπορεί παρ' όλ' αυτά να διαθέσει στην αγορά ή να θέσει σε εμπορία αυτή τη δραστική ουσία δεν συνιστά παραβίαση των διατάξεων της οδηγίας των σχετικών με την προστασία των πληροφοριών.
46 ρώτον, το άρθρο 12 της οδηγίας 98/8 απαγορεύει στα κράτη μέλη να χρησιμοποιούν τις πληροφορίες του άρθρου 8, οι οποίες παρέχονται από αιτούντα έγκριση, σε όφελος του δεύτερου ή των επόμενων αιτούντων. Αυτοί οι επόμενοι αιτούντες εξακολουθούν να μην έχουν πρόσβαση στις πληροφορίες για τους σκοπούς της αιτήσεώς τους κατά την περίοδο προστασίας των πληροφοριών. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του προσβαλλομένου κανονισμού ρυθμίζει κανονιστικώς διαφορετική κατάσταση η οποία έγκειται στο δικαίωμα κάθε παραγωγού ή παρασκευαστή να διαθέτει στην αγορά ουσία ή προϊόν «στον τύπο ή στους τύπους προϊόντων» για τα οποία η Επιτροπή έχει δεχτεί κοινοποίηση.
47 Δεύτερον, η Επιτροπή τονίζει ότι το κατάλληλο νομικό πλαίσιο για την παρούσα υπόθεση είναι το άρθρο 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 98/8 σχετικά με τα «μεταβατικά μέτρα», το οποίο προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να συνεχίσουν να εφαρμόζουν τα ισχύοντα συστήματα ή πρακτικές για τη διάθεση στην αγορά βιοκτόνων προϊόντων για περίοδο δέκα ετών από τις 14 Μα_ου 2000, υπό την προϋπόθεση ότι τα προϊόντα περιλαμβάνουν δραστική ουσία η οποία διετίθετο στην αγορά κατά την ημερομηνία αυτή και δεν απαριθμείται ακόμα στα παραρτήματα Ι ή Ι A σύμφωνα με τις διαδικασίες της οδηγίας αυτής.
48 Τρίτον, το άρθρο 6, παράγραφος 2, του προσβαλλομένου κανονισμού απλώς επιβεβαιώνει την κατάσταση που απορρέει από αυτό το μεταβατικό καθεστώς, δηλαδή ότι τα κράτη μέλη πρέπει να δέχονται στην αγορά τους τις δραστικές ουσίες και τα βιοκτόνα προϊόντα που ανήκουν στον τύπο των προϊόντων που «κοινοποιήθηκε» για ενδεχόμενη καταχώριση στα εν λόγω παραρτήματα. Συναφώς, η Επιτροπή σημειώνει ότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που διαθέτει, οκτώ παραγωγοί εισαγωγείς οξέος έχουν εγγραφεί για ποσότητες άνω των δέκα τόνων ετησίως. Υπό την προϋπόθεση ότι ο ένας εξ αυτών «κοινοποιεί» την ουσία ενόψει της καταχωρίσεώς της στο κατάλληλο παράρτημα της οδηγίας 98/8, οι λοιποί παραγωγοί εισαγωγείς, περιλαμβανομένης της αιτούσας, μπορούν, αν το επιθυμούν, να συνεχίσουν να διαθέτουν το οξύ στην αγορά της Κοινότητας κατά τη μεταβατική περίοδο.
49 Τέταρτον, ένα βιοκτόνο προϊόν που περιέχει το οξύ το οποίο βρίσκεται ήδη στην αγορά εντός ενός κράτους μέλους δεν χρειάζεται, υπό συνήθεις συνθήκες, να εγκριθεί εκ νέου κατά τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου σύμφωνα με το σύστημα αυτού του κράτους μέλους. Αν πρέπει να λάβει τέτοια έγκριση, λόγω των απαιτήσεων ανανεώσεως του κράτους μέλους αυτού ή αν ένας νέος παραγωγός εισαγωγέας επιθυμεί, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, να αρχίσει το εμπόριο βιοκτόνου προϊόντος περιέχοντος το οξύ, το άρθρο 12 της οδηγίας 98/8 απαγορεύει τη χρησιμοποίηση των πληροφοριών που έχουν παρασχεθεί από έναν αιτούντα κοινοποιούντα από τις αρχές του κράτους μέλους αυτού για τους σκοπούς αυτής της εγκρίσεως.
Επί του επείγοντος
50 Η αιτούσα ισχυρίζεται ότι, αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση των διατάξεων του προσβαλλομένου κανονισμού, θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
51 Το επείγον όσον αφορά τη ζητούμενη αναστολή προκύπτει, πρώτον, από την υποχρέωση υποβολής, πριν από τις 28 Μαρτίου 2002, των πληροφοριών που απαιτούνται για την κοινοποίηση του οξέος που παράγει η αιτούσα, σύμφωνα με το άρθρο 4 του προσβαλλομένου κανονισμού, οι οποίες αναφέρονται στο παράρτημα ΙΙ. Αφενός όμως, ορισμένες από τις μελέτες που πρέπει να πραγματοποιηθούν για τη συλλογή των πληροφοριών αυτών πρέπει να διεξαχθούν κατά τη διάρκεια πολύμηνης περιόδου και, αφετέρου, το κόστος της προετοιμασίας και της υποβολής του φακέλου κοινοποιήσεως εκτιμάται περίπου σε 180 000 ευρώ.
52 Το κόστος της προετοιμασίας του φακέλου της κοινοποιήσεως συνεπάγεται αύξηση των τιμών του οξέος που πωλεί η αιτούσα και, συνεπώς, απώλεια συμβάσεων. Η απώλεια αυτή συνεπάγεται σημαντική οικονομική ζημία, καθώς και μείωση των μεριδίων της αιτούσας στην αγορά οξέος στην Κοινότητα.
53 Η αιτούσα κατέχει μερίδιο στην αγορά περίπου [... %] της κοινοτικής αγοράς οξέος στην αρχή της δεκαετίας του '90, που έπρεπε να φθάσει [... %] το 2001 λόγω του μελλοντικού προγράμματος αναθεωρήσεως. Ο κυριότερος πελάτης της, [...], έθεσε τέλος στη σύμβαση προμήθειας που τον συνέδεε με την αιτούσα το 1999, με μεταβατική περίοδο μέχρι το τέλος του 2000, λόγω του κόστους του προγράμματος αναθεωρήσεως. Ομοίως, [...] έθεσε τέρμα, στο τέλος του 1998, στις συμβάσεις που είχε συνάψει με την αιτούσα. Το 1997, οι δύο αυτοί πελάτες αντιπροσώπευαν [... %] του συνολικού όγκου του πωληθέντος από την αιτούσα οξέος και αντιστοιχούσαν σε σωρευτική ζημία [...] γερμανικών μάρκων (DEM) για τα έτη 1999 έως 2001.
54 Η απώλεια του κύκλου εργασιών κατά [... %] σε σχέση με τον κύκλο εργασιών του 1998, που έχει ήδη υποστεί σήμερα, είναι ανυπέρβλητη για την αιτούσα στο πολύ εξειδικευμένο τμήμα της αγοράς των αντισηπτικών. Η αιτούσα προσθέτει ότι οι επιχειρήσεις με έδρα στην Κεντρική Ευρώπη έλαβαν οδηγία να μην αγοράσουν από την αιτούσα. Ορισμένοι από τους πελάτες της αιτούσας, εγκατεστημένοι στην Κοινότητα, αρνήθηκαν επίσης ελαφρές αυξήσεις τιμών.
55 Η κατάσταση αυτή οδήγησε την αιτούσα να μειώσει κατ' ανάγκη τον αριθμό των υπαλλήλων της, διαδοχικώς, από 13 το 1997 και το 1998 σε 9 το 1999, σε 7 το 2000 και 5 το 2001 (παράρτημα 23 των παρατηρήσεων που κατετέθησαν μετά την ακρόαση).
56 Μακροπρόθεσμα, η διαδικασία κοινοποιήσεως της αιτούσας μπορεί να την οδηγήσει σε πλήρη απώλεια της αγοράς οξέος υπέρ επιχειρήσεων που ωφελήθηκαν δωρεάν από την καταχώριση της ουσίας αυτής στο παράρτημα Ι της οδηγίας, λόγω της κοινοποιήσεως της αιτούσας. Είναι επίσης πολύ πιθανό ότι η απώλεια των μεριδίων της αγοράς της αιτούσας θα την υποχρεώσει σε εγκατάλειψη της επίδικης αγοράς, συνεπιφέροντας κατά τον τρόπο αυτό την πτώχευσή της.
57 Τέλος, η κοινοποίηση αυτή συνεπάγεται ότι υποβάλλεται μεταγενέστερα πλήρης φάκελος με την προοπτική της δεύτερης φάσεως της αναθεωρήσεως, η οποία μπορεί να εκτιμηθεί σε κόστος μεταξύ 2 και 5 εκατομμυρίων ευρώ.
58 Δεύτερον, ο προσβαλλόμενος κανονισμός καταργεί την προστασία των πληροφοριών που παρέχεται στις «υπάρχουσες πληροφορίες» σχετικά με τις υπάρχουσες δραστικές ουσίες από την οδηγία 98/8 κατά την περίοδο αναθεωρήσεως των ουσιών αυτών. ράγματι, ενώ το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, σημείο i, της οδηγίας 98/8 διασφαλίζει την προστασία των πληροφοριών κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου αναθεωρήσεως, δηλαδή από 14 Μα_ου 2001 έως 14 Μα_ου 2010, ή κατά τη διάρκεια του υπολοίπου της περιόδου προστασίας σε εθνικό επίπεδο, ο προσβαλλόμενος κανονισμός στερεί τους κοινοποιούντες από την προστασία αυτή.
59 Τρίτον, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι, μέχρι την καταχώριση του οξέος στο παράρτημα Ι της οδηγίας, οι ανταγωνίστριες επιχειρήσεις μπορούν, χωρίς να φέρουν τις δαπάνες της κοινοποιήσεως, να συνεχίσουν να πωλούν φθηνότερα και πλέον επικίνδυνα προϊόντα, χρησιμοποιώντας την ίδια δραστική ουσία. Εξάλλου, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι οι ανταγωνιστικές δραστικές ουσίες, πλην του οξέος, οι οποίες δεν θα κριθούν κατάλληλες για να καταχωριστούν στον κοινοτικό κατάλογο, μπορούν να συνεχίσουν να πωλούνται επί αδικαιολογήτως μακρές μεταβατικές περιόδους.
60 Τέταρτον, η έλλειψη τεχνικών οδηγιών, μολονότι προβλέπονται στο άρθρο 33 της οδηγίας 98/8, προκαλεί ανασφάλεια δικαίου η οποία δεν επιτρέπει τη σύνταξη φακέλων ή την κατάρτιση του απαραιτήτου προϋπολογισμού. Η αιτούσα προσθέτει ότι δεν υφίσταται σύστημα εντοπισμού των εταιριών που μπορεί να ενδιαφέρονται για την από κοινού κοινοποίηση της δραστικής ουσίας, ούτε διευκρινίσεις όσον αφορά τις λεπτομέρειες της από κοινού υποβολής κοινοποιήσεως.
61 Τέλος, η αιτούσα, στις παρατηρήσεις που κατέθεσε μετά την ακρόαση, ισχυρίζεται ότι δεν είναι η μόνη που θίγεται από τα εν λόγω κενά του προσβαλλομένου κανονισμού. Οι τέσσερις αιτούντες παρέμβαση στο πλαίσιο της υποθέσεως της κύριας δίκης και, γενικότερα, όσοι δραστηριοποιούνται στη βιομηχανία βιοκτόνων στην Ευρώπη βρίσκονται σε κατάσταση αβεβαιότητας όσον αφορά την πρόσφορη προστασία των επενδύσεων που προκάλεσαν οι κοινοποιήσεις.
62 Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι πληρούται η προϋπόθεση σχετικά με το επείγον.
63 Κατ' αρχάς, ένα μεγάλο μέρος της προβαλλομένης ζημίας δεν προκύπτει από τον προσβαλλόμενο κανονισμό, αλλά από το θεσπισθέν με την οδηγία 98/8 πρόγραμμα αναθεωρήσεως.
64 Εξάλλου, δεν αποδείχθησαν οι ισχυρισμοί σχετικά με το κόστος συγκεντρώσεως των δεδομένων που απαιτούνται για την κοινοποίηση και τη μείωση του μεριδίου της αγοράς της αιτούσας. Συναφώς, η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, η χρηματοοικονομική ζημία μόνον δεν αρκεί για να θεμελιώσει το επείγον αν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταγενέστερης οικονομικής αποκαταστάσεως. Εξαιρέσεις από την αρχή αυτή μπορεί να γίνουν δεκτές μόνον στην περίπτωση που η προβαλλομένη χρηματοοικονομική ζημία δύσκολα θα μπορεί να προσδιοριστεί ποσοτικώς προκειμένου να αποκατασταθεί ή αν η εξέλιξη της αγοράς μετά την άμεση εκτέλεση της αμφισβητουμένης πράξεως είναι πολύ δυσχερές να ανατραπεί εκ των υστέρων (βλ. διάταξη του προέδρου του ρωτοδικείου της 7ης Ιουλίου 1998, T-65/98 R, Van den Bergh Foods κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2641, σκέψεις 65 και 66).
65 Στην παρούσα υπόθεση, η ζημία που έχει προκληθεί μέχρι τη διευθέτηση της υποθέσεως επί της ουσίας ανέρχεται σε 180 000 ευρώ, πλέον της ζημίας της συναφθείσας συμβάσεως με [...] από τον Νοέμβριο του 2000. Η κατάσταση αυτή διακρίνεται επομένως από την κατάσταση που οδήγησε στην προαναφερθείσα διάταξη Van den Bergh Foods κατά Επιτροπής.
66 Τέλος, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι συνέπειες της «ευκαιρίας» της οποίας θα επωφεληθούν οι ανταγωνιστές της αιτούσας θα διαπιστωθούν μόνο μετά την έκδοση του καταλόγου των δραστικών ουσιών του άρθρου 6, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του προσβαλλομένου κανονισμού, δηλαδή αρκετό χρόνο μετά τη λήξη της προθεσμίας - στις 28 Μαρτίου 2002 - για την κοινοποίηση την αποβλέπουσα στην καταχώριση του οξέος στο παράρτημα Ι ή στο παράρτημα Ι A της οδηγίας 98/8.
Επί της σταθμίσεως των συμφερόντων
67 Το συμφέρον της αιτούσας προς αναστολή εκτελέσεως του προσβαλλομένου κανονισμού πρυτανεύει όλων των άλλων επιδίκων συμφερόντων. Συναφώς, η αιτούσα προβάλλει την ανάπτυξη οικολογικών βιοκτόνων προϊόντων με τις φροντίδες της και την επαγγελματική και εμπορική δεοντολογία της.
68 Το υψηλό επίπεδο προστασίας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος που επιδιώκεται με την οδηγία 98/8 διακυβεύεται κατά τη διάρκεια της περιόδου που καλύπτει το πρόγραμμα αναθεωρήσεως, δηλαδή μεταξύ 14 Μα_ου 2000 και 14 Μα_ου 2010, και πιθανώς και για μεγαλύτερο διάστημα, καθόσον ο προσβαλλόμενος κανονισμός επιτρέπει και παροτρύνει μάλιστα τη διάθεση στην αγορά επικινδύνων βιοκτόνων προϊόντων. Έτσι, αν δεν διαταχθεί αναστολή μπορεί να ευνοηθούν οι πωλήσεις χλωρίνης, ουσίας φθηνότερης από το οξύ, αλλά περισσότερο επικίνδυνης από οικολογικής απόψεως.
69 Για τους ίδιους λόγους, ο προσβαλλόμενος κανονισμός βρίσκεται επίσης σε αντίφαση με τα υπέρτερα συμφέροντα που αφορούν την οικολογία και τη δημόσια υγεία στην προάσπιση των οποίων αποβλέπει το πρόγραμμα «Responsible Care» της χημικής βιομηχανίας, στο οποίο η αιτούσα μετέχει ενεργώς.
70 Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, αν υποτεθεί ότι είναι βάσιμος ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι υφίσταται απώλεια του μεριδίου αγοράς εν αναμονή της αποφάσεως επί της κύριας προσφυγής, η αιτούσα υφίσταται, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, την απώλεια αυτή υπέρ άλλων παραγωγών εισαγωγέων του οξέος οι οποίοι φέρονται ότι «ωφελούνται» από τη δική της προσπάθεια για κοινοποίηση των στοιχείων. Κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, οι χρήστες δεν έχουν συνεπώς κανένα λόγο να εγκαταλείψουν το οξύ για άλλες ουσίες που φέρονται ως φθηνότερες και περισσότερο επικίνδυνες. Τέτοια αλλαγή δεν θα είχε νόημα, σύμφωνα με τα ίδια τα επιχειρήματα της αιτούσας, παρά μόνο στην περίπτωση που ούτε η ίδια ούτε άλλο ενδιαφερόμενο μέρος υποβάλουν φάκελο για το οξύ προς καταχώρισή του στον «κατάλογο αναθεωρήσεως», διότι θα αποθαρρύνονταν λόγω των συναφών δαπανών. Στην περίπτωση αυτή, θα υπάρξει κατ' ανάγκη μετάβαση σε άλλες ουσίες μετά την περίοδο της «σταδιακής καταργήσεως» του άρθρου 6, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του προσβαλλομένου κανονισμού. Η μετάβαση αυτή πάντως θα λάβει χώρα πέραν της ημερομηνίας που θεωρείται εύλογη για την έκδοση αποφάσεως επί της προσφυγής της κύριας δίκης.
71 Όσον αφορά τα συμφέροντα των άλλων παραγωγών παρασκευαστών, η Επιτροπή έχει καταγράψει στην αγορά περίπου 2 000 δραστικές ουσίες για βιοκτόνα, που παρασκευάζονται από πενήντα περίπου επιχειρήσεις, και επισημαίνει ότι οι ουσίες αυτές περιέχονται στα βιοκτόνα προϊόντα, ο αριθμός των οποίων κυμαίνεται μεταξύ 10 000 και 20 000, που παρασκευάζονται από πολύ μεγάλο αριθμό επιχειρήσεων. Η Επιτροπή φρονεί ότι πολλές από τις επιχειρήσεις αυτές, όπως η αιτούσα όσον αφορά το οξύ, έχουν ήδη αρχίσει τις απαραίτητες εργασίες για να υποβάλουν τα πληροφοριακά στοιχεία του παραρτήματος ΙΙ από τούδε μέχρι τις 28 Μαρτίου 2002. Αν ανασταλεί η εκτέλεση του κανονισμού, οι προσπάθειές τους και οι δαπάνες τους δεν θα έχουν καμία πρακτική αποτελεσματικότητα, τουλάχιστον μεσοπρόθεσμα.
72 Τέλος, η Επιτροπή προβάλλει το γενικό συμφέρον σχετικά με την εκτέλεση του προγράμματος αναθεωρήσεως που προβλέπει ο προσβαλλόμενος κανονισμός. Όπως τονίζεται στο άρθρο 6, παράγραφος 1, ο προσβαλλόμενος κανονισμός αντιστοιχεί στην πρώτη φάση του προγράμματος αναθεωρήσεως και θα ακολουθήσει άλλος κανονισμός, καθώς και όλες οι αποφάσεις καταχωρίσεως των δραστικών ουσιών σε ένα από τα παραρτήματα της οδηγίας. Επομένως, τίθενται υπό αμφισβήτηση το χρονοδιάγραμμα και ο ρυθμός της αναθεωρήσεως αυτής, που θέλησε ο κοινοτικός νομοθέτης ως απαραίτητη συνιστώσα της πολιτικής της προστασίας της υγείας του ανθρώπου και των ζώων καθώς και της προστασίας του περιβάλλοντος.
Εκτίμηση του δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων
Επί του παραδεκτού της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων
73 Κατά πάγια νομολογία, το πρόβλημα του παραδεκτού της προσφυγής στην κύρια δίκη δεν πρέπει, κατ' αρχήν, να εξετάζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων, διότι άλλως προδικάζεται η κρίση της υποθέσεως επί της ουσίας. Εντούτοις, μπορεί να καταστεί αναγκαία, όταν, όπως εν προκειμένω, προβάλλεται το προδήλως απαράδεκτο της προσφυγής στην κύρια δίκη επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, η απόδειξη περί υπάρξεως ορισμένων στοιχείων που επιτρέπουν να συναχθεί, εκ πρώτης όψεως, το παραδεκτό μιας τέτοιας προσφυγής (βλ., μεταξύ άλλων, τις διατάξεις του ροέδρου του Δικαστηρίου της 27ης Ιανουαρίου 1988, 376/87 R, Distrivet κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1988, σ. 209, σκέψη 21, και της 12ης Οκτωβρίου 2000, C-300/00 P(R), Federación de Cofradías de Pescadores de Guipúzcoa κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. Ι-8797, σκέψη 34· διάταξη του προέδρου του ρωτοδικείου της 30ής Ιουνίου 1999, T-13/99 R, Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-1961, σκέψη 121).
74 Εν προκειμένω, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κρίνει ότι πρέπει να εξακριβωθεί αν η προσφυγή ακυρώσεως έχει τέτοιου είδους προδήλως απαράδεκτο χαρακτήρα.
75 Δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, το παραδεκτό προσφυγής ακυρώσεως που ασκείται κατά κανονισμού από φυσικό ή νομικό πρόσωπο εξαρτάται από τον προϋπόθεση ότι ο προσβαλλόμενος κανονισμός είναι, στην πραγματικότητα, απόφαση που αφορά το πρόσωπο αυτό άμεσα και ατομικά. Κατά πάγια νομολογία, το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ κανονισμού και αποφάσεως πρέπει να αναζητηθεί στη γενική ή όχι ισχύ της εν λόγω πράξεως (διατάξεις του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 1995, C-10/95 R, Asocarne κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. Ι-4149, σκέψη 28, και της 24ης Απριλίου 1996, C-87/95 P, CNPAAP κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1996, σ. Ι-2003, σκέψη 33· διάταξη του ρωτοδικείου της 26ης Μαρτίου 1999, T-114/96, Biscuiterie-confiserie LOR και Confiserie du Tech κατά Επιτροπής, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-913, σκέψη 26). Μια πράξη έχει γενική ισχύ αν εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και αν παράγει τα έννομα αποτελέσματά της έναντι κατηγοριών προσώπων λαμβανομένων υπόψη γενικώς και αορίστως (απόφαση του ρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1996, Τ-483/93, Weber κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-609, σκέψη 55).
76 Ο προσβαλλόμενος κανονισμός θεσπίζει τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για την εκπόνηση και θέση σε εφαρμογή της πρώτης φάσεως του προγράμματος αναθεωρήσεως του άρθρου 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/8. Η πρώτη αυτή φάση σκοπεί στο να καταστεί δυνατή η κατάρτιση εξαντλητικού καταλόγου όλων των υπαρχουσών δραστικών ουσιών. ρος τον σκοπό αυτό, αφενός, οι κανόνες που διέπουν τη διαδικασία προσδιορισμού επιβάλλουν στους παραγωγούς, και προσφέρουν στους παρασκευαστές τη δυνατότητα, να παράσχουν στην Επιτροπή πληροφορίες επί των υπαρχουσών δραστικών ουσιών βιοκτόνων. Αφετέρου, ο προσβαλλόμενος κανονισμός θεσπίζει διαδικασία κοινοποιήσεως για να μπορούν οι παραγωγοί και οι παρασκευαστές να πληροφορούν την Επιτροπή ότι επιθυμούν να ζητήσουν την καταχώριση υπάρχουσας δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι, στο παράρτημα Ι A ή στο παράρτημα Ι B της οδηγίας 98/8 για έναν ή περισσότερους τύπους προϊόντων και ότι αναλαμβάνουν τη δέσμευση να παράσχουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται ώστε η δραστική αυτή ουσία να μπορεί να αξιολογηθεί ορθώς και να ληφθεί απόφαση ως προς αυτήν.
77 Επομένως,ο προσβαλλόμενος κανονισμός εφαρμόζεται σε καταστάσεις προσδιοριζόμενες αντικειμενικώς και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων λαμβανομένων υπόψη γενικώς και αορίστως, δηλαδή όλους τους παραγωγούς και παρασκευαστές που μπορούν να προσδιορίσουν τις υπάρχουσες δραστικές ουσίες και όλους τους παραγωγούς, παρασκευαστές, και ενώσεις που επιθυμούν να ζητήσουν την καταχώριση σε ένα από τα παραρτήματα της οδηγίας 98/8 υπάρχουσας δραστικής ουσίας για έναν ή περισσότερους τύπους προϊόντων. Επομένως, η κανονιστική αυτή ρύθμιση έχει τα χαρακτηριστικά μέτρου γενικής ισχύος, υπό την έννοια του άρθρου 249, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ.
78 Εντούτοις, δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο μια διάταξη η οποία, ως εκ της φύσεως και του περιεχομένου της, έχει γενικό χαρακτήρα να αφορά ατομικά φυσικό ή νομικό πρόσωπο, όταν η διάταξη αυτή θίγει το πιο πάνω πρόσωπο λόγω ορισμένων ιδιοτήτων που είναι ιδιαίτερες για το πρόσωπο αυτό ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που το διαφοροποιεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και, ως εκ τούτου, το εξατομικεύει όπως εξατομικεύεται ο αποδέκτης διοικητικής αποφάσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 16ης Μα_ου 1991, C-358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1991, σ. Ι-2501, σκέψη 13, και προαναφερθείσα απόφαση Codorniu κατά Συμβουλίου, σκέψη 19· προαναφερθείσα διάταξη Biscuiterie-confiserie LOR και Confiserie du Tech κατά Επιτροπής, σκέψη 30, και απόφαση του ρωτοδικείου της 8ης Ιουλίου 1999, T-158/95, Eridania κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. ΙΙ-2219, σκέψη 56).
79 Ενόψει της νομολογίας αυτής, πρέπει να εξακριβωθεί αν, εν προκειμένω, από τα στοιχεία της υποθέσεως μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν αποκλείεται ο προσβαλλόμενος κανονισμός να αφορά την αιτούσα λόγω ορισμένων ιδιοτήτων που είναι ιδιαίτερες γι' αυτήν ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που τη διαφοροποιεί, ως προς τον εν λόγω κανονισμό, σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο.
80 Κατ' αρχάς, πρέπει να υπομνησθεί ότι η δυνατότητα προσδιορισμού, με κάποια ακρίβεια, του αριθμού ή ακόμα και της ταυτότητας των υποκειμένων δικαίου στα οποία μια πράξη εφαρμόζεται σε μια δεδομένη στιγμή δεν αρκεί για να τεθεί υπό αμφισβήτηση η γενική ισχύς και, συνεπώς, η κανονιστική φύση της εν λόγω πράξεως και ουδόλως σημαίνει ότι η πράξη αυτή αφορά ατομικά τα ως άνω υποκείμενα δικαίου, εφόσον είναι βέβαιον ότι η εφαρμογή αυτή χωρεί δυνάμει μιας αντικειμενικής νομικής ή πραγματικής καταστάσεως που ορίζεται με την πράξη σε σχέση με τους σκοπούς της τελευταίας (διάταξη του Δικαστηρίου της 24ης Μα_ου 1993, C-131/92, Arnaud κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1993, σ. Ι-2573, σκέψη 13, και διάταξη του ρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, Τ-100/94, Μιχαϊλίδης κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3115, σκέψη 58). Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι, εν προκειμένω, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν αφορά συγκεκριμένα την αιτούσα.
81 Στη συνέχεια, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η θέση σε ισχύ του προσβαλλομένου κανονισμού είχε ιδιαίτερες επιπτώσεις στην οικονομική κατάσταση της αιτούσας, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, ακόμη και αν ο κανονισμός αυτός μπορεί να επηρεάσει την οικονομική κατάσταση της αιτούσας λόγω των επιπτώσεών του, η προϋπόθεση αυτή δεν αρκεί για να τη διαφοροποιήσει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. ράγματι, ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν την αφορά παρά μόνο βάσει της αντικειμενικής της ιδιότητας της επιχειρήσεως που παράγει και πωλεί οξύ, όπως και κάθε άλλο επιχειρηματία που βρίσκεται σε παρεμφερή κατάσταση στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα (διάταξη του ρωτοδικείου της 25ης Ιουνίου 1998, Τ-14/97 και Τ-15/97, Sofivo κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2601, σκέψη 37).
82 εραιτέρω, το γεγονός ότι μια κανονιστική πράξη μπορεί να έχει διαφορετικά συγκεκριμένα αποτελέσματα για τα διάφορα υποκείμενα δικαίου επί των οποίων εφαρμόζεται δεν μπορεί να τα προσδιορίσει σε σχέση με όλους τους άλλους ενδιαφερομένους επιχειρηματίες, εφόσον η εφαρμογή της πράξεως αυτής γίνεται δυνάμει μιας αντικειμενικώς προσδιοριζομένης καταστάσεως (διάταξη του Δικαστηρίου της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-409/96 R, Sveriges Betodlares και Henrikson κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. Ι-7531, σκέψη 37).
83 Τέλος, καθόσον η αιτούσα υποστηρίζει ότι εμπίπτει σε κλειστό κύκλο επιχειρηματιών αποτελούμενο από το σύνολο των παραγωγών των υπαρχουσών στις 14 Μα_ου 2000 δραστικών ουσιών, υπενθυμίζεται ότι μια πράξη μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά ατομικά έναν ιδιώτη ως μέλος περιορισμένου κύκλου επιχειρηματιών μόνον αν το όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη είχε την υποχρέωση να λάβει υπόψη, κατά την έκδοση της πράξεώς του, τη συγκεκριμένη κατάσταση των επιχειρηματιών αυτών (προαναφερθείσα διάταξη Federación de Cofradías de Pescadores de Guipúzcoa κ.λπ. κατά Συμβουλίου, σκέψη 46).
84 Ο προσβαλλόμενος κανονισμός όμως σκοπεί ακριβώς να καταστήσει δυνατό τον προσδιορισμό των υπαρχουσών δραστικών ουσιών προκειμένου να προβεί στη συστηματική εξέτασή τους βάσει των πληροφοριών που πρέπει να διαβιβάσουν οι επιχειρηματίες που εμπίπτουν σε διάφορες κατηγορίες, μεταξύ των οποίων η κατηγορία των παραγωγών των υπαρχουσών δραστικών ουσιών.
85 Τέλος, ο κανονισμός αυτός θεσπίζει τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για την εκπόνηση και τη θέση σε εφαρμογή του προγράμματος του άρθρου 16, παράγραφος 2, της οδηγίας. Από την εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής προκύπτει το εξής:
«εκτιμώντας ότι, για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, την προσαρμογή των παραρτημάτων της στην εξέλιξη των τεχνικών και επιστημονικών γνώσεων και την καταχώριση των δραστικών ουσιών στα σχετικά παραρτήματα, απαιτείται στενή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής, των κρατών μελών και των αιτούντων [...]».
86 Εξάλλου, η διαδικασία κοινοποιήσεως των δραστικών ουσιών προβλέπει τη συμμετοχή, μεταξύ άλλων, των παραγωγών των δραστικών ουσιών και τους επιβάλλει, σε περίπτωση αιτήσεως καταχωρίσεως υπάρχουσας δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι, στο παράρτημα Ι A ή στο παράρτημα Ι B της οδηγίας για ένα ή διάφορους τύπους προϊόντων, να υποχρεούνται να παράσχουν όλες τις πληροφορίες που απαιτούνται ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί ορθώς αυτή η δραστική ουσία και να ληφθεί απόφαση ως προς αυτήν (αιτιολογική σκέψη 5· άρθρα 4 και 7, παράγραφος 1, του προσβαλλομένου κανονισμού).
87 Από τις περιστάσεις αυτές προκύπτει ότι μπορεί να θεωρηθεί ότι, εφόσον εξακριβωθεί ότι η αιτούσα ανήκει σε έναν κλειστό κύκλο ως προς τον προσβαλλόμενο κανονισμό, ο εν λόγω κανονισμός αφορά την αιτούσα ατομικά ως μέλος μιας κατηγορίας επιχειρηματιών, τα ιδιαίτερα συμφέροντα των οποίων έπρεπε να ληφθούν υπόψη από την Επιτροπή κατά την έκδοση του προσβαλλομένου κανονισμού, ο οποίος τους επιβαρύνει με συγκεκριμένες υποχρεώσεις.
88 εραιτέρω, ο προσβαλλόμενος κανονισμός αφορά άμεσα την αιτούσα, εφόσον αναφέρεται ευθέως σε δραστική ουσία που παράγει η αιτούσα και ως προς την οποία ο κανονισμός επιβάλλει την εκπλήρωση ορισμένων τυπικών διαδικασίων.
89 Υπό τις συνθήκες αυτές, δεν μπορεί εντελώς να αποκλειστεί ο προσβαλλόμενος κανονισμός να αφορά άμεσα και ατομικά την αιτούσα και, ως εκ τούτου, η αιτούσα μπορεί παραδεκτώς να ζητήσει την ακύρωσή του δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Συνεπώς, η παρούσα αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να κριθεί παραδεκτή.
90 Υπό τις συνθήκες της προκειμένης περιπτώσεως, ο δικαστής των ασφαλιστικών μέτρων κρίνει ότι πρέπει να εξεταστεί, κατ' αρχάς, αν πληρούται η προϋπόθεση σχετικά με το επείγον.
Επί του επείγοντος
91 Εκ προοιμίου, επισημαίνεται ότι οι επί των τρίτων συνέπειες που προβάλλει η αιτούσα (βλ. ανωτέρω σκέψη 61) δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη παρά μόνο στο πλαίσιο της σταθμίσεως των εμπλεκομένων συμφερόντων (προαναφερθείσα διάταξη Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, σκέψη 136).
92 Από πάγια νομολογία προκύπτει ότι η σκοπιμότητα της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων είναι η διασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητας της επί της ουσίας αποφάσεως. Για να επιτευχθεί ο τελευταίος αυτός σκοπός, τα αιτούμενα μέτρα πρέπει να είναι επείγοντα υπό την έννοια ότι είναι αναγκαίο, για να αποφευχθεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία στα συμφέροντα του αιτούντος, να λαμβάνονται και να παράγουν τα αποτελέσματά τους πριν από την έκδοση αποφάσεως επί της κύριας δίκης. Η επιχειρηματολογία της αιτούσας συνίσταται, κατ' ουσίαν, στο ότι δεν έχει καμία βεβαιότητα ότι η επένδυση στην οποία πρέπει να προβεί για να καταθέσει τον φάκελο κοινοποιήσεως προστατεύεται δεόντως και ότι οι δαπάνες χρηματοδοτήσεως του εν λόγω φακέλου θίγουν τη θέση της στην κοινοτική αγορά οξέος.
93 ιο συγκεκριμένα, η εφαρμογή του προσβαλλομένου κανονισμού, αφενός, συνεπάγεται χρηματοοικονομικές συνέπειες που οδηγούν στην καταγγελία των συμβάσεων που έχει συνάψει με αγοραστές οξέος και, αφετέρου, επιτρέπει στις επιχειρήσεις που δεν προβαίνουν σε κοινοποίηση της δραστικής ουσίας στην Επιτροπή να επιδίδονται, ως προς αυτήν, σε αθέμιτο ανταγωνισμό.
94 Συνομολογείται όμως ότι μια χρηματική ζημία δεν μπορεί, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, να θεωρηθεί ανεπανόρθωτη ή έστω δυσχερώς επανορθώσιμη, εφόσον μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο μεταγενέστερης χρηματικής αντισταθμίσεως (διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 1991, C-213/91 R, Abertal κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1991, σ. Ι-5109, σκέψη 24, και διάταξη του προέδρου του ρωτοδικείου της 7ης Νοεμβρίου 1995, Τ-168/95 R, Eridania κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2817, σκέψη 42).
95 Κατ' εφαρμογή των αρχών αυτών, η αιτηθείσα αναστολή δεν δικαιολογείται, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, παρά μόνον αν προκύψει ότι, αν δεν ληφθεί τέτοιο μέτρο, η αιτούσα θα βρεθεί σε κατάσταση δυνάμενη να θέσει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξή της ή να τροποποιήσει κατά ανεπανόρθωτο τρόπο τα μερίδιά της στην αγορά.
96 Εν προκειμένω, οι ισχυρισμοί σχετικά με το κόστος των δεδομένων που απαιτούνται για τους σκοπούς της κοινοποιήσεως, η καταγγελία των συμβάσεων που προκύπτει εξ αυτών και η μείωση του μεριδίου της στην αγορά δεν επιτρέπουν να συναχθεί ότι διακυβεύεται η επιβίωση της αιτούσας, ούτε ότι δεν μπορούν μεταγενέστερα να ανακτηθούν τα μερίδιά της στην αγορά.
97 Φυσικά, η αιτούσα υποστηρίζει ότι δύο σημαντικοί πελάτες, [...] και [...], έπαυσαν τις αγορές τους. Το γεγονός αυτό, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η απόφαση καταγγελίας των συναφθεισών με την αιτούσα συμβάσεων, η οποία επήλθε πριν από την ημερομηνία εκδόσεως του προσβαλλομένου κανονισμού, δικαιολογείται μόνον από την προοπτική αυξήσεως της τιμής του οξέος, δεν αρκεί πάντως για να καταδείξει ότι η αιτούσα δεν μπορεί πλέον να εξακολουθήσει τη δραστηριότητά της στην επίδικη αγορά μέχρις ότου το ρωτοδικείο αποφανθεί επί της νομιμότητας του προσβαλλομένου κανονισμού.
98 Για να αποδείξει τη χρηματοοικονομική επίπτωση του προσβαλλομένου κανονισμού στη δραστηριότητά της, η αιτούσα προσκόμισε πίνακα αφορώντα την εξέλιξη των πωλήσεών της για τα έτη 1997 έως 2000 και μια προοπτική εξελίξεως των πωλήσεών της για το έτος 2001. Εξ αυτών προκύπτει ότι οι πωλήσεις οξέος το 2000 της επέτρεψαν να πραγματοποιήσει κύκλο εργασιών [...] DEM, από τα οποία [...] χάρη στην [...]. Ως επί το πλείστον, εξ αυτών προκύπτει ότι η αιτούσα προβλέπει να πραγματοποιήσει το 2001 κύκλο εργασιών [...] DEM, εκ των οποίων [...] από τις πωλήσεις στους δύο προαναφερθέντες πελάτες. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η αιτούσα δεν μπορεί να εξακολουθήσει την οικονομική της δραστηριότητα χωρίς τους εν λόγω πελάτες. Εξάλλου, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ο πραγματοποιηθείς κύκλος εργασιών από τις πωλήσεις οξέος σε άλλους πελάτες, όπως προβλέπεται για το 2001, βρίσκεται μάλιστα σε πολύ ελαφρά αύξηση [(... DEM)]. Το στοιχείο αυτό μπορεί να καταδείξει ότι ο προβαλλόμενος αθέμιτος ανταγωνισμός των επιχειρηματιών που δεν έχουν κοινοποιήσει στην Επιτροπή την οικεία δραστική ουσία έχει μόνο περιορισμένα αποτελέσματα, αντίθετα προς αυτά που προβλέπει ο λογιστής της αιτούσας στη σύντομη δήλωσή του. Συναφώς, διαπιστώνεται ότι η εν λόγω δήλωση έχει διατυπωθεί πολύ γενικώς και προϋποθέτει ότι η αιτούσα θα εξακολουθήσει να χάνει μερίδια αγοράς.
99 εραιτέρω, η επίκληση και μόνον των δυσχερειών που συναντώνται για τη χρηματοδότηση του φακέλου συγκεντρώσεως των πληροφοριακών στοιχείων που απαιτούνται για τους σκοπούς της κοινοποιήσεως δεν αρκεί για να αποδειχθεί το αληθές των δυσχερειών αυτών. Η αιτούσα, μεταξύ άλλων, δεν προσκόμισε καμία δήλωση εκ μέρους τραπεζικών ιδρυμάτων δυνάμενη να επιβεβαιώσει ενδεχόμενη άρνηση της χορηγήσεως των δανείων που είχαν συναφθεί με την προοπτική αυτή.
100 Εξάλλου, όπως δηλώθηκε κατά την ακρόαση, δεν είναι βέβαιο ότι η αιτούσα θα είναι η μόνη επιχείρηση που θα κοινοποιήσει στην Επιτροπή τη δραστική ουσία που παρασκευάζει. Η αιτούσα δεν απέκλεισε καν τη δυνατότητα συλλογικής κοινοποιήσεως, όπως προβλέπεται στον προσβαλλόμενο κανονισμό, από τα μέλη του European Chemical Industry Council που πωλούν οξύ και, εξάλλου, προβαίνει σε ενέργειες υπό την έννοια αυτή στο πλαίσιο μιας ειδικής ομάδας (task-force) που έχει συστήσει προς τον σκοπό αυτό.
101 Τέλος, η κοινοποίηση της δραστικής ουσίας από επιχειρηματία εκτός της αιτούσας θα της επέτρεπε να επωφεληθεί από τις συνέπειες αυτής της κοινοποιήσεως. άντως, για λόγους επαγγελματικής και εμπορικής δεοντολογίας, η αιτούσα αποφάσισε να προβεί σε κοινοποίηση. Η τοποθέτησή της αυτή οδήγησε τους ανταγωνιστές της στην αγορά να αποφασίσουν να μην προβούν σε κοινοποίηση της δραστικής ουσίας, και επομένως η αιτούσα συνέβαλε στην επέλευση της ζημίας που προβάλλει. Το αν όμως επείγει να διαταχθεί προσωρινό μέτρο δεν μπορεί να προκύπτει από τη συμπεριφορά του αιτούντος, αλλά πρέπει να προκύπτει μόνον από τα αποτελέσματα που παρήγαγε η προσβαλλομένη πράξη.
102 Η αιτούσα προβάλλει επίσης ζημίες, που δεν έχουν αμιγώς οικονομικό χαρακτήρα, αποτελούμενες από τη δημιουργηθείσα ανασφάλεια δικαίου, μεταξύ άλλων, από την έλλειψη τεχνικών οδηγιών, η εκπόνηση των οποίων προβλέπεται εντούτοις από την οδηγία 98/8, καθώς και από την άρση της προστασίας που χορηγεί το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, σημείο i, της οδηγίας στις «υπάρχουσες πληροφορίες» σχετικά με τις υπάρχουσες δραστικές ουσίες.
103 Όσον αφορά την προβαλλόμενη ανασφάλεια δικαίου, η αιτούσα δεν απέδειξε κατά τί αυτή η ανασφάλεια συνιστά καθαυτή σοβαρή ζημία. ράγματι, ουδόλως απεδείχθη ότι οι διατάξεις του προσβαλλομένου κανονισμού είναι τόσο ανεπαρκείς ώστε να μην επιτρέπουν στην αιτούσα να προβεί πράγματι στην κοινοποίηση δραστικής ουσίας την οποία παράγει με σκοπό την καταχώρισή της. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εκπόνησε ακόμη τεχνικές οδηγίες προς «διευκόλυνση καθημερινής εφαρμογής της [...] οδηγίας [98/8]» (άρθρο 33 της οδηγίας 98/8) δεν έχει, συναφώς, σημασία, εφόσον το επείγον πρέπει να εκτιμάται λαμβανομένων υπόψη των αποτελεσμάτων που παρήγαγε η προσβαλλομένη πράξη.
104 Εξάλλου, η αιτούσα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν ήταν σε θέση να προετοιμάσει τον φάκελο και να εκτιμήσει το συναφές κόστος, εφόσον, στην αίτησή της, η εταιρία Scientific Consulting Company Chemisch-Wissenschaftliche Beratung GmbH προέβη σε συνολική εκτίμηση των απαιτουμένων δαπανών για την εκπόνηση των στοιχείων και την προετοιμασία του φακέλου καθώς και τις εκτιμήσεις όσον αφορά τις αιτούμενες πληροφορίες.
105 Τέλος, η ζημία που έγκειται στην έλλειψη της προστασίας που παρέχει το άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, σημείο i, της οδηγίας 98/8 στις «υπάρχουσες πληροφορίες» σχετικά με τις υπάρχουσες δραστικές ουσίες μπορεί να επέλθει μόνον εφόσον ο προσβαλλόμενος κανονισμός δεν λαμβάνει υπόψη αυτή τη διάταξη της οδηγίας. Το ζήτημα αυτό πρέπει να εξεταστεί προκαταρκτικά στο πλαίσιο εκτιμήσεως της προϋποθέσεως της σχετικής με το fumus boni juris στο μέτρο που η αιτούσα προβάλλει ένα λόγο αντλούμενο, κατ' ουσίαν, από την παράβαση του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, σημείο i, της οδηγίας 98/8 (κατωτέρω σκέψεις 107 έως 110).
106 Υπό την επιφύλαξη της τελευταίας αυτής εξετάσεως, από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η αιτούσα δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι, αν δεν χορηγηθούν τα αιτούμενα προσωρινά μέτρα, θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία.
Επί της παραβάσεως, εκ πρώτης όψεως, του άρθρου 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, σημείο i, της οδηγίας 98/8
107 Στο πλαίσιο εκτιμήσεως του fumus boni juris των αιτήσεων αναστολής εκτελέσεως, δεν εναπόκειται στον δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων να αποφανθεί οριστικώς επί της ερμηνείας των εφαρμοστέων στη διαφορά της κύριας δίκης διατάξεων [διάταξη του προέδρου του Δικαστηρίου της 11ης Απριλίου 2001, C-478/00 P(R) Επιτροπή κατά Roussel Iberica, που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 76].
108 Όπως διευκρινίστηκε κατά την ακρόαση, η αιτίαση της αιτούσας συνίσταται στο ότι το άρθρο 6, παράγραφος 2, του προσβαλλομένου κανονισμού, καθόσον επιτρέπει στους παραγωγούς δραστικής ουσίας και στους παρασκευαστές βιοκτόνων προϊόντων που περιέχουν τη δραστική αυτή ουσία να διαθέτουν στην αγορά ή να εξακολουθούν να εμπορεύονται την ουσία αυτή καθαυτή ή σε βιοκτόνα προϊόντα, για τον ή τους τύπους προϊόντων για τους οποίους η Επιτροπή δέχθηκε τουλάχιστον μια κοινοποίηση, αντίκειται στο άρθρο 12, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, σημείο i, της οδηγίας 98/8 που απαγορεύει στα κράτη μέλη να χρησιμοποιήσουν τις πληροφορίες σχετικά με τις υπάρχουσες δραστικές ουσίες που κατέχουν κατά την περίοδο αναθεωρήσεως των ουσιών αυτών.
109 Συναφώς, επισημαίνεται ότι οι συνέπειες της κοινοποιήσεως, όπως αυτές εκτίθενται στο άρθρο 6, παράγραφος 2, του προσβαλλομένου κανονισμού, δεν πρέπει να συγχέονται με τη χρησιμοποίηση των πληροφοριών που κατέχουν οι αρμόδιες αρχές από άλλους αιτούντες, στην οποία αναφέρεται το άρθρο 12 της οδηγίας 98/8. ράγματι, οι δύο αυτές διατάξεις διέπουν διαφορετικές καταστάσεις. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι οι επιχειρηματίες που δεν έχουν κοινοποιήσει μια υπάρχουσα δραστική ουσία στην Επιτροπή μπορούν παρ' όλ' αυτά να τη διαθέτουν στην αγορά ή να εξακολουθούν να τη θέτουν σε εμπορία δεν αίρει την αποτελεσματικότητα της διατάξεως που διασφαλίζει την προστασία των πληροφοριών που προσκομίζει ο αιτών έγκριση.
110 Χωρίς τούτο να προδικάζει καθόλου τη νομιμότητα ή τη μη νομιμότητα του προσβαλλομένου κανονισμού όσον αφορά τις εκτιμήσεις που πρέπει να γίνουν στο πλαίσιο της εξετάσεως της προσφυγής επί της ουσίας, τα στοιχεία που υπέβαλε η αιτούσα στο πλαίσιο της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων δεν μπορούν να αποδείξουν τη φαινομενική ορθότητα της επίδικης αιτιάσεως.
111 Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η αιτούσα απέδειξε επαρκώς ότι θα υποστεί σοβαρή και ανεπανόρθωτη ζημία αν δεν ανασταλεί η εκτέλεση του προσβαλλομένου κανονισμού, η στάθμιση, αφενός, του συμφέροντος της αιτούσας να επιτύχει το ζητούμενο προσωρινό μέτρο και, αφετέρου, του δημοσίου συμφέροντος που συνδέεται με την εκτέλεση πράξεως κανονιστικού χαρακτήρα και των συμφερόντων των τρίτων που θίγονται άμεσα από την ενδεχόμενη αναστολή του επιδίκου κανονισμού (υπό την έννοια αυτή, διατάξεις του προέδρου του ρωτοδικείου της 15ης Δεκεμβρίου 1992, T-96/92 R, CCE des Grandes sources κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2579, σκέψη 39, της 10ης Μα_ου 1994, T-88/94 R, Société commerciale des potasses et de l'azote et Entreprise minière et chimique κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-263, σκέψη 44· της 2ας Δεκεμβρίου 1994, T-322/94 R, Union Carbide κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, σ. ΙΙ-1159, σκέψη 36, και της 17ης Ιανουαρίου 2001, T-342/00 R, Petrolessence και SG2R κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 51) οδηγεί στην απόρριψη της παρούσας αιτήσεως.
112 ράγματι, ο προσβαλλόμενος κανονισμός σκοπεί να θέσει σε εφαρμογή την πρώτη φάση του προγράμματος αναθεωρήσεως. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι, μεταξύ άλλων, από την όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 98/8 προκύπτει ότι, όταν εγκρίνονται βιοκτόνα προϊόντα, είναι αναγκαίο να εξασφαλίζεται ότι, σύμφωνα με τις τρέχουσες επιστημονικές και τεχνικές γνώσεις, δεν έχουν ανεπιθύμητες επιπτώσεις στο περιβάλλον, και ιδίως στην υγεία του ανθρώπου ή των ζώων. Έχει όμως παγίως γίνει δεκτό ότι, κατ' αρχήν, οι απαιτήσεις που συνδέονται με την προστασία της δημόσιας υγείας πρέπει αναμφισβήτητα να υπερισχύουν σε σχέση με οικονομικής φύσεως θεωρήσεις [διατάξεις του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1996, C-180/96 R, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. Ι-3903, σκέψη 93, και του προέδρου του Δικαστηρίου της 18ης Νοεμβρίου 1999, C-329/99 P(R), Pfizer Animal Health κατά Συμβουλίου, Συλλογή 1999, σ. Ι-8343, σκέψη 102].
113 Εξάλλου, σε μια κατάσταση σαν την προκείμενη, όπου το μέτρο που η αιτούσα ζητεί από το δικαστή των ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να έχει σοβαρή επίπτωση στα δικαιώματα και τα συμφέροντα τρίτων, ιδίως των παραγωγών των υπαρχουσών δραστικών ουσιών που έχουν ήδη αρχίσει τις μελέτες που απαιτούνται για τους σκοπούς της κοινοποιήσεως σύμφωνα με το άρθρο 4, του προσβαλλομένου κανονισμού, οι οποίοι δεν είναι διάδικοι και δεν μπόρεσαν επομένως να ακουστούν, ένα τέτοιο μέτρο μπορεί να δικαιολογηθεί μόνον αν καθίσταται εμφανές ότι χωρίς αυτό η αιτούσα θα μπορούσε να περιέλθει σε κατάσταση ικανή να θέσει σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξή της (διάταξη του προέδρου του ρωτοδικείου της 6ης Ιουλίου 1993, T-12/93 R, CCE Vittel και CE Pierval κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-785, σκέψη 20).
114 Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται, όπως προκύπτει από την ανωτέρω σκέψη 98, ότι η αιτούσα δεν έχει περιέλθει σε τέτοια κατάσταση.
115 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι δεν πληρούνται εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της αναστολής εκτελέσεως του προσβαλλομένου κανονισμού. Επομένως, η παρούσα αίτηση πρέπει να απορριφθεί.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
Ο ΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟΥ
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy