Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
1. Προσφυγή ακυρώσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Πράξεις που τα αφορούν άμεσα και ατομικώς - Κανονισμός για τα βιοκτόνα - Προσφυγή παραγωγού - Απαράδεκτο
(Άρθρο 230, εδ. 4 ΕΚ· κανονισμός (ΕΚ) 1896/2000 της Επιτροπής, άρθρο 6 § 2· οδηγία 98/8/ΕΚ, άρθρο 16 § 2)
2. Προσφυγή ακυρώσεως - Φυσικά ή νομικά πρόσωπα - Ενδεχόμενη μη ύπαρξη ενδίκων μέσων - Δεν επηρεάζει το σύστημα των ενδίκων μέσων και τις προϋποθέσεις παραδεκτού των προφυγών ακυρώσεως
Περίληψη
1. Είναι απαράδεκτη η προσφυγή που άσκησε παραγωγός βιοκτόνου κατά του κανονισμού 1896/2000, για την πρώτη φάση του προγράμματος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/8/ΕΚ για τα βιοκτόνα.
Συγκεκριμένα, ο κανονισμός απευθύνεται σε όσους έχουν συμφέρον στον προσδιορισμό και την κοινοποίηση των υπαρχουσών δραστικών ουσιών και των βιοκτόνων που περιέχουν αυτές τις ουσίες και όχι μόνο στους επιχειρηματίες που διέθεσαν στην αγορά, πριν από τις 14 Μα_ου 2000, βιοκτόνο που περιέχει υπάρχουσες δραστικές ουσίες. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού επιτρέπει σε όλους τους παραγωγούς και σε όλους τους παρασκευαστές να εξακολουθούν ή να αρχίσουν να διαθέτουν στην αγορά υπάρχουσες δραστικές ουσίες και βιοκτόνα που περιέχουν αυτές τις ουσίες για τον τύπο ή τους τύπους προϊόντων για τα οποία η Επιτροπή δέχθηκε τουλάχιστον μία κοινοποίηση. Καθόσον η πρόσβαση στις διαδικασίες προσδιορισμού και/ή κοινοποιήσεως δεν προβλέπεται αποκλειστικά υπέρ του μοναδικού επιχειρηματία που προμηθεύει συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς, ο κανονισμός δεν αφορά την προσφεύγουσα ατομικά.
( βλ. σκέψεις 48, 50, 55 )
2. H ενδεχόμενη μη ύπαρξη ενδίκων μέσων δεν μπορεί να δικαιολογήσει τροποποίηση του συστήματος των ενδίκων μέσων και διαδικασιών που έχει καθιερωθεί από τη Συνθήκη, μέσω δικαστικής ερμηνείας. Σε καμία περίπτωση, από το γεγονός αυτό δεν συνάγεται ότι είναι παραδεκτή μια προσφυγή περί ακυρώσεως που ασκεί φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ.
( βλ. σκέψη 54 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-339/00,
Bactria Industriehygiene-Service Verwaltungs GmbH, με έδρα το Kirchheimbolanden (Γερμανία), εκπροσωπούμενη από τους K. Van Maldegem και C. Mereu, δικηγόρους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
υποστηριζόμενη από τις
Eurobrom BV, με έδρα το Rijswijk (Κάτω Χώρες),
Lonza GmbH, με έδρα το Wuppertal (Γερμανία),
Arch Chemicals SA, με έδρα το Παρίσι (Γαλλία),
Troy Chemical Company BV, με έδρα το Maassluis (Κάτω Χώρες),
εκπροσωπούμενες από τους K. Van Maldegem και C. Mereu, δικηγόρους, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
παρεμβαίνουσες,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης από τον R. Wainwright και την L. Ström, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση του κανονισμού (ΕΚ) 1896/2000 της Επιτροπής, της 7ης Σεπτεμβρίου 2000, για την πρώτη φάση του προγράμματος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας 98/8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τα βιοκτόνα (ΕΕ L 228, σ. 6),
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Μ. Moura Ramos, Πρόεδρο, J. Pirrung και A. W. H. Meij, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
Νομικό πλαίσιο
1 Στις 16 Φεβρουαρίου 1998, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εξέδωσαν την οδηγία 98/8/ΕΚ, για τη διάθεση βιοκτόνων στην αγορά (ΕΕ L 123, σ. 1, στο εξής: οδηγία). Η οδηγία αποσκοπεί στη θέσπιση κοινοτικού καθεστώτος εγκρίσεως και διαθέσεως βιοκτόνων στην αγορά με σκοπό τη χρήση τους.
2 Το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας ορίζει ως βιοκτόνα τις δραστικές ουσίες και παρασκευάσματα που περιέχουν μία ή περισσότερες δραστικές ουσίες, με τη μορφή με την οποία παραδίδονται στο χρήστη, τα οποία προορίζονται να καταστρέφουν, να αποτρέπουν, να καθιστούν αβλαβή, να προλαμβάνουν τη δράση ή, κατ' άλλο τρόπο, να ασκούν περιοριστική δράση επί κάθε βλαβερού οργανισμού με χημικά ή βιολογικά μέσα.
3 Το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας προβλέπει ότι τα κράτη μέλη εγκρίνουν ένα βιοκτόνο μόνον «εφόσον οι δραστικές του ουσίες περιλαμβάνονται στο παράρτημα Ι ή στο παράρτημα Ι A [της οδηγίας] και πληρούν τυχόν απαιτήσεις του εν λόγω παραρτήματος». To παράρτημα Ι αφορά τον κατάλογο δραστικών ουσιών και απαιτήσεων που έχουν συμφωνηθεί σε κοινοτικό επίπεδο για να αποτελέσουν οι ουσίες αυτές συστατικά βιοκτόνου· το παράρτημα Ι A αφορά τα βιοκτόνα περιορισμένου κινδύνου και το παράρτημα Ι B τις βασικές ουσίες.
4 Το άρθρο 11 της οδηγίας ορίζει τη διαδικασία για την καταχώριση δραστικής ουσίας στα παραρτήματα Ι, Ι Α ή Ι Β. Η καταχώριση ή οι μετέπειτα μεταβολές της καταχωρίσεως δραστικής ουσίας προϋποθέτουν την κατάθεση αιτήσεως. Σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας, ο αιτών πρέπει να διαβιβάσει στην αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους φάκελο για τη δραστική ουσία, ο οποίος πληροί, αναλόγως της περιπτώσεως, τις απαιτήσεις των παραρτημάτων ΙΙ Α, ΙΙΙ A ή IV A της οδηγίας, καθώς και φάκελο για τουλάχιστον ένα βιοκτόνο που περιέχει τη δραστική ουσία, ο οποίος πληροί τις απαιτήσεις του άρθρου 8 της οδηγίας. Μετά τη διεξαγωγή αξιολογήσεως, ο φάκελος αποστέλλεται, μεταξύ άλλων, στην Επιτροπή και αποφασίζεται, σύμφωνα με την προβλεπόμενη στο άρθρο 28 της οδηγίας διαδικασία, η καταχώριση της δραστικής ουσίας στα παραρτήματα Ι, Ι A ή Ι B.
5 Το άρθρο 12 της οδηγίας περιέχει διατάξεις για τη χρησιμοποίηση από τις αρμόδιες αρχές πληροφοριακών στοιχείων που κοινοποιεί ο αιτών προς όφελος άλλων αιτούντων.
6 Το άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας προβλέπει:
«Μετά την έκδοση της παρούσας οδηγίας, η Επιτροπή αρχίζει δεκαετές πρόγραμμα εργασιών για τη συστηματική εξέταση όλων των δραστικών ουσιών που διατίθενται ήδη στην αγορά κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 34 παράγραφος 1, [δηλαδή στις 14 Μα_ου 2000] ως δραστικές ουσίες βιοκτόνου για σκοπούς άλλους εκτός εκείνων που ορίζονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, [στοιχεία] γ_, και δ_. Με τη διαδικασία του άρθρου 28, παράγραφος 3, θα εκδοθεί κανονισμός ο οποίος θα περιέχει όλες τις αναγκαίες διατάξεις για τη θέσπιση και την εφαρμογή του προγράμματος, περιλαμβανομένου του καθορισμού προτεραιοτήτων αξιολόγησης των διαφόρων δραστικών ουσιών και του καθορισμού χρονοδιαγράμματος. Το αργότερο δύο έτη πριν από την ολοκλήρωση του προγράμματος εργασιών, η Επιτροπή υποβάλλει στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο έκθεση σχετικά με την πρόοδο που σημείωσε το πρόγραμμα.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετούς περιόδου και από την ημερομηνία που αναφέρεται στο άρθρο 34, παράγραφος 1, μπορεί να αποφασιστεί με τη διαδικασία του άρθρου 28, παράγραφος 3, ότι μια δραστική ουσία μπορεί να περιληφθεί στα παραρτήματα Ι, Ι A ή Ι B και υπό ποίους όρους, ή, σε περίπτωση που δεν πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 10 [σχετικά με την εν λόγω καταχώριση] ή δεν έχουν υποβληθεί οι απαιτούμενες πληροφορίες εντός της καθορισθείσας προθεσμίας, ότι αυτή η δραστική ουσία δεν μπορεί να περιληφθεί στα παραρτήματα Ι, Ι A ή Ι B.»
7 Στις 7 Σεπτεμβρίου 2000 η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΚ) 1896/2000, για την πρώτη φάση του προγράμματος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 16, παράγραφος 2, της οδηγίας (ΕΕ L 228 σ. 6, στο εξής: κανονισμός). Ο κανονισμός σκοπεί στην εκκίνηση της πρώτης φάσεως του προγράμματος εργασίας για την αναθεώρηση όλων των δραστικών ουσιών σε βιοκτόνα προϊόντα που διατίθενται ήδη στην αγορά στις 14 Μα_ου 2000 (στο εξής: πρόγραμμα αναθεωρήσεως). Όπως επισημαίνεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού «[η] πρώτη φάση αυτού του προγράμματος αναθεωρήσεως επιδιώκει να δώσει τη δυνατότητα στην Επιτροπή να προσδιορίζει υπάρχουσες δραστικές ουσίες βιοκτόνων προϊόντων και να καθορίζει εκείνες οι οποίες πρέπει να αξιολογούνται, προκειμένου να συμπεριληφθούν, ενδεχομένως, στο παράρτημα Ι, στο παράρτημα Ι Α ή στο παράρτημα Ι Β της οδηγίας».
8 Το άρθρο 2, στοιχείο α_, του κανονισμού ορίζει ως υπάρχουσα δραστική ουσία τη «δραστική ουσία που διατίθεται στην αγορά πριν από τις 14 Μα_ου 2000 ως δραστική ουσία βιοκτόνου για σκοπούς άλλους εκτός εκείνων που προβλέπονται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχεία γ_ και δ_, της οδηγίας».
9 Σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού, κάθε παραγωγός υπάρχουσας δραστικής ουσίας που διατίθεται στην αγορά προς χρήση σε βιοκτόνα προϊόντα «προσδιορίζει» αυτή τη δραστική ουσία υποβάλλοντας στην Επιτροπή τα πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τη δραστική ουσία που αναφέρει το παράρτημα Ι του κανονισμού και κάθε παρασκευαστής βιοκτόνου, δηλαδή ο κατασκευαστής ή ο αποκλειστικός αντιπρόσωπός του εντός της Κοινότητας, μπορεί να προσδιορίζει μια υπάρχουσα δραστική ουσία.
10 Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού, «[π]αραγωγοί, παρασκευαστές και ενώσεις, οι οποίοι επιθυμούν να υποβάλουν αίτηση για την ένταξη στο παράρτημα Ι ή στο παράρτημα Ι Α της οδηγίας υπάρχουσας δραστικής ουσίας σε έναν ή περισσότερους τύπο(-ους) προϊόντος(-ων), κοινοποιούν την εν λόγω δραστική ουσία στην Επιτροπή υποβάλλοντας τις πληροφορίες που προβλέπονται στο παράρτημα ΙΙ του παρόντος κανονισμού».
11 Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού, τα κράτη μέλη μπορούν να προσδιορίζουν πρόσθετες υπάρχουσες δραστικές ουσίες, εκτός εκείνων που περιέχει ο κατάλογος όλων των υπαρχουσών δραστικών ουσιών που έχουν προσδιοριστεί και μπορούν να εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους για την ενδεχόμενη καταχώριση στο παράρτημα Ι ή στο παράρτημα Ι Α της οδηγίας μιας υπάρχουσας δραστικής ουσίας σε τύπους προϊόντων στους οποίους έχει χρήσεις και τις οποίες το κράτος μέλος θεωρεί βασικές, ιδίως για την προστασία της ανθρώπινης υγείας και του περιβάλλοντος και για την οποία η Επιτροπή δεν δέχθηκε καμία κοινοποίηση.
12 Το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του κανονισμού προβλέπει, ως συνέπεια του προσδιορισμού και της κοινοποιήσεως, την έκδοση, σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 28 της οδηγίας, κανονισμού ο οποίος περιέχει, μεταξύ άλλων, εξαντλητικό κατάλογο των υπαρχουσών δραστικών ουσιών που πρέπει να αναθεωρηθεί κατά τη δεύτερη φάση του προγράμματος αναθεωρήσεως (στο εξής: κατάλογος αναθεωρήσεως). Αυτός ο κατάλογος αναθεωρήσεως περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις υπάρχουσες δραστικές ουσίες για τις οποίες έγινε δεκτή η κοινοποίηση ή οι οποίες απετέλεσαν αντικείμενο εκδηλώσεως ενδιαφέροντος εκ μέρους των κρατών μελών.
13 Το άρθρο 6 του κανονισμού συνεχίζει:
«2. Υπό την επιφύλαξη του άρθρου 16, παράγραφος 1, 2 ή 3, της οδηγίας, όλοι οι παραγωγοί δραστικής ουσίας που περιλαμβάνεται στον κατάλογο [αναθεωρήσεως] και όλοι οι παρασκευαστές βιοκτόνων προϊόντων που περιέχουν τη δραστική αυτή ουσία, μπορούν να αρχίσουν ή να εξακολουθήσουν να διαθέτουν στην αγορά τη δραστική ουσία, ως έχει ή σε βιοκτόνα προϊόντα, στον τύπο ή στους τύπους προϊόντων για τα οποία η Επιτροπή έχει δεχτεί τουλάχιστον μία κοινοποίηση.
3. Σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 28, παράγραφος 3, της οδηγίας, εκδίδονται αποφάσεις που απευθύνονται στα κράτη μέλη, που ορίζουν ότι οι δραστικές ουσίες που ακολουθούν δεν πρέπει να περιληφθούν στο παράρτημα Ι, στο παράρτημα Ι Α ή στο παράρτημα Ι Β της οδηγίας στο πλαίσιο του προγράμματος αναθεωρήσεως και ότι οι δραστικές αυτές ουσίες, αυτούσιες ή σε βιοκτόνα προϊόντα, δεν θα διατίθενται πλέον στην αγορά για βιοκτόνους σκοπούς:
α) δραστικές ουσίες που δεν περιλαμβάνονται στον κατάλογο στον οποίο αναφέρεται η παράγραφος 1, [στοιχείο] β_·
β) δραστικές ουσίες που περιλαμβάνονται στον κατάλογο στον οποίο αναφέρεται η παράγραφος 1, [στοιχείο] β_, σε τύπους προϊόντων για τα οποία η Επιτροπή δεν έχει δεχτεί καμία κοινοποίηση.
Ωστόσο, εάν η δραστική ουσία περιλαμβάνεται στον κατάλογο υπαρχουσών δραστικών ουσιών ο οποίος προβλέπεται στην παράγραφο 1, [στοιχείο] α_, πρέπει να επιτραπεί εύλογο χρονικό διάστημα σταδιακής κατάργησης όχι μεγαλύτερο των τριών ετών από την ημερομηνία κατά την οποία αρχίζει να ισχύει η απόφαση η οποία προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο.»
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
14 Η προσφεύγουσα παράγει και πωλεί τη δραστική ουσία παρακετικό οξύ (στο εξής: οξύ) και βιοκτόνα προϊόντα που περιέχουν τη δραστική αυτή ουσία.
15 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 8 Νοεμβρίου 2000, η προσφεύγουσα άσκησε, δυνάμει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, προσφυγή περί ακυρώσεως του κανονισμού. Στην ουσία, ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός πρέπει να ακυρωθεί, καθόσον αντίκεται προς τη νομική του βάση, την οποία συνιστά η οδηγία, διότι, μεταξύ άλλων, υπερβαίνει τις διατάξεις για την προστασία των δεδομένων που περιέχει η οδηγία, αγνοώντας την προστασία που διασφαλίζει η οδηγία, των εμπορικά ευαίσθητων και δαπανηρών πληροφοριακών στοιχείων όσον αφορά τις δραστικές ουσίες κατά την περίοδο αναθεωρήσεως αυτών των δραστικών ουσιών και διότι νοθεύει τον ανταγωνισμό κατά παράβαση της Συνθήκης ΕΚ, καθόσον επιτρέπει στις επιχειρήσεις που δεν μετέχουν στη διαδικασία αναθεωρήσεως να επωφελούνται από τις κοινοποιήσεις επιχειρήσεων που μετέχουν στη διαδικασία αυτή και είναι επιμελείς, όπως η ίδια.
16 Με χωριστό δικόγραφο, που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 12 Ιανουαρίου 2001, η προσφεύγουσα υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 242 ΕΚ, αίτηση αναστολής εκτελέσεως του κανονισμού αυτού μέχρις ότου το Πρωτοδικείο αποφανθεί επί της ουσίας.
17 Στις 18 Ιανουαρίου 2001 η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της προσφυγής περί ακυρώσεως, δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου.
18 Η προσφεύγουσα υπέβαλε παρατηρήσεις επί της ενστάσεως απαραδέκτου στις 28 Φεβρουαρίου 2001.
19 Η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων απορρίφθηκε με διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 15ης Ιουνίου 2001 και το Πρωτοδικείο επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα.
20 Με διάταξη του Προέδρου του δεύτερου τμήματος του Πρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 2001, επετράπη η παρέμβαση της Eurobrom BV, της Lonza GmbH, της Arch Chemicals SA και της Troy Chemical Company BV προς στήριξη των αιτημάτων της προσφεύγουσας και το Πρωτοδικείο επιφυλάχθηκε ως προς τα δικαστικά έξοδα. Οι παρεμβαίνουσες κλήθηκαν να εκθέσουν, αρχικά, τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματά τους επί του ζητήματος του παραδεκτού της προσφυγής.
21 Το Πρωτοδικείο έλαβε μέτρα οργανώσεως της διαδικασίας καλώντας τους διαδίκους της κύριας δίκης να απαντήσουν σε γραπτές ερωτήσεις. Οι διάδικοι συμμορφώθηκαν με τις προσκλήσεις αυτές.
22 Οι παρεμβαίνουσες υπέβαλαν στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου υπομνήματα παρεμβάσεως στις 5 Σεπτεμβρίου 2001.
23 Η Επιτροπή υπέβαλε τις παρατηρήσεις της επί των υπομνημάτων παρεμβάσεως στις 28 Νοεμβρίου 2001.
Αιτήματα των διαδίκων
24 Η προσφεύγουσα ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να κηρύξει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη·
- να ακυρώσει τον κανονισμό βάσει του άρθρου 230, παράγραφος 4, ΕΚ·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στο σύνολο των δικαστικών εξόδων.
25 Οι παρεμβαίνουσες, με τα υπομνήματα παρεμβάσεως, ζητούν από το Πρωτοδικείο να κηρύξει την προσφυγή παραδεκτή.
26 Η Επιτροπή ζητεί από το Πρωτοδικείο:
- να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη·
- να καταδικάσει την προσφεύγουσα και τις παρεμβαίνουσες στα δικαστικά έξοδα.
Σκεπτικό
27 Δυνάμει του άρθρου 114, παράγραφος 1, του Κανονισμού Διαδικασίας, αν ένας διάδικος το ζητήσει, το Πρωτοδικείο μπορεί να κρίνει επί της ενστάσεως απαραδέκτου χωρίς να εισέλθει στην ουσία. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, η διαδικασία επί της αιτήσεως συνεχίζεται προφορικά, εκτός αν το Πρωτοδικείο αποφασίσει άλλως. Εν προκειμένω, το Πρωτοδικείο φρονεί ότι διαφωτίστηκε αρκετά από τα έγγραφα της δικογραφίας για να αποφανθεί επί του αιτήματος χωρίς να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία.
Επιχειρήματα των διαδίκων
28 Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή.
29 Πρώτον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι ο κανονισμός, μολονότι χαρακτηρίζεται ως τέτοιος, αποτελεί στην πράξη απόφαση που την αφορά άμεσα και ατομικά. Ο κανονισμός τής επιβάλλει λεπτομερείς και άμεσες υποχρεώσεις, χωρίς να αφήνει εξουσία εκτιμήσεως σε οποιονδήποτε τρίτον και χωρίς να απαιτεί από τα κράτη μέλη το παραμικρό πρόσθετο μέτρο εκτελέσεως. Ισχυρίζεται ότι ανήκει στην «κλειστή κατηγορία» εταιριών στις οποίες εφαρμόζεται ο κανονισμός - ο οποίος καθορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθούν οι παραγωγοί υπαρχουσών δραστικών ουσιών - δηλαδή στις εταιρίες που διέθεσαν στην κοινοτική αγορά βιοκτόνο που περιέχει δραστικές ουσίες που διατέθηκαν στην αγορά πριν από τις 14 Μα_ου 2000. Ο κανονισμός απευθύνεται, επομένως, σε ειδική κατηγορία προσώπων, η οποία περιορίζεται σαφώς και οικειοθελώς αριθμητικά και χρονικά και δεν μπορεί να διευρυνθεί μετά την έκδοση του κανονισμού. Η προσφεύγουσα παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 15ης Ιουλίου 1963, 25/62, Plaumann κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 939), της 16ης Μα_ου 1991, C-358/89, Extramet Industrie κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. Ι-2501), και της 18ης Μα_ου 1994, C-309/89, Codorniu κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-1853).
30 Δεύτερον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι έλαβε ενεργώς μέρος στη διαδικασία εκδόσεως του κανονισμού, μέσω του Conseil européen de l'industrie chimique (CEFIC). Προς στήριξη του επιχειρήματος αυτού, παραθέτει, μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Extramet Industrie κατά Συμβουλίου και την απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Απριλίου 1998, C-321/95 P, Greenpeace κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. Ι-1651).
31 Τρίτον, παρότι η Επιτροπή είχε λάβει γνώση των ειδικών συμφερόντων της προσφεύγουσας και υποχρεώθηκε να τα λάβει υπόψη, η Επιτροπή εξέδωσε κανονισμό, ο οποίος δεν αναγνωρίζει τα δικαιώματα ιδιοκτησίας της προσφεύγουσας επί του οξέος, παρότι τα δικαιώματα αυτά προστατεύονται από το κοινοτικό δίκαιο και ιδίως από τις διατάξεις του άρθρου 12 της οδηγίας σχετικά με την προστασία των υπαρχόντων δεδομένων, και ο οποίος δίνει, επομένως, τη δυνατότητα στους ανταγωνιστές της προσφεύγουσας που δεν συμμορφώνονται με τον κανονισμό να έχουν δωρεάν πρόσβαση στα δεδομένα της. Σ' αυτό το πλαίσιο, η προσφεύγουσα παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Ιανουαρίου 1985, 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 207), και στην απόφαση του Πρωτοδικείου της 14ης Σεπτεμβρίου 1995, T-480/93 και T-483/93, Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2305).
32 Τέλος, ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο δικαστήριο που μπορεί να προστατεύσει τα δικαιώματά της.
33 Οι παρεμβαίνουσες συντάσσονται, στην ουσία, με τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας. Επιπλέον, ισχυρίζονται ότι μόνον τα πρόσωπα που διέθεσαν βιοκοτόνο στην κοινοτική αγορά πριν από τις 14 Μα_ου 2000 μπορούν να συμμετέχουν στο πρόγραμμα αναθεωρήσεως των βιοκτόνων, δεδομένου ότι μόνον αυτά μπορούν να αποδείξουν ότι το βιοκτόνο τέθηκε στην αγορά πριν από την ημερομηνία αυτή και μόνον αυτά μπορούν να κοινοποιήσουν τα λοιπά δεδομένα που απαριθμεί το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού, το οποίο διευκρινίζει τις προϋποθέσεις κοινοποιήσεως.
34 Επιπλέον, οι παρεμβαίνουσες ισχυρίζονται ότι ο κανονισμός αφορά ατομικά την προσφεύγουσα, διότι είναι η μοναδική παραγωγός οξέος που είναι σε θέση να κοινοποιήσει το οξύ που χρησιμοποιείται στα συστήματα ψύξης και επεξεργασίας υγρών, εφόσον είναι η μοναδική παραγωγός οξέος που διέθεσε στο εμπόριο το οξύ εντός αυτού του τμήματος της αγοράς πριν από την καταληκτική ημερομηνία της 14ης Μα_ου 2000.
35 H Επιτροπή προβάλλει το απαράδεκτο της προσφυγής.
36 Παρατηρεί, εκ προοιμίου, ότι η προσφεύγουσα ζητεί την ακύρωση του κανονισμού στο σύνολό του και δεν περιορίζεται στις διατάξεις του άρθρου 6, παράγραφοι 2 και 3, δεύτερο εδάφιο, οι οποίες φαίνεται να την απασχολούν κυρίως.
37 Κατά την Επιτροπή, η προσφυγή είναι απαράδεκτη, διότι ο κανονισμός δεν είναι «απόφαση» που αφορά άμεσα και ατομικά την προσφεύγουσα. Ο κανονισμός έχει γενική ισχύ, εφόσον απευθύνεται σε όλους τους παραγωγούς, τους παρασκευαστές, τους εισαγωγείς, τις ενώσεις και τα κράτη μέλη που αφορά ο προσδιορισμός και/ή η κοινοποίηση των υπαρχουσών δραστικών ουσιών.
38 Στη συνέχεια, ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει περιορισμένος κύκλος παραγωγών υπαρχουσών δραστικών ουσιών, καθόσον η μοναδική «κλειστή κατηγορία» που αφορά ο κανονισμός είναι αυτή των υπαρχουσών δραστικών ουσιών.
39 Απαντώντας στα επιχειρήματα των παρεμβαινουσών, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι ο κανονισμός δεν απαιτεί να αποδειχθεί ότι ο κοινοποιών διέθεσε μια ουσία στην αγορά πριν από τις 14 Μα_ου 2000 και προσθέτει ότι κάθε επιχειρηματίας μπορεί, κατ' αρχήν, να υποβάλει τα στοιχεία που απαριθμεί το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού.
40 Όσον αφορά το ζήτημα της ενεργούς συμμετοχής στη διαδικασία εκδόσεως του κανονισμού, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι καμία διάταξη δεν απαιτεί τη συμμετοχή ιδιωτών στην εκπόνηση του κανονισμού και ότι η διαβούλευση με την ένωση, της οποίας είναι μέλος η προσφεύγουσα, έγινε οικειοθελώς και για καθαρά πληροφοριακούς σκοπούς.
41 Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, αντίθετα προς τις συνθήκες που οδήγησαν στην έκδοση των προπαρατεθεισών αποφάσεων Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής και Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής, δεν υπεχρεούτο, κατά την έκδοση του κανονισμού, να δώσει προτεραιότητα στα μέτρα που διαταράσσουν κατά το δυνατόν λιγότερο, ούτε να διεξαγάγει έρευνα για ενδεχόμενες επιπτώσεις.
Εκτίμηση του Πρωτοδικείου
42 Κατά το άρθρο 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δύναται να ασκεί προσφυγή κατά των αποφάσεων οι οποίες, παρότι εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, το αφορούν άμεσα και ατομικά.
43 Η προσφεύγουσα αμφισβητεί, πρώτον, την κανονιστική φύση της προσβαλλόμενης πράξεως ισχυριζόμενη, στην ουσία, ότι πρέπει να θεωρηθεί ως απόφαση της οποίας είναι αποδέκτης, ως μέλος κλειστού και περιορισμένου κύκλου οικείων επιχειρηματιών.
44 Επιβάλλεται να υπομνηστεί, πρώτον, ότι το κριτήριο που διακρίνει έναν κανονισμό από μια απόφαση πρέπει να αναζητείται στη γενική ισχύ της επίμαχης πράξεως και ότι μια πράξη έχει γενική ισχύ αν εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και παράγει τα έννομα αποτελέσματά της έναντι κατηγοριών προσώπων λαμβανομένων κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο (βλ. απόφαση του Πρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1996, T-482/93, Weber κατά Επιτροπής, Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-609, σκέψη 55, και την παρατιθέμενη νομολογία).
45 Εν προκειμένω, ο κανονισμός θεσπίζει τις διατάξεις που είναι αναγκαίες για την εκπόνηση και την εφαρμογή της πρώτης φάσεως του προγράμματος αναθεωρήσεως του άρθρου 16, παράγραφος 2, της οδηγίας. Αυτή η πρώτη φάση αποσκοπεί στο να καταστεί δυνατή η κατάρτιση εξαντλητικού καταλόγου όλων των υπαρχουσών δραστικών ουσιών. Προς τον σκοπό αυτό, αφενός, οι κανόνες που διέπουν τη διαδικασία προσδιορισμού επιβάλλουν στους παραγωγούς και παρέχουν στους παρασκευαστές και στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προσκομίσουν στην Επιτροπή πληροφοριακά στοιχεία επί των υπαρχουσών δραστικών ουσιών σε βιοκτόνα. Αφετέρου, ο κανονισμός θεσπίζει διαδικασία κοινοποιήσεως για να μπορούν οι παραγωγοί, οι παρασκευαστές, οι ενώσεις και τα κράτη μέλη να πληροφορούν την Επιτροπή ότι επιθυμούν να ζητήσουν την καταχώριση υπάρχουσας δραστικής ουσίας στο παράρτημα Ι, στο παράρτημα Ι A ή στο παράρτημα Ι B της οδηγίας για έναν ή περισσότερους τύπους προϊόντων και ότι αναλαμβάνουν τη δέσμευση να προσκομίσουν όλα τα πληροφοριακά στοιχεία που απαιτούνται ώστε να αξιολογηθεί ορθώς η δραστική αυτή ουσία και να ληφθεί απόφαση ως προς αυτήν. Το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού προβλέπει ότι όλοι οι παραγωγοί μιας δραστικής ουσίας που περιλαμβάνεται στον κατάλογο αναθεωρήσεως και όλοι οι παρασκευαστές βιοκτόνων που περιέχουν τη δραστική αυτή ουσία μπορούν να αρχίσουν ή να εξακολουθούν να διαθέτουν στην αγορά αυτή τη δραστική ουσία, ως έχει ή σε βιοκτόνα προϊόντα, για τον τύπο ή τους τύπους προϊόντων για τα οποία η Επιτροπή έχει δεχτεί τουλάχιστον μία κοινοποίηση.
46 Συνεπώς, ο κανονισμός εφαρμόζεται σε αντικειμενικώς προσδιοριζόμενες καταστάσεις και παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων λαμβανομένων κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, δηλαδή, μεταξύ άλλων, έναντι όλων των παραγωγών και των παρασκευαστών που μπορούν να προσδιορίσουν υπάρχουσες δραστικές ουσίες, έναντι όλων των παραγωγών, των παρασκευαστών και των ενώσεων που επιθυμούν να ζητήσουν την καταχώριση μιας υπάρχουσας δραστικής ουσίας σε ένα από τα παραρτήματα της οδηγίας για έναν ή περισσότερους τύπους προϊόντων και, τέλος, έναντι όλων των παραγωγών μιας δραστικής ουσίας την οποία περιλαμβάνει ο κατάλογος αναθεωρήσεως και έναντι όλων των παρασκευαστών βιοκοτόνων που περιέχουν αυτή τη δραστική ουσία. Αυτή η ρύθμιση έχει, λόγω της γενικής της ισχύος, κανονιστικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί απόφαση υπό την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ.
47 Ωστόσο, ο κανονιστικός χαρακτήρας του κανονισμού δεν σημαίνει ότι αποκλείεται ο κανονισμός να αφορά άμεσα και ατομικά ορισμένα φυσικά ή νομικά πρόσωπα υπό την έννοια του άρθρου 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (προπαρατεθείσα απόφαση Cordoniu κατά Συμβουλίου, σκέψη 19, προπαρατεθείσα απόφαση Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής, σκέψη 66, και απόφαση του Πρωτοδικείου της 13ης Δεκεμβρίου 1995, T-481/93 και T-484/93, Exporteurs in Levende Varkens κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-2941, σκέψη 50). Αυτό συντρέχει όταν η εν λόγω πράξη θίγει ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο λόγω ορισμένων ειδικών χαρακτηριστικών του ή μιας πραγματικής καταστάσεως που το χαρακτηρίζει σε σχέση με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο και το εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με εκείνον του αποδέκτη (προπαρατεθείσα απόφαση Plaumann κατά Επιτροπής και προπαρατεθείσα απόφαση Codorniu κατά Συμβουλίου, σκέψη 20).
48 Συναφώς, πρέπει να απορριφθεί η θέση της προσφεύγουσας ότι ο κανονισμός εφαρμόζεται στην «κλειστή κατηγορία» εταιριών που διέθεσαν στην κοινοτική αγορά βιοκτόνο που περιέχει υπάρχουσες δραστικές ουσίες. Ο κανονισμός απευθύνεται, πράγματι, σε όσους έχουν συμφέρον στον προσδιορισμό και την κοινοποίηση των υπαρχουσών δραστικών ουσιών και των βιοκτόνων που περιέχουν αυτές τις ουσίες και όχι μόνο στους επιχειρηματίες που διέθεσαν στην αγορά, πριν από τις 14 Μα_ου 2000, βιοκτόνο που περιέχει υπάρχουσες δραστικές ουσίες. Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 6, παράγραφος 2, του κανονισμού - το οποίο φαίνεται να αναφέρει ειδικά η προσφεύγουσα - επιτρέπει σε όλους τους παραγωγούς και σε όλους τους παρασκευαστές να εξακολουθούν ή να αρχίσουν να διαθέτουν στην αγορά υπάρχουσες δραστικές ουσίες και βιοκτόνα που περιέχουν αυτές τις ουσίες για τον τύπο ή τους τύπους προϊόντων για τα οποία η Επιτροπή δέχθηκε τουλάχιστον μία κοινοποίηση.
49 Σ' αυτό το πλαίσιο, επιβάλλεται να τονιστεί ότι κάθε επιχειρηματίας που μπορεί να αποδείξει ότι η δραστική ουσία τέθηκε στην αγορά πριν από τις 14 Μα_ου 2000 μπορεί να κοινοποιήσει μια υπάρχουσα δραστική ουσία και η απόδειξη αυτή δεν σημαίνει ότι αυτός ο επιχειρηματίας διέθεσε στο εμπόριο ο ίδιος τη δραστική ουσία ή το βιοκτόνο που περιέχει αυτή τη δραστική ουσία πριν από τις 14 Μα_ου 2000. Ομοίως, κάθε ενδιαφερόμενος επιχειρηματίας μπορεί, κατ' αρχήν, να παρέχει τα λοιπά στοιχεία που απαριθμεί το παράρτημα ΙΙ του κανονισμού.
50 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι η πρόσβαση στις διαδικασίες προσδιορισμού και/ή κοινοποιήσεως προβλέπεται αποκλειστικά υπέρ του μοναδικού επιχειρηματία που προμηθεύει συγκεκριμένο τμήμα της αγοράς. Ως εκ τούτου, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα των παρεμβαινουσών ότι ο κανονισμός αφορά ατομικά την προσφεύγουσα, καθόσον είναι η μοναδική παραγωγός οξέος που είναι σε θέση να κοινοποιήσει το οξύ που χρησιμοποιείται στα συστήματα ψύξης και επεξεργασίας υγρών. Ο κανονισμός αφορά πράγματι την καταγραφή όλων των υπαρχουσών δραστικών ουσιών στα βιοκτόνα, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2, στοιχείο α_, του κανονισμού, με τη βοήθεια των πληροφοριακών στοιχείων που προσκομίζουν όλοι οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί και παρασκευαστές.
51 Το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι μετέσχε στη διαδικασία εκδόσεως του κανονισμού είναι επίσης αλυσιτελές. Επιβάλλεται η παρατήρηση, πρώτον, ότι η προσφεύγουσα δεν μετέσχε ατομικά στη διαδικασία αυτή, αλλά συμμετέσχε η CEFIC, μια ένωση, μέλος της οποίας είναι η προσφεύγουσα. Επιπλέον, από τη νομολογία προκύπτει ότι το γεγονός ότι ένα πρόσωπο εμπλέκεται, κατά τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στη διαδικασία εκδόσεως κοινοτικής πράξεως μπορεί να εξατομικεύσει το πρόσωπο αυτό όσον αφορά την εν λόγω πράξη μόνον εφόσον έχουν προβλεφθεί για το πρόσωπο αυτό από την ισχύουσα κοινοτική ρύθμιση ορισμένες διαδικαστικές εγγυήσεις (βλ. διάταξη του Πρωτοδικείου της 3ης Ιουνίου 1997, T-60/96, Merck κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-849, σκέψη 73, και την παρατιθέμενη νομολογία). Εν προκειμένω, καμία διάταξη δεν υποχρεώνει την Επιτροπή, πριν από την έκδοση του κανονισμού, να ακολουθήσει μια διαδικασία στο πλαίσιο της οποίας πρόσωπα όπως η προσφεύγουσα θα είχαν το δικαίωμα αναγνωρίσεως δικαιωμάτων ή ακροάσεως. Η μοναδική διάταξη την οποία προβάλλει στο πλαίσιο αυτό η προσφεύγουσα είναι η εικοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, σύμφωνα με την οποία, για την εφαρμογή της οδηγίας, την προσαρμογή των παραρτημάτων της στην εξέλιξη των τεχνικών και επιστημονικών γνώσεων και την καταχώριση των δραστικών ουσιών στα σχετικά παραρτήματα, απαιτείται στενή συνεργασία μεταξύ της Επιτροπής, των κρατών μελών και των αιτούντων και σύμφωνα με την οποία, σε περίπτωση εφαρμογής της, η διαδικασία της μόνιμης επιτροπής βιοκτόνων συνιστά κατάλληλη βάση για τη συνεργασία αυτή. Η διάταξη όμως αυτή δεν παρέχει διαδικαστικά δικαιώματα στην προσφεύγουσα.
52 Η θέση της προσφεύγουσας ότι η Επιτροπή υποχρεούτο, κατά την έκδοση του κανονισμού, να λάβει υπόψη τα ειδικά της συμφέροντα και ότι έχει, για τον λόγο αυτό, δικαίωμα προσφυγής εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Σε αντίθεση προς τις προπαρατεθείσες αποφάσεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο των υποθέσεων Πειραϊκή-Πατραϊκή κ.λπ. κατά Επιτροπής και Antillean Rice Mills κ.λπ. κατά Επιτροπής, δεν υπάρχει εν προκειμένω διάταξη που να υποχρεώνει την Επιτροπή να λάβει υπόψη τις συνέπειες της πράξεως που προτίθεται να εκδώσει για την κατάσταση ορισμένων ιδιωτών.
53 Το ζήτημα αν οι διατάξεις του κανονισμού προσβάλλουν τα δικαιώματα ιδιοκτησίας της προσφεύγουσας, όπως προστατεύονται από το άρθρο 12 της οδηγίας, εμπίπτει στην ουσία της υποθέσεως. Εν πάση περιπτώσει, η προσβολή αυτή, ακόμη κι αν είχε αποδειχθεί, δεν αρκεί για να εξατομικεύσει την προσφεύγουσα σε σχέση με κάθε άλλο επιχειρηματία που κοινοποιεί μια υπάρχουσα δραστική ουσία.
54 Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι η παρούσα προσφυγή είναι το μοναδικό ένδικο μέσο που διαθέτει, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η ενδεχόμενη μη ύπαρξη ενδίκων μέσων, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι συντρέχει, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τροποποίηση του συστήματος των ενδίκων μέσων και διαδικασιών που έχει καθιερωθεί από τη Συνθήκη, μέσω δικαστικής ερμηνείας. Σε καμία περίπτωση, από το γεγονός αυτό δεν συνάγεται ότι είναι παραδεκτή μια προσφυγή περί ακυρώσεως που ασκεί φυσικό ή νομικό πρόσωπο που δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ (απόφαση του Πρωτοδικείου της 22ας Φεβρουαρίου 2000, T-138/98, ACAV κ.λπ. κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-341, σκέψη 68).
55 Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι ο κανονισμός δεν αφορά την προσφεύγουσα ατομικά. Επομένως, εφόσον η προσφεύγουσα δεν πληροί μία από τις προϋποθέσεις παραδεκτού του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, η προσφυγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
56 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του αντιδίκου. Εφόσον η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί, σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής, στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, πλην των δικαστικών εξόδων που προκλήθηκαν από τις παρεμβάσεις.
57 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι παρεμβαίνοντες διάδικοι φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα. Δυνάμει του άρθρου 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, οι παρεμβαίνουσες θα φέρουν από κοινού και εις ολόκληρον τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή λόγω των παρεμβάσεών τους.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο τμήμα)
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Η προσφεύγουσα φέρει τα δικαστικά της έξοδα και τα έξοδα της Επιτροπής, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, πλην των δικαστικών εξόδων που προκλήθηκαν από τις παρεμβάσεις.
3) Οι παρεμβαίνουσες φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα καθώς και, εις ολόκληρον, τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε η Επιτροπή λόγω των παρεμβάσεών τους.
Full & Egal Universal Law Academy