Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
Λέξεις κλειδιά
ροσφυγή ακυρώσεως ροσφυγή βάλλουσα κατά αποφάσεως η οποία απλώς επιβεβαιώνει προηγουμένη απόφαση ροσφυγές που ασκήθηκαν ταυτόχρονα κατά της βεβαιούμενης και της βεβαιωτικής αποφάσεως στα πλαίσια της ίδιας προσφυγής αραδεκτό υπό ορισμένες συνθήκες Βεβαιούμενη και βεβαιωτική απόφαση που προσβάλλονται με δύο διαφορετικές προσφυγές Απαράδεκτο
(Άρθρο 230, εδ. 4 ΕΚ)
Περίληψη
$$αρότι είναι αληθές ότι η έννοια της βεβαιωτικής πράξεως αναπτύχθηκε στη νομολογία, μεταξύ άλλων, για να εμποδίσει την άσκηση προσφυγών που θα είχαν ως αποτέλεσμα να αναβιώνουν παρελθούσες προθεσμίες ασκήσεως και ότι, συνεπώς, σε περιπτώσεις όπου μια τέτοια καταστρατήγηση των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής δεν μπορεί να εξακριβωθεί, ο κοινοτικός δικαστής έκρινε, σε ορισμένες περιπτώσεις, παραδεκτές τις προσφυγές που ασκήθηκαν ταυτόχρονα κατά της βεβαιούμενης και της βεβαιωτικής αποφάσεως στα πλαίσια της ίδιας προσφυγής η λύση αυτή δεν μπορεί να έχει εφαρμογή όταν η βεβαιούμενη και η βεβαιωτική απόφαση προσβάλλονται με δύο διαφορετικές προσφυγές και ο προσφεύγων μπορεί να υποστηρίξει την άποψή του και να προβάλει τα επιχειρήματά του στο πλαίσιο της πρώτης προσφυγής.
( βλ. σκέψεις 34-35 )
Διάδικοι
Στην υπόθεση T-354/00,
Μétropole télévision SA (Μ6), με έδρα το αρίσι (Γαλλία), εκπροσωπούμενη από τον D. Théophile, δικηγόρο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένης από τους K. Wiedner και B. Mongin, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση περί ακυρώσεως της αποφάσεως της Επιτροπής της 12ης Σεπτεμβρίου 2000 περί απορρίψεως της από 6 Μαρτίου 2000 καταγγελίας της προσφεύγουσας,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΤΩΝ ΕΥΡΩΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ (δεύτερο τμήμα),
συγκείμενο από τους R. Μ. Moura Ramos, ρόεδρο, J. Pirrung και A. W. H. Meij, δικαστές,
γραμματέας: H. Jung
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης
ραγματικά περιστατικά και ιστορικό της διαφοράς
1 Η Ευρωπαϊκή Ένωση Ραδιοτηλεοπτικών Εκπομπών (στο εξής: ΕΕΡΕ) είναι επαγγελματική ένωση ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών μη εμπορικού χαρακτήρα, ιδρυθείσα το 1950, με έδρα τη Γενεύη (Ελβετία). Κατά το άρθρο 2 του καταστατικού της, όπως τροποποιήθηκε στις 3 Ιουλίου 1992, οι σκοποί της ΕΕΡΕ έγκεινται στην εκπροσώπηση των συμφερόντων των μελών της στον τομέα των προγραμμάτων, αλλά και στον νομικό, τεχνικό και άλλους τομείς, ιδίως δε στην προώθηση, με κάθε μέσο, όπως, επί παραδείγματι, μέσω της Eurovision και της Euroradio, των ανταλλαγών ραδιοτηλεοπτικών προγραμμάτων και κάθε άλλης μορφής συνεργασίας μεταξύ των μελών της και των άλλων οργανισμών ραδιοφωνικών εκπομπών ή ομίλων τέτοιων οργανισμών, καθώς και στην υποβοήθηση των ενεργών μελών της στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων οποιασδήποτε μορφής ή στη διεξαγωγή διαπραγματεύσεων από την ίδια κατόπιν αιτήσεως των μελών της και για λογαριασμό τους.
2 Η Eurovision αποτελεί το βασικό πλαίσιο ανταλλαγής προγραμμάτων μεταξύ των ενεργών μελών της EΕΡΕ. Υφίσταται από το 1954 και ικανοποιεί σημαντικό μέρος των σκοπών της EΕΡΕ. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 6, του καταστατικού, ως είχε στις 3 Ιουλίου 1992: «Η Eurovision είναι σύστημα ανταλλαγής τηλεοπτικών προγραμμάτων που οργανώνει και συντονίζει η ΕΕΡΕ, στηρίζεται στην ανάληψη της υποχρεώσεως των μελών της να αλληλεξυπηρετούνται, υπό τον όρον της αμοιβαιότητας, ως προς [...] τη μετάδοση αθλητικών και μορφωτικών εκδηλώσεων που λαμβάνουν χώρα στην εθνική επικράτεια, κατά το μέτρο που ενδιαφέρουν, ενδεχομένως, τα άλλα μέλη της Eurovision, διασφαλίζοντας με τον τρόπο αυτό, προς αμοιβαίο όφελος, υψηλή ποιότητα προγραμμάτων στους εν λόγω τομείς για το αντίστοιχο κοινό τους.» Μέλη της Eurovision είναι τα ενεργά μέλη της ΕΕΡΕ, καθώς και οι κοινοπραξίες των ενεργών μελών της τελευταίας. Όλα τα ενεργά μέλη της ΕΕΡΕ μπορούν να μετέχουν σε σύστημα από κοινού κτήσεως και κατανομής των δικαιωμάτων (και των σχετικών τελών) για την τηλεοπτική μετάδοση των διεθνών αθλητικών εκδηλώσεων, δικαιωμάτων αποκαλουμένων «δικαιώματα της Eurovision».
3 Ένας ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός, προκειμένου να καταστεί ενεργό μέλος, πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις που αριθμεί το άρθρο 3, παράγραφος 3, του καταστατικού (στο εξής: κριτήρια προσχωρήσεως). Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν, μεταξύ άλλων, το ποσοστό της εθνικής κάλυψης, τη φύση και τη χρηματοδότηση των προγραμμάτων.
4 Μέχρι 1ης Μαρτίου 1988, η παροχή των υπηρεσιών της ΕΕΡΕ και της Eurovision επιφυλασσόταν υπέρ των μελών τους. Ωστόσο, η αναθεώρηση του καταστατικού το 1988 προσέθεσε στο άρθρο 3 νέα παράγραφο (παράγραφο 6), προβλέπουσα τη δυνατότητα των συνδεδεμένων μελών, αλλά και των μη μελών της ΕΕΡΕ, να έχουν συμβατική πρόσβαση στην Eurovision.
5 Μετά από καταγγελία της 17ης Δεκεμβρίου 1987 της εταιρίας Screensport, η Επιτροπή ερεύνησε το συμβατό των κανόνων που διέπουν το ως άνω σύστημα από κοινού αγοράς και κατανομής των τηλεοπτικών δικαιωμάτων για τις αθλητικές εκδηλώσεις προς το άρθρο 81 ΕΚ. Η καταγγελία αφορούσε, μεταξύ άλλων, την άρνηση της ΕΕΡΕ και των μελών της να χορηγήσουν παρεπόμενες άδειες για αθλητικές εκδηλώσεις. Στις 12 Δεκεμβρίου 1988 η Επιτροπή απηύθυνε στην ΕΕΡΕ ανακοίνωση αιτιάσεων αφορώσα τους κανόνες που διέπουν την κτήση και τη χρήση, στο πλαίσιο του συστήματος της Eurovision, των τηλεοπτικών δικαιωμάτων για αθλητικές εκδηλώσεις, που είναι συνήθως αποκλειστικής φύσεως. Η Επιτροπή δήλωσε ότι ήταν διατεθειμένη να χορηγήσει απαλλαγή υπέρ των εν λόγω κανόνων, υπό την προϋπόθεση ότι θα προβλεπόταν υποχρέωση χορηγήσεως παρεπομένων αδειών στα μη μέλη όσον αφορά σημαντικό μέρος των οικείων δικαιωμάτων και υπό λογικούς όρους.
6 Στις 3 Απριλίου 1989 η ΕΕΡΕ κοινοποίησε στην Επιτροπή τους κανόνες που διέπουν την κτήση των δικαιωμάτων τηλεοπτικής μεταδόσεως αθλητικών εκδηλώσεων, την ανταλλαγή αθλητικών εκπομπών στο πλαίσιο της Eurovision και τη συμβατική πρόσβαση τρίτων στα προγράμματα αυτά, αιτούμενη ταυτόχρονα τη χορήγηση αρνητικής πιστοποιήσεως ή, ελλείψει αυτής, απαλλαγής δυνάμει του άρθρου 81, παράγραφος 3, EK.
7 Μετά την εκ μέρους της ΕΕΡΕ συναίνεση όσον αφορά τη χαλάρωση των κανόνων περί χορηγήσεως παρεπομένων αδειών για τις εν λόγω εκπομπές, η Επιτροπή εξέδωσε, στις 11 Ιουνίου 1993, την απόφαση 93/403/ΕΟΚ, σχετικά με τη διαδικασία βάσει του άρθρου [81] της Συνθήκης ΕΟΚ (EE L 179, σ. 23), βάσει της οποίας το θεσμικό αυτό όργανο χορήγησε απαλλαγή σύμφωνα με την παράγραφο 3 του προπαρατεθέντος άρθρου (στο εξής: πρώτη απόφαση περί απαλλαγής).
8 Η απόφαση αυτή ακυρώθηκε με την απόφαση του ρωτοδικείου της 11ης Ιουλίου 1996, Τ-528/93, Τ-542/93, Τ-543/93 και Τ-546/93, Μétropole télévision κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. ΙΙ-649, στο εξής: δικαστική απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996).
9 Από το 1987 η Μétropole télévision (στο εξής: Μ6) υπέβαλε έξι φορές φάκελο υποψηφιότητας στην ΕΕΡΕ. Κάθε φορά η υποψηφιότητά της απορριπτόταν με το αιτιολογικό ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις προσχωρήσεως που προέβλεπε το καταστατικό της ΕΕΡΕ. Μετά την τελευταία άρνηση της ΕΕΡΕ, η Μ6 στις 5 Δεκεμβρίου 1997 υπέβαλε καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής, επικρίνοντας τις πρακτικές της ΕΕΡΕ έναντι της Μ6 και, ειδικότερα, τη «συστηματική a priori» άρνηση που είχε αντιμετωπίσει όσον αφορά τις αιτήσεις προσχωρήσεώς της.
10 Στις 3 Απριλίου 1998 η ΕΕΡΕ τροποποίησε το άρθρο 3, παράγραφος 3, του καταστατικού της, προσθέτοντας, μεταξύ άλλων, προϋπόθεση σχετικά με την ανεξαρτησία του υποψήφιου τηλεοπτικού σταθμού έναντι των πρακτορείων αγοράς αθλητικών δικαιωμάτων που τελούν σε ανταγωνισμό με την ΕΕΡΕ και θέσπισε επίσης νέα ρύθμιση ερμηνευτική των κριτηρίων αυτών (στο εξής: νέα κριτήρια προσχωρήσεως). Οι κανόνες αυτοί κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή αυθημερόν.
11 Με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1999, η Επιτροπή απέρριψε την καταγγελία της προσφεύγουσας.
12 Το ρωτοδικείο, με απόφαση της 21ης Μαρτίου 2001, ακύρωσε την απόφαση αυτή περί απορρίψεως της καταγγελίας, λόγω ελλείψεως αιτιολογίας και παραβάσεως των υποχρεώσεων που υπέχει η Επιτροπή στον τομέα της εξετάσεως των καταγγελιών (υπόθεση Τ-206/99, Μétropole télévision κατά Επιτροπής, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-1057).
13 Στο μεταξύ, στις 6 Μαρτίου 2000 η Μ6 υπέβαλε νέα καταγγελία ενώπιον της Επιτροπής με την οποία της ζητούσε να κηρύξει τα νέα κριτήρια προσχωρήσεως στην ΕΕΡΕ περιοριστικά του ανταγωνισμού και μη επιδεκτικά απαλλαγής βάσει του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ.
14 Στις 10 Μα_ου 2000 η Επιτροπή εξέδωσε νέα απόφαση περί απαλλαγής [απόφαση 2000/400/ΕΚ, σχετικά με διαδικασία του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 151, σ. 18)], με την οποία κήρυξε, μεταξύ άλλων, σύμφωνα με το άρθρο 81, παράγραφος 3, ΕΚ, μη εφαρμόσιμο το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ από τις 26 Φεβρουαρίου 1993 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2005, στις κοινοποιηθείσες συμφωνίες σχετικά με την από κοινού απόκτηση δικαιωμάτων τηλεοπτικής μετάδοσης αθλητικών εκδηλώσεων· στην κατανομή των από κοινού αποκτηθέντων δικαιωμάτων τηλεοπτικής μετάδοσης αθλητικών εκδηλώσεων· στην ανταλλαγή του σήματος για αθλητικές εκδηλώσεις· στο σύστημα προσβάσεως μη μελών της ΕΕΡΕ σε δικαιώματα μετάδοσης αθλητικών εκδηλώσεων της Eurovision και στους κανόνες παραχωρήσεως αδειών εκμετάλλευσης των δικαιωμάτων Eurovision σε τηλεοπτικούς σταθμούς συνδρομητικής τηλεόρασης (άρθρο 1). Η κήρυξη απαλλαγής υπόκειται σ' έναν όρο και μια υποχρέωση (άρθρο 2).
15 Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή διευκρινίζει, όσον αφορά τα κριτήρια προσχωρήσεως:
«67 Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι [η πρώτη απόφαση περί απαλλαγής], εξαιτίας του διφορούμενου χαρακτήρα του κειμένου της, έδωσε περιθώρια στο ρωτοδικείο να ερμηνεύσει ότι η Επιτροπή είχε θεωρήσει τους κανόνες συμμετοχής στην ΕΕΡΕ περιοριστικούς από άποψη ανταγωνισμού και τους είχε απαλλάξει, πράγμα το οποίο δεν συνέβη στην πραγματικότητα. ράγματι, οι όροι απόκτησης της ιδιότητας του ενεργού μέλους της ΕΕΡΕ που αναφέρονται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, του καταστατικού της ΕΕΡΕ ούτε καν κοινοποιήθηκαν στην Επιτροπή από την ΕΕΡΕ, η οποία κοινοποίησε μόνο το "σύστημα Eurovision".
68 Η Επιτροπή συνεχίζει να θεωρεί ότι οι κανόνες που αφορούν τα μέλη μιας επαγγελματικής ένωσης ραδιοτηλεοπτικών φορέων δεν δύνανται εκ φύσεως να περιορίσουν τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Υπενθυμίζεται ότι υπάρχουν πολλές άλλες ενώσεις και οργανισμοί στην Ευρώπη που ασκούν οικονομικές δραστηριότητες στην αγορά, με εσωτερικούς κανόνες που θεσπίζουν όρους συμμετοχής ανάλογους με εκείνους της ΕΕΡΕ. Οι ενώσεις αυτές δεν μπορούν, βάσει του άρθρου 81, παράγραφος 1, της Συνθήκης, να υποχρεωθούν να δέχονται μέλη παρά τη θέλησή τους. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για ενώσεις όπως η ΕΕΡΕ των οποίων η θέση στην αγορά δεν τους επιτρέπει να εξαλείψουν τον ανταγωνισμό [...]. Εάν υπάρχουν τρίτοι που επιθυμούν να δημιουργήσουν παρόμοιες ενώσεις είναι ελεύθεροι να το πράξουν.
69 Η Επιτροπή θεωρεί ότι το ενδεχόμενο να έχουν συμφωνηθεί περιοριστικοί του ανταγωνισμού κανόνες στο εσωτερικό της ένωσης αποτελεί εντελώς χωριστό ζήτημα. Οι δυνητικοί αυτοί περιορισμοί εξετάζονται χωριστά στις αιτιολογικές σκέψεις 71 έως 80.»
16 Στις 13 Ιουλίου 2000 η Μ6 άσκησε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου με τον αριθμό Τ-185/00.
17 Με έγγραφο της 12ης Σεπτεμβρίου 2000 (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση), η Επιτροπή απέρριψε την καταγγελία της 6ης Μαρτίου 2000 ως εξής:
«Διαπιστώνω ότι η καταγγελία σας επαναλαμβάνει τη διατύπωση και τα επιχειρήματα της καταγγελίας που υποβάλατε στις 5 Δεκεμβρίου 1997 και την οποία απέρριψε η Επιτροπή με απόφαση της 29ης Ιουνίου 1999. Στις 15 Σεπτεμβρίου 1999 ασκήσατε προσφυγή κατά της αποφάσεως αυτής. Τα ζητήματα που θίγονται στην καταγγελία υποβλήθηκαν συνεπώς στην κρίση του ρωτοδικείου, το οποίο θα κληθεί να εξετάσει τα προβαλλόμενα επιχειρήματα.
Καμία αλλαγή δεν σημειώθηκε στις παρούσες συνθήκες σε σχέση με αυτές που ίσχυαν τον Δεκέμβριο του 1997 και οι οποίες θα δικαιολογούσαν την υποβολή νέας καταγγελίας εκ μέρους της Μ6.
Τέλος, στις 13 Ιουλίου 2000 ασκήσατε προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου κατά της αποφάσεως της 10ης Μα_ου 2000, περί απαλλαγής του συστήματος από κοινού αγοράς της ΕΕΡΕ. Στην προσφυγή αυτή θίγετε και το ζήτημα των προϋποθέσεων προσχωρήσεως και συμμετοχής στο σύστημα της ΕΕΡΕ, όπως και στις δύο καταγγελίες, και επαναλαμβάνετε τα ίδια επιχειρήματα.
Λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων αυτών και του επαναλαμβανομένου χαρακτήρα της από 6 Μαρτίου 2000 καταγγελίας σας, η καταγγελία σας καθίσταται άνευ αντικειμένου και πρακτικής αποτελεσματικότητας, όσον αφορά τα ζητήματα που υποβλήθηκαν στην κρίση του ρωτοδικείου.
αρέλκει, συνεπώς, η συνέχιση της έρευνας της καταγγελίας.»
Διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
18 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 23 Νοεμβρίου 2000, η προσφεύγουσα άσκησε την παρούσα προσφυγή.
19 Με χωριστό δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 21 Δεκεμβρίου 2000, η Επιτροπή προέβαλε ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του ρωτοδικείου.
20 Στις 12 Φεβρουαρίου 2001 η προσφεύγουσα κατέθεσε παρατηρήσεις επί της ενστάσεως αυτής.
21 Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του ρωτοδικείου στις 17 Απριλίου 2001, η ΕΕΡΕ ζήτησε να παρέμβει στην παρούσα υπόθεση υπέρ της καθής.
22 Με την ένσταση απαραδέκτου, η Επιτροπή ζητεί από το ρωτοδικείο:
να κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη·
να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
23 Με τις παρατηρήσεις επί της ενστάσεως απαραδέκτου, η προσφεύγουσα ζητεί από το ρωτοδικείο:
να κηρύξει την προσφυγή παραδεκτή·
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
24 Με έγγραφο της 5ης Απριλίου 2001, το ρωτοδικείο ζήτησε από την προσφεύγουσα να του γνωστοποιήσει αν θεωρούσε χρήσιμη τη συνέχιση της διαδικασίας, ενόψει του ότι ενδεχόμενη ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως θα σήμαινε ότι η Επιτροπή θα έπρεπε, ενδεχομένως, να λάβει θέση επί των νέων κριτηρίων προσχωρήσεως ενόψει και του ότι η Επιτροπή είχε ήδη λάβει θέση συναφώς με την απόφαση 2000/400, την οποία προσέβαλε η προσφεύγουσα στην υπόθεση Τ-185/00.
25 Η προσφεύγουσα απάντησε στο ρωτοδικείο με τηλεομοιοτυπία της 19ης Απριλίου 2001. Στην απάντησή της επικαλείται δύο λόγους για τους οποίους θεωρεί χρήσιμη τη συνέχιση της διαδικασίας εν προκειμένω. ρώτον, η Επιτροπή με την απόφαση 2000/400 δεν έλαβε θέση επί όλων των ζητημάτων που έθιγε στην από 6 Μαρτίου 2000 καταγγελία της και, μεταξύ άλλων, επί των επικρίσεων της προσφεύγουσας σχετικά με το ότι τα νέα κριτήρια προσχωρήσεως δεν είναι επιδεκτικά απαλλαγής βάσει του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ. Διευκρινίζει συναφώς ότι, «εφόσον η Επιτροπή δεν θίγει τα ζητήματα αυτά με την από 10 Μα_ου 2000 απόφασή της, η περάτωση της παρούσας διαδικασίας θα στερούσε την Μ6 από τη δυνατότητα απαντήσεως στο ουσιώδες μέρος της επιχειρηματολογίας της».
26 Δεύτερον, η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι, εφόσον η προσφυγή της στηρίζεται στην παράβαση ορισμένων διαδικαστικών κανόνων στον τομέα της εξετάσεως των καταγγελιών, έχει συμφέρον στην ακύρωση της παραβάσεως αυτής με απόφαση του ρωτοδικείου.
Επί του παραδεκτού
27 Βάσει του άρθρου 113 του Κανονισμού Διαδικασίας, το ρωτοδικείο, κρίνοντας σύμφωνα με τους όρους που προβλέπει το άρθρο 114, παράγραφοι 3 και 4, του ίδιου κανονισμού, μπορεί οποτεδήποτε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το απαράδεκτο για λόγους δημοσίας τάξεως, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται, κατά πάγια νομολογία, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της προσφυγής ακυρώσεως (βλ., μεταξύ άλλων, διάταξη του ρωτοδικείου της 15ης Σεπτεμβρίου 1998, Τ-100/94, Μιχαηλίδης κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3115, σκέψη 49, και την παρατεθείσα νομολογία). Το ρωτοδικείο δεν δεσμεύεται συνεπώς μόνον από τους ισχυρισμούς της καθής στην ένσταση απαραδέκτου.
28 Εν προκειμένω, το ρωτοδικείο θεωρεί ότι έχει αρκούντως διαφωτιστεί από τα στοιχεία της δικογραφίας και αποφασίζει, κατ' εφαρμογήν του άρθρου αυτού, να αποφανθεί χωρίς να συνεχίσει τη διαδικασία.
29 Κατά πάγια νομολογία, ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο μπορεί να προσβάλει, βάσει του άρθρου 230, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, τις πράξεις που παράγουν δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα δυνάμενα να θίξουν τα συμφέροντα του προσφεύγοντος μεταβάλλοντας ιδιαζόντως τη νομική του κατάσταση (απόφαση του ρωτοδικείου της 10ης Ιουλίου 1990, Τ-64/89, Automec κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. ΙΙ-367, σκέψη 42, και διάταξη του ρωτοδικείου της 16ης Μαρτίου 1998, Τ-235/95, Goldstein κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-523, σκέψη 37).
30 Επιβάλλεται να εξεταστεί αν η προσβαλλόμενη απόφαση επηρεάζει τα συμφέροντα της προσφεύγουσας, μεταβάλλοντας ιδιαζόντως τη νομική της κατάσταση. Αυτό πρέπει να συντρέχει προκειμένου να δικαιολογεί η προσφεύγουσα συμφέρον στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως.
31 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Επιτροπή, προτού λάβει την προσβαλλόμενη απόφαση, εξέδωσε την απόφαση 2000/400, το περιεχόμενο της οποίας παρατέθηκε ανωτέρω στη σκέψη 15. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή θεωρεί ότι τα κριτήρια προσχωρήσεως στην ΕΕΡΕ δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, διότι «οι κανόνες που αφορούν τα μέλη μιας επαγγελματικής ένωσης ραδιοτηλεοπτικών φορέων δεν δύνανται εκ φύσεως να περιορίσουν τον ανταγωνισμό κατά την έννοια του άρθρου 81, παράγραφος 1, της Συνθήκης» και διότι η Επιτροπή θεωρεί ότι αποτελεί εντελώς χωριστό ζήτημα «το ενδεχόμενο να έχουν συμφωνηθεί περιοριστικοί του ανταγωνισμού κανόνες στο εσωτερικό της Ένωσης».
32 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εφόσον η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση παρέπεμψε απλώς στη θέση που είχε ήδη λάβει σαφώς και ρητώς με την απόφασή της 2000/400, η προσβαλλόμενη απόφαση έχει απλώς χαρακτήρα βεβαιωτικό της αποφάσεως 2000/400 (βλ. απόφαση του Δικαστηρίου της 25ης Οκτωβρίου 1977, 26/76, Metro κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1977, σ. 567, σκέψη 4).
33 Όσον αφορά τη δυνατότητα προσβολής μιας βεβαιωτικής πράξης, η προσφεύγουσα επικαλείται τη νομολογία βάσει της οποίας προσφυγή κατά βεβαιωτικής αποφάσεως είναι απαράδεκτη μόνον αν η βεβαιούμενη απόφαση έχει καταστεί απρόσβλητη έναντι του ενδιαφερομένου, εφόσον δεν έχει προσβληθεί εμπροθέσμως με προσφυγή. Σε περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, ο προσφεύγων προσέβαλε τη βεβαιούμενη απόφαση εμπροθέσμως, δικαιούται να προσβάλει είτε τη βεβαιούμενη, είτε τη βεβαιωτική απόφαση, είτε και τις δύο (απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Μα_ου 1989, 193/87 και 194/87, Maurissen και Union syndicale κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1989, σ. 1045, σκέψη 26, και απόφαση του ρωτοδικείου της 27ης Οκτωβρίου 1994, Τ-64/92, Chavane de Dalmassy κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1994, Συλλογή Υπ.Υπ. 1994, σ. Ι-Α-227 και ΙΙ-723, σκέψη 25).
34 Είναι αληθές ότι η έννοια της βεβαιωτικής πράξεως αναπτύχθηκε στη νομολογία, μεταξύ άλλων, για να εμποδίσει την άσκηση προσφυγών που θα είχαν ως αποτέλεσμα να αναβιώνουν παρελθούσες προθεσμίες ασκήσεως (βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση του ρωτοδικείου της 16ης Σεπτεμβρίου 1998, Τ-188/95, Waterleiding Maatschappij κατά Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-3713, σκέψη 108). Συνεπώς, σε περιπτώσεις όπου μια τέτοια καταστρατήγηση των προθεσμιών ασκήσεως προσφυγής δεν μπορεί να εξακριβωθεί, ο κοινοτικός δικαστής έκρινε, σε ορισμένες περιπτώσεις, παραδεκτές τις προσφυγές που ασκήθηκαν ταυτόχρονα κατά της βεβαιούμενης και της βεβαιωτικής αποφάσεως στα πλαίσια της ίδιας προσφυγής.
35 Ωστόσο, η λύση αυτή δεν μπορεί να έχει εφαρμογή όταν, όπως εν προκειμένω, η βεβαιούμενη και η βεβαιωτική απόφαση προσβάλλονται με δύο διαφορετικές προσφυγές και ο προσφεύγων μπορεί να υποστηρίξει την άποψή του και να προβάλει τα επιχειρήματά του στο πλαίσιο της πρώτης προσφυγής.
36 Το συμπέρασμα αυτό δεν αναιρείται από τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας, με τα οποία προσπαθεί να αποδείξει ότι λόγω της καταγγελίας της 6ης Μαρτίου 2000, και μόνον, η Επιτροπή έλαβε θέση επί των νέων κριτηρίων προσχωρήσεως και ότι, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ένα νέο στοιχείο ικανό να παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα, δυνάμενα να θίξουν τα συμφέροντα της προσφεύγουσας μεταβάλλοντας ιδιαζόντως τη νομική της κατάσταση.
37 ράγματι, όπως προκύπτει από τη συναπτόμενη στη δικογραφία αλληλογραφία της προσφεύγουσας με την Επιτροπή, ιδίως από τα έγγραφα της 16ης Ιουλίου 1997, 21ης Απριλίου και 11ης Δεκεμβρίου 1998, ήδη κατά τη σχετική με την απόφαση 2000/400 διοικητική διαδικασία η προσφεύγουσα επέστησε την προσοχή της Επιτροπής επί των νέων κριτηρίων προσχωρήσεως στην ΕΕΡΕ και επί του γεγονότος ότι, κατά τη γνώμη της, οι τροποποιήσεις που επήλθαν δεν έδιναν απάντηση στις επικρίσεις που διατύπωσε το ρωτοδικείο με την απόφαση της 11ης Ιουλίου 1996 και, συνεπώς, δεν επέτρεπαν στην Επιτροπή να χορηγήσει απαλλαγή στα κριτήρια αυτά. Συνεπώς, όταν η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 2000/400, θεώρησε ότι τα κριτήρια προσχωρήσεως στην ΕΕΡΕ, συμπεριλαμβανομένων των νέων, δεν είναι περιοριστικά του ανταγωνισμού και το έπραξε με επίγνωση της θέσεως της προσφεύγουσας επί των εν λόγω κριτηρίων προσχωρήσεως.
38 Επιπλέον, εφόσον η Επιτροπή με την απόφαση 2000/400 θεώρησε ότι τα κριτήρια αυτά, συμπεριλαμβανομένων των νέων, δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 81, παράγραφος 1, ΕΚ, δεν μπορεί να της προσαφθεί το γεγονός ότι δεν εξέτασε τη δυνατότητα απαλλαγής των νέων κριτηρίων προσχωρήσεως κατ' εφαρμογήν του άρθρου 81, παράγραφος 3, ΕΚ. Υπ' αυτές τις συνθήκες, στερείται οποιουδήποτε νομικού ερείσματος το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι διατηρεί έννομο συμφέρον στην παρούσα προσφυγή, διότι η Επιτροπή δεν εξέτασε με την απόφαση 2000/400 όλα τα ζητήματα που έθιξε με την από 6 Μαρτίου 2000 καταγγελία της.
39 Επιπλέον, το ζήτημα αν τα κριτήρια προσχωρήσεως είναι περιοριστικά του ανταγωνισμού και αν η Επιτροπή μπορεί να χορηγήσει απαλλαγή στο σύστημα Eurovision, μη λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια βάσει των οποίων ένας τηλεοπτικός σταθμός μπορεί να προσχωρήσει, ως μέλος, στο σύστημα αυτό, βρίσκεται ακριβώς στο επίκεντρο των προβλημάτων που θέτει η προσφεύγουσα στην υπόθεση Τ-180/00, αφορώσα την απόφαση 2000/400.
40 Τέλος, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα ότι η παρούσα προσφυγή είναι παραδεκτή, λόγω του εννόμου συμφέροντος της προσφεύγουσας στην κύρωση των παραβάσεων της Επιτροπής στον τομέα της εξετάσεως των καταγγελιών. Συγκεκριμένα, εφόσον η Επιτροπή με την προσβαλλόμενη απόφαση παρέπεμψε απλώς στη θέση που είχε ήδη λάβει σε προγενέστερη απόφαση, την οποία είχε προσβάλει η προσφεύγουσα, τα επιχειρήματα της προσφεύγουσας κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορούν, από μόνα τους, να δικαιολογήσουν έννομο συμφέρον στην επανάληψη της προσφυγής ενώπιον του ρωτοδικείου.
41 Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι η προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
42 Εφόσον η παρούσα προσφυγή είναι απαράδεκτη και το ρωτοδικείο δέχθηκε τα αιτήματα της καθής, παρέλκει η απόφανση επί της αιτήσεως παρεμβάσεως εκ μέρους της ΕΕΡΕ.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Επί των δικαστικών εξόδων
43 Κατά το άρθρο 87, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Δεδομένου ότι η προσφεύγουσα ηττήθηκε, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με το αίτημα της Επιτροπής.
Διατακτικό
Για τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ (δεύτερο τμήμα),
διατάσσει:
1) Απορρίπτει την προσφυγή ως απαράδεκτη.
2) Καταδικάζει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
3) αρέλκει η απόφανση επί της αιτήσεως παρεμβάσεως εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Ραδιοτηλεοπτικών Εκπομπών.
Full & Egal Universal Law Academy