Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1 Με την προσφυγή ακυρώσεως, το Βασίλειο του Βελγίου βάλλει κατά της αποφάσεως 2001/198/ΕΚΑΞ της Επιτροπής, της 15ης Νοεμβρίου 2000, όσον αφορά την κρατική ενίσχυση που χορήγησε το Βέλγιο υπέρ της επιχείρησης Cockerill Sambre SA (1) (στο εξής: επίδικη απόφαση). Συναφώς, ανακύπτει ειδικότερα το ερώτημα αν χρηματοδοτούμενες από το Δημόσιο πληρωμές αποζημιώσεως σε εργαζομένους μιας χαλυβουργικής επιχειρήσεως, με τις οποίες θα πρέπει να συμψηφιστούν οι συνδεόμενες με συμφωνηθείσα βάσει συλλογικής συμβάσεως μείωση του εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας απώλειες εισοδήματος των εργαζομένων, συνιστούν απαγορευόμενη κατά το άρθρο 4, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ΕΚΑΞ ενίσχυση.
II - Νομικό πλαίσιο
2 Η Συνθήκη περί της ιδρύσεως της Ευρωπαϋκής Κοινότητας Άνθρακαι χάλυβα και χάλυβαι Ξάλυβα (στο εξής: Συνθήκη ΕΚΑΞ) απαγορεύει κρατικές ενισχύσεις σε βιομηχανίες σιδήρου και χάλυβα. Κατά το άρθρο 4, στοιχείο γγ, της Συνθήκης αυτής, «οι επιδοτήσεις ή ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη ή οι ειδικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται από αυτά, υπό οποιαδήποτε μορφή» θεωρούνται ότι δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα και κατά συνέπεια απαγορεύονται.
3 Το άρθρο 95, πρώτο και δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΞ έχει ως εξής:
«Σε όλες τις περιπτώσεις που δεν προβλέπονται στην παρούσα Συνθήκη, στις οποίες απόφαση ή σύσταση της Επιτροπής παρίσταται αναγκαία για την πραγματοποίηση, κατά τη λειτουργία της κοινής αγοράς του άνθρακα και του χάλυβα και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5, ενός από τους σκοπούς της Κοινότητας, όπως ορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4, η απόφαση ή η σύσταση αυτή δύναται να εκδοθεί μετά ομόφωνη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου και κατόπιν διαβουλεύσεως με τη συμβουλευτική επιτροπή.
Η ίδια απόφαση ή σύσταση, εκδοθείσα με την αυτή μορφή, καθορίζει ενδεχομένως τις εφαρμοστέες κυρώσεις.»
4 Βάσει των παρατεθεισών διατάξεων του άρθρου 95 της Συνθήκης, η Επιτροπή θέσπισε από τη δεκαετία του 1980 κοινοτικές διατάξεις για κρατικές ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα σε έναν περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων. Οι κοινοτικές διατάξεις για ενισχύσεις στη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, οι οποίες ίσχυαν κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών, θεσπίστηκαν με την 2496/96/ΕΚΑΞ της Επιτροπής (2) (στο εξής: κώδικας ενισχύσεων).
5 Το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κώδικα ενισχύσεων έχει ως εξής: «Ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, είτε ειδικές είτε μη ειδικές, χρηματοδοτούμενες από τα κράτη μέλη ή από τοπικούς ή περιφερειακούς οργανισμούς δημοσίου δικαίου, ή μέσω κρατικών πόρων οποιασδήποτε μορφής, μπορούν να θεωρούνται ως κοινοτικές ενισχύσεις, και ως εκ τούτου συμβιβάσιμες με την εύρυθμη λειτουργία της κοινής αγοράς, μόνον εφόσον πληρούν τις διατάξεις των άρθρων 2 έως 5» (3). Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, «ο όρος "ενίσχυση" καλύπτει και τα στοιχεία ενίσχυσης που εμπεριέχονται σε μεταβιβάσεις κρατικών πόρων σε χαλυβουργικές επιχειρήσεις, εκ μέρους των κρατών μελών, περιφερειακών ή τοπικών οργανισμών δημοσίου δικαίου ή άλλων φορέων, με τη μορφή της ανάληψης μεριδίων συμμετοχής, της παροχής κεφαλαίων ή παρεμφερών χρηματοδοτήσεων [...] όταν οι μεταβιβάσεις αυτές δεν μπορούν να θεωρηθούν ως κανονικές χορηγήσεις κεφαλαίων επιχειρηματικού κινδύνου σύμφωνα με τη συνήθη επενδυτική πρακτική στην οικονομία της αγοράς».
6 Στο άρθρο 6, παράγραφος 5, του κώδικα ενισχύσεων ορίζονται ως προς τη διαδικασία τα ακόλουθα:
«Εάν η Επιτροπή θεωρεί ότι κάποιο χρηματοδοτικό μέτρο ενδέχεται να αντιπροσωπεύει κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1, ή αμφιβάλλει κατά πόσο κάποια ενίσχυση είναι συμβιβάσιμη με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, ενημερώνει το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος σχετικά και τάσσει προθεσμία στους ενδιαφερομένους τρίτους και στα άλλα κράτη μέλη προκειμένου να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Εάν, αφού λάβει τις παρατηρήσεις τους και δώσει στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος την ευκαιρία να αντιδράσει, η Επιτροπή αποφανθεί ότι στην προκειμένη περίπτωση η ενίσχυση είναι ασυμβίβαστη με τις διατάξεις της παρούσας απόφασης, ενημερώνει σχετικά το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος. Η Επιτροπή λαμβάνει τις αποφάσεις αυτές το αργότερο εντός τριμήνου από τη λήψη των πληροφοριών που απαιτούνται για την αξιολόγηση του προτεινόμενου μέτρου. Το άρθρο 88 της συνθήκης συνεχίζει να ισχύει σε περίπτωση που ένα κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί με την σχετική απόφαση [...]»
III - Περιστατικά και ιστορικό των επίδικων μέτρων
7 Η Cockerill Sambre SA (στο εξής: Cockerill Sambre) είναι μια ολοκληρωμένη χαλυβουργική επιχείρηση που εδρεύει στην Περιφέρεια της Βαλονίας. Μέχρι τις αρχές του 1999, όταν η επιχείρηση ανελήφθη από τον γαλλικό χαλυβουργικό όμιλο Usinor, αποτελούσε δημόσια επιχείρηση της οποίας το κεφάλαιο ανήκε κατά πλειοψηφία στην περιφέρεια αυτή.
8 Λόγω της κρίσεως της χαλυβουργίας στην Ευρώπη, από την οποία επλήγη ιδιαίτερα η χαλυβουργία της Βαλονίας το 1996 και η οποία είχε ως συνέπεια σημαντική αύξηση της ανεργίας, κατέστη και πάλι επιτακτικό το αίτημα των εκπροσώπων των εργαζομένων να μειωθεί το ωράριο εργασίας προκειμένου κατ' αυτόν τον τρόπο να αυξηθεί το επίπεδο απασχολήσεως ή τουλάχιστον να διατηρηθεί. Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της προσφυγής και των προσαρτημένων σ' αυτό αποδεικτικών εγγράφων, ιδίως από ένα σημείωμα που διαβιβάστηκε στην Επιτροπή με έγγραφο των βελγικών αρχών της 30ής Ιουνίου 1999, ο πρόεδρος της Cockerill Sambre δήλωσε τον Ιανουάριο του 1996 ότι συμφωνούσε με μείωση του ωραρίου εργασίας υπό τις προϋποθέσεις ότι αυτή θα είχε ως συνέπεια τη δημιουργία πρόσθετων θέσεων εργασίας και δεν θα προκαλούσε πρόσθετα έξοδα για τις επιχειρήσεις. Στη συλλογική σύμβαση του 1996 συμφωνήθηκε η σύσταση μιας ισομερούς εκπροσωπήσεως ομάδας ανταλλαγής απόψεων προκειμένου να εξεταστεί η δυνατότητα μειώσεως του ωραρίου εργασίας η οποία πληροί τις εν λόγω προϋποθέσεις. Οι κατόπιν αυτού συσταθείσες ομάδες ανταλλαγής απόψεων κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν είναι δυνατόν να διατηρηθεί ή να αυξηθεί το επίπεδο απασχολήσεως χωρίς να επηρεαστούν τα έξοδα, δηλαδή χωρίς αύξηση των (κοινωνικών) εξόδων για την επιχείρηση.
9 Κατά τον κύκλο διαπραγματεύσεων 1997/1998 για τη σύναψη συλλογικής συμβάσεως εργασίας, οι υπαγόμενοι στη συλλογική σύμβαση εργαζόμενοι απαίτησαν εντούτοις μείωση του ωραρίου εργασίας από 37 σε 34 ώρες την εβδομάδα προκειμένου να αυξηθεί αισθητώς ο αριθμός απασχολουμένων. Λόγω του υψηλού κόστους, η επιχείρηση αναγκάστηκε να αποκρούσει αυτό το αίτημα, οπότε η κατάληξη ήταν προειδοποιητική απεργία μιας ημέρας εκ μέρους του συνόλου των υπαγομένων στη συλλογική σύμβαση εργαζομένων.
10 Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν τελικώς, στις 17 Απριλίου 1998, στη σύναψη συλλογικής συμβάσεως εργασίας μεταξύ της Cockerill Sambre και των εκπροσώπων των οικείων εργαζομένων (στο εξής: συλλογική σύμβαση 1998), με την οποία συμφωνήθηκε μείωση του ωραρίου εργασίας από 37 σε 34 ώρες την εβδομάδα. Ο σκοπός της σύμβασης ήταν να μην επέλθει πράγματι καμία μείωση του εισοδήματος των εργαζομένων και να μη δημιουργηθούν πρόσθετα έξοδα για την επιχείρηση. Αυτό καθίσταται δυνατό από το ότι η επιχείρηση στρέφεται προς τη χορήγηση δημοσίων ενισχύσεων (4).
11 Η συλλογική σύμβαση του 1998 προβλέπει κατά συνέπεια ουσιαστικώς τα ακόλουθα:
- ο εβδομαδιαίος χρόνος εργασίας 37 ωρών μειώνεται από την 1η Ιανουαρίου 1999 αμέσως σε 34 ώρες·
- μέσω της διατηρήσεως του μεγέθους του χρόνου εργασίας για όλους τους υπαγομένους στη συλλογική σύμβαση εργαζομένους θα πρέπει να δημιουργηθούν 150 νέες θέσεις εργασίας·
- το ύψος του μισθού, το οποίο καταβάλλει συνολικώς η Cockerill Sambre στους υπαγομένους στη συλλογική σύμβαση εργαζομένους, παραμένει το ίδιο. Η επιχείρηση καταβάλλει απλώς - με ετήσια τιμαριθμική προσαρμογή - το τμήμα μισθού που αντιστοιχεί σε χρόνο εργασίας 34 ωρών·
- προς αντιστάθμιση των απωλειών εισοδήματος των υπαγομένων στη συλλογική σύμβαση εργαζομένων δημιουργείται ένας μηχανισμός (αντίστροφης προοδευτικότητας) καταβολής αποζημιώσεως.
12 Κατά τη συλλογική σύμβαση εργασίας 1998, οι καταβολές αυτές αποζημιώσεως προς τους πληττόμενους από τη μείωση του ωραρίου εργασίας εργαζομένους βαρύνουν εν μέρει τους ίδιους τους εργαζομένους, ιδίως δε με παραίτηση από μισθολογικές αυξήσεις που δικαιούνταν το 1997 και το 1998. Επιπλέον, πάντως, προβλέπεται στη συλλογική σύμβαση ρητώς ότι τα μέρη θα ζητήσουν από κοινού οποιαδήποτε ενίσχυση που μπορεί να χορηγηθεί στην Cockerill Sambre για τη χρηματοδότηση της συμφωνηθείσας στη σύμβαση μείωση του ωραρίου εργασίας.
13 Τέλος, η συλλογική σύμβαση 1988 περιέχει την ακόλουθη ρήτρα:
«Η παρούσα συλλογική σύμβαση εξαρτάται οικονομικώς από την προϋπόθεση ότι θα καταβληθεί αποζημίωση από δημόσιους πόρους στο ύψος των ποσών που καθορίστηκαν στο πλαίσιο της ίσης εκπροσωπήσεως. Αν δεν καταβληθεί η αποζημίωση αυτή, οι συμβαλλόμενοι θα επανεξετάσουν από κοινού την κατάσταση και τη δυνατότητα εφαρμογής της παρούσας συμφωνίας.»
14 Πράγματι, στη συνέχεια των καταβολών αποζημιώσεως, από τις οποίες ωφελήθηκαν συνολικώς 1 852 υπαγόμενοι στη σύμβαση εργαζόμενοι, μόνον ένα ελάχιστο μέρος, δηλαδή 0,7 εκατομμύρια ευρώ επιβάρυναν τους εργαζομένους. Κατά το σημαντικά μεγαλύτερο μέρος χρηματοδοτήθηκαν από παρεμβάσεις των βελγικών αρχών και των αρχών της Βαλονίας.
IV - Τα επίδικα μέτρα
15 Τα επίδικα μέτρα ανέρχονται συνολικώς σε 13,7 εκατομμύρια ευρώ και συνίστανται σε δύο στοιχεία.
16 Πρώτον, η Βελγική Κυβέρνηση επιτρέπει μείωση των κοινωνικών εισφορών που πρέπει να καταβάλλουν οι εργαζόμενοι (στο εξής: κοινωνικές εισφορές), ύψους 10,36 εκατομμυρίων ευρώ για το χρονικό διάστημα 1999 έως 2005. Το μέτρο αυτό επιτράπηκε βάσει του βασιλικού διατάγματος της 24ης Δεκεμβρίου 1993 (5), το οποίο περιέχει ένα πρόγραμμα μειώσεως ορισμένων εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως ενόψει της ανακατανομής της εργασίας. Για επιχειρήσεις που βρίσκονται σε δυσχέρεια ή υπό αναδιάρθρωση, το διάταγμα αυτό συμπληρώθηκε με το προβλέπον ακόμη ευνοϋκότερες προϋποθέσεις βασιλικό διάταγμα της 24ης Φεβρουαρίου 1997 (6). Οι προϋποθέσεις αυτές αφορούν ειδικότερα τον αριθμό των θέσεων εργασίας που πρέπει να δημιουργηθούν και το χρονικό διάστημα κατά το οποίο μπορεί να επιτραπεί μείωση των κοινωνικών εισφορών.
17 Στις 28 Ιουλίου 1997, η Βελγική Κυβέρνηση χαρακτήρισε την Cockerill Sambre ως επιχείρηση που βρίσκεται υπό αναδιάρθρωση, στις δε 19 Μαου 1998 παρασχέθηκε στην επιχείρηση η προβλεπόμενη βάσει του βασιλικού διατάγματος της 24ης Δεκεμβρίου 1993 δυνατότητα μειώσεως των κοινωνικών της εισφορών, βάσει των ακόμη περισσότερο ευνοϋκότερων όρων του διατάγματος της 24ης Φεβρουαρίου 1997. Το μέτρο της Βελγικής Κυβερνήσεως εξαρτήθηκε από την προϋπόθεση δημιουργίας και πρόσθετης απασχολήσεως.
18 Δεύτερον, η Κυβέρνηση της Βαλονίας συμπλήρωσε στις 19 Νοεμβρίου 1998 το μέτρο της Βελγικής Κυβερνήσεως μέσω επιχορηγήσεως ύψους 3,35 εκατομμυρίων ευρώ. Η επέμβαση αυτή επήλθε στο πλαίσιο της ακολουθούμενης από την Κυβέρνηση της Βαλονίας πολιτική ενθαρρύνσεως δοκιμαστικών προγραμμάτων όσον αφορά τη μείωση του ωραρίου εργασίας επί εθελουσίας βάσεως δυνάμει κλαδικών συμφωνιών και των αποκαλουμένων συμφωνιών «σχέδιο επιχειρήσεως». Η πολιτική αυτή ανάγεται σε μια κοινή δήλωση της Κυβερνήσεως της Βαλονίας και των κοινωνικών εταίρων (7). Οι συγκεκριμένοι τρόποι αυτής της ενθαρρύνσεως καθορίστηκαν στις 16 Δεκεμβρίου 1998 με συμφωνία μεταξύ της Cockerill Sambre και της Περιφέρειας της Βαλονίας. Κατά τη συμφωνία αυτή, η επιχορήγηση θα χρησιμεύσει στην Περιφέρεια της Βαλονίας αποκλειστικά για την κάλυψη μέρους των απωλειών εισοδήματος που αποδέχθηκαν οι υπαγόμενοι στη συλλογική σύμβαση εργαζόμενοι της Cockerill Sambre υπό τη μορφή αντίστροφης προοδευτικότητας πληρωμών στους οικείους εργαζομένους κατά το χρονικό διάστημα 1999-2005.
19 Ενώ τα εξοικονομηθέντα ποσά που προέκυψαν βάσει του μέτρου της Βελγικής Κυβερνήσεως από τη μείωση των κοινωνικών εισφορών δόθηκαν άμεσα στους εργαζομένους από την επιχείρηση, πραγματοποιήθηκε καταβολή της επιχορηγήσεως της Κυβερνήσεως της Βαλλονίας στους εργαζομένους μέσω συσταθείσας ειδικά για τον σκοπό αυτό ενώσεως μη κερδοσκοπικου σκοπού.
V - Η διαδικασία ενώπιον της Επιτροπής και η επίδικη απόφαση
20 Λόγω ορισμένων πληροφοριών που δημοσιεύθηκαν στον Τύπο, η Επιτροπή απευθύνθηκε εγγράφως στις βελγικές αρχές στις 23 Νοεμβρίου 1998 ζητώντας της να την ενημερώσει ως προς τις επιχειρηματικές ενισχύσεις που η χαλυβουργική επιχείρηση Cockerill Sambre SA φέρεται να έλαβε στο πλαίσιο μιας μειώσεως του ωραρίου εργασίας. Οι εν λόγω αρχές επιβεβαίωσαν με έγγραφο της 11ης Δεκεμβρίου 1998 την ορθότητα της πληροφορίας, δήλωσαν όμως συγχρόνως ότι, κατά την άποψή τους, δεν πρόκειται για κρατικές ενισχύσεις.
21 Με έγγραφο της 25ης Ιανουαρίου 2000, η Επιτροπή γνωστοποίησε στη Βελγική Κυβέρνηση την απόφασή της να κινήσει ως προς τα εν λόγω μέτρα τη διαδικασία του άρθρου 6, παράγραφος 5, του κώδικα ενισχύσεων.
22 Η Επιτροπή έλαβε παρατηρήσεις και τις διαβίβασε στη Βελγική Κυβέρνηση στις 23 Μαου 2000, ζητώντας της να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της. Οι σχετικές επεξηγήσεις του Βελγίου περιήλθαν στην Επιτροπή με έγγραφο της 9ης Ιουνίου 2000.
23 Με την απόφασή της της 15ης Νοεμβρίου 2000, όσον αφορά την κρατική ενίσχυση που χορήγησε το Βέλγιο υπέρ της επιχείρησης Cockerill Sambre, η Επιτροπή διαπίστωσε ότι τα επίδικα μέτρα συνιστούν κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 1 του κώδικα ενισχύσεων, η οποία δεν συνάδει προς την κοινή αγορά. Επιπλέον, διαπίστωσε ότι το Βέλγιο πραγματοποίησε την ενίσχυση αυτή κατά παράβαση του άρθρου 6, παράγραφοι 1 και 2, του κώδικα ενισχύσεων.
VI - Η προσφυγή
24 Με δικόγραφο προσφυγής της 8ης Ιανουαρίου 2001, που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 9 Ιανουαρίου 2001, η Βελγική Κυβέρνηση άσκησε προσφυγή περί ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής βάσει του άρθρου 230 ΕΚ.
25 Το Βασίλειο του Βελγίου ζητεί από το Δικαστήριο:
- να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
26 Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
- να καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.
27 Η Βελγική Κυβέρνηση στηρίζει την προσφυγή της σε πέντε λόγους από τους οποίους τον τελευταίο προβάλλει μόνον επικουρικώς.
28 Με τον πρώτο λόγο, η Βελγική Κυβέρνηση προβάλλει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, καθόσον χαρακτήρισε τα επίδικα μέτρα ως ενισχύσεις. Ως εκ τούτου, παραβίασε την κατά το άρθρο 4, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ΕΚΑΞ έννοια της ενισχύσεως και παρέβη τον κώδικα ενισχύσεων. Με τον δεύτερο λόγο το προσφεύγον διατυπώνει την αιτίαση ότι η Επιτροπή δεν εφάρμοσε ορθώς την έννοια του δικαιούχου, δεδομένου ότι οι δημόσιες επεμβάσεις πραγματοποιήθηκαν υπέρ των υπαγομένων στη συλλογική σύμβαση εργαζομένων της Cockerill Sambre και όχι υπέρ της ίδιας της Cockerill Sambre. Με τον τρίτο λόγο, η Βελγική Κυβέρνηση επικαλείται παράβαση της προβλεπόμενης στον κώδικα ενισχύσεων διαδικασίας και αναρμοδιότητα της Επιτροπής. Ο τέταρτος λόγος έχει ως αντικείμενο την παράβαση του καθήκοντος αιτιολογήσεως εκ μέρους της Επιτροπής. Τέλος, η προσφεύγουσα προβάλλει επικουρικώς με τον πέμπτο λόγο ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, καθόσον δεν ενέκρινε, κατ' εξαίρεση, τα επίδικα μέτρα, βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ, αν υποτεθεί ότι αυτά συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις.
29 Οι πρώτοι δύο λόγοι ακυρώσεως αφορούν διάφορες πτυχές του ίδιου ζητήματος, δηλαδή το αν τα επίδικα μέτρα εμπίπτουν στην έννοια της ενισχύσεως. Λόγω της αλληλεξαρτήσεως του περιεχομένου τους, θα πραγματευθώ επομένως στη συνέχεια από κοινού αυτούς τους λόγους ακυρώσεως, όπως εξάλλου έπραξε και το προσφεύγον με το υπόμνημα απαντήσεως και κατά την προφορική διαδικασία.
VII - Επί του πρώτου και δευτέρου λόγου ακυρώσεως: πληρούν τα επίδικα μέτρα την προϋπόθεση περί κρατικής ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ΕΚΑΞ;
Ισχυρισμοί των διαδίκων
30 Με τους δύο πρώτους λόγους ακυρώσεως, το προσφεύγον προβάλλει ότι η Επιτροπή κακώς και κατά πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως χαρακτήρισε τα επίδικα μέτρα ως ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ΕΚΑΞ ή του κώδικα ενισχύσεων.
31 Το προσφεύγον θεμελιώνει τον ισχυρισμό αυτό στο πλαίσιο του πρώτου λόγου ακυρώσεως στην έλλειψη οικονομικού οφέλους για την Cockerill Sambre και στηρίζεται συναφώς σε δύο κυρίως επιχειρήματα.
32 Αφενός, προβάλλει ότι ως προς την «καταβολή αποζημιώσεως» δεν πρόκειται για έξοδα της επιχειρήσεως. Πράγματι, η επιχείρηση ούτε ήταν κατά νόμο υποχρεωμένη να καταβάλει μισθό για 34 ώρες εργασίας ως εάν επρόκειτο για 37 ώρες εργασίες ούτε η συλλογική σύμβαση του 1998 υποχρεώνει την Cockerill Sambre να χρηματοδοτεί τις αποζημιώσεις. Αντιθέτως, η συλλογική σύμβαση προβλέπει χρηματοδότηση των πληρωμών από κρατικούς πόρους και από τους ίδιους τους εργαζομένους.
33 Αφετέρου, το προσφεύγον επισημαίνει ότι η μείωση του ωραρίου εργασίας ήταν ουδέτερη από οικονομικής απόψεως για την Cockerill Sambre. Από τη μείωση των κοινωνικών εισφορών η επιχείρηση δεν αποκόμισε πράγματι κανένα οικονομικό όφελος, διότι τα εξοικονομηθέντα ποσά που προέκυψαν από αυτό καταβλήθηκαν πλήρως από την Cockerill Sambre στους οικείους εργαζομένους, οπότε το δημόσιο χρήμα στην πραγματικότητα διήλθε απλώς από την επιχείρηση, χωρίς να επιφέρει μείωση των εξόδων. Οι επιχορηγήσεις της Περιφέρειας της Βαλονίας διοχετεύθηκαν ευθέως προς τους εργαζομένους. Επομένως, τα επίδικα μέτρα μπορούν να εξομοιωθούν προς παρασχεθείσα στους επιμέρους εργαζομένους ενίσχυση.
34 Περαιτέρω, το προσφεύγον εκθέτει ως προς την οικονομική ουδετερότητα, ότι ο αριθμός των ωρών εργασίας που πραγματοποίησαν οι υπαγόμενοι στη συλλογική σύμβαση εργαζόμενοι διατηρήθηκε με τα ίδια κατά το νόμο και τις συμβάσεις έξοδα της Cockerill Sambre, οπότε δεν συμφωνήθηκε καμία αύξηση των μισθολογικών δαπανών με τους εκπροσώπους των εργαζομένων. Επιπλέον, το προσφεύγον επισημαίνει μια σειρά πρόσθετων εξόδων τα οποία όφειλε να φέρει η επιχείρηση συνεπεία της μειώσεως του ωραρίου εργασίας, δηλαδή έξοδα εκπαιδεύσεως για τους νέους εργαζομένους, επιβαρύνσεις λόγω της περιορισμένης διαθεσιμότητας των έμπειρων και εξειδικευμένων συνεργατών, καθώς και έξοδα διοικήσεως και οργανώσεως. Εξάλλου, μια έκθεση ελέγχου επιβεβαίωσε την οικονομική ουδετερότητα της μεθόδου όσον αφορά την Cockerill Sambre.
35 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι η έννοια της ενισχύσεως όπως, πρέπει να γίνεται αντιληπτή από πάγια νομολογία, δεν κάνει διάκριση μεταξύ του εκούσιου ή του υποχρεωτικού χαρακτήρα των επιβαρύνσεων. Εμμένει στο ότι στην παρούσα υπόθεση πρόκειται αναντίρρητα για κρατικά μέτρα, ενώ αμφισβητούμενο είναι μόνον το αν υπήρξε οικονομικό όφελος υπέρ της Cockerill Sambre κατά την έννοια της ενισχύσεως.
36 Η Επιτροπή εξετάζει επίσης το ιστορικό της γενέσεως της συλλογικής συμβάσεως του 1998. Συναφώς, πρόκειται πράγματι για ένα τριμερές μόρφωμα, διότι, κατά τις διαπραγματεύσεις, η επιχείρηση και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων βρίσκονταν σε κατάσταση ισοπαλίας, η οποία μπορούσε να αρθεί μόνο μέσω ενός τρίτου μέρους και συγκεκριμένα του δημοσίου ως επιχειρηματία.
37 Οι εργατικοί μισθοί αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία των εξόδων λειτουργίας και παραγωγής μιας επιχειρήσεως με συνέπεια ότι το κράτος, όταν αναλαμβάνει μέρος των μισθολογικών εξόδων, συμβάλλει στις δαπάνες λειτουργίας και επομένως προσπορίζει στην επιχείρηση όφελος έναντι άλλων επιχειρήσεων οι οποίες δεν απολαύουν τέτοιας επιδοτήσεως.
38 Κατά την άποψη της Επιτροπής, οι επιχειρήσεις οφείλουν να φέρουν τα έξοδα που προκύπτουν από συλλογικές συμβάσεις. Ανεξαρτήτως του ζητήματος ποιος αναλαμβάνει την πρωτοβουλία για διαπραγματεύσεις ή σε ποιο στάδιο των διαπραγματεύσεων επεμβαίνει το κράτος προκειμένου να αναλάβει τις επιβαρύνσεις, πρόκειται για κρατικές ενισχύσεις προς την επιχείρηση.
39 Με εν μέρει παρόμοια επιχειρήματα ως προς το ζήτημα του οικονομικού οφέλους, το προσφεύγον προβάλλει, στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου, ότι ωφεληθέντες από τα επίδικα μέτρα υπήρξαν αποκλειστικώς οι εργαζόμενοι. Η μείωση του ωραρίου εργασίας επήλθε αποκλειστικώς κατόπιν πρωτοβουλίας τους και προς το συμφέρον τους, η δε επιχείρηση ενήργησε απλώς ως διοικητικός και χρηματοδοτικός διαμεσολαβητής, χωρίς η ίδια να αποκομίσει οποιοδήποτε όφελος από τα μέτρα. Οι καταβολές αποζημιώσεως ήταν καθαρά κοινωνικού χαρακτήρα και πραγματοποιήθηκαν υπέρ και μόνον των οικείων εργαζομένων. Επομένως, τα επίδικα μέτρα συνιστούν ενισχύσεις προς μεμονωμένα πρόσωπα και όχι ενισχύσεις προς την επιχείρηση.
40 Η Επιτροπή επισημαίνει αντιθέτως ότι, κατά πάγια νομολογία, ενισχύσεις πρέπει να εκτιμώνται βάσει των αποτελεσμάτων τους και όχι των αιτίων τους ή των σκοπών τους. Το γεγονός ότι οι εργαζόμενοι ωφελήθηκαν άμεσα από τις καταβολές αποζημιώσεως δεν αποκλείει επομένως το ότι ωφελήθηκε εμμέσως η επιχείρηση.
Εκτίμηση
41 Ως προς τους δύο πρώτους λόγους, πρέπει να εξεταστεί αν προβλεπόμενες σε συλλογική σύμβαση καταβολές μισθού εργαζομένων, οι οποίες σκοπούν στην αντιστάθμιση της συνεπεία συμφωνηθείσας μειώσεως του ωραρίου εργασίας απωλείας μισθού, πληρούν τις προϋποθέσεις ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Είναι αναντίρρητο ότι αυτές οι καταβολές αποζημιώσεως, καθόσον δεν επιβαρύνουν αυτούς τους ίδιους τους εργαζομένους, συνιστούν κρατικές ή από κρατικούς πόρους πληρωμές
42 Κατά πάγια νομολογία, η έννοια της ενισχύσεως είναι ευρύτερη από την έννοια της επιδοτήσεως, διότι δεν περιλαμβάνει μόνον τις θετικές οικονομικές παροχές προς την επιχείρηση, αλλά τελείως γενικώς και τα παρεχόμενα από κρατικές υπηρεσίες πλεονεκτήματα τα οποία ποικιλοτρόπτως ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικώς πρέπει να φέρει η επιχείρηση (8).
43 Σε συμφωνία με την Επιτροπή, πρέπει να παρατηρηθεί ότι σημασία δεν έχουν οι αιτίες ή οι σκοποί τέτοιων κρατικών μέτρων, αλλά τα αποτελέσματά τους (9). Επομένως, η έννοια της ενισχύσεως είναι, για να το εκφράσω με τα λόγια του Πρωτοδικείου, «αντικειμενική και εξαρτάται μόνον από το ζήτημα αν ένα κρατικό μέτρο απονέμει (οικονομικό) πλεονέκτημα σε μια επιχείρηση ή σε ορισμένες επιχειρήσεις» (10).
44 Από την προοπτική του οικονομικού αποτελέσματος προκύπτει ότι πολλά από τα επιχειρήματα που προέβαλε το προσφεύγον κατά του χαρακτηριστιμού των επίδικων μέτρων ως ενισχύσεων δεν ευσταθούν.
45 Έτσι, από αυτό συνάγεται κατ' αρχάς ότι κρατικά μέτρα δεν εξαιρούνται από τον χαρακτηρισμό ως ενισχύσεων λόγω του κοινωνικού τους χαρακτήρα (11). Καθόσον το προσφεύγον επισημαίνει ότι τα επίδικα μέτρα χρησιμεύουν για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και θα πρέπει να αμβλύνουν αποκλειστικώς προς το συμφέρον των εργαζομένων τα αποδεχθέντα μειονεκτήματα από τη μείωση του ωραρίου εργασίας, ο ισχυρισμός αυτός είναι επομένως άσχετος για τους σκοπούς του χαρακτηρισμού ως ενισχύσεως.
46 Στην αλληλουχία αυτή, θα επιθυμούσα εντούτοις να υπογραμμίσω ότι αυτό δε σημαίνει ότι οι περί ενισχύσεων διατάξεις στη Συνθήκης ΕΚΑΞ δεν επιτρέπουν γενικώς κρατικά μέτρα κοινωνικού χαρακτήρα ή μέτρα για τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Πάντως, τέτοια μέτρα πρέπει να είναι γενικού χαρακτήρα και να μην ευνοούν ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής. Τέτοια γενικά μέτρα δεν εμπίπτουν a priori στην έννοια της ενισχύσεως λόγω του ελλείποντος στοιχείου του ειδικού χαρακτήρα (12), σε αντίθεση προς - υπό την εκτεθείσα έννοια - επιλεκτικά μέτρα με κοινωνικούς σκοπούς, τα οποία λόγω του χαρακτήρα τους ως ενισχύσεων μπορούν εντούτοις να συνάδουν προς τη Συνθήκη ΕΚΑΞ μόνο βάσει μιας αντίστοιχης γενικής ή ατομικής ρυθμίσεως περί εξαιρέσεως εκ μέρους της Επιτροπής κατά το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ (13).
47 Επομένως, από τη σε πρώτο στάδιο εκτίμηση, που αφορά τα αποτελέσματα, προκύπτει ότι με τη λύση του ζητήματος αν η Cockerill Sambre απέκτησε οικονομικό όφελος μπορεί επίσης να δοθεί απάντηση στα τιθέμενα στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ζητήματα, όσον αφορά τον οικονομικώς ευνοούμενο από τα επίδικα μέτρα.
48 Η διαπίστωση του αν η Cockerill Sambre απέκτησε μέσω αυτών των επίδικων μέτρων (ειδικό) οικονομικό όφελος συμπίπτει πράγματι με τη διαπίστωση του αν η επιχείρηση αυτή είναι η ευνοηθείσα. Δεν έχει πράγματι καμία σημασία αν η επιχείρηση ευνοήθηκε έμμεσα ή άμεσα (14) και γενικώς ποια μορφή έλαβε το κρατικό μέτρο (15).
49 Με αυτό το πνεύμα επίσης, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, εξέθεσε ο γενικός εισαγγελέας Lenz ότι «κατά την εξακρίβωση του ωφελούμενου από ένα μέτρο κρατικής ενισχύσεως δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο άμεσος λήπτης της επιδοτήσεως αλλά σημασία έχουν επίσης τα αποτελέσματα της επιδοτήσεως που εξέρχονται του πλαισίου αυτής της σχέσεως» (16).
50 Το ότι τα επίδικα μέτρα αποβαίνουν τελικώς προς άμεσο όφελος των εργαζομένων, καθόσον αυτοί, αφενός, λαμβάνουν άμεσα από την Περιφέρεια της Βαλονίας επιχορηγήσεις και, αφετέρου, η Cockerill Sambre παραχώρησε πλήρως στους εργαζομένους τα εξοικονομηθέντα ποσά από την επιτραπείσα σ' αυτήν από τη Βελγική Κυβέρνηση μείωση των κοινωνικών εισφορών, είναι αναντίρρητο.
51 Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι πράγματι η Cockerill Sambre δεν ευνοήθηκε έμμεσα από οικονομικής απόψεως, καθόσον μέσω της κρατικής χρηματοδοτήσως των καταβολών αποζημιώσεως επήλθε μια μείωση επιβαρύνσεων προς όφελος της επιχειρήσεως.
52 Με τη διαπίστωση αυτή έρχομαι στο κεντρικό για τη λύση της παρούσας διαφοράς ερώτημα τι πρέπει να νοείται ως «επιβαρύνσεις» ή «έξοδα» της επιχειρήσεως.
53 Αυτό ακριβώς αποτελεί το σημείο αφετηρίας της πρώτης αιτιάσεως του προσφεύγοντος, καθόσον προβάλλει ότι οι καταβολές αποζημιώσεως δεν συνιστούν «επιβάρυνση» της Cockerill Sambre.
54 Θα ήθελα εκ προοιμίου να παρατηρήσω ότι, όπως εν μέρει έπραξε η Επιτροπή, θα μπορούσε τουλάχιστον να εξεταστεί, ως προς το μέτρο της Βελγικής Κυβερνήσεως, η μείωση των επιβαρύνσεων και υπό ένα άλλο πρίσμα. Η χρηματοδότηση των καταβολών αποζημιώσεως, καθόσον η Βελγική Κυβέρνηση τις ανέλαβε, πραγματοποιήθηκε, από τεχνικής απόψεως, υπό μορφή μειώσεως των κοινωνικών εισφορών που πρέπει να καταβάλλει ο εργοδότης, όπου ο εργοδότης αυτός παραχωρεί στη συνέχεια τα εντεύθεν εξοικονομούμενα ποσά στους εργαζομένους.
55 Κατά το μέτρο αυτό, θα ήταν πρόσφορο να θεωρηθεί ότι σημασία έχουν οι κοινωνικές εισφορές αντί των καταβολών αποζημιώσεως. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ένα μέτρο το οποίο απαλλάσσει μερικώς τις επιχειρήσεις ενός συγκεκριμένου οικονομικού κλάδου από τις οικονομικές επιβαρύνσεις, που απορρέουν από την κανονική εφαρμογή του γενικού συστήματος κοινωνικής ασφαλίσεως, χωρίς η απαλλαγή αυτή να δικαιολογείται από τη φύση ή την οικονομία του εν λόγω συστήματος, πρέπει να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση (17).
56 Άλλως, όπως εξέθεσα, ένα κρατικό μέτρο πρέπει να κρίνεται από τα αποτελέσματά του και εντός του ευρύτερου πλαισίου του. Στην παρούσα υπόθεση, τα εξοικονομηθέντα ποσά από τη μείωση των εισφορών κοινωνικής ασφαλίσεως και επομένως το άμεσο εντεύθεν χρηματοοικονομικό όφελος «εκτράπηκαν» από την επιχείρηση πλήρως στους εργαζομένους. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η επιχείρηση μπορεί να αποκτήσει στη συνέχεια οικονομικό όφελος μόνον αν και οι καταβολές αποζημιώσεως στους εργαζομένους πρέπει να συμπεριληφθούν στα έξοδα της επιχειρήσεως. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το πρόβλημα της παροχής του οικονομικού οφέλους, ως προς τα μέτρα της Βελγικής Κυβερνήσεως, μετατοπίζεται στις καταβολές αποζημιώσεως.
57 Στη συνέχεια θα εξετάσω επομένως αν οι καταβολές αποζημιώσεως συνιστούν τέτοιες αναληφθείσες από το Δημόσιο «επιβαρύνσεις» της επιχειρήσεως, χωρίς να αποδώσω σημασία, κατά την προεκτεθείσα έννοια, στην εκάστοτε στενότερη μορφή της κρατικής χρηματοδοτήσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση.
58 Κατ' αρχάς, διαπιστώνεται ότι η Cockerill Sambre και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων συμφώνησαν τις καταβολές αποζημιώσεως μαζί με τη μείωση του ωραρίου εργασίας στη συλλογική σύμβαση του 1998.
59 Η έννοια της ενισχύσεως, κατά την παρατεθείσα νομολογία (18), περιλαμβάνει επιβαρύνσεις που «κανονικώς βαρύνουν τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως». Η διατύπωση αυτή παραπέμπει σε ένα κριτήριο και προϋποθέτει κάποια αντίληψη για τη «φύση» μιας επιχειρήσεως και για το ποια έξοδα πρέπει επομένως να τη βαρύνουν «κανονικά».
60 Γενικώς, οι διατάξεις περί ενισχύσεων λαμβάνουν ως βάση μια επιχείρηση η οποία δραστηριοποιείται οικονομικώς, δηλαδή σύμφωνα με τα πραγματικά έξοδα και αντίστοιχα με τους νόμους και της δυνάμεις της αγοράς, πράγμα που ιδίως συνεπάγεται ότι τα έξοδά της παραγωγής καλύπτονται κατ' αρχήν από ίδιους πόρους. Αντιστοίχως, απαγορεύονται ενισχύσεις οι οποίες τελικώς δεν αποτελούν τίποτε άλλο από «τεχνητές μειώσεις» (19).
61 Το Δικαστήριο στηρίζει τις σχετικές με τις διατάξεις των ενισχύσεων αποφάσεις του κατά κανόνα στην αντίληψη ενός επιχειρηματία ο οποίος ενεργεί από οικονομικής απόψεως ορθολογικώς και με γνώμονα την αγορά (20).
62 Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έλαβε ως βάση σε σχέση με τον καθορισμό μιας πηγής ενεργείας το ότι ένας συνήθης επιχειρηματίας δεν παραιτείται από το κέρδος το οποίο θα μπορούσε κανονικά να πραγματοποιήσει (21). Το ίδιο ισχύει ως προς τη νομολογία για τη συμμετοχή του κράτους στο κεφάλαιο επιχειρήσεων ιδιωτικού δικαίου, κατά την οποία ένας ιδιώτης μέτοχος εισφέρει λογικά κεφάλαιο σε μια επιχείρηση μόνον όταν υφίσταται τουλάχιστον μακροπρόθεσμα προοπτική αποδοτικότητας (22).
63 Ο υποθετικός επιχειρηματίας, ο οποίος λαμβάνεται υπόψη σ' αυτήν την κατ' αρχάς προσέγγιση, είναι επομένως κάποιος ο οποίος δραστηριοποιείται στην αγορά και - μολονότι θεωρητικά θα του ήταν δυνατό - δεν υποχρεούται σε καμία μεγαλύτερη παροχή από αυτήν που αντιστοιχεί στις τιμές της αγοράς (23).
64 Με βάση αυτά τα δεδομένα, μπορεί επίσης να θεωρηθεί κατ' αρχήν ότι μια επιχείρηση δεν είναι διατεθειμένη να προβεί έναντι των εργαζομένων της σε καμία μεγαλύτερη παραχώρηση από αυτήν που είναι αναγκαία προκειμένου να μπορεί να έχει στη διάθεσή της το εργατικό δυναμικό. Με άλλα λόγια, πρέπει να ληφθεί ως βάση ότι μια επιχείρηση αποκτά τον συντελεστή παραγωγής εργασία στη (ρυθμισμένη) «τιμή αγοράς» και ότι η συλλογική σύμβαση αποτελεί έκφραση αυτής της τιμής αγοράς.
65 Από τη δικογραφία της παρούσας υποθέσεως δεν προκύπτει κανένα στοιχείο για το ότι η εκδοχή αυτή δεν θα ήταν δικαιολογημένη και ως προς τη συλλογική σύμβαση του 1998.
66 Πράγματι, όπως ορθώς εξέθεσε η Επιτροπή, από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι εκπρόσωποι των υπαγομένων στη συλλογική σύμβαση εργαζομένων απαίτησαν μείωση ωραρίου εργασίας από 37 σε 34 ώρες, μάλιστα δε χωρίς πραγματική μείωση του εισοδήματος των εργαζομένων.
67 Επειδή η επιχείρηση, κατ' αρχάς λόγω ακριβώς της αυξήσεως των εξόδων που συνδέονταν αναπόφευκτα με την ικανοποίηση αυτής της απαιτήσεως, την απέκρουσε, οι εργαζόμενοι κήρυξαν απεργία.
68 Τέλος, η συλλογική σύμβαση του 1998 κατέστη δυνατό να συναφθεί μόνο διότι προβλέφθηκε ο μηχανισμός αποζημιώσεως για τους θιγόμενους από τη μείωση των ωρών εργαζομένους. Το ότι ο μηχανισμός αυτός συνιστούσε από την πλευρά των εργαζομένων προφανώς condition sine qua non για τη σύναψη της συλλογικής συμβάσεως, καθίσταται επίσης φανερό από τη περιεχόμενη σ' αυτή ρήτρα κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι θα επανεξετάσουν από κοινού την κατάσταση και τη δυνατότητα εφαρμογής, αν δεν καταβληθεί η αποζημίωση.
69 Επομένως, υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι καταβολές αποζημιώσεως στη συγκεκριμένη περίπτωση αποτελούν μέρος της «τιμής αγοράς» του συντελεστή εργασία.
70 Το γεγονός ότι ποικίλες εκτιμήσεις άσκησαν επιρροή κατά τη σύναψη της συλλογικής συμβάσεως και το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων αποτελεί συμβιβασμό μεταξύ των διαφόρων, όχι κατ' ανάγκη συναφών, απαιτήσεων των μερών (24) δεν διαφοροποιεί εξάλλου την επελθούσα με τη συλλογική σύμβαση συμφωνία από άλλες μεθόδους σχηματισμού τιμών στην αγορά.
71 Αν επομένως οι συμφωνηθείσες με τη συλλογική σύμβαση καταβολές αποζημιώσεως για τους θιγόμενους από τη μείωση του ωραρίου εργασίας εργαζομένους πρέπει να θεωρηθούν ως μέρος της τιμής του συντελεστή παραγωγής εργασία, το κράτος απάλλαξε μέσω της χρηματοδοτήσεως αυτών των πληρωμών την Cockerill Sambre από επιβαρύνσεις τις οποίες κανονικά θα έπρεπε η ίδια να φέρει. Πράγματι, τα έξοδα που αφορούν τον συντελεστή εργασία αποτελούν μέρος των εξόδων παραγωγής τα οποία η επιχείρηση, όπως προεκτέθηκε, πρέπει κατ' αρχήν να καλύπτει από ίδιους πόρους (25).
72 Σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος, δεν έχει σημασία το ότι οι καταβολές αποζημιώσεως δεν στηρίζονται σε καμία νομική υποχρέωση. Μάλιστα δε, τα έξοδα παραγωγής μιας επιχειρήσεως δεν προκύπτουν κατά κανόνα από νομικές υποχρεώσεις - μεταξύ των οποίων, προπάντων, φορολογικές επιβαρύνσεις - αλλά από τα έξοδα των αναγκαίων μέσων παραγωγής σύμφωνα με την κατάσταση στην αγορά. Εξάλλου, το Δικαστήριο έχει ήδη διαπιστώσει με αυτό το πνεύμα στην υπόθεση Γαλλία κατά Επιτροπής ότι τα έξοδα, τα οποία αποτελούν συνέπεια συλλογικών συμφωνιών, βαρύνουν «εκ φύσεως» τον προϋπολογισμό των επιχειρήσεων (26).
73 Στη συνέχεια, όσον αφορά την αντίρρηση του προσφεύγοντος ότι η Cockerill Sambre ουδόλως υποχρεώθηκε με τη συλλογική σύμβαση του 1998 να φέρει το βάρος των καταβολών αποζημιώσεως, αλλά ρητώς προβλέφθηκε ότι οι πληρωμές αυτές θα επιβάρυναν παράλληλα με τους εργαζομένους το Δημόσιο υπό την ιδιότητά του ως επιχειρηματία, θεωρώ, όπως και η Επιτροπή, ότι η αντίρρηση αυτή δεν ευσταθεί.
74 Μια επιχείρηση δεν μπορεί να καθιστά απρόσβλητη την ανάληψη εξόδων παραγωγής - στη συγκεκριμένη περίπτωση δαπάνες για τους εργαζομένους της - από την επέμβαση των διατάξεων περί ενισχύσεως λόγω του ότι η συλλογική σύμβαση συνήφθη εκ των προτέρων βάσει αναλήψεως των εξόδων από το Δημόσιο (27).
75 Τέλος, το προσφεύγον προβάλλει επίσης ότι το μέτρο της ρυθμίσεως για τη μείωση του ωραρίου εργασίας ήταν από οικονομικής απόψεως ουδέτερο για την Cockerill Sambre. Προς θεμελίωση του ισχυρισμού της προβάλλει κατ' αρχάς ότι οι κρατικοί πόροι χρησιμοποιήθηκαν πλήρως για τις καταβολές αποζημιώσεως. Συναφώς, αρκεί η διαπίστωση ότι οι καταβολές αποζημιώσεως περιλαμβάνονται στις επιβαρύνσεις της επιχειρήσεως (28). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι συνεπεία της συλλογικής συμβάσεως πρέπει να εξακολουθεί να υφίσταται ο ίδιος αριθμών ωρών εργασίας βάσει του ίδιου ωρομισθίου στηρίζεται στο εσφαλμένο υποθετικό δεδομένο ότι οι καταβολές αποζημιώσεως δεν συνιστούν επιβάρυνση της επιχειρήσεως. Πράγματι, αν οι καταβολές αποζημιώσεως συνυπολογιστούν κατά ορθή θεώρηση στα μισθολογικά έξοδα, τα έξοδα αυτά παραμένουν από την πλευρά της επιχειρήσεως (οικονομικώς) τα ίδια διότι το Δημόσιο ανέλαβε τις καταβολές αποζημιώσεως. Το προσφεύγον επισήμανε μεν επιπλέον ότι λόγω της μειώσεως του ωραρίου εργασίας προέκυψαν γι' αυτόν μερικά «σχετικά σημαντικά» επιπλέον έξοδα, πλην όμως δεν εκθέτει ότι το συνιστάμενο στην κρατική χρηματοδότηση των καταβολών αποζημιώσεως όφελος θα πρέπει να αντισταθμίστηκε πλήρως από αυτά τα έξοδα (29). Επομένως, και ο ισχυρισμός αυτός ως προς την από οικονομικής απόψεως ουδετερότητα πρέπει να απορριφθεί.
76 Επομένως, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι οι καταβολές αποζημιώσεως, καθόσον αυτές δεν πρέπει να καλυφθούν από τους εργαζομένους, συνιστούν επιβαρύνσεις, τις οποίες κανονικά θα έπρεπε να φέρει η Cockerill Sambre. Επομένως, με τη χρηματοδότηση των καταβολών αποζημιώσεως υπό τη μορφή των επίδικων μέτρων, οι βελγικές αρχές και οι αρχές της Βαλονίας ανέλαβαν επιβαρύνσεις αυτής της επιχειρήσεως και, κατά συνέπεια, στο μέτρο αυτό της προσπόρισαν οικονομικό όφελος. Επομένως, η Cockerill Sambre εξακολουθεί να είναι οικονομικώς ευνοηθείσα υπό το πρίσμα της εννοίας των ενισχύσεων.
77 Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι ακυρώσεως είναι απορριπτέοι.
VIII - Επί του τρίτου λόγου: παράβαση της προβλεπόμενης στον κώδικα ενισχύσεων διαδικασίας - Αναρμοδιότητα της Επιτροπής
Ισχυρισμοί των διαδίκων
78 Το προσφεύγον προβάλλει ότι η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια για την έκδοση της επίδικης αποφάσεως, διότι κατά το χρονικό σημείο της αποφάσεως είχε ήδη παρέλθει η προβλεπόμενη στο άρθρο 6, παράγραφος 5, του κώδικα ενισχύσεων προθεσμία των τριών μηνών για τη λήψη αποφάσεως.
79 Κατά την άποψή της, η προθεσμία αυτή συνιστά αποκλειστική προθεσμία, από τη μη τήρηση της οποίας υφίσταται παράβαση ουσιώδους τύπου.
80 Αυτό προκύπτει από μια σύγκριση με την προβλεπόμενη στο άρθρο 6, παράγραφος 1, του πέμπτου κώδικας ενισχύσεων (30) προθεσμία κοινοποιήσεως, την οποία το Δικαστήριο χαρακτήρισε ομοίως ως αποκλειστική προθεσμία (31). Ο επιτακτικός χαρακτήρας της προθεσμίας επιβεβαιώνεται επίσης από τη διαφορετική διατύπωση της επίμαχης διατάξεως σε σύγκριση με το άρθρο 7, παράγραφος 5, του κανονισμού (ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της συνθήκης ΕΚ (32) (στο εξής: κανονισμός 659/1999). Επιπλέον, η επιτακτική προθεσμία συμβάλλει στην ασφάλεια δικαίου, δεδομένου ότι οι επιχειρηματίες δεν αφήνονται απεριορίστως σε αβεβαιότητα όσον αφορά την έκβαση της διαδικασίας.
81 Η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε μόλις μετά τη λήξη της προβλεπόμενης στο άρθρο 6, παράγραφος 5, του κώδικα ενισχύσεων προθεσμίας των τριών μηνών, πλην όμως προβάλλει ευστόχως ότι ουδεμία ως εκ τούτου επήλθε παράβαση ουσιώδους τύπου.
82 Αντικρούει την άποψη ότι η προθεσμία αυτή είναι αποκλειστική. Ο χαρακτηρισμός της κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κώδικα ενισχύσεων προθεσμίας δεν μπορεί άνευ ετέρου να ισχύσει για τη κατά το άρθρο 6, παράγραφος 5 προθεσμία διότι, όπως ο γενικός εισαγγελέας Jacobs διαπίστωσε στις προτάσεις τους επί της υποθέσεως Salzgitter κατά Επιτροπής (33), η φύση μιας προθεσμίας πρέπει να εκτιμάται κατά περίπτωση βάσει μιας σειράς κριτηρίων όπως του σκοπού και του στόχου της προθεσμίας στο πλαίσιο της οικονομίας της ρυθμίσεως.
83 Η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο κώδικας ενισχύσεων προβλέπει εξαιρέσεις από τη γενική αρχή της απαγορεύσεως ενισχύσεων και, επομένως, πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά. Ενισχύσεις επιτρέπεται να πραγματοποιούνται μόνο βάσει ρητής εγκρίσεως της Επιτροπής, με την επιφύλαξη της ρυθμίσεως του άρθρου 6, παράγραφος 6, κατά την οποία το κράτος μέλος, αφού ενημερώσει προηγουμένως την Επιτροπή, μπορεί να εφαρμόσει τα προγραμματιζόμενα μέτρα, εφόσον η Επιτροπή δεν έχει προβεί σε κανενός είδους ενέργεια εντός δύο μηνών από τη λήψη της κοινοποιήσεως του σχετικού σχεδίου.
84 Σε αντίθεση προς αυτή τη διάταξη, δεν προκύπτει ούτε από το γράμμα ούτε από την οικονομία του άρθρου 6, παράγραφος 5, του κώδικα ενισχύσεων εξουσία του κράτους μέλους να εφαρμόσει τα σχετικά μέτρα μετά τη λήξη της οριζόμενης εκεί προθεσμίας. Επομένως, αν θεωρηθεί η προθεσμία αυτή ως απόλυτη αποκλειστική προθεσμία, αυτό θα είχε ως κατάληξη την εμπλοκή της διαδικασίας. Αν, αντιθέτως, ο επιτακτικός χαρακτήρας της προθεσμίας θεωρούνταν ότι αφορά αποκλειστικά και μόνον την τρέχουσα διαδικασία, τότε η Επιτροπή θα μπορούσε να φέρει τη διαδικασία σε πέρας, εφαρμόζοντάς την από την αρχή. Και οι δύο προσεγγίσεις θα οδηγούσαν επομένως, υπό το φως της ασφάλειας δικαίου και της οικονομίας της διαδικασίας, σε μη ικανοποιητικό αποτέλεσμα.
85 Όσον αφορά τη σύγκριση του άρθρου 6, παράγραφος 5, του κώδικα ενισχύσεων με το άρθρο 7, παράγραφος 5, του κανονισμού 659/1999 στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ, οι ομοιότητες στην οικονομία των δύο ρυθμίσεων για την Επιτροπή υποδηλώνει μάλλον ότι και οι δύο προθεσμίες είναι του ίδιου είδους.
86 Το προσφεύγον δεν αμφισβητεί στο υπόμνημά του απαντήσεως και κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας ότι σχέδια ενισχύσεως επιτρέπεται να εφαρμόζονται μόνο με έγκριση της Επιτροπής. Παραδέχεται επίσης ότι η Επιτροπή μπορεί να αναγκαστεί, μετά την πάροδο της προβλεπόμενης στο άρθρο 6, παράγραφος 5, προθεσμίας, να κινήσει νέα διαδικασία προκειμένου να καταλήξει σε τελική απόφαση. Το προσφεύγον επισημαίνει όμως ότι, παρά την αρχή της απαγορεύσεως των ενισχύσεων, έχει εντούτοις συμφέρον να προβάλει την αναρμοδιότητα της Επιτροπής, διότι ως εκ τούτου ελλείπει το νομικό έρεισμα της επίδικης αποφάσεως και ως προς την απαίτηση επιστροφής της ενισχύσεως εντόκως.
Εκτίμηση
87 Εν προκειμένω, είναι αναντίρρητο ότι η Επιτροπή έλαβε την επίδικη απόφαση μόλις μετά τη λήξη της προβλεπόμενης στο άρθρο 6, παράγραφος 5, του κώδικα ενισχύσεων προθεσμίας των τριών μηνών. Αμφίβολο είναι εντούτοις ποιος χαρακτήρας πρέπει να προσδοθεί στην προθεσμία και ποιες, κατά συνέπεια, έννομες συνέπειες πρέπει να συναχθούν από την υπέρβαση της προθεσμίας.
88 Κατά την άποψη του προσφεύγοντος, η μη τήρηση της επίμαχης προθεσμίας έχει ως συνέπεια την αναρμοδιότητα της Επιτροπής και συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου. Συναφώς, το προσφεύγον λαμβάνει ως βάση ότι η επίμαχη προθεσμία είναι αποκλειστική προθεσμία.
89 Πράγματι, από τη νομολογία του Δικαστηρίου συνάγεται ότι η υπέρβαση μιας αποκλειστικής προθεσμίας μπορεί να έχει ως συνέπεια την αναρμοδιότητα της Επιτροπής (34). Αντιθέτως, απλές προθεσμίες τάξεως πρέπει μεν επίσης να τηρούνται, πλην όμως η Επιτροπή δεν υπερβαίνει με την παράτασή τους τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας, ώστε να θίγεται ως εκ τούτου η αρμοδιότητά της για την έκδοση αποφάσεως (35).
90 Επομένως, πρέπει να εξεταστεί αν η προθεσμία των τριών μηνών του άρθρου 6, παράγραφος 5, του κώδικα ενισχύσεων πρέπει να νοείται ως αποκλειστική. Αν αυτό συμβαίνει, η Επιτροπή δεν ήταν πλέον αρμόδια κατά το χρονικό σημείο εκδόσεως της αποφάσεως και ο τρίτος λόγος πρέπει να γίνει δεκτός. Συναφώς, μπορεί να παραμείνει ανοικτό το ζήτημα αν η επίμαχη προθεσμία για τη λήψη αποφάσεως συνιστά εξάλλου - πράγμα που η Επιτροπή αμφισβητεί - ουσιώδη τύπο. Πράγματι, αφενός, δεν τίθεται εν προκειμένω το ζήτημα αν ο κοινοτικός δικαστής μπορεί ή οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη διατυπούμενη στο πλαίσιο αυτού του λόγου ακυρώσεως άποψη (36) και, αφετέρου, ο ισχυρισμός περί παραβάσεως ουσιώδους τύπου, λόγω υπερβάσεως της προθεσμίας, στηρίζεται στο υποθετικό δεδομένο ότι η προθεσμία αυτή είναι αποκλειστική.
91 Όπως ορθώς εξέθεσε η Επιτροπή, ο χαρακτήρας μιας ρυθμίσεως περί προθεσμιών πρέπει να εξετάζεται όχι βάσει του γράμματός της, αλλά σύμφωνα με το γενικό πλαίσιο της ρυθμίσεως, στο οποίο εντάσσεται, και σύμφωνα με τους σκοπούς της (37).
92 Επομένως, θα επιθυμούσα κατ' αρχάς να εξετάσω συνολικώς το πλαίσιο του κώδικα ενισχύσεων.
93 Κατά το άρθρο 4, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, επιδοτήσεις ή ενισχύσεις που χορηγούνται από τα κράτη μέλη υπό οποιαδήποτε μορφή θεωρούνται ότι δεν συμβιβάζονται με την κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα και κατά συνέπεια καταργούνται ή απαγορεύονται εντός της Κοινότητας. Σε αντίθεση προς τη σχετική με τις ενισχύσεις ρύθμιση της Συνθήκης ΕΚ (38), το άρθρο 4, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ΕΚΑΞ δεν περιέχει καμία εξαίρεση από αυτή την απαγόρευση. Εντούτοις, ο κώδικας ενισχύσεων, τον οποίο η Επιτροπή εξέδωσε βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ, επιτρέπει τη χορήγηση ενισχύσεων υπέρ της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα σε ορισμένες, περιοριστικά απαριθμούμενες, περιπτώσεις.
94 Οι ρυθμίσεις της χορηγήσεως ενισχύσεων βάσει του κώδικα ενισχύσεων έχουν επομένως σε σχέση με τη γενική απαγόρευση κατά το άρθρο 4, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ΕΚΑΞ χαρακτήρα εξαιρέσεως και πρέπει, κατά συνέπεια, να ερμηνεύονται κατ' αρχήν στενά (39). Μια τέτοια ερμηνεία βρίσκεται επίσης σε αντιστοιχία προς τη διαλαμβανόμενη στο τμήμα Ι της αιτιολογίας του κώδικα ενισχύσεων αρχή ενός αυστηρού καθεστώτος ενισχύσεων.
95 Στη συνέχεια, όσον αφορά τη σημασία της επίμαχης ρυθμίσεως περί προθεσμιών εντός του κώδικα ενισχύσεων, επιβάλλεται κατ' αρχάς η διαπίστωση ότι ενισχύσεις επιτρέπεται να χορηγούνται μόνο βάσει της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 6 αυτού (40).
96 Κατά τη διαδικασία αυτή - εδώ πρέπει ιδίως να αναφερθεί το άρθρο 6, παράγραφος 4 - προγραμματιζόμενες ενισχύσεις μπορούν να τεθούν σε εφαρμογή μόνο με ρητή έγκριση της Επιτροπής, με την επιφύλαξη της ρυθμίσεως του άρθρου 6, παράγραφος 6, κατά το οποίο η θέση σε εφαρμογή είναι δυνατή και χωρίς έγκριση, αν η Επιτροπή δεν κινήσει τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 5 ή δεν γνωστοποιήσει κατ' άλλο τρόπο τη θέση της εντός διμήνου.
97 Όταν επομένως η Επιτροπή αποφασίζει, πριν από τη λήξη της προθεσμίας αναμονής του άρθρου 6, παράγραφος 6, να κινήσει την κατά το άρθρο 6, παράγραφος 5, διαδικασία, τα σχεδιαζόμενα μέτρα πρέπει εν πάση περιπτώσει να παραμείνουν ανεφάρμοστα (41).
98 Οι εν προκειμένω εξεταστέα ρύθμιση περί προθεσμιών αποτελεί μέρος της ρυθμίσεως αυτής της διαδικασίας κατά το άρθρο 6, παράγραφος 5. Σ' αυτό το διαδικαστικό στάδιο, το κράτος μέλος βρίσκεται, όπως διαπιστώθηκε, σε μια κατάσταση στην οποία του απαγορεύεται η εφαρμογή των σχεδιαζομένων μέτρων.
99 Σε αντίθεση προς το άρθρο 6, παράγραφος 6, στην παράγραφο 5 αυτού του άρθρου, η λήξη της προβλεπόμενης σ' αυτό προθεσμίας δεν συνδέεται με οποιαδήποτε εξουσιοδότηση για την εφαρμογή των μέτρων ή με οποιαδήποτε άλλη έννομη συνέπεια. Εκτίθεται απλώς ότι η Επιτροπή λαμβάνει απόφαση το αργότερο εντός τριμήνου από τη λήψη των πληροφοριών που απαιτούνται για την αξιολόγηση της σχετικής ενισχύσεως. Η εκτεθείσα συνοχή αυτής της ρυθμίσεως, ιδίως το αυστηρό καθεστώς ενισχύσεων στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚΑΞ, δεν επιτρέπει επίσης να θεωρηθεί ότι εμπεριέχει μια αντίστοιχη έμμεση εξουσιοδότηση εφαρμογής.
100 Το Δικαστήριο απέδωσε αντιστοίχως σημασία, κατά τον χαρακτηρισμό μιας προθεσμίας ως αποκλειστικής, μεταξύ άλλων, στο ότι με τη μη τήρηση μιας προθεσμίας συνδέεται ορισμένη κύρωση ή μια αυτόματη συνέπεια. Αυτό μπορεί να εξηγηθεί από το ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, η Επιτροπή δεν διαθέτει ευχέρεια εκτιμήσεως ως προς την εφαρμογή αυτής της κυρώσεως, ούτε δε ευχέρεια εκτιμήσεως για τη μετάθεση της ημερομηνίας λήξεως ή την παράταση της προθεσμίας, οπότε δεν μπορεί να πρόκειται για απλή προθεσμία τάξεως (42).
101 Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, σε περίπτωση αποδοχής του επιτακτικού χαρακτήρα της προθεσμίας, θα απαγορευόταν στο κράτος μέλος να εφαρμόσει τα σχεδιαζόμενα μέτρα και συγχρόνως θα εξακολουθούσε να εκκρεμεί η οριστική απόφαση για το συμβατό των ενισχύσεων. Επομένως, και υπό το πρίσμα της ακώλυτης λειτουργίας της ρυθμίσεως περί ενισχύσεων, η επίμαχη προθεσμία του άρθρου 6, παράγραφος 5, πρέπει να θεωρηθεί μάλλον ως προθεσμία τάξεως παρά ως αποκλειστική (43).
102 Τέλος, ούτε είναι πειστικός ο ισχυρισμός της Επιτροπής κατά τον οποίο μια αποκλειστική προθεσμία συμβάλλει, στην αλληλουχία αυτή και ιδίως όσον αφορά τους οικονομικούς σχεδιασμούς, στην ασφάλεια δικαίου.
103 Πρώτον, μια διαδικαστική προθεσμία χρησιμεύει τελικά σε κάθε περίπτωση στη δημιουργία της ασφάλειας δικαίου, καθόσον παρέχει στη διαδικασία λήψεως αποφάσεως ένα χρονικό πλαίσιο. Εν προκειμένω, αυτό ισχύει και για τις απλές προθεσμίες τάξεως. Επομένως, η Επιτροπή πρέπει, ιδίως προς το συμφέρον της ασφάλειας δικαίου, να τηρεί και τέτοιες προθεσμίες (44).
104 Δεύτερον, στην παρούσα περίπτωση πάντως ουδόλως θα συνέβαλε στην ασφάλεια δικαίου το να μη μπορούσε η Επιτροπή, μετά τη λήξη της προθεσμίας του άρθρου 6, παράγραφος 5, να εκδώσει την απόφασή της στο πλαίσιο της τρέχουσας διαδικασίας. Πράγματι, η διαδικασία αυτή θα παρέμενε τότε είτε σε κατάσταση εκκρεμότητας είτε θα μπορούσε, αν γινόταν δεκτό το προτεινόμενο από την προσφεύγουσα σενάριο, να ολοκληρωθεί με έκδοση αποφάσεως κατόπιν διεξαγωγής μιας περαιτέρω διαδικασίας.
105 Επομένως, σύμφωνα με τον σκοπό και την οικονομία της ρυθμίσεως, δεν μπορεί ασφαλώς, όσον αφορά την περί προθεσμιών ρύθμιση του άρθρου 6, παράγραφος 5, του κώδικα ενισχύσεων, να πρόκειται για αποκλειστική προθεσμία. Η Επιτροπή δεν ήταν επομένως αναρμόδια για την έκδοση της επίδικης αποφάσεως. Κατά συνέπεια, ούτε ο τρίτος λόγος ακυρώσεως ευδοκιμεί.
IX - Επί του τετάρτου λόγου ακυρώσεως: παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
106 Το προσφεύγον προσάπτει στην Επιτροπή ότι με την επίδικη απόφαση παρέβη ποικιλοτρόπως την κατά το άρθρο 15 της Συνθήκης ΕΚΑΞ υποχρέωσή της αιτιολογήσεως.
107 Ως πρώτο σημείο επικρίσεως, εκθέτει ότι η επίδικη απόφαση δεν περιέχει καμία απάντηση στα επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στο περιέχον τις απόψεις της έγγραφο της 5ης Απριλίου 2000 και με τα οποία επισήμανε τη σημασία των μέτρων απασχολήσεως στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΚ - ιδίως οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής όσον αφορά τις ενισχύσεις στην απασχόληση (45) - και υπογραμμίστηκε ο κίνδυνος αντιφάσεων εντός της ευρωπαϋκής πολιτικής για την απασχόληση, πράγμα που θα μπορούσε να συνδεθεί με την αποδοχή αποκλινουσών συναφώς πολιτικών στο πλαίσιο της ΕΚΑΞ.
108 Δεύτερον, το προσφεύγον διατυπώνει επικρίσεις κατά της επίδικης αποφάσεως κατά το ότι η Επιτροπή με την απόφαση αυτή δεν εξέτασε την επιχειρηματολογία της όσον αφορά την έννοια του ευνοούμενου από την ενίσχυση, όπως τη διατύπωσε επίσης στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου ακυρώσεως.
109 Τρίτον, παραλείπει η επίδικη απόφαση οποιαδήποτε αναφορά στις οικονομικές συνέπειες των επίδικων μέτρων στην κοινή αγορά και στον ανταγωνισμό.
110 Η Επιτροπή, φρονεί, αντιθέτως, ότι τήρησε όλες τις προϋποθέσεις οι οποίες, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου (46), υφίστανται για την αιτιολόγηση αποφάσεων. Η επίδικη απόφαση εκφράζει σαφώς και κατά μη διφορούμενη τρόπο τη συλλογιστική της Επιτροπής, οπότε η Βελγική Κυβέρνηση μπορούσε να προασπίσει τα δικαιώματά της άμυνας και το κοινοτικό δικαιοδοτικό όργανο να ασκήσει τον έλεγχό του.
111 Ως προς την πρώτη αιτίαση του προσφεύγοντος, η Επιτροπή εκθέτει ότι παρέπεμψε ρητώς στις κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις ενισχύσεις στην απασχόληση. Ως προς την αιτίαση ότι δεν διατύπωσε άποψη επί της εννοίας του ευνοούμενου από την ενίσχυση, η Επιτροπή αναφέρεται στα όσα εξέθεσε στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου. Τέλος, αντικρούει την εν προκειμένω τρίτη αιτίαση του προσφεύγοντος, προβάλλοντας ότι για τον χαρακτηρισμό ενός κρατικού μέτρου ως ενισχύσεως κατά το άρθρο 4, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, σε αντίθεση προς το άρθρο 81, παράγραφος 1, ΕΚ, δεν έχει σημασία ο επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών ή του ανταγωνισμού.
Εκτίμηση
112 Κατά το άρθρο 15, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, οι αποφάσεις της Επιτροπής πρέπει να αιτιολογούνται. Κατά πάγια νομολογία, από την αιτιολογία πρέπει να διαφαίνεται κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του θεσμικού οργάνου που εξέδωσε την πράξη, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που δικαιολογούν το ληφθέν μέτρο για να προασπίσουν τα δικαιώματά τους και στον κοινοτικό δικαστή να ασκεί τον έλεγχό του.
113 Εντούτοις, δεν απαιτείται η αιτιολογία να προσδιορίζει όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία, κατά το μέτρο που η αιτιολογία πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει του κειμένου της πράξεως, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν τον οικείο τομέα (47).
114 Επομένως, υπό το φως αυτών των δεδομένων, δεν έχει σημασία αν η Επιτροπή με την απόφασή της εξέτασε ρητώς όλα τα επιχειρήματα και όλες τις απόψεις που διατύπωσε ο αποδέκτης της αποφάσεως (48). Αντιθέτως, πρόκειται για το ότι η απόφαση, ενόψει του πλαισίου της και των διατάξεων που θεσπίστηκαν προς εφαρμογή της, στηρίζεται στην εκτιθέμενη αιτιολογία.
115 Με την υπό κρίση απόφαση, κρατικά μέτρα χαρακτηρίστηκαν ως ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 4, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ΕΚΑΞ και του κώδικα ενισχύσεων προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα και θεωρήθηκαν ότι δεν συμβιβάζονται προς την κοινή αγορά. Η εκπλήρωση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει επομένως να κριθεί με γνώμονα αν από την απόφαση μπορούν να συναχθούν οι λόγοι για τους οποίους τα επίδικα μέτρα εμπίπτουν, κατά την άποψη της Επιτροπής, στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω ρυθμίσεως περί ενισχύσεων (49).
116 Η πρώτη αιτίαση του προσφεύγοντος αφορά κατ' ουσίαν το ότι η αιτιολογία της αποφάσεως δεν λαμβάνει υπόψη μια επιχειρηματολογία κατά την οποία, αν η Επιτροπή χαρακτηρίσει τα μέτρα που αποτελούν το αντικείμενο της διαδικασίας ως ενισχύσεις ή αν θεωρήσει ότι δεν συνάδουν προς την κοινή αγορά, υφίσταται ο κίνδυνος αντιφάσεων εντός της ευρωπαϋκής πολιτικής για την απασχόληση.
117 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι αυτό ουδόλως αποτελεί άποψη η οποία θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη για τον χαρακτηρισμό ενός μέτρου βάσει του άρθρου 4, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν εξέθεσε τίποτε σχετικώς δεν μπορεί, επομένως, να συνιστά ελλιπή αιτιολογία.
118 Καθόσον, δεύτερον, το προσφεύγον προσάπτει περαιτέρω στην Επιτροπή ότι δεν έλαβε θέση επί της εννοίας του ευνοούμενου από την ενίσχυση, αρκεί η διαπίστωση ότι η επίδικη απόφαση, σε πολλά σημεία, αναφέρεται σ' αυτή την προβληματική.
119 Συγκεκριμένα, η Επιτροπή στην αιτιολογική σκέψη 20, σημείο 2, της αποφάσεως εκθέτει ότι το γεγονός ότι «τα δημόσια κεφάλαια μεταβιβάζονται ή ούτε καν μεταβιβάζονται μέσω της επιχείρησης και ότι έχουν ως τελικό προορισμό τους εργαζομένους» δεν μεταβάλει το ότι πρόκειται για κρατική ενίσχυση. Περαιτέρω, η Επιτροπή, στις αιτιολογικές σκέψεις 21 και 22 της αποφάσεως, εξέτασε την επιχειρηματολογία του Βελγίου ότι τα επίδικα μέτρα αποτελούν ενίσχυση προσωπικού χαρακτήρα και κοινωνικό μέτρο υπέρ της εν λόγω ομάδας εργαζομένων.
120 Τέλος, η Επιτροπή, στην αιτιολογική σκέψη 23 της αποφάσεως, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι ενισχύσεις δεν συνιστούν ενισχύσεις προσωπικού χαρακτήρα, αλλά ενισχύσεις προς την επιχείρηση και ότι με τις ενισχύσεις αυτές χρηματοδοτούνται έξοδα της Cockerill Sambre.
121 Τρίτον, τέλος, όσον αφορά την αιτίαση ότι η Επιτροπή δεν έλαβε θέση επί των επιπτώσεων των επίδικων μέτρων στην κοινή αγορά και στον ανταγωνισμό, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το άρθρο 4, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ΕΚΑΞ απαγορεύει άνευ ετέρου κρατικά μέτρα τα οποία - υπό οποιαδήποτε μορφή - ελαφρύνουν τις επιβαρύνσεις που κανονικώς πρέπει να φέρει η επιχείρηση (50). Αντίθετα απ' ό,τι συμβαίνει με το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ, η απαγόρευση του άρθρου 4, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ΕΚΑΞ προϋποθέτει ότι η ενίσχυση επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και νοθεύει ή απειλεί να νοθεύσει τον ανταγωνισμό (51). Επομένως, η Επιτροπή δεν χρειαζόταν να εξετάσει, στο πλαίσιο της εν λόγω αιτιολογίας της αποφάσεως, τις οικονομικές επιπτώσεις των επίδικων μέτρων επί της κοινής αγοράς ή του ανταγωνισμού.
122 Άρα, το προσφεύγον δεν κατόρθωσε να καταδείξει οποιοδήποτε σημαντικό ελάττωμα αιτιολογίας της επίδικης αποφάσεως, οπότε και ο τέταρτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
X - Επί του πέμπτου λόγου ακυρώσεως: παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ
Ισχυρισμοί των διαδίκων
123 Το προσφεύγον προβάλλει ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως, λόγω του ότι δεν ενέκρινε, κατ' εξαίρεση, τα επίδικα μέτρα, υπό την εκδοχή ότι τα μέτρα αυτά έπρεπε να χαρακτηριστούν, πράγμα που δεν αληθεύει, ως ενισχύσεις προς την Cockerill Sambre, βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Η Επιτροπή έπρεπε, αφού δεν δέχθηκε ότι έχουν εφαρμογή τα άρθρα 2 έως 5 του κώδικα ενισχύσεων προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, να απευθυνθεί εξ ιδίας πρωτοβουλίας στο Συμβούλιο, προκειμένου να λάβει τη σύμφωνη γνώμη για έγκριση των μέτρων κατά το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Πράγματι, με τα επίδικα μέτρα επιδιώκεται κοινωνικός σκοπός, συγκεκριμένα δε αύξηση της απασχολήσεως μέσω ανακατανομής της εργασίας και, επομένως, εξυπηρετούν τους σκοπούς της Συνθήκης ΕΚΑΞ, τη βελτίωση των όρων διαβιώσεως και εργασίας κατά το άρθρο 3, στοιχείο εε, της Συνθήκης ΕΚΑΞ.
124 Κατά την άποψη της Επιτροπής, το Δικαστήριο πρέπει να κηρύξει απαράδεκτο αυτό τον λόγο ακυρώσεως. Θεμελιώνει την άποψη αυτή στο ότι η Βελγική Κυβέρνηση μόλις μετά τη γνωστοποίηση της εκδόσεως της επίδικης αποφάσεως - αν και πριν από την επίσημη κοινοποίησή της - αποφάσισε να ζητήσει από την Επιτροπή την εφαρμογή του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Το αίτημα αυτό αποτέλεσε το αντικείμενο ενός εγγράφου της Βελγικής Κυβερνήσεως της 30ής Νοεμβρίου 2000. Υπό τις περιστάσεις αυτές, είναι απαράδεκτη η προβολή του υπό κρίση λόγου ακυρώσεως με το δικόγραφο προσφυγής που κατατέθηκε στις 8 Ιανουαρίου 2001. Η Επιτροπή εκθέτει επιπλέον ότι αυτός ο λόγος δεν στρέφεται προδήλως κατά της επίδικης αποφάσεως καθεαυτή, αλλ' αντιθέτως κατά του ότι η Επιτροπή παρέλειψε να απευθυνθεί προς τον σκοπό εκδόσεως ατομικής αποφάσεως κατ' άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, προς το Συμβούλιο και τη συμβουλευτική επιτροπή της ΕΚΑΞ. Εντούτοις, οι προϋποθέσεις ασκήσεως προσφυγής κατά παραλείψεως του άρθρου 35 της Συνθήκης ΕΚΑΞ δεν πληρούνται όσον αφορά την επίδικη απόφαση.
125 Το προσφεύγον αντιτάσσει στο προβαλλόμενο απαράδεκτο ότι τα εν προκειμένω βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως, ανεξαρτήτως της ειδικά βάσει του άρθρου αυτού διεξαχθείσας διαδικασίας, έστω και αν αυτή περατώθηκε με την έκδοση αρνητικής αποφάσεως, μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο επικλήσεως στο πλαίσιο της προσφυγής.
126 Επικουρικώς, η Επιτροπή θεωρεί όμως και τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως ουσία αβάσιμο. Αναφέρεται στη νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου (52), κατά την οποία το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ παρέχει στην Επιτροπή ευχέρεια εκτιμήσεως, πλην όμως δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση κατ' εξαίρεση εγκρίσεως μιας ενισχύσεως για την επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης ΕΚΑΞ, και κατά την οποία παράβαση της Συνθήκης λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως της συναγόμενης από τα οικονομικά δεδομένα ή τις οικονομικές περιστάσεις συνολικής καταστάσεως μπορεί να διαπιστωθεί μόνον αν αποδεικνύεται κατάχρηση εξουσίας εκ μέρους της Επιτροπής ή προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση της οικονομικής καταστάσεως η οποία ελήφθη ως βάση για την έκδοση της αποφάσεως.
127 Επομένως, στην παρούσα περίπτωση, το προσφεύγον θα έπρεπε να εκθέσει, προς θεμελίωση του σφάλματος εκτιμήσεως, ότι η κατ' εξαίρεση έγκριση των ενισχύσεων ήταν απαραίτητη για την επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης ΕΚΑΞ, πράγμα που εντούτοις παρέλειψε να πράξει.
Εκτίμηση
128 Επί των ενστάσεων απαραδέκτου αυτού του λόγου ακυρώσεως που προτείνει η Επιτροπή, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το προσφεύγον προβάλλει εν προκειμένω ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ και κατά πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως της Επιτροπής. Από το γεγονός ότι η αιτίαση του προσφεύγοντος αναφέρεται στο ότι η Επιτροπή δεν ενήργησε (επίσης) βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ δεν μπορεί, σε αντίθεση προς τους ισχυρισμούς της Επιτροπής, να συναχθεί ότι η προσφυγή δεν στρέφεται κατά της επίδικης αποφάσεως, αλλά κατά παραλείψεως της Επιτροπής υπό την έννοια του άρθρου 35 της Συνθήκης ΕΚΑΞ. Όπως διαπίστωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Societα industriale Acciaierie San Michele κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής, το άρθρο 35 της Συνθήκης ΕΚΑΞ μπορεί να έχει εφαρμογή μόνον όταν η Επιτροπή «δεν έλαβε καμία απόφαση επί του θέματος το οποίο αφορούν οι αιτήσεις των ενδιαφερομένων» (53). Στην παρούσα περίπτωση, δεν υφίστατο μεν μέχρι της εκδόσεως της αποφάσεως κανένα ρητό αίτημα του προσφεύγοντος για την παροχή εγκρίσεως κατά το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ (54), πλην όμως το προσφεύγον προβάλλει ότι η Επιτροπή όφειλε να το πράξει αυτεπαγγέλτως. Υπό το πρίσμα αυτό, η Επιτροπή με την επίδικη απόφαση έκρινε επίσης, υπό την έννοια της παρατεθείσας αποφάσεως, έμμεσα - και μάλιστα αρνητικώς - το ζήτημα της εγκρίσεως.
129 Επομένως, τα προβαλλόμενα ελαττώματα αφορούν σε μεγάλο βαθμό τη νομιμότητα της επίδικης αποφάσεως και κατ' αυτό τον τρόπο συνιστούν λόγο στον οποίο μπορεί να στηριχθεί προσφυγή κατά το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΞ.
130 Θα πρέπει να εξεταστεί αν οι αιτιάσεις του προσφεύγοντος είναι βάσιμες, διότι στην περίπτωση αυτή η απόφαση θα ήταν παράνομη, ανεξαρτήτως της διεξαγωγής άλλων διαδικασιών ή της εκδόσεως άλλων νομικών πράξεων. Το γεγονός ότι μόνο μετά την επίδικη απόφαση διεξήχθη, κατόπιν αιτήσεως της Βελγικής Κυβερνήσεως, διαδικασία βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ και τελικώς ελήφθη απόφαση, δεν καθιστά επομένως απαράδεκτο τον, θεωρούμενο αυτοτελώς, λόγο ακυρώσεως που στηρίζεται σε παράβαση αυτού του άρθρου.
131 Επομένως, ο πέμπτος λόγος ακυρώσεως πρέπει να εξεταστεί κατ' ουσίαν.
132 Κατά το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ, σε όλες τις περιπτώσεις που δεν προβλέπονται στη Συνθήκη αυτή, στις οποίες απόφαση ή σύσταση της Επιτροπής παρίσταται αναγκαία για την πραγματοποίηση, κατά τη λειτουργία της κοινής αγοράς του άνθρακα και του χάλυβα και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 5, ενός από τους σκοπούς της Κοινότητας όπως ορίζονται στα άρθρα 2, 3 και 4 της Συνθήκης ΕΚΑΞ, η Επιτροπή μπορεί να εκδώσει αυτή την απόφαση ή σύσταση μετά από ομόφωνη σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου και κατόπιν διαβουλεύσεως με τη συμβουλευτική επιτροπή ΕΚΑΞ.
133 Επομένως, στην Επιτροπή παρέχεται η εξουσία, κατά παρέκκλιση από τη γενική απαγόρευση του άρθρου 4, στοιχείο γγ, της Συνθήκης ΕΚΑΞ, να εγκρίνει κατ' εξαίρεση κρατικές ενισχύσεις.
134 Η ευχέρειά της εκτιμήσεως περιορίζεται συναφώς καθόσον η Επιτροπή βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ «δεν μπορεί να εγκρίνει τη χορήγηση κρατικών ενισχύσεων οι οποίες δεν είναι απαραίτητες για την επίτευξη των σκοπών που τάσσει η Συνθήκη [ΕΚΑΞ]» (55).
135 Εντούτοις, η Επιτροπή στην παρούσα περίπτωση δεν κίνησε αντίστοιχη διαδικασία βάσει αυτού του άρθρου, πολλώ δε μάλλον δεν παρέσχε έγκριση.
136 Η Επιτροπή θα μπορούσε επομένως σε σχέση με το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ να έχει υποπέσει σε σφάλμα εκτιμήσεως μόνον αν προδήλως δεν είχε ενεργήσει σύμφωνα με αυτό το άρθρο.
137 Η εκδοχή αυτή φαίνεται εντούτοις δικαιολογημένη, καθόσον με το άρθρο 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ παρέχεται στην Επιτροπή εξουσιοδότηση, αλλά δεν επιβάλλεται υποχρέωση (56). Στη νομολογία επίσης του Δικαστηρίου διαπιστώνεται ότι το άρθρο 95, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΞ σκοπό έχει «αποκλειστικά» τη δυνατότητα παρεκκλίσεως από τη Συνθήκη σε ιδιαίτερες περιπτώσεις προκειμένου «να επιτραπεί» στην Επιτροπή να αντιμετωπίσει απρόβλεπτες καταστάσεις (57).
138 Όπως επιπλέον διαπίστωσε το Πρωτοδικείο στην υπόθεση Τ-89/96, British Steel κατά Επιτροπής (58), αυτό το σύστημα ενισχύσεων - σύμφωνα με την εγγενή λογική του - προϋποθέτει όσον αφορά ατομικές αποφάσεις, αίτηση εφαρμογής της διαδικασίας του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ εκ μέρους του κράτους μέλους προς την Επιτροπή. Όμως, η Βελγική Κυβέρνηση υπέβαλε σχετική αίτηση μόλις με έγγραφο της 30ής Νοεμβρίου 2000, επομένως μετά την έκδοση, στις 15 Νοεμβρίου 2000, της επίδικης αποφάσεως. Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η νομιμότητα αποφάσεως στον τομέα κρατικών ενισχύσεων πρέπει να εκτιμάται βάσει των στοιχείων που διέθετε η Επιτροπή όταν έλαβε την απόφαση (59). Επομένως, η Επιτροπή - όσον αφορά την κρίση της επίδικης αποφάσεως - δεν είχε λάβει καμία αίτηση κατά τον χρόνο των υπό κρίση περιστατικών για την έγκριση της επίμαχης ενισχύσεως βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ.
139 Κατόπιν όλων των προεκτεθέντων, η Επιτροπή δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως διότι δεν κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΞ και δεν ενέκρινε τα επίδικα μέτρα.
140 Επομένως, και ο τελευταίος λόγος ακυρώσεως είναι αβάσιμος.
XI - Πρόταση
141 Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
«1) Απορρίπτει την προσφυγή ως αβάσιμη.
2) Καταδικάσει το Βασίλειο του Βελγίου στα δικαστικά έξοδα.»
(1) - ΕΕ L 71, σ. 23.
(2) - Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1996, σχετικά με τη θέσπιση κοινοτικών κανόνων για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα(ΕΕ L 338, σ. 42).
(3) - Τα άρθρα 2 έως 5 του κώδικα ενισχύσεων προβλέπουν ορισμένες ενισχύσεις, οι οποίες υπό ορισμένες προϋποθέσεις μπορούν να θεωρούνται ότι συνάδουν προς την κοινή αγορά, ιδίως ενισχύσεις για την έρευνα και ανάπτυξη, ενισχύσεις για την προστασία του περιβάλλοντος και ενισχύσεις για το κλείσιμο εγκαταστάσεων. Στην συνέχεια, η «κοινή αγορά» αφορά εκάστοτε την κοινή αγορά άνθρακα και χάλυβα.
(4) - Βλ. συναφώς το προσαρτημένο στο δικόγραφο προσφυγής (παράρτημα 3) έγγραφο της Cockerill Sambre προς τους υπαγομένους στη συλλογική σύμβαση εργαζομένους της 6ης Απριλίου 1999.
(5) - Διάταγμα για την εφαρμογή του νόμου της 6ης Ιανουαρίου 1989 για τη διατήρηση της ανταγωνιστικής ικανότητας της χώρας (Moniteur belge της 31ης Δεκεμβρίου 1993, σ. 29300).
(6) - Moniteur belge της 11ης Μαρτίου 1997, σ. 5182, που εκδόθηκε βάσει του νόμου της 26ης Ιουλίου 1996 για την επέκταση της απασχολήσεως και την προληπτική διατήρηση της ανταγωνιστικής ικανότητας (Moniteur belge της 1ης Αυγούστου 1996, σ. 20575).
(7) - Δήλωση της 11ης Δεκεμβρίου 1995 για την οικονομική ανάπτυξη και την επέκταση της απασχολήσεως.
(8) - Αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 547, ιδίως σ. 556), της 15ης Μαρτίου 1994, C-387/92, Banco Exterior de Espaρa (Συλλογή 1994, σ. I-877, σκέψη 13)· της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-241/94, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-4551, σκέψη 34)· της 29ης Ιουνίου 1999, C-256/97, DM Transport (Συλλογή 1999, σ. I-3913, σκέψη 19), και της 8ης Νοεμβρίου 2001, C-143/99, Adria-Wien Pipeline και Wietersdorfer & Peggauer Zemontwerke (Συλλογή 2001, I-8365, σκέψη 38).
(9) - Μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 351, σκέψη 27), και Γαλλία κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 20).
(10) - Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1998, T-67/94, Ladbroke Racing κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. II-1, σκέψη 52).
(11) - Βλ. αποφάσεις Γαλλία κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 21)· της 29ης Απριλίου 1999, C-342/96, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-2459, σκέψη 23), και της 17ης Ιουνίου 1999, C-75/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999 σ. I-3671, σκέψη 25).
(12) - Βλ., π.χ., τις αποφάσεις της 1ης Δεκεμβρίου 1998, C-200/97, Ecotrade (Συλλογή 1998, σ. I-7907, ιδίως σκέψη 40), και Βέλγιο κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψεις 26 επ.).
(13) - Βλ. συναφώς κατωτέρω τα σημεία 132 και 133.
(14) - Βλ. ήδη την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1964, 6/64, Costa (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 1191, και ιδίως σ. 1203).
(15) - Βλ. αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1986, 234/84, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1986, σ. 2263, σκέψη 13), και την παρατιθέμενη σ' αυτήν απόφαση.
(16) - Προτάσεις της 23ης Μαου 1996 στην υπόθεση IJssel-Vliet (αποφάσεις της 15ης Οκτωβρίου 1996, C-311/94, Συλλογή 1996, σ. I-5023, σκέψη 9)· βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 7ης Μαου 1996 στην υπόθεση Γαλλία κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σημείο 51).
(17) - Μεταξύ άλλων, αποφάσεις Ιταλία κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 10, σκέψη 33)· της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-307, σκέψη 41)· της 5ης Οκτωβρίου 1999, C-251/97, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-6639, σκέψη 36), και της 17ης Ιουνίου 1999, Βέλγιο κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 33).
(18) - Βλ. τις παρατεθείσες στην υποσημείωση 9 αποφάσεις.
(19) - Πράγματι, κατ' αυτό τον τρόπο πραγματοποιείται μια οικονομική δραστηριότητα, η οποία ανταποκρίνεται στον τιθέμενο με το άρθρο 2 της Συνθήκης ΕΚΑΞ σκοπό της Κοινότητας για την εξασφάλιση της ορθολογικότερης κατανομής της παραγωγής στο υψηλότερο επίπεδο παραγωγικότητας: βλ. συναφώς την απόφαση De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 9)· βλ., με αυτό το πνεύμα, π.χ. και την απόφαση της Γαλλία κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 41).
(20) - Αυτό ισχύει ιδίως όταν κρατικές ενισχύσεις πρέπει να διακρίνονται από συναλλαγές στις οποίες το κράτος καταβάλλει ως αγοραστής ή καταναλωτής αντίτιμο για τα αγαθά ή τις υπηρεσίες των οικείων επιχειρήσεων.
(21) - Βλ. αποφάσεις της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 67/85, 68/85 και 70/85 Van der Kooy κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 219, σκέψη 28), και Adria-Wien Pipline και Wietersdorfer & Peggauer Zementwerke (παρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψη 39).
(22) - Αποφάσεις της 21ης Μαρτίου 1991, C-303/88, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. I-1433, σκέψη 21)· βλ. επίσης ως προς τον «συνετό επενδυτή», αποφάσεις της 16ης Μαου 2002, C-482/99, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. I-4397, σκέψεις 70 και 71).
(23) - Βλ. συναφώς, αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1996, C-39/94, SFEI κ.λπ. (Συλλογή σ. I-3547, σκέψη 59), κατά την οποία η παροχή αγαθών ή υπηρεσιών υπό προνομιακούς όρους μπορεί να συνιστά κρατική ενίσχυση. Ο «προνομιακός χαρακτήρας» αυτών των όρων - και επομένως η ιδιότητα ως ενισχύσεως της αντιπαροχής για τα αγαθά και τις υπηρεσίες - προκύπτει περαιτέρω από μια σύγκριση με τις συνήθεις συνθήκες της αγοράς (από τη σκέψη 60 αυτής της αποφάσεως).
(24) - Βλ. τα εκτιθέμενα στην απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 46).
(25) - Βλ. συναφώς, περαιτέρω, και τα εκτιθέμενα από τον γενικό εισαγγελέα Jacobs στις προτάσεις του της 30ής Απριλίου 2002 στην υπόθεση GEMO (C-126/01, εκκρεμούσα ενώπιον του Δικαστηρίου, ιδίως σημείο 77), κατά τα οποία ως «συνήθη έξοδα» των επιχειρήσεων κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου πρέπει να νοούνται αυτά τα οποία πρέπει να καλύπτονται υπό συνήθεις συνθήκες αγοράς.
(26) - Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999 (παρατεθείσα στην υποσημείωση 18, σκέψη 40).
(27) - Αυτό θα μπορούσε άλλως να έχει ως κατάληξη το ότι οι κρατικές ενισχύσεις - στην πραγματικότητα «τεχνητές» επεμβάσεις στη βάσει της «αληθείας των εξόδων» - επακόλουθη παραγωγή των επιχειρήσεων να καθίστανται ακριβώς συστατικό στοιχείο των επιχειρηματικών υπολογισμών και προγραμματισμών και κατ' αυτό τον τρόπο να παραγκωνίζονται οι κοινοτικές διατάξεςι περί ενισχύσεων.
(28) - Βλ., συναφώς, ανωτέρω, ιδίως το σημείο 71.
(29) - Βλ. αποφάσεις De Gezamenlijke Steenkelenmijnen in Limburg κατά Ανωτάτης Αρχής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 9), και DM Transport (παρατεθείσα στην υποσημείωση 9, σκέψεις 20 επ.).
(30) - Απόφαση 3855/91/ΕΚΑΞ της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1991, που θεσπίζει κοινοτικούς κανόνες για τις ενισχύσεις προς τη βιομηχανια σιδήρου και χάλυβα (ΕΕ L 362, σ. 57).
(31) - Απόφαση της 13ης Ιουλίου 2000, C-210/98 P, Salzgitter κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-5843, σκέψεις 54 και 55).
(32) - ΕΕ L 83, σ. 1.
(33) - Προτάσεις της 30ής Μαρτίου 2000 στην υπόθεση C-210/98 P (υπόθεση παρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σημείο 84).
(34) - Βλ. την απόφαση Salzgitter κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σκέψεις 54 και 55).
(35) - Βλ., με αυτό το πνεύμα, την απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1999, C-84/96, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I-6547, σκέψεις 23 και 24). Κατά το μέτρο αυτό, η υπέρβαση των ορίων της διακριτικής ευχέρειας συμπίπτει με την έλλειψη αρμοδιότητας.
(36) - Βλ., συναφώς, π.χ. την απόφαση της 2ας Απριλίου 1998, C-367/95 P, Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's France (Συλλογή 1998, σ. I-1719, σκέψη 67)· βλ. περαιτέρω τα εκτιθέμενα από τον γενικό εισαγγελέα Jacobs στις προτάσεις του της 30ής Μαρτίου 2000 επί της υποθέσεως Salzgitter κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σημεία 125 επ.).
(37) - Βλ., π.χ. τις αποφάσεις της 2ας Μαου 1990, C-357/88, Hopermann (Συλλογή 1990, σ. I-1669, σκέψη 12), και της 6ης Ιουλίου 2000, C-289/97, Eridania (Συλλογή 2000, σ. I-5409, σκέψη 26).
(38) - Βλ., ιδίως το άρθρο 87, παράγραφοι 2 και 3, ΕΚ.
(39) - Βλ., ως προς τον πέμπτο κώδικα ενισχύσεων, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση Salzgitter κατά Επιτροπής (απόφαση παρατεθείσα στην υποσημείωση 32, σημείο 86).
(40) - Βλ. το άρθρο 1, παράγραφος 3, του κώδικα ενισχύσεων.
(41) - Βλ. επίσης το τμήμα II της αιτιολογίας του κώδικα ενισχύσεων. Αυτό ανταποκρίνεται επίσης στη στενή ερμηνεία, η οποία, όπως διαπιστώθηκε στο σημείο 94, πρέπει να εφαρμόζεται ως προς την έγκριση ενισχύσεων στον τομέα της Συνθήκης ΕΚΑΞ.
(42) - Βλ. την απόφαση Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 36, σκέψεις 22 επ.).
(43) - Επί του κριτηρίου αυτού, βλ. τις αποφάσεις Hopermann (παρατεθείσα στην υποσημείωση 38, σκέψη 15), και της 11ης Αυγούστου 1995, C-1/94, Carvarzere Produzioni Industriali κ.λπ. (Συλλογή 1995, σ. I-2363, σκέψη 22).
(44) - Τελείως γενικώς, η Επιτροπή οφείλει στο πλαίσιο των σχέσεών της με τα κράτη μέλη να εκπληρώνει τους όρους τους οποίους έχει θέσει για τον εαυτό της με εκτελεστικούς κανονισμούς. Η μη τήρηση αυτών των όρων - στους οποίους κατ' αρχήν περιλαμβάνονται και οι προθεσμίες τάξεως - μπορεί, ανάλογα με το πόσο είναι σημαντική, να στερήσει τη διαδικαστική εγγύηση, που αποτελεί το αντικείμενο της ρυθμίσεώς τους, από το περιεχόμενό της και να έχει ως συνέπεια το παράνομο μιας αποφάσεως: βλ. την απόφαση της 13ης Ιουνίου 2002, C-158/00, Λουξεμβούργο κατά Επιτροπής (που δεν έχει ακόμα δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψεις 24 επ.).
(45) - ΕΕ 1995, C 334, σ. 4.
(46) - Ιδίως τις αποφάσεις της 22ας Μαρτίου 2001, C-17/99, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-2481, σκέψεις 35 και 36), και της 4ης Ιουλίου 1963, 24/62, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 909).
(47) - Βλ., συναφώς, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της 13ης Μαρτίου 1985, 296/82 και 318/82, Κάτω Ξώρες και Leeuwarder Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής (Συλλογή 1985, σ. 809, σκέψη 19)· της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-350/88, Delacre κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1990, σ. I-395, σκέψεις 15 και 16)· της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-56/93, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. I-723, σκέψη 86), και Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's Γαλλία (παρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 63)· βλ., εξάλλου, την απόφαση του Πρωτοδικείου της 25ης Μαρτίου 1999, T-37/97, Forges de Clabecq κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-859, σκέψη 108) και την παρατιθέμενη σ' αυτή νομολογία του Πρωτοδικείου.
(48) - Βλ. την απόφαση Επιτροπή κατά Sytraval και Brink's France (παρατεθείσα στην υποσημείωση 37, σκέψη 64): «Ωστόσο, η Επιτροπή δεν υποχρεούται να λαμβάνει θέση επί των στοιχείων που είναι προδήλως άσχετα, ασήμαντα ή σαφώς δευτερεύοντα».
(49) - Βλ., με αυτό το πνεύμα, την απόφαση Κάτω Ξώρες και Leeuwarden Papierwarenfabriek κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψεις 20 έως 24).
(50) - Βλ., συναφώς, τα εκτιθέμενα ανωτέρω στο σημείο 42 επ. για την έννοια της ενισχύσεως.
(51) - Βλ. τη διάταξη του Δικαστηρίου της 25ης Ιανουαρίου 2001, C-111/99 P, Lech-Stahlwerke κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-727, σκέψη 41), και τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου της 21ης Ιανουαρίου 1999, T-129/95, T-2/96 και T-97/96, Neue Maxhόtte Stahlwerke και Lech-Stahlwerke κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. II-17, σκέψεις 98 και 99).
(52) - Μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις του Πρωτοδικείου Forges de Clabecq κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψεις 79 και 80), και του Δικαστηρίου της 23ης Νοεμβρίου 2000, C-441/97 P, Wirtschaftsvereinigung Stahl, Thyssen Stahl AG, Preussag Stahl AG κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. I-10293, σκέψη 53), καθώς και στη διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου της 3ης Μαου 1996, C-399/95 R, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή σ. I-2441, σκέψεις 61 και 62).
(53) - Αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1962, 5/62 έως 11/62 και 13/62 έως 15/62 (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 825): ακόμη και αν εκδίδεται απόφαση με διαφορετικό περιεχόμενο από αυτό που αναμενόταν ή ζητήθηκε, η απόφαση αυτή μπορεί να προσβληθεί με προσφυγή ακυρώσεως κατά το άρθρο 33 της Συνθήκης ΕΚΑΞ και όχι βάσει του άρθρου 35 της Συνθήκης ΕΚΑΞ (προσφυγή λόγω παραλείψεως).
(54) - Βλ. συναφώς κατωτέρω το σημείο 138.
(55) - Απόφαση Wirtschaftsvereiningung Stahl κ.λπ. κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 53, σκέψη 53).
(56) - Βλ. την απόφαση Forges de Clabecq κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 48, σκέψη 79).
(57) - Αποφάσεις Wirtschaftsvereinigung Stahl κ.λπ. κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 53, σκέψη 52), και της 12ης Ιουλίου 1962, 9/61, Κάτω Ξώρες κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 775)· βλ. επίσης τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου Neue Maxhόtte Stahlwerke και Lech. Stahlwerke κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 52, σκέψη 150), και της 24ης Οκτωβρίου 1996, T-243/94, British Steel κατά Επιτροπής (Συλλογή σ. II-1887, σκέψη 50).
(58) - Απόφαση της 7ης Ιουλίου 1999 (Συλλογή 1999, σ. II-2089, σκέψη 138).
(59) - Βλ. π.χ., τις αποφάσεις της 13ης Ιουνίου 2002, C-382/99, Κάτω Ξώρες κατά Επιτροπής (που δεν έχει δημοσιευθεί ακόμα στη Συλλογή, σκέψη 49), και της 10ης Ιουλίου 1989, Βέλγιο κατά Επιτροπής (παρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψη 16).
Full & Egal Universal Law Academy