Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στο πλαίσιο της υπό κρίση υποθέσεως, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί αν η οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, πρώτη οδηγία για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (στο εξής: οδηγία περί σημάτων) , προβλέπει κριτήρια για την εφαρμογή της προστασίας από την κατάχρηση ή τη βλαπτική χρήση ενός σημείου για σκοπούς άλλους από εκείνον της διακρίσεως των προϊόντων ή των υπηρεσιών, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 5, της εν λόγω οδηγίας.
Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης
2. Τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης, όπως περιγράφονται στην απόφαση περί παραπομπής, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως.
3. Η NV Robelco (στο εξής: Robelco) συστάθηκε ως ανώνυμη εταιρία (naamloze vennootschap) στις 20 Νοεμβρίου 1996 από δύο εταιρίες επενδύσεων, με την εταιρική επωνυμία «Robelco» και εταιρικό σκοπό, μεταξύ άλλων:
«- την εκτέλεση κάθε είδους εργασιών που αφορούν άμεσα ή έμμεσα την κτήση, εκποίηση, ανταλλαγή, εκμίσθωση και μίσθωση, κατασκευή, μετατροπή, κατάτμηση, διαχείριση και αξιοποίηση κάθε είδους ακινήτων·
- τη χορήγηση δανείων, ενυποθήκων ή μη, τη χρηματοδότηση σχεδίων κατασκευής ακινήτων, την παροχή μέσων και υπηρεσιών σε επιχειρήσεις και εταιρίες·
- οποιαδήποτε πράξη επί ακινήτου, συμπεριλαμβανομένων της συνήθους μισθώσεως και της χρηματοδοτικής μισθώσεως.»
Σύμφωνα με ορισμένα διαφημιστικά φυλλάδια, η Robelco εμφανίζεται ως κατασκευαστική εταιρία ειδικευμένη στα συγκροτήματα βιομηχανικών μονάδων και στην εκτέλεση σχεδίων κατά παραγγελία.
Στα τέλη του 1998, ο ισολογισμός της Robelco, της οποίας το αρχικό εταιρικό κεφάλαιο ανερχόταν σε έξι εκατομμύρια βελγικών φράγκων (BEF), υπερέβη το ποσό του ενός δισεκατομμυρίου τετρακοσίων εκατομμυρίων BEF.
4. H NV Robeco Groep (στο εξής: Robeco Groep), ειδικευμένη στη διαχείριση περιουσιών, υφίσταται ως ολλανδικός χρηματοοικονομικός όμιλος από το 1929. Διαθέτει στην αγορά χρηματοοικονομικά προϊόντα και υπηρεσίες, ιδίως υπό τη μορφή επενδυτικών κεφαλαίων εισηγμένων στο χρηματιστήριο, και δραστηριοποιείται σε διεθνές επίπεδο μέσω τραπεζών και χρηματιστών.
Από το 1959, η Rotterdam Beleggings Consortium ασκεί δραστηριότητα υπό την ονομασία Robeco και, έκτοτε, έχει καταχωρίσει στο Γραφείο Σημάτων της Μπενελούξ διάφορα λεκτικά σήματα, μεταξύ των οποίων τα «Robeco», «Rorento», «Rolinco», «Rogiro», «Rotrusco» και «Roparco», τα οποία έχουν καταχωριστεί ως εμπίπτοντα στην κλάση 36, ήτοι ως αφορώντα χρηματοπιστωτικές και νομισματικές υποθέσεις, υπηρεσίες αφορώσες αποταμιεύσεις και επενδύσεις.
Το 1998, η Robeco Groep διαχειρίστηκε περισσότερα από 170 δισεκατομμύρια φιορίνια, κυρίως για λογαριασμό θεσμικών επενδυτών.
Δεν αμφισβητείται ότι το σήμα Robeco χαίρει μεγάλης φήμης στο ολλανδικό κοινό.
5. Στις 2 Ιουνίου 1999, η Robeco Groep ενήγαγε την Robelco και ζήτησε να της απαγορευθεί να χρησιμοποιεί το σημείο «Robelco» ως εμπορική και εταιρική επωνυμία, ή οποιοδήποτε άλλο σημείο παρόμοιο με το «Robeco», επ' απειλή χρηματικής ποινής 100.000 BEF για κάθε ημέρα καθυστερήσεως.
Η Robeco Groep επικαλέστηκε παράβαση του άρθρου 13, Α, παράγραφος 1, στοιχείο d, του ενιαίου νόμου της Μπενελούξ περί σημάτων (Benelux Merkenwet, στο εξής: ενιαίος νόμος), υποστηρίζοντας ότι η χρήση αυτή αντέβαινε στα χρηστά συναλλακτικά ήθη.
Η αγωγή ευδοκίμησε.
Το ισχύον δίκαιο
Κοινοτικό δίκαιο
6. Το άρθρο 5, παράγραφοι 1, 2 και 5, της οδηγίας περί σημάτων, ορίζει τα ακόλουθα:
«Δικαιώματα που παρέχει το σήμα
1. Το καταχωρισμένο σήμα παρέχει στον δικαιούχο αποκλειστικό δικαίωμα. Ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του:
α) σημείο πανομοιότυπο με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες πανομοιότυπες με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωριστεί·
β) σημείο για το οποίο, λόγω της ταυτότητας ή της ομοιότητάς του με το σήμα και της ταυτότητας ή της ομοιότητας των προϊόντων ή των υπηρεσιών που καλύπτονται από το σήμα και το σημείο, υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης του κοινού, συμπεριλαμβανομένου και του κινδύνου συσχέτισης του σημείου με το σήμα.
2. Ένα κράτος μέλος μπορεί επίσης να προβλέπει ότι ο δικαιούχος δικαιούται να απαγορεύει σε κάθε τρίτο να χρησιμοποιεί στις συναλλαγές, χωρίς τη συγκατάθεσή του, σημείο πανομοιότυπο ή παρόμοιο με το σήμα, για προϊόντα ή υπηρεσίες μη παρόμοιες με εκείνες για τις οποίες το σήμα έχει καταχωριστεί, εάν αυτό χαίρει φήμης μέσα στο κράτος μέλος και η χρησιμοποίηση του σημείου, χωρίς νόμιμη αιτία, θα επέφερε, αχρεωστήτως, όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος ή θα ήταν βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.
[...]
5. Οι παράγραφοι 1 έως 4 δεν θίγουν τις διατάξεις που ισχύουν στα κράτη μέλη σχετικά με την προστασία από τη χρήση του σημείου για σκοπούς άλλους από εκείνους της διάκρισης των προϊόντων ή των υπηρεσιών, όταν η χρήση του σημείου αυτού, χωρίς νόμιμη αιτία, επιφέρει, αχρεωστήτως, όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος ή είναι βλαπτική για τον εν λόγω διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη.»
Εθνικό δίκαιο
7. Από το 1971, στα τρία κράτη της Οικονομικής Ενώσεως Μπενελούξ ισχύει ο ενιαίος νόμος περί σημάτων .
8. Το άρθρο 13, Α, παράγραφος 1, του νόμου αυτού, στην αρχική του διατύπωση, είχε ως εξής:
«Με την επιφύλαξη της τυχόν εφαρμογής του κοινού δικαίου περί αστικής ευθύνης, το αποκλειστικό δικαίωμα επί του σήματος επιτρέπει στον δικαιούχο να αντιταχθεί:
1. σε κάθε χρήση του σήματος ή παρόμοιου με αυτό σημείου για τα προϊόντα για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα ή για παρόμοια προϊόντα·
2. σε κάθε άλλη χωρίς νόμιμη αιτία χρήση του σήματος ή παρόμοιου με αυτό σημείου στις συναλλαγές, υπό συνθήκες ικανές να προκαλέσουν ζημία στον δικαιούχο του σήματος.»
9. Την 1η Ιανουαρίου 1996 τέθηκε σε ισχύ η τροποποίηση του ενιαίου νόμου, κατόπιν της προσαρμογής του στην οδηγία περί σημάτων.
10. Το άρθρο 13, Α, παράγραφος 1, έχει έκτοτε ως εξής:
«Με την επιφύλαξη της τυχόν εφαρμογής του κοινού δικαίου περί αστικής ευθύνης, το αποκλειστικό δικαίωμα επί του σήματος επιτρέπει στον δικαιούχο να αντιταχθεί:
a) σε κάθε χρήση του σήματος στις συναλλαγές για τα προϊόντα για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα·
b) σε κάθε χρήση του σήματος ή παρόμοιου με αυτό σημείου της συναλλαγές για τα προϊόντα για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα ή για παρόμοια προϊόντα, όταν υφίσταται κίνδυνος συσχετίσεως, εκ μέρους του κοινού, του σημείου με το σήμα·
c) σε κάθε χωρίς νόμιμη αιτία χρήση στις συναλλαγές ενός σήματος το οποίο χαίρει φήμης εντός της Μπενελούξ ή ενός παρόμοιου με αυτό σημείου για προϊόντα μη παρόμοια εκείνων για τα οποία έχει καταχωριστεί το σήμα, όταν η χρήση του σημείου αυτού είναι ικανή να οδηγήσει στην αδικαιολόγητη άντληση οφέλους από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος ή να τους προξενήσει βλάβη·
d) σε κάθε χωρίς νόμιμη αιτία χρήση στις συναλλαγές ενός σήματος ή παρόμοιου με αυτό σημείου για σκοπούς άλλους από τη διάκριση των προϊόντων, όταν η χρήση του σημείου αυτού είναι ικανή να οδηγήσει στην αδικαιολόγητη άντληση οφέλους από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος ή να τους προξενήσει βλάβη.»
Τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα
11. Στο πλαίσιο εφέσεως ασκηθείσας κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, το Hof van Beroep (Εφετείο) των Βρυξελλών υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 5, παράγραφος 5, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, την έννοια ότι η αναφερόμενη σ' αυτό δυνατότητα προστασίας από κράτος μέλος μπορεί να παρασχεθεί μόνο κατά της χρησιμοποιήσεως σημείου που είναι πανομοιότυπο με το σήμα ή μπορεί εν προκειμένω να παρασχεθεί και κατά της χρησιμοποιήσεως σημείου που είναι παρόμοιο με το σήμα;
2) Αν η προστασία αυτή μπορεί να παρασχεθεί και κατά σημείου που είναι παρόμοιο με το σήμα, απαιτεί η κατά την έννοια του εν λόγω άρθρου αθέμιτη ομοιότητα να μπορεί ως εκ τούτου να δημιουργηθεί σύγχυση ή αρκεί κίνδυνος συσχετίσεως, υπό την έννοια ότι γι' αυτόν που βρίσκεται αντιμέτωπος με το σήμα και το σημείο το ένα παραπέμπει στο άλλο χωρίς να δημιουργείται ως εκ τούτου σύγχυση, ή πρέπει εν προκειμένω να μην υφίσταται ούτε καν κίνδυνος συσχετίσεως;»
Επιχειρήματα των μερών
12. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν, εκτός από την Επιτροπή, αμφότεροι οι διάδικοι της κύριας δίκης.
13. Η Robeco Groep υποστηρίζει ότι στο πρώτο ερώτημα του βελγικού δικαστηρίου θα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο όρος «σημείο» που περιέχεται στην παράγραφο 5 του άρθρου 5 της οδηγίας αναφέρεται τόσο στα πανομοιότυπα όσο και στα παρόμοια σημεία και ότι, σύμφωνα με την ίδια αυτή διάταξη, στο εθνικό δίκαιο εναπόκειται να καθορίσει τον βαθμό της απαιτούμενης ομοιότητας.
14. Όσον αφορά την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα, η Robeco Groep υποστηρίζει ότι το άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας καθορίζει με σαφήνεια τις απαραίτητες προϋποθέσεις της εφαρμογής του («χωρίς νόμιμη αιτία χρήση» «[ενός] σημείου» η οποία «επιφέρει αχρεωστήτως όφελος ή είναι βλαπτική για το σήμα»), χωρίς να μπορούν να συναχθούν άλλες νέες προϋποθέσεις, όπως οι κίνδυνοι συγχύσεως ή συσχετίσεως τους οποίους αναφέρει το αιτούν δικαστήριο .
15. Η Robelco, από την πλευρά της, επικεντρώνει την επιχειρηματολογία της στη διάκριση μεταξύ του κινδύνου συγχύσεως και του κινδύνου απλής συσχετίσεως. «Σύγχυση» υφίσταται όταν το κοινό συγχέει το σημείο και το σήμα (άμεση σύγχυση) ή τους δικαιούχους του σημείου με τους δικαιούχους του σήματος (έμμεση σύγχυση). Απλή συσχέτιση υπάρχει όταν το σημείο θυμίζει το σήμα, χωρίς να συγχέεται με αυτό.
16. Η Robelco συμφωνεί ως προς το ότι το άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας δεν είναι διάταξη του δικαίου των σημάτων. Υποστηρίζει, επιπλέον, ότι, για να μπορεί να παρασχεθεί αυτός ο ειδικός τύπος προστασίας, η απλή ομοιότητα δεν αρκεί: το σημείο πρέπει να είναι πανομοιότυπο με το σήμα. Στην αντίθετη περίπτωση, θα πρέπει πάντοτε να εξετάζεται κατά πόσον υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως.
17. Κατά την Robelco, το «σημείο» στο οποίο αναφέρεται η παράγραφος 5 πρέπει να είναι το ίδιο με εκείνο το οποίο εννοεί η παράγραφος 1, στοιχείο β_, ήτοι εκείνο που είναι αντίστοιχο του σήματος. Η ερμηνεία αυτή, η οποία περιορίζει τις δυνατότητες των κρατών μελών, είναι σύμφωνη με τον σκοπό εναρμονίσεως στον οποίο αποβλέπει η οδηγία. Άλλως, δυνάμει της παραγράφου 5, θα επιτρεπόταν να παρέχεται σε ένα άγνωστο σημείο προστασία ανάλογη προς την παρεχόμενη δυνάμει της παραγράφου 2 στα χαίροντα φήμης σήματα.
18. Η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να απαντήσει ότι σκοπός του άρθρου 5, παράγραφος 5, της οδηγίας είναι να εξαιρεθούν από την εναρμόνιση ορισμένες μορφές προστασίας τις οποίες προβλέπουν οι έννομες τάξεις των κρατών μελών, όπως αυτή που καθιερώνεται από το άρθρο 13, Α, παράγραφος 1, στοιχείο d, του ενιαίου νόμου της Μπενελούξ περί σημάτων.
19. Το εν λόγω όργανο λαμβάνει ως δεδομένο ότι το αιτούν δικαστήριο χαρακτήρισε ορθώς τα επίδικα πραγματικά περιστατικά - διαμάχη μεταξύ του δικαιούχου ενός σήματος και του δικαιούχου μιας εμπορικής επωνυμίας, χωρίς να υφίσταται ομοιότητα μεταξύ των αντιστοίχων προϊόντων ή υπηρεσιών τους - ως χρήση ενός σημείου για σκοπούς άλλους από εκείνον της διακρίσεως, περίπτωση στην οποία έχει εφαρμογή το άρθρο 5, παράγραφος 5.
20. Η Επιτροπή, αφού αναλύει την οικονομία της διατάξεως και υπό το φως των προπαρασκευαστικών εργασιών, συνάγει ότι το αντικείμενο του άρθρου 5, παράγραφος 5, εξαιρείται ολοσχερώς από την κοινοτική εναρμόνιση. Κατά συνέπεια, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να ερμηνεύσει ελεύθερα τις εθνικές διατάξεις που ισχύουν εν προκειμένω.
21. Επικουρικώς, η Επιτροπή προτείνει στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι το άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας δεν απαιτεί κάποια ομοιότητα μεταξύ του σημείου και του σήματος. Συνεπώς, δεν είναι απαραίτητο να εκτιμηθεί το κατά πόσον υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως ή συσχετίσεως, αλλά μάλλον το κατά πόσον υπάρχει αδικαιολόγητη άντληση οφέλους από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του σήματος ή το κατά πόσον προξενείται βλάβη στο ίδιο το σήμα.
Ανάλυση των προδικαστικών ερωτημάτων
22. Το Hof van Beroep των Βρυξελλών ερωτά ποιος είναι ο απαραίτητος βαθμός ομοιότητας μεταξύ του σημείου και του σήματος για την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 5, της οδηγίας (πρώτο ερώτημα) και αν, προς τούτο, η ομοιότητα αυτή πρέπει να συνοδεύεται και από κίνδυνο συγχύσεως ή συσχετίσεως (δεύτερο ερώτημα).
23. Οι αμφιβολίες που εκφράζει το αιτούν δικαστήριο πηγάζουν όχι τόσο από το ίδιο το κοινοτικό κείμενο, αλλά από την αβεβαιότητα σχετικά με το κατά πόσον η διάταξη αυτή έχει μεταφερθεί ορθώς στο δίκαιο της Μπενελούξ και σχετικά με το ότι εξακολουθεί να εφαρμόζεται η ίδια νομική πρακτική που είχε διαμορφωθεί πριν από την έναρξη της ισχύος της οδηγίας.
24. Το άρθρο 5 της οδηγίας περί σημάτων - που τιτλοφορείται «Δικαιώματα που παρέχει το σήμα» - ορίζει σχηματικά τα διάφορα επίπεδα έννομης προστασίας στα οποία μπορούν να υπολογίζουν οι δικαιούχοι σημάτων, καθιερώνει δε μια σαφή διάκριση αρμοδιοτήτων μεταξύ του τομέα που εμπίπτει στο κοινοτικό δίκαιο, που είναι εναρμονισμένος, και των ζητημάτων που εξακολουθούν να εξαρτώνται από τις εθνικές έννομες τάξεις.
25. Η παράγραφος 1 του άρθρου 5 ορίζει το τυπικό περιεχόμενο του αποκλειστικού δικαιώματος επί τους σήματος ως συνιστάμενο στη δυνατότητα του δικαιούχου να απαγορεύει τη χρήση ενός πανομοιότυπου σημείου για τα ίδια προϊόντα και υπηρεσίες, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της απομιμήσεως (στοιχείο α_), καθώς και τη χρήση παρόμοιου σημείου για επίσης παρόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες, εφόσον υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως, συμπεριλαμβανομένου του κινδύνου απλής συσχετίσεως, εκ μέρους του κοινού (στοιχείο β_).
26. Αυτό αποτελεί και την ουσία του δικαίου των σημάτων: η προστασία της ακρίβειας της πληροφορίας, την οποία παρέχει το σημείο, όσον αφορά την επιχείρηση από την οποία προέρχονται συγκεκριμένα αγαθά.
27. Η παράγραφος 2 του άρθρου 5 επεκτείνει την προστασία αυτή και στα σήματα τα οποία χαίρουν φήμης εντός ορισμένου εδάφους, επιτρέποντας στα κράτη μέλη να απαγορεύουν, στις περιπτώσεις αυτές, τη χρήση ενός παρόμοιου σημείου, ακόμα και για μη συναφή προϊόντα ή υπηρεσίες, όταν η χρήση αυτή αποσκοπεί στην αδικαιολόγητη άντληση οφέλους από τη φήμη του σήματος ή μπορεί να βλάψει τον δικαιούχο του. Προστατεύονται, έτσι, συγχρόνως και το δικαίωμα του κοινού να γνωρίζει την ακριβή προέλευση των προϊόντων που του προσφέρονται και το δικαίωμα του δικαιούχου του σήματος στη διατήρηση της φήμης και της πελατείας (goodwill) της επιχειρήσεώς του.
28. Τέλος, η παράγραφος 5 του ίδιου άρθρου εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας τις διατάξεις του εθνικού δικαίου οι οποίες παρέχουν προστασία έναντι της χρήσεως ενός σημείου για σκοπούς άλλους από εκείνον της διακρίσεως των προϊόντων, όταν η χρήση αυτή οδηγεί στην αδικαιολόγητη άντληση οφέλους χάρη στη φήμη ή τη διακριτική ισχύ του σημείου ή προξενεί βλάβη στο σήμα.
29. Οι παρεμβάντες στη διαδικασία εξέτασαν, αποδίδοντας ο καθένας διαφορετική σημασία στο ζήτημα, το κατά πόσον η τελευταία αυτή διάταξη ανήκει στο δίκαιο των σημάτων. Προσωπικά, δεν θεωρώ ιδιαίτερα κρίσιμο τον χαρακτηρισμό αυτόν. Η διάκριση μεταξύ των διαφόρων τομέων του δικαίου, της οποίας η χρησιμότητα για διδακτικούς σκοπούς είναι αδιαμφισβήτητη, ενέχει κάποια αυθαιρεσία και τα όριά της είναι αβέβαια, και ως εκ τούτου συχνά μεταβάλλονται τόσο στον χώρο όσο και στον χρόνο. Συνεπώς, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι το δίκαιο των σημάτων καλύπτει μόνον τα ζητήματα που αφορούν, ουσιαστικά, στη διακριτική λειτουργία του σήματος, δεν θα ήταν άτοπο να φανταστούμε μια ευρύτερη κατηγορία, η οποία να περιλαμβάνει το σύνολο των δυνατών διαφορών που έχουν σχέση με το σήμα.
30. Αντιθέτως, παρουσιάζει ενδιαφέρον να καθοριστούν τα όρια που χωρίζουν, στον τομέα των σημάτων, το πείδο εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου από το πεδίο εφαρμογής των εθνικών εννόμων τάξεων. Ο οριοθέτηση αυτή δεν αποτελεί έκφραση μιας απόπειρας, εκ μέρους του κοινοτικού νομοθέτη, να χωρίσει το δίκαιο των σημάτων αυτό καθαυτό από τους λοιπούς τομείς του δικαίου που συνδέονται με αυτό, καθόσον δεν επιδιώκεται πλήρης προσέγγιση των νομοθεσιών .
31. Το άρθρο 5 της οδηγίας προβλέπει διπλή οριοθέτηση: θετική και αρνητική. Υπό θετική έννοια, στα εναρμονισμένα δικαιώματα του δικαιούχου ενός σήματος περιλαμβάνεται το δικαίωμα της απαγορεύσεως πανομοιότυπων ή παρόμοιων σημείων για πανομοιότυπα ή παρόμοια προϊόντα όταν υφίσταται κίνδυνος συγχύσεως. Υπό αρνητική έννοια, δεν αποτελούν αντικείμενο της κοινοτικής εναρμονίσεως ούτε η ενισχυμένη προστασία του διακριτικού χαρακτήρα ενός σήματος ή της φήμης και της πελατείας της επιχειρήσεως στην οποία αναφέρεται, προκειμένου για χαίροντα φήμης σήματα, ούτε το καθεστώς των συγκεκριμένων χρήσεων ενός σημείου που δεν αποσκοπούν στον προσδιορισμό της προελεύσεως των αγαθών ή των υπηρεσιών.
32. Οφείλω να αναγνωρίσω ότι αισθάνομαι κάποια αμηχανία μπροστά στη διατύπωση του άρθρου 5, παράγραφος 5, της οδηγίας, το οποίο, όπως παρατήρησε η Επιτροπή, φαίνεται να περιελήφθη στην οδηγία ειδικά για να γίνει δεκτή μια ανάλογη διάταξη του ενιαίου δικαίου της Μπενελούξ . Αν ένα σημείο δεν χρησιμοποιείται, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, υποσυνείδητα ή παρεμπιπτόντως, προς διάκριση προϊόντων ή υπηρεσιών, δεν βλέπω ποια σχέση μπορεί να έχει με τις οικονομικές σχέσεις που ρυθμίζει το δίκαιο των σημάτων. Αποτελεί άλλο ζήτημα το ότι το σημείο δεν χρησιμοποιείται ως υπό τυπική έννοια σήμα. Ερμηνευόμενη κατ' αυτόν τον τρόπο, η παράγραφος 5 χρησιμεύει, π.χ., για να εξαιρεθούν από την εναρμόνιση οι εθνικοί κανόνες περί συγκριτικής διαφημίσεως ή περί καταχρήσεως της εμπορικής επωνυμίας .
33. Το αιτούν δικαστήριο κατέληξε ότι βρίσκεται ενώπιον της τελευταίας αυτής περιπτώσεως, πράγμα το οποίο δεν αμφισβητείται από κανένα από τα μέρη. Συνεπώς, θα λάβω ως βάση αυτό το δεδομένο. Δεν διαθέτω κανένα στοιχείο για να καταλήξω σε διαφορετικό συμπέρασμα, ούτε η ανάλυση των υποβληθέντων ερωτημάτων με οδηγεί σε άλλη εκτίμηση. Ωστόσο, το κατά πόσον η εταιρική επωνυμία επιτελεί στις συναλλαγές, όπως το σήμα, διακριτική λειτουργία, κυρίως στην περίπτωση των υπηρεσιών, καθώς και οι συνέπειες που απορρέουν από την απάντηση στο ερώτημα αυτό όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο δεν στερούνται ενδιαφέροντος ούτε δυσκολίας. Θεωρώ, συνεπώς, ότι η προσοχή θα πρέπει να στραφεί μάλλον στις πρακτικές συνέπειες των διαφόρων συμπεριφορών και όχι σε προκαθορισμένες κατηγορίες .
34. Η περίπτωση της χρήσεως ενός σημείου για σκοπό άλλον από τον σκοπό της διακρίσεως της προελεύσεως ενός αγαθού ή ενός προϊόντος δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 1, το οποίο αναφέρεται στην ταυτότητα προϊόντων ή υπηρεσιών, καθόσον η περίπτωση αυτή καλύπτεται ρητώς από την επιφύλαξη νομοθετικής αρμοδιότητας υπέρ των κρατών μελών, την οποία θεσπίζει η παράγραφος 5. Η περίπτωση αυτή εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας η οποία, επιπλέον, προς διάλυση πάσης αμφιβολίας, αναγνωρίζει υπέρ των κρατών μελών συναφή νομοθετική αρμοδιότητα.
35. Η οδηγία προσθέτει ότι το εν λόγω σημείο, το οποίο δεν έχει διακριτική χρησιμότητα, πρέπει να χρησιμοποιείται για την άντληση οφέλους από τη φήμη ενός τρίτου ή να τη βλάπτει. Αυτή είναι η πλέον πιθανή περίπτωση στην πράξη· όμως, εφόσον δεν υπάρχει τέτοια πρόβλεψη, δεν βλέπω πώς η οδηγία θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε περιπτώσεις στις οποίες το σημείο δεν χρησιμοποιείται με σκοπό τη διάκριση.
36. Εκείνο που δεν συζητείται είναι ότι η νομοθετική επιφύλαξη την οποία προβλέπει η παράγραφος 5 δεν εξαρτάται από καμία άλλη προϋπόθεση. Η διάταξη αυτή δεν αναφέρει τίποτε απολύτως όσον αφορά τον βαθμό ομοιότητας τον οποίο πρέπει να παρουσιάζει το σημείο σε σχέση προς το σήμα. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι βέβαιο ότι τα κράτη μέλη μπορούν να μη θεσπίσουν καμία νομοθεσία, όπως και μπορούν να απαιτήσουν ταυτότητα μεταξύ του σημείου και του σήματος, να αρκεστούν σε μια, έστω και ελάχιστη, ομοιότητα ή να προβλέψουν οποιονδήποτε άλλο σύνδεσμο αναφοράς.
37. Δεν υφίσταται λόγος που να υπαγορεύει, όπως επιθυμεί το αιτούν δικαστήριο, την άρση της σιωπής του νομοθέτη όσον αφορά τη φύση του συνδέσμου μεταξύ του εξεταζομένου σημείου και του σήματος. Ούτε μπορεί να αποδοθεί στην παράγραφο 5 το περιεχόμενο των προηγουμένων παραγράφων του άρθρου 5 ή να συγκριθεί το περιεχόμενό της με εκείνο της παραγράφου 2, όπως υποστηρίζει η Robelco.
38. Πρώτον, ο χαρακτηρισμός της σχέσεως η οποία πρέπει να υπάρχει μεταξύ του σημείου και του σήματος προϋποθέτει αναγκαστικά τον περιορισμό, χωρίς να υπάρχει κανένα νομικό έρεισμα, της ελευθερίας την οποία το Συμβούλιο έχει αναγνωρίσει στα κράτη μέλη σε ζητήματα όπως ο αθέμιτος ανταγωνισμός, η προστασία των καταναλωτών ή η αστική ευθύνη.
39. Επιπλέον, δεύτερον, δεν υφίσταται μεν αμφιβολία ότι οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 5 της οδηγίας στηρίζονται, για την εφαρμογή τους, σε κάποιο βαθμό ομοιότητας μεταξύ δύο σημείων, είναι, όμως, εξίσου αναμφισβήτητο ότι η παράγραφος 5 εντάσσεται σε μια διαφορετική λογική και ότι, ως εκ τούτου, δεν υπάρχει λόγος να μεταφερθούν στο πεδίο της προστασίας ενός σήματος από τη χρήση ενός σημείου το οποίο χρησιμοποιείται για σκοπούς άλλους από εκείνον της διακρίσεως των αγαθών στοιχεία τα οποία δικαιολογούνται ακριβώς λόγω της λειτουργίας αυτής.
40. Τέλος, για παρόμοιους λόγους, δεν τίθεται θέμα συγκρίσεως των εξουσιών τις οποίες αναγνωρίζει στα κράτη μέλη η παράγραφος 2 του άρθρου 5 με τις εξουσίες που τους αναγνωρίζει η παράγραφος 5, καθόσον οι δεύτερες ισχύουν μόνο στο περιορισμένο πλαίσιο της χρησιμοποιήσεως ενός σημείου για σκοπούς άλλους από αυτόν της διακρίσεως των προϊόντων ή των υπηρεσιών.
41. Οφείλω να προσθέσω ότι, κατά τη γνώμη μου, κανένα στοιχείο του άρθρου 13, Α, παράγραφος 1, στοιχείο d, του ενιαίου νόμου επιτρέπει να συναχθεί ότι ο νομοθέτης της Μπενελούξ υπερέβη τις εξουσίες που του αναγνωρίζει ρητώς η κοινοτική ρύθμιση περί σημάτων.
Πρόταση
Βάσει των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως ακολούθως στα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Hof van Beroep te Brussel:
«Το άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, πρώτης οδηγίας για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων, δεν προϋποθέτει, για την εφαρμογή του, κανενός συγκεκριμένου βαθμού ομοιότητα μεταξύ του σημείου και του σήματος για τα οποία πρόκειται· το ζήτημα αυτό εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών.»
Full & Egal Universal Law Academy