ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
ANTONIO TIZZANO
της 22ας Ιανουαρίου 2004(1)
Υπόθεση C-42/01
Πορτογαλική Δημοκρατία
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Έλεγχος των πράξεων συγκεντρώσεως – Άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 – Προστασία των εννόμων συμφερόντων από μέρους των κρατών μελών
1. Η παρούσα υπόθεση έχει ως αντικείμενο την προσφυγή που η Πορτογαλική Δημοκρατία άσκησε βάσει του άρθρου 230 ΕΚ για την ακύρωση της αποφάσεως C(2000) 3543 τελικό-PT της 22ας Νοεμβρίου 2000 την οποία η Επιτροπή έλαβε κατά το άρθρο 21 του κανονισμού (ΕΟΚ) 4064/89 του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1989, για τον έλεγχο των πράξεων συγκεντρώσεως μεταξύ επιχειρήσεων (στο εξής: κανονισμός περί των συγκεντρώσεων ή κανονισμός 4064/89) (2) . Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή κήρυξε αντίθετα προς το κοινοτικό δίκαιο τα συμφέροντα που προστατεύονται με δύο αποφάσεις του Πορτογάλου Υπουργού Οικονομικών, με τις οποίες δεν χορηγήθηκε η αναγκαία άδεια για την απόκτηση μετοχών μιας υπό ιδιωτικοποίηση εταιρίας, και επέβαλε στις πορτογαλικές αρχές την υποχρέωση να ανακαλέσουν τις υπουργικές αυτές αποφάσεις.
I – Το κανονιστικό πλαίσιο
Η κοινοτική ρύθμιση
2. Ως γνωστόν, για να συμβάλει στη δημιουργία ενός καθεστώτος «που εξασφαλίζει ανόθευτο ανταγωνισμό μέσα στην εσωτερική αγορά» (άρθρο 3, στοιχείο ζ΄, ΕΚ), ο κανονισμός 4064/89 καθιέρωσε προληπτικό έλεγχο των πράξεων συγκεντρώσεως που έχουν κοινοτικές διαστάσεις (3) . Προς τούτο, ο κανονισμός αυτός ορίζει ειδικά ότι οι πράξεις συγκεντρώσεως πρέπει οπωσδήποτε να ανακοινωθούν στην Επιτροπή και δεν μπορούν να εκτελεστούν χωρίς ρητή ή σιωπηρή άδεια της Επιτροπής (4) . Κατά συνέπεια, στην Επιτροπή τάσσονται βραχείες και απαρέγκλιτες προθεσμίες για να καθορίσει αν οι επίμαχες πράξεις συγκεντρώσεως είναι «συμβατές» με την κοινή αγορά, δηλαδή αν «δεν δημιουργούν ούτε ενισχύουν δεσπόζουσα θέση, με αποτέλεσμα να παρακωλύεται σε αξιοσημείωτο βαθμό ο αποτελεσματικός ανταγωνισμός στην κοινή αγορά ή σε σημαντικό τμήμα της» (5) .
3. Στο πλαίσιο αυτό, το άρθρο 21 του κανονισμού ορίζει, κατά το μέρος που μας αφορά, τα εξής:
«1. Η Επιτροπή είναι αποκλειστικά αρμόδια για τη λήψη των αποφάσεων που προβλέπει ο παρών κανονισμός, με την επιφύλαξη του ελέγχου εκ μέρους του Δικαστηρίου.
2. Τα κράτη μέλη δεν εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία που διέπει τον ανταγωνισμό στις συγκεντρώσεις επιχειρήσεων κοινοτικών διαστάσεων.
[…]
3. Με την επιφύλαξη των παραγράφων 1 και 2, τα κράτη μέλη δικαιούνται να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την προστασία έννομων συμφερόντων που δεν καλύπτονται από τον παρόντα κανονισμό, εφόσον τα συμφέροντα αυτά συμβιβάζονται με τις γενικές αρχές και τις λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου.
Θεωρούνται ως έννομα συμφέροντα, κατά την έννοια του πρώτου εδαφίου, η δημόσια ασφάλεια, η πολυφωνία των μέσων μαζικής ενημέρωσης και οι κανόνες χρηστής διαχείρισης.
Κάθε άλλο δημόσιο συμφέρον ανακοινώνεται από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος στην Επιτροπή και αναγνωρίζεται από αυτήν, αφού εξετάσει κατά πόσον συμβιβάζεται με τις γενικές αρχές και τις λοιπές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου πριν τεθούν σε ισχύ τα εν λόγω μέτρα. Η Επιτροπή κοινοποιεί την απόφασή της στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εντός ενός μηνός από την εν λόγω ανακοίνωση.»
Η εθνική ρύθμιση
4. Όσον αφορά τη σχετική εθνική ρύθμιση, πρέπει να αναφερθεί το νομοθετικό διάταγμα 380 της 15ης Νοεμβρίου 1993 (στο εξής: νομοθετικό διάταγμα 380/93) (6) , το οποίο εκδόθηκε κατ’ εφαρμογήν του νόμου-πλαισίου 11 της 5ης Απριλίου 1990 περί ιδιωτικοποιήσεων (στο εξής: νόμος-πλαίσιο περί ιδιωτικοποιήσεων ή νόμος 11/90) (7) . Εν προκειμένω, πρέπει να παρατεθεί ειδικά το άρθρο 1 του νομοθετικού διατάγματος 380/93, το οποίο έχει ως εξής:
«1. Στις εταιρίες που προορίζονται να επανιδιωτικοποιηθούν, η από εν ζωή δικαιοπραξία απόκτηση, εξ επαχθούς ή εκ χαριστικής αιτίας, μόνον από ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο μετοχών, με δικαίωμα ψήφου, που αντιπροσωπεύουν άνω του 10 % του μετοχικού κεφαλαίου, καθώς και η απόκτηση μετοχών οι οποίες, προστιθέμενες σε εκείνες που ήδη κατέχονται, υπερβαίνουν το όριο αυτό, εξαρτώνται από προηγούμενη άδεια του Υπουργού Οικονομικών.
2. Τηρουμένων των διατάξεων που μπορούν να θεσπιστούν για κάθε ιδιωτικοποίηση, η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου έχει εφαρμογή μόνον επί των πράξεων αποκτήσεως που διαδέχονται τις πράξεις ιδιωτικοποιήσεως».
II – Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
Οι πράξεις σχετικά με την απόκτηση της Cimpor
5. Η παρούσα διαφορά ανάγεται στη σχεδιασθείσα απόκτηση της πορτογαλικής εταιρίας Cimpor-Cimentos de Portugal SGPS (στο εξής: Cimpor) από την πορτογαλική εταιρία Secil-Companhia Geral de Cal e Cimento SA (στο εξής: Secil) και από την ελβετική εταιρία Holderbank Financière Glaris SA (στο εξής: Holderbank). Η απόκτηση αυτή επρόκειτο να γίνει μέσω της ισπανικής εταιρίας Secilpar SL (στο εξής: Secilpar), κατά 100 % ιδιοκτησίας της Secil, και να οδηγήσει στον καταμερισμό των δραστηριοτήτων της Cimpor μεταξύ της Secil και της Holderbank: η πρώτη θα αναλάμβανε τις δραστηριότητες στην Ισπανία και στην Αίγυπτο και μέρος των δραστηριοτήτων στη Βραζιλία, ενώ η δεύτερη θα αναλάμβανε τις δραστηριότητες στην Πορτογαλία, στο Μαρόκο, στην Τυνησία και στη Μοζαμβίκη και το άλλο μέρος των δραστηριοτήτων στη Βραζιλία.
6. Κατά τον χρόνο της σχεδιασθείσας αποκτήσεως, η Cimpor –η οποία προ πολλού βρισκόταν εξ ολοκλήρου υπό την ιδιοκτησία του Δημοσίου– ήταν στο επίκεντρο μιας διαδικασίας ιδιωτικοποιήσεως η οποία, από το 1994, είχε οδηγήσει τις πορτογαλικές αρχές να μειώσουν σταδιακά τη συμμετοχή τους (κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών είχε κατέλθει στο 12,5 % του μετοχικού κεφαλαίου) και να εισαγάγουν την εταιρία στο χρηματιστήριο της Λισσαβώνας. Παρά την πιο πάνω διαδικασία ιδιωτικοποιήσεως, το άρθρο 22 του καταστατικού της εταιρίας προέβλεπε ειδικά δικαιώματα για τις μετοχές του Δημοσίου (τις λεγόμενες χρυσές μετοχές), αναγνωρίζοντας στην Πορτογαλική Κυβέρνηση δικαίωμα αρνησικυρίας όσον αφορά τις στρατηγικές αποφάσεις και τις τροποποιήσεις του καταστατικού. Εξάλλου, κατά το άρθρο 7 του καταστατικού, ουδείς μέτοχος εκτός του Δημοσίου ή άλλων δημοσίων φορέων μπορούσε να έχει δικαίωμα ψήφου μεγαλύτερο από το 10 % του μετοχικού κεφαλαίου.
7. Στις 15 Ιουνίου 2000, η Secilpar υπέβαλε δημόσια προσφορά αγοράς των μετοχών της Cimpor (στο εξής: δημόσια προσφορά αγοράς), με τους ακόλουθους όρους: i) αποδοχή της προσφοράς από μετόχους που κατέχουν τουλάχιστον το 67 % του μετοχικού κεφαλαίου· ii) κατάργηση των ειδικών δικαιωμάτων της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως, ενδεχομένως μέσω αποδοχής της δημόσιας προσφοράς αγοράς και iii) κατάργηση, από τη γενική συνέλευση, των περιορισμών για την άσκηση του δικαιώματος ψήφου που προβλέπονται από το άρθρο 7 του καταστατικού.
Οι αποφάσεις που έλαβαν οι πορτογαλικές αρχές
8. Πριν ακόμη ανακοινωθεί στην Επιτροπή (όπως θα δούμε λίγο πιο κάτω) σύμφωνα με τον κανονισμό περί των συγκεντρώσεων, η πιο πάνω πράξη συγκεντρώσεως ανακοινώθηκε στις 16 Ιουνίου 2000 στον Πορτογάλο Υπουργό Οικονομικών για να ληφθεί η άδεια του άρθρου 1 του νομοθετικού διατάγματος 380/93 (8) .
9. Ωστόσο, με απόφαση της 5ης Ιουλίου 2000, ο υπουργός δεν χορήγησε την άδεια, διευκρινίζοντας ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν προτίθεται να παραιτηθεί των ειδικών δικαιωμάτων που της αναγνωρίζει το καταστατικό της εταιρίας, και εναντιώθηκε στην κατάργηση των περιορισμών για την άσκηση του δικαιώματος ψήφου που προβλέπονται από το καταστατικό.
10. Στις 7 Ιουλίου 2000, οι Secilpar και Holderbank υπέβαλαν στον Υπουργό Οικονομικών νέα αίτηση άδειας, δηλώνοντας ότι δεν είναι πλέον όροι της δημόσιας προσφοράς αγοράς: i) η κατάργηση των ειδικών δικαιωμάτων του Πορτογαλικού Δημοσίου στη Cimpor και ii) η πώληση της συμμετοχής του Δημοσίου χωρίς να τηρηθούν οι διαδικασίες που προβλέπει ο νόμος-πλαίσιο περί ιδιωτικοποιήσεων.
11. Επί της νέας αυτής αιτήσεως ο υπουργός έλαβε απόφαση στις 11 Αυγούστου 2000.
12. Στην απόφασή του, υπογράμμισε κατ’ αρχάς ότι η γενική συνέλευση της Cimpor απέρριψε την πρόταση να καταργηθούν οι περιορισμοί για την άσκηση του δικαιώματος ψήφου, οπότε η δημόσια προσφορά αγοράς φαίνεται να κατέστη άνευ αντικειμένου. Στη συνέχεια, εξετάζοντας την ουσία του ζητήματος, ο υπουργός δεν χορήγησε τη ζητηθείσα άδεια, ισχυριζόμενος ότι ο σκοπός των αιτουσών είναι αντίθετος με τους στόχους της ιδιωτικοποιήσεως. Ειδικότερα, οι λόγοι της αντιθέσεως αυτής έγκεινται: i) στο ότι η απόκτηση θα συνεπαγόταν απόσυρση της Cimpor από την πορτογαλική κεφαλαιαγορά· ii) στο ασύμβατο του βιομηχανικού σχεδίου των αιτουσών με τη στρατηγική της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως για την αναδιάρθρωση του τομέα· iii) στο ότι η απόκτηση δεν θα στοιχούσε με την υπό άριστες οικονομικές συνθήκες μεταβίβαση της συμμετοχής που το Δημόσιο είχε στη Cimpor και iv) στο ότι η απόκτηση θα συνιστούσε παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως κατά το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας ιδιωτικοποιήσεως.
13. Μετά την απορριπτική απόφαση του υπουργού, πάλι στις 11 Αυγούστου 2000 η Comissão do Mercado de Valores Mobiliários (επιτροπή κεφαλαιαγοράς) πληροφόρησε τη Secilpar για την απόφασή της να διατάξει την απόσυρση της δημόσιας προσφοράς αγοράς.
Η ανακοίνωση της πράξεως συγκεντρώσεως στην Επιτροπή και η εκτίμηση της τελευταίας σχετικά με τις πορτογαλικές υπουργικές αποφάσεις
14. Όπως είπα πιο πάνω, μετά την ανακοίνωσή της στον Υπουργό Οικονομικών η σχεδιασθείσα απόκτηση της Cimpor ανακοινώθηκε στην Επιτροπή σύμφωνα με τον κανονισμό περί των συγκεντρώσεων. Η ανακοίνωση της πράξεως συγκεντρώσεως, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 4 Ιουλίου 2000, θεωρήθηκε ελλιπής από την Επιτροπή, η οποία κατά συνέπεια κάλεσε τα μέρη να τη συμπληρώσουν μέχρι τις 28 Αυγούστου 2000, προθεσμία που στη συνέχεια παρατάθηκε μέχρι τις 15 Σεπτεμβρίου 2000. Ωστόσο, δεδομένου ότι ούτε μέχρι την ημερομηνία αυτή περιήλθαν στην Επιτροπή οι ζητηθείσες πληροφορίες, η Επιτροπή αποφάσισε να αναστείλει την εξέταση της πράξεως συγκεντρώσεως. Τέλος, στις 11 Ιανουαρίου 2001 ανακλήθηκε η ανακοίνωση της πράξεως συγκεντρώσεως.
15. Εν τω μεταξύ, στις 16 Αυγούστου 2000 ο διευθυντής του γραφείου του Πορτογάλου Υπουργού Οικονομικών κοινοποίησε «ιδιωτικά» στον διευθυντή του γραφείου του Επιτρόπου που ήταν αρμόδιος για την πολιτική ανταγωνισμού την προαναφερθείσα υπουργική απόφαση της 11ης Αυγούστου 2000, με την οποία για δεύτερη φορά δόθηκε αρνητική απάντηση στην αίτηση των Secilpar και Holderbank να τους χορηγηθεί άδεια για την απόκτηση συμμετοχής στη Cimpor ανώτερης του 10 % του μετοχικού κεφαλαίου.
16. Κατόπιν αυτού, με έγγραφο της 21ης Σεπτεμβρίου 2000 ο Επίτροπος που ήταν αρμόδιος για την πολιτική ανταγωνισμού πληροφόρησε τον Πορτογάλο υπουργό για την ανακοίνωση της πράξεως συγκεντρώσεως και του εξέφρασε τις αμφιβολίες της Επιτροπής ως προς το συμβατό των αποφάσεών του της 5ης Ιουλίου και 11ης Αυγούστου 2000 με το άρθρο 21 του κανονισμού περί των συγκεντρώσεων.
17. Ειδικότερα, στο έγγραφο αυτό σημειωνόταν ότι οι υπουργικές αυτές αποφάσεις δεν φαίνεται να έχουν ως σκοπό την προστασία κάποιου από τα συμφέροντα που θεωρεί «έννομα» το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 21, παράγραφος 3, του κανονισμού περί των συγκεντρώσεων (δημόσια ασφάλεια, πολυφωνία των μέσων μαζικής ενημερώσεως και κανόνες χρηστής διοικήσεως, στο εξής: per se έννομα συμφέροντα). Κατά συνέπεια, η Επιτροπή είχε την εντύπωση ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το τρίτο εδάφιο του άρθρου 21, παράγραφος 3, βάσει του οποίου έπρεπε να ανακοινώσει στην Επιτροπή τα διάφορα προστατευόμενα δημόσια συμφέροντα, έτσι ώστε να καταστεί δυνατό να αξιολογηθεί το συμβατό τους με το κοινοτικό δίκαιο, και να αναμείνει την έγκριση της Επιτροπής.
18. Εξάλλου, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι, αν συναχθεί ότι τα συμφέροντα που προστατεύονται με τις υπουργικές αποφάσεις της 5ης Ιουλίου και 11ης Αυγούστου 2000 είναι όντως άλλα από τα per se έννομα συμφέροντα, θα λάβει τα κατάλληλα μέτρα. Προσέθεσε ότι θα λάβει πρόσφορα μέτρα και στην περίπτωση που τα –άλλα από τα per se έννομα συμφέροντα– πράγματι προστατευόμενα συμφέροντα αποδειχθούν ασύμβατα με το κοινοτικό δίκαιο. Τέλος, η Επιτροπή κάλεσε την Πορτογαλική Κυβέρνηση να υποβάλει τις παρατηρήσεις της επί των ζητημάτων αυτών μέχρι τις 5 Οκτωβρίου 2000.
19. Στις αιτιάσεις της Επιτροπής ο Πορτογάλος υπουργός απάντησε με έγγραφο της 3ης Οκτωβρίου 2000. Στο έγγραφο αυτό, υπογράμμισε κατ’ αρχάς ότι εν προκειμένω δεν εφάρμοσε την εθνική ρύθμιση περί ανταγωνισμού, αλλά μόνον τις σχετικές με τις ιδιωτικοποιήσεις διατάξεις του νομοθετικού διατάγματος 380/93. Ο υπουργός προσέθεσε ότι σύντομα θα αρχίσει το τελευταίο στάδιο της διαδικασίας ιδιωτικοποιήσεως της Cimpor και ότι, άπαξ η διαδικασία αυτή ολοκληρωθεί, το Πορτογαλικό Δημόσιο θα χάσει τα ειδικά του δικαιώματα και δεν θα έχει πια εφαρμογή το νομοθετικό διάταγμα 380/93.
Η προσβαλλόμενη απόφαση
20. Μη έχοντας πειστεί από την απάντηση αυτή, η Επιτροπή έλαβε στις 22 Νοεμβρίου 2000 την προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία όρισε ότι «Τα συμφέροντα που αποτελούν το υπόβαθρο της αποφάσεως του Πορτογάλου Υπουργού Οικονομικών της [5ης] Ιουλίου 2000, όπως αναδιατυπώθηκε στις 11 Αυγούστου 2000, τα οποία αντιθέτως προς τις διατάξεις του άρθρου 21, παράγραφος 3, του κανονισμού 4064/89 δεν ανακοινώθηκαν στην Επιτροπή, είναι ασύμβατα με το κοινοτικό δίκαιο» (άρθρο 1) (9) .
21. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, η Επιτροπή διαπίστωσε κατ’ αρχάς ότι η ανακοινωθείσα πράξη αφορά δύο συγκεντρώσεις, μέσω των οποίων κάθε μία από τις Secil και Holderbank θα αποκτούσε μέρος των δραστηριοτήτων της Cimpor (βλ. το σημείο 5 των προτάσεών μου) (10) . Στη συνέχεια, η Επιτροπή αναγνώρισε τις κοινοτικές διαστάσεις της πράξεως αυτής, καθόσον η από την Holderbank απόκτηση μέρους των δραστηριοτήτων της Cimpor πληροί τα κριτήρια που θέτει εν προκειμένω το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού περί των συγκεντρώσεων (11) .
22. Έχοντας ξεκαθαρίσει ότι η ανακοινωθείσα πράξη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού περί των συγκεντρώσεων, η Επιτροπή προχώρησε στην αξιολόγηση του αν οι πορτογαλικές υπουργικές αποφάσεις της 5ης Ιουλίου και 11ης Αυγούστου 2000, οι οποίες εμπόδισαν την ανακοινωθείσα πράξη, είναι σύμφωνες με τις διατάξεις του άρθρου 21 του κανονισμού περί των συγκεντρώσεων.
23. Προς τούτο, άρχισε με τη διευκρίνιση ότι, όπως προκύπτει από το κείμενο των υπουργικών αποφάσεων, οι αποφάσεις αυτές σκοπό έχουν να προστατεύσουν το συμφέρον που έχει σχέση με την «εξέλιξη της μετοχικής διαρθρώσεως των υπό ιδιωτικοποίηση εταιριών προκειμένου να αυξηθούν η επιχειρηματική ικανότητα και η αποδοτικότητα του εγχωρίου παραγωγικού μηχανισμού κατά τρόπο συμβατό με τους προσανατολισμούς της οικονομικής πολιτικής της Πορτογαλίας» (12) .
24. Αφού εξατομίκευσε κατ’ αυτόν τον τρόπο το δημόσιο συμφέρον που προστατεύεται με τις δύο υπουργικές αποφάσεις, η Επιτροπή διευκρίνισε στη συνέχεια ότι το συμφέρον αυτό δεν είναι αντίστοιχο με κανένα από τα per se έννομα συμφέροντα (δημόσια ασφάλεια, πολυφωνία των μέσων μαζικής ενημερώσεως και κανόνες χρηστής διαχειρίσεως) (13) . Εντεύθεν προκύπτει, κατά την Επιτροπή, ότι οι πορτογαλικές αρχές δεν μπορούσαν να εμποδίσουν την πράξη συγκεντρώσεως χωρίς να ανακοινώσουν ποιο άλλο δημόσιο συμφέρον σκόπευαν να προστατεύσουν και χωρίς να αναμείνουν την απόφαση της Επιτροπής επ’ αυτού. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεώρησε ότι, «μη έχοντας προβεί στην ανακοίνωση αυτή, η Πορτογαλική Κυβέρνηση παρέβη τις υποχρεώσεις που έχει από το άρθρο 21 του κανονισμού 4064/89» (14) .
25. Ακόμη και χωρίς μια τέτοια ανακοίνωση, και παρά το γεγονός ότι ούτε σε απάντηση του από 21 Σεπτεμβρίου εγγράφου της οι πορτογαλικές αρχές προσδιόρισαν το δημόσιο συμφέρον που σκόπευαν να προστατεύσουν, η Επιτροπή θεώρησε ότι από το κείμενο των υπουργικών αποφάσεων μπορεί να συναγάγει το συμφέρον αυτό (όπως άλλωστε είχε ήδη πράξει για να καθορίσει αν το συμφέρον αυτό αντιστοιχεί σε ένα από τα per se έννομα συμφέροντα) και να αξιολογήσει το συμβατό του με το κοινοτικό δίκαιο (15) .
26. Κατά συνέπεια, αφού υπενθύμισε ότι το συμφέρον που αποτελεί το υπόβαθρο των δύο υπουργικών αποφάσεων είναι το συμφέρον να προστατευθεί «η εξέλιξη της μετοχικής διαρθρώσεως των υπό ιδιωτικοποίηση εταιριών προκειμένου να αυξηθούν η επιχειρηματική ικανότητα και η αποτελεσματικότητα του εγχωρίου παραγωγικού μηχανισμού κατά τρόπο συμβατό με τους προσανατολισμούς της οικονομικής πολιτικής της Πορτογαλίας», η Επιτροπή εκτίμησε το συμβατό του συμφέροντος αυτού (ή καλύτερα των υπουργικών αποφάσεων που σκοπεύουν να το προστατεύσουν) με το κοινοτικό δίκαιο, εκθέτοντας τα εξής:
«Οι δύο αποφάσεις αποτελούν περιορισμούς για την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων τις οποίες καθιερώνει η Συνθήκη και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως που αναγνωρίζονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου· εν πάση περιπτώσει, η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν επικαλέστηκε λόγους τέτοιας φύσεως. Επιπλέον, η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, βάσει της οποίας η Πορτογαλική Δημοκρατία έλαβε την πρώτη απόφαση, δεν προσθέτει κανένα λυσιτελές στοιχείο στα πιο πάνω επιχειρήματα.
Κατά συνέπεια, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία παρέλειψε να ανακοινώσει εγκαίρως στην Επιτροπή τους λόγους των αποφάσεών της σύμφωνα με το άρθρο 21, παράγραφος 3, του κανονισμού [περί των συγκεντρώσεων], η Επιτροπή θα πρέπει να αρνηθεί να αναγνωρίσει νομιμότητα στις αποφάσεις αυτές» 16 –Σημεία 58 και 59 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως..
27. Στη συνέχεια, στα τελευταία σημεία των αιτιολογικών σκέψεων της αποφάσεώς της, στα οποία παρατίθενται τα συμπεράσματά της, η Επιτροπή εξέθεσε:
«Πρέπει να συναχθεί ότι τα μέτρα που οι πορτογαλικές αρχές έλαβαν σχετικά με την ανακοινωθείσα συγκέντρωση και, ιδίως, [οι υπουργικές αποφάσεις της 5ης Ιουλίου και 11ης Αυγούστου 2000] δεν μπορούν να θεωρηθούν μέτρα για την προστασία εννόμων συμφερόντων συμβατών με τις γενικές αρχές και τις άλλες διατάξεις του κοινοτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, τα μέτρα αυτά αντίκεινται στο κοινοτικό δίκαιο, και ιδίως στο άρθρο 21 του κανονισμού 4064/89.
Έτσι, η Πορτογαλική Δημοκρατία υποχρεούται να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την τήρηση της κοινοτικής νομοθεσίας, ανακαλώντας τις σχετικές υπουργικές αποφάσεις» 17 –Σημεία 64 και 65 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως..
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
28. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την 1η Φεβρουαρίου 2001, η Πορτογαλική Κυβέρνηση προσέβαλε την απόφαση της Επιτροπής, ζητώντας την ακύρωσή της κατά το άρθρο 230 ΕΚ. Η Επιτροπή, φυσικά, αντιτάχθηκε στο αίτημα αυτό, καταθέτοντας υπόμνημα αντικρούσεως, το οποίο ακολουθήθηκε από υπόμνημα απαντήσεως και υπόμνημα ανταπαντήσεως. Μετά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας, οι διάδικοι ανέπτυξαν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους κατά τη δημόσια συνεδρίαση της 9ης Σεπτεμβρίου 2003.
III – Νομική ανάλυση
Εισαγωγή
29. Με την προσφυγή της, η Πορτογαλική Κυβέρνηση, αφού υπογράμμισε κατ’ αρχάς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχασε την ισχύ της μετά την ανάκληση της ανακοινώσεως από τις Secil και Holderbank, διατυπώνει έξι λόγους ακυρώσεως. Ειδικότερα, προβάλλει:
i) παράβαση του άρθρου 253 EΚ λόγω μη αναφοράς ή ανεπαρκούς αναφοράς της νομικής βάσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως·
ii) παράβαση του άρθρου 253 EΚ λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας του ασύμβατου των εθνικών μέτρων με το κοινοτικό δίκαιο·
iii) παράβαση του άρθρου 7 EΚ και του άρθρου 21, παράγραφοι 1 και 3, του κανονισμού περί των συγκεντρώσεων λόγω αναρμοδιότητας της Επιτροπής να λάβει την προσβαλλόμενη απόφαση ελλείψει ανακοινώσεως από την Πορτογαλία των συμφερόντων που προστατεύονται με τα εθνικά της μέτρα·
iv) παράβαση του άρθρου 220 EΚ και του άρθρου 21, παράγραφος 1, του κανονισμού περί των συγκεντρώσεων λόγω του ότι η Επιτροπή, λαμβάνοντας την προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς την πιο πάνω ανακοίνωση, υποκατέστησε το Δικαστήριο στον έλεγχο της νομιμότητας των πορτογαλικών μέτρων·
v) παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας καθόσον η Επιτροπή, αφενός, δεν περιόρισε την εξέτασή της μόνο στη συγκέντρωση που είχε κοινοτικές διαστάσεις (τη συγκέντρωση Holderbank/Cimpor) και, αφετέρου, δεν ανέστειλε τη διαδικασία παρά το ότι τα μέρη έπαυσαν να ενδιαφέρονται·
vi) καταστρατήγηση διαδικασίας και παράβαση του άρθρου 226 EΚ λόγω του ότι, παρά την έλλειψη σχετικής ανακοινώσεως από τις πορτογαλικές αρχές, η Επιτροπή έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση αντί να κινήσει διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους.
30. Όπως εύκολα μπορεί να διαπιστωθεί, τρεις λόγοι ακυρώσεως (ο τρίτος, ο τέταρτος και ο έκτος) αφορούν στην ουσία την αρμοδιότητα της Επιτροπής να λάβει την προσβαλλόμενη απόφαση ελλείψει ανακοινώσεως, από την Πορτογαλία, των προστατευομένων συμφερόντων, ενώ οι άλλοι λόγοι ακυρώσεως αφορούν τυπικά ή ουσιαστικά ελαττώματα της αποφάσεως. Για λόγους σαφηνείας και τάξεως στην έκθεση των σκέψεών μου, αφού σταθώ για λίγο στον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχασε την ισχύ της, θα αρχίσω την εξέταση από τις αιτιάσεις περί αναρμοδιότητος της Επιτροπής για να έλθω μετά στις αιτιάσεις περί τυπικών και ουσιαστικών ελαττωμάτων της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Επί της προκαταρκτικής παρατηρήσεως σχετικά με το ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχασε την ισχύ της
31. Η Πορτογαλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει κατ’ αρχάς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη στο πλαίσιο της διαδικασίας που κινήθηκε με την ανακοίνωση στην Επιτροπή του σχεδίου της συγκεντρώσεως Secil/Holderbank/Cimpor. Λαμβανομένου υπόψη ότι μετά τη λήψη της προσβαλλομένης αποφάσεως η ανακοίνωση αυτή ανακλήθηκε (βλ. το σημείο 14 των προτάσεών μου), η προσφεύγουσα θεωρεί ότι η απόφαση αυτή ούτως ειπείν έχασε την ισχύ της. Ωστόσο, δεν είναι σαφές με ποιον σκοπό διατυπώθηκε η προκαταρκτική αυτᆴ παρατήρηση, δεδομένου ότι στο αιτητικό της προσφυγής δεν γίνεται μνεία της παρατηρήσεως αυτής, αλλά απλώς ζητείται από το Δικαστήριο να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
32. Δεν νομίζω ότι είναι αναγκαίο να σταθώ για πολύ στο ζήτημα αυτό. Θα περιοριστώ να σημειώσω ότι είναι σαφές ότι η παρατήρηση της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως στερείται σημασίας, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είχε σκοπό να στηρίξει το αίτημα ακυρώσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως. Συγκεκριμένα, όπως ορθώς υπενθύμισε η Επιτροπή, κατά πάγια νομολογία, «στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως ασκουμένης βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης [νυν άρθρου 230 ΕΚ], η νομιμότητα της κοινοτικής πράξεως πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως» (18) . Κατά συνέπεια, η ανάκληση της ανακοινώσεως μετά τη λήψη της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν μπορεί να έχει συνέπειες για τη νομιμότητα της αποφάσεως αυτής.
33. Εξάλλου, θα προσθέσω ότι η υπό εξέταση παρατήρηση δεν θα είχε καλύτερη τύχη ούτε αν η Πορτογαλική Κυβέρνηση ήθελε με αυτήν να ζητήσει από το Δικαστήριο να κρίνει ότι η παρούσα προσφυγή είναι άνευ αντικειμένου, καθόσον, πριν ακόμη κατατεθεί η προσφυγή αυτή, η προσβαλλόμενη απόφαση είχε χάσει την ισχύ της. Συγκεκριμένα, είναι φανερό ότι η ανάκληση της ανακοινώσεως από τις Secil και Holderbank δεν μπορεί να έχει επιφέρει ούτε την ακύρωση ούτε την κατάργηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία κατά συνέπεια εξακολουθεί να υφίσταται και να αποτελεί το αντικείμενο της προσφυγής που ασκήθηκε από την Πορτογαλική Κυβέρνηση.
Επί των λόγων ακυρώσεως που αφορούν την αρμοδιότητα της Επιτροπής να λάβει την προσβαλλόμενη απόφαση ελλείψει προηγουμένης ανακοινώσεως από την Πορτογαλία
Επιχειρήματα των διαδίκων
34. Όπως προελέχθη, μετά τον τρίτο, τον τέταρτο και τον έκτο λόγο ακυρώσεως, οι οποίοι θα εξεταστούν μαζί, η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει στην ουσία ότι, ελλείψει ανακοινώσεως από τις πορτογαλικές αρχές των συμφερόντων που προστατεύονται με τις αποφάσεις της 5ης Ιουλίου και 11ης Αυγούστου 2000, η Επιτροπή δεν ήταν αρμόδια να λάβει την προσβαλλόμενη απόφαση.
35. Εν προκειμένω, η προσφεύγουσα αναγνωρίζει ότι με τις πιο πάνω αποφάσεις δεν επιδιωκόταν να προστατευθεί κανένα από τα per se έννομα συμφέροντα, οπότε –βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού περί των συγκεντρώσεων– έπρεπε να ανακοινώσει στην Επιτροπή τα διάφορα δημόσια συμφέροντα που προστατεύονταν και να αναμείνει την έγκριση από την Επιτροπή. Ωστόσο, υποστηρίζει ότι, ελλείψει τέτοιας ανακοινώσεως, η πιο πάνω διάταξη του κανονισμού δεν παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να λάβει απόφαση επί του συμβατού των προστατευομένων συμφερόντων με το κοινοτικό δίκαιο.
36. Υπέρ αυτού, συνεχίζει η Πορτογαλική Κυβέρνηση, συνηγορεί προ πάντων το ίδιο το γράμμα της διατάξεως αυτής. Ωστόσο, συνηγορεί και το γεγονός ότι σε μια τέτοια κατάσταση η Επιτροπή δεν μπορούσε να είναι βέβαιη ως προς τα συμφέροντα που πράγματι προστάτευε το σχετικό κράτος μέλος, οπότε δεν αποκλειόταν η Επιτροπή να αποφανθεί επί συμφερόντων που στην πραγματικότητα δεν αποτελούσαν το υπόβαθρο των σχετικών εθνικών μέτρων.
37. Σε αυτό δεν μπορεί να αντιταχθεί, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, η ανάγκη να εξασφαλιστεί η πρακτική αποτελεσματικότητα του άρθρου 21, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού. Συγκεκριμένα, κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, για να εξασφαλιστεί ο κοινοτικός έλεγχος της νομιμότητας των εθνικών μέτρων, δεν είναι αναγκαίο να υπερκεραστεί το γράμμα της εν λόγω διατάξεως, καθόσον το ίδιο αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχθεί με τη συνήθη διαδικασία του άρθρου 226 ΕΚ για τη διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους.
38. Ακριβώς αυτή τη διαδικασία έπρεπε, κατά την Πορτογαλική Κυβέρνηση, να κινήσει η Επιτροπή φέροντας την υπόθεση στο Δικαστήριο, αντί να λάβει απόφαση ελλείψει των προϋποθέσεων για την άσκηση της εξουσίας της. Κατά συνέπεια, η καθής, μη επιλέγοντας αυτή την ορθότερη διαδικαστική οδό, αφενός, σφετερίστηκε την εξουσία που αναγνωρίζουν στο Δικαστήριο το άρθρο 220 ΕΚ και το άρθρο 21, παράγραφος 1, του κανονισμού περί των συγκεντρώσεων (19) και, αφετέρου, παρέβη το άρθρο 226 ΕΚ και καταστρατήγησε τη διαδικασία που κίνησε.
39. Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, η προσφεύγουσα προσθέτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, λαμβάνοντας θέση επί του συμβατού των στόχων του νομοθετικού διατάγματος 380/93 με το κοινοτικό δίκαιο, στην ουσία προκατέλαβε την απόφαση που το Δικαστήριο είχε κληθεί βάσει του άρθρου 226 ΕΚ να εκδώσει επί της νομιμότητας της πορτογαλικής ρυθμίσεως περί ιδιωτικοποιήσεων (υπόθεση C-367/98) (20) . Όσο για την καταστρατήγηση της διαδικασίας, η προσφεύγουσα διερωτάται στη συνέχεια αν η Επιτροπή στην πραγματικότητα έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση μόνο για να επιβάλει τον δικό της προσανατολισμό σχετικά με το περιεχόμενο των εξουσιών που απορρέουν υπέρ αυτής από το άρθρο 21 του κανονισμού 4064/89.
40. Η Επιτροπή υπογραμμίζει κατ’ αρχάς: i) ότι, σύμφωνα με ρητή ομολογία της προσφεύγουσας, οι υπουργικές αποφάσεις της 5ης Ιουλίου και 11ης Αυγούστου 2000 δεν είχαν σκοπό να προστατεύσουν κανένα από τα per se έννομα συμφέροντα και ii) ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση δεν ανακοίνωσε στην Επιτροπή τα άλλα δημόσια συμφέροντα που σκόπευε να προστατεύσει, ούτε καν όταν κλήθηκε από την Επιτροπή να υποβάλει εν προκειμένω παρατηρήσεις.
41. Στη συνέχεια, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, στην περίπτωση που τα εθνικά μέτρα προστατεύουν άλλα συμφέροντα από τα per se έννομα συμφέροντα, το άρθρο 21, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού τής παρέχει την εξουσία να αποφανθεί επί του συμβατού των συμφερόντων αυτών με το κοινοτικό δίκαιο, ανεξαρτήτως του αν τα συμφέροντα αυτά ανακοινώθηκαν από το σχετικό κράτος μέλος.
42. Διαφορετικά, προσθέτει η Επιτροπή, ο κανόνας αυτός θα στερούνταν κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας και θα ευνοούσε άνευ λόγου τα κράτη μέλη που δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους, ενώ η αρμοδιότητά της θα φαλκιδευόταν απλώς λόγω της μη ανακοινώσεως από τα σχετικά κράτη μέλη. Επιπλέον, μια τέτοια λύση θα ήταν σαφώς αντίθετη προς τον στόχο του κανονισμού 4064/89 να δημιουργήσει σε κοινοτικό επίπεδο ένα σύστημα ελέγχου των συγκεντρώσεων στηριζόμενο στην αρχή του ενιαίου ελέγχου.
43. Στη συνέχεια, όσον αφορά την αιτίαση ότι προκατέλαβε την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-367/98, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αμφισβητεί το συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο όχι της πορτογαλικής ρυθμίσεως περί ιδιωτικοποιήσεων, και ειδικότερα του νόμου 11/90 και του νομοθετικού διατάγματος 380/93, αλλά των συμφερόντων που αποτελούν το υπόβαθρο των αποφάσεων με τις οποίες ο Πορτογάλος Υπουργός Οικονομικών αρνήθηκε να εγκρίνει την απόκτηση συμμετοχής στη Cimpor.
Εκτίμηση
44. Ερχόμενος στην αξιολόγηση της υπό εξέταση αιτιάσεως, οφείλω κατ’ αρχάς να υπενθυμίσω ότι, όπως υπογράμμισε πρόσφατα το Δικαστήριο, ο «κανονισμός περί των συγκεντρώσεων στηρίζεται στην αρχή της σαφούς κατανομής των αρμοδιοτήτων μεταξύ των εθνικών και των κοινοτικών ελεγκτικών αρχών». Βάσει της αρχής αυτής, «οι συγκεντρώσεις οι οποίες δεν αναφέρονται στον […] κανονισμό υπάγονται κατ’ αρχήν στην αρμοδιότητα των κρατών μελών», ενώ «η Επιτροπή είναι αποκλειστικά αρμόδια να λαμβάνει όλες τις αποφάσεις σχετικά με τις πράξεις συγκεντρώσεως κοινοτικής διαστάσεως» (21) .
45. Η αρχή αυτή του καταμερισμού των αρμοδιοτήτων διατυπώνεται ρητώς στο άρθρο 2, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού περί των συγκεντρώσεων, το οποίο ορίζει ότι η Επιτροπή έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για τη λήψη των αποφάσεων που προβλέπονται από τον κανονισμό αυτόν (παράγραφος 1) και διευκρινίζει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εφαρμόσουν στις πράξεις συγκεντρώσεως με κοινοτικές διαστάσεις την εθνική ρύθμιση που διέπει τον ανταγωνισμό (παράγραφος 2).
46. Όπως είδαμε, παρά τις διατάξεις αυτές, η παράγραφος 3 του άρθρου αυτού ορίζει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για να προστατεύσουν έννομα συμφέροντα άλλα από εκείνα που λαμβάνει υπόψη ο κανονισμός και συμβατά με το κοινοτικό δίκαιο (πρώτο εδάφιο), διευκρινίζοντας ποια είναι τα per se έννομα συμφέροντα (δεύτερο εδάφιο) και επιβάλλοντας στα μεν κράτη μέλη να θέτουν κάθε άλλο δημόσιο συμφέρον στην κρίση της Επιτροπής, στη δε Επιτροπή να κοινοποιεί την απόφασή της στο ενδιαφερόμενο κράτος μέλος εντός ενός μηνός από την ανακοίνωση (τρίτο εδάφιο).
47. Ακριβώς στο τελευταίο εδάφιο είναι που –όπως είπα– επικεντρώνεται η υπό εξέταση αιτίαση. Συγκεκριμένα, κατά την προσφεύγουσα, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, ελλείψει ανακοινώσεως των συμφερόντων που προστατεύονται με τις υπουργικές αποφάσεις της 5ης Ιουλίου και 11ης Αυγούστου 2000, η Επιτροπή δεν μπορούσε να λάβει απόφαση επί του συμβατού των συμφερόντων αυτών με το κοινοτικό δίκαιο.
48. Ωστόσο, νομίζω ότι η αιτίαση αυτή στηρίζεται σε προσέγγιση που εστιάζεται λιγότερο στην ουσία, στον σκοπό και στο πλαίσιο της υπό εξέταση διατάξεως και περισσότερο σε μια τυπολατρική ερμηνεία της διατάξεως αυτής.
49. Συγκεκριμένα, πρέπει να υπενθυμίσω ότι η διάταξη αυτή σκοπό έχει να εξασφαλίσει, «για λόγους ασφαλείας δικαίου και προς το συμφέρον των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων» (22) , ταχύ και αποτελεσματικό έλεγχο, από την Επιτροπή, του συμβατού με το κοινοτικό δίκαιο των –άλλων από τα per se έννομα συμφέροντα (23) – συμφερόντων που προστατεύονται με εθνικά μέτρα περί των πράξεων συγκεντρώσεως με κοινοτικές διαστάσεις.
50. Ακριβώς από αυτή τη σκοπιά η πιο πάνω διάταξη, αφενός, επιβάλλει στα κράτη μέλη να ανακοινώνουν εκ των προτέρων στην Επιτροπή τα –άλλα από τα per se έννομα συμφέροντα– συμφέροντα που σκοπεύουν να προστατεύσουν και, αφετέρου, τάσσει στην Επιτροπή βραχεία προθεσμία (ενός μηνός) για να λάβει απόφαση επί του συμβατού των συμφερόντων αυτών με το κοινοτικό δίκαιο. Τούτο στοιχεί με τον σκοπό του κανονισμού περί των συγκεντρώσεων να εξασφαλίσει «τον έλεγχο των πράξεων συγκεντρώσεως εντός προθεσμιών που είναι συμβατές τόσο με τις επιταγές της χρηστής διοικήσεως όσο και με εκείνες του επιχειρηματικού περιβάλλοντος» (24) .
51. Πάντως, η σαφής βούληση του νομοθέτη να εξασφαλίσει ταχύ και αποτελεσματικό έλεγχο από την Επιτροπή δύσκολα συμβιβάζεται με την άποψη της προσφεύγουσας ότι, ελλείψει ανακοινώσεως από το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, η Επιτροπή δεν είναι αρμόδια να λάβει απόφαση επί του συμβατού με το κοινοτικό δίκαιο των συμφερόντων που προστατεύονται από το κράτος αυτό, αλλά δύναται μόνο να κινήσει βάσει του άρθρου 226 ΕΚ διαδικασία για τη διαπίστωση παραβάσεως κράτους μέλους. Σε μια τέτοια περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη του χρόνου που απαιτείται για την πιο πάνω διαδικασία, θα ήταν όντως αδύνατον να ληφθεί κοινοτική απόφαση εντός των συντόμων προθεσμιών που τάσσει «για λόγους ασφαλείας δικαίου και προς το συμφέρον των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων» ο κανονισμός 4064/89, και τούτο με κίνδυνο η απόφαση του Δικαστηρίου να εκδοθεί όταν τα εθνικά μέτρα θα έχουν ήδη παραλύσει οριστικά την πράξη συγκεντρώσεως με κοινοτικές διαστάσεις.
52. Από την άλλη πλευρά, όπως ορθώς υπογράμμισε η Επιτροπή, η άποψη της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως θα μπορούσε στην πράξη να στερήσει κάθε πρακτικής αποτελεσματικότητας την υπό εξέταση διάταξη, καθόσον τα κράτη μέλη θα μπορούσαν άνετα να διαφύγουν τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή έλεγχο απλώς και μόνον παραλείποντας να ανακοινώσουν τα συμφέροντα που προστατεύονται με τα εθνικά μέτρα. Τούτο θα είχε την απώτερη και παράδοξη συνέπεια να μπορεί η Επιτροπή να επεμβαίνει γρήγορα και αποτελεσματικά έναντι των κρατών μελών που τηρούν την υποχρέωση ανακοινώσεως, προκειμένου να ανακόψει τη λήψη των σχετικών εθνικών μέτρων, ενώ θα έχει στερηθεί της δυνατότητας να ασκεί εξ ίσου ισχυρή εξουσία έναντι των κρατών μελών που δεν τηρούν την υποχρέωση αυτή. Με άλλα λόγια, θα φθάναμε στο σημείο τα τελευταία να αντλούν όφελος από την παράνομη συμπεριφορά τους, σε κατάφωρη αντίθεση με την αρχή nemo auditur propriam turpitudinem allegans (25) .
53. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι έχει μεγαλύτερη συνοχή με το ειδικό σύστημα ελέγχου των συγκεντρώσεων που καθιέρωσε ο κανονισμός 4064/89 και με τη ratio της υπό εξέταση διατάξεως η ερμηνεία που προτείνεται από την Επιτροπή, βάσει της οποίας η Επιτροπή δύναται να λάβει απόφαση επί του συμβατού με το κοινοτικό δίκαιο των –άλλων από τα per se έννομα συμφέροντα– συμφερόντων που προστατεύονται από τα κράτη μέλη ακόμη και αν τα συμφέροντα αυτά δεν της ανακοινώθηκαν.
54. Συγκεκριμένα, από τη σκοπιά αυτή, νομίζω ότι είναι όντως πιο λογικό να θεωρηθεί ότι η υπό εξέταση διάταξη αναφέρει τις αποφάσεις που λαμβάνονται κατόπιν «ανακοινώσεως» από τα κράτη μέλη απλώς και μόνον λόγω του ότι τεκμαίρεται ότι τα κράτη θα τηρούν την υποχρέωση που έχουν από τη διάταξη αυτή να προβούν στην εν λόγω ανακοίνωση. Αντιθέτως, θα ήταν πολύ λιγότερο λογικό να θεωρηθεί ότι ο κανονισμός θέλησε να εξαρτάται η αρμοδιότητα της Επιτροπής από την …καλή θέληση των κρατών μελών και ακόμη χειρότερο ότι θέλησε να επιβραβεύσει τα κράτη μέλη που διαφεύγουν την υποχρέωση ανακοινώσεως.
55. Είναι αλήθεια ότι, όπως παρατήρησε η Πορτογαλική Κυβέρνηση, η μη ανακοίνωση από τα κράτη μέλη δύναται να καταστήσει πιο αβέβαιο και πιο περίπλοκο το έργο της Επιτροπής, για την οποία ενδέχεται να είναι δύσκολο να εξατομικεύσει τα συμφέροντα που προστατεύονται με τα εθνικά μέτρα. Ωστόσο, θα παρατηρήσω ότι για νᄆ υπερπηδήσει τέτοιες ενδεχόμενες δυσχέρειες η Επιτροπή έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ζητήσει πληροφοριακά στοιχεία από τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη, ακριβώς όπως έπραξε εν προκειμένω. Αν στη συνέχεια τα κράτη μέλη επιμείνουν στην άρνηση να δώσουν τα ζητηθέντα πληροφοριακά στοιχεία, η Επιτροπή θα πρέπει να θεωρήσει άνευ ετέρου δικαιολογημένο –κατ’ αναλογία με αυτό που συμβαίνει π.χ. επί των κρατικών ενισχύσεων (26) – να λάβει απόφαση βάσει μόνον των διαθεσίμων στοιχείων.
56. Κατά συνέπεια, εφόσον ξεκαθαρίστηκε ότι η Επιτροπή δύναται να λάβει απόφαση επί του συμβατού με το κοινοτικό δίκαιο των –άλλων από τα per se έννομα συμφέροντα– συμφερόντων που προστατεύονται από τα κράτη μέλη ακόμη και αν δεν της ανακοινώθηκαν, δεν μπορεί παρά να συναχθεί και ότι η λήψη τέτοιας αποφάσεως δεν συνεπάγεται ούτε σφετερισμό της εξουσίας που το άρθρο 226 ΕΚ αναγνωρίζει στο Δικαστήριο ούτε καταστρατήγηση διαδικασίας.
57. Επομένως, υπό το φως των ανωτέρω θεωρώ ότι οι υπό εξέταση αιτιάσεις πρέπει να απορριφθούν.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 253 EΚ, λόγω μη αναφοράς ή ανεπαρκούς αναφοράς της νομικής βάσεως της προσβαλλομένης πράξεως
58. Με τον πρώτο λόγο ακυρώσεως, η Πορτογαλική Κυβέρνηση προβάλλει ελάττωμα στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω μη αναφοράς ή ανεπαρκούς αναφοράς της νομικής της βάσεως. Ειδικότερα, η κυβέρνηση αυτή παρατηρεί ότι στον τίτλο και στο αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως η Επιτροπή περιορίστηκε να αναφέρει γενικά το άρθρο 21 του κανονισμού περί των συγκεντρώσεων, χωρίς να διευκρινίσει, όπως έπρεπε να πράξει, ότι στηρίζει την αρμοδιότητά της στη διάταξη της παραγράφου 3, τρίτο εδάφιο, του άρθρου αυτού.
59. Ωστόσο, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι από το κείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει σαφώς ότι η απόφαση αυτή ελήφθη βάσει του άρθρου 21, παράγραφος 3, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού περί των συγκεντρώσεων. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι, από την άποψη αυτή, η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως πληροί την τιθεμένη από τη νομολογία προϋπόθεση «να επιτρέπει στο Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων και να παρέχει στον ενδιαφερόμενο ικανές ενδείξεις ως προς το αν η απόφαση έχει επαρκές έρεισμα ή αν ενδεχομένως πάσχει ελάττωμα λόγω του οποίου θα μπορούσε να αμφισβητηθεί το κύρος της» (27) .
60. Εξάλλου, θα προσθέσω ότι η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως έδωσε χωρίς αμφιβολία στην Πορτογαλική Κυβέρνηση τη δυνατότητα να καταλάβει σε ποιον κανόνα η Επιτροπή στήριξε την αρμοδιότητά της και, όπως είδαμε, να αμφισβητήσει ενώπιον του Δικαστηρίου την αρμοδιότητα αυτή.
61. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι και ο παρών λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 253 EΚ λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας σχετικά με το ασύμβατο των εθνικών μέτρων με το κοινοτικό δίκαιο
62. Με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η Πορτογαλική Κυβέρνηση προβάλλει ελάττωμα στην αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας σχετικά με το ασύμβατο των εθνικών μέτρων με το κοινοτικό δίκαιο.
63. Ειδικότερα, η κυβέρνηση αυτή υπογραμμίζει ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή περιορίστηκε να εξατομικεύσει το συμφέρον που προστατεύεται με τις υπουργικές αποφάσεις της 5ης Ιουλίου και 11ης Αυγούστου 2000, να αποκλείσει ότι το συμφέρον αυτό αντιστοιχεί σε κάποιο από τα per se έννομα συμφέροντα και να αναφέρει επιγραμματικά ότι οι δύο υπουργικές αποφάσεις αποτελούν αδικαιολόγητα εμπόδια για την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων. Κατά την κυβέρνηση αυτή, η αιτιολογία είναι εντελώς ανεπαρκής, καθόσον, όσον αφορά το συμφέρον που προστατεύεται με τα σχετικά εθνικά μέτρα, δεν περιέχει κάποια συγκεκριμένη και ουσιαστική εκτίμηση που να έγινε υπό το φως του σχετικού κοινοτικού πλαισίου και να στηρίζεται σε πραγματικά και νομικά στοιχεία.
64. Για να καταδείξει την έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας, η προσφεύγουσα αποδύεται σε μακρά ανάλυση της εθνικής ρυθμίσεως περί ιδιωτικοποιήσεων, και ειδικότερα του συστήματος προηγούμενης άδειας που προβλέπεται από το άρθρο 1 του νομοθετικού διατάγματος 380/93, και εκθέτει τους λόγους για τους οποίους το σύστημα αυτό δεν είναι ασύμβατο με τις κοινοτικές διατάξεις περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως και της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων.
65. Σε απάντηση των αιτιάσεων αυτών, η Επιτροπή παρατηρεί εν ολίγοις ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναλύονται τα συμφέροντα που αποτελούν το υπόβαθρο των επίμαχων εθνικών μέτρων και εκτίθενται οι λόγοι για τους οποίους τα συμφέροντα αυτά δεν περιλαμβάνονται στα per se έννομα συμφέροντα και δεν μπορούν να θεωρηθούν συμβατά με το κοινοτικό δίκαιο.
66. Oφείλω να παρατηρήσω ότι η Επιτροπή, αφού εξατομίκευσε το συμφέρον που προστατεύεται με τα εθνικά μέτρα και αφού απέκλεισε ότι το συμφέρον αυτό αντιστοιχεί σε κάποιο από τα per se έννομα συμφέροντα, παρέθεσε άκρως λακωνική αιτιολογία σχετικά με το ασύμβατο του συμφέροντος αυτού με το κοινοτικό δίκαιο. Λαμβανομένης υπόψη της λεπτότητας του ζητήματος, μια ευρύτερη και ακριβέστερη αιτιολογία στο σημείο αυτό θα ήταν, κατά την άποψή μου, δίχως άλλο σκόπιμη.
67. Ωστόσο, αν και άκρως λακωνική, η αιτιολογία αυτή καθιστά δυνατό να καταλάβει κανείς τα χωρία στα οποία στηρίζεται η νομική συλλογιστική της Επιτροπής. Συγκεκριμένα, από το σημείο 58 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι η Επιτροπή θεώρησε ότι οι «δύο αποφάσεις [του Πορτογάλου Υπουργού Οικονομικών] αποτελούν περιορισμούς για την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη κυκλοφορία κεφαλαίων τις οποίες καθιερώνει η Συνθήκη και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δικαιολογούνται από λόγους δημοσίας τάξεως που αναγνωρίζονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου· εν πάση περιπτώσει, η Πορτογαλική Δημοκρατία δεν επικαλέστηκε λόγους τέτοιας φύσεως. Επιπλέον, η γενική αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, βάσει της οποίας η Πορτογαλική Δημοκρατία έλαβε την πρώτη απόφαση, δεν προσθέτει κανένα λυσιτελές στοιχείο στα πιο πάνω επιχειρήματα» (28) .
68. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι η αιτιολογία αυτή φθάνει στο κατώτατο επίπεδο που απαιτείται από τη νομολογία (βλ. το σημείο 59 των προτάσεών μου), ειδικά αν ληφθεί υπόψη, αφενός, ότι οι πορτογαλικές αρχές δεν έδωσαν στην Επιτροπή καμία ένδειξη ως προς το ότι είναι συμβατό με το κοινοτικό δίκαιο το συμφέρον που προστατεύεται από τα μέτρα των αρχών αυτών, ούτε καν σε απάντηση του εγγράφου της 21ης Σεπτεμβρίου 2000, και, αφετέρου, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη σε πλαίσιο που γνώριζε πολύ καλά η Πορτογαλική Κυβέρνηση, καθόσον στη δίκη στην προαναφερθείσα υπόθεση C-367/98 η Επιτροπή είχε ήδη προσάψει, με ευρεία αιτιολογία, στην Πορτογαλική Κυβέρνηση ότι το σύστημα προηγούμενης άδειας που προβλέπεται από το άρθρο 1 του νομοθετικού διατάγματος 380/93 είναι ασύμβατο με την κοινοτική ρύθμιση περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως και περί της ελεύθερης κυκλοφορίας των κεφαλαίων (29) .
69. Επομένως, θεωρώ ότι και ο παρών λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της αναλογικότητας
70. Τέλος, με τον πέμπτο λόγο ακυρώσεως, η Πορτογαλική Κυβέρνηση διατυπώνει δύο αιτιάσεις περί μη τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας, προσάπτοντας στην Επιτροπή i) ότι δεν περιόρισε την εξέτασή της στη συγκέντρωση με κοινοτικές διαστάσεις και ii) ότι δεν ανέστειλε τη διαδικασία παρά το ότι τα μέρη έπαυσαν να ενδιαφέρονται.
71. Όσον αφορά την πρώτη πτυχή, η προσφεύγουσα υπογραμμίζει ότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι η πράξη που ανακοινώθηκε αφορούσε δύο συγκεντρώσεις (Secil/Cimpor και Holderbank/Cimpor) και ότι μόνον η δεύτερη είχε κοινοτικές διαστάσεις, οπότε ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 4064/89 (βλ. το σημείο 21 των προτάσεών μου). Ως εκ τούτου, η Επιτροπή, διατάσσοντας να ανακληθούν ολόκληρες οι δύο επίμαχες πορτογαλικές αποφάσεις, και όχι μόνο κατά το μέρος που αφορούσαν τη συγκέντρωση Holderbank/Cimpor, υπερέβη το αναγκαίο όριο για να τηρηθεί το κοινοτικό δίκαιο, οπότε παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας.
72. Ωστόσο, συμφωνώ με την Επιτροπή ότι δεν μπορούσε να περιορίσει την επέμβασή της μόνο στην απόκτηση μερικών δραστηριοτήτων της Cimpor από τη Holderbank (η συγκέντρωση με κοινοτικές διαστάσεις), καθόσον τα επίμαχα εθνικά μέτρα αφορούσαν από κοινού και αδιακρίτως αμφότερες τις συγκεντρώσεις. Συγκεκριμένα, όπως είδαμε, τα μέτρα αυτά δεν έπληξαν χωριστά τις δύο συγκεντρώσεις, αλλά ανέκοψαν τη δημόσια προσφορά αγοράς που η Secilpar είχε υποβάλει για τις μετοχές της Cimpor, εμποδίζοντας έτσι εξ αρχής την απόκτηση της εταιρίας αυτής και τον συνακόλουθο καταμερισμό των δραστηριοτήτων της μεταξύ της Secil και της Holderbank. Κατά συνέπεια, μόνον η απόφαση να διαταχθεί η ανάκληση ολόκληρων των επίμαχων μέτρων ήταν κατάλληλη για να αρθεί η παράνομη εναντίωση της Πορτογαλικής Κυβερνήσεως στη συγκέντρωση που είχε κοινοτικές διαστάσεις.
73. Όσον αφορά τη δεύτερη πτυχή, η προσφεύγουσα παρατηρεί αντιθέτως ότι λίγο πριν από τη λήψη της προσβαλλομένης αποφάσεως η Επιτροπή είχε αναστείλει τη διαδικασία σχετικά με την κοινοποιηθείσα πράξη συγκεντρώσεως, καθόσον οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις δεν είχαν δώσει τα πληροφοριακά στοιχεία που η Επιτροπή είχε ζητήσει για να συμπληρωθεί η ανακοίνωση την οποία θεωρούσε ελλιπή (βλ. το σημείο 14 των προτάσεών μου). Λαμβάνοντας ως αφετηρία ότι η αδράνεια των μερών που ανακοίνωσαν την πράξη συγκεντρώσεως προοιώνιζε ότι θα λήξει η διαδικασία, η Πορτογαλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή έπρεπε να δείξει μεγαλύτερη προσοχή, αποφεύγοντας να διατάξει ένα οριστικό και μη αναστρέψιμο μέτρο όπως η ανάκληση των επίμαχων υπουργικών αποφάσεων.
74. Ωστόσο, και στο σημείο αυτό νομίζω ότι είναι πιο πειστική η άμυνα της Επιτροπής η οποία ισχυρίζεται ότι η Πορτογαλική Κυβέρνηση ουδόλως εξήγησε γιατί, στις συγκεκριμένες περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, η αδράνεια των μερών ήταν λόγος να θεωρηθεί ότι θα λήξει η διαδικασία. Αντιθέτως, νομίζω ότι η Επιτροπή εύλογα μπορούσε να θεωρήσει ότι η αδράνεια των μερών συνδεόταν κατά κάποιον τρόπο με τη λήψη των επίμαχων υπουργικών αποφάσεων και επομένως να θεωρήσει ιδιαίτερα σημαντική και επείγουσα την παρέμβασή της.
75. Κατά συνέπεια, νομίζω ότι ο παρών λόγος ακυρώσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί των δικαστικών εξόδων
76. Βάσει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υπέβαλε τέτοιο αίτημα και λαμβανομένων υπόψη όσων εξέθεσα ως προς την τύχη της προσφυγής, θεωρώ ότι το αίτημα αυτό πρέπει να γίνει δεκτό.
IV – Συμπέρασμα
77. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1) Απορρίπτει την προσφυγή.
2) Καταδικάζει την Πορτογαλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα».
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
2 – ΕΕ L 395, σ. 1 (τροποποιημένη έκδοση δημοσιεύθηκε στη συνέχεια στην ΕΕ L 257 της 21ης Σεπτεμβρίου 1990, σ. 13). Μετά, ο κανονισμός 4064/89 τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 1310/97 του Συμβουλίου, της 30ής Ιουνίου 1997 (ΕΕ L 180, σ. 1).
3 – Το τι νοείται ως «πράξη συγκέντρωσης» διευκρινίζεται στο άρθρο 3 του κανονισμού, ενώ στο άρθρο 1, παράγραφοι 2 και 3, διευκρινίζεται πότε μια πράξη συγκεντρώσεως έχει «κοινοτικές διαστάσεις».
4 – Άρθρο 7.
5 – Άρθρο 2, παράγραφος 2. Αντιστρόφως, στην παράγραφο 3 του άρθρου αυτού ορίζεται πότε οι πράξεις συγκεντρώσεως πρέπει να κηρύσσονται «ασύμβατες με την κοινή αγορά».
6 – Diário da República, I, σειρά A, αριθ. 267, της 15ης Νοεμβρίου 1993, σ. 6362.
7 – Diário da República I, σειρά A, αριθ. 80, της 5ης Απριλίου 1990, σ. 1664.
8 – Όπως είδαμε στο σημείο 4 των προτάσεών μου, η διάταξη αυτή προβλέπει ειδική άδεια του Υπουργού Οικονομικών για την απόκτηση συμμετοχής ανώτερης του 10 % του μετοχικού κεφαλαίου, με δικαίωμα ψήφου, σε μια υπό ιδιωτικοποίηση εταιρία.
9 – Οι μεταφράσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι επίσημες, καθόσον αυθεντικό είναι μόνον το κείμενο στην πορτογαλική γλώσσα.
10 – Σημείο 11 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως.
11 – Σημείο 12 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως.
12 – Σημείο 50 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως.
13 – Σημεία 52 έως 54 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως.
14 – Σημείο 56 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως.
15 – Σημεία 57 και 62 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως.
16 – Σημεία 58 και 59 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως.
17 – Σημεία 64 και 65 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως.
18 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 17ης Μαΐου 2001, C-449/98 P, IECC κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. I-3875, σκέψη 87).
19 – Εν προκειμένω, η Πορτογαλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του κανονισμού, «[η] Επιτροπή είναι αποκλειστικά αρμόδια για τη λήψη των αποφάσεων που προβλέπει ο παρών κανονισμός, με την επιφύλαξη του ελέγχου εκ μέρους του Δικαστηρίου» (η έμφαση δική μου).
20 – Η υπόθεση C-367/98, η οποία ήταν εκκρεμής όταν ελήφθη η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε ως «αντικείμενο να αναγνωριστεί ότι η Πορτογαλική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ τον νόμο 11/90, της 5ης Απριλίου 1990, νόμο-πλαίσιο περί των ιδιωτικοποιήσεων […], τα εκδοθέντα μεταγενέστερα σε εκτέλεση του ως άνω νόμου νομοθετικά διατάγματα περί ιδιωτικοποιήσεως των επιχειρήσεων, καθώς και τα νομοθετικά διατάγματα 380/93, της 15ης Νοεμβρίου 1993 […], και 65/94, της 28ης Φεβρουαρίου 1994 […], παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΚ, και ειδικότερα από τα άρθρα 52 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 43 ΕΚ), 56 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 46 ΕΚ), 58 (νυν άρθρο 48 ΕΚ), 73 Β (νυν άρθρο 56 ΕΚ) και επόμενα, καθώς και από το άρθρο 221 (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 294 ΕΚ), και από τα άρθρα 221 έως 231 της Πράξεως περί των όρων προσχωρήσεως του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και περί των προσαρμογών των Συνθηκών». Στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο αποφάνθηκε στις 4 Ιουνίου 2002 (Συλλογή 2002, σ. I-4731), δεχόμενο την προσφυγή της Επιτροπής όσον αφορά την αιτίαση περί παραβάσεως του άρθρου 73 Β της Συνθήκης (νυν άρθρου 56 ΕΚ).
21 – Απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 2003, C-170/02 P, Schlüsselverlag (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 32), όπου διευκρινίζεται επιπλέον ότι η Επιτροπή είναι η μόνη αρμόδια και να αποφασίσει, βάσει του άρθρου 9 του κανονισμού, «να παραπέμψει στις αρμόδιες αρχές κράτους μέλους τον φάκελο ορισμένων πράξεων που θίγουν ειδικότερα μια “αγορά στο εσωτερικό αυτού του κράτους μέλους η οποία παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά μιας χωριστής αγοράς”».
22 – Το χωρίο αυτό παρατίθεται στην προαναφερθείσα απόφαση Schlüsselverlag, όπου υπογραμμίζεται ότι ο «κανονισμός περί των συγκεντρώσεων περιλαμβάνει […] διατάξεις των οποίων ο στόχος είναι να περιορίσουν, για λόγους ασφαλείας δικαίου και προς το συμφέρον των ενδιαφερομένων επιχειρήσεων, τη διάρκεια των διαδικασιών ελέγχου των πράξεων που βαρύνουν την Επιτροπή» (σκέψη 33).
23 – Ο από την Επιτροπή έλεγχος των συμφερόντων αυτών αποκλείεται, καθόσον ο κοινοτικός νομοθέτης έχει ήδη εκφραστεί ευνοϊκά για τα συμφέροντα αυτά.
24 – Προαναφερθείσα απόφαση Schlüsselverlag, σκέψη 34.
25 – Βλ. συναφώς τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα J. Mischo στην υπόθεση C-453/99, Courage (Συλλογή 2001, σ. I-6297, σημεία 39 και 68).
26 – Εν προκειμένω, θα παραπέμψω κατ’ αναλογία στη νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, κατά την οποία, «[σ]ε περίπτωση που το κράτος μέλος, παρά την εντολή της Επιτροπής, δεν παρέχει τις ζητηθείσες πληροφορίες, η Επιτροπή μπορεί να τερματίσει τη διαδικασία και να λάβει απόφαση διαπιστώνουσα ότι, βάσει των στοιχείων που έχει στη διάθεσή της, η ενίσχυση συμβιβάζεται ή δεν συμβιβάζεται με την κοινή αγορά» (απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1990, C-301/87, Γαλλία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. I-307, σκέψη 22).
27 – Απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Οκτωβρίου 2003, C-182/99 P, Salzgitter (δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 71).
28 – Σημείο 58 των αιτιολογικών σκέψεων της προσβαλλομένης αποφάσεως.
29 – Όσον αφορά την τελευταία πτυχή, θα παρατηρήσω ότι το Δικαστήριο είχε ήδη κρίνει ότι «το ζήτημα αν η αιτιολογία μιας πράξεως ικανοποιεί τις απαιτήσεις του άρθρου 190 της Συνθήκης πρέπει να εκτιμάται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και του πλαισίου στο οποίο εντάσσεται» (απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-301/96, Γερμανία κατά Επιτροπής, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 87). Ειδικότερα, στην υπόθεση εκείνη το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον «το πλαίσιο στο οποίο ελήφθη η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν απολύτως γνωστό στη [σχετική] κυβέρνηση […], η προσβαλλόμενη απόφαση μπορούσε να αιτιολογηθεί συνοπτικώς» (σκέψεις 89 και 92).
Full & Egal Universal Law Academy