Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με διάταξη που περιήλθε στο Δικαστήριο στις 2 Φεβρουαρίου 2001, το Oberster Gerichtshof Wien (Αυστρία) υπέβαλε στο Δικαστήριο διάφορα προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση , όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55/ΕΚ προκειμένου να συμπεριληφθεί η συγκριτική διαφήμιση (στο εξής, η οδηγία 84/450/ΕΟΚ, όπως τροποποιήθηκε, θα αναφέρεται απλώς ως: οδηγία 84/450 ή οδηγία). Με τα ερωτήματα αυτά, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να πληροφορηθεί τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση κατά την έννοια της οδηγίας και τα όρια εντός των οποίων τα κράτη μέλη μπορούν να λαμβάνουν αυστηρότερα μέτρα συναφώς.
Νομικό πλαίσιο
Η κοινοτική νομοθεσία
2. Σκοπός της οδηγίας 84/450 είναι «η προστασία των καταναλωτών και των προσώπων που ασκούν εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και η προστασία των συμφερόντων του κοινού γενικά από την παραπλανητική διαφήμιση και τις αθέμιτες συνέπειές της, επίσης δε ο καθορισμός των όρων υπό τους οποίους επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση» (άρθρο 1).
3. Υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2, νοείται ως παραπλανητική διαφήμιση «κάθε διαφήμιση που με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της παρουσίασής της, παραπλανά ή ενδέχεται να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ή στων οποίων τη γνώση περιέρχεται και που, εξαιτίας του απατηλού χαρακτήρα της, είναι ικανή να επηρεάσει την οικονομική τους συμπεριφορά ή που, για τους λόγους αυτούς, βλάπτει ή ενδέχεται να βλάψει έναν ανταγωνιστή»· προς τούτο, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη, σύμφωνα με το άρθρο 3, όλα τα στοιχεία της διαφημίσεως . Ωστόσο, το άρθρο 7, παράγραφος 1, διευκρινίζει ότι η οδηγία «δεν κωλύει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις προκειμένου να παράσχουν, έναντι της παραπλανητικής διαφήμισης, μεγαλύτερη προστασία στους καταναλωτές, στα πρόσωπα που ασκούν εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και στο κοινό γενικότερα».
4. Το άρθρο 2α της οδηγίας ορίζει τη συγκριτική διαφήμιση ως «κάθε διαφήμιση που κατονομάζει ρητά ή υπονοεί έναν ανταγωνιστή ή τα αγαθά και τις υπηρεσίες που προσφέρονται από έναν ανταγωνιστή». Συναφώς, το άρθρο 3α προβλέπει τα εξής:
«1. Η συγκριτική διαφήμιση επιτρέπεται, όσον αφορά τη σύγκριση, όταν πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) δεν είναι παραπλανητική σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, το άρθρο 3 και το άρθρο 7, παράγραφος 1·
β) συγκρίνει τα αγαθά ή υπηρεσίες που ανταποκρίνονται στις ίδιες ανάγκες ή έχουν τους ίδιους στόχους·
γ) συγκρίνει κατά τρόπο αντικειμενικό ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά που είναι ουσιώδη, συναφή, επαληθεύσιμα, και αντιπροσωπευτικά των εν λόγω αγαθών και υπηρεσιών, στα οποία μπορεί να συμπεριλαμβάνεται και η τιμή·
δ) δεν δημιουργεί στην αγορά σύγχυση μεταξύ του διαφημιζόμενου και ενός ανταγωνιστή ή μεταξύ των σημάτων, εμπορικών επωνυμιών, άλλων διακριτικών σημείων, αγαθών ή υπηρεσιών του διαφημιζόμενου και ενός ανταγωνιστή·
ε) δεν έχει ως συνέπεια τη δυσφήμιση ή την υποτίμηση των σημάτων, των εμπορικών επωνυμιών, άλλων διακριτικών σημείων, αγαθών, υπηρεσιών, δραστηριοτήτων ή καταστάσεων ενός ανταγωνιστή·
στ) για προϊόντα με ονομασία προέλευσης, αφορά σε κάθε περίπτωση προϊόντα με την ίδια ονομασία προέλευσης·
ζ) δεν επιφέρει αθέμιτο όφελος από τη φήμη σήματος, εμπορικής επωνυμίας ή άλλων διακριτικών σημείων ενός ανταγωνιστή ή των δηλωτικών καταγωγής ανταγωνιστικών προϊόντων·
η) δεν παρουσιάζει ένα αγαθό ή μια υπηρεσία ως απομίμηση ή αντίγραφο αγαθού ή υπηρεσίας που φέρει σήμα κατατεθέν ή εμπορική επωνυμία.
2. Κάθε σύγκριση που αναφέρεται σε ειδική προσφορά πρέπει να επισημαίνει με σαφή τρόπο που δεν επιδέχεται παρερμηνείες την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η προσφορά ή, εφόσον χρειάζεται, ότι η ειδική προσφορά εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα των προϊόντων και υπηρεσιών, και, στην περίπτωση που η ειδική προσφορά δεν έχει αρχίσει ακόμα, την ημερομηνία έναρξης της περιόδου κατά την οποία ισχύουν η ειδική τιμή ή άλλη ειδικοί όροι».
5. Στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως, έχει σημασία να υπογραμμιστεί ότι, υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, «δεν εφαρμόζεται στη συγκριτική διαφήμιση όσον αφορά τη σύγκριση» η παράγραφος 1 του εν λόγω άρθρου, η οποία, όπως μνημονεύθηκε, επιτρέπει να παρέχεται σε εθνικό επίπεδο, έναντι της παραπλανητικής διαφημίσεως, μεγαλύτερη προστασία στους καταναλωτές και στα πρόσωπα που ασκούν εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και στο κοινό γενικότερα. Ο λόγος υπάρξεως της διατάξεως αυτής εκτίθεται στη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/55, όπου διευκρινίζεται ότι η ρήτρα περί θεσπίσεως αυστηρότερων εθνικών μέτρων «δεν πρέπει να έχει εφαρμογή στη συγκριτική διαφήμιση, δεδομένου ότι με την τροποποίηση της οδηγίας αυτής επιδιώκεται να τεθούν όροι υπό τους οποίους θα επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση».
Η εθνική νομοθεσία
6. Στην Αυστρία, η οδηγία 97/55 μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με τροποποίηση του Bundesgesetz gegen den unlauteren Wettbewerb (ομοσπονδιακού νόμου περί αθεμίτου ανταγωνισμού, στο εξής: UWG), η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Απριλίου 2000. Πάντως, κατά την προγενέστερη της ημερομηνίας αυτής περίοδο, η εκ μέρους της νομολογίας ερμηνεία των διατάξεων του UWG σχετικά με τη συγκριτική διαφήμιση ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις της οδηγίας 84/450.
7. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, προ της ενάρξεως ισχύος της ως άνω τροποποιήσεως, το άρθρο 2, παράγραφος 1, δεύτερη περίοδος, του UWG επέτρεπε την κατά το εν λόγω άρθρο συγκριτική διαφήμιση , με την επιφύλαξη της τηρήσεως των διατάξεων του άρθρου 2, παράγραφος 1, πρώτη περίοδος, και του άρθρου 1 του UWG. Η πρώτη διάταξη προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τη λήψη μέτρων απαγορεύσεως έναντι των διαφημιζομένων που παρέχουν ενδείξεις δυνάμενες να παραπλανήσουν τους καταναλωτές, προκειμένου να αποκτήσουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα· αντιθέτως, η δεύτερη διάταξη έθεσε, όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό, μία γενική υποχρέωση καλής πίστεως (υπό την έννοια της υποχρεώσεως σεβασμού των συναλλακτικών ηθών) στο πλαίσιο των εμπορικών σχέσεων.
8. Προκειμένου να εκτελεστεί πλήρως η οδηγία, το άρθρο 2, παράγραφος 2, του UWG τροποποιήθηκε εν μέρει, από 1ης Απριλίου 2000, και ορίζει, με τη νέα διατύπωσή του, ότι η συγκριτική διαφήμιση επιτρέπεται εφόσον, πέραν των άρθρων 1 και 2, παράγραφος 1, δεν υφίσταται παράβαση των άρθρων 7 και 9, παράγραφοι 1 και 3, σχετικά με την απαγόρευση υποτιμήσεως των ανταγωνιστών, προκλήσεως συγχύσεως με τα διακριτικά σημεία των ανταγωνιστών και αθέμιτης αποκτήσεως κέρδους από τη φήμη των ανταγωνιστών. Συγχρόνως, προστέθηκε μια νέα παράγραφος στο άρθρο 2 (η παράγραφος 3), στην οποία διευκρινίζεται ότι, εν πάση περιπτώσει, η συγκριτική διαφήμιση πρέπει να αναφέρεται μόνον σε προϊόντα με την ίδια ονομασία προελεύσεως και ότι κάθε σύγκριση που αναφέρεται σε ειδική προσφορά πρέπει να αναφέρει απερίφραστα την περίοδο κατά την οποία ισχύει η προσφορά και, ενδεχομένως, ότι η εν λόγω προσφορά διαρκεί μόνον επί όσο χρόνο τα αγαθά και οι υπηρεσίες είναι διαθέσιμα.
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
9. Η διαφορά της κύριας δίκης ανέκυψε μεταξύ, αφενός, της εταιρίας Pippig Augenoptik GmbH & Co. (στο εξής: Pippig) και, αφετέρου, της εταιρίας Hartlauer Handelsgesellschaft mbH (στο εξής: Hartlauer) και των κληρονόμων του πρώην διαχειριστή της τελευταίας, Franz Josef Hartlauer.
10. Η εταιρία Pippig είναι μια εξειδικευμένη εταιρία οπτικών ειδών, έχει δε την κυριότητα τριών καταστημάτων, στα οποία διατίθενται προς πώληση γυαλιά επώνυμων οίκων, στο Linz. Η ως άνω εταιρία προμηθεύεται προϊόντα απευθείας από τους κατασκευαστές γυαλιών, με τους οποίους διατηρεί στενές σχέσεις. Σε καθένα από τα καταστήματά της, διαθέτει ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα των γυαλιών των διαφόρων κατασκευαστικών οίκων τα οποία εμπορεύεται.
11. Αντιθέτως, η εταιρία Hartlauer αποτελεί μια σημαντική αλυσίδα διανομής, η οποία διαθέτει μεγάλα καταστήματα σε ολόκληρη την Αυστρία, στα οποία διατίθενται προς πώληση ποικίλα προϊόντα (ηλεκτρονικά προϊόντα, προϊόντα πληροφορικής, τηλεφωνίας, φωτογραφικά και οπτικά προϊόντα, κ.λπ.). Τα καταστήματα της εταιρίας Hartlauer διαθέτουν εξειδικευμένα τμήματα οπτικών ειδών (πλέον των 100 συνολικά), στα οποία διατίθενται προς πώληση κυρίως γυαλιά μη επώνυμων οίκων σε χαμηλές τιμές. Όσον αφορά τα γυαλιά επώνυμων οίκων (περίπου το 5 % του συνόλου), η εταιρία Hartlauer δεν τα προμηθεύεται απευθείας από τους κατασκευαστές, αλλά προμηθεύεται τα εν λόγω προϊόντα μέσω παραλλήλων εισαγωγών· κατά συνέπεια, στα τμήματα οπτικών της Hartlauer, είναι διαθέσιμα, σε γενικές γραμμές, λίγα μοντέλα κάθε μάρκας και περιορισμένος αριθμός προϊόντων.
12. Τον Σεπτέμβριο του 1997, η εταιρία Hartlauer διένειμε σε ολόκληρη την Αυστρία ένα διαφημιστικό φυλλάδιο, σε περίπου δύο εκατομμύρια αντίτυπα, για να προωθήσει την πώληση των οπτικών προϊόντων της, συγκρίνοντάς τα με γυαλιά τα οποία πωλούσαν εξειδικευμένοι οπτικοί. Ειδικότερα, στο φυλλάδιο υποστηριζόταν ότι, όπως προκύπτει από 52 συγκρίσεις τιμών με διαφόρους αυστριακούς οπτικούς, τα γυαλιά που διέθετε προς πώληση η εταιρία Hartlauer κόστιζαν συνολικά 204 777 αυστριακά σελίνια (ATS) λιγότερο (κατά μέσο όρο, τουλάχιστον 3 900 ATS ανά ζεύγος γυαλιών). Επίσης, στο φυλλάδιο αναφερόταν ότι το κέρδος ενός οπτικού από την πώληση κρυστάλλων μάρκας Zeiss ήταν της τάξεως του 117 % και ότι οι χαμηλές τιμές που εφαρμόζει η εταιρία Hartlauer είχαν αποτελέσει πολλάκις αντικείμενο «επιθέσεων» εκ μέρους του κλάδου των οπτικών.
13. Εκτός από τις ως άνω συγκρίσεις γενικού χαρακτήρα με τους εξειδικευμένους οπτικούς, το ίδιο φυλλάδιο περιελάμβανε μια ειδική σύγκριση μεταξύ της τιμής που εφαρμόζει η εταιρία Pippig για γυαλιά με σκελετό Titanflex Eschenbach που φέρουν κρύσταλλα μάρκας Zeiss, αξίας 5 785 ATS, και της τιμής που προτείνει η εταιρία Hartlauer για γυαλιά με ίδιο σκελετό, τα οποία φέρουν κρύσταλλα Optimed (λιγότερο γνωστή μάρκα), με ισοδύναμα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, αξίας 2 000 ATS. Η σύγκριση αυτή συμπεριελήφθη επίσης σε ορισμένα διαφημιστικά μηνύματα τα οποία μεταδόθηκαν κατά τον μήνα Σεπτέμβριο του 1997 σε διάφορα ραδιοφωνικά προγράμματα και τηλεοπτικώς, μηνύματα στα οποία, ωστόσο, δεν αναφερόταν η μάρκα των κρυστάλλων των συγκρινόμενων γυαλιών και, ως εκ τούτου, δεν διευκρινιζόταν ότι επρόκειτο για κρύσταλλα διαφορετικής μάρκας . Στα τηλεοπτικά διαφημιστικά μηνύματα παρουσιαζόταν επίσης η πρόσοψη ενός καταστήματος της Pippig με το λογότυπο της εταιρίας.
14. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέσχε το αιτούν δικαστήριο, η ως άνω σύγκριση πραγματοποιήθηκε μέσω μιας «δοκιμαστικής αγοράς» που έλαβε χώρα στις 8 Ιουλίου 1997 σε ένα κατάστημα της εταιρίας Pippig και στην οποία προέβη ένας υπάλληλος της εταιρίας Hartlauer, ο οποίος είχε ζητήσει να τοποθετηθούν, σε έναν σκελετό Eschenbach, κρύσταλλα μάρκας Zeiss ειδικού τύπου, των οποίων η τιμή είναι ιδιαιτέρως υψηλή και τα οποία, σε γενικές γραμμές, πωλούνται σπανίως. Η παραλαβή των εν λόγω «γυαλιών δοκιμής» έγινε την 1η Αυγούστου 1997 και στη συνέχεια τα γυαλιά αυτά φωτογραφήθηκαν για το διαφημιστικό φυλλάδιο, το οποίο περιελάμβανε σύγκριση μεταξύ του μοντέλου της εταιρίας Pippig και εκείνου της εταιρίας Hartlauer. Επομένως, κατά την ημερομηνία παραδόσεως των «γυαλιών δοκιμής», ο σκελετός Titanflex Eschenbach δεν διετίθετο ακόμα προς πώληση στα καταστήματα της εταιρίας Hartlauer· οι σκελετοί αυτοί ήσαν διαθέσιμοι στα εν λόγω καταστήματα μόνο μεταγενεστέρως και, εν πάση περιπτώσει, σε έναν περιορισμένο αριθμό «προϊόντων» και όχι σε όλα τα χρώματα και όλες τις διαστάσεις.
15. Η εταιρία Pippig, εκτιμώντας ότι εθίγη από την ως άνω συγκριτική διαφήμιση, άσκησε αγωγή με την οποία ζήτησε να διαπιστωθεί ο παράνομος χαρακτήρας της εν λόγω συγκριτικής διαφημίσεως· να διαταχθεί η δημοσίευση της δικαστικής αποφάσεως σε διάφορες καθημερινές εφημερίδες· να απαγορευθεί στο μέλλον η μετάδοση παρεμφερούς διαφημίσεως· και, τέλος, να υποχρεωθεί η εταιρία Hartlauer στην καταβολή αποζημιώσεως. Τα δύο πρώτα αιτήματα της εταιρίας Pippig έγιναν εν μέρει δεκτά από το δικαστήριο το οποίο επελήφθη της διαφοράς και του οποίου η απόφαση επιβεβαιώθηκε εν συνεχεία από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
16. Όλοι οι διάδικοι άσκησαν έκτακτη αναίρεση ενώπιον του Oberster Gerichtshof κατά της ως άνω αποφάσεως του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Από τη διάταξη περί παραπομπής προκύπτει ότι, στο πλαίσιο της ως άνω διαδικασίας, ανέκυψαν, κατ' ουσίαν, τέσσερα ζητήματα: i) το ζήτημα αν επιτρέπεται η σύγκριση μεταξύ γυαλιών που φέρουν κρύσταλλα γνωστής μάρκας και γυαλιών που φέρουν κρύσταλλα «άγνωστης μάρκας»· ii) το ζήτημα αν η σύγκριση μεταξύ ενός επώνυμου προϊόντος που προμηθεύτηκε ο μεταπωλητής απευθείας από τον κατασκευαστή και ενός πανομοιότυπου προϊόντος που αποκτήθηκε μέσω παράλληλης εισαγωγής αφορά αντικείμενα συγκρίσιμα μεταξύ τους· iii) το ζήτημα αν επιτρέπεται η σύγκριση όταν αυτή πραγματοποιείται μέσω «δοκιμαστικής αγοράς» που λαμβάνει χώρα πολύ πριν την έναρξη της προσφοράς του διαφημιζομένου και κατά τρόπο ώστε να καταδεικνύεται η μεγαλύτερη δυνατή διαφορά στην τιμή· iv) το ζήτημα αν μια σύγκριση, που δημιουργεί τη γενική εντύπωση ότι οι τιμές που εφαρμόζουν οι εξειδικευμένοι οπτικοί είναι υπερβολικές, δυσφημίζει την επαγγελματική αυτή κατηγορία.
17. Για την επίλυση των ως άνω ζητημάτων, το Oberster Gerichtshof, θεωρώντας ότι η συγκριτική διαφήμιση αποτελεί του λοιπού αντικείμενο ειδικής κοινοτικής νομοθεσίας, έκρινε αναγκαίο, ως εκ τούτου, να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Έχει το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 84/450, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997, για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450/EOK σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση προκειμένου να συμπεριληφθεί η συγκριτική διαφήμιση (στο εξής: οδηγία), την έννοια ότι η έκφραση "συγκριτική διαφήμιση όσον αφορά τη σύγκριση" περιλαμβάνει τα στοιχεία σχετικά με την προσφορά του ίδιου του διαφημιζομένου, τα στοιχεία σχετικά με την προσφορά των ανταγωνιστών και τα στοιχεία για τη σχέση αμφοτέρων των προσφορών μεταξύ τους (το αποτέλεσμα της συγκρίσεως); Ή αφορά τη "σύγκριση" κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας, μόνο στο μέτρο που δίδονται στοιχεία σχετικά με το αποτέλεσμα της συγκρίσεως προκειμένου να καταστεί δυνατή η εκτίμηση ψευδών παραστάσεων σχετικά με άλλες ιδιότητες των συγκρινομένων προϊόντων ή υπηρεσιών βάσει ενός ενδεχομένως αυστηρότερου εθνικού κριτηρίου σχετικά με την ύπαρξη παραπλάνησης;
Αποτελεί η παραπομπή του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας στο άρθρο 7, παράγραφος 1, αυτής, lex specialis σε σχέση με το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας, ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή ενός ενδεχομένως αυστηρότερου εθνικού κριτηρίου σχετικά με την ύπαρξη παραπλάνησης σε όλα τα στοιχεία της συγκρίσεως;
Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας υπό την έννοια ότι απαγορεύει τη σύγκριση της τιμής ενός επώνυμου προϊόντος με την τιμή ενός μη επώνυμου προϊόντος της αυτής ποιότητας, όταν τα ονόματα των παραγωγών δεν αναφέρονται, ή απαγορεύει το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχεία γ_ και ζ_, της οδηγίας την αναφορά των παραγωγών; Αποτελεί η εικόνα ενός (επώνυμου) προϊόντος ιδιότητα του προϊόντος ή της υπηρεσίας κατά την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της οδηγίας; Από την (ενδεχόμενη) αρνητική απάντηση στα ανωτέρω ερωτήματα προκύπτει ότι απαγορεύεται οποιαδήποτε σύγκριση (τιμών) ενός επώνυμου προϊόντος με ένα μη επώνυμο προϊόν της αυτής ποιότητας;
2) Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας υπό την έννοια ότι και οι διαφορές στον τρόπο αποκτήσεως του προϊόντος/υπηρεσίας, οι ιδιότητες του οποίου συγκρίνονται με ιδιότητες του προϊόντος/υπηρεσίας του ανταγωνιστή, πρέπει να κρίνονται μόνον κατά τα κριτήρια του άρθρου 3α της οδηγίας;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό:
Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 3α της οδηγίας υπό την έννοια ότι επιτρέπεται η σύγκριση (τιμών) μόνον εφόσον η προμήθεια των συγκρινομένων προϊόντων γίνεται μέσω των ιδίων δικτύων διανομής και ως εκ τούτου τα εν λόγω προϊόντα προσφέρονται από τον διαφημιζόμενο και τον/τους ανταγωνιστή/ανταγωνιστές του σε συγκρίσιμη ποικιλία επιλογής;
3) Νοείται υπό τον όρο "σύγκριση" του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας και η κατασκευή κριτηρίων συγκρίσεως μέσω δοκιμαστικής αγοράς;
Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό:
Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 3α της οδηγίας υπό την έννοια ότι απαγορεύεται η σύγκριση που γίνεται ενσυνειδήτως με ευνοϊκή για τον διαφημιζόμενο σύγκριση (τιμών) μέσω δοκιμαστικής αγοράς η οποία πραγματοποιήθηκε πριν από την έναρξη της δικής του προσφοράς και η οποία είχε αντιστοίχως διαμορφωθεί;
4) Είναι υποτιμητική μια σύγκριση κατά την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας, όταν ο διαφημιζόμενος επιλέγει κατά τέτοιο τρόπο το αγοραζόμενο από ανταγωνιστή του αγαθό ώστε να επιτυγχάνει διαφορά στην τιμή μεγαλύτερη από την κατά μέσο όρο διαφορά και/ή όταν οι συγκρίσεις τιμών αυτού του είδους επαναλαμβάνονται ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι οι τιμές του/των ανταγωνιστή/ανταγωνιστών είναι εν γένει υψηλές;
Πρέπει να ερμηνευθεί το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας υπό την έννοια ότι τα στοιχεία για τον προσδιορισμό του ανταγωνιστή πρέπει να περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο και ότι ως εκ τούτου απαγορεύεται η πέραν του ονόματος του ανταγωνιστή αναφορά και του (ενδεχόμενου) λογότυπου της εταιρίας του και της επιχειρήσεώς του;»
18. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός από τους διαδίκους της κύριας δίκης, παρατηρήσεις υπέβαλαν η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή· οι υποβαλόντες παρατηρήσεις, πλην της Αυστριακής Κυβερνήσεως, ανέπτυξαν τις παρατηρήσεις τους κατά τη συνεδρίαση της 23ης Απριλίου 2002.
Νομική ανάλυση
Πρώτο ερώτημα
19. Το πρώτο ερώτημα διαρθρώνεται, στην πραγματικότητα, γύρω από διάφορα στοιχεία τα οποία αφορούν, αφενός, τη δυνατότητα να εφαρμοστεί, όσον αφορά τη συγκριτική διαφήμιση, εθνική νομοθεσία αυστηρότερη από την κοινοτική νομοθεσία και, αφετέρου, την αναγκαιότητα να αναφέρονται τα ονόματα των κατασκευαστών, προκειμένου να καταστεί δυνατή η διενέργεια συγκρίσεων τιμών μεταξύ επώνυμων και «μη επώνυμων» προϊόντων ισοδύναμης ποιότητας. Επομένως, τα ως άνω στοιχεία πρέπει να εξεταστούν χωριστά, η δε εξέταση πρέπει να αρχίσει, για λόγους μεγαλύτερης σαφήνειας, από το δεύτερο στοιχείο.
α) Η αναφορά των ονομάτων των κατασκευαστών ως προϋπόθεση της συγκρίσεως τιμών μεταξύ επώνυμων προϊόντων και «μη επώνυμων» προϊόντων ισοδύναμης ποιότητας
20. Όσον αφορά το στοιχείο αυτό, το αιτούν δικαστήριο στηρίζεται κατ' ουσίαν στη διαπίστωση ότι, σε εθνικό επίπεδο, το πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκριναν ότι δεν επιτρέπονται, ελλείψει αναφοράς του ονόματος των κατασκευαστών, οι συγκρίσεις τιμών μεταξύ επώνυμων και «μη επώνυμων» προϊόντων (ήτοι προϊόντων λιγότερο γνωστής μάρκας ) ισοδύναμης ποιότητας. Ειδικότερα, όπως γίνεται αντιληπτό, το αιτούν δικαστήριο θεώρησε ότι η σύγκριση, για διαφημιστικούς λόγους, μεταξύ της τιμής που εφαρμόζει η εταιρία Pippig για γυαλιά με σκελετό Eschenbach τα οποία φέρουν κρύσταλλα μάρκας Zeiss και της τιμής που ζητεί η εταιρία Hartlauer για γυαλιά με τον ίδιο σκελετό τα οποία φέρουν κρύσταλλα μάρκας Optimed (μάρκας που είναι πράγματι λιγότερο γνωστή), τα οποία έχουν ισοδύναμα χαρακτηριστικά γνωρίσματα, δεν επιτρέπεται όταν δεν αναφέρεται η μάρκα των διαφορετικών κρυστάλλων που έχουν τοποθετηθεί στα συγκρινόμενα γυαλιά . Συναφώς, το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να πληροφορηθεί: πρώτον, αν, υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας, πρέπει να θεωρηθεί ότι απαγορεύεται, ως παραπλανητική, μια τέτοια συγκριτική διαφήμιση· δεύτερον, αν, σε μια τέτοια περίπτωση, οι διατάξεις του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχεία γ_ και ζ_, απαγορεύουν την αναφορά της μάρκας των κρυστάλλων που φέρουν τα συγκρινόμενα γυαλιά.
21. Όσον αφορά το πρώτο σημείο, η εταιρία Hartlauer υποστηρίζει ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας δεν επιτάσσει την αναφορά της μάρκας των συγκρινομένων προϊόντων, στο μέτρο που μια τέτοια υποχρέωση, σε πολλές περιπτώσεις, θα καθιστούσε τη συγκριτική διαφήμιση υπερβολικά δυσχερή, αν όχι αδύνατη. Αντιθέτως, η εταιρία Pippig και η Επιτροπή υπογραμμίζουν ότι η μάρκα των κρυστάλλων είναι ένα κρίσιμο στοιχείο για την επιλογή στην οποία προβαίνουν οι καταναλωτές κατά την αγορά ενός ζεύγους γυαλιών· για τον λόγο αυτό, κατά την Pippig και την Επιτροπή, τα διαφημιστικά μηνύματα, όπως είναι τα υπό εξέταση μηνύματα, πρέπει να θεωρούνται παραπλανητικά, στο μέτρο που συγκρίνουν τις τιμές των γυαλιών χωρίς να αναφέρονται στη μάρκα των κρυστάλλων. Η Αυστριακή Κυβέρνηση, αν και κατά τρόπο λιγότερο σαφή, υποστήριξε επίσης την ίδια άποψη.
22. Είμαι της γνώμης ότι η δεύτερη άποψη είναι αναμφισβήτητα πειστικότερη. Συγκεκριμένα, υπενθυμίζω ότι, κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2, της οδηγίας, παραπλανητική διαφήμιση είναι «κάθε διαφήμιση που με οποιονδήποτε τρόπο, συμπεριλαμβανομένης της παρουσίασής της, παραπλανά ή ενδέχεται να παραπλανήσει τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται ή στων οποίων τη γνώση περιέρχεται και που, εξαιτίας του απατηλού χαρακτήρα της, είναι ικανή να επηρεάσει την οικονομική τους συμπεριφορά ή που, για τους λόγους αυτούς, βλάπτει ή ενδέχεται να βλάψει έναν ανταγωνιστή». Επομένως, για να θεωρηθεί μια διαφήμιση ως παραπλανητική κατά την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2, αρκεί να είναι πιθανό να παραπλανήσει η διαφήμιση αυτή τους καταναλωτές και να επηρεάσει την οικονομική τους συμπεριφορά ή να βλάψει, για τους λόγους αυτούς, έναν ανταγωνιστή . Εν συνεχεία, η κοινοτική νομολογία διευκρίνισε ότι, για να εκτιμηθεί ο παραπλανητικός χαρακτήρας των διαφημιστικών μηνυμάτων, πρέπει κατ' αρχήν να «λαμβάνεται υπόψη η τεκμαιρόμενη προσδοκία του μέσου καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος» .
23. Υπό το πρίσμα των κριτηρίων αυτών , καθίσταται επομένως προφανής, κατά τη γνώμη μου, ο παραπλανητικός χαρακτήρας των διαφημιστικών μηνυμάτων, όπως είναι τα επίμαχα εν προκειμένω, τα οποία περιλαμβάνουν σύγκριση μεταξύ των τιμών πωλήσεως ενός ζεύγους γυαλιών τις οποίες προτείνουν δύο έμποροι και στα οποία διευκρινίζεται ότι τα γυαλιά έχουν τον ίδιο σκελετό και ότι τα κρύσταλλα που φέρουν έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα, χωρίς εντούτοις να διευκρινίζεται ότι τα κρύσταλλα που φέρει το κάθε ζεύγος γυαλιών είναι διαφορετικής μάρκας και ότι η μάρκα των κρυστάλλων που φέρει το ένα ζεύγος είναι πολύ φημισμένη, ενώ η μάρκα των κρυστάλλων που φέρει το άλλο ζεύγος είναι λιγότερο γνωστή στο κοινό . Πράγματι, τα μηνύματα αυτά είναι ικανά να παραπλανήσουν τον μέσο καταναλωτή που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, ο οποίος μπορεί να οδηγηθεί στο να πιστέψει ότι η σύγκριση τιμών αναφέρεται στο ίδιο ζεύγος γυαλιών, το οποίο φέρει τον ίδιο σκελετό και τα ίδια κρύσταλλα. Καθόσον η μάρκα των κρυστάλλων αποτελεί ένα στοιχείο που μπορεί, αναμφισβήτητα, να επηρεάσει τους καταναλωτές κατά την επιλογή στην οποία προβαίνουν όταν αγοράζουν ένα ζεύγος γυαλιών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο παραπλανητικός χαρακτήρας των μηνυμάτων αυτών μπορεί να επηρεάσει την οικονομική συμπεριφορά των καταναλωτών και, με τον τρόπο αυτό, να βλάψει τους ανταγωνιστές στους οποίους αναφέρονται τα εν λόγω μηνύματα. Κατά τη γνώμη μου, η παράλειψη της αναφοράς της μάρκας των κρυστάλλων καθιστά τα διαφημιστικά μηνύματα του είδους αυτού, όπως είναι τα επίμαχα εν προκειμένω, παραπλανητικά.
24. Αφετέρου, η αντίρρηση της εταιρίας Hartlauer, σύμφωνα με την οποία η υποχρέωση να αναφέρεται η μάρκα των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο της συγκρίσεως θα καθιστούσε υπερβολικά δυσχερή, αν όχι αδύνατη, την πραγματοποίηση μιας συγκριτικής διαφημίσεως, δεν είναι πειστική. Κατά τη Hartlauer, θα ήταν αδύνατο, παραδείγματος χάρη, να συγκριθούν οι τιμές δύο αυτοκινήτων οχημάτων της ίδιας μάρκας, αν ήταν υποχρεωτικό να αναφέρεται η μάρκα όλων των βοηθητικών εξαρτημάτων τους (ελαστικών, ραδιοφώνου, συναγερμού, κ.λπ.). Συγκεκριμένα, φρονώ ότι, αν μια τέτοια υποχρέωση μπορεί να αποδεικνύεται υπερβολική όταν πρόκειται να γίνει αναφορά στη μάρκα ενός μεγάλου αριθμού βοηθητικών εξαρτημάτων ήσσονος σημασίας για την επιλογή στην οποία προβαίνουν οι καταναλωτές, δεν μπορεί να υποστηριχθεί το ίδιο όσον αφορά τα ουσιώδη και κρίσιμα στοιχεία των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο της επίμαχης εν προκειμένω διαφημίσεως, όπως είναι, ακριβώς, τα κρύσταλλα των γυαλιών. Επιπλέον, είναι προφανές, εν προκειμένω, ότι η αναφορά της μάρκας των κρυστάλλων δεν θα καθιστούσε αδύνατη τη σύγκριση, όπως συνάγεται από το γεγονός ότι η αναφορά αυτή περιελήφθη σαφώς στο διαφημιστικό φυλλάδιο.
25. Εφόσον αποδείχθηκε, κατά τη γνώμη μου, ότι τα μηνύματα του είδους αυτού, όπως είναι τα επίμαχα εν προκειμένω, πρέπει να θεωρούνται παραπλανητικά ελλείψει αναφοράς της μάρκας των κρυστάλλων τα οποία έχουν τοποθετηθεί στα γυαλιά που αποτελούν αντικείμενο της συγκρίσεως, πρέπει, για να δοθεί απάντηση στο αιτούν δικαστήριο, να εξεταστεί αν οι διατάξεις του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχεία α_ και ζ_, της οδηγίας απαγορεύουν, σε τέτοιες περιπτώσεις, την αναφορά αυτή. Ειδικότερα, καθόσον στο στοιχείο γ_ διευκρινίζεται ότι η συγκριτική διαφήμιση, προκειμένου να είναι επιτρεπτή, πρέπει να συγκρίνει κατά τρόπο αντικειμενικό ένα ή περισσότερα χαρακτηριστικά που είναι ουσιώδη, συναφή, επαληθεύσιμα και αντιπροσωπευτικά των εν λόγω προϊόντων, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να πληροφορηθεί αν η μάρκα του προϊόντος μπορεί να αποτελέσει ένα τέτοιο χαρακτηριστικό. Επιπλέον, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η διάταξη του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ζ_, στην οποία διευκρινίζεται ότι το προϊόν που αποτελεί αντικείμενο της διαφημίσεως δεν πρέπει να αντλεί αθέμιτο όφελος από τη φήμη σήματος, εμπορικής επωνυμίας ή άλλων διακριτικών σημείων ενός ανταγωνιστή ή των δηλωτικών καταγωγής ανταγωνιστικών προϊόντων, επιτρέπει την αναφορά της μάρκας του προϊόντος.
26. Επ' αυτού, οι υποβαλόντες παρατηρήσεις συμφώνησαν ότι οι δύο επίμαχες διατάξεις δεν απαγορεύουν την αναφορά της μάρκας των ανταγωνιστικών προϊόντων. Η εταιρία Hartlauer και η Αυστριακή Κυβέρνηση παρατηρούν, μεταξύ άλλων, ότι η δυνατότητα ενσωματώσεως της αναφοράς αυτής στα διαφημιστικά μηνύματα επιτρέπεται σιωπηρώς από τις διατάξεις της οδηγίας, βάσει των οποίων η συγκριτική διαφήμιση επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση ότι δεν δημιουργεί σύγχυση μεταξύ των σημάτων, των εμπορικών επωνυμιών ή άλλων διακριτικών σημείων των ανταγωνιστών, δεν επιφέρει αθέμιτο όφελος από τη φήμη τους και δεν παρουσιάζει ένα αγαθό ή μια υπηρεσία ως απομίμηση ή αντίγραφο αγαθού ή υπηρεσίας που φέρουν σήμα κατατεθέν ή εμπορική επωνυμία (άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχεία δ_, ε_, ζ_ και η_). Επιπλέον, οι υποβαλόντες παρατηρήσεις υπογραμμίζουν ότι η δυνατότητα αναφοράς του σήματος των προϊόντων των ανταγωνιστών αναγνωρίζεται ρητώς στη δέκατη τέταρτη και τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, οι οποίες διευκρινίζουν, αντιστοίχως: i) «ότι μπορεί να είναι απαραίτητο, για την αποτελεσματική λειτουργία της συγκριτικής διαφήμισης, να προσδιορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες ανταγωνισμού με μνεία του σήματος ή της εμπορικής επωνυμίας των οποίων ο ανταγωνιστής είναι δικαιούχος»· και ii) «ότι, κατά την εν λόγω χρήση του σήματος ή της εμπορικής επωνυμίας ή άλλων διακριτικών σημείων άλλου, εφόσον πληρούνται οι όροι που θέτει η παρούσα οδηγία, δεν παραβιάζεται αυτό το αποκλειστικό δικαίωμα, δεδομένου ότι η χρήση αυτή αποβλέπει μόνο στη διάκριση μεταξύ των δύο ανταγωνιστών και, κατά συνέπεια, στην αντικειμενική ανάδειξη των διαφορών».
27. Φρονώ επίσης ότι όντως οι υπομνησθείσες διατάξεις του άρθρου 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας προϋποθέτουν τη δυνατότητα αναφοράς του σήματος των συγκρινομένων προϊόντων· ακριβώς για τον λόγο αυτό, όπως μνημονεύθηκε, οι εν λόγω διατάξεις εξαρτούν το επιτρεπτό της συγκριτικής διαφημίσεως από μια σειρά προϋποθέσεων, προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο οι συγκρίσεις αυτές να προκαλέσουν αθέμιτο ανταγωνισμό. Συμφωνώ επίσης ότι η δυνατότητα αναφοράς του σήματος του ανταγωνιστικού προϊόντος επιβεβαιώνεται σαφώς από τη δέκατη τέταρτη και τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας, που υπογραμμίζουν ότι, υπό ορισμένες περιστάσεις, η αναφορά αυτή είναι όντως απαραίτητη για την αποτελεσματική λειτουργία της συγκριτικής διαφημίσεως και ότι, εφόσον πληρούνται οι όροι που θέτει η οδηγία, η εν λόγω αναφορά δεν αντιβαίνει στις διατάξεις του δικαίου των εμπορικών σημάτων.
28. Επιπλέον, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η δυνατότητα αναφοράς των διακριτικών σημείων των οικείων προϊόντων στη συγκριτική διαφήμιση έγινε ρητώς δεκτή στις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Léger στην υπόθεση Toshiba Europe, όπου διευκρινίστηκε ότι: «η συγκριτική διαφήμιση, για να είναι αποτελεσματική και θεμιτή, πρέπει να επιτρέπει στους προς ους απευθύνεται να εξατομικεύουν τα παρουσιαζόμενα προϊόντα και να διακρίνουν τα προϊόντα που προτείνει μια επιχείρηση από αυτά του ανταγωνιστή της. Δεν μπορεί, επομένως, να αποκλειστεί κάθε αναφορά του επιχειρηματία σε διακριτικά σημεία που χρησιμοποιούν οι ανταγωνιστές του» . Η συλλογιστική αυτή επιβεβαιώθηκε εν συνεχεία σιωπηρώς από την απόφαση του Δικαστηρίου, το οποίο κατ' ουσίαν δέχθηκε, με την επιφύλαξη της τηρήσεως ορισμένων προϋποθέσεων, τη δυνατότητα να αναφέρονται, στο πλαίσιο της συγκριτικής διαφημίσεως, τα διακριτικά σημεία ορισμένων ανταγωνιστών . Με την εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο διευκρίνισε εξάλλου ότι «από το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της πρώτης οδηγίας 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (ΕΕ 1989, L 40, σ. 1), και τη νομολογία του Δικαστηρίου (απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1999, C-63/97, BMW, Συλλογή 1999, σ. Ι-905, σκέψεις 58 έως 60) προκύπτει ότι η χρήση του σήματος άλλου μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη όταν είναι αναγκαία για να καταστούν γνωστές στο κοινό η φύση των προϊόντων ή ο προορισμός των προσφερόμενων υπηρεσιών» .
29. Όσον αφορά ειδικότερα το ζήτημα αν το σήμα ενός προϊόντος πρέπει να θεωρείται ως ουσιώδες, συναφές, επαληθεύσιμο και αντιπροσωπευτικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του εν λόγω προϊόντος και, ως εκ τούτου, ως ένα στοιχείο που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συγκρίσεως κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της οδηγίας, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι το ερώτημα που υπέβαλε συναφώς το αυστριακό δικαστήριο είναι αμφίσημο. Συγκεκριμένα, το ερώτημα αυτό στηρίζεται στην άποψη ότι η αναφορά του σήματος των προϊόντων που μνημονεύονται σε μια διαφήμιση, όπως είναι η επίμαχη εν προκειμένω, θα προκαλούσε τη σύγκριση μεταξύ των διαφόρων σημάτων, τα οποία αποτελούν ακριβώς το αντικείμενο της συγκριτικής διαφημίσεως. Ωστόσο, είναι σαφές ότι, στις εν λόγω διαφημίσεις, η σύγκριση αφορά κατ' ουσίαν την τιμή των προϊόντων (και, ενδεχομένως, την ποιότητά τους, η οποία είναι, καθ' υπόθεσιν, η αυτή όσον αφορά τα συγκρινόμενα προϊόντα), ενώ η κατά τα ανωτέρω αναφορά του σήματος των προϊόντων θα ήταν χρήσιμη μόνον για την ταυτοποίησή τους, όπως διευκρινίζεται στη δέκατη τέταρτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας. Επομένως, δεν πρέπει να γίνει δεκτό, κατά τη γνώμη μου, ότι το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της οδηγίας απαγορεύει την αναφορά, σε μια διαφήμιση όπως είναι η επίμαχη εν προκειμένω, του σήματος των οικείων προϊόντων.
30. Τέλος, όσον αφορά το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ζ_, σύμφωνα με το οποίο το διαφημιζόμενο προϊόν δεν πρέπει να επιφέρει αθέμιτο όφελος από τη φήμη σήματος, εμπορικής επωνυμίας ή άλλων διακριτικών σημείων ενός ανταγωνιστή, είναι προφανές, κατά τη γνώμη μου, ότι η διάταξη αυτή δεν απαγορεύει γενικά την αναφορά του σήματος των προϊόντων των ανταγωνιστών (ενώ επιτρέπει σιωπηρώς την εν λόγω αναφορά), αλλά αποσκοπεί μόνον στην αποφυγή ενδεχόμενων καταχρήσεων.
31. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι, στην προπαρατεθείσα απόφαση Toshiba Europe, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, προκειμένου να εκτιμηθεί η τήρηση της εν λόγω διατάξεως, πρέπει να «ληφθεί υπόψη η δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/55, κατά την οποία η χρήση σήματος ή διακριτικού σημείου δεν προσβάλλει το δικαίωμα επί του σήματος όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις της οδηγίας 84/450, όπως αυτή έχει τροποποιηθεί, δεδομένου ότι η χρήση αυτή αποβλέπει αποκλειστικά στη διάκριση των προϊόντων και των υπηρεσιών του διαφημιζόμενου από αυτά του ανταγωνιστή του και, κατά συνέπεια, στην αντικειμενική ανάδειξη των διαφορών» . Στη βάση αυτή, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι «δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο διαφημιζόμενος αντλεί αθέμιτο όφελος από τη φήμη των διακριτικών σημείων του ανταγωνιστή του, αν η αναφορά στα σημεία αυτά αποτελεί προϋπόθεση πραγματικού ανταγωνισμού στην οικεία αγορά» . Εν συνεχεία, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι η αναφορά, σε μια συγκριτική διαφήμιση, των διακριτικών σημείων ενός ανταγωνιστή δεν παρέχει τη δυνατότητα «αντλήσεως αθεμίτου οφέλους από τη φήμη τους παρά μόνον στην περίπτωση που η αναφορά των εν λόγω διακριτικών σημείων έχει ως αποτέλεσμα την εκ μέρους του κοινού, στο οποίο απευθύνεται η διαφήμιση, σύνδεση του κατασκευαστή, του οποίου τα προϊόντα εξατομικεύει, με τον ανταγωνιστή προμηθευτή, καθόσον το κοινό αποδίδει τη φήμη των προϊόντων του κατασκευαστή στα προϊόντα του ανταγωνιστή προμηθευτή. Προκειμένου να εξακριβωθεί αν συντρέχει η προϋπόθεση αυτή, πρέπει να ληφθεί υπόψη η συνολική παρουσίαση της αμφισβητούμενης διαφημίσεως καθώς και το είδος του κοινού στο οποίο η διαφήμιση αυτή απευθύνεται» .
32. Επομένως, επίσης υπό το πρίσμα της ως άνω αποφάσεως, φρονώ ότι η αναφορά του σήματος του προϊόντος ενός ανταγωνιστή δεν είναι αντίθετη προς το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ζ_, εφόσον η αναφορά αυτή δικαιολογείται από μια αντικειμενική απαίτηση προσδιορισμού των ανταγωνιστικών προϊόντων και αναδείξεως των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο της διαφημίσεως (ενδεχομένως μέσω άμεσης συγκρίσεως μεταξύ των προϊόντων αυτών) και εφόσον δεν αποσκοπεί αποκλειστικώς στο να αντλήσει ο διαφημιζόμενος όφελος από τη φήμη σήματος, εμπορικής επωνυμίας ή άλλου διακριτικού σημείου του ανταγωνιστή. Τούτο ισχύει εκτός αν από τις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε συγκεκριμένης περιπτώσεως προκύπτει ότι η εν λόγω αναφορά έγινε κατά τρόπο ώστε να συνδέει, στα μάτια του κοινού, τον διαφημιζόμενο με τον ανταγωνιστή, συνδέοντας τη φήμη των προϊόντων του δευτέρου με τα προϊόντα του πρώτου . Συνεπώς, φρονώ ότι, εν προκειμένω, η αναφορά του σήματος των κρυστάλλων δεν θα ήταν αντίθετη προς το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ζ_, της οδηγίας, υπό την έννοια ότι, αφενός, έχει ήδη διευκρινιστεί ότι η εν λόγω αναφορά αποδεικνύεται αναγκαία για τον ακριβή προσδιορισμό των προϊόντων που αποτελούν αντικείμενο των διαφημιστικών μηνυμάτων και για την αποφυγή τυχόν σφαλμάτων εκ μέρους των καταναλωτών, και, αφετέρου, δεν συνάγεται ότι η αναφορά αυτή θα μπορούσε να προκαλέσει σύνδεση μεταξύ των κρυστάλλων μάρκας Zeiss και των κρυστάλλων μάρκας Optimed, μεταβιβάζοντας τη φήμη των πρώτων στα δεύτερα.
33. Επ' αυτού, φρονώ, εν κατακλείδι, ότι αποδεικνύονται παραπλανητικά και είναι επομένως ανεπίτρεπτα κατά την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας τα διαφημιστικά μηνύματα, όπως είναι τα επίμαχα εν προκειμένω, στα οποία γίνεται σύγκριση της τιμής πωλήσεως ενός ζεύγους γυαλιών την οποία προσφέρουν δύο έμποροι, με τη διευκρίνιση ότι ο σκελετός είναι ο ίδιος και ότι τα κρύσταλλα έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται ότι τα εν λόγω ζεύγη γυαλιών φέρουν διαφορετικά σήματα, από τα οποία το ένα είναι πολύ φημισμένο και το άλλο είναι λιγότερο γνωστό στο κοινό. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι διατάξεις του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, της οδηγίας δεν απαγορεύουν την αναφορά του σήματος των κρυστάλλων που έχουν τοποθετηθεί στα γυαλιά αυτά.
β) Η δυνατότητα εφαρμογής, στον τομέα της συγκριτικής διαφημίσεως, εθνικής νομοθεσίας αυστηρότερης από τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου
34. Εκκινώντας προφανώς από την παραδοχή ότι η εκτίμηση του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου όσον αφορά το ανωτέρω εξετασθέν ζήτημα απορρέει από την εφαρμογή εθνικής διατάξεως που προσδίδει στην έννοια της παραπλανητικής διαφημίσεως αυστηρότερο περιεχόμενο από αυτό που της προσδίδουν οι κοινοτικές διατάξεις, το αιτούν δικαστήριο ζητεί, επί της βάσεως αυτής, να πληροφορηθεί, στην πραγματικότητα, αν, όσον αφορά τη συγκριτική διαφήμιση, είναι δυνατόν να εφαρμοστεί μια τέτοια αυστηρότερη εθνική διάταξη.
35. Συναφώς, επιβάλλεται κατ' αρχάς η παρατήρηση ότι, κατά την απαρίθμηση των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση, το άρθρο 3α, παράγραφος 1, της οδηγίας διευκρινίζει, υπό το στοιχείο α_, ότι η διαφήμιση αυτή δεν πρέπει να είναι παραπλανητική υπό την έννοια του άρθρου 2, σημείο 2, του άρθρου 3 και του άρθρου 7, παράγραφος 1: επομένως, η διαφήμιση δεν πρέπει να είναι παραπλανητική ούτε από την άποψη της κατά τα άρθρα 2, σημείο 2, και 3 της οδηγίας έννοιας της παραπλανήσεως, ούτε από την άποψη ενδεχόμενων εθνικών διατάξεων οι οποίες, δυνάμει της ευχέρειας που αφήνει στα κράτη μέλη το άρθρο 7, παράγραφος 1, ορίζουν την παραπλανητική διαφήμιση κατά τρόπο αυστηρότερο, προκειμένου να παράσχουν «μεγαλύτερη προστασία στους καταναλωτές, στα πρόσωπα που ασκούν εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και στο κοινό γενικότερα». Ωστόσο, το αιτούν δικαστήριο υπογραμμίζει ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας αποκλείει την εφαρμογή αυστηρότερων εθνικών διατάξεων όσον αφορά τη συγκριτική διαφήμιση, καθόσον διευκρινίζει ότι η παράγραφος 1 δεν εφαρμόζεται στη συγκριτική διαφήμιση «όσον αφορά τη σύγκριση». Επομένως, εν όψει της καταφανούς αυτής αντιφάσεως, το αιτούν δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο αν τα κράτη μέλη μπορούν να εξαρτούν το επιτρεπτό της συγκριτικής διαφημίσεως από την τήρηση εθνικών διατάξεων αυστηρότερων από εκείνες τις οποίες προβλέπει η οδηγία όσον αφορά τον ορισμό της παραπλανητικής διαφημίσεως. Σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το αιτούν δικαστήριο ζητεί επίσης να πληροφορηθεί αν οι αυστηρότερες εθνικές διατάξεις μπορούν να τύχουν εφαρμογής μόνον όσον αφορά την περιγραφή των συγκρινομένων προϊόντων ή υπηρεσιών (των δύο στοιχείων της συγκρίσεως) ή αν, αντιθέτως, οι εν λόγω διατάξεις είναι δυνατόν να αφορούν και το αποτέλεσμα της συγκρίσεως (τη σχέση μεταξύ των συγκρινομένων προϊόντων ή υπηρεσιών).
36. Όσον αφορά το ζήτημα της εφαρμογής αυστηρότερων εθνικών διατάξεων επί της συγκριτικής διαφημίσεως, η εταιρία Pippig και η Αυστριακή Κυβέρνηση εξέφρασαν την άποψή τους στηριζόμενες σαφώς στην περιλαμβανόμενη στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, παραπομπή στο άρθρο 7, παράγραφος 1. Για την επίλυση της καταφανούς αντιφάσεως μεταξύ των ως άνω διατάξεων και της διατάξεως του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας, η εταιρία Pippig υποστηρίζει ειδικότερα, υπό το πρίσμα της τελευταίας αυτής διατάξεως, ότι η δυνατότητα συγκρίσεως των προϊόντων και των υπηρεσιών δεν μπορεί να εξαρτάται από προϋποθέσεις συμπληρωματικές σε σχέση με εκείνες τις οποίες προβλέπει η οδηγία, εκτός αν πρόκειται για μια περίπτωση παραπλανητικής διαφημίσεως κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1. Ομοίως, η Αυστριακή Κυβέρνηση δέχεται ότι τα κράτη μέλη δύνανται να εφαρμόζουν αυστηρότερες διατάξεις όσον αφορά τον παραπλανητικό χαρακτήρα των διαφημιστικών μηνυμάτων, αλλά όχι όσον αφορά τον ορισμό της συγκριτικής διαφημίσεως και τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η εν λόγω διαφήμιση, όπως προσδιορίζονται στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχεία β_ και η_. Μολονότι η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν εξέφρασε ρητώς την άποψή της επ' αυτού, προκύπτει ότι τόσο η Αυστριακή Κυβέρνηση όσο και η εταιρία Pippig φρονούν ότι οι αυστηρότερες εθνικές διατάξεις όσον αφορά τη συγκριτική διαφήμιση μπορούν να εφαρμοστούν επί όλων των στοιχείων της συγκρίσεως.
37. Οι παρατηρήσεις της Επιτροπής και της εταιρίας Hartlauer βαίνουν προς την αντίθετη κατεύθυνση, καθόσον αναφέρονται ιδίως στη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/55. Συγκεκριμένα, στην εν λόγω αιτιολογική σκέψη διευκρινίζεται ότι «το άρθρο 7 της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ, το οποίο επιτρέπει στα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις προκειμένου να εξασφαλίζουν μεγαλύτερη προστασία στους καταναλωτές, στα πρόσωπα που ασκούν εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική δραστηριότητα καθώς και στο κοινό γενικότερα, δεν πρέπει να έχει εφαρμογή στη συγκριτική διαφήμιση, δεδομένου ότι με την τροποποίηση της οδηγίας αυτής επιδιώκεται να τεθούν όροι υπό τους οποίους θα επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση» . Επομένως, για την επίτευξη του στόχου αυτού (ο οποίος επιβεβαιώνεται επίσης στο άρθρο 1 της οδηγίας 84/450, όπως έχει τροποποιηθεί), ο κοινοτικός νομοθέτης προσδιόρισε εξαντλητικά τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση, θεσπίζοντας μια εξαντλητική ρύθμιση σχετικά με όλα τα στοιχεία της συγκριτικής διαφημίσεως. Έτσι εξηγείται, κατά την Επιτροπή και τη Hartlauer, η απαγόρευση εφαρμογής αυστηρότερων εθνικών διατάξεων «στη συγκριτική διαφήμιση όσον αφορά τη σύγκριση» (άρθρο 7, παράγραφος 2) . Όσον αφορά την περιλαμβανόμενη στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, παραπομπή στο άρθρο 7, παράγραφος 1, η Επιτροπή διευκρίνισε, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ότι, κατά τη γνώμη της, δεν μπορεί παρά να πρόκειται για σφάλμα του κοινοτικού νομοθέτη.
38. Κατ' αρχάς, υπογραμμίζω ότι η διάταξη περί παραπομπής έχει κενά και δεν διευκρινίζει σαφώς σε ποιον βαθμό οι εθνικές διατάξεις προσδίδουν αυστηρότερο περιεχόμενο στην έννοια της παραπλανητικής διαφημίσεως σε σχέση με εκείνο που της προσδίδει η κοινοτική νομοθεσία. Κατά τα λοιπά, η αμφισημία της διατάξεως περί παραπομπής ως προς το ζήτημα αυτό συνάγεται προδήλως από τα ακόλουθα αποσπάσματα: «Εν προκειμένω, τίθεται ζήτημα ερμηνείας του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας. Από τον τρόπο επιλύσεως του ζητήματος αυτού εξαρτάται το αν η νομιμότητα της διαφημίσεως των εναγομένων θα πρέπει να εκτιμηθεί, εν όλω ή εν μέρει, υπό το πρίσμα ενός εθνικού κριτηρίου παραπλανήσεως, το οποίο μπορεί να είναι αυστηρότερο» . Πράγματι, θα μπορούσε να συναχθεί ότι το αυστριακό δικαστήριο απευθύνθηκε στο Δικαστήριο, χωρίς προηγουμένως να έχει καθορίσει αν και σε ποιο μέτρο η εθνική νομοθεσία περί παραπλανητικής διαφημίσεως όντως αποδεικνύεται αυστηρότερη από την κοινοτική νομοθεσία. Η έλλειψη σαφήνειας και ακρίβειας της διατάξεως περί παραπομπής όσον αφορά το εθνικό νομικό πλαίσιο και ο προδήλως υποθετικός χαρακτήρας ορισμένων τμημάτων του ερωτήματος θα μπορούσαν, ως εκ τούτου, ακόμα και να οδηγήσουν στο να κηρυχθεί απαράδεκτη η εν λόγω παραπομπή .
39. Επιθυμώντας πάντως την υπέρβαση των κενών της διατάξεως περί παραπομπής και την αποκάλυψη, σε πνεύμα συνεργασίας, του περιεχομένου του σκεπτικού της υπό εξέταση αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, επίσης υπό το πρίσμα των παρατηρήσεων των διαδίκων, μπορεί να υποτεθεί ότι το αιτούν δικαστήριο συμμερίζεται τις εκτιμήσεις των κατωτέρων δικαστηρίων, σύμφωνα με τις οποίες η σύγκριση μεταξύ γυαλιών που φέρουν κρύσταλλα γνωστής μάρκας και γυαλιών που φέρουν κρύσταλλα άγνωστης μάρκας αποτελεί, αυτή καθ' εαυτήν, παραπλανητική διαφήμιση, και θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι οι εκτιμήσεις αυτές στηρίζονται σε μια έννοια παραπλανήσεως που έχει αυστηρότερο περιεχόμενο από εκείνη την οποία προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο. Πάντως, έστω και αν τούτο ίσχυε, λαμβανομένων υπόψη των προαναφερθέντων, δεν θα ήταν αναγκαίο, εν πάση περιπτώσει, να δοθεί απάντηση επ' αυτού στο εθνικό δικαστήριο. Πράγματι, εάν γίνει δεκτό, σε περιπτώσεις όπως η επίμαχη εν προκειμένω, ότι η έλλειψη αναφοράς της μάρκας των κρυστάλλων καθιστά τη συγκριτική διαφήμιση παραπλανητική και ως εκ τούτου ανεπίτρεπτη βάσει του καθεστώτος του άρθρου 2, σημείο 2, της οδηγίας, συνάγεται ότι δεν είναι αναγκαίο να εκτιμηθεί το αν, σε τέτοιες περιπτώσεις, οι εθνικές αρχές δύνανται να προσδίδουν στην έννοια της παραπλανήσεως αυστηρότερο περιεχόμενο από εκείνο που της προσδίδει η εν λόγω διάταξη της οδηγίας. Επομένως, θα εξετάσω κατωτέρω τα ζητήματα αυτά μόνον επικουρικώς, ήτοι στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν υιοθετήσει τη λύση στην οποία κατέληξα ανωτέρω υπό το στοιχείο α_.
40. Συναφώς, αναγνωρίζω ότι υφίσταται, όπως είναι φανερό, μια αντίφαση μεταξύ, αφενός, του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας το οποίο, κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση, παραπέμπει στη διάταξη του άρθρου 7, παράγραφος 1, και, αφετέρου, του άρθρου 7, παράγραφος 2, το οποίο, αντιθέτως, αποκλείει την εφαρμογή της παραγράφου 1 «στη συγκριτική διαφήμιση όσον αφορά τη σύγκριση». Εντούτοις, φρονώ ότι η δυσχέρεια αυτή δεν μπορεί να διαστρεβλωθεί κατά τρόπο ώστε, όπως αποπειρώνται να πράξουν η εταιρία Hartlauer και η Επιτροπή, να αγνοηθεί η μία από τις διατάξεις αυτές (το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α_), θεωρούμενη απλώς ως καρπός πλάνης ή αβλεψίας του νομοθέτη. Αντιθέτως, φρονώ ότι πρέπει να αναζητηθεί μια ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων που να επιτρέπει την υπέρβαση της προαναφερθείσας καταφανούς αντιφάσεως και τον συγκερασμό των διαφόρων απαιτήσεων επί των οποίων στηρίζονται οι εν λόγω διατάξεις.
41. Προς τούτο, παρατηρώ, ευθύς εξ αρχής, ότι η οδηγία 84/450 έχει προπάντων ως στόχο «την προστασία των καταναλωτών και των προσώπων που ασκούν εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και των συμφερόντων του κοινού, γενικά, από την παραπλανητική διαφήμιση και τις αθέμιτες συνέπειές της» (άρθρο 1). Ακριβώς για τον λόγο αυτό, το άρθρο 7, παράγραφος 1, διευκρινίζει ότι η οδηγία «δεν κωλύει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις προκειμένου να παράσχουν, έναντι της παραπλανητικής διαφήμισης, μεγαλύτερη προστασία στους καταναλωτές, στα πρόσωπα που ασκούν εμπορική, βιομηχανική, βιοτεχνική ή ελευθέρια επαγγελματική δραστηριότητα, καθώς και στο κοινό γενικότερα», όπως είναι οι εθνικές διατάξεις που προσδίδουν στην έννοια της παραπλανητικής διαφημίσεως αυστηρότερο περιεχόμενο από εκείνο που της προσδίδουν τα άρθρα 2, σημείο 2, και 3 της οδηγίας.
42. Σύμφωνα με τον ανωτέρω στόχο, το άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, κατά τον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση, προβλέπει ότι η διαφήμιση αυτή δεν μπορεί να είναι παραπλανητική ούτε κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων της οδηγίας ούτε κατά την έννοια τυχόν αυστηρότερων εθνικών διατάξεων οι οποίες θεσπίστηκαν βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1. Κατά συνέπεια, ο κοινοτικός νομοθέτης θέλησε, με τον τρόπο αυτό, να αποφύγει το ενδεχόμενο να διασφαλιστεί διαφορετική και μικρότερη προστασία στους καταναλωτές, στους επιχειρηματίες και στο κοινό γενικότερα από τους κινδύνους παραπλανήσεως των διαφημιστικών μηνυμάτων στην περίπτωση και μόνον που τα μηνύματα αυτά περιλαμβάνουν σύγκριση μεταξύ ανταγωνιστικών προϊόντων ή υπηρεσιών.
43. Ωστόσο, όπως ορθώς παρατήρησαν η εταιρία Hartlauer και η Επιτροπή, η οδηγία 84/450, έπειτα από τις τροποποιήσεις που επήλθαν με την οδηγία 97/55, αφορά επίσης την εναρμόνιση της νομοθεσίας των κρατών μελών περί συγκριτικής διαφημίσεως, προκειμένου να καταργηθούν τα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, εμπόδια τα οποία απορρέουν από το ότι οι εθνικές νομοθεσίες στον τομέα αυτό παρουσιάζουν διαφορές μεταξύ τους, και προκειμένου να διασφαλιστεί η ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στον οικείο τομέα (τρίτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 97/55). Υπό το πρίσμα αυτό, ενσωματώθηκε στην οδηγία 84/450 το νέο άρθρο 3α, σύμφωνα με το οποίο, «όσον αφορά τη σύγκριση», η συγκριτική διαφήμιση επιτρέπεται σε όλα τα κράτη μέλη όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζει το εν λόγω άρθρο . Ακριβώς για τον λόγο ότι, όπως προκύπτει και από τη δέκατη όγδοη αιτιολογική σκέψη, οι τροποποιήσεις που επήλθαν με την οδηγία 97/55 αποσκοπούν στον καθορισμό των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση, προσδιορίστηκε στο άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας 84/450 ότι η παράγραφος 1 του άρθρου αυτού «δεν εφαρμόζεται στη συγκριτική διαφήμιση όσον αφορά τη σύγκριση».
44. Εντούτοις, φρονώ, σε αντίθεση με την εταιρία Hartlauer και την Επιτροπή, ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας δεν απαγορεύει, όσον αφορά τη συγκριτική διαφήμιση, την εφαρμογή εθνικής διατάξεως αυστηρότερης από την προβλεπόμενη στην κοινοτική νομοθεσία διάταξη σχετικά με τον ορισμό της παραπλανητικής διαφημίσεως. Κατά τη γνώμη μου, το άρθρο αυτό αποσκοπεί, στην πραγματικότητα, μόνον στο να αποφευχθεί όπως το επιτρεπτό της συγκριτικής διαφημίσεως «όσον αφορά τη σύγκριση» υπαχθεί σε συμπληρωματικούς όρους σε σχέση με εκείνους που προβλέπει το άρθρο 3α. Με άλλες λέξεις, πρόκειται για τον καθορισμό του εξαντλητικού χαρακτήρα των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπονται οι συγκρίσεις για διαφημιστικούς λόγους, ακριβώς καθόσον η οδηγία αποσκοπεί στο να διασφαλιστεί ότι, με την επιφύλαξη των προβλεπομένων προϋποθέσεων, οι συγκρίσεις αυτές μπορούν να λαμβάνουν χώρα και να μεταδίδονται σε όλα τα κράτη μέλη. Ωστόσο, στο μέτρο που, μεταξύ των προϋποθέσεων που προβλέπονται ρητώς στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, περιλαμβάνεται η προϋπόθεση ότι οι συγκρίσεις για διαφημιστικούς λόγους δεν πρέπει να είναι παραπλανητικές ούτε από την άποψη της έννοιας της παραπλανήσεως που προσδιορίζεται στα άρθρα 2, σημείο 2, και 3, ούτε από την άποψη τυχόν αυστηρότερων εθνικών διατάξεων που θεσπίστηκαν βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, δεν απαγορεύει την εφαρμογή τέτοιων εθνικών διατάξεων στις συγκρίσεις για διαφημιστικούς λόγους.
45. Η ερμηνεία ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, απαγορεύει μόνον την εισαγωγή μη προβλεπομένων από το άρθρο 3α προϋποθέσεων μπορεί εξάλλου να επιβεβαιωθεί εμμέσως από το γεγονός ότι αμφότερες οι ως άνω διατάξεις αφορούν μόνον τις συγκρίσεις για διαφημιστικούς λόγους. Πράγματι, μπορεί να υποστηριχθεί ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας καθιστά την παράγραφο 1 του ιδίου άρθρου ανεφάρμοστη επί της συγκριτικής διαφημίσεως, «όσον αφορά τη σύγκριση», ακριβώς στο μέτρο που το άρθρο 3α καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπεται η εν λόγω διαφήμιση μόνον «όσον αφορά τη σύγκριση», χωρίς να απαιτεί την τήρηση των ιδίων προϋποθέσεων για τη συγκριτική διαφήμιση η οποία, μολονότι αναφέρεται σε έναν ανταγωνιστή ή στα αγαθά ή τις υπηρεσίες που αυτός προσφέρει, δεν προβαίνει σε πραγματική σύγκριση μεταξύ των εν λόγω αγαθών και υπηρεσιών και εκείνων του διαφημιζομένου .
46. Η λύση που προτείνεται εν προκειμένω είναι προπάντων προτιμητέα, καθόσον, εκτός από το ότι παρέχει τη δυνατότητα υπερβάσεως της καταφανούς αντιφάσεως μεταξύ των διαφόρων διατάξεων της οδηγίας, επιτυγχάνει συγχρόνως έναν αποτελεσματικό συμβιβασμό μεταξύ των δύο σκοπών που επιδιώκει η οδηγία: αφενός, του σκοπού της προστασίας των καταναλωτών, των επιχειρηματιών και του κοινού γενικότερα από τις επιπτώσεις της παραπλανητικής διαφημίσεως (πράγμα το οποίο δικαιολογεί την εφαρμογή, σε εθνικό επίπεδο, ακόμη αυστηρότερων διατάξεων κατά των «παραπλανήσεων» που ενσωματώνονται, ενδεχομένως, στα διαφημιστικά μηνύματα)· αφετέρου, του σκοπού του εξαντλητικού καθορισμού των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπονται οι συγκρίσεις για διαφημιστικούς λόγους, προκειμένου να διασφαλιστεί η διενέργεια και η μετάδοση τέτοιων συγκρίσεων σε όλα τα κράτη μέλη. Απεναντίας, η αντίθετη άποψη που υποστηρίζουν η εταιρία Hartlauer και η Επιτροπή παρουσιάζει την αδυναμία ότι προϋποθέτει, χωρίς αντικειμενική δικαιολόγηση, μια διαφορετική και μικρότερη προστασία των καταναλωτών, των επιχειρηματιών και του κοινού γενικότερα κατά του κινδύνου των «παραπλανήσεων» που περιλαμβάνονται στα διαφημιστικά μηνύματα, μόνον στις περιπτώσεις που τα εν λόγω μηνύματα περιλαμβάνουν σύγκριση μεταξύ ανταγωνιστικών προϊόντων ή υπηρεσιών. Αν γινόταν δεκτή η άποψη αυτή, θα έπρεπε επίσης να διευκρινιστούν οι λόγοι για τους οποίους το άρθρο 3α, παράγραφος 1, διασαφηνίζει ότι η συγκριτική διαφήμιση δεν πρέπει να είναι παραπλανητική υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας.
47. Κατόπιν των ανωτέρω σκέψεων, φρονώ, κατά συνέπεια, ότι οι εθνικές αρχές μπορούν να εφαρμόζουν, επί των συγκρίσεων για διαφημιστικούς λόγους, εθνικές διατάξεις που προσδίδουν στην έννοια της παραπλανητικής διαφημίσεως αυστηρότερο περιεχόμενο από εκείνο που της προσδίδει το κοινοτικό δίκαιο. Βάσει των σκέψεων αυτών, μπορεί να επιλυθεί ευχερώς η συμπληρωματική δυσχέρεια, την οποία επικαλέστηκε το αυστριακό δικαστήριο, όσον αφορά τα στοιχεία της συγκριτικής διαφημίσεως επί των οποίων μπορούν να εφαρμοστούν αυστηρότερες εθνικές διατάξεις. Πράγματι, μολονότι είναι αληθές ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, αποσκοπεί μόνον στο να αποκλειστεί η εισαγωγή, στα κράτη μέλη, συμπληρωματικών προϋποθέσεων υπό τις οποίες θα επιτρέπονται οι συγκρίσεις για διαφημιστικούς λόγους, είναι ωστόσο προφανές ότι η εν λόγω διάταξη δεν απαγορεύει την εφαρμογή αυστηρότερων εθνικών διατάξεων τέτοιου είδους όσον αφορά όλα τα στοιχεία της συγκρίσεως: επομένως, στο πνεύμα αυτό, δεν είναι αναγκαίο να γίνει διάκριση μεταξύ της περιγραφής των συγκρινομένων προϊόντων και υπηρεσιών και του αποτελέσματος της συγκρίσεως.
Επί του δευτέρου προδικαστικού ερωτήματος
48. Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα προκύπτει από το γεγονός ότι η εταιρία Pippig διατηρεί άμεσες σχέσεις με την εταιρία Eschenbach, από την οποία προμηθεύεται τακτικά, σε διάφορα χρώματα και μεγέθη, τους σκελετούς που αποτελούν αντικείμενο της διαφημίσεως, ενώ η εταιρία Hartlauer προμηθεύεται τους σκελετούς που διαθέτει προς πώληση σε περιορισμένο δείγμα, μέσω παραλλήλων εισαγωγών. Συναφώς, όπως γίνεται αντιληπτό, το αυστριακό δικαστήριο ζητεί, στην πραγματικότητα, να πληροφορηθεί αν, δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 1, της οδηγίας, τα κράτη μέλη μπορούν αυτοτελώς να ορίζουν ότι μια σύγκριση τιμών επιτρέπεται μόνον αν ο επιχειρηματίας που προβαίνει στην εν λόγω σύγκριση και οι ανταγωνιστές του προμηθεύονται τα εμπορεύματα που αποτελούν αντικείμενο της συγκρίσεως μέσω των ιδίων δικτύων διανομής και προσφέρουν, κατά συνέπεια, τα εν λόγω εμπορεύματα σε συγκρίσιμη ποικιλία επιλογής ή αν, αντιθέτως, υπό την έννοια της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου, μια τέτοια προϋπόθεση, υπό την οποία επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση, είναι δυνατόν να επιβληθεί μόνον αν εμπίπτει στις προβλεπόμενες από το άρθρο 3α της οδηγίας προϋποθέσεις. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, το εθνικό δικαστήριο ζητεί, κατά συνέπεια, να πληροφορηθεί αν η προαναφερθείσα προϋπόθεση προβλέπεται όντως από τη διάταξη του άρθρου 3α.
49. Κανένας από τους υποβαλόντες παρατηρήσεις δεν υποστηρίζει ότι το άρθρο 3α της οδηγίας επιτρέπει γενικώς τη σύγκριση τιμών συγκεκριμένων προϊόντων μόνον αν τα εν λόγω προϊόντα προέρχονται από τα ίδια δίκτυα διανομής, ούτε ότι μια τέτοια προϋπόθεση μπορεί να επιβληθεί αυτοτελώς από τα κράτη μέλη βάσει του άρθρου 7, παράγραφος 1. Ναι μεν η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή δέχονται ότι τούτο δεν εξακριβώνεται εν προκειμένω, πλην όμως παρατηρούν ότι, θεωρητικά, η παράλειψη της αναφοράς ενός διαφορετικού δικτύου διανομής θα μπορούσε να προκαλέσει τη δημιουργία περιπτώσεων παραπλανητικής διαφημίσεως και να καταστήσει, ως εκ τούτου, ανεπίτρεπτη τη συγκριτική διαφήμιση υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, σε ειδικές περιπτώσεις στις οποίες η ύπαρξη άμεσης σχέσεως μεταξύ των μεταπωλητών και των κατασκευαστών είναι σημαντική για τους καταναλωτές. Επιπλέον, κατά τρόπο ασαφή, η εταιρία Pippig φρονεί ότι, όταν η διαφοροποίηση των δικτύων διανομής ή της ποικιλίας επιλογής των προϊόντων επηρεάζει σημαντικά την τιμή και όταν η διαφήμιση αναφέρεται στα στοιχεία αυτά ή όταν ο καταναλωτής οδηγείται στο να πιστέψει ότι τα δίκτυα διανομής είναι πανομοιότυπα, η συγκριτική διαφήμιση επιτρέπεται μόνον αν δεν παραπλανά τους καταναλωτές όσον αφορά τα εν λόγω στοιχεία.
50. Συμφωνώ προπάντων ότι καμία από τις διατάξεις του άρθρου 3α της οδηγίας δεν προβλέπει ότι η τιμή συγκεκριμένων προϊόντων μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συγκρίσεως μόνον αν τα εν λόγω προϊόντα προέρχονται από τα ίδια δίκτυα διανομής. Επομένως, θεωρώντας ότι, όπως ήδη ελέχθη, οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπονται οι συγκρίσεις για διαφημιστικούς λόγους καθορίζονται κατά τρόπο εξαντλητικό από το ως άνω άρθρο της οδηγίας, είναι προφανές, κατά τη γνώμη μου, ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να απαγορεύουν αδιακρίτως κάθε διαφήμιση η οποία συγκρίνει την τιμή που προτείνουν για ορισμένα προϊόντα οι ανταγωνιστές που προμηθεύονται τα εν λόγω προϊόντα μέσω διαφορετικών δικτύων διανομής .
51. Ωστόσο, τούτο δεν αποκλείει το ενδεχόμενο, όπως ορθώς παρατήρησαν η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια τέτοια σύγκριση να μπορεί να αποδειχθεί παραπλανητική και, ως εκ τούτου, ανεπίτρεπτη υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, εφόσον δεν συνοδεύεται από ορισμένες ενδείξεις σχετικά με τα διάφορα δίκτυα διανομής. Τούτο συμβαίνει, παραδείγματος χάρη, όταν αποδεικνύεται σημαντικό για τους καταναλωτές το να μπορούν να αγοράζουν ανά πάσα στιγμή ανταλλακτικά ή γνήσια εξαρτήματα από τον εξουσιοδοτημένο μεταπωλητή ή να απολαύουν ειδικών υπηρεσιών μετά την πώληση, που προϋποθέτουν την ύπαρξη άμεσης σχέσεως με τον κατασκευαστή. Ωστόσο, φρονώ ότι οι εν λόγω ειδικές περιστάσεις δεν συντρέχουν σε περιπτώσεις όπως η επίμαχη εν προκειμένω, δεδομένου ότι, όπως διευκρινίζεται στην ίδια τη διάταξη περί παραπομπής, «για τον αγοραστή, είναι αδιάφορο το αν [...] ο πωλητής είχε προμηθευτεί τα γυαλιά βάσει συμβάσεως διαρκούς εφοδιασμού ή με άλλον τρόπο».
52. Επιπλέον, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, αν τα διάφορα δίκτυα διανομής παρουσίαζαν σημαντικές διαφορές από την άποψη της ποικιλίας επιλογής των προϊόντων που προσφέρονται στο κοινό, μια σύγκριση τιμών θα μπορούσε επίσης να αποδειχθεί παραπλανητική εάν τα διαφημιστικά μηνύματα ανέφεραν (ή άφηναν να εννοηθεί) ότι οι μεταπωλητές προσφέρουν τα εν λόγω προϊόντα σε συγκρίσιμη ποικιλία επιλογής. Στην περίπτωση αυτή, τα διαφημιστικά μηνύματα θα μπορούσαν όντως να παραπλανήσουν τους καταναλωτές ως προς την ποικιλία επιλογής που προσφέρουν οι ανταγωνιστές επιχειρηματίες και, κατά συνέπεια, ως προς ένα στοιχείο που μπορεί να επηρεάσει την επιλογή τους μεταξύ δύο ή περισσοτέρων μεταπωλητών του ιδίου προϊόντος. Ωστόσο, φρονώ ότι ένα μήνυμα, όπως είναι το επίμαχο εν προκειμένω, το οποίο συγκρίνει την τιμή ενός συγκεκριμένου μοντέλου σκελετών, χωρίς να περιλαμβάνει καμία αναφορά, έστω έμμεση ή σιωπηρή, σχετικά με την ποικιλία επιλογής που προσφέρουν οι ενδιαφερόμενοι επιχειρηματίες, δεν είναι, αυτό καθ' εαυτό, ικανό να παραπλανήσει τον καταναλωτή συναφώς.
53. Τέλος, θα ετίθετο ένα διαφορετικό ζήτημα, εάν ο επιχειρηματίας που εφοδιάζεται μέσω παραλλήλων εισαγωγών προμηθευόταν μόνο σποραδικά τα προϊόντα τα οποία αποτελούν αντικείμενο της διαφημίσεως, προσφέροντάς τα εν συνεχεία σε επωφελή τιμή για μικρές χρονικές περιόδους, μέχρις εξαντλήσεως των διαθεσίμων από καιρού εις καιρόν αποθεμάτων. Στην περίπτωση αυτή, θα έπρεπε όντως να εφαρμοστούν οι ειδικές διατάξεις του άρθρου 3α, παράγραφος 2, της οδηγίας, σύμφωνα με τις οποίες «[κ]άθε σύγκριση που αναφέρεται σε ειδική προσφορά πρέπει να επισημαίνει με σαφή τρόπο που δεν επιδέχεται παρερμηνείες την ημερομηνία κατά την οποία λήγει η προσφορά ή, εφόσον χρειάζεται, ότι η ειδική προσφορά εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα των προϊόντων και υπηρεσιών, και, στην περίπτωση που η ειδική προσφορά δεν είχε αρχίσει ακόμα, την ημερομηνία έναρξης της περιόδου κατά την οποία ισχύουν ειδική τιμή ή άλλοι ειδικοί όροι».
54. Πάντως, για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, στις τρεις προαναφερθείσες περιπτώσεις, ο ενδεχομένως ανεπίτρεπτος χαρακτήρας της συγκριτικής διαφημίσεως δεν απορρέει, αυτός καθ' εαυτόν, από τη σύγκριση της τιμής στην οποία προσφέρονται προϊόντα προερχόμενα από διαφορετικά δίκτυα διανομής, αλλά μάλλον από την ενδεχόμενη ανεπάρκεια ή τον παραπλανητικό χαρακτήρα των στοιχείων που παρέχουν τα διαφημιστικά μηνύματα. Επομένως, φρονώ ότι στο παρόν προδικαστικό ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι καμία από τις διατάξεις του άρθρου 3α της οδηγίας δεν εξαρτά το επιτρεπτό της συγκριτικής διαφημίσεως ως προς την τιμή στην οποία προσφέρουν ορισμένα προϊόντα οι ανταγωνιστές επιχειρηματίες από την προϋπόθεση ότι οι ως άνω επιχειρηματίες προμηθεύονται τα εν λόγω προϊόντα μέσω των ιδίων δικτύων διανομής. Λαμβανομένου υπόψη του εξαντλητικού χαρακτήρα των προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπονται οι προβλεπόμενες από το εν λόγω άρθρο συγκρίσεις για διαφημιστικούς λόγους, μια τέτοια προϋπόθεση δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί αυτοτελώς από τις εθνικές αρχές.
Επί του τρίτου προδικαστικού ερωτήματος
55. Το τρίτο ερώτημα αναφέρεται στη «δοκιμαστική αγορά» μέσω της οποίας η εταιρία Hartlauer πραγματοποίησε τις συγκρίσεις για διαφημιστικούς λόγους, και ειδικότερα στο γεγονός: i) ότι η αγορά αυτή έλαβε χώρα προτού η εταιρία Hartlauer αρχίσει να διαθέτει προς πώληση τα συγκρινόμενα γυαλιά· και ii) ότι προς τούτο είχαν επιλεγεί ακριβώς ορισμένοι τύποι γυαλιών (σκελετού και κρυστάλλων) κατά τρόπο ώστε να προκύπτει η μέγιστη δυνατή διαφορά στην τιμή ή, τουλάχιστον, διαφορά μεγαλύτερη από την κατά μέσο όρο διαφορά. Συναφώς, το αυστριακό δικαστήριο ζητεί, κυρίως, να πληροφορηθεί αν το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη, ούτε όσον αφορά τους τρόπους πραγματοποιήσεως μιας συγκρίσεως για διαφημιστικούς λόγους, να επιβάλλουν μη προβλεπόμενες από το άρθρο 3α προϋποθέσεις υπό τις οποίες επιτρέπονται οι εν λόγω συγκρίσεις· σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, ζητεί επιπλέον να πληροφορηθεί αν μια σύγκριση που πραγματοποιείται μέσω «δοκιμαστικής αγοράς», όπως είναι η επίμαχη εν προκειμένω, είναι ανεπίτρεπτη υπό την έννοια του ως άνω άρθρου της οδηγίας.
56. Συναφώς, η εταιρία Hartlauer παρατηρεί, αφενός, ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας καλύπτει επίσης τους τρόπους πραγματοποιήσεως συγκρίσεων για διαφημιστικούς λόγους και, αφετέρου, ότι το άρθρο 3α δεν απαιτεί όπως, κατά την ημερομηνία της «δοκιμαστικής αγοράς», τα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο της διαφημίσεως στο πλαίσιο της συγκρίσεως διατίθενται ήδη προς πώληση από τον διαφημιζόμενο, καθόσον αρκεί τα προϊόντα αυτά να διατίθενται προς πώληση κατά το χρονικό σημείο της μεταδόσεως της διαφημίσεως. Ομοίως, η Επιτροπή φρονεί ότι το ερώτημα πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικώς υπό το πρίσμα του άρθρου 3α της οδηγίας, το οποίο δεν απαγορεύει όπως, για την πραγματοποίηση μιας συγκρίσεως για διαφημιστικούς λόγους, ένας επιχειρηματίας προμηθεύεται τις τιμές που προσφέρουν οι ανταγωνιστές του με κάθε θεμιτό μέσο (συμπεριλαμβανομένης της «δοκιμαστικής αγοράς») προτού ακόμη ο εν λόγω επιχειρηματίας αρχίσει να διαθέτει τα οικεία προϊόντα προς πώληση. Η Αυστριακή Κυβέρνηση φρονεί επίσης ότι το επιτρεπτό μιας τέτοιας συγκρίσεως πρέπει να εκτιμάται αποκλειστικώς υπό το πρίσμα των προβλεπομένων από το άρθρο 3α της οδηγίας προϋποθέσεων και προσθέτει ότι απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προσδιορίσει αν το γεγονός ότι προκλήθηκε εσκεμμένως μια πλεονεκτικότερη σύγκριση τιμών στο πλαίσιο μιας «δοκιμαστικής αγοράς» που έλαβε χώρα πριν από την έναρξη της διαφημιστικής εκστρατείας στοιχειοθετεί περίπτωση παραπλανητικής διαφημίσεως. Στο πνεύμα αυτό, η εταιρία Pippig φρονεί επίσης, αναγνωρίζοντας ότι το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας καλύπτει επίσης τους τρόπους πραγματοποιήσεως της συγκριτικής διαφημίσεως, ότι αυτό δεν αποτελεί το πραγματικό πρόβλημα που τίθεται εν προκειμένω και προτείνει στο Δικαστήριο να προσδιορίσει ότι ο παραπλανητικός χαρακτήρας των συγκριτικών διαφημίσεων πρέπει να εκτιμάται και όσον αφορά τους εν λόγω τρόπους.
57. Σε απάντηση στο ως άνω ερώτημα, οφείλω κατ' αρχάς να επαναλάβω ότι, υπό την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 2, της οδηγίας, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να εξαρτούν το επιτρεπτό των συγκρίσεων για διαφημιστικούς λόγους από προϋποθέσεις οι οποίες δεν προβλέπονται από το άρθρο 3α, τούτο δε ισχύει ακόμη και αν οι εν λόγω προϋποθέσεις αφορούν τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνται οι εν λόγω συγκρίσεις . Συνεπώς, όπως δέχονται κατ' ουσίαν οι υποβαλόντες παρατηρήσεις, στο μέτρο που καμία από τις διατάξεις του άρθρου 3α της οδηγίας δεν εξαρτά το επιτρεπτό των συγκρίσεων από το ότι οι εν λόγω συγκρίσεις δεν πραγματοποιήθηκαν μέσω «δοκιμαστικής αγοράς», όπως είναι η επίμαχη εν προκειμένω, μια τέτοια προϋπόθεση δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί αυτοτελώς από τις εθνικές αρχές.
58. Όσον αφορά τον εν δυνάμει παραπλανητικό χαρακτήρα των διαφημιστικών μηνυμάτων, φρονώ ότι μια σύγκριση τιμών, όπως είναι η επίμαχη εν προκειμένω, θα μπορούσε ενδεχομένως να αποδειχθεί παραπλανητική και, ως εκ τούτου, ανεπίτρεπτη κατά την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας, εάν τα διαφημιστικά μηνύματα μεταδόθηκαν πριν ακόμη αρχίσει η προσφορά των προϊόντων των οποίων επισημαίνεται η τιμή πωλήσεως ή εάν η σύγκριση παρουσιάζεται κατά τρόπο ώστε να οδηγούνται οι καταναλωτές στο να θεωρούν εσφαλμένως ότι η αναφερόμενη διαφορά στις τιμές υφίσταται και για άλλα προϊόντα. Ωστόσο, φρονώ ότι μια σύγκριση δεν μπορεί να θεωρηθεί παραπλανητική λόγω του γεγονότος και μόνον ότι πραγματοποιήθηκε μέσω «δοκιμαστικής αγοράς» που έλαβε χώρα προτού ο διαφημιζόμενος αρχίσει να διαθέτει τα εν λόγω προϊόντα προς πώληση, ή λόγω του γεγονότος ότι επελέγησαν προϊόντα τα οποία πωλούνται από τους ανταγωνιστές επιχειρηματίες σε σημαντικά διαφορετικές τιμές. Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, θεωρώ μάλλον λογικό και φυσικό το ότι οι μεταπωλητές συγκρίνουν την τιμή μόνον των προϊόντων που εμπορεύονται με όρους ιδιαιτέρως ευνοϊκούς σε σχέση με τους ανταγωνιστές τους.
59. Εν κατακλείδι, φρονώ ότι στο τρίτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι καμία διάταξη του άρθρου 3α δεν εξαρτά το επιτρεπτό μιας συγκριτικής διαφημίσεως που αφορά την τιμή στην οποία προσφέρουν ορισμένα προϊόντα οι ανταγωνιστές επιχειρηματίες από την προϋπόθεση ότι η εν λόγω διαφήμιση δεν πραγματοποιήθηκε μέσω «δοκιμαστικής αγοράς» που έλαβε χώρα προτού ο διαφημιζόμενος αρχίσει να διαθέτει τα εν λόγω προϊόντα προς πώληση και από την προϋπόθεση ότι η διαφήμιση αυτή δεν έχει ως αντικείμενο προϊόντα που επελέγησαν ακριβώς για να προκύψει μεγάλη διαφορά στην τιμή. Λαμβανομένου υπόψη του εξαντλητικού χαρακτήρα των προβλεπομένων από το εν λόγω άρθρο της οδηγίας προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση, μια τέτοια προϋπόθεση δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί αυτοτελώς από τις εθνικές αρχές.
Επί του τετάρτου προδικαστικού ερωτήματος
60. Με το τέταρτο προδικαστικό ερώτημα, το αυστριακό δικαστήριο ζητεί εν τέλει να πληροφορηθεί αν μια σύγκριση τιμών είναι υποτιμητική για τους ανταγωνιστές και ως εκ τούτου ανεπίτρεπτη υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας: i) όταν τα προϊόντα που επελέγησαν είναι προϊόντα για τα οποία υφίσταται διαφορά στην τιμή μεγαλύτερη από την κατά μέσο όρο διαφορά και/ή όταν οι συγκρίσεις επαναλαμβάνονται διαρκώς, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι οι τιμές των ανταγωνιστών είναι εν γένει υψηλές· και ii) όταν τα στοιχεία για τον προσδιορισμό των ανταγωνιστών δεν περιορίζονται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο και ειδικότερα όταν παρουσιάζονται, εκτός από το όνομά τους, και ο ενδεχόμενος λογότυπος της εταιρίας τους και τα καταστήματά τους.
61. Η εταιρία Pippig προτείνει να δοθεί καταφατική απάντηση στο ως άνω ερώτημα, υπογραμμίζοντας ότι οι ανταγωνιστές μπορούν να δυσφημιστούν τόσο από την παραπλανητική εντύπωση που δημιουργούν τα ως άνω διαφημιστικά μηνύματα όσο και από την παρουσίαση των διακριτικών σημείων τους, όταν η παρουσίαση αυτή δεν είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση μιας αντικειμενικής συγκρίσεως των τιμών.
62. Οι παρατηρήσεις της εταιρίας Hartlauer βαίνουν προφανώς προς την αντίθετη κατεύθυνση. Επί του πρώτου σημείου, η Hartlauer παρατηρεί ειδικότερα ότι ένας καταναλωτής ο οποίος έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως ενημερωμένος δεν θα οδηγείτο στο να θεωρήσει ότι η διαφορά στην τιμή η οποία επισημαίνεται στα διαφημιστικά μηνύματα για ορισμένα προϊόντα αντιστοιχεί στην κατά μέσο όρο διαφορά μεταξύ των τιμών όλων των προϊόντων που πωλούν οι ανταγωνιστές επιχειρηματίες. Η ως άνω εταιρία προσθέτει ότι θα ήταν αντίθετο προς το άρθρο 3α το να επιτρέπονται συγκρίσεις τιμών ως προς ορισμένα προϊόντα μόνον εάν η υφιστάμενη διαφορά στην τιμή αντιστοιχεί στην κατά μέσο όρο διαφορά ή, ομοίως, το να εισαχθούν ειδικοί περιορισμοί όσον αφορά τον αριθμό και τη συχνότητα των πιθανών συγκρίσεων. Επί του δευτέρου σημείου, η εταιρία Hartlauer παρατηρεί επίσης ότι το γεγονός της παρουσιάσεως του καταστήματος ενός ανταγωνιστή με τον λογότυπο της εταιρίας του δεν συνεπάγεται, αυτό καθ' εαυτό, τη δυσφήμιση ή την υποτίμηση του εν λόγω ανταγωνιστή, αλλά, αντιθέτως, αποτελεί έναν αποτελεσματικό τρόπο προσδιορισμού του ανταγωνιστή.
63. Η Αυστριακή Κυβέρνηση παρατηρεί, αντιθέτως, ότι η υποτίμηση ενός ανταγωνιστή θα μπορούσε να προκύπτει από το γεγονός ότι επελέγη, για μια σύγκριση, ένα ιδιαιτέρως ακριβό είδος, δημιουργώντας έτσι την εντύπωση ότι όλη η σειρά των προϊόντων έχει κατά μέσο όρο υψηλή τιμή, χωρίς να προσδιορίζονται οι αντικειμενικές ιδιότητες που χαρακτηρίζουν αυτή τη σειρά (συμπεριλαμβανομένης της μάρκας των προϊόντων που διατίθενται προς πώληση). Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, απόκειται πάντως στο εθνικό δικαστήριο να ελέγξει τα στοιχεία αυτά, λαμβάνοντας ειδικότερα υπόψη τον ορισμό της παραπλανητικής διαφημίσεως που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, σημείο 2, της οδηγίας.
64. Τέλος, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η διαφήμιση δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια τη δυσφήμιση των ανταγωνιστών υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας, λόγω του γεγονότος και μόνον ότι συγκρίνει τις τιμές μη συγκρίσιμων προϊόντων ή ότι πραγματοποιεί μια μη αντικειμενική, αν όχι παραπλανητική, σύγκριση, αλλά ότι, στις περιπτώσεις αυτές το επιτρεπτό της συγκριτικής διαφημίσεως πρέπει μάλλον να εκτιμάται σε σχέση με τις διατάξεις του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχεία α_ και γ_. Επιπλέον, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, κατ' αρχήν, οι συγκρίσεις τιμών μπορούν να δείχνουν (χωρίς αλλοίωση) τα καταστήματα και τον λογότυπο της εταιρίας των ανταγωνιστών, αλλά διευκρινίζει ότι οι εν λόγω συγκρίσεις θα μπορούσαν ωστόσο να είναι ανεπίτρεπτες υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, αν ανέφεραν, τυχαία, έναν ή περισσότερους ανταγωνιστές, προκειμένου να προβάλουν το υψηλό επίπεδο των τιμών τις οποίες εφαρμόζει γενικώς ένας επαγγελματικός κλάδος.
65. Όσον αφορά, κατ' αρχάς, το πρώτο σκέλος του ως άνω ερωτήματος, οφείλω, κυρίως, να υπενθυμίσω ότι μια σύγκριση της τιμής που προσφέρουν για ορισμένα προϊόντα δύο ή περισσότεροι ανταγωνιστές επιχειρηματίες θα μπορούσε να αποδειχθεί παραπλανητική εάν παρουσιαζόταν κατά τρόπο ώστε να δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι η μνημονευόμενη διαφορά στην τιμή υφίσταται και για άλλα προϊόντα. Ωστόσο, σε μια τέτοια περίπτωση, η ενδεχόμενη δυσφήμιση που θα προκαλείτο στους ανταγωνιστές θα προέκυπτε ευθέως από τον παραπλανητικό χαρακτήρα των συγκρίσεων για διαφημιστικούς λόγους, οι οποίες, ως εκ τούτου, θα έπρεπε να κριθούν ανεπίτρεπτες δυνάμει του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας.
66. Ωστόσο, φρονώ ότι, όπως μνημονεύθηκε, το γεγονός και μόνον ότι συγκρίνονται προϊόντα τα οποία πωλούνται σε σημαντικά διαφορετικές τιμές από διαφόρους επιχειρηματίες δεν μπορεί, αυτό καθ' εαυτό, να δημιουργήσει την εντύπωση ότι η ίδια διαφορά στην τιμή υφίσταται και για άλλα προϊόντα, ούτε ότι μια τέτοια εντύπωση μπορεί, αυτή καθ' εαυτήν, να προκύπτει από τη μεγάλη συχνότητα με την οποία μεταδίδονται τα διαφημιστικά μηνύματα. Επομένως, αν τα διαφημιστικά μηνύματα δεν αφήνουν να εννοηθεί ότι η ίδια διαφορά τιμών υφίσταται και για άλλα προϊόντα και, ως εκ τούτου, δεν δημιουργούν την εσφαλμένη εντύπωση ότι οι τιμές των ανταγωνιστών είναι γενικά υψηλές, αυτή ταύτη η υπόθεση ότι προκαλείται δυσφήμιση των ανταγωνιστών δεν είναι ορθή, καθόσον, στην περίπτωση στην οποία αναφέρεται το ερώτημα, η δυσφήμιση θα προέκυπτε από την ως άνω εσφαλμένη εντύπωση.
67. Εν συνεχεία, όσον αφορά το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, φρονώ, όπως η εταιρία Hartlauer και η Επιτροπή, ότι το γεγονός ότι ένας ανταγωνιστής προσδιορίζεται και μέσω της εικόνας ενός από τα καταστήματά του (με τον λογότυπο της εταιρίας του) δεν συνεπάγεται, αυτό καθ' εαυτό, τη δυσφήμιση του εν λόγω ανταγωνιστή υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας. Συγκεκριμένα, η ενδεχόμενη δυσφήμιση που μπορεί, υποθετικώς, να προκύψει από μια σύγκριση για διαφημιστικούς λόγους, όπως είναι η επίμαχη εν προκειμένω, δεν εξαρτάται από τον προσδιορισμό των ανταγωνιστών (εκτός από τον προσδιορισμό μέσω του ονόματος και της διευθύνσεώς τους) και μέσω της παρουσιάσεως εικόνων του καταστήματός τους, αλλά μάλλον από το περιεχόμενο και την παρουσίαση των συγκρίσεων. Συγκεκριμένα, δυοίν θάτερον: ή οι συγκρίσεις μπορούν να προκαλέσουν τη δυσφήμιση των ανταγωνιστών, οπότε είναι ανεπίτρεπτες υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, ακόμη και όταν οι ανταγωνιστές προσδιορίζονται μόνο μέσω του ονόματος και της διευθύνσεώς τους, ή οι συγκρίσεις δεν έχουν ως συνέπεια τη δυσφήμιση των ανταγωνιστών και επομένως δεν είναι, βεβαίως, ανεπίτρεπτες υπό την έννοια της εν λόγω διατάξεως, λόγω του γεγονότος και μόνον ότι προσδιορίζουν τους ανταγωνιστές και μέσω εικόνων των καταστημάτων τους.
68. Φρονώ, κατά συνέπεια, ότι στο τέταρτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι συγκρίσεις τιμών, όπως είναι οι επίμαχες εν προκειμένω, δεν έχουν ως συνέπεια την υποτίμηση των ανταγωνιστών και δεν είναι, ως εκ τούτου, ανεπίτρεπτες υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας, λόγω του γεγονότος και μόνον: i) ότι επελέγησαν προϊόντα ως προς τα οποία υφίσταται διαφορά στην τιμή μεγαλύτερη από την κατά μέσο όρο διαφορά και/ή ότι οι συγκρίσεις επαναλαμβάνονται διαρκώς· και ii) ότι οι ανταγωνιστές στους οποίους αναφέρονται οι εν λόγω συγκρίσεις προσδιορίζονται όχι μόνο μέσω του ονόματος και της διευθύνσεώς τους, αλλά και μέσω εικόνων των καταστημάτων τους με τον λογότυπο της εταιρίας τους.
Προτάσεις
Υπό το πρίσμα όλων των ανωτέρω σκέψεων, προτείνω, συνεπώς, στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που του υπέβαλε το Oberster Gerichtshof ως εξής:
«1) Διαφημιστικά μηνύματα τα οποία περιλαμβάνουν σύγκριση της τιμής πωλήσεως ενός ζεύγους γυαλιών την οποία προσφέρουν δύο έμποροι, με τη διευκρίνιση ότι ο σκελετός είναι ο ίδιος και ότι τα κρύσταλλα έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται ότι τα εν λόγω κρύσταλλα φέρουν διαφορετικά σήματα, από τα οποία το ένα είναι πολύ φημισμένο και το άλλο λιγότερο γνωστό στο κοινό, πρέπει να θεωρηθούν παραπλανητικά και ως εκ τούτου ανεπίτρεπτα υπό την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, στοιχείο α_, της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Οκτωβρίου 1997, για την τροποποίηση της οδηγίας 84/450 σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση προκειμένου να συμπεριληφθεί η συγκριτική διαφήμιση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι διατάξεις του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχεία γ_ και ζ_, της οδηγίας δεν απαγορεύουν την αναφορά του σήματος των κρυστάλλων που έχουν τοποθετηθεί στα γυαλιά αυτά.
2) Καμία διάταξη του άρθρου 3α της οδηγίας 84/450, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55, δεν εξαρτά το επιτρεπτό των συγκριτικών διαφημίσεων που αφορούν την τιμή στην οποία προσφέρουν ορισμένα προϊόντα οι ανταγωνιστές επιχειρηματίες από την προϋπόθεση ότι οι ως άνω επιχειρηματίες προμηθεύονται τα εν λόγω προϊόντα μέσω των ιδίων δικτύων διανομής. Λαμβανομένου υπόψη του εξαντλητικού χαρακτήρα των προβλεπομένων από το εν λόγω άρθρο προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση, μια τέτοια προϋπόθεση δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί αυτοτελώς από τις εθνικές αρχές.
3) Καμία διάταξη του άρθρου 3α της οδηγίας 84/450, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55, δεν εξαρτά το επιτρεπτό των συγκριτικών διαφημίσεων που αφορούν την τιμή στην οποία προσφέρουν ορισμένα προϊόντα οι ανταγωνιστές επιχειρηματίες από τις προϋποθέσεις ότι οι εν λόγω συγκριτικές διαφημίσεις δεν πραγματοποιήθηκαν μέσω "δοκιμαστικής αγοράς" που έλαβε χώρα προτού ο διαφημιζόμενος αρχίσει να διαθέτει τα εν λόγω προϊόντα προς πώληση και ότι οι διαφημίσεις αυτές δεν έχουν ως αντικείμενο προϊόντα που επελέγησαν ακριβώς για να προκύψει μεγάλη διαφορά στην τιμή. Λαμβανομένου υπόψη του εξαντλητικού χαρακτήρα των προβλεπομένων από το εν λόγω άρθρο της οδηγίας προϋποθέσεων υπό τις οποίες επιτρέπεται η συγκριτική διαφήμιση, μια τέτοια προϋπόθεση δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί αυτοτελώς από τις εθνικές αρχές.
4) Συγκρίσεις τιμών, όπως οι επίμαχες εν προκειμένω, δεν έχουν ως συνέπεια την υποτίμηση των ανταγωνιστών και δεν είναι, ως εκ τούτου, ανεπίτρεπτες υπό την έννοια του άρθρου 3α, παράγραφος 1, στοιχείο ε_, της οδηγίας 84/450, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 97/55, λόγω του γεγονότος και μόνον: i) ότι επελέγησαν προϊόντα ως προς τα οποία υφίσταται διαφορά στην τιμή μεγαλύτερη από την κατά μέσο όρο διαφορά και/ή ότι οι συγκρίσεις επαναλαμβάνονται διαρκώς· και ii) ότι οι ανταγωνιστές στους οποίους αναφέρονται οι εν λόγω συγκρίσεις προσδιορίζονται όχι μόνο μέσω του ονόματος και της διευθύνσεώς τους, αλλά και μέσω εικόνων των καταστημάτων τους με τον λογότυπο της εταιρίας τους.»
Full & Egal Universal Law Academy