Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η A. Μ. Campogrande, υπάλληλος της Επιτροπής στον βαθμό A 4 θεωρεί ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης εκ μέρους του διευθυντή της, Μ. A.
2. Ύστερα από διάφορες ανεπίσημες ενέργειες, η A. Μ. Campogrande υπέβαλε στην Επιτροπή, στις 27 Ιουνίου 1997, αίτηση αρωγής βάσει του άρθρου 24 του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ), ισοδυναμούσα με αίτηση του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Η αναιρεσείουσα ζητούσε από την Επιτροπή αποκατάσταση για ηθική βλάβη, υλική ζημία και αποκατάσταση σταδιοδρομίας.
3. Η Επιτροπή δεν έδωσε απάντηση στην αίτηση αυτή. Για τον λόγο αυτό η A. Μ. Campogrande υπέβαλε στις 21 Ιανουαρίου 1998 ένσταση βάσει του άρθρου 90, παράγραφος του ΚΥΚ κατά της σιωπηρής απόρριψης της αιτήσεώς της.
4. Μια βδομάδα αργότερα, στις 28 Ιανουαρίου 1998, η Επιτροπή κίνησε διοικητική έρευνα κατά του Μ. A. Κατά τη διάρκεια της έρευνας εξετάστηκαν η A. Μ. Campogrande, ο Μ. A. καθώς και διάφοροι υπάλληλοι που θα μπορούσαν να παράσχουν πληροφορίες ως προς τη συμπεριφορά που η καταγγέλλουσα προσήψε στον διευθυντή της.
5. Ωστόσο δεν κοινοποιήθηκε στην A. Μ. Campogrande καμιά επίσημη απάντηση όσον αφορά τη συνέχεια που προτίθετο να δώσει η διοίκηση στην ένστασή της.
6. Λόγω της σιωπής αυτής, η καταγγέλλουσα άσκησε, στις 20 Αυγούστου 1998, προσφυγή ενώπιον του ρωτοδικείου που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό T-136/98.
7. Αργότερα, στις 29 Οκτωβρίου 1998, της ανακοινώθηκε το πόρισμα της διοικητικής έρευνας που κατέληξε στην απουσία σεξουαλικής παρενόχλησης.
8. Ενώπιον του ρωτοδικείου η A. Μ. Campogrande ζήτησε τελικά να κρίνει την προσφυγή παραδεκτή και βάσιμη, να ακυρώσει τη σιωπηρή απόφαση απορρίψεως της από 21 Ιανουαρίου 1998 ενστάσεώς της και να υποχρεώσει την Επιτροπή να την αποζημιώσει για την ηθική βλάβη που της προξένησε η προσβαλλόμενη απόφαση.
9. Με απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 2000, Campogrande κατά Επιτροπής , το ρωτοδικείο ακύρωσε τη σιωπηρή απόφαση της Επιτροπής με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αρωγής που είχε υποβάλει η αναιρεσείουσα στις 27 Ιουνίου 1997, αλλά απέρριψε την προσφυγή κατά τα λοιπά. Η απορριπτική αυτή κρίση θεμελιώνεται με τις ακόλουθες θεωρήσεις, στις σκέψεις 66 έως 72 της προσβαλλομένης αποφάσεως:
«66 ρέπει να σημειωθεί κατ' αρχάς ότι το αίτημα αποζημιώσεως, καθόσον σκοπεί την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από τα αντίποινα που η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη μετά την υποβολή της ενστάσεώς της, είναι απαράδεκτο διότι δεν προηγήθηκε η δέουσα διοικητική διαδικασία (απόφαση του ρωτοδικείου της 15ης Ιουλίου 1993, T-17/90, T-28/91 και T-17/92, Camara Alloisio κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-841). ράγματι, η προσφεύγουσα ανέφερε για πρώτη φορά με το δικόγραφο της προσφυγής τα αντίποινα που ισχυρίστηκε ότι υπέστη εκ μέρους των ιεραρχικώς προϊσταμένων της μετά την αποχώρηση του Μ. A. Εξάλλου, κανένα στοιχείο από το κείμενο της ενστάσεως, ακόμη και αν αυτή ερμηνευθεί με ευρύτητα πνεύματος, δεν μπορούσε να μεταφέρει στην καθής την υποψία ότι η προσφεύγουσα υφίστατο αντίποινα λόγω της καταγγελίας της.
67 Επιπλέον το αίτημα αποζημιώσεως, κατά το μέτρο που ζητείται να διατάξει το ρωτοδικείο την καθής να αναδιαρθρώσει τη σταδιοδρομία της προσφεύγουσας, υπερβαίνει τις αρμοδιότητες του κοινοτικού δικαστή ο οποίος, κατά πάγια νομολογία, δεν μπορεί να απευθύνει διαταγές στα όργανα (απόφαση του ρωτοδικείου της 9ης Ιουνίου 1998, T-171/95 και T-191/95, Al κ.λπ. και Becker κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. σ. I-A-257 και ΙΙ-803, σκέψη 37).
68 Όσον αφορά την ηθική βλάβη που υπέστη η προσφεύγουσα λόγω της αβεβαιότητας στην οποία την άφησε η Επιτροπή κατά παράβαση των υποχρεώσεων αρωγής, επιμέλειας και ταχύτητας στην εξέταση των καταγγελιών για σεξουαλική παρενόχληση, ως προς τη συνέχεια που θα έδινε στην αίτηση αρωγής και ως προς τα πορίσματα της διοικητικής έρευνας, διαπιστώνεται ότι υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως, η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως συνιστά καθεαυτή κατάλληλη αποκατάσταση γι' αυτή τη βλάβη.
69 Τέλος, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο ότι υπέστη ηθική βλάβη διότι αντιμετώπισε, ενώ η Επιτροπή αδιαφόρησε, τις συνέπειες των πράξεων σεξουαλικής παρενόχλησης που κατήγγειλε με την αίτηση αρωγής. ρος τούτο όφειλε τουλάχιστον να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν την υπόθεση ότι υπέστη πράγματι τις εν λόγω πράξεις.
70 Όμως, διαπιστώνεται ότι η προσφεύγουσα δεν προσκόμισε τέτοια απόδειξη. Αντιθέτως, η διοικητική έρευνα απέδειξε το ανυπόστατο των κατηγοριών που διατυπώθηκαν με την αίτηση αρωγής. Τα προγενέστερα του επεισοδίου της 27ης Φεβρουαρίου 1997 περιστατικά, τα οποία η A. Μ. Campogrande περιγράφει, στην αίτησή της, ως "σχόλια για το πρόσωπό της και επανειλημμένα άτοπα πειράγματα, τελείως εκτός πλαισίου μιας ομαλής επαγγελματικής σχέσης", αποδείχθηκαν στη συνέχεια απλές φιλικές παρατηρήσεις ή απλές συμπτώσεις που δεν αξίζουν καν να χαρακτηρισθούν ως "επεισόδια" (βλ. την έκθεση των περιστατικών αυτών που περιέχεται στα πρακτικά των ακροάσεων της 13ης Μα_ου και της 10ης Ιουνίου 1998, που συνέταξε η ίδια η A. Μ. Campogrande και τα οποία προσαρτώνται στο πόρισμα της έρευνας). Όσον αφορά το επεισόδιο της 27ης Φεβρουαρίου 1997 (βλ. ανωτέρω σκέψη 12), ουδείς από τους μετέχοντες στη σύσκεψη επιβεβαίωσε την εικόνα των πραγματικών περιστατικών όπως εμφανίζεται στην αίτηση αρωγής.
71 Όσον αφορά τις επαγγελματικές δυσχέρειες που περιγράφονται στην αίτηση αυτή, η ανάλυση του ατομικού φακέλου της προσφεύγουσας αποδεικνύει ότι, καθόλη τη σταδιοδρομία της στην Επιτροπή, η προσφεύγουσα θεωρούσε πάντα ότι οι ικανότητές της δεν αναγνωρίζονται επαρκώς (βλ. τις παρατηρήσεις που διατύπωσε η προσφεύγουσα στις εκθέσεις βαθμολογίας της για τις περιόδους 1966/1967 και 1981/1983). Ναι μεν οι εκθέσεις βαθμολογίας της προσφεύγουσας για τις περιόδους 1987/1989, 1989/1991, 1991/1993 και 1993/1995 περιέχουν ευνοϊκότατες κρίσεις για τις ικανότητές της, πλην όμως οι ίδιες εκθέσεις βαθμολογίας κάνουν λόγο για δυσχέρειες επικοινωνίας της A. Μ. Campogrande ενώ οι εκθέσεις βαθμολογίας για τις περιόδους από το 1966 έως το 1985 δεν είναι εξίσου επαινετικές για την προσφεύγουσα.
72 Υπό τις συνθήκες αυτές το αίτημα αποζημιώσεως πρέπει να απορριφθεί.»
10. Θεωρώντας αβάσιμες τις εκτιμήσεις αυτές, η A. Μ. Campogrande άσκησε στις 12 Φεβρουαρίου 2001, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 49 του του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου αίτηση αναιρέσεως, που πρωτοκολλήθηκε με τον αριθμό C-62/01 P, κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως ζητώντας τη μερική εξαφάνισή της.
11. Ειδικότερα ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέτρο που απέρριψε το αίτημα αποζημιώσεώς της, να αναγνωρίσει την ύπαρξη πράξεως σεξουαλικής παρενόχλησης και της ηθικής βλάβης που υπέστη λόγω αυτής, να υποχρεώσει την Επιτροπή στην καταβολή αποζημιώσεως και τέλος να την καταδικάσει στα δικαστικά έξοδα.
12. ρος τούτο προβάλλει τέσσερις λόγους αναιρέσεως: παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως λόγω αντίφασης στο σκεπτικό, παράβαση του κοινοτικού δικαίου και της νομολογίας περί νέων ισχυρισμών, αρνησιδικία στο ζήτημα της ευθύνης, προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας.
13. Η Επιτροπή, αναιρεσίβλητη, ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη ή τουλάχιστον ως αβάσιμη και, αν το Δικαστήριο αποφασίσει να εξαφανίσει την προσβαλλόμενη απόφαση, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του ρωτοδικείου και να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
14. Θα εξετάσω διαδοχικά τους τέσσερις λόγους αναιρέσεως με τη σειρά που τους προβάλλει η αναιρεσείουσα.
ρώτος λόγος αναιρέσεως: αράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως λόγω κραυγαλέας αντίφασης στο σκεπτικό και ελλιπούς αιτιολογίας
15. Η αναιρεσείουσα αναπτύσσει τον πρώτο λόγο αναιρέσεως σε πέντε σκέλη που αντιστοιχούν έκαστος σε διαφορετική αιτίαση κατά του συλλογισμού που ακολούθησε το ρωτοδικείο και των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε αλλά εμφανίζονται όλα ως αναφερόμενα στην παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
16. Κατά την αναιρεσίβλητη, η παρουσίαση αυτή είναι παραπλανητική κατά την έννοια ότι η αναιρεσείουσα, υπό το πρόσχημα κριτικής του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, κριτικής που μπορεί να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει ισχυρισμούς την προβολή των οποίων επιτρέπει το άρθρο 225 ΕΚ και το άρθρο 51, πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο αναιρέσεως, επιδιώκει να αποφανθεί το Δικαστήριο επί διαπιστώσεων και εκτιμήσεων πραγματικών περιστατικών που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως.
17. Με άλλα λόγια, το ένδυμα που χρησιμοποιεί η αναιρεσείουσα για να παρουσιάσει τον λόγο αναιρέσεως δεν θεραπεύει το ουσιαστικά απαράδεκτο αυτού, και, για να επαναλάβω αυτολεξεί τη διατύπωση της Επιτροπής, «κάθε ισχυρισμός που προβάλλεται στο πλαίσιο αιτήσεως αναιρέσεως, διά του οποίου αμφισβητούνται εκτιμήσεις πραγματικών περιστατικών στις οποίες προέβη το ρωτοδικείο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος».
18. Συμφωνώ με τον ισχυρισμό αυτό. Δεν νομίζω όμως ότι είναι δυνατόν να απορριφθεί εξ αρχής ο πρώτος λόγος αναιρέσεως της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτος. Βεβαίως, ο στόχος που επιδιώκει αυτή, εμφανίζοντας ως ελλιπές το σκεπτικό που ανέπτυξε το ρωτοδικείο, είναι να θέσει εν αμφιβόλω την ορθότητα της κρίσεως στην οποία κατέληξε το ρωτοδικείο, ότι δηλαδή η A. Μ. Campogrande δεν μπορεί να αξιώσει τίποτε περισσότερο από την ακύρωση της σιωπηρής αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αρωγής της 27ης Ιουνίου 1997.
19. Ομοίως, είναι αλήθεια ότι η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου εκτός αν συντρέχει προφανής πλάνη ή αλλοίωση στοιχείων.
20. Αυτό όμως δεν σημαίνει, κατά τη γνώμη μου, ότι η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να προσπαθήσει να αποδείξει, με την αίτηση αναιρέσεως, ότι το ρωτοδικείο συνέδεσε τις διαπιστώσεις, στις οποίες προέβη κυριαρχικά, με συνέπειες οι οποίες, από καθαρά λογικής απόψεως, δεν συμβιβάζονται με τις διαπιστώσεις αυτές, οπότε έχομε αντίφαση που μαρτυρεί εσφαλμένη εφαρμογή του κανόνα δικαίου.
21. ροτείνω λοιπών στο Δικαστήριο να ακολουθήσει τη σκολιά οδό, να εξετάσει δηλαδή προσεκτικά τις αιτιάσεις που διατυπώνει η αναιρεσείουσα κατά του σκεπτικού της απορρίψεως του αιτήματος αποζημιώσεως, απορρίπτοντας πάντως κάθε επιχείρημα που εμφανίζεται ως αμφισβήτηση διαπιστώσεων πραγματικών περιστατικών ή ως άρνηση της αρμοδιότητας εκτιμήσεως που έχει το ρωτοδικείο.
22. ράγματι, μια σειρά διαπιστώσεων πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί ακόμα συλλογισμό αλλά είναι απαραίτητο, αν θέλομε να φθάσομε σε νομικώς θεμελιωμένο συμπέρασμα, οι διαπιστώσεις αυτές να συνδέονται μεταξύ τους με θεωρήσεις που ευσταθούν από τη σκοπιά της νομικής λογικής. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να παραλείψει να ασκήσει τον έλεγχό του όταν το ζητεί ο αναιρεσείων.
23. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι εντοπίζει αντίφαση μεταξύ της κρίσεως που διατυπώνεται στη σκέψη 68 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι δηλαδή «υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως η ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως συνιστά καθεαυτήν κατάλληλη αποκατάσταση» της ηθικής βλάβης που υπέστη η αναιρεσείουσα λόγω της αβεβαιότητας στην οποία την άφησε η Επιτροπή όσον αφορά τη συνέχεια που θα έδινε στην αίτηση αρωγής και όσον αφορά τα αποτελέσματα της διοικητικής έρευνας, και του σκεπτικού που διατυπώνεται στις σκέψεις 41 έως 59 της αποφάσεως για να δικαιολογηθεί η ακύρωση της σιωπηρής αποφάσεως απορρίψεως της αιτήσεως αρωγής που υπέβαλε η αναιρεσείουσα.
24. Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, το ρωτοδικείο δεν μπορούσε συγχρόνως να κρίνει, όπως έπραξε στη σκέψη 53 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανταποκρινόμενη στις απαιτήσεις μέριμνας, ταχύτητας και επιμέλειας που είναι σύμφυτες με το καθήκον αρωγής και παράλληλα να θεωρήσει ότι η ακύρωση συνιστούσε κατάλληλη αποκατάσταση τη στιγμή μάλιστα που, στη σκέψη 55 της αποφάσεως αναφέρει ότι, όταν πρόκειται για σεξουαλική παρενόχληση, η αβεβαιότητα όσον αφορά τη συνέχεια που προτίθεται να δώσει η διοίκηση σε μια καταγγελία είναι πάντα βλαπτική για την αξιοπρέπεια τόσο του καταγγέλλοντος όσο και του κατηγορουμένου προσώπου και πρέπει πάντα να αποφεύγεται.
25. Χαρακτηρίζοντας την ακύρωση ως κατάλληλη αποκατατάσταση, το ρωτοδικείο αγνόησε τον βαθμό βαρύτητας των παραβάσεων που είναι διαπιστώσει εις βάρος της Επιτροπής.
26. Εγώ πάντως δεν βλέπω πού βρίσκεται η αντίφαση.
27. Θα υπήρχε αντίφαση αν το ρωτοδικείο είχε αρχικά αναγνωρίσει την ύπαρξη ηθικής βλάβης εν προκειμένω, καταλογιζόμενης σε συμπεριφορά της Επιτροπής, αντιβαίνουσα στις υποχρεώσεις της, για να αρνηθεί, στη συνέχεια, την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως υπέρ της προσφεύγουσας.
28. Δεν συνέβη όμως αυτό, διότι το ρωτοδικείο δεν απέκλεισε το δικαίωμα αποζημιώσεως αλλά διαπίστωσε, προς μεγάλη απογοήτευση της A. Μ. Campogrande, πλην όμως στο πλαίσιο της οικείας αρμοδιότητας εκτιμήσεως, ότι το δικαίωμα αυτό ικανοποιείται με την ακύρωση.
29. Αν εξετάσουμε τη νομολογία του ρωτοδικείου στο θέμα της αποκατάστασης της ηθικής βλάβης που υπέστη κάποιος υπάλληλος λόγω παράνομης πράξης, θα διαπιστώσουμε ότι, ναι μεν σε πολλές περιπτώσεις , το ρωτοδικείο έκρινε ότι η ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης συνιστά κατάλληλη επανόρθωση, πλην όμως σε ορισμένες περιπτώσεις το ρωτοδικείο έκρινε αντιθέτως ότι η αποκατάσταση δεν εξασφαλίζεται επαρκώς με την ακύρωση της πράξης λόγω του ότι η παράνομη πράξη ενείχε αρνητική εκτίμηση της συμπεριφοράς ή της ικανότητας του υπαλλήλου, την οποία ο υπάλληλος μπορεί να θεωρήσει ως προσβλητική .
30. Αυτή η νομολογία του ρωτοδικείου εντάσσεται εξάλλου στην ευθεία της νομολογίας του Δικαστηρίου που με την απόφαση Culin κατά Επιτροπής , έκρινε ότι η αποκατάσταση της ηθικής βλάβης μπορεί σε ορισμένες ειδικές περιπτώσεις να απαιτεί περισσότερα μέτρα από την ακύρωση.
31. Η A. Μ. Campogrande ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει αντίφαση στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως προφανώς διότι φρονεί ότι εμπίπτει στη νομολογία αυτή αν ληφθούν υπόψη οι κρίσεις που διατύπωσε το ρωτοδικείο όσον αφορά τη συμπεριφορά της Επιτροπής στο μέρος της αποφάσεώς του που αναφέρεται στο ακυρωτικό αίτημα.
32. Δεν μπορώ όμως παρά να διαπιστώσω ότι εν προκειμένω το ρωτοδικείο σε κανένα τμήμα του σκεπτικού της αποφάσεώς του δεν κρίνει ότι αναιρεσείουσα μπορούσε, υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως να αιστανθεί προσωπικά προσβεβλημένη. Εξάλλου η νομολογία του Δικαστηρίου δείχνει ότι το Δικαστήριο δεν έχει την πρόθεση να ελέγξει το κατάλληλον της αποκατάστασης που δέχεται το ρωτοδικείο.
33. Αυτό προκύπτει σαφώς από την απόφαση Επιτροπή κατά Brazzelli Lualdi κ.λπ. , κατά την οποία «εφόσον το ρωτοδικείο έχει διαπιστώσει την ύπαρξη ζημίας, αυτό και μόνον είναι αρμόδιο να εκτιμήσει, εντός των ορίων της αγωγής αποζημιώσεως, την πλέον ενδεδειγμένη αποκατάσταση της ζημίας».
34. ρόθεσή μου δεν είναι να προτείνω στο Δικαστήριο να αναθεωρήσει τη νομολογία αυτή, παρατηρώ όμως ότι, αν υποτεθεί ότι οφείλω να διατυπώσω γνώμη ως προς το ενδεδειγμένο της αποκατάστασης, θα παρατηρούσα ότι η αυστηρότητα που επέδειξε το ρωτοδικείο στην εκτίμηση της συμπεριφοράς της Επιτροπής και την οποία επισημαίνει η αναιρεσείουσα θα έπρεπε να εκτιμηθεί από αυτήν ως εντελώς κατάλληλη αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, δεδομένου ότι, κατά πάγια νομολογία, το διατακτικό μιας αποφάσεως πρέπει να νοείται πάντα υπό το φως του οικείου σκεπτικού και ότι εν προκειμένω το ρωτοδικείο όχι μόνο επέκρινε αλλά καυτηρίασε τη συμπεριφορά της Επιτροπής.
35. Δεδομένου ότι δεν διαγιγνώσκεται αντίφαση και ότι το ρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο για τη σχετική εκτίμηση, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως είναι απορριπτέο.
36. Έρχομαι τώρα στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στο ρωτοδικείο την κρίση ότι δεν απέδειξε επαρκώς κατά νόμο ότι υπέστη ηθική βλάβη διότι αναγκάστηκε να υπομείνει, ενώ η Επιτροπή αδιαφορούσε, τις συνέπειες των πράξεων σεξουαλικής παρενόχλησης που κατήγγειλε με την αίτηση αρωγής τη στιγμή που η προσαπτόμενη στον Μ. A. χειρονομία, όπως και η παρατήρησή του, δεν αμφισβητούνται ενώ, βάσει των κριτηρίων που διατυπώνονται στο σύνολο των νομικών κειμένων περί σεξουαλικής παρενόχλησης που γίνεται δεκτό ότι έχουν εφαρμογή εν προκειμένω , οι πράξεις αυτές συνιστούν τέτοιου είδους συμπεριφορά.
37. Η κριτική αυτή στηρίζεται, όπως πολύ ορθά επισημαίνει η Επιτροπή σε εσφαλμένη ερμηνεία της προσβαλλομένης αποφάσεως. ράγματι, πουθενά στην απόφαση αυτή το ρωτοδικείο δεν διαπίστωσε ότι η A. Μ. Campogrande υπήρξε πράγματι θύμα σεξουαλικής παρενόχλησης. Αυτό που διαπίστωσε το ρωτοδικείο είναι μόνο, και υπάρχει μεγάλη διαφορά, ότι τα στοιχεία που περιείχε η καταγγελία της αναιρεσείουσας επέβαλαν στην Επιτροπή την υποχρέωση να της παράσχει αρωγή και να κινήσει έρευνα.
38. Από την έρευνα, όμως, που κινήθηκε τελικά δεν προέκυψε, σύμφωνα με τον υπάλληλο που τη διεξήγαγε ούτε ότι η συμπεριφορά του Μ. A. κατά τη σύσκεψη της 27ης Φεβρουαρίου 1997 συνιστούσε πράγματι σεξουαλική παρενόχληση ούτε ότι ο Μ. A. επέδειξε παλαιότερα, σε άλλες περιπτώσεις, συμπεριφορά στην οποία αρμόζει αυτός ο χαρακτηρισμός.
39. Κατόπιν αυτού και κατά λογική συνέπεια, η A. Μ. Campogrande όφειλε να αποδείξει ενώπιον του ρωτοδικείου ότι τα πορίσματα της έρευνας ήταν εσφαλμένα.
40. ράγματι, ο βαθμός αξιοπιστίας που απαιτείται στο πρόσωπο του καταγγέλλοντος δεν είναι ο ίδιος όταν πρόκειται για την κίνηση της έρευνας όπως και για την αμφισβήτηση των αρνητικών πορισμάτων αυτής.
41. Το ρωτοδικείο, χωρίς καθόλου να περιπέσει σε αντίφαση, έκρινε ότι έπρεπε να κινηθεί έρευνα πλην όμως με την ολοκλήρωσή της δεν αποδείχθηκε σεξουαλική παρενόχληση, συνεπώς ούτε πρόκληση βλάβης εις βάρος της αναιρεσείουσας.
42. Δεδομένου ότι δεν διαπιστώνεται αντίφαση ούτε ανεπάρκεια στο σκεπτικό της αποφάσεως, οι επικρίσεις της αναιρεσείουσας εμφανίζονται πλέον ως απόπειρα, κατ' αρχήν απαράδεκτη, επανεξετάσεως των διαπιστώσεων που διατύπωσε κυριαρχικά το ρωτοδικείο τηρώντας τις διατάξεις περί βάρους αποδείξεως. Συνεπώς οι επικρίσις αυτές δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν.
43. Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο ρωτοδικείο αντίφαση μεταξύ του σκεπτικού της αποφάσεώς του που εγγίζει την αρνησιδικία. ρόκειται για το γεγονός ότι, στη σκέψη 70 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο έκρινε ότι η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε σεξουαλική παρενόχληση και ότι η διοικητική έρευνα απέδειξε το αβάσιμο των κατηγοριών που διατυπώθηκαν με την αίτηση αρωγής, ενώ, στο τμήμα της αποφάσεως που αναφέρεται στο ακυρωτικό αίτημα διατυπώνεται αυστηρή κριτική των όρων διεξαγωγής της εν λόγω έρευνας.
44. Έχω τη γνώμη ότι και εδώ πρόκειται για απόπειρα επανεξετάσεως εκτιμήσεων που διατύπωσε το ρωτοδικείο όσον αφορά το υποστατό ορισμένων πράξεων, για τις οποίες κάνει λόγο η αναιρεσείουσα, απόπειρα η οποία είναι απαράδεκτη.
45. ράγματι, δεν βλέπω πού έγκειται η αντίφαση, διότι το ρωτοδικείο επέκρινε μεν την έρευνα πλην όμως όχι για το αξιόπιστο των πορισμάτων της (που η A. Μ. Campogrande δεν μπόρεσε να αντικρούσει), αλλά αποκλειστικά για τη όψιμη κίνησή της και τη βραδύτητά της, που είναι μεν επιλήψιμες πλην όμως δεν μειώνουν την αξιοπιστία των πορισμάτων της.
46. Απαράδεκτη είναι και η αμφισβήτηση που αναπτύσσσεται στο πλαίσιο του τετάρτου σκέλους του πρώτου λόγους αναιρέσεως που κάνει λόγο για ανεπάρκεια ή πλάνη στο σκεπτικό και συγκεκριμένα στη σκέψη 71 της προσβαλλομένης αποφάσεως. Η A. Μ. Campogrande υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο όφειλε να εξετάσει μήπως οι επαγγελματικές δυσχέρειες που αντιμετώπισε είχαν ως αιτία τη σεξουαλική παρενόχληση που υπέστη και την οποία το ρωτοδικείο διαπίστωσε στη σκέψη 12 της αποφάσεώς του.
47. Εδώ βρισκόμαστε στα όρια της κακοπιστίας, διότι η σκέψη 12 της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν συνοψίζει την κρίση της αποφάσεως αυτής αλλ' απλώς εκθέτει τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας. ράγματι, στη σκέψη 71 της αποφάσεώς του, το ρωτοδικείο αφού διαπίστωσε στην προηγούμενη σκέψη ότι η σεξουαλική παρενόχληση δεν αποδείχθηκε επαρκώς κατά νόμο, διαπιστώνει, όπως είχε την αρμοδιότητα, ότι η εξέταση του ατομικού φακέλου της A. Μ. Campogrande δίνει μια εικόνα της αναιρεσείουσας που δεν είναι ακριβώς αυτή την οποία σκιαγραφεί το εισαγωγικό δικόγραφο. Η εκτίμηση αυτή δεν μπορεί να συζητηθεί στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως.
48. Φθάνω έτσι στο πέμπτο και τελευταίο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως.
49. Με αυτό το σκέλος, η αναιρεσείουσα, χρησιμοποιώντας φρασεολογία αναφερόμενη συγχρόνως στα δικαιώματα άμυνας, στην αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και στην αρνησιδικία, προσάπτει στο ρωτοδικείο, αν αντιλήφθηκα ορθά, ότι δεν απάντησε κατ' ουσίαν στην προσφυγή της όσον αφορά την ύπαρξη σεξουαλικής παρενόχλησης και όσον αφορά το αξιόπιστο των πορισμάτων της έρευνας.
50. Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη διότι όπως προανέφερα το ρωτοδικείο έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προέβαλε η αναιρεσείουσα δεν θεμελιώνουν αμφισβήτηση του πορίσματος της έρευνας που είναι το ανυπόστατο των αιτιάσεων περί σεξουαλικής παρενόχλησης που διατύπωσε η A. Μ. Campogrande κατά του Μ. A. αλλά είναι και αβάσιμη διότι εμφανίζεται ως αμφισβήτηση των διαπιστώσεων και εκτιμήσεων του ρωτοδικείου.
51. Κατόπιν εξετάσεως των διαφόρων σκελών του πρώτου λόγου αναιρέσεως φρονώ ότι ο λόγος αυτός είναι εν μέρει απαράδεκτος και εν μέρει αβάσιμος και εν πάση περιπτώσει απορριπτέος.
Δεύτερος λόγος αναιρέσεως: παράβαση του κοινοτικού δικαίου και της νομολογίας περί νέων ισχυρισμών
52. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως στρέφεται κατά της σκέψης 66 της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά την οποία:
«ρέπει να σημειωθεί κατ' αρχάς ότι το αίτημα αποζημιώσεως, καθόσον σκοπεί την αποκατάσταση της ζημίας που προκλήθηκε από τα αντίποινα που η προσφεύγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη μετά την υποβολή της ενστάσεώς της, είναι απαράδεκτο διότι δεν προηγήθηκε η δέουσα διοικητική διαδικασία (απόφαση του ρωτοδικείου της 15ης Ιουλίου 1993, T-17/90, T-28/91 και T-17/92, Camara Alloisio κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1993, σ. ΙΙ-841). ράγματι, η προσφεύγουσα ανέφερε για πρώτη φορά με το δικόγραφο της προσφυγής τα αντίποινα που ισχυρίστηκε ότι υπέστη εκ μέρους των ιεραρχικώς προϊσταμένων της μετά την αποχώρηση του Μ. A. Εξάλλου, κανένα στοιχείο από το κείμενο της ενστάσεως, ακόμη και αν αυτή ερμηνευθεί με ευρύτητα πνεύματος, δεν μπορούσε να μεταφέρει στην καθής την υποψία ότι η προσφεύγουσα υφίστατο αντίποινα λόγω της καταγγελίας της.»
53. Κατά την αναιρεσείουσα, το ρωτοδικείο εσφαλμένα έκρινε ότι πρόκειται για νέο ισχυρισμό που δεν μπορεί να προβληθεί κατά τη διάρκεια της δίκης βάσει του Κανονισμού Διαδικασίας ενώ επρόκειτο για νέο επιχείρημα που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο ισχυρισμών, οι οποίοι είχαν ήδη διατυπωθεί με την προσφυγή.
54. Εξ αρχής, η αναιρεσείουσα είχε ζητήσει την αποκατάσταση όλων των ζημιών που υπέστη λόγω των ενεργειών του Μ. A. και της αδράνειας της Επιτροπής, οπότε η αποκατάσταση που ζήτησε λόγω των αντιποίνων που ισχυρίστηκε ότι υπέστη μετά την υποβολή της διοικητικής ενστάσεως εντάσσεται κάλλιστα στο πλαίσιο αυτής της συνολικής αποκατάστασης. Η προσφεύγουσα παρατηρεί επίσης, επικουρικώς, ότι η νομολογία του Δικαστηρίου δέχεται ότι, η διοικητική ένσταση αποτελεί μεν μια προκαταρκτική φάση που σκοπεί να καταστήσει δυνατή ή να ευνοήσει τη φιλική διευθέτηση της διαφοράς πλην όμως «δεν έχει ως σκοπό να δεσμεύει κατά τρόπο αυστηρό και απόλυτο το ενδεχόμενο δικαστικό στάδιο εφόσον τα προβαλλόμενα αιτήματα στο τελευταίο αυτό στάδιο δεν μεταβάλλουν ούτε την αιτία ούτε το αντικείμενο της ένστασης» . Τέλος επικαλείται την απόφαση της 26ης Ιανουαρίου 1989 , κατά την οποία:
«[...] έχει παγίως νομολογηθεί από το Δικαστήριο ότι, στις υπαλληλικές προσφυγές, τα αιτήματα που υποβάλλονται ενώπιον του Δικαστηρίου πρέπει να έχουν το ίδιο αντικείμενο με τα αιτήματα που περιείχε η διοικητική ένσταση, αφετέρου δε, ότι τα αιτήματα αυτά πρέπει να περιλαμβάνουν τα ίδια κεφάλαια αμφισβητήσεως τα οποία στηρίζονται στην ίδια αιτία όπως εκείνα που επικαλέστηκε στη διοικητική ένσταση. Αυτά τα κεφάλαια αμφισβητήσεως μπορούν ενώπιον του Δικαστηρίου να αναπτυχθούν με την προβολή λόγων ακυρώσεως και επιχειρημάτων που δεν περιλαμβάνονται αναγκαστικά στη διοικητική ένσταση, με την οποία όμως συνδέονται στενά (απόφαση της 20ής Μα_ου 1987, 242/85, Geist κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 2181). [...]»
55. Κατά την άποψη της αναιρεσείουσας, «το αίτημα αποζημιώσεως για τη ζημία που προκλήθηκε από τα αντίποινα έχει την ίδια αιτία και το ίδιο αντικείμενο με το αρχικό αίτημα που είναι η αποκατάσταση της προκληθείσας βλάβης». Η άρνηση εξετάσεως του «ισχυρισμού» περί αντιποίνων με το σκεπτικό ότι δεν διατυπώθηκε με τη διοικητική ένσταση εγγίζει τα όρια της αρνησιδικίας «καθόσον είναι προφανές ότι τα αντίποινα αυτά, που αποτελούν μια από τις συνέπειες της προσφυγής της αναιρεσείουσας, ήταν απόβλεπτα κατά το στάδιο της διοικητικής ενστάσεως».
56. Κατά την άποψή μου, όλα αυτά τα επιχειρήματα εμφανίζουν μια βασική πλάνη που δεν διστάζω να χαρακτηρίσω θεμελιώδη, μαρτυρούν δηλαδή σύγχυση μεταξύ αιτήματος και ισχυρισμού και μεταξύ αντικειμένου και αιτίας. Όταν η A. Μ. Campogrande ζητεί ικανοποίηση για τα αντίποινα που υπέστη λόγω της υποβολής της ενστάσεώς της διατυπώνει αίτημα που δεν έχει καμία σχέση με το αίτημα αποκαταστάσεως της ζημίας που της προξένησε η σιωπηρή απόφαση απορρίψεως της αιτήσεως αρωγής και η σεξουαλική παρενόχληση που υπέστη από τον Μ. A.
57. Δεν πρόκειται για αίτημα που αποτελεί απλώς επέκταση του αρχικού αιτήματος, οπότε θα μπορούσε ενδεχομένως να εξετασθεί μήπως περιλαμβανόταν σιωπηρά στο αρχικό αίτημα , αλλά πρόκειται αναμφισβήτητα για νέο και εντελώς ξεχωριστό αίτημα.
58. Όσον αφορά τα αντίποινα μετά την υποβολή της ενστάσεως, αν υποτεθεί ότι διαπράχθηκαν, πρόκειται για συμπεριφορά που χρονικά δεν συμπίπτει με την προσαπτομένη σεξουαλική παρενόχληση και την αδράνεια της Επιτροπής απέναντι στην αίτηση αρωγής.
59. ρόκειται επίσης για συμπεριφορά που δεν μπορούσε να προέρχεται από τον φερόμενο αυτουργό της σεξουαλικής παρενόχλησης διότι δεν αμφισβητείται ότι ο Μ. A. τελούσε σε άδεια άνευ αποδοχών από τα μέσα Ιουνίου 1997, δηλαδή πριν την υποβολή της αιτήσεως αρωγής και συνεπώς δεν είχε έναντι της αναιρεσείουσας ιεραρχική σχέση που θα του έδινε τη δυνατότητα να προβεί σε αντίποινα. Η ένσταση όμως αναφερόταν αποκλειστικά σε «καψόνια και ενοχλήσεις, ως αντίποινα», και σε «πράξεις αποσταθεροποίησης» των οποίων η αναιρεσείουσα υπήρξε θύμα «εκ μέρους του διευθυντή της, Μ. A.». Ένα αίτημα αποζημιώσεως για αντίποινα που η αναιρεσείουσα υπέστη μετά την αναχώρηση του τελευταίου δεν μπορεί να στηρίζεται στην ίδια αιτία.
60. Όσον αφορά τα δύο ξεχωριστά αιτήματα, η ευνοϊκή νομολογία την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωσή της. Η αναιρεσείουσα εξάλλουν δεν μπορεί να αξιώσει την ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων που ισχύουν σε περίπτωση που, κατά την έγγραφη διαδικασία, αποκαλύπτονται πραγματικά στοιχεία που ο προσφεύγων δεν γνώριζε κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής. ράγματι, οι αρχές που διαπνέουν τις διαφορές της δημόσιας κοινοτικής υπηρεσίας υπαγορεύουν να δίνεται πάντα στη διοίκηση η δυνατότητα να αποφύγει την προσφυγή στο Δικαστήριο, εξετάζοντας την ένσταση που της υποβάλλεται σε πρώτο στάδιο . Όπως αποδεικνύεται όμως, η A. Μ. Campogrande δεν υπέβαλε στη διοίκηση ένσταση κατά απορριπτικής αποφάσεως επί αιτήσεως αποζημιώσεως για τη ζημία που προκλήθηκε από τα αντίποινα, τα οποία υπέστη η αναιρεσείουσα μετά την υποβολή της ενστάσεως κατά της σιωπηρής άρνησης της διοίκησης να της παράσχει συνδρομή για τη σεξουαλική παρενόχληση που ισχυρίστηκε ότι υφίσταται.
61. Επομένως, ορθώς το ρωτοδικείο έκρινε απαράδεκτο το αίτημα ικανοποιήσεως για τη βλάβη που προκλήθηκε από τα αντίποινα που προκάλεσε η υποβολή της ενστάσεως. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Τρίτος λόγος αναιρέσεως: Αρνησιδικία στο ζήτημα της ευθύνης
62. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα επικρίνει τη σκέψη 67 της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά την οποία:
«Επιπλέον το αίτημα αποζημιώσεως, κατά το μέτρο που ζητείται να διατάξει το ρωτοδικείο την καθής να αναδιαρθρώσει τη σταδιοδρομία της προσφεύγουσας, υπερβαίνει τις αρμοδιότητες του κοινοτικού δικαστή ο οποίος κατά πάγια νομολογία δεν μπορεί να απευθύνει διαταγές στα όργανα (απόφαση του ρωτοδικείου της 9ης Ιουνίου 1998, T-171/95 και T-191/95, Al κ.λπ. και Becker κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. σ. I-A-257 και ΙΙ-803, σκέψη 37).»
63. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι ουδέποτε ζήτησε από το ρωτοδικείο να απευθύνει διαταγή στην Επιτροπή αλλά επιδίωκε να λάβει ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, ικανοποίηση την οποία της αρνήθηκε το ρωτοδικείο δεδομένου ότι υπό τις περιστάσεις της υποθέσεως και λαμβανομένης υπόψη της προσβλητικής συμπεριφοράς της Επιτροπής η ακύρωση δεν μπορούσε, αντίθετα με την κρίση του ρωτοδικείου, να συνιστά κατάλληλη αποκατάσταση.
64. Δεν θα επαναλάβω εδώ αυτά που προανέφερα εξετάζοντας το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, όσον αφορά την αδυναμία αμφισβητήσεως, στο πλαίσιο της αναιρέσεως, του κατάλληλου της αποκατάστασης που δέχθηκε το ρωτοδικείο, με εξαίρεση την περίπτωση πρόδηλης πλάνης.
65. Θα αρκεστώ στη διαπίστωση ότι η αναιρεσείουσα προσκρούει στο απαράδεκτο όταν, με το πρόσχημα της αρνησιδικίας, αμφισβητεί το βάσιμο της προσβαλλομένης αποφάσεως όσον αφορά την αποζημίωση την οποία μπορεί να αξιώσει.
Τέταρτος λόγος αναιρέσεως: ροσβολή των δικαιωμάτων άμυνας
66. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι έλαβε υπόψη τη διοικητική έρευνα που διεξήγαγε η Επιτροπή ενώ η ίδια είχε καταγγείλει τις απαράδεκτες, κατά την άποψή της, συνθήκες τόσο από τη σκοπιά των δικαιωμάτων άμυνας όσο και του αντικειμένου της, δηλαδή της ενδεχόμενης σεξουαλικής παρενόχλησης, υπό τις οποίες διεξήχθη. Βάσει αυτού η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο, καλύπτοντας αυτή την προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας, προσέβαλε το ίδιο τα δικαιώματα αυτά.
67. Ούτε αυτός ο λόγος αναιρέσεως μπορεί να ευδοκιμήσει. Συγκεκριμένα, για να μπορεί να καταλογιστεί στο ρωτοδικείο προσβολή των δικαιωμάτων άμυνας θα πρέπει να μην είχε επιτρέψει στην προσφεύγουσα να αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που επικαλέστηκε με την αίτηση αρωγής και το εσφαλμένο των πορισμάτων στα οποία κατέληξε η έρευνα που κίνησε τελική η Επιτροπή.
68. Δεν είναι ορθό να θεωρηθεί, όπως θεωρεί η αναιρεσείουσα, ότι το ρωτοδικείο απλώς υιοθέτησε τα πορίσματα της έρευνας χωρίς να δώσει στην αναιρεσείουσα τη δυνατότητα να τα αμφισβητήσει. Αντιθέτως, στάθμισε τα στοιχεία που προσκόμισε η A. Μ. Campogrande με την ιδιαίτερη ευμένεια που επιβάλλει η εξέταση των αιτιάσεων περί σεξουαλικής παρενόχλησης δεδομένου ότι παρατήρησε, στη σκέψη 69 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι ήταν πρόθυμο να λάβει υπόψη «αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στηρίξουν την υπόθεση ότι υπέστη πράγματι τις εν λόγω πράξεις».
69. Στη συνέχεια όμως διαπίστωσε, για τους λόγους που εκτίθενται στη σκέψη 70 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία δεν προσκομίστηκαν. Βάσει αυτού και ασκώντας εξουσία εκτιμήσεως η οποία δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, έδωσε πίστη στα πορίσματα της έρευνας. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ρόταση
70. Κατόπιν εξετάσεως των λόγων αναιρέσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα και αφού διαπίστωσα ότι οι λόγοι αυτοί είναι ανεξαιρέτως είτε απαράδεκτοι είτε αβάσιμοι δεν μπορώ παρά να προτείνω στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως.
- να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy