ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 16ης Ιανουαρίου 2003 ( 1 )
1.
Πρόκειται για αίτηση αναιρέσεως κατά αποφάσεως με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε προσφυγή-αγωγή (στο εξής: προσφυγή) ασκηθείσα από εκπροσώπους της κοινοτικής βιομηχανίας βάμβακος
—
ως απαράδεκτη, στον βαθμό που με την προσφυγή εζητείτο η ακύρωση μιας υποτιθεμένης αποφάσεως του Συμβουλίου περί απορρίψεως της υποβληθείσας από την Επιτροπή προτάσεως για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμ-πινγκ σε ορισμένες εισαγωγές βαμβακερών υφασμάτων, και
—
ως αβάσιμη, όσον αφορά το αίτημα για την καταβολή αποζημιώσεως για την προξενηθείσα συναφώς ζημία ( 2 ).
2.
Το κύριο ζήτημα είναι αν το Πρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο θεωρώντας ότι:
—
ούτε το γεγονός ότι στο Συμβούλιο δεν επιτεύχθηκε πλειοψηφία υπέρ της προτάσεως της Επιτροπής
—
ούτε η λήξη της προθεσμίας των δέκα πέντε μηνών που επιβάλλει για τις έρευνες αντιντάμπινγκ το άρθρο 6, παράγραφος 9, του κανονισμού (ΕΚ) 384/96 ( 3 ), μπορούσαν να αποτελούν πράξη δυνάμενη να προσβληθεί βάσει του άρθου 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρου 230 ΕΚ). Άλλα ζητήματα που τίθενται είναι αν το Πρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο
—
απορρίπτοντας το επιχείρημα που αφορά το άρθρο 6, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού ως εν πάση περιπτώσει απαράδεκτο και
—
θεωρώντας ότι το Συμβούλιο δεν υπείχε υποχρέωση να διατυπώσει τους λόγους για τη μη υιοθέτηση της προτάσεως κανονισμού.
Νομικό πλαίσιο
3.
Ο κανονισμός 384/96, ήτοι ο ισχύων βασικός κανονισμός που διέπει την επιβολή μέτρων αντιντάμπινγκ εκ μέρους της Κοινότητας, εκδόθηκε εν μέρει για να προσαρμοστεί η πρακτική στις νέες διεθνείς υποχρεώσεις που απορρέουν από τον «κώδικα αντιντάμπινγκ» το 1994, ο οποίος θεσπίστηκε στο πλαίσιο των πολυμερών εμπορικών διαπραγματεύσεων του κύκλου της Ουρουγουάης ( 4 ). Τόσο ο κώδικας αυτός όσο και ο βασικός κανονισμός περιέχουν διατάξεις τις οποίες οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ως λυσιτελείς για την προστασία των δικαιωμάτων των καταγγελλόντων.
Ο κώδικας αντιντάμπινγκ
4.
Το άρθρο 6, παράγραφος 9, του κώδικα αντιντάμπινγκ προβλέπει ότι πριν τη διατύπωση τελικού συμπεράσματος και αρκετά ενωρίς ώστε τα μέρη να έχουν τον χρόνο για την υπεράσπιση των συμφερόντων τους, οι αρχές «ενημερώνουν όλους τους ενδιαφερομένους σχετικά με τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία πρόκειται να λάβουν υπόψη τους και στα οποία στηρίζεται η απόφαση για την εφαρμογή ή μη οριστικών μέτρων».
5.
Το άρθρο 9, παράγραφος 1, ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Η απόφαση περί της επιβολής ή μη δασμού αντιντάμπινγκ σε περιπτώσεις κατά τις οποίες συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις για την επιβολή [...] [είναι απόφαση την οποία] λαμβάνουν οιαρχές του εισάγοντος μέλους. Καλό είναι η επιβολή να έχει προαιρετικό χαρακτήρα στο έδαφος όλων των μελών [...]».
6.
Σύμφωνα με το άρθρο 12, παράγραφος 2, πρέπει να εκδίδεται δημόσια ανακοίνωση για κάθε προκαταρκτικό ή οριστικό συμπέρασμα, είτε καταφατικό είτε αποφατικό, η οποία να αναφέρει με τη δέουσα σαφήνεια τα πορίσματα και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι αρχές που διενεργούν την έρευνα σχετικά με όλες τις αποφασιστικής σημασίας πραγματικές ή νομικές παραμέτρους της υπόθεσης.
7.
Το άρθρο 13 αφορά τον δικαστικό έλεγχο. Απαιτεί από τα μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) να θεσπίζουν ένδικες ή ισοδύναμες διαδικασίες ώστε να είναι δυνατός, μεταξύ άλλων, ο άμεσος έλεγχος «των πράξεων της διοίκησης που αναφέρονται στη διατύπωση των οριστικών συμπερασμάτων».
Ο βασικός κανονισμός
8.
Δυνάμει του βασικού κανονισμού, η Επιτροπή, κατόπιν διαβουλεύσεως με τη συμβουλευτική επιτροπή στην οποία εκπροσωπούνται τα κράτη μέλη, διενεργεί έρευνες σχετικά με το ντάμπινγκ και μπορεί να επιβάλλει προσωρινούς δασμούς, ενώ το Συμτ βούλιο μπορεί να επιβάλλει οριστικούς δασμούς.
9.
Το άρθρο 5 αφορά την κίνηση της διαδικασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, η έναρξη έρευνας προϋποθέτει καταγγελία υποβληθείσα εξ ονόματος της κοινοτικής βιομηχανίας. Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 9, αν υπάρχουν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία τα οποία δικαιολογούν την έναρξη της σχετικής διαδικασίας, η Επιτροπή πρέπει να κινήσει τη σχετική διαδικασία εντός 45ημερών αν τα αποδεικτικά στοιχεία είναι ανεπαρκή, τούτο πρέπει να γνωστοποιηθεί στον καταγγέλλοντα εντός της ίδιας προθεσμίας.
10.
Το άρθρο 6 αφορά την έρευνα. Οι παράγραφοι 5,6 και 7 προβλέπουν την ενημέρωση και την ακρόαση των ενδιαφερομένων μερών. Το άρθρο 6, παράγραφος 9, ορίζει τα εξής: «Για διαδικασίες κινηθείσες κατά το άρθρο 5, παράγραφος 9, η έρευνα περατούται ή δυνατόν εντός έτους. Οι έρευνες περατούνται εντός δέκα πέντε μηνών από την έναρξη της διαδικασίας [...]».
11.
Το άρθρο 9 επιγράφεται «Περάτωση χωρίς τη λήψη μέτρων επιβολή οριστικών δασμών». Συμφωνά με το άρθρο 9, παράγραφος 2, όταν δεν είναι αναγκαία η λήψη μέτρων η διαδικασία περατούται. Το άρθρο 9, παράγραφος 4, ορίζει τα εξής: «Όταν από τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά έχουν διαπιστωθεί τελικώς, προκύπτει ότι υπάρχει ντάμπινγκ και ότι εξ αυτού προκαλείται ζημία, καθώς και ότι το συμφέρον της Κοινότητας επιβάλλει επέμτ βάση σύμφωνα με το άρθρο 21, το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με απλή πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής και μετά από διαβουλεύσεις στο πλαίσιο της συμβουλευτικής επιτροπής, επιβάλλει οριστικό δασμό αντιντάμπινγκ. [...]»
Το πλαίσιο της διαδικασίας
12.
Στις 8 Ιανουαρίου 1996, η επιτροπή βιομηχανιών βάμβακος και συναφών κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως (Eurocoton) υπέβαλε στην Επιτροπή καταγγελία σύμφωνα με την οποία οι εισαγωγές αλεύκαστων βαμβακερών υφασμάτων καταγωγής ορισμένων χωρών πραγματοποιούνταν με πρακτικές ντάμπινγκ, προξενώντας σημαντική ζημία στην κοινοτική βιομηχανία.
13.
Στις 21 Φεβρουαρίου 1996, η Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση για την έναρξη διαδικασία αντιντάμπινγκ ( 5 ). Στις 18 Νοεμτ βρίου 1996, η Επιτροπή εξέδωσε κανονισμό για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ ( 6 ). Κατόπιν, στις 21 Απριλίου 1997, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση κανονισμού του Συμβουλίου για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ ( 7 ).
14.
Η προθεσμία των δεκαπέντε μηνών που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού έληξε στις 21 Μαΐου 1997. Κατά την ημερομηνία αυτή, το Συμβούλιο δημοσίευσε ένα ανακοινωθέν Τύπου το οποίο ανέφερε τα εξής ( 8 ):
«Μετά το πέρας της έγγραφης διαδικασίας σχετικά με την επιβολή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ επί βαμβακερών υφασμάτων καταγωγής ορισμένων τρίτων χωρών, η οποία περατώθηκε στις 16 Μαΐου, χωρίς να καταλήξει σε συγκεκριμένη απόφαση, η γαλλική αντιπροσωπεία ενέμεινε εκ νέου στην ανάγκη λήψεως ανάλογων μέτρων.»
15.
Στις 23 Ιουνίου 1997, η Eurocoton ζήτησε να της επιβεβαιωθεί ότι το Συμβούλιο είχε αποφασίσει να απορρίψει την πρόταση της Επιτροπής ή/και να της αποσταλεί αντίγραφο της αποφάσεως ή των πρακτικών που περιείχαν την απόφαση αυτή. Την επομένη, η Eurocoton έλαβε απάντηση αναφέρουσα ότι το Συμβούλιο, με έγγραφη διαδικασία περα-τωθείσα στις 16 Μαΐου 1997, διαπίστωσε την έλλειψη της αναγκαίας απλής πλειοψηφίας για την έκδοση του εν λόγω κανονισμού.
16.
Κατόπιν αυτού, στις 18 Ιουλίου 1997, οι αναιρεσείοντες ( 9 ) άσκησαν προσφυγή ενώπιον του Πρωτοδικείου και ζήτησαν απ' αυτό
—
να ακυρώσει την απόφαση του Συμβουλίου με την οποία απορρίφθηκε η πρόταση κανονισμού που υπέβαλε η Επιτροπή για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ και
—
να υποχρεώσει το Συμβούλιο να καταβάλει αποζημίωση για τη ζημία που υπέστησαν οι προσφεύγουσες λόγω της παράνομης αυτής απορρίψεως.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
Η προσφυγή ακυρώσεως
17.
Το Συμβούλιο αμφισβήτησε το παραδεκτό της προσφυγής ακυρώσεως προβάλλοντας τρεις λόγους, από τους οποίους το Πρωτοδικείο εξέτασε μόνον ένα — την έλλειψη πράξεως δυναμένης να προσβληθεί — με τις σκέψεις 39 έως 64 της αποφάσεως οι οποίες έχουν ως εξής.
18.
Το Συμβούλιο θεώρησε ότι, ενώ ένας κανονισμός περί επιβολής οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ αποτελεί σαφώς πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, τούτο δεν συμβαίνει κατ' ανάγκην οσάκις η πρόταση δεν υιοθετείται από το Συμβούλιο· κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται αυτοτελώς.
19.
Η Συνθήκη δεν επιβάλλει στο Συμβούλιο να υιοθετεί τις προτάσεις της Επιτροπής, ούτε ο βασικός κανονισμός παρέχει στους καταγγέλλοντες δικαίωμα να ζητούν από το Συμβούλιο την υιοθέτηση της προτάσεως. Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι «είναι δυνατόν» να επιβάλλεται δασμός και το άρθρο 9, παράγραφος 4, προβλέπει ότι το Συμβούλιο επιβάλλει οριστικό δασμό «αποφασίζοντας με απλή πλειοψηφία κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής» — πράγμα το οποίο συνεπάγεται κατ' ανάγκην ότι η πρόταση δεν θα υιοθετηθεί αν μόνο μια μειοψηφία κρατών μελών θεωρεί ότι πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις. Το άρθρο 6, παράγραφος 9, καθορίζει μια ανώτατη διάρκεια για τις έρευνες, αλλά δεν επιβάλλει στο Συμβούλιο να υιοθετεί την πρόταση της Επιτροπής· μοναδικός σκοπός του είναι να αποφεύγονται οι υπερβολικά μακρές διαδικασίες και να παρέχεται έτσι η δυνατότητα στα ενδιαφερόμενα μέρη να γνωρίζουν εντός εύλογης προθεσμίας τις ενέργειες που πρόκειται να αναληφθούν.
20.
Ομοίως, ο κώδικας αντιντάμπινγκ δεν υποχρεώνει το Συμβούλιο να επιβάλλει οριστικούς δασμούς. Απλώς καθορίζει τις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προκειμένου ένα συμβαλλόμενο μέρος να μπορεί να επιβάλει δασμούς και να επηρεάσει έτσι τις εξαγωγές από άλλο συμβαλλόμενο κράτος. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, ορίζει ότι: «καλό είναι η επιβολή [δασμών αντιντάμπινγκ] να έχει προαιρετικό χαρακτήρα».
21.
Το Πρωτοδικείο έκρινε εν συνεχεία ότι κάθε μέτρο το οποίο παράγει δεσμευτικά έννομα αποτελέσματα και επηρεάζει τα συμφέροντα του προσφεύγοντος μεταβάλλοντας κατά τρόπο σαφή την έννομη κατάσταση του — ήτοι όλα τα μέτρα που λαμτβάνουν τα θεσμικά όργανα, ανεξαρτήτως της φύσεως ή της μορφής τους, τα οποία σκοπούν στην παραγωγή εννόμων αποτελεσμάτων — μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
22.
Στην υπό κρίση περίπτωση, ουδέν μέτρον ελήφθη και η διαπίστωση και μόνον ότι δεν επιτεύχθηκε η πλειοψηφία δεν αποτελεί, καθ' εαυτήν, πράξη δυνάμενη να προσβληθεί.
23.
Απαντώντας στο επιχείρημα των αναι-ρεσειόντων ότι δεν θα τους παρείχετο έννομη προστασία αν η προσφυγή ακυρώσεως κρινόταν απαράδεκτη, το Πρωτοδικείο παρατήρησε ότι ο δικαστικός έλεγχος τον οποίον δικαιούνται πρέπει να προσιδιάζει στη φύση των εξουσιών που ανατίθενται αποκλειστικά στα όργανα της Κοινότητας. Όσον αφορά τον έλεγχο καταγγελίας και τις ενέργειες που πρέπει να αναληφθούν, η θέση της Επιτροπής δεν μπορεί να συγκριθεί με τη θέση του Συμβουλίου. Το Συμβούλιο πρέπει να εγγράψει κάθε πρόταση κανονισμού για την επιβολή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ στην ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων του, αλλά δεν υποχρεούται να υιοθετήσει την πρόταση αυτή. Ακόμη και αν η παράλειψη υιοθετήσεως της προτάσεως ήταν για οποιοδήποτε λόγο παράνομη, οι αναιρεσείοντες θα εξακολουθούσαν να έχουν τη δυνατότητα να ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως — πράγμα το οποίο και έπραξαν εν προκειμένω.
24.
Κατά συνέπεια, η προσφυγή ακυρώσεως απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
25.
Ωστόσο, το Πρωτοδικείο εξέτασε επιπροσθέτως ένα επιχείρημα που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες με τις παρατηρήσεις τους σχετικά με την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Συμβούλιο, θέτοντας θέμα νομιμότητας της αρνητικής πράξεως που κατ' αυτούς προέκυπτε από τη λήξη της προθεσμίας των δεκαπέντε μηνών που καθορίζει το άρθρο 6, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού. Το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε ως απαράδεκτο, με το αιτιολογικό ότι δεν είχε προβληθεί με την προσφυγή, αλλά το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, εν πάση περιπτώσει, η απλή λήξη της προθεσμίας δεν συνιστά απόφαση του Συμβουλίου δυνάμενη να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής ακυρώσεως.
Η αγωγή αποζημιώσεως
26.
Με τις σκέαμεις 86 έως 92 της αναιρεσι-βαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο παρατήρησε εκ νέου ότι το Συμβούλιο δεν είχε την υποχρέωση να υιοθετήσει την πρόταση και ότι οι αναιρεσείοντες δεν μπορούσαν να αξιώσουν από το Συμβούλιο να υιοθετήσει την πρόταση αυτή. Τα επιχειρήματα σύμφωνα με τα οποία το Συμβούλιο δεν έλαβε υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε η Επιτροπή, οπότε προσέβαλε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη και τα δικαιώματα άμυνας των αναιρεσειόντων και δεν διατύπωσε προσήκουσα αιτιολογία, και τα οποία στηρίζονται στην εσφαλμένη βάση ότι υφίστατο ένα τέτοιο δικαίωμα, απορρίφθηκαν από το Πρωτοδικείο.
27.
Ειδικότερα, η μόνη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που μπορούσε να υπάρξει ήταν ως προς το ότι το Συμβούλιο έπρεπε να εξετάσει την υπόθεση προσεκτικά, από κανένα δε στοιχείο δεν προκύπτει ότι το Συμβούλιο δεν το έπραξε αυτό· μόνο δε τα μέτρα που πράγματι λαμβάνονται πρέπει να αναφέρουν τους λόγους στους οποίους στηρίζονται — εν προκειμένω όμως ουδεμία πράξη εκδόθηκε.
Η αίτηση αναιρέσεως
28.
Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τέσσερις λόγους:
i)
το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 230 ΕΚ και παραβίασε τη γενική αρχή της συνοχής θεωρώντας ότι δεν υφίστατο πράξη δυνάμενη να προσβληθεί,
ii)
παρέβη το άρθρο 19 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και το άρθρο 44 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου θεωρώντας ότι το επιχείρημα σχετικά με τη λήξη της προθεσμίας των δεκαπέντε μηνών αποτελούσε νέο επιχείρημα προβληθέν στο πλαίσιο των παρατηρήσεων επί της ενστάσεως απαραδέκτου,
iii)
παρέβη επίσης το άρθρο 230 ΕΚ θεωρώντας ότι η λήξη της προθεσμίας των δεκαπέντε μηνών δεν συνιστούσε απόφαση του Συμβουλίου δυνάμενη να προσβληθεί,
iν)
παρέβη τα άρθρα 253 ΕΚ και 288 ΕΚ και παραβίασε τη γενική αρχή της συνοχής απορρίπτοντας το επιχείρημα ότι το προσβαλλόμενο μέτρο ήταν παράνομο, θεωρώντας ότι το Συμβούλιο είχε απόλυτη ελευθερία δράσεως,
και ζητούν από το Δικαστήριο να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να κρίνει την αγωγή αποζημιώσεως βάσιμη και να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου για τον καθορισμό και μόνον του ύψους της αποζημιώσεως.
29.
Με τα υπομνήματά τους, οι αναιρεσεί-οντες αφιέρωσαν την πλειονότητα των επιχειρημάτων τους προς στήριξη του πρώτου λόγου· οι αναιρεσείοντες θεωρούν ότι ο τρίτος και ο πρώτος λόγος πρέπει εν πάση περιπτώσει να γίνουν δεκτοί, αν γίνουν δεκτοί ο πρώτος και ο δεύτερος λόγος. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, επί πλέον, ο συνήγορος των αναιρεσειόντων υποστήριξε ότι ο ισχυρισμός τους συνίστατο απλώς στο ότι το Πρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο χαρακτηρίζοντας την εκ μέρους του Συμβουλίου απόρριψη της προτάσεως της Επιτροπής «ως έλλειψη αποφάσεως» και συμπεραίνοντας εν συνεχεία ότι δεν υφίστατο πράξη δυνάμενη να προσβληθεί κατά την έννοια του άρθρου 230 ΕΚ.
30.
Σημειωτέον περαιτέρω ότι οι αναιρεσεί-οντες υποστήριξαν ρητώς ότι δεν αμφισβητούν την κρίση του Πρωτοδικείου ότι το Συμβούλιο δεν ήταν υποχρεωμένο να υιοθετήσει την πρόταση της Επιτροπής, τονίζοντας απλώς ότι δεσμευόταν ωστόσο από τις διαδικαστικές και ουσιαστικές απαιτήσεις του βασικού κανονισμού.
31.
Τα προβληθέντα επιχειρήματα είναι σε γενικές γραμμές τα ακόλουθα.
Πρώτος λόγος αναιρέσεως
32.
Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν μια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου σύμφωνα με την οποία, οσάκις ένα θεσμικό όργανο ενεργεί στο πλαίσιο διαδικασίας διεπομένης από κοινοτικό κανονισμό ο οποίος απονέμει διαδικαστικά δικαιώματα στους εμπλεκόμενους ιδιώτες, κάθε ενέργεια που ισοδυναμεί με το να τεθεί η υπόθεση στο αρχείο αποτελεί πράξη υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο βάσει του άρθρου 230 ΕΚ ( 10 ). Τέτοια ήταν η κατάσταση στην παρούσα υπόθεση λόγω είτε της αποφάσεως του Συμβουλίου να μην υιοθετήσει την πρόταση της Επιτροπής — μια δήλωση περί του ότι δεν επετεύχθη η απαιτούμενη πλειοψηφία ισοδυναμεί με δήλωση ότι τα κράτη μέλη ψήφισαν κατά της υιοθετήσεως της προτάσεως — είτε της λήξεως της προθεσμίας των δέκα πέντε μηνών.
33.
Ο βασικός κανονισμός πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τον κώδικα αντιντά-μπινγκ, του οποίου το άρθρο 9, παράγραφος 1, δεν διακρίνει μεταξύ αποφάσεων περί επιβολής δασμών και αποφάσεων που οδηγούν στη μη επιβολή τους. Σύμφωνα με το άρθρο 13 του κώδικα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις πρέπει να μπορεί να διενεργηθεί δικαστικός έλεγχος. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει μέτρα ληφθέντα υπό διάφορες περιστάσεις, συμπεριλαμβανομένων περιπτώσεων στις οποίες ο καταγγέλλων δεν ήταν ικανοποιημένος με τον οριστικό δασμό ( 11 ), ή στις οποίες το Συμβούλιο ( 12 ) ή η Επιτροπή ( 13 ) έλαβε απόφαση με την οποία τέθηκε ρητώς τέρμα στη διαδικασία. Πρέπει επίσης να υπάρχει πράξη δυνάμενη να προσβληθεί οσάκις το Συμβούλιο δεν υιοθετεί πρόταση της Επιτροπής περί ακυρώσεως ή μειώσεως δασμών κατόπιν αναθεωρήσεως, δεδομένου ότι, σε αντίθετη περίπτωση, τα δικαιώματα των εξαγωγέων τα οποία εγγυάται ο κώδικας αντιντάμπινγκ δεν θα γίνονταν σεβαστά ( 14 ).
34.
Το Πρωτοδικείο, κρίνοντας ότι το άρθρο 6, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού έχει ως μοναδικό σκοπό να εμποδίσει τις εξαιρετικά μακρές διαδικασίες, δεν μπορεί να εννούσε ότι το Συμβούλιο εξακολουθούσε να μπορεί να ενεργήσει μετά τους δέκα πέντε μήνες, καθόσον το αντίθετο απορρέει σαφώς από το άρθρο 6, παράγραφος 9, ούτε ότι οι καταγγέλλοντες θα έπρεπε να καλέσουν το Συμβούλιο να ενεργήσει σύμφωνα με το άρθρο 232 ΕΚ, πράγμα το οποίο θα συνεπαγόταν σύγκρουση μεταξύ των προθεσμιών που καθορίζουν οι δύο διατάξεις. Το συμπέρασμα που απομένει, ήτοι ότι η λήξη της προθεσμίας των δέκα πέντε μηνών δεν μπορούσε να προσδώσει την ιδιότητα της αποφάσεως στην εκ μέρους του Συμβουλίου παράλειψη υιοθετήσεως της προτάσεως, δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 9, η μη υιοθέτηση αυτή, ανεξάρτητα από τις περιστάσεις, είναι οριστική.
35.
Τέλος, το Πρωτοδικείο δεν επιδεικνύει λογική συνοχή κρίνοντας ότι οι αναιρεσείοντες δεν στερούνταν έννομης προστασίας ως δυνάμενοι να ασκήσουν αγωγή ακυρώσεως, καθόσον αν το Συμβούλιο δεν είχε υποχρέωση να ενεργήσει δεν θα μπορούσε να υπάρχει δικαίωμα επί αποζημιώσεως και αν δεν υπήρχε πράξη δεν θα μπορούσε να υπάρχει υποχρέωση αιτιολογήσεως. Η συλλογιστική του Πρωτοδικείου ήταν συνεπώς αυτοαναιρούμενη ή κυκλική, συνιστώσα παράβαση του άρθρου 230 ΕΚ και παραβίαση της γενικής αρχής της συνοχής.
36.
Το Συμβούλιο αμφισβητεί το ότι υφίσταται κάποια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου σύμφωνα με την οποία η έκβαση μιας διοικητικής διαδικασίας πρέπει αναγκαστικά να συνίσταται στην έκδοση πράξεως δυναμένης να προσβληθεί.
37.
Πρώτον, η έκδοση κανονισμού αντιντάμπινγκ προϋποθέτει διοικητικές ενέργειες σε επίπεδο Επιτροπής, αλλά νομοθετική διαδικασία στο πλαίσιο του Συμβουλίου. Δεν μπορεί να γίνει σύγκριση με άλλες διαδικασίες λήψεως αποφάσεως, όπως στον τομέα του ανταγωνισμού, στον οποίο η Επιτροπή λαμβάνει διοικητική απόφαση για να περατώσει τη σχετική με ένα φάκελο διαδικασία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Συμβούλιο ενήργησε δυνάμει των νομοθετικών εξουσιών του και ουδεμία έλαβε απόφαση.
38.
Δεύτερον, το γεγονός ότι υπάρχει η δυνατότητα ελέγχου στην περίπτωση κατά την οποία τα κοινοτικά όργανα αποφασίζουν να περατώσουν τη σχετική με κάποιο φάκελο διαδικασία χωρίς να προβούν σε έρευνα δεν σημαίνει ότι κάθε περίπτωση που ένας φάκελος τίθεται στο αρχείο χωρίς να δοθεί συνέχεια ισοδυναμεί με πράξη υποκείμενη σε έλεγχο, στη δε συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρξε πράγματι καμία τέτοια πράξη.
39.
Όσον αφορά τα επιχειρήματα που βασίζονται στον κώδικα αντιντάμπινγκ, καταρχάς, οι αναιρεσείοντες δεν μπορούν να επικαλούνται ευθέως τον κώδικα αυτόν ( 15 ).
40.
Δεύτερον, ο κώδικας αποσκοπεί στον καθορισμό των ορίων εντός των οποίων τα μέλη του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) μπορούν να επιβάλλουν δασμούς αντιντάμπινγκ, θεσπίζοντας κανόνες προς το συμφέρον των παραγωγών και των εξαγωγέων των οποίων τα αγαθά θα μπορούσαν να επηρεαστούν η κοινοτική βιομηχανία δεν μπορεί να επικαλείται τους κανόνες αυτούς προς όφελος της.
41.
Τρίτον, ορθώς το Πρωτοδικείο συμπέρανε από την έκφραση «καλό είναι η επιβολή να έχει προαιρετικό χαρακτήρα» ότι ουδεμία υποχρέωση επιβάλλεται στα μέλη του ΠΟΕ όσον αφορά την επιλογή της αρμόδιας αρχής ή τη φύση και τη διάρθρωση της αποφάσεως περί επιβολής ή μη επιβολής δασμού. Το άρθρο 9, παράγραφος 1, δεν αποκλείει συντρέχουσα διοικητική/νομοθετική αρμοδιότητα μεταξύ της Επιτροπής και του Συμβουλίου. Στο κοινοτικό σύστημα, η νομοθετική φύση της διαδικασίας λήψεως αποφάσεως στο πλαίσιο του Συμβουλίου, ειδικότερα η ανάγκη επιτεύξεως της απαιτούμενης πλειοψηφίας σχετικά με πρόταση της Επιτροπής, σημαίνει ότι δεν μπορεί να υφίσταται έννομη πράξη δυνάμενη να προσβληθεί σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση.
42.
Το επιχείρημα των αναιρεσειόντων δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στο άρθρο 12, παράγραφος 2, ούτε στο άρθρο 13· το άρθρο 12, παράγραφος 2, αφορά την υποχρέωση εκδόσεως δημόσιας ανακοινώσεως σε περίπτωση οριστικού συμπεράσματος, είτε καταφατικού είτε αποφατικού, το δε άρθρο 13 επιβάλλει τον δικαστικό έλεγχο «των πράξεων της διοίκησης που αναφέρονται στη διατύπωση των οριστικών συμπερασμάτων», κανένα όμως από τα δύο άρθρα αυτά δεν επιβάλλει την συναγωγή οριστικών συμπερασμάτων σε κάθε δυνατή περίπτωση.
43.
Το Συμβούλιο αρνείται ότι υπάρχει αυτοαναιρούμενη ή κυκλική συλλογιστική στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τη δυνατότητα υπάρξεως αποζημιώσεως παρά την έλλειψη πράξεως δυναμένης να προσβληθεί. Ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι δεν μπορούσε να υπάρχει υποχρέωση αιτιολογήσεως εφόσον ουδεμία πράξη εξέδωσε το Συμβούλιο, αλλά τούτο δεν εμποδίζει την ύπαρξη άλλων διαδικαστικών πλημμελειών δυναμένων να προσβληθούν, όπως είναι η προσβολή του δικαιώματος ακροάσεως, στην οποία θα μπορούσε να στηριχθεί αγωγή αποζημιώσεως.
Οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως
44.
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες εντάσσουν την πρωτοδίκως προβληθείσα επιχειρηματολογία τους στα συμφραζόμενά της προκειμένου να αποδείξουν ότι το επιχείρημα σχετικά με την προθεσμία των δέκα πέντε μηνών που διατύπωσαν με τις παρατηρήσεις τους επί της ενστάσεως απαραδέκτου του Συμβουλίου αποτελούσε απλώς διευκρίνιση των ισχυρισμών τους κατά της αποφάσεως περί μη υιοθετήσεως της προτάσεως της Επιτροπής, οποιαδήποτε μορφή και αν είχε λάβει η απόφαση αυτή.
45.
Το Συμβούλιο αμφισβητεί ότι κακώς το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα αυτό ως απαράδεκτο. Οι αναιρεσείοντες, πριν από τις παρατηρήσεις τους επί της πρωτοδίκως προβληθείσας ενστάσεως απαραδέκτου, είχαν ισχυριστεί ότι την προσβαλλόμενη πράξη συνιστούσε η έκβαση της έγγραφης διαδικασίας της 16ης Μαΐου 1997 — πράγμα που αποτελεί διαφορετική κατάσταση και διαφορετικό χρονικό σημείο από τη λήξη της προθεσμίας των δέκα πέντε μηνών. Το αντικείμενο της αμφισβητήσεως τους δεν επανορίστηκε από το γεγονός ότι ως συνιστώσα το αντικείμενο αυτό ανέφεραν γενικώς και την απόφαση του Συμβουλίου περί απορρίψεως της προτάσεως της Επιτροπής, ουδόλως δε ήταν σαφές ότι στρέφονταν κατά της αποφάσεως ανεξαρτήτως της μορφής την οποία είχε λάβει. Συνεπώς, το μετέπειτα επιχείρημα που στηρίζεται στη λήξη της προθεσμίας των δέκα πέντε μηνών αποτελούσε νέο επιχείρημα, το οποίο προβλήθηκε εκπροθέσμως.
46.
Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι αναι-ρεσείοντες επισημαίνουν ότι, μετά τη λήξη της προθεσμίας των δέκα πέντε μηνών, ήταν σαφές ότι ο φάκελος είχε κλείσει οριστικά και ότι έπρεπε να είχε υπάρξει απόφαση δυνάμενη να προσβληθεί· συνεπώς, η νομολογία και τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν στο πλαίσιο του πρώτου λόγου είναι λυσιτελή. Τέλος, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, ισχυρίζονται ότι αν γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, εξαφανίζεται η βάση για την απόρριψη του αιτήματος περί αποζημιώσεως.
Παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως
47.
Προτού εξετάσω κατ' ουσίαν τα επιχειρήματα αυτά, είναι αναγκαίο να εξεταστεί το παραδεκτό τους, το οποίο αμφισβητήθηκε εν μέρει από το Συμβούλιο.
48.
Το Συμβούλιο ισχυρίζεται κατ' ουσίαν ότι
—
ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι ασαφής και επαναλαμβάνει επιχειρήματα προβληθέντα πρωτοδίκως — κατά παράβαση του άρθρου 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου και της πάγιας σχετικής νομολογίας ( 16 ),
—
στον ίδιο λόγο αναιρέσεως, το επιχείρημα που στηρίζεται στον κώδικα αντιντάμπινγκ είναι νέο και δεν προβλήθηκε πρωτοδίκως — κατά παράβαση, ειδικότερα, του άρθρου 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας και της πάγιας σχετικής νομολογίας ( 17 ), και
—
ο τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος καθόσον είναι άσχετος για την εκδίκαση της αιτήσεως αναιρέσεως.
49.
Κατά τη γνώμη μου, δεν πρέπει να γίνουν δεκτές οι αντιρρήσεις αυτές.
50.
Όσον αφορά το πρώτο επιχείρημα, αληθεύει βεβαίως ότι «από τα άρθρα [225 ΕΚ], 51. πρώτο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου και η 112, παράγραφος 1, στοιχείο γ', του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να παραθέτει επακριβώς τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως της οποίας ζητείται η αναίρεση, καθώς και τα νομικά επιχειρήματα που στηρίζουν κατά τρόπο συγκεκριμένο το αίτημα αυτό [...] δεν πληροί την επιταγή αυτή η αίτηση αναιρέσεως η οποία, χωρίς να περιέχει επιχειρηματολογία αποσκοπούσα ειδικώς στον προσδιορισμό της πλάνης περί το δίκαιο την οποία ενέχει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, περιορίζεται στην επανάληψη των λόγων και των επιχειρημάτων που έχουν ήδη προβληθεί ενώπιον του Πρωτοδικείου. Συγκεκριμένα, μια τέτοια αίτηση αναιρέσεως αποτελεί στην πραγματικότητα αίτηση για απλή επανεξέταση της ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής, πράγμα που δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου» ( 18 ).
51.
Ωστόσο, η αίτηση αναιρέσεως στην παρούσα υπόθεση αναφέρει σαφώς το στοιχείο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως το οποίο αμφισβητείται — ήτοι ότι το Συμβούλιο δεν εξέδωσε πράξη δυνάμενη να προσβληθεί — και τις σκέψεις της αποφάσεως που περιέχουν το στοιχείο αυτό. Με την αίτηση αναιρέσεως διατυπώνονται επίσης συγκεκριμένα νομικά επιχειρήματα με τα οποία εξηγείται για ποιο λόγο το Πρωτοδικείο πλανήθηκε συναφώς περί το δίκαιο.
52.
Τα επιχειρήματα αυτά δεν μου φαίνεται να αποτελούν απλή αναπαραγωγή των (συναφών) επιχειρημάτων που διατυπώθηκαν με το υπόμνημα απαντήσεως πρωτοδίκως. Εν πάση περιπτώσει, η απαγόρευση της αναπαραγωγής αυτής αποσκοπεί στη διασφάλιση του ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν χρησιμεύει αποκλειστικά για μια δεύτερη εξέταση των επιχειρημάτων που προβλήθηκαν ειδικότερα με την προσφυγή πρωτοδίκως, αλλά δεν απαγορεύει στον αναιρεσείοντα να υποστηρίξει ότι τα επιχειρήματα που διατυπώθηκαν προς αντίκρουση των επιχειρημάτων του αντιδίκου κακώς απορρίφθηκαν από το Πρωτοδικείο.
53.
Ομοίως δεν συμφωνώ με την αντίρρηση του Συμβουλίου ότι ορισμένα από τα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων είναι ασαφή, καθόσον στηρίζονται σε υποθετική ερμηνεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Θεωρώ ότι οι αναιρεσείοντες απλώς εξετάζουν τη δυνατότητα ότι η αναιρεσιβαλλό-μενη απόφαση θα μπορούσε, από ορισμένες απόψεις, να ερμηνευθεί κατά διαφορετικούς τρόπους.
54.
Το δεύτερο επιχείρημα του Συμβουλίου στηρίζεται στο ότι η αναφορά που κάνουν οι αναιρεσείοντες στις διατάξεις του κώδικα αντιντάμπινγκ είναι απαράδεκτη για τον λόγο ότι κατ' αυτόν τον τρόπο μεταβάλλουν το αντικείμενο της διαδικασίας (άρθρο 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας).
55.
Είναι γεγονός ότι πρωτοδίκως ( 19 ) οι αναι-ρεσείοντες φαίνεται ότι αναφέρθηκαν στον κώδικα αντιντάμπινγκ μόνο προς στήριξη του κύριου επιχειρήματός τους ότι το Συμβούλιο παραιτήθηκε από το δικαίωμα να λάβει κάθε άλλο μέτρο πέραν αυτού που πρότεινε η Επιτροπή — επιχείρημα το οποίο έχει πλέον εγκαταλειφθεί — αλλά όχι ( 20 ) όταν αντέκρουσαν το επιχείρημα του Συμβουλίου ότι η έκβαση της έγγραφης διαδικασίας της 16ης Μαΐου 1997 δεν αποτελούσε πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, πράγμα το οποίο αποτελεί το πλαίσιο εντός του οποίου γίνεται η σχετική αναφορά στην αναιρετική διαδικασία.
56.
Ωστόσο, θεωρώ ότι από την αίτηση αναιρέσεως τους ( 21 ) προκύπτει ότι τώρα επικαλούνται τον κώδικα αντιντάμπινγκ αποκλειστικά ως κανόνα από τον οποίο δεν μπορεί να αποστεί το κοινοτικό δίκαιο, όπως αυτό υλοποιείται με τον βασικό κανονισμό, και όχι ως ξεχωριστό κανόνα ο οποίος πρέπει να τηρηθεί ανεξαρτήτως. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, ο συνήγορος των αναιρεσειόντων διευκρίνισε ότι προέβαλαν την ύπαρξη των βάσει του κώδικα υποχρεώσεων της Κοινότητας ως στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη για να ερμηνευθεί ο βασικός κανονισμός και για να αποφασιστεί αν η ενέργεια του Συμβουλίου αποτελούσε πράγματι πράξη δυνάμενη να προσβληθεί. Με άλλα λόγια, επιδιώκουν να ενισχύσουν το επιχείρημά τους που στηρίζεται στον βασικό κανονισμό τονίζοντας το ότι ο κανονισμός αυτός δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο ασύμβατο προς τις διατάξεις του κώδικα οι οποίες εξετάστηκαν πρωτοδίκως.
57.
Υπό τις συνθήκες αυτές, θεωρώ ότι πρέπει να απορριφθεί το τμήμα αυτό του λόγου αναιρέσεως ως απαράδεκτο, μολονότι, όπως θα εξηγήσω κατωτέρω, δεν πιστεύω ότι οι αναιρεσείοντες μπορούν να αντλήσουν κάποιο όφελος απ' αυτό.
58.
Με το τελευταίο επιχείρημά του περί του παραδεκτού, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι δεν έχει σημασία αν το Πρωτοδικείο κακώς απέρριψε ως εκπρόθεσμο το επιχείρημα ότι η λήξη της προθεσμίας των δέκα πέντε μηνών ισοδυναμούσε με αρνητική απόφαση: αν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως γίνει δεκτός, παρέλκει η εξέταση του τρίτου· αν απορριφθεί, τότε ο τρίτος λόγος, ο οποίος στηρίζεται στα ίδια επιχειρήματα, πρέπει επίσης να απορριφθεί.
59.
Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι μπορεί συναφώς να υπάρξει ένσταση απαραδέκτου. Αν ο λόγος αναιρέσεως δεν επηρεάζει την έκβαση της διαφοράς, δεν πρέπει πράγματι να εξεταστεί και δεν απαιτείται καμία απόφαση περί του παραδεκτού του· αν, αντιθέτως, ο λόγος αυτός είναι λυσιτελής, εκλείπει η προβαλλόμενη βάση της ενστάσεως απαραδέκτου.
Το βάσιμο της αιτήσεως αναιρέσεως
Ο βαθμός στον οποίο μπορεί να γίνει επίκληση του κώδικα αντιντάμπινγκ
60.
Μπορεί να είναι σκόπιμο να εξεταστεί πρώτα το κατά πόσον οι αναιρεσείοντες μπορούν να επικαλεστούν τον κώδικα αντιντάμπινγκ προς στήριξη του κύριου λόγου αναιρέσεως. Κατέληξα ήδη στο συμπέρασμα ότι οι αναφορές τους στο νομοθέτημα αυτό δεν είναι τυπικά απαράδεκτες βάσει του άρθρου 113, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας. Ωστόσο, το Συμβούλιο ισχυρίζεται επί πλέον ότι εν πάση περιπτώσει οι προσφεύγοντες ή οι αναιρε-σείοντες δεν μπορούν να επικαλούνται τον κώδικα ομοίως, ο κώδικας αυτός, ως εκ της φύσεως του, δεν μπορεί να ωφελήσει την κοινοτική βιομηχανία.
61.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο, μολονότι οι διάδικοι δεν μπορούν να επικαλεστούν ευθέως τις διατάξεις του κώδικα αντιντάμπινγκ καθεαυτές, είναι ωστόσο συχνά προσήκον — μάλιστα δε και αναγκαίο — να ερμηνευθεί ο βασικός κανονισμός υπό το φως των διατάξεων αυτών ( 22 ).
62.
Όσον αφορά το δεύτερο σημείο, ωστόσο, συμφωνώ με το Συμβούλιο. Ο σκοπός των εγγυήσεων και των δεσμεύσεων του κώδικα αντιντάμπινγκ συνίσταται στην προστασία των συμφερόντων των προσώπων — των εξαγωγέων, των χωρών εξαγωγής και των εισαγωγέων — των οποίων τα προϊόντα μπορούν να επηρεαστούν από τους δασμούς αντιντάμπινγκ. Τα δικαιώματα των καταγγελλόντων της εγχώριας βιομηχανίας εμπίπτουν στο εσωτερικό δίκαιο.
63.
Είναι αληθές ότι ο κώδικας αντιντάμπινγκ προβλέπει ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (στα οποία πρέπει να συμπεριληφθούν οι καταγγέλλοντες της εγχώριας βιομηχανίας) πρέπει να ενημερώνονται σχετικά με όλες τις αποφάσεις που λαμβάνονται, ότι το άρθρο 13 περί του δικαστικού ελέγχου δεν αποκλείει ρητώς τους καταγγέλλοντες και ότι ο βασικός κανονισμός, και γενικότερα η κοινοτική νομοθεσία περί αντιντάμπινγκ, πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως του κώδικα.
64.
Ωστόσο, ο σκοπός μιας πολυμερούς συμφωνίας ρυθμίζουσας την επιβολή δασμών αντιντάμπινγκ στο παγκόσμιο εμπόριο — όπως είναι το άρθρο VΙ της ΓΣΔΕ 1994 και ο κώδικας αντιντάμπινγκ που εφαρμόζει το άρθρο αυτό — συνίσταται στη διασφάλιση του ότι τέτοιοι δασμοί επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι δικαιολογημένοι και όχι ότι πρέπει να επιβάλλονται εφόσον μπορούν να δικαιολογηθούν ( 23 ). Κατά συνέπεια, αντίθετα προς την κύρια ιδέα του επιχειρήματος των αναιρεσειόντων, υφίσταται μια σύμφυτη ανισορροπία, από την άποψη της προστασίας που παρέχουν τα νομοθετήματα αυτά, μεταξύ της θέσεως εκείνων που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν ζημία λόγω του ντάμπινγκ και της θέσεως εκείνων που φέρονται να ασκούν ντάμπινγκ. Το γεγονός ότι ο βασικός κανονισμός πρέπει να ερμηνεύεται κατά τρόπον ώστε να παρέχονται στους τελευταίους αυτούς όλες οι εγγυήσεις που προβλέπονται στον κώδικα αντιντάμπινγκ ουδεμία βοήθεια μπορεί να παράσχει στους αναιρεσείοντες, οι οποίοι τελούν σε διαφορετική κατάσταση.
65.
Έτσι, ακόμη και αν το κοινοτικό δίκαιο δεν επέτρεπε τον δικαστικό έλεγχο κατά παρακίνηση των καταγγελλόντων της εγχώριας βιομηχανίας σε κάθε περίπτωση στην οποία η καταγγελία δεν κατέληγε στην επιβολή δασμού, τούτο δεν θα ήταν, κατά τη γνώμη μου, αντίθετο προς τον κώδικα αντιντάμπινγκ. Τα επιχειρήματα που διατυπώνονται στο πλαίσιο αυτό δεν πρέπει συνεπώς να μας απασχολήσουν περαιτέρω στην υπό κρίση υπόθεση.
Το παραδεκτό του επιχειρήματος που αφορά την προθεσμία των δέκα πέντε μηνών
66.
Δεδομένου ότι υποστηρίχθηκε ότι η περάτωση της έγγραφης διαδικασίας στις 16 Μαΐου 1997, η λήξη της προθεσμίας των δέκα πέντε μηνών στις 21 Μαΐου ή αμφότερα τα γεγονότα αυτά σε συνδυασμό μπορούσαν να αποτελούν πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, ένα δεύτερο προκαταρκτικό στοιχείο προς εξέταση αποτελεί το ζήτημα αν κακώς το Πρωτοδικείο απέρριψε το επιχείρημα που στηρίζεται στην λήξη της προθεσμίας των δέκα πέντε μηνών, με το αιτιολογικό ότι ήταν απαράδεκτο, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως.
67.
Στην παράγραφο 22 της προσφυγής αναφέρονται τα εξής: «Το προσβαλλόμενο μέτρο [...] συνίσταται στην απόφαση του Συμβουλίου να απορρίψει την πρόταση της Επιτροπής [...] η απόφαση αυτή προέκυψε από την αδυναμία επιτεύξεως απλής πλειοψηφίας υπέρ της προτάσεως [...] Το αποτέλεσμα της έγγραφης διαδικασίας της 16ης Μαΐου 1997 ισοδυναμούσε με απόφαση του Συμβουλίου απορρίπτουσα οριστικώς την πρόταση της Επιτροπής». Στην παράγραφο 73, με το πρώτο αίτημα ζητείται η ακύρωση της «αποφάσεως του Συμβουλίου να απορρίψει την πρόταση της Επιτροπής». Η μοναδική μνεία στην προθεσμία των δέκα πέντε μηνών γίνεται προς στήριξη του επιχειρήματος, το οποίο πλέον έχει ρητώς εγκαταλειφθεί, σύμφωνα με το οποίο το Συμβούλιο δεν είχε τη διακριτική ευχέρεια να μην υιοθετήσει την πρόταση της Επιτροπής.
68.
Το επίδικο επιχείρημα περιλαμβάνεται ωστόσο στις παραγράφους 7 έως 9 των παρατηρήσεων των αναιρεσειόντων επί της ενστάσεως απαραδέκτου, σε απάντηση στον ισχυρισμό του Συμβουλίου ότι η έκβαση της έγγραφης διαδικασίας η οποία περατώθηκε στις 16 Μαΐου 1997 δεν συνιστούσε οριστική απόρριψη της προτάσεως της Επιτροπής, καθόσον το Συμβούλιο μπορούσε (θεωρητικώς τουλάχιστον) να λάβει την απόφαση αυτή οποτεδήποτε μέχρι τις 21 Μαΐου. Οι αναιρεσείοντες υποστήριξαν ότι, στην περίπτωση αυτή (την οποία αμφισβήτησαν με έμφαση), η έννομη κατάσταση τους «επηρεάσθηκε αναμφισβήτητα από το ότι η προθεσμία των δέκα πέντε μηνών έληξε χωρίς το Συμβούλιο να λάβει τα μέτρα που πρότεινε η Επιτορπή» και ότι «το γεγονός ότι το Συμβούλιο άφησε την προθεσμία να παρέλθει χωρίς να υιοθετήσει την πρόταση ισοδυναμούσε με αρνητική πράξη επιβεβαιώνουσα την εκ μέρους του απόρριψη της προτάσεως της Επιτροπής».
69.
Το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι επρόκειτο για νέο επιχείρημα το οποίο δεν είχε προ-βληθείο με την προσφυγή και ήταν συνεπώς απαράδεκτο. Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τώρα ότι στην προσφυγή «ήταν σαφές ότι προσέβαλαν την απόφαση, η οποία υπό οποιαδήποτε μορφή δεν μπορούσε παρά να είναι μόνο μία» και ότι είχαν απαντήσει «προβάλλοντας τη λήξη της προθεσμίας των δέκα πέντε μηνών, όχι ως νέο επιχείρημα, αλλά ως την απόδειξη του ότι ο φάκελος δεν μπορούσε να παραμένει επ' αόριστον εκκρεμής και ότι έπρεπε να είχε ληφθεί οριστική απόφαση, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο».
70.
Θεωρώ ότι είναι πολύ δύσκολο να γίνει δεκτό ότι από την προσφυγή προέκυπτε σαφώς ότι οι αναιρεσείοντες ζητούσαν αρχικώς την ακύρωση είτε μιας αρνητικής αποφάσεως ληφθείσας στις 16 Μαΐου είτε μιας σιωπηρής απορρίψεως της προτάσεως στις 21 Μαΐου.
71.
Ωστόσο, μπορεί έυκολα να θεωρηθεί ότι με την παράγραφο 9 των παρατηρήσεων επί της ενστάσεως απαραδέκτου υποστηρίχθηκε απλώς ότι η απόφαση περί μη υιοθετήσεως της προτάσεως, αν και δεν ήταν οριστική στις 16 Μαΐου, κατέστη οριστική λόγω της μετέπειτα αδράνειας και της λήξεως της προθεσμίας· οι αναιρεσείοντες εξακολουθούσαν να ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως αυτής, αλλά τόνιζαν, αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από το Συμβούλιο, ότι η απόφαση αυτή ήταν οριστική όταν άσκησαν την προσφυγή τους. Το στοιχείο αυτό τονίστηκε πράγματι από τον συνήγορο των αναιρεσειόντων κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση και θεωρώ ότι το επιχείρημα αυτό είναι πειστικό.
72.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο κακώς απέρριψε, με τη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ως νέο, ένα επιχείρημα το οποίο ερμήνευσε εσφαλμένα στη σκέψη 63 ως στρεφόμενο κατά της νομιμότητας μιας πράξεως διαφορετικής από εκείνη κατά της οποίας στρεφόταν η προσφυγή. Επομένως, το επιχείρημα αυτό μπορεί να ληφθεί υπόψη και κατά την παρούσα διαδικασία.
73.
Μπορώ τώρα να εξετάσω το κύριο ζήτημα της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.
Η ορθότητα του συμπεράσματος ότι ουδεμία υπήρξε πράξη δυνάμενη να προσβληθεί
Η ύπαρξη αποφάσεως
74.
Καταρχάς, φαίνεται σαφές ότι κάποια απόφαση ελήφθη στην υπό κρίση υπόθεση — τουλάχιστον με την κοινή σημασία της λέξεως. Αν κατά την περάτωση της έγγραφης διαδικασίας δεν υπήρξε πλειοψηφία υπέρ της προτάσεως, πρέπει να διενεργήθηκε ψηφοφορία και από τα δέκα πέντε κράτη μέλη τα ψηφήσαντα υπέρ της προτάσεως δεν μπορεί να ήταν πάνω από επτά. Το άρθρο 8 του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου ( 24 ) που διέπει την έγγραφη διαδικασία, απαιτεί «έγγραφη ψηφοφορία».
75.
Η κρίση που περιέχεται στη σκέψη 58 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως («μολονότι η υπερψήφιση αποτελεί τη νομική προϋπόθεση βάσει της οποίας εκδίδεται η πράξη, αντιθέτως, η καταψήφιση σημαίνει μόνον το ότι δεν ελήφθη απόφαση») είναι κατά την άποψη μου εσφαλμένη. Το «δεν ελήφθη απόφαση» σημαίνει είτε ότι το Συμβούλιο δεν εξέτασε το ζήτημα είτε ότι, αφού το εξέτασε, δεν μόρφωσε άποψη. Αμφότερες οι περιπτώσεις αυτές αποκλείονται από την ύπαρξη του «αρνητικού αποτελέσματος» που περιγράφεται στο ανακοινωθέν Τύπου ( 25 ) και από τη διαπίστωση ότι δεν επετεύχθη η αναγκαία πλειοψηφία.
76.
Μπορεί περαιτέρω να παρατηρηθεί ότι, στο πλαίσιο μιας νέας διαδικασίας που κινήθηκε από τη Eurocoton αμέσως μετά την αποτυχία της επίμαχης στην παρούσα υπόθεση διαδικασίας, από την οποία προέκυψαν ουσιαστικά τα ίδια αποτελέσματα σε κάθε στάδιο ( 26 ), το ανακοινωθέν Τύπου του Συμβουλίου ( 27 ) που αφορούσε αντίστοιχη συνεδρίαση ανέφερε τα εξής: «Επιβεβαιώνοντας την έλλειψη απλής πλειοψηφίας υπέρ της προτάσεως της Επιτροπής, το Συμβούλιο απέρριψε τον προτεινόμενο κανονισμό [...]». Από τη δήλωση αυτή φαίνεται να προκύπτει ότι το Συμβούλιο δεν είχε καμία αμφιβολία ως προς το ότι, υπό περιστάσεις σχεδόν ακριβώς όμοιες δέκα οκτώ περίπου μήνες αργότερα, είχε λάβει μια απόφαση.
Το λυσιτελές της λήξεως της προθεσμίας των δέκα πέντε μηνών
77.
Ενώπιον του Πρωτοδικείου, το Συμβούλιο υποστήριξε ότι ουδεμία οριστική απόφαση μπορούσε να είχε εκδοθεί στις 16 Μαΐου 1997, δεδομένου ότι εξακολουθούσε να έχει τη δυνατότητα να υιοθετήσει την πρόταση της Επιτροπής μέχρι της 21 Μαΐου. Οι αναιρεσείοντες απάντησαν στον ισχυρισμό αυτό με το επιχείρημα — το οποίο θεώρησα ανωτέρω ότι είναι παραδεκτό — ότι στην περίπτωση αυτή η λήξη της προθεσμίας του άρθρου 6, παράγραφος 9, του βασικού κανονισμού ισοδυναμούσε με αρνητική πράξη επιβεβαιώνουσα την εκ μέρους του Συμβουλίου απόρριψη της προτάσεως. Έκτοτε, το Συμβούλιο δεν ανέπτυξε σημαντικά το αρχικό επιχείρημα του. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, απαντώντας σε ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο, ο εκπρόσωπος του Συμβουλίου διατύπωσε την άποψη ότι η λήξη της προθεσμίας είχε απλώς ως αποτέλεσμα ότι κάθε μετέπειτα υιοθέτηση της προτάσεως θα ήταν παράνομη από την άποψη του βασικού κανονισμού, αλλ' ότι η πρόταση παρέμενε θεωρητικώς (και παραμένει μέχρι και σήμερα) εκκρεμής ενώπιον του Συμβουλίου, οπότε δεν μπορεί να υποστηρίζεται ότι ελήφθη κάποια απόφαση.
78.
Συναφώς, είμαι κατ' ουσίαν σύμφωνος με τους αναιρεσείοντες. Δεδομένου ότι η προθεσμία των δέκα πέντε μηνών δεν είχε λήξει στις 16 Μαΐου 1997, η ληφθείσα αρνητική απόφαση δεν ήταν ίσως οριστική κατά την ημερομηνία αυτή, αλλά κατέστη οριστική στις 21 Μαΐου. Μολονότι η λήξη της προθεσμίας δεν συνιστά ίσως καθεαυτήν απόφαση ή δεν προέκυψε από αυτήν κάποια απόφαση, είχε όμως αναγκαστικά ως συνέπεια το ότι η ήδη ληφθείσα απόφαση δεν μπορούσε πλέον να τροποποιηθεί.
Η δυνατότητα προσβολής της αποφάσεως
79.
Οι αναιρεσείοντες επικαλούνται μια γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου σύμφωνα με την οποία, σε μια διαδικασία διεπόμενη από κανόνες που απονέμουν διαδικαστικά δικαιώματα στα εμπλεκόμενα μέρη, κάθε ενέργεια οργάνου που ισοδυναμεί με το να τεθεί ο φάκελος στο αρχείο χωρίς ανάληψη περαιτέρω ενεργειών αποτελεί πράξη υποκείμενη σε δικαστικό έλεγχο βάσει του άρθρου 230 ΕΚ.
80.
Το Συμβούλιο απαντά ότι η δραστηριότητα του ως νομοθετικής αρχή δεν μπορεί να συγκρίνεται, από την άποψη του δικαστικού ελέγχου, με τη δραστηριότητα της Επιτροπής ως διοικητικής αρχής, οπότε ουδεμία γενική αρχή μπορεί να συναχθεί από τη νομολογία που παραθέτουν οι αναιρεσείοντες και η οποία αφορά κυρίως τη δραστηριότητα της Επιτροπής στον τομέα του ανταγωνισμού.
81.
Κατά την άποψη μου, μια απόφαση όπως αυτή που ελήφθη στην παρούσα υπόθεση πρέπει κατ' αρχήν να μπορεί να ελεγχθεί δικαστικώς.
82.
Σύμφωνα με το άρθρο 230 ΕΚ, το Δικαστήριο ελέγχει τη νομιμότητα των πράξεων που εκδίδουν τα όργανα, εκτός των συστάσεων και γνωμών, κατά δε το Δικαστήριο, η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει όλες τις πράξεις, ανεξάρτητα από τη φύση ή τη μορφή τους, που έχουν δεσμευτική ισχύ ή παράγουν έννομα αποτελέσματα. Με την απόφαση στην υπόθεση AETR ( 28 ), το Δικαστήριο έκρινε ότι η διαδικασία με την οποία το Συμβούλιο καθόρισε μια ειδική διαδικασία διαπραγματεύσεων αποτελούσε πράξη δυνάμενη να προσβληθεί και με τη διάταξη Γαλλία κατά Επιτροπής ( 29 ) έκρινε ότι μπορούσε να ασκηθεί προσφυγή κατά δηλώσεως με την οποία εκφράστηκε «απόφαση της Επιτροπής περί αρνήσεως τροποποιήσεως» μιας προηγουμένης αποφάσεως.
83.
Η απόφαση περί μη υιοθετήσεως της προτάσεως της Επιτροπής που αφορά κανονισμό περί επιβολής του δασμού τον οποίον ζητούσαν οι αναιρεσείοντες παρήγαγε αναμφίβολα «αρνητικά» έννομα αποτελέσματα γι' αυτούς: η εγχώρια παραγωγή τους δεν ετύγχανε πλέον της προστασίας που τους είχε παράσχει ο προσωρινός δασμός και ο μόνος τρόπος να τύχουν εκ νέου μιας τέτοιας προστασίας ήταν να υποβάλουν νέα καταγγελία, πράγμα το οποίο και έπραξαν.
84.
Ακόμη κι αν έπρεπε να θεωρηθεί ότι δεν πρέπει να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο το γεγονός ότι ένα νομοθετικό όργανο δεν κατέληξε σε συμφωνία όσον αφορά την υιοθέτηση μιας αμιγώς νομοθετικής πράξεως, γίνεται κοινώς δεκτό ότι τα μέτρα αντιντά-μπινγκ έχου υβριδική φύση, καθόσον οι διαδικασίες παρουσιάζουν πολλά χαρακτηριστικά μιας διοικητικής διαδικασίας και καθόσον, επί πλέον, τα μέτρα αυτά καθεαυτά επηρεάζουν συνήθως εξατομικευμένα μέρη τα οποία συχνά (όπως στην παρούσα περίπτωση) εμπλέκονται στη διαδικασία ( 30 ).
85.
Έτσι, μολονότι σε περίπτωση επιβολής δασμού αντιντάμπινγκ το τελικό στάδιο της διαδικασίας λαμβάνει τη μορφή νομοθετικής πράξεως η οποία παράγει τόσο ατομικά όσο και γενικά αποτελέσματα, η πράξη αυτή μπορεί ωστόσο να προσβληθεί από τα μέρη που θίγονται ατομικά, όπως και στην περίπτωση των διοικητικών πράξεων που παράγουν παρεμφερή ατομικά αποτελέσματα. Το στοιχείο αυτό, κατά την άποψη μου, συνηγορεί έντοντα υπέρ του να αντιμετωπιστεί κατά τον ίδιο τρόπο και κάθε περίπτωση στην οποία δεν εκδίδεται μια τέτοια πράξη. Στον τομέα δε του ανταγωνισμού, όπως επισήμαναν οι αναιρεσείοντες, «ένα θεσμκό όργανο, το οποίο έχει την εξουσία να διαπιστώνει μια παράβαση και να επιβάλλει συναφώς κυρώσεις και στο οποίο μπορούν να υποβάλλουν καταγγελίες οι ιδιώτες [...] εκδίδει κατ' ανάγκη πράξη παράγουσα έννομα αποτελέσματα όταν προβαίνει στην πλήρη ή μερική θέση στο αρχείο των καταγγελιών αυτών» ( 31 ).
86.
Κατά συνέπεια, η κρίση που περιέχεται στη σκέψη 59 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, σύμφωνα με την οποία «η θέση της Επιτροπής, ιδίως όσον αφορά τον έλεγχο της καταγγελίας και της συνέχειας που πρέπει να δώσει σε αυτήν, δεν μπορεί να συγκριθεί με τη θέση του Συμβουλίου», δεν απορρέει, κατά την άποψη μου, από την έγκυρη προκείμενη που περιλαμβάνεται στην ίδια σκέψη, σύμφωνα με την οποία «ο δικαστικός έλεγχος τον οποίον έχουν το δικαίωμα να αξιώσουν οι προσφεύγουσες πρέπει να προσιδιάζει στη φύση των εξουσιών που ανατίθενται αποκλειστικά, στον τομέα του αντιντάμπινγκ, στα όργανα της Κοινότητας».
87.
Στον βαθμό που η κρίση αυτή σήμαινε ότι η μη υιοθέτηση της προτάσεως της Επιτροπής δεν μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ελέγχου, θεωρώ συνεπώς ότι το Πρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο. Ωστόσο, δεν διαφωνώ — ούτε άλλωστε οι αναιρεσείοντες — με την τελευταία περίοδο της σκέψεως αυτής, ως προς το ότι δηλαδή το Συμβούλιο δεν υποχρεούνταν να υιοθετήσει την πρόταση.
88.
Δεδομένου ότι η προσφυγή ακυρώσεως απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο ως απαράδεκτη με το αιτιολογικό ότι δεν υφίστατο πράξη δυνάμενη να προσβληθεί, η αναιρε-σιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί ως προς το σημείο αυτό.
Η αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως επί της αγωγής αποζημιώσεως
89.
Ενώπιον του Πρωτοδικείου, το κύριο επιχείρημα των αναιρεσειόντων σχετικά με την αγωγή αποζημιώσεως στηρίχθηκε στην προβαλλόμενη έλλειψη εξουσίας του Συμβουλίου να απορρίψει πλήρως την πρόταση της Επιτροπής. Στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες δεν βάλλουν κατά της απορρίψεως του επιχειρήματος αυτού για τον λόγο ότι το Συμβούλιο ουδόλως ήταν υποχρεωμένο να υιοθετήσει την πρόταση.
90.
Με το επικουρικώς προβληθέν επιχείρημα τους, οι αναιρεσείοντες υποστήριξαν i) ότι σκοπίμως δεν ελήφθησαν υπόψη ή εκτιμήθηκαν προδήλως εσφαλμένα τα περιστατικά που διαπίστωσε η Επιτροπή, ii) ότι προσεβλήθησαν τα διαδικαστικά δικαιώματά τους και η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη τους και iii) ότι δεν διατυπώθηκε προσήκουσα αιτιολογία. Το πρώτο και το δεύτερο από τα επιχειρήματα αυτά απορρίφθηκαν εκ νέου με το αιτιολογικό ότι το Συμβούλιο δεν είχε υποχρέωση να υιοθετήσει την πρόταση και, όσον αφορά το δεύτερο επιχείρημα, με το αιτιολογικό ότι δεν αποδείχθηκε η προσβολή διαδικαστικών δικαιωμάτων ή δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Στην περίπτωση αυτή επίσης, τα στοιχεία αυτά δεν αμφισβητούνται στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως.
91.
Ο ισχυρισμός περί ελλείψεως αιτιολογίας, ωστόσο, απορρίφθηκε με το αιτιολογικό ότι «ουδεμία πράξη εξέδωσε το Συμβούλιο». Το στοιχείο αυτό αμφισβητείται από τους αναι-ρεσείοντες και, από το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα ανωτέρω, προκύπτει ότι η απόφαση επί της αγωγής αποζημιώσεως πρέπει επίσης να αναιρεθεί στον βαθμό αυτό.
Συνέπειες της ευοδώσεως της αιτήσεως αναιρέσεως
92.
Σύμφωνα με το άρθρο 54 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, οσάκις μια απόφαση του Πρωτοδικείου αναιρείται, το Δικαστήριο μπορεί να αποφανθεί οριστικά επί της διαφοράς, εφόσον είναι ώριμη προς εκδίκαση. Στην υπό κρίση περίπτωση, τούτο είναι κατά την άποψη μου δυνατό, αλλά και σκόπιμο προς το συμφέρον της οικονομίας της διαδικασίας.
93.
Είναι αναγκαίο να εξεταστούν καταρχάς οι δύο λοιπές ενστάσεις απαραδέκτου που προέβαλε το Συμβούλιο πρωτοδίκως και, εν συνεχεία, αν οι ενστάσεις αυτές δεν είναι βάσιμες, οι διαθέσιμοι λόγοι ακυρώσεως και το αν αποδεικνύεται έλλειψη νομιμότητας.
Το παραδεκτό της πρωτοδίκως ασκηθείσας προσφυγής
Συμφέρον προς άσκηση προσφυγής ακυρώσεως
94.
Η δεύτερη ένσταση απαραδέκτου που το Συμβούλιο προέβαλε πρωτοδίκως στηριζόταν στο ότι το συμφέρον που επεδίωκαν οι αναιρεσείοντες συνίστατο στην επιβολή οριστικών δασμών αντιντάμπινγκ επί των επίμαχων εισαγωγών ωστόσο, δεδομένου ότι η ακύρωση της αποφάσεως περί μη υιοθετήσεως της προτάσεως της Επιτροπής δεν μπορούσε να καταλήξει σε μια τέτοια επιβολή — καθόσον η προθεσμία των δέκα πέντε μηνών είχε λήξει και η πρόταση δεν μπορούσε πλέον να υιοθετηθεί εγκύρως — οι αναιρεσείοντες δεν είχαν έννομο συμφέρον να ζητήσουν την ακύρωση.
95.
Οι αναιρεσείοντες απάντησαν ότι αν ακυρωνόταν η απόφαση περί μη υιοθετήσεως της προτάσεως, το Συμβούλιο θα υποχρεούνταν, βάσει του άρθρου 176 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 233 ΕΚ), να λάβει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς την απόφαση του Δικαστηρίου. Τούτο θα συνεπαγόταν την υιοθέτηση, όχι της επίμαχης προτάσεως, αλλά μετέπειτα προτάσεως την οποία θα υπέβαλλε η Επιτροπή στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας.
96.
Το Συμβούλιο ανταπάντησε ότι η απόφαση που θα ληφθεί στο πλαίσιο κάθε άλλης μετέπειτα διαδικασίας και η οποία θα βασίζεται κατ' ανάγκη σε διαφορετική περίοδο αναφοράς και συνεπώς σε διαφορετική κατάσταση πραγμάτων δεν θα μπορεί να επηρεαστεί από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση.
97.
Κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η αντίρρηση του Συμβουλίου.
98.
Είναι αληθές ότι, μετά τη λήξη της προθεσμίας των δέκα πέντε μηνών, το Συμβούλιο δεν μπορεί νομίμως να λάβει άλλο μέτρο σχετικό με την επίμαχη στην παρούσα υπόθεση και ομοίως δεν μπορούσε να πράξει αυτό κατά τον χρόνο της ασκήσεως της προσφυγής. Περαιτέρω, όπως ορθώς υποστηρίζει το Συμβούλιο, οποιαδήποτε μετέπειτα απόφαση μπορεί να ληφθεί μόνο σε διαφορετικό πλαίσιο.
99.
Ωστόσο, δεν θεωρώ ότι οι αναιρεσείοντες δεν έχουν συμφέρον να ζητήσουν την ακύρωση της αποφάσεως περί μη υιοθετήσεως της προτάσεως.
100.
Κατά πάγια νομολογία, «[π]ροκειμένου να συμμορφωθούν με την ακυρωτική απόφαση και να την εκτελέσουν πλήρως, τα κοινοτικά όργανα υποχρεούνται να σεβαστούν όχι μόνο το διατακτικό της αποφάσεως, αλλά και το σκεπτικό που οδήγησε στο διατακτικό αυτό και το οποίο αποτελεί το αναγκαίο του στήριγμα, υπό την έννοια ότι είναι απαραίτητο για να προσδιοριστεί η ακριβής έννοια αυτού που κρίθηκε με το διατακτικό. Πράγματι, με το σκεπτικό αυτό, αφενός, εντοπίζεται η ακριβής διάταξη που θεωρείται παράνομη και, αφετέρου, σ' αυτό εμφαίνονται οι ακριβείς λόγοι της παρανομίας που διαπιστώνεται με το διατακτικό και τους οποίους πρέπει να λάβει υπόψη το οικείο κοινοτικό όργανο κατά την αντικατάσταση της ακυρωθείσας πράξεως» ( 32 ).
101.
Η παρούσα υπόθεση μπορεί να συγκριθεί με την υπόθεση AKZO κατά Επιτροπής ( 33 ), στην οποία η προσφεύγουσα ζητούσε την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής να κοινοποιήσει ορισμένα έγγραφα σε τρίτους στο πλαίσιο διαδικασίας ανταγωνισμού. Τα έγγραφα είχαν ήδη κοινοποιηθεί και προφανώς τα πράγματα δεν μπορούσαν να επανέλθουν στην πρότερα κατάσταση. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε, με την παράγραφο 21 της αποφάσεως του τα εξής:
«Το έννομο συμφέρον της εταιρίας να αμφισβητήσει την προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορεί να αποκρουσθεί λόγω του ότι εν προκειμένω η απόφαση αυτή είχε ήδη εκτελεστεί κατά τον χρόνο ασκήσεως της προσφυγής. Πράγματι, η ακύρωση αυτής της αποφάσεως μπορεί αυτή καθεαυτή να έχει έννομες συνέπειες, όπως ιδίως την αποφυγή της επανάληψης αυτής της πρακτικής εκ μέρους της Επιτροπής [...]».
102.
Αν, στην παρούσα υπόθεση, κριθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελής λόγω ελλείψεως νομιμότητας, το Συμβούλιο θα πρέπει να λάβει τη διαπίστωση αυτή υπόψη για τις μέλλουσες αποφάσεις του, ιδίως για κάθε απόφαση που θα λάβει στο πλαίσιο διαδικασίας κινηθείσας βάσει καταγγελίας εκ μέρους ενός ή περισσοτέρων από τους αναιρεσείοντες.
Το ζήτημα περί τον αν η απόφαση αφορά ατομικώς τους αναιρεσείοντες
103.
Το Συμβούλιο, με την τελευταία ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε πρωτοδίκως, υποστήριξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αφορούσε ατομικώς κανέναν από τους αναιρεσείοντες πέραν της Eurocoton.
104.
Συναφώς, αρκεί να παρατηρηθεί ότι, ανεξάρτητα από το δικαίωμα των λοιπών αναιρεσειόντων να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως, το δικαίωμα της Eurocoton δεν αμφισβητείται. Κατά συνέπεια, η προσφυγή της δεν μπορεί να απορριφθεί, πλήρως ή εν μέρει, βάσει του λόγου αυτού, δεδομένου ότι δεν μπορεί να γίνει διάκριση μεταξύ των παρατηρήσεων των διαφόρων προσφευγόντων. Περαιτέρω, όσον αφορά το αίτημα περί αποζημιώσεως, η κατάσταση των επί μέρους αναιρεσειόντων δεν καθορίζεται από το αν η απόφαση τους αφορά άμεσα και ατομικά βάσει των κριτηρίων του άρθρου 230 ΕΚ. Κατά συνέπεια, δεν είναι αναγκαίο να εξετασθεί περαιτέρω η ένσταση αυτή.
Το βάσιμο της προσφυγης-αγωγης που ασκήθηκε πρωτοδίκος
Η προσφυγή ακυρώσεως
Οι λόγοι ακυρώσεως: γενικώς
105.
Σύμφωνα με το άρθρο 230 ΕΚ, δεύτερο εδάφιο, το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αποφαίνεται επί προσφυγών που ασκούνται λόγω αναρμοδιότητας, παραβάσεως ουσιώδους τύπου, παραβάσεως της Συνθήκης ή οποιουδήποτε κανόνα δικαίου σχετικού με την εφαρμογή της ή λόγω καταχρήσεως εξουσίας.
106.
Πως οι λόγοι αυτοί μπορούν να εφαρμοστούν στη συγκεκριμένη περίπτωση της μη υιοθετήσεως εκ μέρους του Συμβουλίου προτάσεως υποβληθείσας από την Επιτροπή; Στην πράξη, οι περιστάσεις υπό τις οποίες οι λόγοι αυτοί μπορούν εγκύρως να προβληθούν θα μπορούσαν να θεωρηθούν σπάνιες.
107.
Για παράδειγμα, η αναρμοδιότητα θα μπορούσε να προβληθεί μόνον αν το Συμβούλιο ήταν υποχρεωμένο να υιοθετήσει την πρόταση, δεδομένου ότι μόνο στην περίπτωση αυτή θα ήταν αναρμόδιο να μη την υιοθετήσει. Δεδομένου ότι οι προτάσεις πρέπει πάντοτε να υιοθετούνται τουλάχιστον από μια πλειοψηφία, είναι δύσκολο να υποτεθεί μια κατάσταση στην οποία το Συμβούλιο θα μπορούσε να μην είναι αρμόδιο να μην υιοθετήσει την πρόταση· είναι σύμφυτο με τη φύση και τη λειτουργία του οργάνου αυτού ότι κανένα κράτος μέλος δεν μπορεί να αναγκαστεί να ψηφίσει κατά συγκεκριμένο τρόπο.
108.
Φαίνεται επίσης ότι είναι δύσκολο η μη υιοθέτηση προτάσεως να συνιστά, αυτή καθεαυτήν, παράβαση της Συνθήκης ή άλλου κανόνα σχετικού με την εφαρμογή της, εκτός κι αν ο σχετικός κανόνας επέβαλλε στο Συμβούλιο την υιοθέτηση της προτάσεως.
109.
Ωστόσο, δεν είναι απίθανο ένας προσφεύγων να μπορεί να αποδείξει ότι η απόφαση περί μη υιοθετήσεως προτάσεως ελήφθη «με αποκλειστικούς, ή, τουλάχιστον, πρωταρχικούς σκοπούς, διαφορετικούς από αυτούς που επικαλείται το καθού όργανο ή με σκοπό την καταστρατήγηση μιας διαδικασίας που προβλέπει ειδικά η Συνθήκη για την αντιμετώπιση των συγκεκριμένων περιστάσεων» ( 34 ) και ήταν συνεπώς πλημμελής λόγω καταχρήσεως εξουσίας.
110.
Εν πάση περιπτώσει, φαίνεται ότι είναι δυνατόν να υπάρξουν περιστάσεις στις οποίες η μη υιοθέτηση προτάσεως θα πρέπει να ακυρωθεί λόγω παραβάσεως ουσιώδους τύπου.
111.
Αν, για παράδειγμα, σε μια κατάσταση παρεμφερή με αυτή της υπό κρίση υποθέσεως, δεν είχαν διαβιβασθεί τα επιχειρήματα στα οποία στηρίζεται η πρόταση ή αν δεν είχε ακολουθηθεί ένα στάδιο προβλεπόμενο στον εσωτερικό κανονισμό του Συμβουλίου, θα μπορούσαν όντως να υπάρξουν λόγοι ακυρώσεως. Άλλες τέτοιου είδους παραβάσεις θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν την προσβολή των διαδικαστικών δικαιωμάτων, την άρνηση του δικαιώματος ακροάσεως ή την έλλειψη αιτιολογίας.
Η υπό κρίση περίπτωση
112.
Η πρωτοδίκως ασκηθείσα προσφυγή περιείχε δύο εναλλακτικά επιχειρήματα προς στήριξη του ακυρωτικού αιτήματος: ή το Συμβούλιο δεν είχε εξουσία να απορρίψει την πρόταση ή η απόρριψη ήταν παράνομη καθόσον συνεπαγόταν σκόπιμη αγνόηση ή προδήλως εσφαλμένη εκτίμηση των περιστατικών που διαπίστωσε η Επιτροπή, προσβολή των διαδικαστικών δικαιωμάτων και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των προσφευγόντων και έλλειψη αιτιολογίας.
113.
Ο πρώτος λόγος ακυρώσεως έχει πλέον ρητώς εγκαταλειφθεί. Όσον αφορά τον δεύτερο λόγο, μπορεί να υποτεθεί ότι διατηρείται μόνο το επιχείρημα σχετικά με την αιτιολογία ( 35 ).
114.
Οσάκις το Συμβούλιο λαμβάνει θετικό μέτρο βάσει προτάσεως της Επιτροπής, πρέπει να αιτιολογεί το μέτρο αυτό, στη δε πρόταση περιέχεται αιτιολογία (η οποία μπορεί ωστόσο να τροποποιηθεί). Εξάλλου, όπως το Συμβούλιο τόνισε πρωτοδίκως, δεν υφίσταται πρόταση αιτιολογίας όσον αφορά τη μη υιοθέτηση της προτάσεως — οπότε δεν υφίσταται ανάγκη να υπάρξει συμφωνία επί των λόγων αυτών.
115.
Τούτο δεν σημαίνει ότι ουδείς λόγος θα πρέπει να διατυπωθεί για αυτή τη μη υιοθέτηση της προτάσεως. Όλες οι αποφάσεις πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να συνοδεύονται από αιτιολογία που προσιδιάζει στις περιστάσεις. Ωστόσο, γίνεται παγίως δεκτό ότι «η αιτιολογία αυτή πρέπει να είναι προσαρμοσμένη προς τη φύση της οικείας πράξεως και από αυτήν πρέπει να προκύπτει κατά τρόπο σαφή και μη διφορούμενο η συλλογιστική του οργάνου [...] προκειμένου να καθίσταται δυνατό στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τους λόγους που υπαγόρευσαν το ληφθέν μέτρο και στο δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του. Ωστόσο, η αιτιολογία δεν απαιτείται να διϋλίζει όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία», καθόσον το προσήκον της αιτιολογίας [...] «πρέπει να κρίνεται [...] βάσει [...] των συμφραζομένων [...]» ( 36 ).
116.
Το είδος της αιτιολογίας το οποίο μπορεί να απαιτηθεί από μια απόφαση όπως η επίμαχη φαίνεται να είναι περιορισμένο, λαμβανομένων υπόψη όχι μόνον των ουσιαστικών σκοπών της ενημερώσεως των ενδιαφερομένων μερών και της παροχής της δυνατότητας στο Δικαστήριο να ασκήσει τον έλεγχο του, αλλά και του πλαισίου στο οποίο λαμβάνεται η απόφαση αυτή.
117.
Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι τα κοινοτικά όργανα διαθέτουν περιθώριο εκτιμήσεως κατά την επιλογή των αναγκαίων μέσων για την υλοποίηση της ποινής εμπορικής πολιτικής και ότι ο δικαστικός έλεγχος είναι περιορισμένος σε τέτοιους τομείς οι οποίοι συνεπάγονται την εκτίμηση περίπλοκων οικονομικών καταστάσεων ( 37 ).
118.
Στον τομέα της προστασίας κατά του ντάμπινγκ, το Συμβούλιο είναι αυτό που διαθέτει ουσιαστικά το ως άνω περιθώριο εκτιμήσεως. Η κατανομή των αρμοδιοτήτων που προβλέπει ο βασικός κανονισμός επιφυλάσσει την τελική απόφαση στο όργανο αυτό, το οποίο, ως εκπρόσωπος των κυβερνήσεων των κρατών μελών, είναι το πλέον αρμόδιο για να αποφασίζει επί θεμάτων πολιτικής. Σημαντικό πολιτικό ζήτημα αποτελεί το συμφέρον της Κοινότητας, το οποίο πρέπει να εκτιμάται, σύμφωνα με το άρθρο 21 του βασικού κανονισμού, ουνε-κτιμωμένων «όλων των ποικίλων συμφερόντων, συμπεριλαμβανομένων των συμφερόντων της εγχώριας βιομηχανίας, των χρηστών και των καταναλωτών».
119.
Όταν το Συμβούλιο αποφάσισε να μην υιοθετήσει την πρόταση της Επιτροπής στην υπό κρίση περίπτωση, στους παράγοντες που ελήφθησαν υπόψη μπορεί να συμπεριλαμβάνονταν στοιχεία διεθνούς πολιτικής έναντι των εμπλεκομένων χωρών μη μελών ή γενικής πολιτικής σε θέματα διεθνούς εμπορίου· η πεποίθηση ότι ο προκαλούμενος από τις εισαγωγές σε χαμηλές τιμές ανταγωνισμός μπορεί να παρακινήσει την κοινοτική βιομηχανία να επιτύχει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα· ή η σκέψη ότι άλλες κοινοτικές βιομηχανίες που χρησιμοποιούν αλεύκαστα βαμβακερά υφάσματα ως πρώτη ύλη και οι κοινοτικοί καταναλωτές των προϊόντων τους δεν θα έπρεπε να στερηθούν το όφελος των πιο ανταγωνιστικών τιμών. Μπορεί επίσης να θεωρήθηκε ότι η ανάλυση της Επιτροπής δεν αποδείκνυε σαφώς την ανάγκη προστασίας της σχετικής κοινοτικής βιομηχανίας.
120.
Όταν λαμβάνεται ένα μέτρο αντιντά-μπινγκ (ή κάθε άλλο μέτρο) οι λόγοι που διατυπώνονται για τη λήψη του πρέπει σαφώς όχι μόνον να δικαιολογούν το περιεχόμενο του, αλλά να το πράττουν αυτό κατά τρόπο που να μην παρουσιάζει εσωτερικές αντιφάσεις ή λογικές ασυνέπειες.
121.
Εξάλλου, οσάκις ένα προτεινόμενο μέτρο δεν λαμβάνεται, αρκεί οι λόγοι για τη μη λήψη του μέτρου να είναι ισχυρότεροι από εκείνους υπέρ της λήψεως του. Η δυνητικά ευρύτατη ποικιλία — μάλιστα δε και η ενδεχόμενη αμοιβαία ασυμβατότητα — των λόγων αυτών είναι τόσο μεγάλη ώστε η χρησιμότητά τους ως μέσα για τον δικαστικό έλεγχο θα ήταν εξαιρετικά περιορισμένη.
122.
Το στοιχείο αυτό, συνεκτιμώμενο με το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει το Συμβούλιο, με οδηγεί να θεωρήσω ότι, ακόμη και αν μια λεπτομερής αιτιολογία για την εκ μέρους του Συμβουλίου μη υιοθέτηση προτάσεως κανονισμού αντιντάμπινγκ θα μπορούσε, ενδεχομένως, να αποτελέσει αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, το γεγονός ότι δεν διατυπώθηκε εν προκειμένω δεν επηρεάζει το κύρος της αποφάσεως. Μια τέτοια αιτιολογία δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό του δικαστικού ελέγχου, εκτός αν επρόκειτο για συνεκτική διατύπωση μιας ενιαίας θέσεως, πλην όμως ουδεμία απαίτηση υφίσταται προς τούτο.
123.
Όσον αφορά την ενημέρωση την οποία τα ενδιαφερόμενα μέρη δικαιούνται σε πρακτικό αμιγώς επίπεδο, είναι αμφίβολο αν μια αιτιολογία θα είχε πράγματι προσθέσει κάτι στις γνώσεις τους. Η θέση της Eurocoton ως ομοσπονδίας εκπροσωπούσας την κοινοτική βιομηχανία της επιτρέπει πιθανώς, είτε άμεσα είτε μέσω των εθνικών ομοσπονδιών που είναι μέλη της, να γνωρίζει τους λόγους στους οποίους στηρίχθηκαν οι θέσεις των κρατών μελών. Βεβαίως, στην υπό κρίση περίπτωση, η γνώση των στοιχείων αυτών φαίνεται να ήταν διαθέσιμη στους εξωτερικούς παρατηρητές ( 38 ), σε κανένα δε στάδιο δεν ισχυρίστηκαν οι αναιρεσείοντες ότι δεν μπόρεσαν να υπερασπίσουν τη θέση τους λόγω της άγνοιας των λόγων της μη υιοθετήσεως της προτάσεως· οι αναιρεσείοντες στηρίζονταν διαρκώς απλώς στην τυπική υποχρέωση αιτιολογήσεως.
124.
Θεωρώ συνεπώς ότι η διατυπωθείσα αιτιολογία — ότι δηλαδή δεν επετεύχθη η απλή πλειοψηφία που είναι αναγκαία για την έκδοση του κανονισμού — προσιδίαζε στη φύση της αποφάσεως και ήταν προσήκουσα ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων.
125.
Μπορεί να παρατηρηθεί ότι ανάλογη προσέγγιση είχε το Πρωτοδικείο στην υπόθεση Bic ( 39 ).
126.
Στην υπόθεση αυτή, οι προσφεύγοντες προσέβαλαν κανονισμό του Συμβουλίου ( 40 ) περί καταργήσεως δασμών αντιντάμπινγκ, για τον λόγο ότι η αιτιολογία της καταργήσεως αυτής ήταν ανεπαρκής. Η Επιτροπή είχε προηγουμένως υποβάλει δύο προτάσεις για παράταση της επιβολής των δασμών, αλλά «δεν επιτεύχθηκε, όμως, στο Συμβούλιο η απαιτούμενη πλειοψηφία για τη θέσπιση κανονισμού βάσει μιας από τις δύο προτάσεις της Επιτροπής» ( 41 ). Το Συμβούλιο αποφάσισε κατά συνέπεια να καταργήσει τους αρχικούς δασμούς για να αποφύγει το να παραμείνουν σε ισχύ σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, τελευταία περίοδος, του βασικού κανονισμού.
127.
Το Πρωτοδικείο θεώρησε στη σκέψη 29 της αποφάσεως του ότι η παρατεθείσα αιτιολογική σκέψη «καταδεικνύει σαφώς τον λόγο — δηλαδή την έλλειψη πλειοψηφίας στο Συμβούλιο — για τον οποίο το Συμβούλιο δεν ακολούθησε τις προτάσεις της Επιτροπής περί ανανεώσεως των δασμών αντιντάμπινγκ που επιβάλλει ο αρχικός κανονισμός».
128.
Κατόπιν των ανωτέρω, θεωρώ ότι πρέπει να απορριφθεί η προσφυγή ακυρώσεως ως αβάσιμη.
Η αγωγή αποζημιώσεως
129.
Δεδομένου ότι ο μοναδικός λόγος περί ελλείψεως νομιμότητας στο πλαίσιο της αγωγής αποζημιώσεως στηρίζεται στο μη προσήκον της αιτιολογίας, το αίτημα αυτό ομοίως δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Εν πάση περιπτώσει, η έλλειψη αιτιολογίας μάλλον δεν μπορεί από μόνη της να στηρίξει αίτημα αποζημιώσεως.
Επί των δικαστικών εξόδων
130.
Τόσο πρωτοδίκως όσο και στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, η Eurocoton ζήτησε να καταδικαστεί το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση στο πλαίσιο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο συνήγορος των αναιρεσειόντων ζήτησε, ακόμη και αν η αναίρεση απορριφθεί, να κάνει χρήση το Δικαστήριο του άρθρου 69, παράγραφος 3, του Κανονισμού Διαδικασίας και να καταδικάσει τους διαδίκους στα δικαστικά τους έξοδα, με το αιτιολογικό ότι το ζήτημα ήταν σημαντικό και ότι η αίτηση αναιρέσεως ήταν δικαιολογημένη για την επίλυση του ζητήματος αυτού.
131.
Εν προκειμένω, θεωρώ ότι πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, καθόσον το Πρωτοδικείο πλανήθηκε πράγματι περί το δίκαιο ως προς ένα σημαντικό σημείο, αλλ' ότι η προσφυγή-αγωγή πρέπει να απορριφθεί.
132.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρώ ότι οι αναιρεσείοντες πρέπει να φέρουν τα έξοδα της υποθέσεως Τ-213/97 καιτο Συμβούλιο να φέρει τα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
Πρόταση
133.
Θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει:
1)
να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου στην απόφαση Τ-123/97,
2)
να απορρίψει την προσφυγή-αγωγή ως αβάσιμη,
3)
να καταδικάσει τους προσφεύγοντες στην υπόθεση Τ-213/97 να φέρουν τα σχετικά με την υπόθεση αυτή έξοδα,
4)
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα έξοδα της αναιρετικής διαδικασίας.
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 2 ) Απόφαση της 29ης Νοεμβρίου 2000, Τ-213/97, Eurocoton κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-3727· στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση).
( 3 ) Κανονισμός (ΕΚ) 384/96 του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1995, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (ΕΕ L 56, σ. 1, στο έξης: βαοικός κανονισμός), που καθορίζει τις διαδικασίες που πρέπει να ακολουθηθούν για την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ εκ μέρους της Κοινότητας.
( 4 ) Πολυμερείς διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης (1986-1994) — παράρτημα 1 — παράρτημα 1Α — Συμφωνία για την εφαρμογή του άρθρου VΙ της Γενικής Συμφωνίας λαομών και Εμπορίου το 1994 (ΠΟΕΓΣΔΕ 1994) (ΕΕ 1994, L 336, σ. 103), βλ. αιτιολογικές σκέψεις 3 έως 5 του προοιμίου του βασικού κανονισμού.
( 5 ) ΕΕ 1996, C 50, σ. 3.
( 6 ) Κανονισμός (ΕΚ) 2208/96 της Επιτροπής, της 18ης Νοεμβρίου 1996, για την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές αλεύκαστων βαμβακερών υφασμάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Αιγύπτου, Ινδίας, Ινδονησίας, Πακιστάν και Τουρκίας (EE L 295, σ. 3)
( 7 ) COM(97) 160 τελικό.
( 8 ) Ανακοινωθέν Τύπου 8134/97 (Τύπος 156) σχετικά με την 2007η συνεδρίαση του Συμβουλίου — Εσωτερική αγορά.
( 9 ) Η Eurocoton και δώδεκα κλωστοϋφαντουργικές επιχειρήσεις εγκατεστημένες στη Γερμανία, στη Γαλλία και στην Ιταλία που είχαν υποστηρίξει την καταγγελία· μεταξύ των αναιρεσειόντων δεν περιλαμβάνεται η δέκατη τρίτη προσφεύγουσα πρωτοδίκως, που είναι εγκατεστημένη στην Ιταλία.
( 10 ) Οι αναιρεσείοντες παραθέτουν τις αποφάσεις της 11ης Οκτωβρίου 1983, 210/81, Demo-Studio Schmidt (Συλλογή 1983, σ. 3045)· της 4ης Οκτωβρίου 1983, 191/82, Fediol κατά Επιτροπής (Συλλογή 1983, σ. 2913, σκέψεις 28 έως 31)· της 28ης Μαρτίου 1985, 298/83, CICCE (Συλλογή 1985, σ. 1105)· της 17ης Νοεμβρίου 1987, 142/84 και 156/84, ΒΑΤ και Reynolds (Συλλογή 1987, σ. 4487)· της 18ης Σεπτεμβρίου 1992, Τ-24/90, Automec κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. ΙΙ-2223, σκέψεις 78 έως 80), και της 25ης Ιουνίου 1998, Τ-120/96, Lilly Industries (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-2571, σκέψη 53).
( 11 ) Απόφαση της 20ής Μαρτίου 1935, 264/82, Timex (Συλλογή 1985, σ. 849).
( 12 ) Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1987, 121/86, Ανώνυμο; Εταιρία Ναυτιλιακών Επιχειρησεων κ.λπ. (Συλλογή 1987, σ. 3919).
( 13 ) Απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1991, C-315/90, Gimelec κ.λπ. (Συλλογή 1991, σ. Ι-5589).
( 14 ) Αρθρα 9, παράγραφος 3,11, παράγραφος 1, και 11, παράγραφος 2, του κώδικα αντιντάμπινγκ, καθώς και τα άρθρα 9, παράγραφος 4, και 11, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
( 15 ) Απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1999, Τ-33/98 και Τ-34/98, Petrotub και Republica (Συλλογή 1999, ο. ΙΙ-3837, σκέψη 105). Κατόπιν ασκήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε απόφαση στην υπόθεση C-76/00 Ρ στις 9 Ιανουαρίου 2003. Βλ. υποσημείωση 22 κατωτέρω.
( 16 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 4ης Ιουλίου 2000, C-352/98 Ρ, Bergaderm και Goupil (Συλλογή 2000, σ. Ι-5291, σκέψεις 34 και 35).
( 17 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 8ης Ιουλίου 1999, C-51/92 Ρ, Hercules Chemicals (Συλλογή 1999, σ. Ι-4235, σκέψεις 57 και 58, καθώς καιτην παοατιθέμενη εκεί νομολογία).
( 18 ) Απόφαση Bergaderm, παρατεθείσα στην υποσημείωση 16, σκέψεις 34 και 35, καθώς και την πλέον πρόσφατη απόφαση της 19ης Σεπτεμβρίου 2002, C-104/00 Ρ, DKV κατά ΓΕΕΑ (μη δημοσιευθείσα ακόμη οτη Συλλογή, σκέψη 44).
( 19 ) Βλ. τις παραγράφους 37 έως 39 της προσφυγής.
( 20 ) Βλ. τις παραγράφους 4 έως 15 του υπομνήματος απαντήοαος.
( 21 ) Παράγραφοι 28 έως 38.
( 22 ) Βλ., νια παράδειγμα, την απόφαση της 17ης Μαΐου 1991, C-9/89, Nakajima κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1991, σ. Ι-2069, σκέψεις 26 έως 32), καθώς και την πλέον πρόσφατη απόφαση της 9ης Ιανουαρίου 2003, C-76/00 Ρ, Petrotub και Republica, παρατεθείσα στην υποσημείωση 15, σκέψεις 52 επ.
( 23 ) Βλ. το άρθρο VΙ, παράγραφοι 1, 2 και 4 έως 7, της ΓΣΔΕ, καθώς και τα άρθρα 1 και 9, παράγραφος 1, του κώδικα αντιντάμπινγκ.
( 24 ) Όπως εφαρμοζόταν κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών, απόφαση 93/662/ΕΚ του Συμβουλίου, της οής Δεκεμβρίου 1993, για τη θέσπιση του εσωτερικού του κανονισμού (ΕΕ L 304, σ. 1).
( 25 ) Βλ. σημείο 14 ανωτέρω.
( 26 ) Βλ.. την ανακοίνωση για την έναρξη τικ έρευνας στις 11 Ιουλίου 1997 (ΕΕ 1997, C 210, σ. 12)· κανονισμός (ΕΚ) 773/93 της Επιτροπής, της 7ης Απριλίου 1998, νια την επιβολή προσωρινού δασμού αντιντα-μπινγκ στις εισαγωγές αλεύκαοτων βαμβακερών υφασμάτων καταγωγής Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας, Αιγύπτου, Ινδίας, Ινδονησίας, Πακιστάγ και Τουρκίας (ΕΕ L 111, σ. 19)· και την πρόταση της Επιτροπής για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ COM(1998) 487, όπως τροποποιήθηκε με το CΟM(1998) 540.
( 27 ) Ανακοινωθέν Τύπου 11602/98 (Τύπος 322) περί της 2120ής συνεδριάσεως του Συμβουλίου (Γενικές υποθέσεις) στο Λουξεμβούργο, στις 5 Οκτωβρίου 1998.
( 28 ) Απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 729, σκέψεις 42 εως 55)· βλ. επίσης την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1996, C-25/94, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1996, σ. 1469, σκέψεις 25 έως 39· βλ. επίσης τα σημεία 43 έως 50 των προτάσεων).
( 29 ) Διάταξη της 21ης Ιουνίου 2000, C-514/99 (Συλλογή 2000, σ. Ι-4705, σκέψη 45).
( 30 ) Βλ, για παράδειγμα, απόφαση τικ 7ης Ιουλίου 1994, C-75/92, Gao Yao κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1994, σ. Ι-3141, σκέψη 26).
( 31 ) Απόφαση της 19ης Οκτωβρίου 1995, C-19/93 Ρ, Rendo κ.λπ. κατά Επιτροπή (Συλλογή 1995, σ. Ι-3319, σκέψη 28), καθώς και την απόφαση της 16ης Ιουνίου 1994, C-39/93 Ρ, SFEI κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-2681, σκέψη 27, καθώς και την παρατιθίμενη εκεί νομολογία).
( 32 ) Βλ., για πρόσφατο παράδειγμα στον τομέα του αντιντάμπινγκ, την απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 2000, C-458/98 Ρ, Industrie des poudres sphériques κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2000, σ. Ι-8147, σκέψη 81).
( 33 ) Απόφαση της 24ης Ιουνίου 1986, 53/85 (Συλλογή 1986, σ. 1965).
( 34 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2001, C-110/97, Κατω Χώρες κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. Ι-8763, σκέψη 137).
( 35 ) Βλ. σημείο 90 ανωτέρω.
( 36 ) Βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 2002, C-328/00, Weber (Συλλογή 2002, σ. Ι-1461, σκέψη 42)· απόφαση της 14ης Μαρτίου 2002, C-340/98, Ιταλία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2002, σ. Ι-2663, σκέψεις 58 και 59)· και, όσον αφορά ένα πρόσφατο παράδειγμα σχετικό με μέτρα αντιντάμπινγκ, απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, Τ-87/98, International Potash Company (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-3179, σκέψη 65).
( 37 ) Βλ, για παράδειγμα, απόφαση της 19ης Νοεμβρίου 1998, C-150/94, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1993, σ. Ι-7235, σκέψεις 53 και 54).
( 38 ) Βλ., για παράδειγμα, F. Gee, και Ο. Cadot, Confronting EU Anti-Dumping measures: The grey cotton case seen from Turkey (1998), Insead, Fontainebleau, Γαλλία.
( 39 ) Απόφαση της 5ης Απριλίου 2001, T-82/00, Bic κ.λπ.κατάΣυμβουλ(ου (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-1241).
( 40 ) Κανονισμός (ΕΚ) 174/2000 του Συμβουλίου, της 24ης Ιανουαρίου 2000, για την κατάργηση του κανονισμού (EOK) 3433/91 για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές αναπτήρων τσέπης με πυρόλιθο αερίου, που δεν ξαναγεμίζουν, καταγωγής Ιαπωνίας (ΕΕ 2000, L 22, σ. 16).
( 41 ) Αιτιολογική σκέψη 85 του κανονισμού (ΕΚ) 174/2000.
Full & Egal Universal Law Academy