Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στις 1 Ιουνίου 1998, η Επιτροπή εξέδωσε την απόφαση 98/513/ΕΟΚ, σχετικά με διαδικασία εφαρμογής του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ (IV/35.613 - Alpha Flight Services/Aéroports de Paris) (στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση) η οποία ορίζει τα εξής:
«Άρθρο 1
Η εταιρία Aéroports de Paris παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ χρησιμοποιώντας τη δεσπόζουσα θέση της ως φορέα εκμετάλλευσης των παρισινών αερολιμένων για να επιβάλλει, κατά τρόπο μεροληπτικό, στους παρέχοντες ή χρήστες των υπηρεσιών εδάφους που σχετίζονται με την τροφοδοσία (συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων φόρτωσης και εκφόρτωσης τροφίμων και ποτών στο αεροσκάφος), τον καθαρισμό των αεροσκαφών και τις υπηρεσίες φορτίου, εμπορικά τέλη στους παρισινούς αερολιμένες του Orly και του Roissy-Charles de Gaulle.
Άρθρο 2
Η εταιρία Aéroports de Paris καλείται να παύσει την παράβαση που αναφέρεται στο άρθρο 1 προτείνοντας στους ενδιαφερόμενους φορείς παροχής υπηρεσιών εδάφους αμερόληπτο καθεστώς εμπορικών τελών εντός δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης.»
2. Η Aéroports de Paris (στο εξής: ADP) άσκησε προσφυγή περί ακυρώσεως της ανωτέρω αποφάσεως ενώπιον του ρωτοδικείου. Δεδομένου ότι η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε, η ADP άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του ρωτοδικείου.
3. Η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο την αναίρεση της αποφάσεως του ρωτοδικείου καθώς και την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής και την καταδίκη αυτής στην καταβολή του συνόλου των δικαστικών εξόδων στα οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του ρωτοδικείου και του Δικαστηρίου. Εξάλλου, η αναιρεσείουσα ζητεί από το Δικαστήριο να καταδικάσει την εταιρία Alpha Flight Services (στο εξής: AFS), η οποία παρενέβη πρωτοδίκως, να φέρει, αφενός, τα δικά της δικαστικά έξοδα καθώς και τα έξοδα στα οποία ενδέχεται να υποβληθεί η ADP για την περίπτωση που η AFS καταθέσει νέο υπόμνημα στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας και εφόσον τα έξοδα αυτά αφορούν τη νέα αυτή παρέμβαση.
4. Η Επιτροπή πρότεινε αρχικώς ένσταση απαραδέκτου κατά του αιτήματος αυτού λόγω του ότι η AFS δεν είχε στο στάδιο εκείνο ακόμη παρέμβει στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεδομένου ότι η AFS παρενέβη μετά την κατάθεση του υπομνήματος αντικρούσεως της Επιτροπής, η Επιτροπή παραιτήθηκε από αυτήν την ένσταση απαραδέκτου.
5. Αντιθέτως, η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως. Η επιχειρηματολογία της πρέπει να εξεταστεί πριν χωρήσει ο έλεγχος της ουσίας της διαφοράς.
6. Με την αίτησή της αναιρέσεως, η ADP παραπέμπει επανειλημμένως σε έγγραφα τα οποία είχε επισυνάψει στο δικόγραφο της προσφυγής της που κατέθεσε ενώπιον του ρωτοδικείου και τα οποία δεν επισυνήψε εκ νέου στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως.
7. Κατά την Επιτροπή, η αναιρεσείουσα παρέβη ως εκ τούτου το άρθρο 112 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Το άρθρο αυτό ορίζει τις προϋποθέσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνεται το περιεχόμενο της αιτήσεως αναιρέσεως και παραπέμπει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 37 του ιδίου Κανονισμού Διαδικασίας, του οποίου η παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, ορίζει ότι κάθε διαδικαστικό έγγραφο πρέπει να συνοδεύεται «από όλα τα συνημμένα που αναφέρονται σε αυτό».
8. έραν αυτού, η Επιτροπή στηρίζεται στο άρθρο 37, παράγραφος 4, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου σύμφωνα με το οποίο στα διαδικαστικά έγγραφα επισυνάπτεται φάκελος «με τα στοιχεία και έγγραφα των οποίων γίνεται επίκληση συνοδευόμενος από κατάσταση των στοιχείων και εγγράφων αυτών».
9. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι η αναιρεσείουσα παραπέμπει με την αίτησή της αναιρέσεως σε ορισμένα έγγραφα τα οποία δεν επισυνάπτει σε αυτήν. Εντούτοις, η Επιτροπή δεν αμφισβητεί ότι τα έγγραφα αυτά είχαν επισυναφθεί στο δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε ενώπιον του ρωτοδικείου καί ότι, κατά συνέπεια, είχε λάβει γνώση αυτών.
10. Ωστόσο, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το γεγονός ότι δεν εθίγησαν οι δυνατότητες άμυνάς της, πράγμα που τονίζει η αναιρεσείουσα, δεν την εμποδίζει να προτείνει ένσταση απαραδέκτου κατά της αιτήσεως αναιρέσεως.
11. Στο πλαίσιο αυτό, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι από την απόφαση Tremplay κ.λπ. κατά Επιτροπής προκύπτει ότι η παράβαση του άρθρου 112 πρέπει να έχει προκαλέσει βλάβη στον διάδικο που το επικαλείται. Εντούτοις, η Επιτροπή φρονεί ότι η υπόθεση αυτή είναι άσχετη με την παρούσα διαφορά δεδομένου ότι οι πλημμέλειες που είχαν προβληθεί στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής ήσαν λιγότερο σοβαρές απ' ό,τι στην παρούσα υπόθεση.
12. Η Επιτροπή εκθέτει ότι μία από τις πλημμέλειες αυτές συνίστατο στο ότι η αίτηση αναιρέσεως δεν προσδιόριζε τους λοιπούς διαδίκους κατά παράβαση του άρθρου 112, παράγραφος 1, στοιχείο β_, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η δεύτερη πλημμέλεια αφορούσε την παράλειψη μνείας της ημερομηνίας κατά την οποία κοινοποιήθηκε στους διαδίκους η εκδοθείσα απόφαση κατά παράβαση του άρθρου 112, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου. Και η πλημμέλεια αυτή δεν ήταν ιδιαιτέρως σοβαρή στον βαθμό που η ημερομηνία αυτή ευχερώς μπορούσε να διαπιστωθεί.
13. Κατά την Επιτροπή, η παράλειψη κοινοποιήσεως των εγγράφων που μνημονεύονται προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως δεν μπορεί να εξισωθεί προς τους απλούς αυτούς τύπους. Συγκεκριμένα, τα έγγραφα που επισυνάπτονται στην αίτηση αναιρέσεως δεν έχουν τύχει οιασδήποτε δημοσιότητας εν αντιθέσει προς τα στοιχεία που μνημονεύει η παράγραφος 1, στοιχείο β_, και η παράγραφος 2, του άρθρου 112 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου.
14. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή.
15. Αφενός, δεν θεωρώ ότι οι παραλήψεις που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προαναφερθείσας υποθέσεως Tremblay κ.λπ. κατά Επιτροπής είναι οπωσδήποτε ήσσονος σημασίας όπως υποστηρίζει η Επιτροπή. Ως εκ τούτου, π.χ., η μνεία της ημερομηνίας κοινοποιήσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως διευκολύνει τον ταχύ έλεγχο, απ' όλους τους ενδιαφερομένους, της εμπρόθεσμης ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως.
16. Αφετέρου, πρέπει να τονιστεί ότι, εν προκειμένω, οι μετέχοντες στη διαδικασία, περιλαμβανομένων και των παρεμβαινόντων, είχαν λάβει γνώση όλων των εγγράφων τα οποία δεν επισυνήφθησαν στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, δεδομένου ότι είχαν επισυναφθεί στο δικόγραφο της προσφυγής που είχε ασκηθεί πρωτοδίκως. Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν είναι τόσο σημαντικά ώστε η έλλειψή τους να εμποδίσει ένα κράτος μέλος, το οποίο πρέπει να αποφασίσει αν θα παρέμβει ενδεχομένως ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 49, παράγραφος 3, του Οργανισμού του Δικαστηρίου, να εκτιμήσει ορθώς τα διάφορα στοιχεία της διαφοράς. Κατά συνέπεια, δυσχερώς θα μπορούσε να υποστηριχθεί εν προκειμένω ότι η παράλειψη επισυνάψεως των εγγράφων αυτών στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως είχε οποιαδήποτε πρακτική συνέπεια.
17. Επομένως, δεν μπορώ να συναγάγω, όπως πράττει η Επιτροπή, ότι εν προκειμένω δεν μπορεί να εφαρμοστεί η αρχή που θέτει η προπαρατεθείσα απόφαση Tremblay κ.λπ. κατά Επιτροπής σύμφωνα με την οποία οι προβαλλόμενες παραλείψεις πρέπει να έχουν προκαλέσει βλάβη στον διάδικο που τις επικαλείται προκειμένου να υπάρχει απαράδεκτο.
18. Αντιθέτως, συμμερίζομαι την άποψη της αναιρεσείουσας η οποία προβάλλει ότι η απόφαση αυτή έρχεται να στηρίξει τη θέση της ότι παραλείψεις οι οποίες, όπως εν προκειμένω, ουδόλως έθιξαν τα δικαιώματα των άλλων διαδίκων, δεν μπορούν να έχουν ως συνέπεια την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης.
19. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται εξάλλου, κατά μείζονα λόγο, από την απόφαση Coopératives agricoles de céréales κατά Επιτροπής και Συμβουλίου , την οποία επικαλέστηκε η ίδια η Επιτροπή. ράγματι, το Δικαστήριο διαπίστωσε στην υπόθεση αυτή ότι η μη προσκόμιση ορισμένων εγγράφων έβλαψε τις δυνατότητες της Επιτροπής να ετοιμάσει την άμυνά της. αρά τη διαπίστωση αυτή, το Δικαστήριο δεν απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη.
20. Επιπλέον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η άποψη της Επιτροπής δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στις διατάξεις του Κανονισμού Διαδικασίας που αφορούν τη γραπτή διαδικασία.
21. ράγματι, οι διατάξεις αυτές δεν προβλέπουν κυρώσεις σε περίπτωση παραβιάσεως των διατάξεων του άρθρου 37 στο οποίο στηρίζεται η Επιτροπή. Η Επιτροπή δεν το αμφισβητεί, αλλά συναγάγει εξ αυτού ότι η κύρωση πρέπει να συνίσταται στην απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης, ειδάλλως δεν διασφαλίζεται η τήρηση της διατάξεως αυτής.
22. Εντούτοις, θα ήταν αδιανόητο μία τόσο σοβαρή κύρωση να μην προβλέπεται ρητώς από τον Κανονισμό Διαδικασίας. Η άποψη αυτή ενισχύεται έτι πλέον από το γεγονός ότι το άρθρο 38, παράγραφος 7, του ιδίου Κανονισμού Διαδικασίας προβλέπει τη δυνατότητα να απορριφθεί η προσφυγή ως απαράδεκτη για τυπικούς λόγους σε περίπτωση παραβιάσεως των παραγράφων 3 έως 6 του ιδίου άρθρου. Επομένως, δεν θα υπήρχε κανένα εμπόδιο να περιληφθεί μια ανάλογη διάταξη στο άρθρο 37 του εν λόγω κανονισμού.
23. Επιπλέον, η απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης σύμφωνα με το άρθρο 38, παράγραφος 7, είναι δυνατή μόνον εφόσον ο προσφεύγων παρέλειψε να άρει τις ελλείψεις του δικογράφου της προσφυγής εντός εύλογης προθεσμίας, όμως δεν χωρεί αυτομάτως. ράγματι, η διάταξη αυτή προβλέπει ότι το Δικαστήριο κρίνει «αν η μη τήρηση αυτών των προϋποθέσεων συνεπάγεται το απαράδεκτο της προσφυγής».
24. Κατά συνέπεια, θα ήταν απίθανο ο κανονισμός ο οποίος, για τόσο σοβαρές παραλείψεις όπως είναι π.χ. η παράλειψη καταθέσεως στη Γραμματεία από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αποδεικτικού νομιμοποιήσεώς του με το οποίο βεβαιώνεται ότι είναι εγγεγραμμένος σε δικηγορικό σύλλογο κράτους μέλους, όπως ορίζει το άρθρο 38, παράγραφος 3, δεν προβλέπει παρά μόνον ως έσχατο μέσο τη δυνατότητα απορρίψεως ως απαράδεκτης της προσφυγής, να πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι συνεπάγεται και, μάλιστα, σιωπηρώς, ως κύρωση για την παράβαση του άρθρου 37, το οποίο περιλαμβάνεται στο ίδιο κεφάλαιο του κανονισμού με το άρθρο 38, την αυτόματη απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης, για παράλειψη που δεν μπορεί να θεραπευθεί.
25. Μια τέτοια ερμηνεία θα ήταν όχι μόνον ελάχιστα πειστική, αλλά και υπέρμετρα τυπολατρική και απάδουσα προς την οικονομία της δίκης.
26. Ο παραλληλισμός που προτείνει η Επιτροπή με τη διάταξη Lopes κατά Δικαστηρίου δεν είναι περισσότερο πειστικός. ράγματι, το απαράδεκτο σε εκείνη την υπόθεση δεν θεμελιωνόταν αποκλειστικά στην παράβαση του άρθρου 37 του Κανονισμού Διαδικασίας, αλλά κυρίως στην παράβαση του άρθρου 17, δεύτερο εδάφιο, του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου το οποίο επιβάλλει τον διορισμό δικηγόρου έστω και αν ο διάδικος είναι ο ίδιος δικηγόρος ο οποίος νομιμοποιείται να παρίσταται ενώπιον εθνικών δικαστηρίων. Η παραβίαση του Οργανισμού του Δικαστηρίου και η απόρριψη ως απαράδεκτης της προσφυγής του οφειλόταν στην άρνηση του O. Lopes να διορίσει άλλον δικηγόρο. Το γεγονός ότι δεν κατέθεσε εισαγωγικό της δίκης έγγραφο υπογεγραμμένο από πληρεξούσιο δικηγόρο δεν ήταν παρά η αναπόφευκτη συνέπεια, από τυπικής απόψεως, αυτής της αρνήσεως και όχι ο θεμελιώδης λόγος για την απόρριψη της αιτήσεώς του αναιρέσεως ως απαράδεκτης.
27. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί η ένσταση απαραδέκτου που πρότεινε η Επιτροπή και να χωρήσει ο έλεγχος της διαφοράς επί της ουσίας.
Ως προς τον πρώτο λόγο αναιρέσεως που στηρίζεται σε παράβαση των κανονισμών 17/62 και 3975/87
28. Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, ο οποίος βάλλει κατά των σκέψεων 34 έως 52 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό της ότι στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζεται ο κανονισμός 3975/87 και όχι ο κανονισμός 17/62 (στο εξής: κανονισμός 17), παρέβη τους εν λόγω κανονισμούς.
29. Η ADP στηρίζεται στην απόφαση Επιτροπή κατά UIC , με τη σκέψη 44 της οποίας το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός 141 , ο οποίος αντικαταστάθηκε στη συνέχεια από τους τρεις επιμέρους κανονισμούς που αφορούν τις χερσαίες, τις θαλάσσιες και τις εναέριες μεταφορές, εξαίρεσε το σύνολο του τομέα των μεταφορών από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 17.
30. Κατά συνέπεια, ο κανονισμός 3975/87, ο οποίος αντικατέστησε τον κανονισμό 141, εφαρμόζεται στο σύνολο του τομέα των μεταφορών. Η δε παρούσα υπόθεση εμπίπτει χωρίς καμία αμφιβολία στον τομέα των μεταφορών.
31. Εντούτοις, αυτή η ερμηνεία της προπαρατεθείσας νομολογίας Επιτροπή κατά UIC δεν είναι πειστική.
32. Συναφώς, επιβάλλεται η παρατήρηση, πρώτον, ότι η σκέψη 44 της αποφάσεως αυτής αφορούσε τον έλεγχο του Δικαστηρίου σχετικά με το αν οι συμβατικές ρήτρες για τη διάθεση στην αγορά μεταφορικών υπηρεσιών από γραφεία ταξιδίων, προκειμένου να καταστεί ελκυστικότερη η προσφορά υπηρεσιών σιδηροδρομικής μεταφοράς, ενέπιπταν στον κανονισμό 17 ή στον επιμέρους κανονισμό 1017/68 .
33. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι ο τελευταίος αυτός κανονισμός, όπως εξάλλου και ο κανονισμός 141, εφαρμόζεται σε ορισμένες συμπράξεις «οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον καθορισμό των τιμών και των όρων μεταφοράς, τον περιορισμό ή τον έλεγχο της προσφοράς μεταφορών ή την κατανομή των αγορών των μεταφορών». Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι επίδικες ρήτρες ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του επιμέρους κανονισμού και όχι του κανονισμού του κοινού δικαίου.
34. Κατά συνέπεια, είναι σαφές ότι το πρόβλημα που ετίθετο στην υπόθεση εκείνη αφορούσε τις λεπτομέρειες διαθέσεως στην αγορά των υπηρεσιών μεταφοράς. Επομένως, το ζήτημα της σχέσεως με την παροχή μεταφορικών υπηρεσιών δεν ετίθετο υπό τους ίδιους όρους με αυτούς της παρούσας υποθέσεως η οποία, έστω και αν δεχθώ την άποψη της αναιρεσείουσας ότι η δραστηριότητά της εμπίπτει στον τομέα των μεταφορών, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αφορά τις λεπτομέρειες διαθέσεως στην αγορά υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών.
35. Δεύτερον, πρέπει να τονιστεί ότι, με τη σκέψη 29 της ιδίας αποφάσεως, το Δικαστήριο έκρινε ότι «ορθώς το ρωτοδικείο δέχτηκε ότι η διαφορά αφορούσε την ερμηνεία του κανονισμού 1017/68 και όχι του κανονισμού 141». Κατά συνέπεια, είναι αμφίβολο το κατά πόσο το Δικαστήριο είχε την πρόθεση, με την απόφαση αυτή, να λάβει θέση σχετικά με την ερμηνεία του κανονισμού 141.
36. Επιπλέον, η άποψη της αναιρεσείουσας καταλήγει να αποδίδει στο Δικαστήριο μια διασταλτική ερμηνεία του πεδίου εφαρμογής του ανωτέρω κανονισμού.
37. άντως, η υπόθεση ότι πρόθεση του Δικαστηρίου ήταν να δώσει μια τέτοιου είδους ερμηνεία είναι κατά μείζονα λόγο απίθανη δεδομένου ότι η διατύπωση του εν λόγω κανονισμού επιβεβαιώνει κατά τρόπο απερίφραστο τον χαρακτήρα του ως lex specialis σε σχέση με τον κανονισμό 17.
38. Ως εκ τούτου, η τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 141, την οποία υπενθύμισε το ρωτοδικείο, ορίζει ότι «τα ειδικά χαρακτηριστικά στον τομέα των μεταφορών δικαιολογούν την εξαίρεση από την εφαρμογή του κανονισμού 17 μόνον των συμφωνιών, αποφάσεων και εναρμονισμέων πρακτικών που αφορούν άμεσα την παροχή υπηρεσιών μεταφοράς» . Τα ανωτέρω επιρρωννύονται από το άρθρο 1 του κανονισμού 141 το οποίο ορίζει ότι ο κανονισμός 17 δεν εφαρμόζεται μόνο στις συμπράξεις «οι οποίες έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα τον καθορισμό των τιμών και όρων μεταφοράς, τον περιορισμό ή τον έλεγχο της προσφοράς μεταφορών ή την κατανομή των αγορών των μεταφορών».
39. Συνεπώς, ορθώς το ρωτοδικείο απέρριψε την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας που στηρίζεται στην προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά UIC.
40. εραιτέρω, με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως, η ADP υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κατά την ανάλυση του κανονισμού 3975/87.
41. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι προσέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στον τίτλο του κανονισμού αυτού ο οποίος αναφέρεται στις «modalités d'application des règles de concurrence applicables aux entreprises de transports aériens». Συγκεκριμένα, η ADP φρονεί ότι το Δικαστήριο δεν έπρεπε να συναγάγει από την ορολογία αυτή τις συνέπειες που συνήγαγε και υπογραμίζει ότι η απόδοση του κανονισμού στα αγγλικά κάνει λόγο για «undertakings in the air transport sector», πράγμα που καθιστά έτι σαφέστερον το γεγονός ότι ο κανονισμός εφαρμόζεται σε όλες τις επιχειρήσεις του τομέα των αεροπορικών μεταφορών και όχι μόνον στις καθαυτό επιχειρήσεις αεροπορικών μεταφορών.
42. Ωστόσο, ορθώς η Επιτροπή τονίζει ότι, σε περίπτωση αποκλίσεων μεταξύ των διαφόρων γλωσσικών αποδόσεων ενός κανονισμού, προκύπτει από τη νομολογία ότι θα πρέπει να λαμβάνεται ως γνώμονας η γενική οικονομία και ο σκοπός των εν λόγω διατάξεων . Αυτό ακριβώς έπραξε το ρωτοδικείο κατά την ανάλυση, μεταξύ άλλων, των άρθρων 1 έως 4α του κανονισμού 3975/87.
43. Ως προς το σημείο αυτό, η ADP προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι συνήγαγε από το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού, σύμφωνα με το οποίο «ο παρών κανονισμός αφορά μόνον τις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές μεταξύ αερολιμένων της Κοινότητας», ότι το άρθρο αυτό εφαρμόζεται μόνον στις stricto sensu αεροπορικές μεταφορές.
44. Συγκεκριμένα, κατά την αναιρεσείουσα, ο όρος «μόνον» αναφέρεται αποκλειστικά στην έκφραση «μεταξύ αερολιμένων της Κοινότητας», προκειμένου να αποκλείσει τις μεταφορές που δεν αφορούν κοινοτικούς αερολιμένες.
45. Ωστόσο, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί σε συνδυασμό με το άρθρο 1, παράγραφος 1, του κανονισμού το οποίο συμπληρώνει. Η διάταξη αυτή ορίζει ότι «ο παρών κανονισμός καθορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης στις υπηρεσίες αεροπορικών μεταφορών». Από τη διάταξη αυτή προκύπτει αναμφισβήτητα ότι, όπως διαπίστωσε το ρωτοδικείο, ο κανονισμός αφορά τις δραστηριότητες οι οποίες συνίστανται στην παροχή αυτού του είδους των υπηρεσιών και όχι εκείνες τις δραστηριότητες ορισμένων φορέων οι οποίοι, όπως η αναιρεσείουσα, παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε επιχειρήσεις που παρέχουν αυτές οι ίδιες υπηρεσίες εδάφους στους αερομεταφορείς.
46. Αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, το συμπέρασμα αυτό δεν ανατρέπεται, αλλά τουναντίον επιρρωννύεται, από το άρθρο 4α του κανονισμού, το οποίο επίσης παραθέτει το ρωτοδικείο. Η διάταξη αυτή, που προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1283/91 του Συμβουλίου, της 14ης Μα_ου 1991, για την τροποποίηση του κανονισμού 3975/87 σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των κανόνων ανταγωνισμού που ισχύουν για τις επιχειρήσεις στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών , αφορά μόνον τις πρακτικές που έχουν ως αντικείμενο ή αποτέλεσμα «να τίθεται άμεσα σε κίνδυνο η υπόσταση μιας υπηρεσίας αεροπορικών μεταφορών».
47. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει συναφώς ότι η διάταξη αυτή αποτελεί επιχείρημα υπέρ της εφαρμογής του κανονισμού στο σύνολο του τομέα των αεροπορικών μεταφορών. Συγκεκριμένα, είναι προφανές ότι σε τέτοιες πρακτικές είναι δυνατό να επιδοθούν οι λοιπές επιχειρήσεις του τομέα των μεταφορών και όχι οι ίδιοι οι μεταφορείς.
48. Εντούτοις, οι εν λόγω πρακτικές θα πρέπει να έχουν αρκούντως στενή σχέση με την ίδια την υπόσταση της υπηρεσίας αεροπορικών μεταφορών ώστε να είναι δυνατό να τη θέσουν άμεσα σε κίνδυνο. Ωστόσο, δεν υποστηρίζεται ότι αυτό συμβαίνει στην περίπτωση των επίμαχων δραστηριοτήτων της παρούσας υποθέσεως, ήτοι, υπενθυμίζω, στην περίπτωση της οργανώσεως της προσβάσεως των φορέων παροχής υπηρεσιών εδάφους στις υποδομές του αερολιμένος.
49. Εξάλλου, το παράδειγμα που παραθέτει στο πλαίσιο αυτό η αναιρεσείουσα είναι ιδιαιτέρως ενδεικτικό, δεδομένου ότι αναφέρεται στην περίπτωση της αρνήσεως ενός αερολιμένος να παραχωρήσει άδεια χρήσεως σε μια αεροπορική εταιρία. Εν προκειμένω, όμως, αντικείμενο της διαφοράς δεν είναι ακριβώς η σχέση μεταξύ των αεροπορικών εταιριών και των φορέων διαχειρίσεως του αερολιμένος. ράγματι, η προβαλλόμενη κατάχρηση αφορά τις σχέσεις μεταξύ αυτών των τελευταίων και των φορέων παροχής υπηρεσιών εδάφους, που είναι οι προμηθευτές των αεροπορικών εταιριών.
50. Τέλος, επίσης κακώς θεωρεί η αναιρεσείουσα ως παντελώς αλυσιτελή τη μνεία από το ρωτοδικείο της πρώτης αιτιολογικής σκέψεως του κανονισμού 3976/87 , το οποίο ορίζει ότι κανονισμός 17 εφαρμόζεται στις συμπράξεις πλην εκείνων «που συνδέονται άμεσα με την παροχή αεροπορικών μεταφορών».
51. Συναφώς, η ADP τονίζει ότι κρίσιμος εν προκειμένω είναι ένας άλλος κανονισμός, ήτοι ο κανονισμός 3975/87. Επιπλέον, και κυρίως, ο κανονισμός 3976/87 δεν αφορά παρά μόνον τις συμπράξεις ενώ, εν προκειμένω, προβάλλεται η ύπαρξη καταχρήσεως δεσπόζουσας θέσεως.
52. Εντούτοις, όπως υπενθυμίζει η Επιτροπή, τα δύο νομοθετήματα εκδόθηκαν ταυτοχρόνως και αφορούν το ίδιο αντικείμενο, ήτοι την εφαρμογή των κανόνων του ανταγωνισμού στις υπηρεσίες αεροπορικών μεταφορών.
53. Επιπλέον, δεν βλέπω για ποιον λόγο θα έπρεπε το καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 17 να είναι διαφορετικό εν προκειμένω ανάλογα με το αν πρόκειται για σύμπραξη παρά για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσεως.
54. Συνεπώς, ορθώς το ρωτοδικείο έκρινε ότι είχε ενώπιόν του ένα ακόμη στοιχείο για το ότι ο κανονισμός 17 εφαρμόζεται εφ' όλων των ειδών τις συμπεριφορές πλην εκείνων που αφορούν άμεσα την παροχή υπηρεσιών αεροπορικών μεταφορών.
55. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, η έννοια των «μεταφορικών υπηρεσιών» δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι κάθε είδους δραστηριότητα που συνδέεται με τον τομέα των αεροπορικών μεταφορών εμπίπτει σε αυτόν και εκφεύγει ως εκ τούτου την εφαρμογή του κανονισμού 17.
56. Κατά συνέπεια, ορθώς το ρωτοδικείο έκρινε ότι οι δραστηριότητες της αναιρεσείουσας δεν αποτελούν μεταφορικές υπηρεσίες κατά την έννοια του κανονισμού 3975/87 διότι η ADP δεν παρέχει υπηρεσίες αεροπορικών μεταφορών και, ως εκ τούτου, δεν είναι επιχείρηση αεροπορικών μεταφορών.
57. Το γεγονός ότι, όπως η ADP τονίζει με εμμονή, οι δραστηριότητές της εμπίπτουν αναμφιλέκτως στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών δεν είναι πράγματι αρκετό, προκειμένου να θεωρηθούν οι δραστηριότητες αυτές «υπηρεσίες μεταφορών» κατά την έννοια του κανονισμού 3975/87, αν ληφθεί υπόψη η ορθή, κατά την άποψή μου, ερμηνεία της ρυθμίσεως από το ρωτοδικείο.
58. Ματαίως επίσης επιχειρεί η αναιρεσείουσα να στηριχθεί στην οδηγία 96/67/ΕΚ υπενθυμίζοντας, αφενός, ότι με την πρότασή της η Επιτροπή υπενθύμισε ότι οι υπηρεσίες εδάφους αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του συστήματος αεροπορικών μεταφορών και, αφετέρου, ότι η επιτροπή περιφερειών τόνισε στη γνώμη της ότι «οι αερολιμένες και οι υπηρεσίες εδάφους αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της αγοράς των αεροπορικών μεταφορών». ράγματι, δεδομένου ότι το Συμβούλιο δεν υιοθέτησε την άποψη αυτή της Επιτροπής, νομίμως το ρωτοδικείο θεώρησε ότι η επιλογή αυτή αποτελεί μια ακόμη ένδειξη ότι οι υπηρεσίες εδάφους και οι υπηρεσίες αεροπορικών μεταφορών πρέπει να αντιδιαστέλλονται και ότι οι μεν δεν μπορούν να εξομοιωθούν προς τις δε.
59. Επιπλέον, και σε κάθε περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι η αναιρεσείουσα δεν παρέχει υπηρεσίες εδάφους, όπως, εξάλλου, λυσιτελώς παρατήρησε το ρωτοδικείο.
60. Τέλος, ας τονίσω ότι αντιθέτως προς όσα αφήνει να εννοηθεί η αναιρεσείουσα, δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της διαπιστώσεως του ρωτοδικείου στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ότι οι πρακτικές που καταλογίζονται στην ADP είχαν έμμεσες μόνον επιπτώσεις στην αγορά των αεροπορικών μεταφορών και της εκτιμήσεως της Επιτροπής στο σημείο 125 της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι τα επίδικα τέλη «επηρεάζουν αρνητικά τον ανταγωνισμό στην αγορά υπηρεσιών εναέριων μεταφορών».
61. ράγματι, από την ανάγνωση των δύο αυτών κειμένων προκύπτει ότι το ρωτοδικείο και η Επιτροπή περιγράφουν το ίδιο φαινόμενο, ήτοι το γεγονός ότι το ύψος των τελών δεν αφορά άμεσα τους μεταφορείς, αλλά μόνο στον βαθμό που αυτό επηρεάζει το ύψος των δαπανών που πρέπει να επωμιστεί ο φορέας που τους παρέχει υπηρεσίες εδάφους και, συνεπώς, τις τιμές που αυτός προτείνει στον μεταφορέα.
62. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.
Επί του δευτέρου λόγου αναιρέσεως που αφορά την αιτιολογία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως
63. Η ADP υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο παρέβη την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως δεδομένου ότι η συλλογιστική του είναι αντιφατική. Συγκεκριμένα, το ρωτοδικείο διαπίστωσε, αφενός, ότι η απόφαση της Επιτροπής δεν επιβάλλει τα αυτά ακριβώς τέλη για την εξυπηρέτηση δι' ιδίων μέσων και για την εξυπηρέτηση προς τρίτους και έκρινε, αφετέρου, ότι η ADP παρείχε τις ίδιες υπηρεσίες και στις δύο περιπτώσεις, πράγμα το οποίο, σύμφωνα με την ADP, αποκλείει κατ' ανάγκην το ενδεχόμενο διαφορετικής μεταχειρίσεως.
64. Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως διότι πρόκειται για μια απλή επανάληψη του δεύτερου και του τρίτου λόγου προσφυγής που προβλήθηκαν ενώπιον του ρωτοδικείου. Συνεπώς, σύμφωνα με τη νομολογία , αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
65. Η αναιρεσείουσα δεν συμμερίζεται την ανωτέρω ερμηνεία της νομολογίας. Συγκεκριμένα, φρονεί ότι μόνον η κατά λέξη επανάληψη ενός λόγου προσφυγής που έχει ήδη προβληθεί ενώπιον του ρωτοδικείου συνεπάγεται την απόρριψή του ως απαράδεκτου.
66. Το ζήτημα αυτό δεν χρήζει καν εξετάσεως, επιβάλλεται δε η διαπίστωση ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής δεν μπορεί να γίνει δεκτή εν προκειμένω.
67. ράγματι, από πάγια νομολογία, στην οποία περιλαμβάνεται και η προπαρετεθείσα διάταξη Kupka Floridi κατά CES, προκύπτει ότι στην αίτηση αναιρέσεως «πρέπει να αναφέρονται επακριβώς τα αμφισβητούμενα στοιχεία της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθώς και τα νομικά επιχειρήματα επί των οποίων στηρίζεται συγκεκριμένα η αίτηση αυτή» .
68. Αυτό συμβαίνει εν προκειμένω. ράγματι, η αναιρεσείουσα απαριθμεί επακριβώς τις σκέψεις κατά των οποίων βάλλει, ήτοι τις σκέψεις 62, 66 και 67, αφενός, και 206, αφετέρου. Η ειδική επιχειρηματολογία που προβάλλεται κατά των σκέψεων αυτών παρατίθεται επίσης, η δε αναιρεσείουσα διευκρινίζει ότι κατά την άποψή της από τις σκέψεις αυτές προκύπτει η ύπαρξη αντιφάσεων στη συλλογιστική του ρωτοδικείου.
69. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.
70. Όσον αφορά το βάσιμο αυτού του λόγου αναιρέσεως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι εσφαλμένως η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι υπάρχουν αντιφάσεις στη συλλογιστική του ρωτοδικείου.
71. ράγματι, το γεγονός και μόνον ότι ελέχθη ότι τα τέλη πρέπει να καθορίζονται κατά τρόπο που να μην εισάγει δυσμενείς διακρίσεις ουδόλως συνεπάγεται την επιβολή των ιδίων ακριβώς τελών σε όλους. Η απαγόρευση των δυσμενών διακρίσεων απαιτεί μόνον να είναι αντικειμενικά δικαιολογημένες οι τυχόν διαφορές μεταξύ των τελών.
72. Το ρωτοδικείο δέχθηκε την άποψη της Επιτροπής ότι τα τέλη έπρεπε να καθορίζονται κατά τρόπο που να μην εισάγει δ+υσμενείς διακρίσεις. Το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι υπήρχαν διαφορές. Ως εκ τούτου, το ρωτοδικείο, λίαν ευλόγως, εξέτασε το αν προβλήθηκαν ορισμένες δικαιολογίες ώστε να καταρριφθεί η αιτίαση της δυσμενούς διακρίσεως.
73. Στο πλαίσιο αυτό, το ρωτοδικείο διαπίστωσε ότι δεν προβλήθηκαν κάποιες τέτοιου είδους δικαιολογίες, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη του γεγονότος ότι οι παρεχόμενες υπηρεσίες στις δύο συγκρινόμενες κατηγορίες ήσαν οι αυτές. Βεβαίως, το γεγονός ότι εν προκειμένω οι διαφορές αυτές δεν ήσαν δικαιολογημένες ουδόλως συνεπάγεται ότι δεν θα μπορούσαν να είναι δικαιολογημένες σε μια άλλη περίπτωση και ότι τα τέλη θα έπρεπε να είναι πάντοτε τα αυτά. Υπενθυμίζω συναφώς ότι από την ίδια την έννοια της απαγορεύσεως των διακρίσεων προκύπτει όχι μόνον ότι όμοιες καταστάσεις πρέπει να ρυθμίζονται με τον ίδιο τρόπο, αλλά επίσης ότι διαφορετικές καταστάσεις δεν πρέπει να ρυθμίζονται με τον ίδιο τρόπο, εφόσον, εννοείται, δεν πρόκειται για αντικειμενικώς ουσιώδεις διαφορές.
74. Επομένως, η συλλογιστική του ρωτοδικείου ως προς το σημείο αυτό συνίσταται στην απλή εφαρμογή της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων και δεν παρουσιάζει αντιφάσεις όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα.
75. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί αυτός ο λόγος αναιρέσεως.
Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως που στηρίζεται σε παράβαση των δικαιωμάτων άμυνας
76. Η ADP αμφισβήτησε ενώπιον του ρωτοδικείου την ορθότητα του χαρακτηρισμού της δραστηριότητάς της ως επιχειρηματικής κατά την έννοια της Συνθήκης προσδίδοντας ιδιαίτερη βαρύτητα στην περίπτωση ενός φορέα παροχής υπηρεσιών εδάφους, της HRS, η οποία, κατά την ADP, ασκεί τις δραστηριότητές της εκτός της ζώνης του αερολιμένος χωρίς να της καταβάλλει τέλη.
77. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι έκρινε, με τη σκέψη 126 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι «η δραστηριότητα της HRS πρέπει επίσης να υποβάλλεται στην καταβολή εμπορικού τέλους και το γεγονός ότι αυτό δεν συμβαίνει συνιστά απλώς πρόσθετη δυσμενή διάκριση, η οποία βεβαίως δεν αμφισβητείται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση του επίμαχου εμπορικού τέλους ή των υπηρεσιών για τις οποίες καταβάλλεται [...]».
78. Κατά την ADP, το ρωτοδικείο με το τρόπο αυτόν της αποδίδει ευθύνες για την παράβαση του δικαίου του ανταγωνισμού πέραν και κατά παράβαση όλων των δικονομικών κανόνων που προβλέπει το κοινοτικό δίκαιο σχετικά με τη διαπίστωση παραβάσεως. Η ADP τονίζει ότι ουδέποτε της παρεσχέθη η δυνατότητα να αμυνθεί, πριν από την έκδοση της αποφάσεως του ρωτοδικείου, κατά της αιτιάσεως αυτής η οποία δεν περιλαμβάνεται ούτε στην ανακοίνωση αιτιάσεων ούτε στην απόφαση της Επιτροπής.
79. Εντούτοις, πρέπει να παρατηρηθεί ότι από την ανάγνωση ολόκληρης της σκέψεως 126 προκύπτει ότι, όπως τονίζει εξάλλου η Επιτροπή, η εκτίμηση αυτή του ρωτοδικείου παρατίθεται πλεοναστικώς.
80. ράγματι, με τις σκέψεις 120 έως 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο κατέδειξε τον οικονομικό χαρακτήρα των δραστηριοτήτων της ADP. Η σκέψη 126 προσθέτει μόνον ότι η ανωτέρω διαπίστωση δεν μεταβάλλεται από την περίπτωση της HRS την οποία προβάλλει ως επιχείρημα η αναιρεσείουσα.
81. Το ρωτοδικείο έκρινε, χωρίς να υπάρξει αντίλογος στο σημείο αυτό από την ADP, ότι η HRS πρέπει να χρησιμοποιεί τις αερολιμενικές εγκαταστάσεις δεδομένου ότι οι υπηρεσίες εδάφους παρέχονται, εξ ορισμού, εντός του αερολιμένος. Εξ αυτού το ρωτοδικείο συνήγαγε ευλόγως ότι η HRS πρέπει επίσης να καταβάλλει εμπορικά τέλη και ότι η περίπτωσή της, που προβλήθηκε ως παράδειγμα, δεν μεταβάλλει τις διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξε το ρωτοδικείο όσον αφορά τη φύση του επίμαχου εμπορικού τέλους ή των υπηρεσιών για τις οποίες καταβάλλεται.
82. Κατά συνέπεια, η ουσία της σκέψεως 126 έγκειται στην εκτίμηση του ρωτοδικείου ότι το παράδειγμα που επικαλείται η αναιρεσείουσα δεν κλονίζει τη συλλογιστική του σχετικά με τη φύση των δραστηριοτήτων της ADP. Το ρωτοδικείο παρεμπιπτόντως και μόνον διαπίστωσε ότι το γεγονός αυτό είναι επίσης ενδεικτικό της υπάρξεως δυσμενούς διακρίσεως την οποία δεν προέβαλε η Επιτροπή.
83. Επιπλέον, και σε κάθε περίπτωση, θα προσέθετα ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. ράγματι, δεν απόκειται στο ρωτοδικείο να διαπιστώνει motu proprio την ύπαρξη παραβάσεων. Το καθήκον αυτό έχει ανατεθεί στην Επιτροπή η οποία το ασκεί στο πλαίσιο διαδικασιών που κατοχυρώνουν τον σεβασμό των δικαιωμάτων άμυνας.
84. αρέπεται ότι μια διαπίστωση του ρωτοδικείου, όπως αυτή κατά της οποίας βάλλει η αναιρεσείουσα, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι διαπιστώνει την ύπαρξη παραβάσεως του δικαίου του ανταγωνισμού έστω και αν ενδεχομένως δίδει την εντύπωση αυτή. Κατά συνέπεια, και αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η ADP, μια τέτοιου είδους διαπίστωση δεν θα ήταν δυνατό να αποτελέσει τη βάση αγωγής αποζημιώσεως κατά της ADP ούτε, εξάλλου, να επισύρει οποιεσδήποτε κυρώσεις εις βάρος της, για τις οποίες δεν τίθεται ζήτημα εν προκειμένω.
85. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η αιτίαση που προβλήθηκε κατά του ρωτοδικείου ότι προσέβαλε τα δικαιώματα άμυνας δεν μπορεί να γίνει δεκτή και ότι πρέπει να απορριφθεί αυτός ο λόγος αναιρέσεως.
Επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως που στηρίζεται στην παράλειψη απαντήσεως σε λόγο ακυρώσεως της ADP
86. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η απόφαση της Επιτροπής εκθέτει ότι η διαφορετική μεταχείριση από την ADP των υπηρεσιών προς τρίτους και των υπηρεσιών εξυπηρετήσεως δι' ιδίων μέσων συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις στην αγορά των αεροπορικών μεταφορών και ότι προέβαλε ενώπιον του ρωτοδικείου έναν λόγο προσφυγής με τον οποίο αμφισβητούσε την ορθότητα της εκτιμήσεως αυτής εκθέτοντας τη διαφορετική κατάσταση μεταξύ του μεταφορέα που εξυπηρετείται δι' ιδίων μέσων και του μεταφορέα που προσφεύγει στις υπηρεσίες ενός τρίτου φορέα.
87. Κατά την αναιρεσείουσα, το ρωτοδικείο δεν απάντησε σ' αυτόν τον λόγο ακυρώσεως. Το ρωτοδικείο εξέθεσε απλώς την αντίστοιχη κατάσταση του μεταφορέα που εξυπηρετείται δι' ιδίων μέσων και του φορέα παροχής υπηρεσιών προς τρίτους, αλλά όχι την κατάσταση την οποία, κατά την αναιρεσείουσα, όφειλε να εξετάσει, ήτοι τη δυσμενή διάκριση μεταξύ των μεταφορέων, την ύπαρξη της οποίας διαπίστωνε η απόφαση της Επιτροπής και την οποία η αναιρεσείουσα αμφισβητούσε.
88. Η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί.
89. ράγματι, πρέπει να τονιστεί ότι, όπως υπενθυμίζει η Επιτροπή και αντιθέτως προς όσα υποστηρίζει η ADP, αντικείμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως δεν είναι η ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως μεταξύ των αεροπορικών μεταφορέων. Το άρθρο 1 του διατακτικού της αποφάσεως της Επιτροπής δεν καταλείπει καμία αμφιβολία συναφώς, δεδομένου ότι ορίζει ρητώς ότι «η ADP παρέβη τις διατάξεις του άρθρου 86 της Συνθήκης ΕΚ χρησιμοποιώντας τη δεσπόζουσα θέση της ως φορέα εκμετάλλευσης των παρισινών αερολιμένων για να επιβάλλει, κατά τρόπο μεροληπτικό, στους παρέχοντες ή χρήστες των υπηρεσιών εδάφους που σχετίζονται με την τροφοδοσία [...]» τον καθορισμό των αεροσκαφών και τις υπηρεσίες φορτίου, εμπορικά τέλη στους παρισινούς αερολιμένες [...].
90. Η αναιρεσείουσα στηρίζεται στην τελευταία περίοδο του σημείου 123 της προσβαλλομένης αποφάσεως, από το οποίο προκύπτει ότι οι αεροπορικές εταιρίες που δεν εξυπηρετούνται δι' ιδίων μέσων «είναι αναγκασμένες να προσφύγουν στις υπηρεσίες που παρέχονται σε τρίτους οι οποίες κοστίζουν περισσότερο και κατά συνέπεια υφίστανται τις συνέπειες μιας άνισης μεταχείρισης λόγω των εμπορικών τελών που εφαρμόζει η ADP».
91. Μολονότι η διατύπωση αυτή δεν είναι απόλυτα σαφής, αρκεί να τοποθετηθεί στην αλληλουχία της, όπως αυτή προκύπτει με σαφήνεια από την υπόλοιπη προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να κατανοηθεί ότι η διατύπωση αυτή αφορά τη δυσμενή διάκριση μεταξύ φορέων παροχής ή χρηστών «που προσφέρουν τον ίδιο τύπο υπηρεσίας» . Η διαπίστωση αυτή επιρρωννύεται μεταξύ άλλων από τη διεξοδική σύγκριση των επιπέδων των τελών στην οποία προβαίνει η Επιτροπή .
92. Κατά συνέπεια, η φράση την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα, πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι περιγράφει, παρεμπιπτόντως, τις συνέπειες των άνισων τελών επί των αεροπορικών μεταφορέων οι οποίοι, είτε ως πελάτες είτε, μέσω της εξυπηρετήσεως δι' ιδίων μέσων, ως επιχειρηματίες στην αγορά υπηρεσιών εδάφους ενδέχεται να θιγούν από τις δυσμενείς διακρίσεις εις βάρος των φορέων παροχής υπηρεσιών εδάφους.
93. Επομένως, όπως τονίζει η Επιτροπή, η βάση στην οποία στηρίζεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι εσφαλμένη και, ως εκ τούτου, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος.
94. Ας παρατηρηθεί επικουρικώς ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι το ρωτοδικείο δεν απάντησε στον λόγο προσφυγής της είναι σε κάθε περίπτωση εσφαλμένος. Ως προς το σημείο αυτό, αρκεί η παραπομπή στη σκέψη 218 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία έχει ως εξής:
«Τέλος, το επιχείρημα της προσφεύγουσας ότι δεν υφίσταται δυσμενής διάκριση στην αγορά αεροπορικών μεταφορών εφόσον στους παρισινούς αερολιμένες δεν υφίσταται κανενός είδους περιορισμός όσον αφορά την εξυπηρέτηση δι' ιδίων μέσων πρέπει επίσης να απορριφθεί. Αφενός, το επιχείρημα αυτό, ακόμη και αν θεωρηθεί βάσιμο, δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη δυσμενή διάκριση μεταξύ φορέων παροχής υπηρεσιών σε τρίτους και φορέων παροχής υπηρεσιών εξυπηρετήσεως δι' ιδίων μέσων. Αφετέρου, δεν είναι ακριβές στο μέτρο που, όπως τονίζεται στην αιτιολογική σκέψη 123 της προσβαλλομένης αποφάσεως, μόνον οι μεγάλες αεροπορικές εταιρίες που αντιπροσωπεύουν μεγάλο ποσοστό του όγκου μεταφορών στους αερολιμένες του αρισιού έχουν, στην πράξη, τη δυνατότητα να αναπτύξουν και να καταστήσουν αποδοτική την υπηρεσία εξυπηρετήσεως δι' ιδίων μέσων, ενώ οι άλλοι είναι υποχρεωμένοι να απευθύνονται στους φορείς παροχής υπηρεσιών σε τρίτους.»
95. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως που στηρίζεται στην παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων
96. Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία του υποβλήθηκαν, ήτοι τις συμβάσεις μεταξύ της ADP και των φορέων παροχής υπηρεσιών εδάφους AFS και ΟΑΤ, εκτιμώντας ότι το εν λόγω τέλος οφειλόταν ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες διαχειρίσεως που παρείχε η ADP και για τη διάθεση εγκαταστάσεων που χρησιμοποιούνται από κοινού τόσο από τους χρήστες όσο και από τους φορείς παροχής υπηρεσιών εδάφους που λειτουργούν εντός του αερολιμένος.
97. Συγκεκριμένα, κατά την αναιρεσείουσα, είναι προφανές ότι οι συμβάσεις θα έπρεπε να ερμηνευθούν κατά τρόπο διαφορετικό από αυτόν του ρωτοδικείου. Κατά την άποψή της, οι συμβάσεις δεν αφορούν «τις υπηρεσίες διαχειρίσεως» και δεν προβλέπουν παρά μόνον ένα μόνο συνολικό τέλος ως αντάλλαγμα για την αποκλειστική χρήση δημοσίων πραγμάτων. Το γεγονός ότι η έκφραση «υπηρεσίες διαχειρίσεως» δεν απαντά αυτή καθ' εαυτή στις συμβάσεις θα ήταν αρκετό για να καταστήσει σαφή την παραμόρφωση των αποδεικτικών στοιχείων από το ρωτοδικείο. Εξάλλου, το ρωτοδικείο θα έπρεπε να λάβει υπόψη του το «γαλλικό δίκαιο των δημοσίων πραγμάτων» στον βαθμό που οι συμβάσεις αυτές συνήφθησαν υπό το καθεστώς της «παραχωρήσεως αδειών για τη χρήση δημοσίων πραγμάτων».
98. Κατ' αρχάς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως συνδέεται στενά με τους δύο ακόλουθους λόγους αναιρέσεως. ράγματι, αυτοί οι τρεις λόγοι αναιρέσεως αφορούν κατά το μάλλον ή ήττον άμεσα το ίδιο αντικείμενο, ήτοι τον χαρακτηρισμό από το ρωτοδικείο της δραστηριότητας της ADP ως οικονομικής και την εφαρμογή της εννοίας της επιχειρήσεως στην ADP. Εντούτοις, δεδομένου ότι διαφέρουν μεταξύ τους τα επιχειρήματα που προβάλλονται προς στήριξη αυτών των λόγων αναιρέσεως, φρονώ ότι πρέπει να εξεταστούν χωριστά.
99. Η Επιτροπή φρονεί ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος στον βαθμό που επαναλαμβάνει το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου ακυρώσεως, όπως αυτός εκτίθεται στις σκέψεις 94 έως 105 της αποφάσεως, ο οποίος αναπτύχθηκε ενώπιον του ρωτοδικείου.
100. Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, μολονότι από την ανάγνωση των δικογράφων της αναιρεσείουσας προκύπτει πράγματι ότι υπάρχει αδιαμφισβήτητη ομοιότητα μεταξύ του λόγου ακυρώσεως και του λόγου αναιρέσεως τους οποίους παραθέτει η Επιτροπή, εντούτοις ο λόγος αναιρέσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απλή επανάληψη του λόγου ακυρώσεως που υποβλήθηκε πρωτοδίκως.
101. ράγματι, όχι μόνον η αναιρεσείουσα διευκρινίζει ρητώς τα σημεία της αποφάσεως τα οποία επικρίνει αιτιολογημένα, αλλά επίσης προβάλλει μια επιχειρηματολογία την οποία δεν θα ήταν σε θέση να προβάλει προηγουμένως, ήτοι τις επικρίσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το ρωτοδικείο ερμήνευσε τις συμβάσεις που συνδέουν την ADP με τους φορείς παροχής υπηρεσιών εδάφους.
102. Η Επιτροπή υποστηρίζει περαιτέρω ότι ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών τα οποία δεν υπόκεινται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου.
103. Η αναιρεσείουσα αμφισβητεί την ορθότητα του ισχυρισμού αυτού υποστηρίζοντας ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως αφορά την παραμόρφωση αποδεικτικών στοιχείων και, ως εκ τούτου, είναι παραδεκτός σύμφωνα με τη νομολογία .
104. Εν πάση περιπτώσει, είναι άνευ σημασίας το αν αυτός ο λόγος αναιρέσεως αφορά την παραμόρφωση πραγματικών περιστατικών ή αποδεικτικών στοιχείων. ράγματι, από τη νομολογία προκύπτει ότι τόσο η εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων όσο και η διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών από το ρωτοδικείο δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου, πλην της περιπτώσεως της παραμορφώσεως .
105. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξεταστεί αν το ρωτοδικείο, κατά την ανάλυση των εν λόγω συμβάσεων, παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους θεωρώντας ότι το επίδικο τέλος οφειλόταν ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες διαχειρίσεως που παρείχε η ADP και για τη διάθεση εγκαταστάσεων οι οποίες χρησιμοποιούνταν από κοινού από τους χρήστες και από τους φορείς παροχής υπηρεσιών εδάφους που λειτουργούσαν εντός του αερολιμένος.
106. Συναφώς, πρέπει να τονιστεί ότι η άποψη της αναιρεσείουσας ότι οι συμβάσεις δεν προέβλεπαν παρά μόνον ένα και μόνον συνολικό τέλος ως αντάλλαγμα για την αποκλειστική χρήση δημοσίων πραγμάτων καταρρίπτεται από την ανάλυση του κειμένου των εν λόγω συμβάσεων.
107. Ως εκ τούτου, αν ληφθεί ως παράδειγμα η σύμβαση μεταξύ της ADP και της AFS , το γεγονός ότι δεν απαντά στη σύμβαση αυτή καθ' εαυτή η έκφραση «υπηρεσίες διαχειρίσεως» δεν έχει σημασία δεδομένου ότι το ίδιο το αντικείμενο της συμβάσεως έγκειται στην παραχώρηση αδείας στην AFS προκειμένου να χρησιμοποιήσει ένα σύνολο πραγμάτων που προορίζονται για την εκμετάλλευση υπηρεσιών τροφοδοσίας καθώς και προκειμένου να κατασκευάσει και να εξοπλίσει τις εγκαταστάσεις που απαιτούνται για την εκμετάλλευση αυτή (άρθρο 17 της συμβάσεως). Ωστόσο, δυσχερώς μπορεί να γίνει αντιληπτό με ποιο τρόπο η ADP θα ήταν σε θέση να παρέχει στους μισθωτές της τη δυνατότητα να εκμεταλλεύονται αποτελεσματικά τις εγκαταστάσεις αυτές χωρίς η ADP να παράσχει στην AFS τις υπηρεσίες της διαχειρίσεως του συνόλου των αερολιμενικών εγκαταστάσεων. Οι υπηρεσίες διαχειρίσεως συμπεριλαμβάνουν π.χ. τον διαρκή έλεγχο της διαπιστεύσεως των εχόντων άδεια προσβάσεως στους χώρους αυτούς και την οργάνωση και εκτέλεση όλων των μέτρων που απαιτούνται για την πραγματοποίηση - τηρουμένων όλων των προδιαγραφών ασφαλείας - των δραστηριοτήτων των συμβεβλημένων φορέων παροχής υπηρεσιών.
108. Επίσης, η μνεία του «καθεστώτος για την παραχώρηση αδειών προσωρινής χρήσεως δημοσίων πραγμάτων» ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι η σύμβαση επιγράφεται «σύμβαση για τον καθορισμό των όρων προσωρινής χρήσεως δημοσίων πραγμάτων για την άσκηση εμπορικής δραστηριότητας» και ότι διαιρείται σε δύο μέρη, ήτοι σε ένα προοίμιο και στους «γενικούς όρους για την παραχώρηση αδείας χρήσεως και εκμεταλλεύσεως».
109. Το άρθρο 23 της συμβάσεως μεταξύ της ADP και της AFS σχετικά με τους οικονομικούς όρους ορίζει ρητώς ότι το τέλος καταβάλλεται «ως αντάλλαγμα για την άδεια χρήσεως και εκμεταλλεύσεως που παραχωρεί η Aéroports de Paris στον φορέα εκμεταλλεύσεως».
110. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το τέλος δεν ήταν δυνατό να καταβάλλεται ως αντάλλαγμα μόνον για την αποκλειστική χρήση δημοσίων πραγμάτων, εκτός και αν στερείται νοήματος η χρήση του όρου «εκμετάλλευση».
111. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι οι ίδιες οι επίδικες συμβάσεις διακρίνουν μεταξύ «τέλους για τη χρήση δημοσίων πραγμάτων» και «εμπορικού τέλους». Επιπλέον, η σύμβαση που συνήφθη με την AFS προβλέπει ρητώς στο υποκεφάλαιο «23.1 Τέλος για τη χρήση δημοσίων πραγμάτων: δεν εισπράττεται τέλος για τη χρήση δημοσίων πραγμάτων». Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να υποστηριχθεί, όπως πράττει η αναιρεσείουσα, ότι το μόνο αντικείμενο της συμβάσεως ήταν η αποκλειστική χρήση δημοσίων πραγμάτων.
112. Εξάλλου, αυτό επιβεβαιώνεται από τον τρόπο υπολογισμού του εμπορικού τέλους. ράγματι, το τέλος αυτό είναι ανάλογο προς τον κύκλο εργασιών που πραγματοποιεί ο φορέας παροχής υπηρεσιών εδάφους. Ο κύκλος εργασιών όμως είναι δυνατό να επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες άσχετους με τη χρήση δημοσίων πραγμάτων.
113. Κατά συνέπεια, το εμπορικό τέλος δεν έχει τα συνήθη χαρακτηριστικά ενός εμπορικού μισθώματος το οποίο καταβάλλεται ως αντάλλαγμα για την αποκλειστική χρήση των χώρων στους οποίους ασκούνται δραστηριότητες παροχής υπηρεσιών και το οποίο υπολογίζεται βάσει της χρησιμοποιούμενης επιφανείας.
114. Κατά συνέπεια, το ρωτοδικείο, αποδεχόμενο τη διάκριση της Επιτροπής μεταξύ τέλους για τη χρήση δημοσίων πραγμάτων, ως ανταλλάγματος για την άδεια χρήσεως, και εμπορικού τέλους, ως ανταλλάγματος για την άδεια εκμεταλλεύσεως, όχι μόνον δεν παραμόρφωσε τα στοιχεία της δικογραφίας, αλλά, αντιθέτως, φρονώ ότι προέβη σε μια απολύτως ορθή εκτίμηση.
115. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί αυτός ο λόγος αναιρέσεως.
116. Επικουρικώς, παρατηρώ ότι, έστω και αν υποτεθεί ότι αυτός λόγος αναιρέσεως είναι βάσιμος, δεν θα είχε καθοριστική σημασία. ράγματι, έστω και αν το τέλος οφειλόταν μόνον για την απλή χρήση δημοσίων πραγμάτων, αυτό δεν θα μετέβαλε την οικονομική φύση της συναλλαγής μεταξύ της ADP και των φορέων παροχής υπηρεσιών εδάφους και, ως εκ τούτου, την εφαρμογή εν προκειμένω του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού.
117. ράγματι, και θα επανέλθω στο σημείο αυτό στο πλαίσιο της εξετάσεως των λοιπών λόγων αναιρέσεως που προβάλλει η αναιρεσείουσα, η διάθεση των χώρων και των υποδομών για εμπορικές δραστηριότητες, έναντι ποσού καθοριζομένου βάσει του κύκλου εργασιών από τις δραστηριότητες αυτές, συνιστά οικονομική δραστηριότητα έστω και αν τα εν λόγω πράγματα ανήκουν στο δημόσιο και ο φορέας διαχειρίσεως τους είναι ένας δημόσιος οργανισμός με περιουσιακή αυτοτέλεια.
118. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του έκτου λόγου αναιρέσεως που στηρίζεται στην παραμόρφωση του περιεχομένου της εθνικής νομοθεσίας
119. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο παραμόρφωσε προδήλως το περιεχόμενο της εθνικής νομοθεσίας αποφαινόμενο ότι «οι δραστηριότητες της ADP είναι οικονομικής φύσεως, από τις οποίες ορισμένες εκτελούνται επί της δημόσιας ιδιοκτησίας, αλλά δεν αποτελούν, για τον λόγο αυτό, άσκηση δημόσιας εξουσίας».
120. Η ανωτέρω παραπομπή προέρχεται από τη σκέψη 125 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με την οποία το ρωτοδικείο ολοκληρώνει την ανάλυση που άρχισε στη σκέψη 119. Με τη σκέψη αυτή εκτίθεται ότι το ρωτοδικείο προτίθεται να εξετάσει στη συνέχεια «αν οι υπηρεσίες αυτές συνιστούν επιχειρηματική δραστηριότητα υπό την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης».
121. Κατά συνέπεια, είναι σαφές ότι η προπαρατεθείσα εκτίμηση κατά της οποίας βάλλει η αναιρεσείουσα δεν αφορά την ανάλυση από το ρωτοδικείο της γαλλικής νομοθεσίας, ανάλυση την οποία η ADP θεωρεί εσφαλμένη, αλλά απορρέει στην πραγματικότητα από την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου από το ρωτοδικείο.
122. Εντούτοις, από τις διευκρινίσεις που παρέσχε η αναιρεσείουσα προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως βάλλει στην πραγματικότητα κατά της σκέψεως 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, η οποία έχει ως εξής:
«Επικουρικώς, αρκεί άλλωστε να τονιστεί, συναφώς, ότι, κατά το conseil de la concurrence français, η ADP μπορεί να θεωρηθεί επιχείρηση που υπόκειται στους κανόνες ανταγωνισμού της γαλλικής νομοθεσίας και ότι η διάθεση αερολιμενικών εγκαταστάσεων συνιστά οικονομική δραστηριότητα (προπαρατεθείσα απόφαση 98-D-34, της 2ας Ιουνίου 1998). Επιβάλλεται η διευκρίνιση ότι, όπως προκύπτει από την προπαρατεθείσα απόφαση του Tribunal des conflits της 18ης Οκτωβρίου 1999, η προπαρατεθείσα απόφαση του Conseil de la concurrence της 2ας Ιουνίου 1998, ακυρώθηκε μόνον μερικώς. Το Tribunal des conflits έκρινε, πράγματι, ότι "οι αποφάσεις περί συγκεντρώσεως στον αερολιμένα του Orly-Ouest των δραστηριοτήτων του ομίλου Air France και η άρνηση στην εταιρία TAT European Airlines ενάρξεως της λειτουργίας, σ' αυτό τον αερολιμένα, νέων γραμμών, που σχετίζονται με τη διαχείριση της δημόσιας ιδιοκτησίας, αποτελούν άσκηση δημόσιας εξουσίας". Αντιθέτως, επιβεβαίωσε ότι "οι πρακτικές της ADP που μπορούν να συνιστούν κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσεως που συνίσταται στην επιβληθείσα στην εταιρία TAT European Airlines υποχρέωση χρήσεως των υπηρεσιών εδάφους του δημοσίου αυτού οργανισμού για το προσωπικό της αποκλείονται από την εκτίμηση της νομιμότητας μιας διοικητικής πράξεως"».
123. ράγματι, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει με έμφαση ότι η ανάλυση αυτή δεν συνιστά ορθή εφαρμογή, αλλά, αντιθέτως, παραμόρφωση της επί του θέματος νομολογίας των εθνικών δικαστηρίων.
124. Ευθύς εξ αρχής πρέπει να τονιστεί ότι, όπως ορθώς υπενθυμίζει η Επιτροπή, η επιχειρηματολογία αυτή του ρωτοδικείου εκτίθεται πλεοναστικώς και μόνον, γεγονός εξάλλου το οποίο η απόφαση διευκρινίζει ρητώς.
125. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, λόγος αναιρέσεως στρεφόμενος κατά αιτιολογίας που παρατίθεται πλεοναστικώς πρέπει να απορρίπτεται ως αλυσιτελής .
126. Εντούτοις, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι κακώς το ρωτοδικείο χαρακτήρισε τις αναπτύξεις αυτές πλεοναστικώς παρατιθέμενες. Συγκεκριμένα, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι από αυτή την εκτίμηση της εθνικής νομοθεσίας εξαρτάται το αν η διαχείριση δημοσίων πραγμάτων συνιστά άσκηση δημόσιας εξουσίας και ότι αυτό είναι ένα θεμελιώδες ζήτημα αρχής για την εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου εν προκειμένω.
127. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή.
128. ράγματι, αυτό που αμφισβητεί η αναιρεσείουσα είναι η δυνατότητα εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού στη δραστηριότητά της. Το ζήτημα αυτό εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που πρέπει να δοθεί στην εν λόγω δραστηριότητα βάσει του κοινοτικού δικαίου. Στο ρωτοδικείο εναπόκειται να προβεί στον χαρακτηρισμό αυτό, υπό τον έλεγχο του Δικαστηρίου, εξετάζοντας τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της εν λόγω δραστηριότητας υπό το πρίσμα των κριτηρίων της Συνθήκης και της νομολογίας.
129. Αντιθέτως, το ρωτοδικείο δεν μπορεί να στηριχθεί, προκειμένου να καθορίσει τη φύση των δραστηριοτήτων της ADP υπό το πρίσμα του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού, στις κατηγορίες του εθνικού δικαίου.
130. Επομένως, το ρωτοδικείο πράγματι πλεοναστικώς εξέθεσε, στη σκέψη 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, για ποιον λόγο δεν συμμερίζεται την εκ μέρους της αναιρεσείουσας ανάλυση της νομολογίας που αφορά το αν η δραστηριότητα της ADP αποτελεί, στο πλαίσιο του γαλλικού δικαίου, άσκηση δημόσιας εξουσίας.
131. Το αν η ανάλυση του ρωτοδικείου είναι ορθή βάσει των κριτηρίων εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού, αυτό αποτελεί αντικείμενο των ακόλουθων λόγων αναιρέσεως που προβάλλει η ADP.
132. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής.
Επί του εβδόμου λόγου αναιρέσεως σχετικά με την έννοια της επιχειρήσεως σύμφωνα με το άρθρο 86 της Συνθήκης
133. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 86 της Συνθήκης αποφαινόμενο ότι η ADP είναι επιχείρηση κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως. Συναφώς, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η μόνη δραστηριότητα που είναι κρίσιμη στην παρούσα υπόθεση είναι η διαχείριση δημοσίων πραγμάτων. Για τους σκοπούς της διαχειρίσεως αυτής, η ADP διαθέτει προνόμια δημόσιας εξουσίας. Το γεγονός αυτό αποκλείει κατ' ανάγκη το ενδεχόμενο να θεωρηθεί η ADP ως επιχείρηση κατά την έννοια του κοινοτικού δικαίου του ανταγωνισμού.
134. Η Επιτροπή προτείνει, κατ' αρχάς, ένσταση απαραδέκτου η οποία στηρίζεται στην ομοιότητα που παρουσιάζει αυτός ο λόγος αναιρέσεως με το πρώτο σκέλος του τετάρτου λόγου ακυρώσεως που προέβαλε η αναιρεσείουσα ενώπιον του ρωτοδικείου και ο οποίος εκτίθεται στις σκέψεις 94 έως 105 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
135. Είναι αληθές ότι, και στην περίπτωση αυτή, η ομοιότητα μεταξύ του λόγου αναιρέσεως και του λόγου ακυρώσεως είναι αναμφισβήτητη και θα μπορούσα να κατανοήσω τη στάση του Δικαστηρίου αν αποφανθεί ότι η ADP επαναλαμβάνει απλώς τα επιχειρήματα που υπέβαλε πρωτοδίκως. Εντούτοις, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα παραθέτει με επαρκή ακρίβεια τα επικρινόμενα σημεία της αποφάσεως κατά των οποίων προβάλλει μια θεμελιωμένη επιχειρηματολογία, φρονώ ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή η ένσταση της Επιτροπής.
136. Εν πάση περιπτώσει, συμμερίζομαι πλήρως την ανάλυση της Επιτροπής όσον αφορά το βάσιμο αυτού του λόγου αναιρέσεως.
137. Φρονώ, όπως και η καθής, ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως στηρίζεται σε εσφαλμένη βάση. ράγματι, το γεγονός και μόνον ότι η αναιρεσείουσα ασκεί επίσης δημόσια εξουσία δεν αρκεί, αυτό και μόνον, για να αποκλείσει τον χαρακτηρισμό της ως επιχειρήσεως κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης.
138. Συναφώς, επιβάλλεται να υπομνηστεί, όπως εξάλλου έπραξε η Επιτροπή στο σημείο 49 της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι κατά πάγια νομολογία η έννοια της επιχειρήσεως στο κοινοτικό δίκαιο του ανταγωνισμού περιλαμβάνει κάθε οργανισμό που ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς του εν λόγω οργανισμού και τον τρόπο χρηματοδοτήσεώς του .
139. Κατά συνέπεια, το γεγονός και μόνον ότι η αναιρεσείουσα διαθέτει προνόμια δημόσιας εξουσίας για την άσκηση ενός μέρους της δραστηριότητάς της δεν αρκεί για να αποκλείσει τον οικονομικό χαρακτήρα της δραστηριότητάς της.
140. Εν προκειμένω όμως, το ρωτοδικείο κατέδειξε κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο ότι οι δραστηριότητες της αναιρεσείουσας πρέπει να διακριθούν μεταξύ αυτών που περιλαμβάνουν την άσκηση δημόσιας εξουσίας και των λοιπών .
141. Το ρωτοδικείο ορθώς επισήμανε ότι οι δραστηριότητες που ασκεί η ADP, οι οποίες αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως, είναι η διάθεση των αερολιμενικών εγκαταστάσεων στις αεροπορικές εταιρίες και στους διάφορους φορείς παροχής υπηρεσιών έναντι ποσού που έχει τη μορφή τέλους το ύψος του οποίου καθορίζει ελεύθερα η ADP. Κατά συνέπεια, η ADP προσφέρει σε επιχειρηματίες, έναντι αμοιβής, μια υπηρεσία η οποία συνίσταται στην πρόσβαση στις υποδομές. Κατά πάγια νομολογία όμως προκύπτει ότι συνιστά οικονομική δραστηριότητα κάθε δραστηριότητα προσφοράς αγαθών ή υπηρεσιών σε δεδομένη αγορά .
142. Αυτή η δραστηριότητα της ADP δεν συγχέεται με τις αμιγώς διοικητικές δραστηριότητές της και ιδίως με τα αστυνομικά καθήκοντά της. Αντιθέτως, είναι απολύτως δυνατό να γίνει διάκριση μεταξύ της οικονομικής, και μάλιστα εμπορικής, πλευράς της διαχειρίσεως των δημοσίων πραγμάτων της ADP και της πλευράς των διοικητικών δραστηριοτήτων της.
143. Εξάλλου, η ίδια η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι η άσκηση από αυτή δημόσιας εξουσίας είναι καθοριστική για τις σχέσεις της με τους φορείς παροχής υπηρεσιών εδάφους, όπως οι σχέσεις αυτές διαγράφονται βάσει των επίδικων συμβάσεων.
144. ράγματι, η αναιρεσείουσα τονίζει απλώς ότι οι συμβάσεις αυτές διέπονται από το δίκαιο των δημοσίων πραγμάτων, χωρίς να παραθέτει κανένα συγκεκριμένο στοιχείο από το οποίο να συνάγεται ότι η εν λόγω δραστηριότητα δεν έχει οικονομικό χαρακτήρα.
145. Κατά συνέπεια, η αναιρεσείουσα ουδόλως αποδεικνύει ότι εσφαλμένως το ρωτοδικείο έκρινε ότι δεν βρίσκεται σε μια κατάσταση στην οποία, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ένας οργανισμός δημοσίου δικαίου ή ένας οργανισμός επιφορτισμένος με την εκτέλεση μιας δημόσιας υπηρεσίας ο οποίος δρα υπό την ιδιότητά του ως δημόσια αρχή δεν θεωρείται επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης.
146. Η νομολογία την οποία παραθέτει η αναιρεσείουσα δεν στηρίζει την άποψή της. ράγματι, όπως ορθώς τονίζει η Επιτροπή, στην προπαρατεθείσα απόφαση Eurocontrol, ο λόγος για τον οποίο δεν ήταν δυνατόν ο δημόσιος οργανισμός να θεωρηθεί επιχείρηση, κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης, ήταν ακριβώς ότι η είσπραξη των οδικών τελών συνδεόταν αναπόσπαστα με τον έλεγχο και την αστυνόμευση που ασκούσε αυτός ο δημόσιος οργανισμός καθώς επίσης και το γεγονός ότι ο οργανισμός αυτός εποπτευόταν.
147. Στην προαναφερθείσα απόφαση Bodson, το Δικαστήριο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη προνομίων δημοσίας εξουσίας που δεν επιτρέπουν την εφαρμογή του άρθρου 86.
148. Ομοίως, είναι αλυσιτελής η αιτίαση που διατυπώνει η αναιρεσείουσα με αφορμή την παρατήρηση του ρωτοδικείου ότι «οι εγκαταστάσεις των παρισινών αερολιμένων αποτελούν ουσιαστική ευκολία υπό την έννοια ότι η χρήση τους είναι απαραίτητη για την παροχή διαφόρων υπηρεσιών, ιδίως υπηρεσιών εδάφους» . ράγματι, σκοπός της εκτιμήσεως αυτής του ρωτοδικείου δεν είναι να στηρίξει τη συλλογιστική του σχετικά με το ότι τα προνόμια δημόσιας εξουσίας της αναιρεσείουσας δεν ασκούν επιρροή, πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο αυτού του λόγου αναιρέσεως.
149. Επιπλέον, με την εκτίμηση αυτή, το ρωτοδικείο διαπίστωσε απλώς ότι, προκειμένου να παρασχεθούν στην περιοχή των αρισίων οι υπηρεσίες εδάφους, είναι απαραίτητη η χρήση των εγκαταστάσεων των παρισινών αερολιμένων και αυτό ανεξαρτήτως της δυνατότητας χρήσεως κατ' αποκλειστικότητα γηπέδων ή κτιρίων. Δεν αντιλαμβάνομαι πως είναι δυνατό να μη γίνει δεκτή η εκτίμηση αυτή.
150. Κατά συνέπεια, πρόκειται για μια παρατήρηση που ανάγεται καθαρά σε πραγματικά περιστατικά και η οποία ουδόλως τίθεται εν αμφιβόλω από την αιτίαση της αναιρεσείουσας ότι δεν είναι αναγκαίο να έχει συνάψει κάποιος σύμβαση αποκλειστικής χρήσεως δημοσίων πραγμάτων για να είναι φορέας παροχής υπηρεσιών εδάφους στους παρισινούς αερολιμένες.
151. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι δεν απαιτείται η σύναψη τέτοιου είδους συμβάσεως θίγει ένα διαφορετικό πρόβλημα, ήτοι τις νομικές προϋποθέσεις υπό τις οποίες είναι δυνατή η πρόσβαση στις εν λόγω αναγκαίες εγκαταστάσεις.
152. Εξάλλου, το παράδειγμα της HRS, το οποίο επικαλείται στο πλαίσιο αυτό η αναιρεσείουσα, είναι χαρακτηριστικό αυτής της διακρίσεως. ράγματι, το γεγονός ότι η HRS δεν έχει συνάψει, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, «σύμβαση αποκλειστικής χρήσεως δημοσίων πραγμάτων», δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι η HRS πρέπει, στην πράξη, να έχει πρόσβαση στις αερολιμενικές εγκαταστάσεις προκειμένου να ασκεί τη δραστηριότητά της, πράγμα που είναι δυνατό μόνο χάρη στη συμφωνία με την ADP με την οποία της παραχωρήθηκε η άδεια να παρέχει υπηρεσίες εδάφους στις αερολιμενικές εγκαταστάσεις που διαχειρίζεται η ADP.
153. Ως προς το επιχείρημα της αναιρεσείουσας ότι η νομολογία που παραθέτει το ρωτοδικείο δεν είναι κρίσιμη διότι δεν αφορά τη διαχείριση δημοσίων πραγμάτων, πρέπει να τονιστεί ότι οι αποφάσεις αυτές αφορούσαν τη διάθεση υποδομών από οργανισμούς επιφορτισμένους με τη διαχείρισή τους, πράγμα που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως. Επομένως, ορθώς το ρωτοδικείο παρέπεμψε στις αποφάσεις αυτές.
154. Τέλος, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η παρατήρηση του ρωτοδικείου ότι η εν λόγω δραστηριότητα μπορεί να ασκηθεί από ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι «αλυσιτελής». Εντούτοις, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το κριτήριο αυτό είναι λυσιτελές, σύμφωνα με τη νομολογία, προκειμένου να καθοριστεί αν μια δραστηριότητα συνιστά ή όχι επιχειρηματική δραστηριότητα κατά την έννοια του άρθρου 86 της Συνθήκης .
Επί του ογδόου λόγου αναιρέσεως σχετικά με τον ορισμό της οικείας αγοράς
155. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 86 της Συνθήκης ορίζοντας εσφαλμένως την οικεία αγορά.
156. Συναφώς, η ADP υπενθυμίζει ότι τα επίδικα τέλη εισπράττονταν έναντι της αποκλειστικής χρήσεως δημοσίων πραγμάτων και ότι αυτού του είδους η χρήση δεν ήταν αναγκαία για την παροχή υπηρεσιών εδάφους. Εξάλλου, αυτό αποδεικνύεται, κατά την άποψή της, από το παράδειγμα της HRS, η οποία ασκούσε τη δραστηριότητα του φορέα παροχής υπηρεσιών χωρίς να χρησιμοποιεί κατ' αποκλειστικότητα δημόσια πράγματα και στην οποία, ως εκ τούτου, είχε παρασχεθεί άδεια προσβάσεως που δεν δημιουργούσε την υποχρέωση καταβολής τελών.
157. Κατά συνέπεια, εσφαλμένως το ρωτοδικείο θεώρησε ότι η οικεία αγορά ήταν αυτή «των υπηρεσιών διαχειρίσεως των παρισινών αερολιμένων» που καλύπτει τις συνθήκες «προσβάσεως στις αερολιμενικές εγκαταστάσεις».
158. Επιπλέον, η αναιρεσείουσα φρονεί ότι η παραπομπή του ρωτοδικείου στην απόφαση British Leyland κατά Επιτροπής , στο πλαίσιο της οποίας ήταν απαραίτητη η κατοχή πιστοποιητικού καταλληλότητας εκδιδομένου από τον κατασκευαστή προκειμένου να είναι δυνατή η ταξινόμηση ενός εισαγομένου οχήματος, ήταν αλυσιτελής, ακριβώς διότι στην παρούσα περίπτωση δεν ήταν αναγκαία η κατ' αποκλειστικότητα χρήση δημοσίων πραγμάτων και, ως εκ τούτου, η καταβολή τέλους προκειμένου να είναι δυνατή η παροχή υπηρεσιών εδάφους.
159. Η Επιτροπή αμφισβητεί το παραδεκτό του λόγου αναιρέσεως διότι αποτελεί απλή επανάληψη του δευτέρου σκέλους του τετάρτου λόγου ακυρώσεως που προβλήθηκε πρωτοδίκως και παρατίθεται στις σκέψεις 131 έως 136 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
160. Όσον αφορά το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα θέτει εν αμφιβόλω τον ορισμό της αγοράς του προϊόντος από το ρωτοδικείο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αίτηση αναιρέσεως περιέχει στοιχεία που αφορούν ειδικώς τη συλλογιστική του ρωτοδικείου και, ως εκ τούτου, δεν υπάρχουν στο δικόγραφο της προσφυγής που κατατέθηκε πρωτοδίκως. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τη σημασία της νομολογίας British Leyland κατά Επιτροπής την οποία παραθέτει το ρωτοδικείο και υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο κακώς της αντέταξε τις τροποποιήσεις που επήλθαν μετά την ανακοίνωση των αιτιάσεων, στο πλαίσιο των μέτρων που ελήφθησαν για την εφαρμογή της οδηγίας στις υπηρεσίες εδάφους, που μνημονεύονται στη σκέψη 127 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
161. Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως προβάλλεται παραδεκτώς στον βαθμό που αφορά τον ορισμό της αγοράς του προϊόντος.
162. Αντιθέτως, όσον αφορά τον προσδιορισμό της γεωγραφικής αγοράς, ο οποίος αποτελεί επίσης αντικείμενο αυτού του λόγου αναιρέσεως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η αναιρεσείουσα περιορίζεται πράγματι στο να επαναλάβει τον ισχυρισμό της ότι θα έπρεπε να συμπεριληφθεί στον ορισμό της γεωγραφικής αγοράς το σύνολο των επιφανειών και των ακινήτων που βρίσκονται στην περιοχή των αρισίων που είναι παρεμφερή με τα δημόσια πράγματα της ADP επί των οποίων ένας φορέας παροχής υπηρεσιών μπορεί να αναπτύξει τη δραστηριότητά του, η οποία παρατίθεται στη σκέψη 141 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
163. Εξάλλου, είναι ενδεικτικό ότι η αναιρεσείουσα δεν προβάλλει με το υπόμνημά της απαντήσεως κανένα επιχείρημα υπέρ του παραδεκτού αυτού του σημείου του λόγου αναιρέσεως.
164. Κατά συνέπεια, κατ' εφαρμογήν της προπαρατεθείσας νομολογίας Kupka Floridi κατά CES είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως στον βαθμό που πλήττει τον ορισμό του ρωτοδικείου σχετικά με την οικεία γεωγραφική αγορά.
165. Κατέδειξα ήδη ότι το ρωτοδικείο δεν παραμόρφωσε τα αποδεικτικά στοιχεία κρίνοντας ότι τα επίδικα τέλη δεν ήσαν το αντάλλαγμα για την αποκλειστική χρήση μόνο δημοσίων πραγμάτων.
166. Συναφώς, υπενθυμίζω ότι το αντικείμενο της παρούσας διαφοράς αφορά την πρόσβαση στις αερολιμενικές εγκαταστάσεις άνευ της οποίας ένας φορέας παροχής υπηρεσιών εδάφους δεν μπορεί, εξ ορισμού, να ασκήσει τη δραστηριότητά του. Η πρόσβαση αυτή είναι δυνατή σύμφωνα με προϋποθέσεις που καθορίζει η ADP στο πλαίσιο της δραστηριότητάς της σχετικά με τη διαχείριση των αερολιμένων. Το ρωτοδικείο διαπίστωσε το γεγονός αυτό το οποίο ρητώς υπενθυμίζει η αναιρεσείουσα με την αίτησή της αναιρέσεως στην οποία αναφέρεται ότι κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών υφίστατο «άδεια την οποία εξέδιδε η ADP για την πρόσβαση στην εντός του αερολιμένος ζώνη».
167. Στο πλαίσιο αυτό, οι φορείς παροχής υπαροχής υπηρεσιών εδάφους είναι αυτοί που εκφράζουν τη ζήτηση μιας υπηρεσίας την οποία μόνον η ADP είναι σε θέση να τους προσφέρει, ήτοι την πρόσβαση στις εγκαταστάσεις της υπό συνθήκες τις οποίες αυτή καθορίζει στο πλαίσιο της διαχειρίσεως των εγκαταστάσεων αυτών από την ίδια.
168. Το γεγονός ότι η άδεια μπορεί να ληφθεί επίσης από επιχειρήσεις όπως είναι η HRS, οι οποίες δεν χρησιμοποιούν κατ' αποκλειστικότητα δημόσια πράγματα, ουδόλως μεταβάλλει την εκτίμηση ότι η εν λόγω άδεια είναι απαραίτηση για την πρόσβαση στις αερολιμενικές εγκαταστάσεις στις οποίες, εξ ορισμού, παρέχονται οι υπηρεσίες εδάφους. Κατά συνέπεια, και επιχειρήσεις όπως είναι η HRS εκφράζουν τη ζήτηση στην αγορά της υπηρεσίας που προσφέρει η ADP.
169. Το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις που δεν χρησιμοποιούν κατ' αποκλειστικότητα δημόσια πράγματα δικαιούνται να έχουν πρόσβαση στις αερολιμενικές εγκαταστάσεις χωρίς να καταβάλλουν κάποιο τέλος δεν αναιρεί τον ορισμό της οικείας αγοράς. ράγματι, οι επιχειρήσεις αυτές έπρεπε υποχρεωτικά να λάβουν την άδεια αυτή και, ως εκ τούτου, τις υπηρεσίες της ADP. Επομένως, το γεγονός ότι η ADP δεν τους επέβαλε την εποχή εκείνη κάποιο τέλος, σε αντίθεση με τους ανταγωνιστές τους που ήσαν εγκατεστημένοι εντός του αερολιμένος, δεν επηρεάζει τον ορισμό της οικείας αγοράς.
170. Κατά συνέπεια, οι επικρίσεις της αναιρεσείουσας κατά του ορισμού της αγοράς που δέχθηκε το ρωτοδικείο πρέπει να απορριφθούν. Επιπλέον, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ήταν απολύτως αιτιολογημένος ο παραλληλισμός από το ρωτοδικείο της παρούσας υποθέσεως με την υπόθεση που κατέληξε στην προπαρατεθείσα απόφαση British Leyland κατά Επιτροπής. ράγματι, στη σκέψη 138 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το ρωτοδικείο εξέθεσε με σαφήνεια ότι η υπόθεση British Leyland αφορούσε το μονοπώλιο της επιχειρήσεως αυτής για την έκδοση πιστοποιητικών καταλληλότητας που ήσαν αναγκαία για την ταξινόμηση των οχημάτων που κατασκεύαζε και ότι το Δικαστήριο έκρινε στην υπόθεση εκείνη ότι η εν λόγω αγορά δεν ήταν αυτή της πώλησης οχημάτων, αλλά μια παρεπόμενη και χωριστή αγορά και συγκεκριμένα η αγορά της παροχής υπηρεσιών που όντως είναι απαραίτητες στους επαγγελματίες μεταπωλητές για τη διασφάλιση της διαθέσεως στο εμπόριο των οχημάτων που κατασκευάζει η British Leyland.
171. Η σύγκριση με την παρούσα υπόθεση είναι επιβεβλημένη δεδομένου ότι αντικείμενό της δεν είναι η αγορά των υπηρεσιών εδάφους, αλλά η αγορά της διαχειρίσεως αερολιμενικών εγκαταστάσεων οι οποίες είναι απαραίτητες για την παροχή των υπηρεσιών αυτών και στις οποίες η ADP παρέχει την πρόσβαση.
172. Ως προς τις επικρίσεις της αναιρεσείουσας κατά της σκέψεως 127 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία το ρωτοδικείο διαπιστώνει ότι, μετά την περίοδο των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, η ADP επέβαλλε την καταβολή τέλους και στους επιχειρηματίες που δεν είχαν δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως δημοσίων πραγμάτων, αρκεί η παρατήρηση ότι, με τη σκέψη αυτή, το ρωτοδικείο διευκρινίζει ρητώς ότι πλεοναστικώς και μόνον μνημονεύει το πραγματικό αυτό γεγονός, διευκρίνιση την οποία δεν προσέβαλε η αναιρεσείουσα με την αίτησή της αναιρέσεως.
173. Επικουρικώς και μόνον θα εξετάσω την επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας σχετικά με τον ορισμό της γεωγραφικής αγοράς.
174. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι ήδη από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η επιχειρηματολογία αυτή πρέπει να απορριφθεί.
175. ράγματι, από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η ADP παρέχει την πρόσβαση στις αερολιμενικές εγκαταστάσεις στις οποίες, εξ ορισμού, πρέπει να παρέχονται οι υπηρεσίες εδάφους. Το ιδιαίτερο αυτό χαρακτηριστικό διαφοροποιεί τις υπηρεσίες της ADP σε σχέση με οποιονδήποτε άλλο φορέα που έχει την κυριότητα επί επιφανειών ή επί κτιρίων στην περιοχή των αρισίων. Επομένως, ορθώς το ρωτοδικείο έκρινε ότι η οικεία αγορά δεν εκτείνεται στο σύνολο αυτών των επιφανειών και των κτιρίων.
176. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί αυτός ο λόγος αναιρέσεως εν μέρει ως απαράδεκτος και εν μέρει ως αβάσιμος.
Επί του ενάτου λόγου αναιρέσεως σχετικά με την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως
177. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως αφορά ειδικότερα τις σκέψεις 149 και 151 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Το ρωτοδικείο τόνισε με αυτές ότι «δεδομένου ότι η οικεία αγορά στην προκειμένη περίπτωση είναι αυτή της παροχής υπηρεσιών διαχειρίσεως των παρισινών αερολιμένων, η ADP κατέχει αναμφισβητήτως δεσπόζουσα θέση αλλά και νόμιμο μονοπώλιο. ράγματι, η ADP διαθέτει, δυνάμει του άρθρου L. 251-2 του κώδικα πολιτικής αεροπορίας, νόμιμο μονοπώλιο διαχειρίσεως των οικείων αερολιμένων και μόνον αυτή μπορεί να παρέχει άδεια ασκήσεως δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών εδάφους και να καθορίζει τους όρους ασκήσεως αυτών».
178. Το ρωτοδικείο προσέθεσε ότι «το επιχείρημα που αντλείται από το γεγονός ότι δεν ελήφθη υπόψη το σύνολο των ακινήτων στην περιοχή του αρισιού δεν μπορεί να ευδοκιμήσει, διότι η διαχείριση των αερολιμενικών υπηρεσιών, που αποτελεί τη σχετική αγορά εν προκειμένω, αφορά μόνον τη ζώνη του αερολιμένα, εφόσον η μονοπωλιακή προσφορά υπηρεσιών από την ADP είναι απαραίτητος όρος για την άσκηση των δραστηριοτήτων παροχής υπηρεσιών εδάφους».
179. Η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο παρέβη με τον τρόπο αυτό το άρθρο 86 της Συνθήκης.
180. Συναφώς, η αναιρεσείουσα επαναλαμβάνει ότι τα επίδικα τέλη καταβάλλονται αποκλειστικώς ως αντάλλαγμα για την αποκλειστική χρήση δημοσίων πραγμάτων, η οποία δεν είναι απαραίτητη για τη δραστηριότητα της παροχής υπηρεσιών εδάφους.
181. Κατά συνέπεια, αυτά τα δημόσια πράγματα, επί των οποίων η ADP δεν διαθέτει το «μονοπώλιο», αλλά μόνον δικαιώματα αντίστοιχα με αυτά που έχει ο κύριος ενός πράγματος, δεν συνιστούν αγορά κατά την έννοια του δικαίου του ανταγωνισμού.
182. Ατνιθέτως, κατά την αναιρεσείουσα, η οικεία αγορά περιλαμβάνει το σύνολο των ακινήτων και των διαθέσιμων χώρων οι οποίοι μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τους φορείς παροχής υπηρεσιών εδάφους αντί των χώρων και των επιφανειών που περιλαμβάνονται μεταξύ των δημοσίων πραγμάτων της ADP, για τη χρήση των οποίων εισπράττονταν τα επίδικα τέλη.
183. Κατά την αναιρεσείουσα είναι πρόδηλο ότι η ίδια δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση στην ούτως οριζόμενη αγορά, δεδομένου ότι τα δημόσια πράγματά της αντιπροσωπεύουν ένα άκρως περιορισμένο τμήμα των οικείων επιφανειών και χώρων.
184. Ως προς την άδεια που χορηγούσε την εποχή εκείνη η ADP για την πρόσβαση στην αποκλειστική ζώνη εντός του αερολιμένος, η αναιρεσείουσα επαναλαμβάνει ότι η άδεια αυτή, μολονότι ήταν αναγκαία, δεν εχορηγείτο αποκλειστικά στους φορείς παροχής υπηρεσιών που χρησιμοποιούσαν κατ' αποκλειστικότητα δημόσια πράγματα και ότι για την έκδοση της αδείας αυτής δεν καταβάλλονταν τέλη. Επομένως, η άδεια αυτή είναι άνευ σημασίας στο πλαίσιο μιας υποθέσεως που αφορά, κατά την αναιρεσείουσα, αμφισβητούμενα τέλη εισπραττόμενα ως αντάλλαγμα για την αποκλειστική χρήση δημοσίων πραγμάτων.
185. Αυτός ο λόγος αναιρέσεως συνδέεται στενά με τον προηγούμενο στον βαθμό που, δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα αμφισβητεί τον ορισμό της οικείας αγοράς που δέχθηκε το ρωτοδικείο προτείνοντας αντ' αυτού έναν πολύ ευρύτερο ορισμό της οικείας αγοράς, αναπόφευκτα η αναιρεσείουσα δεν μπορεί να δεχτεί τη διαπίστωση του ρωτοδικείου ως προς την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως.
186. Η προεκτεθείσα επιχειρηματολογία της αναιρεσείουσας ελάχιστα διαφέρει από την επιχειρηματολογία που προέβαλε πρωτοδίκως με το τρίτο σκέλος του τετάρτου λόγου ακυρώσεως. Εξάλλου, η Επιτροπή υποστηρίζει συναφώς ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι ως εκ τούτου απαράδεκτος.
187. Εντούτοις, δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή τον βαθμό που η αναιρεσείουσα επικρίνει συγκεκριμένα σημεία της συλλογιστικής βάσει της οποίας το ρωτοδικείο συνήγαγε από τις εξουσίες της ADP την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως.
188. Επομένως, αυτός ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός.
189. Ως προς το βάσιμό του, από την ανωτέρω περιγραφή του προκύπτει αμέσως ότι στηρίζεται στην ίδια βάση με τον προηγούμενο λόγο αναιρέσεως και ότι, κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τη φύση των τελών ως ανταλλάγματος για την αποκλειστική χρήση δημοσίων πραγμάτων, η οποία δεν είναι απαραίτητη για την παροχή υπηρεσιών εδάφους, και τη δυνατότητα να ληφθεί άδεια άνευ καταβολής τελών, παραπέμπω στα όσα εξέθεσα ανωτέρω, στο πλαίσιο της εξετάσεως του ογδόου λόγου αναιρέσεως, ήτοι ότι η πρόσβαση στις αερολιμενικές εγκαταστάσεις συνιστά την οικεία αγορά εν προκειμένω.
190. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι εν προκειμένω δεν μπορεί να γίνεται λόγος για μονοπώλιο αφού οι εξουσίες της επί των εν λόγω εγκαταστάσεων δεν διαφέρουν απ' αυτές του έχοντος δικαίωμα ιδιοκτησίας επί ενός πράγματος δεν αναιρεί την ορθότητα της συλλογιστικής του ρωτοδικείου. ράγματι, ως έχουσα την κυριότητα, η ADP είναι η μόνη η οποία είναι σε θέση, πράγμα που και η ίδια παραδέχεται εξάλλου, να επιτρέψει και ως εκ τούτου να αρνηθεί ενδεχομένως την πρόσβαση στις αερολιμενικές εγκαταστάσεις και να καθορίσει τις προϋποθέσεις της προσβάσεως αυτής, άνευ της οποίας, εξ ορισμού, είναι αδύνατη η παροχή υπηρεσιών εδάφους.
191. Ακριβώς σε αυτή την εκτίμηση στηρίχθηκε το ρωτοδικείο, στη σκέψη 149 της αποφάσεως, προκειμένου να διαπιστώσει, ορθώς, την ύπαρξη δεσπόζουσας θέσεως η οποία χαρακτηρίζεται, όπως ορθώς υπενθύμισε το ρωτοδικείο στη σκέψη 147 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, από τη δυνατότητα ανεξάρτητης συμπεριφοράς έναντι των ανταγωνιστών της, των πελατών της και, τελικά, των καταναλωτών.
192. Εξάλλου, ορθώς η Επιτροπή επισήμανε την ομοιότητα με την απόφαση της 29ης Μαρτίου 2001, ορτογαλία κατά Επιτροπής με την οποία το Δικαστήριο έκρινε, σε σχέση με τέλη εισπραττόμενα για υπηρεσίες συνδεόμενες με την προσγείωση και την απογείωση αεροπλάνων, ότι ένας φορέας διαχειρίσεως αερολιμένων, στον οποίο το κράτος έχει παραχωρήσει ορισμένα αποκλειστικά δικαιώματα, κατέχει δεσπόζουσα θέση στην αγορά των υπηρεσιών που συνδέονται με την πρόσβαση στις αερολιμενικές εγκαταστάσεις.
193. Τονίζω, παρεμπιπτόντως, ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι επί των δημοσίων πραγμάτων της έχει μόνον εκείνες τις εξουσίες που έχει οποιοσδήποτε κύριος ενός πράγματος δεν συμβιβάζεται, εκ πρώτης όψεως, με την εμμονή της να επικαλείται τα προνόμια της δημόσιας εξουσίας τα οποία υποτίθεται ότι δικαιολογούν την μη εφαρμογή εν προκειμένω του δικαίου του ανταγωνισμού.
194. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι αυτός ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Επί του δεκάτου λόγου αναιρέσεως που στηρίζεται σε παράβαση του άρθρου 86 όσον αφορά τη σύγκριση των τελών που καταβάλλουν η AFS και η ΟΑΤ
195. Η αναιρεσείουσα επικρίνει τη μέθοδο που χρησιμοποίησε το ρωτοδικείο για να συγκρίνει τα τέλη που καταβάλλουν η AFS και η ΟΑΤ στην ADP προκειμένου να διαπιστώσει την ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως.
196. ρώτον, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο ρωτοδικείο ότι δεν έλαβε υπόψη του το σταθερό ποσό του τέλους με το σκεπτικό ότι αποτελούσε το αντάλλαγμα για τη χρήση δημοσίων πραγμάτων η οποία δεν αποτελούσε αντικείμενο της προκειμένης διαφοράς.
197. Κατά την αναιρεσείουσα, το ρωτοδικείο παραμόρφωσε με τον τρόπο αυτό τη λειτουργία του εν λόγω τέλους. Συναφώς, η αναιρεσείουσα επαναλαμβάνει την άποψή της ότι τα δύο ποσά του τέλους συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους διότι αποτελούν ένα ενιαίο τέλος που καταβάλλεται ως αντάλλαγμα για την αποκλειστική χρήση δημοσίων πραγμάτων.
198. Εντούτοις, επιβάλλεται να υπομνηστεί, όπως ήδη εξέτασα ανωτέρω, ότι το ρωτοδικείο ουδόλως παραμόρφωσε τα στοιχεία αυτά απορρίπτοντας την άποψη αυτή της αναιρεσείουσας.
199. Εξάλλου, η άποψή της αυτή ανατρέπεται και από ορισμένα στοιχεία που προβάλλει η AFS. Η AFS υπενθυμίζει ότι το άρθρο 23.2 της συμβάσεως που συνήψε με την ADP διευκρινίζει ότι το εμπορικό τέλος καταβάλλεται στην περίπτωση που η AFS χρησιμοποιεί για τις παροχές της τις εγκαταστάσεις της στο Rungis, επομένως εκτός της ζώνης του αερολιμένος και χωρίς την αποκλειστική χρήση δημοσίων πραγμάτων.
200. Το ίδιο συνέβη και όταν παρασχέθηκε κατ' εξαίρεση άδεια στην AFS να παρέχει τις υπηρεσίες της προσωρινώς στον αερολιμένα του Roissy-Charles-de-Gaulle, επομένως εκτός της ζώνης που έχει παραχωρηθεί στον αερολιμένα του Orly.
201. Επομένως, ορθώς το ρωτοδικείο έκρινε ότι το τέλος δεν καταβαλλόταν εξ ολοκλήρου ως αντάλλαγμα για την αποκλειστική χρήση δημοσίων πραγμάτων και ότι έπρεπε να εξεταστεί χωριστά το κυμαινόμενο ποσό του τέλους, το οποίο καταβαλόταν ως αντάλλαγμα για την άδεια εκμεταλλεύσεως, που αποτελούσε το αντικείμενο της αποφάσεως της Επιτροπής, εν αντιθέσει προς το ποσό του τέλους που καταβάλλεται για τη χρήση δημοσίων πραγμάτων το οποίο εξάλλου δεν εισπραττόταν στην περίπτωση της AFS («δεν εισπράττεται κανένα τέλος που συνδέεται με τη χρήση των εγκαταστάσεων»). Κατά συνέπεια, ορθώς επίσης το ρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του το τελευταίο αυτό ποσό προκειμένου να συγκρίνει το ύψος των ποσών που κατέβαλαν οι φορείς παροχής υπηρεσιών AFS και ΟΑΤ.
202. Δεύτερον, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το ρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο η οποία αποτελεί παράβαση του άρθρου 86 κρίνοντας ότι η σύγκριση των τελών που κατέβαλαν η AFS και η ΟΑΤ έπρεπε να στηρίζεται στον κύκλο εργασιών της ΟΑΤ τον οποίο αυτή πραγματοποιούσε στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών εξυπηρετήσεως δι' ιδίων μέσων.
203. ράγματι, προκειμένου να αποδειχθεί η ύπαρξη δυσμενούς διακρίσεως, έπρεπε να συγκριθούν τα τέλη που καταβάλλονταν μόνον για τη δραστηριότητα την οποία η AFS και η ΟΑΤ ασκούσαν ανταγωνιστικά, ήτοι την παροχή υπηρεσιών σε τρίτους. Αντιθέτως, εάν προέκυπτε, πράγμα που η ADP φρονεί ότι συμβαίνει εν προκειμένω, ότι τα καταβαλλόμενα από τις δύο ανταγωνίστριες εταιρίες τέλη αντιπροσωπεύουν το αυτό σχεδόν ποσοστό του οικείου κύκλου εργασιών, ήτοι του κύκλου εργασιών που αφορά τις δραστηριότητες για τις οποίες υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ των επιχειρήσεων αυτών, δεν θα ήταν δυνατό να υπάρχει κανενός είδους δυσμενής διάκριση.
204. Κατά συνέπεια, η ADP φρονεί ότι οι εκτιμήσεις του ρωτοδικείου σχετικά με τις ενδεχόμενες επιπτώσεις του ύψους των τελών που βαρύνουν τις υπηρεσίες εξυπηρετήσεως δι' ιδίων μέσων επί της αγοράς των υπηρεσιών προς τρίτους είναι αλυσιτελείς.
205. εραιτέρω, η ADP υπενθυμίζει, ότι, με την καταγγελία της, η AFS αμφισβητούσε μόνον το ύψος του επιβαλλομένου στις υπηρεσίες προς τρίτους τέλους, γεγονός που αποδεικνύει μόνον ότι το τέλος αυτό ήταν κρίσιμο από νομικής απόψεως. Κατά συνέπεια, το ρωτοδικείο έπρεπε να περιορίσει τον έλεγχό του μόνο στο τέλος αυτό.
206. ρέπει να τονιστεί ότι αντικείμενο της επίδικης αποφάσεως είναι η διαπίστωση ότι η ADP παρέβη το άρθρο 86. Υπενθυμίζω ότι το δεύτερο εδάφιο, στοιχείο γ_, της διατάξεως αυτής απαγορεύει σε επιχειρήσεις την καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεώς τους σε ένα σημαντικό τμήμα της κοινής αγοράς, να εφαρμόζουν άνισους όρους «επί ισοδυνάμων παροχών έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό».
207. Κατά συνέπεια, στο ρωτοδικείο εναπέκειτο να ελέγξει αν, εν προκειμένω, η ADP επέβαλε στους φορείς παροχής υπηρεσιών εδάφους, είτε πρόκειται για αεροπορικές εταιρίες είτε για φορείς παροχής υπηρεσιών προς τρίτους, άνισους όρους επί ισοδυνάμων παροχών.
208. Συναφώς, το ρωτοδικείο διαπίστωσε, χωρίς να υπάρξει αντίλογος στο σημείο αυτό, ότι οι παροχές της ADP είναι ισοδύναμες με τις υπηρεσίες εξυπηρετήσεως δι' ιδίων μέσων και με τις υπηρεσίες προς τρίτους. αρέπεται κατ' ανάγκην ότι αυτές οι δύο δραστηριότητες δεν είναι δυνατό να διέπονται από διαφορετικούς όρους. Επομένως, ορθώς το ρωτοδικείο έκρινε ότι, προκειμένου να συγκρίνει τα τέλη που κατέβαλαν οι διάφοροι φορείς παροχής υπηρεσιών, έπρεπε να λάβει υπόψη του τόσο τις υπηρεσίες εξυπηρετήσεως δι' ιδίων μέσων όσο και τις υπηρεσίες προς τρίτους.
209. ράγματι, δεδομένου ότι γι' αυτές τις δύο κατηγορίες δραστηριοτήτων παρέχονται οι ίδιες υπηρεσίες από την ADP, πρέπει, στο πλαίσιο των σχέσεων της ADP με τους εμπορικώς συναλλασσόμενούς της, να μην τύχουν μεταχειρίσεως που συνεπάγεται δυσμενείς διακρίσεις.
210. Όσον αφορά την «μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό» που απαιτεί το άρθρο 86, το ρωτοδικείο διαπίστωσε επίσης την ύπαρξη αυτής της μειονεκτικής θέσεως στον ανταγωνισμό εκθέτοντας ότι το μειωμένο τέλος που επιβάλλεται στις υπηρεσίες εξυπηρετήσεως δι' ιδίων μέσων παρέχει τη δυνατότητα στους φορείς παροχής υπηρεσιών που έχουν την άδεια να παρέχουν και τις δύο κατηγορίες υπηρεσιών να αποσβένουν τις επενδύσεις τους και, ως εκ τούτου, να προσφέρουν καλύτερους όρους για τις υπηρεσίες προς τρίτους. Αυτοί οι φορείς παροχής υπηρεσιών έχουν επομένως ένα πλεονέκτημα στον ανταγωνισμό σε σχέση με αυτούς που έχουν την άδεια να παρέχουν μόνον υπηρεσίες προς τρίτους.
211. Επιπλέον, το ευνοϊκότερο αυτό τέλος ενδέχεται να παρακινήσει ορισμένες αεροπορικές εταιρίες να εφαρμόζουν την εξυπηρέτηση δι' ιδίων μέσων αντί να καταφεύγουν στις υπηρεσίες ενός τρίτου.
212. Η αναιρεσείουσα δεν αμφισβήτησε τη βασιμότητα των διαπιστώσεων αυτών. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το ρωτοδικείο διαπίστωσε, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 86, την ύπαρξη στρεβλώσεως του ανταγωνισμού στην αγορά των υπηρεσιών εδάφους λόγω των άνισων τελών που επιβάλλει η ADP στους φορείς παροχής των υπηρεσιών αυτών.
213. Το γεγονός, το οποίο τονίζει η αναιρεσείουσα, ότι η καταγγελία της AFS αφορούσε μόνον το τέλος που επιβαλόταν στις υπηρεσίες προς τρίτους είναι, ως προς το σημείο αυτό, άνευ σημασίας. ράγματι, όπως εύστοχα υπογραμμίζει η Επιτροπή, το περιεχόμενο της καταγγελίας δεν είναι δυνατό να τη δεσμεύει ως προς τον καθορισμό των παραβάσεων που αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία να επιλαμβάνεται αυτεπαγγέλτως, είναι δυνατό να επιβάλλει κυρώσεις για πρακτικές που δεν περιλαμβάνονταν στην καταγγελία .
214. Ως εκ τούτου, η απόφαση του ρωτοδικείου δεν ήταν δυνατό να αφορά παρά μόνον τη νομιμότητα της αποφάσεως της Επιτροπής χωρίς να υπάρχει η υποχρέωση του ρωτοδικείου να περιορίσει τον έλεγχό του στο περιεχόμενο της καταγγελίας.
215. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι πρέπει να απορριφθεί αυτός ο λόγος αναιρέσεως.
ρόταση
216. Βάσει των προεκτεθέντων προτείνω στο Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως·
- να καταδικάσει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, συμπεριλαμβανομένων των εξόδων της AFS.
Full & Egal Universal Law Academy