Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Το Verwaltungsgerichtshof υπέβαλε στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα λόγω της σχετικής αυστηρότητας της αυστριακής νομοθεσίας κατά την εφαρμογή της εννοίας της παραπλανήσεως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες προσδίδονται θεραπευτικές ιδιότητες σε καλλυντικά προϊόντα. Αντικείμενο της διαφοράς είναι η ένδειξη «δερματολογικά δοκιμασμένο» που αναγράφεται σε σάπωνες και σε σαμπουάν, ήτοι σε καλλυντικά προϊόντα που έρχονται σε επαφή με το δέρμα. Το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο εθνική ρύθμιση που απαγορεύει την ένδειξη αυτή οσάκις δεν συνοδεύεται από πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με το ποιες ιδιότητες του προϊόντος αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας και με ποιο αποτέλεσμα, ή οσάκις για την αναγραφή της ενδείξεως αυτής δεν έχει ζητηθεί προηγουμένως άδεια από τον αρμόδιο υπουργό. Φρονώ ότι το Δικαστήριο θα βρεί την απάντηση στα ερωτήματα αυτά στη νομολογία του.
ΙΙ - Νομικό πλαίσιο
A - Κοινοτικό δίκαιο
2. Η οδηγία 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα , προβλέπει στο άρθρο 6, παράγραφος 3, ότι:
«Τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε πρόσφορο μέτρο ώστε στην επισήμανση, στην προσφορά προς πώληση και στη διαφήμιση των καλλυντικών προϊόντων το κείμενο, οι ονομασίες, τα σήματα, οι εικόνες η τα άλλα σύμβολα παραστατικά ή μη, να μη χρησιμοποιούνται για να αποδώσουν σε αυτά τα προϊόντα χαρακτηριστικά τα οποία δεν έχουν. [...]»
3. Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 4 της οδηγίας 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση , «[τ]α κράτη μέλη μεριμνούν ώστε να υπάρχουν κατάλληλα και αποτελεσματικά μέσα για τον έλεγχο της παραπλανητικής διαφήμισης προς το συμφέρον τόσο των καταναλωτών όσο και των ανταγωνιστών και γενικότερα του κοινού». Το άρθρο 7 της οδηγίας αυτής ορίζει ότι η οδηγία 84/450 δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρούν ή να θεσπίζουν διατάξεις προκειμένου να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη προστασία στα ανωτέρω πρόσωπα.
B - Εθνικό δίκαιο
4. Η διαφορά στρέφεται γύρω από τον Bundesgesetz über den Verkehr mit Lebensmitteln, Verzehrprodukten, Zusatzstoffen, Kosmetischen Mitteln und Gebrauchsgegenständen (Lebensmittelgesetz 1975) (ομοσπονδιακός νόμος για την κυκλοφορία στην αγορά τροφίμων, προϊόντων για κατανάλωση, προσθετικών, καλλυντικών και αντικειμένων τρέχουσας χρήσεως, στο εξής: LMG), της 23ης Φεβρουαρίου 1975. Σύμφωνα με το άρθρο 26, παράγραφος 1, στοιχείο d) του LMG, απαγορεύεται η κυκλοφορία στην αγορά καλλυντικών προϊόντων επί των οποίων αναγράφονται ψευδείς ενδείξεις.
5. Δυνάμει του άρθρου 26, παράγραφος 2, του LMG, το άρθρο 8, στοιχεία a), b) και f), εφαρμόζεται αναλογικώς (στην κυκλοφορία στην αγορά καλλυντικών προϊόντων) και το άρθρο 9 εφαρμόζεται υπό την επιφύλαξη ότι είναι νόμιμη η αναγραφή μη παραπλανητικών ενδείξεων για τις επιδράσεις επί της λειτουργίας του οργανισμού ή για τις φαρμακολογικές επιδράσεις ή η χρήση εικονογραφικών παραστάσεων που διευκρινίζουν τον τομέα χρήσεως του προϊόντος. Εάν σ' ένα προϊόν αποδίδονται οι ανωτέρω ιδιότητες, πρέπει να γνωστοποιηθούν στις αρχές, κατόπιν σχετικού αιτήματός τους, τα δραστικά συστατικά του.
6. Δυνάμει του άρθρου 8, στοιχείο f) (σε συνδυασμό με το άρθρο 26, παράγραφος 2), του LMG, τα καλλυντικά προϊόντα φέρουν ψευδή επισήμανση, όταν τίθενται σε κυκλοφορία με ενδείξεις ικανές να παραπλανήσουν τον καταναλωτή όσον αφορά στοιχεία που είναι ουσιώδη κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών, ιδίως κατά τις προσδοκίες των καταναλωτών, όπως είναι οι ενδείξεις περί είδους, προελεύσεως, χρήσεως, χρόνου διατηρήσεως, χρόνου παραγωγής, ποιότητας, περιεκτικότητας σε συστατικά που καθορίζουν την αξία του προϊόντος, ποσότητας, μεγέθους, αριθμού ή βάρους, ή όταν τίθενται σε κυκλοφορία με τέτοια μορφή ή συσκευασία ή με απαγορευμένες ενδείξεις που αφορούν την υγεία (άρθρο 9).
7. Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 9, παράγραφος 1, και 26, παράγραφος 2, του LMG, απαγορεύεται κατά την κυκλοφορία στην αγορά καλλυντικών προϊόντων:
«a) η αναφορά στην προφύλαξη, καταπράυνση ή θεραπεία ασθενειών ή συμπτωμάτων ασθενειών, ή στις φαρμακολογικές συνέπειες ή στις συνέπειες επί της φυσιολογίας του οργανισμού, ιδίως από την δράση τους που συμβάλλει στη διατήρηση της νεότητας, επιβραδύνοντας τη διαδικασία γηράνσεως, που συμβάλλει στο αδυνάτισμα ή στη διατήρηση της υγείας, ή προκαλεί την εντύπωση ότι έχει μια τέτοια δράση·
b) η παραπομπή στο ιστορικό ασθενών, σε ιατρικές συστάσεις ή γνωματεύσεις·
[...]»
8. Δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 9, παράγραφος 3, και 26, παράγραφος 2, του LMG, με υπουργική απόφαση επιτρέπεται, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος, η αναγραφή ενδείξεων που αφορούν την υγεία σε ορισμένα καλλυντικά προϊόντα εφόσον αυτό συμβιβάζεται με την προστασία των καταναλωτών από την παραπλάνηση.
9. Δυνάμει του άρθρου 74, παράγραφος 1, του LMG, όποιος, μεταξύ άλλων, αναγράφει ψευδή στοιχεία επί καλλυντικών προϊόντων ή θέτει σε κυκλοφορία καλλυντικά προϊόντα που φέρουν ψευδείς ενδείξεις, διαπράττει διοικητική παράβαση (Verwaltungsübertretung).
ΙΙΙ - ραγματικά περιστατικά, διαδικασία και προδικαστικά ερωτήματα
10. Με απόφαση του Unabhängiger Verwaltungssenat Wien της 22ας Φεβρουαρίου 1999, επιβλήθηκε στον G. Linhart πρόστιμο λόγω παραβάσεως των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 74, παράγραφος 1, 9, παράγραφος 1, στοιχείο a), και 8, στοιχείο f), του LMG διότι ως υπεύθυνος της Colgate Palmolive Gesellschaft mbH, παρέδωσε στην Billa AG το προϊόν «Palmolive flüssige Seife Prima Antibakteriell» που έφερε την ένδειξη «δερματολογικά δοκιμασμένο» . Η ένδειξη αυτή προκαλεί στον καταναλωτή την εντύπωση ότι το προϊόν έχει προφυλακτική δράση και, κατά το Unabhängiger Verwaltungssenat, το προϊόν φέρει ως εκ τούτου ψευδείς ενδείξεις.
11. Με απόφαση του Unabhängiger Verwaltungssenat im Land Niederösterreich της 9ης Μα_ου 2000, επιβλήθηκε στον H. Biffl πρόστιμο λόγω παραβάσεως των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 74, παράγραφος 1, 9, παράγραφος 1, στοιχείο b), και 8, στοιχείο f), του LMG λόγω του ότι ήταν υπεύθυνος για την κυκλοφορία στην αγορά, από την Haarkos Parfumeriewaren und Kosmetika GmbH, του καλλυντικού προϊόντος «Keralogie Creme-Peeling Anti Schuppen regulierendes Haarbad» του οποίου η συσκευασία (πλαστικό μπουκάλι) έφερε την ένδειξη «δερματολογικά δοκιμασμένο», για την αναγραφή της οποίας δεν είχε δοθεί άδεια .
12. Με τις προσφυγές που άσκησαν ενώπιον του Verwaltungsgerichtshof κατά των ανωτέρω αποφάσεων, οι προσφεύγοντες επικαλέσθηκαν την απόφαση Unilever , την οποία εξέδωσε το Δικαστήριο στις 28 Ιανουαρίου 1999, προκειμένου να υποστηρίξουν, μεταξύ άλλων, ότι η σχετική εθνική νομοθεσία αντιβαίνει στο κοινοτικό δίκαιο, ιδίως διότι εθνική ρύθμιση που απαγορεύει τη διαφήμιση των καλλυντικών προϊόντων τα οποία φέρουν ενδείξεις σχετικές με την υγεία οι οποίες δεν είναι παραπλανητικές υπερβαίνει τα όρια του περιθωρίου εκτιμήσεως που το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768 αναγνωρίζει στα κράτη μέλη.
13. Το Verwaltungsgerichtshof κλήθηκε επανειλημμένως να αποφανθεί ως προς το αν είναι επιτρεπτή η αναγραφή των ενδείξεων «κλινικά δοκιμασμένο» και «δερματολογικά δοκιμασμένο» σε υποθέσεις προγενέστερες της προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο και στην Ευρωπαϊκή _Ενωση.
14. Σύμφωνα με την ανωτέρω νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, το άρθρο 9, παράγραφος 1, στοιχείο b), του LMG δεν επιτρέπει την αναφορά σε ιατρικές έρευνες κατά την κυκλοφορία καλλυντικών στην αγορά εφόσον η αναφορά αυτή δεν διευκρινίζει ποιες ιδιότητες του προϊόντος αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας και με ποιο αποτέλεσμα. Βαρύνουσα σημασία προς τούτο είχε η άποψη ότι η αναφορά σε ιατρικές έρευνες μέσω της μνείας κλινικών ή δερματολογικών ερευνών είναι δυνατόν να προκαλέσει στον καταναλωτή, τουλάχιστον υποσυνείδητα, την αόριστη εντύπωση της δράσεως του προϊόντος επί της υγείας εφόσον η αναφορά αυτή δεν συνοδεύεται από ορισμένες εξηγήσεις.
15. Αντιθέτως, η αναφορά σε ιατρικές εξετάσεις («κλινικά δοκιμασμένο», «δερματολογικά δοκιμασμένο») κατά την κυκλοφορία στην αγορά καλλυντικών προϊόντων κρίθηκε επιτρεπτή βάσει του άρθρου 26, παράγραφος 2, του LMG, εφόσον διευκρίνιζε ότι οι έρευνες - ανεξαρτήτως των συνεπειών επί της υγείας του ανθρώπου - αφορούσε ορισμένες επιπτώσεις του οικείου προϊόντος επί της λειτουργίας του οργανισμού καθώς και ορισμένες φαρμακολογικές συνέπειες, όπως είναι παραδείγματος χάρη η περίπτωση της ενδείξεως «η υποαλλεργική και η ριζικά αποτριχωτική δράση έχουν δοκιμασθεί κλινικά» για την κυκλοφορία στην αγορά ενός αποτριχωτικού.
16. Το αιτούν δικαστήριο φρονεί ότι η νομολογία του Δικαστηρίου, ιδίως η απόφαση Unilever και η απόφαση της 13ης Ιανουαρίου 2000, Estée Lauder , δεν έχουν απαντήσει πλήρως στο ερώτημα αν η αυστριακή ρύθμιση που εφαρμόζεται στις διαφορές της κύριας δίκης είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο.
17. Κατά το Verwaltungsgerichtshof, οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 9, παράγραφος 1, στοιχείο b), και 26, παράγραφος 2, του LMG αφορούν ειδικώς μια κατηγορία αναφορών σε ιατρικές δραστηριότητες τις οποίες ο νομοθέτης θεωρεί στο σύνολό τους, λόγω της ανακρίβειάς τους, παραπλανητικές, διότι αποσκοπούν στη δημιουργία των πλέον ποικίλων εντυπώσεων ως προς τις ιδιότητες και ως προς τους τρόπους δράσεως του καλλυντικού, διά της συσχετίσεώς τους με την ιατρική. Κατά το αιτούν δικαστήριο, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η αντίληψη αυτή - που στηρίζεται στην πιθανή προσδοκία του μέσου καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, είναι ανακριβής. Το Verwaltungsgerichtshof δεν αντιλαμβάνεται για ποιο λόγο θα ήταν δυνατόν να απαγορευθεί στον νομοθέτη του κράτους μέλους να χαρακτηρίσει ως παραπλανητική, στο πλαίσιο μιας γενικής ρυθμίσεως, μια σαφώς καθορισμένη κατηγορία διαφημιστικών μηνυμάτων λόγω της ανακρίβειάς τους και λόγω της συσχετίσεώς τους με την ιατρική, εφόσον η κατ' ιδίαν εκτίμηση του παραπλανητικού χαρακτήρα τους θα οδηγούσε στο ίδιο αποτέλεσμα. Ωστόσο, έχει πράγματι επιτραπεί ήδη η αναφορά σε ιατρικές έρευνες εφόσον παρέχονται επαρκείς εξηγήσεις, κατά την έννοια του άρθρου 26, παράγραφος 2, του LMG και εφόσον η αναφορά αυτή δεν είναι δυνατόν να παραπλανήσει τον καταναλωτή.
18. έραν τούτου, το Verwaltungsgerichtshof τονίζει ότι η απαγόρευση του άρθρου 9, παράγραφος 1, του LMG δεν είναι απόλυτη. Είναι δυνατόν να αρθεί εφόσον χορηγηθεί άδεια σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 3, του LMG. Για τα καλλυντικά προϊόντα, ο υπουργός υποχρεούται να επιτρέψει με απόφασή του, κατόπιν σχετικού αιτήματος, την αναγραφή ενδείξεων που αφορούν την υγεία εφόσον αυτό συμβιβάζεται με την προστασία των καταναλωτών από την παραπλάνηση. Κατά συνέπεια, το άρθρο 9, παράγραφος 3, του LMG θα είχε παράσχει τη δυνατότητα στους προσφεύγοντες να λάβουν άδεια ώστε να τους επιτραπεί η (μη παραπλανητική) αναφορά στις ιατρικές έρευνες και, ως εκ τούτου, να αποφύγουν την επιβολή χρηματικής ποινής.
19. Κατά συνέπεια, το Verwaltungsgerichtshof, με διάταξη της 29ης Ιανουαρίου 2001 που περιήλθε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 28 Φεβρουαρίου 2001, υπέβαλε αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακόλουθων ερωτημάτων:
«1. Αντιβαίνει στα άρθρα 28 και 30 ΕΚ, στην οδηγία 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιουλίου 1976 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 88/667/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988 και με την οδηγία 93/35/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 14ης Ιουνίου 1993 [...] ιδίως στο άρθρο της 6, παράγραφος 3, καθώς και στην οδηγία 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 10ης Σεπτεμβρίου 1984 για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση [...], ιδίως στα άρθρα της 4 και 7, η ρύθμιση ενός κράτους μέλους κατά την οποία απαγορεύεται κατά την κυκλοφορία στην αγορά καλλυντικών προϊόντων να γίνεται αναφορά σε ιατρικές έρευνες - ιδίως με την αναγραφή της ενδείξεως "κλινικά δοκιμασμένο" ή "δερματολογικά δοκιμασμένο" - εφόσον ενδέχεται ο καταναλωτής να σχηματίσει ελλείψει στοιχείων σχετικά με το αντικείμενο και το αποτέλεσμα της έρευνας εσφαλμένες παραστάσεις σχετικά με την ποιότητα και τον τρόπο δράσεως του καλλυντικού;
2. Αντιβαίνει στα άρθρα 28 και 30 ΕΚ, στην οδηγία 76/768, ιδίως στο άρθρο της 6, παράγραφος 3, και στην οδηγία 84/450, ιδίως στα άρθρα της 4 και 7, η ρύθμιση ενός κράτους μέλους κατά την οποία η αναγραφή ενδείξεων κατά την έννοια του πρώτου ερωτήματος επιτρέπεται μόνον κατόπιν προηγούμενης άδειας από τον αρμόδιο ομοσπονδιακό υπουργό;»
20. Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι G. Linhart και H. Biffl, η Αυστριακή Κυβέρνηση και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Το Δικαστήριο δεν προχώρησε σε προφορική διαδικασία.
IV - Εκτίμηση
A - Εισαγωγικές παρατηρήσεις
21. Οι G. Linhart και H. Biffl και η Επιτροπή επέκριναν τον τρόπο με τον οποίον το Verwaltungsgerichtshof αιτιολόγησε και διατύπωσε την αίτησή του για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως.
22. Οι επικρίσεις αυτές αφορούν εν μέρει τα πραγματικά περιστατικά. Ο G. Linhart υποστήριξε ότι συμπληρωματικά στοιχεία αναγράφονται εμφανώς επί της συσκευασίας του εν λόγω σάπωνος δίπλα από την ένδειξη «δερματολογικά δοκιμασμένο». Κάτω από την ένδειξη «Schutz gegen Bakterien» (προστασία από τα βακτηρίδια), αναγράφονταν επί του προϊόντος πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με το αντικείμενο και το αποτέλεσμα των δερματολογικών ερευνών. Επί πλέον, οι G. Linhart και H. Biffl υποστήριξαν ότι η ένδειξη «δερματολογικά δοκιμασμένο» που αναγράφεται στα προϊόντα τους είναι καθ' εαυτήν αληθής ούτε μπορεί, αντίθετα με όσα αφήνει να εννοηθεί το πρώτο ερώτημα, να παραπλανήσει τον καταναλωτή, λόγω του τρόπου με τον οποίον η ένδειξη αυτή έχει τεθεί επί της συσκευασίας.
23. Συναφώς, αρκεί να τονίσω ότι εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς της κύριας δίκης και να εκτιμήσει τη λυσιτέλεια των ερωτημάτων που πρέπει να υποβληθούν στο Διακστήριο . Εξάλλου, το περιεχόμενο της εννοίας της παραπλανήσεως αποτελεί ακριβώς ένα στοιχείο καίριας σημασίας του πρώτου ερωτήματος.
24. Εξάλλου, η Επιτροπή ορθώς παρατήρησε ότι η αναφορά των προδικαστικών ερωτημάτων στην ένδειξη «κλινικά δοκιμασμένο» είναι άσχετη με τις δύο υποθέσεις της κύριας δίκης, στο πλαίσιο των οποίων αμφισβητούμενη είναι μόνον η ένδειξη «δερματολογικά δοκιμασμένο». Εντούτοις, η νομολογία των εθνικών δικαστηρίων έχει ήδη εξετάσει την ένδειξη «κλινικά δοκιμασμένο» με τον τρόπο που περιγράφει η διάταξη περί παραπομπής. Είναι πιθανόν το Verwaltungsgerichtshof να προσδοκά από το Δικαστήριο μια ευρύτερη εκτίμηση σχετικά με το αν η πρόσφατη ή η παλαιότερη νομολογία του συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο . Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να απαντά σε ερωτήματα όταν δεν υπάρχει καμία σχέση μεταξύ του κοινοτικού δικαίου και των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς . Δεδομένου ότι η ένδειξη «κλινικά δοκιμασμένο» είναι άσχετη με τα πραγματικά περιστατικά της κύριας δίκης, παρέλκει η εξέταση του στοιχείου αυτού.
25. Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διευκρινίσει αν το κοινοτικό δίκαιο αντιτίθεται σε εθνική ρύθμιση, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, η οποία απαγορεύει την ένδειξη «δερματολογικά δοκιμασμένο», στις εξής περιπτώσεις: α) όταν δεν δίδονται διευκρινίσεις σχετικά με τις έννοιες αυτές καθώς και σχετικά με τις ιδιότητες του προϊόντος που αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας και με ποιο αποτέλεσμα και β) όταν δεν έχει ζητηθεί άδεια .
26. Τα δύο προδικαστικά ερωτήματα αφορούν την ερμηνεία των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, της οδηγίας 76/768, καθώς και της οδηγίας 84/450. Κατά συνέπεια, πρέπει να εξετασθεί κατ' αρχάς η αμοιβαία σχέση μεταξύ αυτών των τριών στοιχείων του κοινοτικού δικαίου και της εθνικής νομοθεσίας που απαγορεύει την ένδειξη «δερματολογικά δοκιμασμένο» επί των καλλυντικών προϊόντων.
27. Το Δικαστήριο έχει επανειλημμένως διαπιστώσει ότι η οδηγία 76/768 εναρμόνισε κατά τρόπο εξαντλητικό τους εθνικούς κανόνες που διέπουν τη συσκευασία και την επισήμανση των καλλυντικών προϊόντων . Όταν το καθεστώς στο οποίο υπόκειται ένας συγκεκριμένος τομέας εναρμονίζεται σε κοινοτικό επίπεδο, κάθε εθνικό μέτρο σχετικά με τον τομέα αυτό πρέπει να εκτιμάται βάσει των διατάξεων αυτού του εναρμονισμένου καθεστώτος και όχι αυτών - κρίσιμων εν προκειμένω - των άρθρων 28 ΕΚ έως 30 ΕΚ . Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η εθνική ρύθμιση πρέπει να κριθεί αποκλειστικά βάσει του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768 και όχι βάσει των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ, έστω και αν η ανωτέρω διάταξη της οδηγίας, όπως και κάθε κανόνας του παράγωγου δικαίου, πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως των κανόνων της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων . Όπως θα εξετάσω στη συνέχεια, το τελευταίο αυτό σημείο είναι σημαντικό προκειμένου να καθορισθεί το περιεχόμενο του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768 και το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτουν τα κράτη μέλη βάσει των διατάξεων αυτών.
28. Εξάλλου, η νομολογία του Δικαστηρίου όσον αφορά την επισήμανση και τη διαφήμιση των καλλυντικών προϊόντων δεν χαρακτηρίζεται από απόλυτη συνοχή ως προς το σημείο αυτό. Με τις προπαρατεθείσες αποφάσεις του Clinique και Estée Lauder, το Δικαστήριο έκρινε τις συναφείς εθνικές διατάξεις τόσο βάσει των άρθρων 28 ΕΚ και 30 ΕΚ όσο και βάσει της σχετικής διατάξεως της οδηγίας 76/768. Αντιθέτως, στην προπαρατεθείσα απόφαση Unilever, η εθνική ρύθμιση κρίθηκε, ορθώς κατ' εμέ, μόνον βάσει της οδηγίας και όχι βάσει του πρωτογενούς δικαίου, μολονότι το αυστριακό δικαστήριο είχε ζητήσει στο πλαίσιο της υποθέσεως εκείνης και την ερμηνεία του άρθρου 28 ΕΚ .
29. Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της οδηγίας 76/768 και της οδηγίας 84/450, φρονώ ότι ορθώς η Επιτροπή και οι G. Linhart και H. Biffl υποστήριξαν ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768 υπερέχει, δυνάμει της αρχής lex specialis derogat legi generali, των διατάξεων της οδηγίας 84/450. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να συνεξετάσει στην απάντησή του την οδηγία 84/450. Η οδηγία αυτή προβλέπει γενικώς διατυπωμένες υποχρεώσεις ορίζοντας με όρους σχετικά αόριστους την έννοια της παραπλανήσεως. Αντιθέτως, το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768 αποτελεί μια ειδική διάταξη που απαγορεύει τις παραπλανητικές ενδείξεις επί της συσκευασίας των προϊόντων που εμπίπτουν στην οδηγία. Αν ληφθεί υπόψη η εξαντλητική επί του θέματος εναρμόνιση, τα κράτη μέλη δεν έχουν τη δυνατότητα να αποκλίνουν από τις προϋποθέσεις που καθορίζει η διάταξη αυτή. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να παρασχεθεί στον καταναλωτή μεγαλύτερη προστασία από την παραπλάνηση, έστω και με την επίκληση του άρθρου 7 της οδηγίας 84/450, το οποίο δέχεται μια πλέον εκτεταμένη προστασία .
B - Το πρώτο ερώτημα
30. ροκειμένου να απαντηθεί το πρώτο ερώτημα, πρέπει να διαπιστωθεί αν το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768 αφήνει στα κράτη μέλη το περιθώριο να απαγορεύσουν τη γενική ένδειξη «δερματολογικά δοκιμασμένο» επί των καλλυντικών προϊόντων που έρχονται σε επαφή με το δέρμα, διότι η ένδειξη αυτή θα προσέδιδε στα προϊόντα αυτά χαρακτηριστικά που δεν έχουν.
31. Κατ' αρχάς, δεν αμφισβητείται ότι τα επίδικα προϊόντα, σάπωνες και σαμπουάν, είναι καλλυντικά προϊόντα κατά την έννοια του άρθρου 1, της οδηγίας 76/768 και ότι η επιλήψιμη ένδειξη, «δερματολογικά δοκιμασμένο», εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι τα προϊόντα αυτά δεν πρέπει να θεωρηθούν ιατρικά σκευάσματα, οπότε θα εφαρμοζόταν η σχετική με τα φάρμακα κοινοτική ρύθμιση και όχι η οδηγία 76/768. Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει ούτε ότι τα προϊόντα - πλην της αμφισβητουμένης ενδείξεως - κυκλοφόρησαν στην αγορά παρανόμως.
32. Σύμφωνα με την παλαιότερη νομολογία, σκοπός της οδηγίας 76/768 είναι η διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εν λόγω προϊόντων. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, καθορίζει τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται προς το συμφέρον της προστασίας των καταναλωτών και της εντιμότητας στις εμπορικές συναλλαγές, τα οποία περιλαμβάνονται μεταξύ των επιτακτικών απαιτήσεων βάσει των οποίων γίνονται ανεκτά, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ορισμένα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων κατά την έννοια του άρθρου 28 ΕΚ. Το άρθρο 6, παράγραφος 3, σκοπεί επίσης στην προστασία της υγείας κατά την έννοια του άρθρου 30 ΕΚ στον βαθμό που μια παραπλανητική πληροφορία σχετικά με τα χαρακτηριστικά των εν λόγω προϊόντων θα μπορούσε να έχει επιπτώσεις επί της δημόσιας υγείας .
33. Ωστόσο, τα μέτρα που λαμβάνουν τα κράτη μέλη για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής πρέπει να μην παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας . ροκειμένου να εκτιμηθεί, αφενός, ο κίνδυνος παραπλανήσεως του καταναλωτή και αφετέρου, οι απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, το Δικαστήριο άντλησε από την αρχή της αναλογικότητας ένα κριτήριο το οποίο στηρίζεται σε ένα συγκεκριμένο τύπο καταναλωτή. ροκειμένου να καθοριστεί εάν μια ονομασία, ένα σήμα ή μια διαφημιστική ένδειξη είναι παραπλανητικά ή όχι, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη «η τεκμαιρόμενη προσδοκία του μέσου καταναλωτή, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος» ο οποίος εσφαλμένως θεωρεί ότι το προϊόν έχει ορισμένα χαρακτηριστικά .
34. Το κριτήριο αυτό του «μέσου καταναλωτή» εφαρμόζεται επίσης και στην περίπτωση της πωλήσεως καλλυντικών προϊόντων. Το Δικαστήριο ρητώς εξάρτησε την εφαρμογή του κριτηρίου αυτού στην περίπτωση εκείνη από την προϋπόθεση ότι «η παραπλάνηση ως προς τα χαρακτηριστικά του προϊόντος δεν μπορεί να βλάψει τη δημόσια υγεία» . Όπως ακριβώς και στις προαναφερθείσες υποθέσεις Clinique, Unilever και Estée Lauder, τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υποθέσεως δεν αφορούν τη δημόσια υγεία. Οι υποθέσεις αυτές αφορούν ενδείξεις οι οποίες είναι δυνατόν να δημιουργήσουν στους καταναλωτές την εσφαλμένη εντύπωση ότι τα καλλυντικά αυτά έχουν ορισμένες θεραπευτικές ιδιότητες. Τα μέτρα που αποσκοπούν να αποτρέψουν το ενδεχόμενο μιας τέτοιας παραπλανήσεως ή συγχύσεως στους αγοραστές δεν συνδέονται, κατ' εμέ, με την προστασία της δημόσιας υγείας, αλλά με την προστασία του καταναλωτή και με την εντιμότητα στις εμπορικές συναλλαγές. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική όσον αφορά την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας η οποία δεν αποτελεί, κατ' εμέ, μια στατική έννοια, αλλά πρέπει να εκτιμάται υπό το πρίσμα του επιδιωκόμενου σκοπού .
35. Κατά την εφαρμογή του κριτηρίου του μέσου καταναλωτή, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως. Από τη νομολογία προκύπτει ότι, οσάκις πρέπει να διαπιστωθεί αν μία ορισμένη ένδειξη ή διαφήμιση είναι παραπλανητική κατά την έννοια της οδηγίας 76/768, το Δικαστήριο είναι ιδιαίτερα αυστηρό με τις εθνικές ρυθμίσεις οι οποίες απαγορεύουν μια αληθή καθ' εαυτήν διατύπωση. Η αρχή της αναλογικότητας απαγορεύει τέτοιου είδους ρυθμίσεις. Δεν αρκεί η ύπαρξη ενός αφηρημένου κινδύνου παραπλανήσεως· μόνον όταν είναι πράγματι δυνατόν ο καταναλωτής να παραπλανηθεί όσον αφορά ένα ουσιώδες σημείο επιτρέπεται η λήψη μέτρων βάσει των οποίων η εμπορία ενός προϊόντος υπόκειται σε συμπληρωματικές προϋποθέσεις.
36. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έχει ήδη κρίνει ότι η ονομασία «Clinique» για καλλυντικά προϊόντα δεν μπορεί να παραπλανήσει τον καταναλωτή ως δήθεν προσδίδουσα στα εν λόγω προϊόντα θεραπευτικές ιδιότητες που δεν έχουν . Με την απόφασή του Estée Lauder, το Δικαστήριο έκρινε ότι, εκ πρώτης όψεως, ο μέσος καταναλωτής, που έχει την συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, δεν μπορεί να προσδοκά από μια κρέμα συσφίξεως για το πρόσωπο που ονομάζεται «Monteil Firming Action Lifting Extreme Creme» να έχει, λόγω της χρήσεως της λέξεως «lifting», τα ίδια διαρκή αποτελέσματα που έχει μια χειρουργική επέμβαση . Η προαναφερθείσα υπόθεση Unilever, αφορούσε την απαγόρευση από τις αυστριακές αρχές μιας διαφημίσεως για την οδοντόκρεμα «Odol-Med 3 (Samtweiß)» σύμφωνα με την οποία το προϊόν αυτό προλάμβανε τον σχηματισμό πέτρας και την ουλίτιδα, ενώ στη σύνθεσή του δεν υπήρχε κανένα από τα δραστικά συστατικά τα οποία απαριθμούνταν στη ρύθμιση αυτή και τα οποία μπορούσαν να επιτύχουν το αποτέλεσμα αυτό. Όπως και εν προκειμένω, η ρύθμιση εκείνη συσχετιζόταν μεταξύ άλλων με τα άρθρα 9 και 26 του LMG. Αυτός ο κατάλογος ουσιών επαναλαμβανόταν σε ένα παράρτημα της Kosmetikverordnung. Ωστόσο, το παράρτημα αυτό δεν περιελάμβανε όλες τις ουσίες που μπορούν να προλάβουν τον σχηματισμό πέτρας ή την ουλίτιτδα. Κατά συνέπεια, ήταν δυνατόν να απαγορευτεί η διαφήμιση για ορισμένες οδοντόκρεμες μολονότι δεν παραπλανούσε τον καταναλωτή. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768 απαγόρευε την εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής. Η δυνατότητα να ληφθεί άδεια ώστε να μην απαγορευτεί η κυκλοφορία του προϊόντος δεν ασκούσε επιρροή συναφώς .
37. Βάσει των προαναφερθέντων στοιχείων, πρέπει να εξεταστεί κατ' αρχάς στην προκειμένη περίπτωση αν η ένδειξη «δερματολογικά δοκιμασμένο» μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να παραπλανήσει τους αγοραστές, πριν εξεταστεί ενδεχομένως το αν είναι σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας το εθνικό μέτρο που σκοπεί στην προστασία του καταναλωτή και της εντιμότητας στις εμπορικές συναλλαγές. Μολονότι εναπόκειται εν τέλει στον εθνικό δικαστή να το διαπιστώσει και μολονότι το αιτούν δικαστήριο δεν παρέσχε στο Δικαστήριο στοιχεία σχετικά με τις περιστάσεις υπό τις οποίες τα επίδικα προϊόντα κυκλοφόρησαν στην αγορά, φρονώ ότι το Δικαστήριο διαθέτει τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να παράσχει στον εθνικό δικαστή τις ακόλουθες διευκρινίσεις.
38. Καλλυντικά προϊόντα όπως είναι οι σάπωνες και τα σαμπουάν έρχονται σε επαφή με το δέρμα. Επομένως, έχουν οπωσδήποτε ερευνηθεί, πριν από την πρώτη τους κυκλοφορία στην αγορά, οι συνέπειές τους επί του δέρματος. Αυτό είναι κατ' ουσίαν το νόημα της ενδείξεως «δερματολογικά δοκιμασμένο». Η δερματολογία είναι η επιστήμη που ασχολείται με την έρευνα των δερματικών παθήσεων. Η χρήση της ενδείξεως «δερματολογικά δοκιμασμένο» σημαίνει επομένως ότι έχει ελεγχθεί το αν το προϊόν αυτό είναι ανεκτό από το δέρμα.
39. Η αναφορά αυτή στην επισήμανση, στη συσκευασία ή στη διαφήμιση των προϊόντων αυτών δυσκόλως μπορεί να θεωρηθεί, εκ της φύσεώς της, ως πηγή συγχύσεων. Λόγω των εγγενών χαρακτηριστικών του σάπωνος και του σαμπουάν, δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτό ότι ο μέσος καταναλωτής, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, θεωρεί, συνεπεία της ενδείξεως «δερματολογικά δοκιμασμένο», ότι το προϊόν παρουσιάζει ορισμένα χαρακτηριστικά που δεν έχει. Με την ένδειξη «δερματολογικά δοκιμασμένο» εκφράζεται το ότι το προϊόν εξετάσθηκε επιμελώς όσον αφορά τυχόν επιβλαβείς επιπτώσεις του επί του δέρματος. Ωστόσο, πρόκειται για μια καθ' εαυτήν περιττή αναφορά, διότι, κατ' εφαρμογήν των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 2 και 3 της οδηγίας 76/768, τα καλλυντικά προϊόντα των οποίων η συνήθης χρήση εγκυμονεί κινδύνους για την ανθρώπινη υγεία δεν μπορούν με οποιοδήποτε τρόπο να κυκλοφορήσουν στην αγορά.
40. Το αιτούν δικαστήριο τόνισε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, η αναφορά σε ιατρικές έρευνες, μέσω της μνείας δερματολογικών ερευνών, μπορεί να προκαλέσει στον καταναλωτή, τουλάχιστον υποσυνείδητα, την αόριστη εντύπωση ότι έχει θεραπευτικές ιδιότητες εφόσον η αναφορά αυτή δεν συνοδεύεται από διευκρινίσεις. Ωστόσο, έστω και αν η ένδειξη «δερματολογικά δοκιμασμένο» είναι δυνατόν να οδηγήσει ορισμένους καταναλωτές σ' έναν αόριστο συσχετισμό με φαρμακευτικό προϊόν - π.χ. λόγω του ελληνικού ετύμου της λέξεως «δερματολογικός» - αυτό δεν αρκεί για να προσδώσει στην ένδειξη αυτή παραπλανητικό χαρακτήρα δυνάμενο να δικαιολογήσει την απαγόρευσή της εφόσον, κατά τα λοιπά, τα προϊόντα κυκλοφορούν νομίμως στην αγορά. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος συγχύσεως ή παραπλανήσεως του μέσου καταναλωτή. Επιπλέον, η απαγόρευση μόνον της ενδείξεως «δερματολογικά δοκιμασμένο» δεν συμβιβάζεται, εκ πρώτης όψεως, με την αρχή της αναλογικότητας. ράγματι, διαφημίσεις που παρέχουν περισσότερα και ως εκ τούτου δελεαστικότερα πληροφοριακά στοιχεία, όπως «η υποαλλεργική και η ριζικά αποτριχωτική δράση έχουν δοκιμαστεί δερματολογικά» έχουν επιτραπεί κατά την κυκλοφορία στην αγορά αποτριχωτικών.
41. Υπό το πρίσμα του περιεχομένου του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768, δεν είναι συνεπώς αναγκαίο για την προστασία του καταναλωτή και της εντιμότητας στις εμπορικές συναλλαγές το να απαγορευτεί η χρήση της ενδείξεως «δερματολογικά δοκιμασμένο» για τα δύο επίδικα προϊόντα. Το επιχείρημα της Αυστριακής Κυβερνήσεως ότι η εθνική νομοθεσία επιτρέπει σε ορισμένες περιπτώσεις τις μη παραπλανητικές ενδείξεις δεν ασκούν φυσικά καμία επιρροή στο πλαίσιο αυτό.
Γ - Το δεύτερο ερώτημα
42. Βάσει των προαναφερθέντων, παρέλκει η λεπτομερής εξέταση του δευτέρου ερωτήματος. Το αν το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει ρύθμιση κράτους μέλους που επιτρέπει τη χρήση της ενδείξεως «δερματολογικά δοκιμασμένο» μόνον κατόπιν προηγούμενης αδείας του αρμόδιου υπουργού προκύπτει πράγματι ήδη εμμέσως πλην σαφώς από την απάντηση στο πρώτο ερώτημα. Δεδομένου ότι η σχετική ένδειξη δεν μπορεί να παραπλανήσει τον καταναλωτή κατά την έννοια του άρθρου 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768, η απαίτηση να λαμβάνεται προηγουμένως άδεια προκειμένου να τεθεί η σχετική ένδειξη δεν είναι προφανώς ούτε αυτή δικαιολογημένη.
43. Η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστήριξε ότι, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 9, παράγραφος 3, του LMG, επιτρέπεται με υπουργική απόφαση η αναγραφή πληροφοριών που αφορούν την υγεία υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται η ακρίβεια των διαφημιστικών μηνυμάτων κατά την αρχική κυκλοφορία του καλλυντικού στην αγορά και ότι έχουν κατατεθεί τα πορίσματα των αντίστοιχων ιατρικών ερευνών. Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, η διαδικασία αυτή είναι σύμφωνη με την προπαρατεθείσα απόφαση Unilever, στον βαθμό που το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση αυτή ότι ρύθμιση που προβλέπει τον έλεγχο της ακρίβειας των διαφημιστικών μηνυμάτων συνιστά μέτρο που δεν αντιβαίνει στην αρχή της αναλογικότητας κατ' αντιδιαστολή προς την αυτόματη απαγόρευση της διαφημίσεως.
44. Το επιχείρημα αυτό στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της προπαρατεθείσας αποφάσεως Unilever και δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Με την ανωτέρω απόφαση κρίθηκε ότι, όσον αφορά την ίδια εθνική νομοθεσία, είναι βεβαίως δυνατόν να ζητηθεί η χορήγηση αδείας, αλλά ότι η ανάγκη λήψεως αδείας συνιστά εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία του εν λόγω προϊόντος διότι, σύμφωνα με το Δικαστήριο, ουδόλως μπορεί να δικαιολογηθεί . ράγματι, η απαίτηση να λαμβάνεται προηγούμενη άδεια ισοδυναμεί με αυτόματη απαγόρευση της διαφημίσεως, δεδομένου ότι είναι παράνομες οι ενδείξεις για τις οποίες απαιτείται η χορήγηση αδείας και οι οποίες αναγράφονται επί των καλλυντικών προϊόντων χωρίς υπουργική έγκριση. Με την προπαρατεθείσα απόφαση Unilever, το Δικαστήριο μνημόνευσε ορισμένα εναλλακτικά μέτρα που διασφαλίζουν την επίτευξη του σκοπού της οδηγίας 76/768 και περιορίζουν λιγότερο την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Το Δικαστήριο κατηγορηματικώς απαγόρευσε την εφαρμογή ενός συστήματος προηγούμενης αδείας. Σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς το αν είναι αληθείς οι ενδείξεις που αφορούν την υγεία, το Δικαστήριο έκρινε ότι αρκεί το κράτος μέλος να υποχρεώνει τον επιχειρηματία που είναι υπεύθυνος για το καλλυντικό να αποδεικνύει την ακρίβεια των ιατρικών ερευνών του. Αυτό δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία στην περίπτωση μιας ελάχιστα στομφώδους ενδείξεως όπως είναι η ένδειξη «δερματολογικά δοκιμασμένο». Άλλωστε αυτό προβλέπει ήδη και η αυστριακή νομοθεσία. Όπως ορθώς παρατηρεί ο G. Linhart, οι αρχές μπορούν, βάσει του άρθρου 26, παράγραφος 2, του LMG, να καλέσουν τον παρασκευαστή ή τον διανομέα να γνωστοποιήσει τα δραστικά συστατικά προκειμένου να ελεγχθεί αν είναι παραπλανητική η απόδοση στο προϊόν ιδιοτήτων που αφορούν τη λειτουργία του οργανισμού ή φαρμακευτικών ιδιοτήτων.
45. Τέλος, πρέπει να προστεθεί ακόμη ότι η σχετική άδεια, ως μέτρο που αποσκοπεί στην προστασία των καταναλωτών και της εντιμότητας στις εμπορικές συναλλαγές, είναι έτι περαιτέρω δυσανάλογη αν είναι βάσιμος ο ισχυρισμός του H. Biffl ότι η εφαρμογή της διαδικασία του άρθρου 9, παράγραφος 3, του LMG συνεπάγεται ορισμένες δαπάνες.
V - ρόταση
46. Βάσει των προαναφερθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα που υπέβαλε το Verwaltungsgerichtshof ως εξής:
«1) Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουλίου 1976, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα καλλυντικά προϊόντα αντιτίθεται στην εφαρμογή εθνικής νομοθεσίας, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη νομολογία των εθνικών δικαστηρίων, που απαγορεύει κατά την κυκλοφορία στην αγορά καλλυντικών προϊόντων που έρχονται σε επαφή με το δέρμα, τη γενική ένδειξη "δερματολογικά δοκιμασμένο", όταν δεν διευκρινίζεται ποιες ιδιότητες του προϊόντος αποτέλεσαν αντικείμενο έρευνας και με ποιο αποτέλεσμα, και όταν δεν έχει παρασχεθεί η δυνατότητα στον παρασκευαστή ή στον διανομέα των οικείων προϊόντων να αποδείξει την ακρίβεια της ενδείξεως αυτής.
2) Το άρθρο 6, παράγραφος 3, της οδηγίας 76/768 απαγορεύει επίσης εθνική ρύθμιση βάσει της οποίας η χρήση της ενδείξεως "δερματολογικά δοκιμασμένο" επιτρέπεται μόνον κατόπιν προηγούμενης αδείας από τον αρμόδιο υπουργό.»
Full & Egal Universal Law Academy