Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά το ζήτημα αν ένα κράτος μέλος οφείλει να αναγνωρίσει αυτόματα ένα πτυχίο ιατρικής που χορήγησαν σε κοινοτικό υπήκοο οι αρχές άλλου κράτους μέλους βάσει εκπαιδεύσεως που πραγματοποιήθηκε εν μέρει εκτός της Κοινότητας.
2. Η υπόθεση αφορά μια Βελγίδα υπήκοο η οποία, μετά από εξαετείς σπουδές ιατρικής στην Αλγερία, έγινε δεκτή στο έβδομο έτος της ιατρικής σε βελγικό πανεπιστήμιο, το οποίο της απένειμε ένα βασικό πτυχίο ιατρικής στο τέλος αυτού του έτους και ένα ειδικό πτυχίο γενικής ιατρικής μετά δύο έτη πρόσθετων σπουδών. Η εν λόγω υπήκοος επιθυμεί τώρα να εγγραφεί στον ιατρικό σύλλογο στη Γαλλία, αλλά οι γαλλικές αρχές δεν θεωρούν ότι ο τίτλος της ιατρικής πρέπει να αναγνωριστεί βάσει της οδηγίας 93/16/ΕΟΚ του Συμβουλίου .
Νομικό πλαίσιο
3. Σύμφωνα με το άρθρο 43 ΕΚ, οι περιορισμοί της ελευθερίας εγκαταστάσεως των υπηκόων ενός κράτους μέλους στην επικράτεια άλλου κράτους μέλους απαγορεύονται. Το άρθρο 47 ΕΚ προβλέπει την έκδοση οδηγιών του Συμβουλίου για την αμοιβαία αναγνώριση των τίτλων και την εναρμόνιση των εθνικών διατάξεων ως προς τις προϋποθέσεις για την ανάληψη και την άσκηση μη μισθωτών δραστηριοτήτων. Στον τομέα της ιατρικής, έχουν τεθεί σε ισχύ από το 1975 διάφορες οδηγίες του Συμβουλίου.
4. Το ισχύον σήμερα νομοθετικό κείμενο είναι η οδηγία 93/16 (στο εξής: οδηγία), η οποία κωδικοποιεί σε μεγάλο βαθμό τις τρεις προηγούμενες οδηγίες που ρύθμιζαν χωριστά την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων ιατρικής και τις ελάχιστες απαιτούμενες προϋποθέσεις για την άσκηση της ιατρικής . Η οδηγία (τίτλος Ι) εφαρμόζεται στους ιατρούς που είναι υπήκοοι των κρατών μελών. Ο τίτλος ΙΙ απαριθμεί τα πτυχία ιατρικής ή ιατρικής ειδικότητας που χορηγούνται εντός κάθε κράτους μέλους και που πρέπει να αναγνωρίζονται αυτόματα στα λοιπά κράτη μέλη και περιέχει διατάξεις για μεταβατικές καταστάσεις, τη χρήση ακαδημαϊκών τίτλων και την πραγματική χρήση του δικαιώματος ελεύθερης εγκαταστάσεως και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, συμπεριλαμβανομένων των προϋποθέσεων που μπορεί να απαιτούνται πριν από την αναγνώριση του δικαιώματος ασκήσεως του επαγγέλματος. Ο τίτλος ΙΙΙ συντονίζει τις απαιτήσεις ιατρικής εκπαιδεύσεως και ιατρικής ειδικότητας - απαραίτητη προϋπόθεση για την αμοιβαία αναγνώριση που προβλέπει ο τίτλος ΙΙ - ενώ ο τίτλος IV αφορά την ειδική εκπαίδευση στη γενική ιατρική.
5. Το άρθρο 2 της οδηγίας 93/16 προβλέπει: «Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει τα πτυχία, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγούνται στους υπηκόους των κρατών μελών από τα άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 23 και που απαριθμούνται στο άρθρο 3, προσδίδοντάς τους στο έδαφός του, όσον αφορά την πρόσβαση στις δραστηριότητες του ιατρού και την άσκηση αυτών, την ίδια ισχύ με τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους που χορηγεί το κράτος αυτό.»
6. Ο πίνακας του άρθρου 3 περιλαμβάνει «το wettelijk diploma van doctor in de genees-, heel- en verloskunde» (κρατικό πτυχίο ιατρικής, χειρουργικής και μαιευτικής).
7. Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 5: «Κάθε κράτος μέλος αναγνωρίζει ως επαρκή απόδειξη, για τους υπηκόους των κρατών μελών των οποίων τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους ιατρικής [...] που δεν ανταποκρίνονται στις ονομασίες που περιλαμβάνονται για το εν λόγω κράτος μέλος στα άρθρα 3, [...] τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που χορηγούνται από αυτά τα κράτη μέλη, εφόσον συνοδεύονται από πιστοποιητικό χορηγούμενο από τις αρμόδιες αρχές ή οργανισμούς. Το πιστοποιητικό αυτό βεβαιώνει ότι αυτά τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλοι τίτλοι ιατρικής [...] πιστοποιούν εκπαίδευση σύμφωνη με τις διατάξεις του τίτλου ΙΙΙ που αναφέρεται [...] στο άρθρο 2 [...] και ότι εξομοιούνται, από τα κράτη μέλη που τα χορηγούν, προς τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους των οποίων οι ονομασίες περιέχονται [...] στο άρθρο 3 [...]».
8. Σύμφωνα με το άρθρο 22 της οδηγίας 93/16: «Το κράτος μέλος υποδοχής, δύναται, σε περίπτωση δικαιολογημένων αμφιβολιών, να απαιτήσει από τις αρμόδιες αρχές άλλου κράτους μέλους τη βεβαίωση της γνησιότητας των διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων που έχουν εκδοθεί στο τελευταίο αυτό κράτος και που αναφέρονται [μεταξύ άλλων στο άρθρο 3], καθώς και τη βεβαίωση του γεγονότος, ότι ο δικαιούχος πληροί όλες τις προβλεπόμενες από το τίτλο ΙΙΙ προϋποθέσεις εκπαιδεύσεως.»
9. Στον τίτλο ΙΙΙ, το άρθρο 23, παράγραφος 1, προβλέπει ότι τα κράτη μέλη εξαρτούν την ανάληψη και την άσκηση των ιατρικών δραστηριοτήτων από την κατοχή πτυχίου, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου ιατρικής, που αναφέρει το άρθρο 3, «που να παρέχει την εγγύηση ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει κατά τη συνολική διάρκεια της εκπαιδεύσεώς του:
α) προσήκουσες γνώσεις των επιστημών επί των οποίων βασίζεται η ιατρική, καθώς και ότι έχει κατανοήσει καλά τις επιστημονικές μεθόδους, συμπεριλαμβανομένων των αρχών μετρήσεως των βιολογικών λειτουργιών, της αξιολογήσεως των επιστημονικώς διαπιστωμένων γεγονότων και της αναλύσεως των δεδομένων·
β) προσήκουσες γνώσεις της διαρθρώσεως των λειτουργιών και της συμπεριφοράς του ανθρωπίνου οργανισμού υγιούς ή ασθενούς, καθώς και των σχέσεων μεταξύ της καταστάσεως της υγείας του ανθρώπου και του φυσικού και κοινωνικού περιβάλλοντός του·
γ) προσήκουσες γνώσεις των κλινικών θεμάτων και της κλινικής πρακτικής που να του παρέχουν συνεκτική εικόνα των σωματικών και διανοητικών ασθενειών, της προληπτικής ιατρικής, της διαγνωστικής και της θεραπευτικής ιατρικής καθώς και της αναπαραγωγής του ανθρώπου·
δ) προσήκουσα κλινική πείρα υπό κατάλληλη εποπτεία σε νοσοκομεία».
10. Το άρθρο 23, παράγραφος 2, προβλέπει ότι «η συνολική αυτή ιατρική εκπαίδευση περιλαμβάνει τουλάχιστον έξι έτη ή 5 500 ώρες θεωρητικής και πρακτικής διδασκαλίας σε πανεπιστήμιο ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου» και σύμφωνα με το άρθρο 23, παράγραφος 3, για να γίνει κανείς δεκτός στην εκπαίδευση αυτήν προϋποτίθεται ότι κατέχει πτυχίο ή πιστοποιητικό που παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στις σχετικές σπουδές «στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα ενός κράτους μέλους».
11. Το άρθρο 23, παράγραφος 5, προβλέπει ότι «η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών να επιτρέπουν στο έδαφός τους, σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία τους, την ανάληψη και την άσκηση των ιατρικών δραστηριοτήτων στους κατόχους διπλωμάτων, πιστοποιητικών ή άλλων τίτλων, που δεν έχουν αποκτηθεί σε κράτος μέλος».
12. Τα άρθρα 30 επ. της οδηγίας ορίζουν πρόσθετες απαιτήσεις για την ειδική εκπαίδευση στη γενική ιατρική, η οποία πρέπει να είναι τουλάχιστον διετής μετά την ολοκλήρωση των έξι ετών.
13. Η οδηγία έχει τροποποιηθεί ως προς ορισμένα δευτερεύοντα σημεία, καμία όμως από τις τροποποιήσεις αυτές - πριν από τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών - δεν άπτεται των ζητημάτων της παρούσας υποθέσεως. Πιο πρόσφατα, η οδηγία τροποποιήθηκε με την οδηγία 2001/19, η οποία πρέπει να εφαρμοστεί στα κράτη μέλη πριν από την 1η Ιανουαρίου 2003 , και η οποία, μεταξύ άλλων, πρόσθεσε το άρθρο 49γ:
«Τα κράτη μέλη εξετάζουν τα διπλώματα, τα πιστοποιητικά και τους άλλους τίτλους στον τομέα που καλύπτεται από την παρούσα οδηγία, που ο ενδιαφερόμενος απέκτησε εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον τα εν λόγω διπλώματα, τα πιστοποιητικά ή οι άλλοι τίτλοι έχουν αναγνωρισθεί σε άλλο κράτος μέλος, καθώς και την εκπαίδευση και/ή την επαγγελματική πείρα που απέκτησε ο ενδιαφερόμενος σε άλλο κράτος μέλος. Το κράτος μέλος πρέπει να εκδώσει την απόφασή του εντός τριών μηνών από την υποβολή του πλήρους φακέλου του ενδιαφερομένου» .
14. Η Επιτροπή προσάρτησε στην οδηγία 2001/19 δήλωση που υπογραμμίζει ότι το ζήτημα της αναγνωρίσεως των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων που έχουν αποκτηθεί εκτός Κοινότητας ετίθετο μόνο για σχετικά μικρό αριθμό υπηκόων της Κοινότητας, αλλά είχε συζητηθεί στο πλαίσιο των επιστροπών αντιπροσώπων των σχετικών εθνικών αρχών. Η Επιτροπή ανέφερε ότι το Δικαστήριο είχε πρόσφατα διατυπώσει νέες αρχές που πρέπει να εφαρμόζουν τα κράτη μέλη και ότι η Επιτροπή θα εντόπιζε τις περιπτώσεις που δεν έχουν ακόμα ρυθμιστεί και θα πρότεινε, ενδεχομένως, προσήκουσες λύσεις.
15. Η οδηγία 93/16 εμπίπτει στη σειρά οδηγιών «που ισχύουν για συγκεκριμένο τομέα» και θεσπίζουν ειδικούς κανόνες για την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων σε ορισμένα επαγγέλματα. Υπάρχει επίσης ένα γενικό σύστημα αναγνωρίσεως, το οποίο διέπεται ιδίως από τις οδηγίες 89/48 και 92/51 , καμία από τις οποίες δεν εφαρμόζεται στα επαγγέλματα για τα οποία ισχύουν ειδικές οδηγίες. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι οι όροι «πτυχίο» και «πιστοποιητικό», όπως ορίζονται στις εν λόγω οδηγίες, παραπέμπουν κυρίως σε τίτλους εκπαιδεύσεως που χορηγούν οι αρχές κράτους μέλους που πιστοποιεί την ολοκλήρωση σπουδών ή επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, η οποία παρέχει πρόσβαση σε επάγγελμα που ρυθμίζεται κανονιστικώς ή στην εξάσκησή του σ' αυτό το κράτος μέλος,
«εφόσον η εκπαίδευση που πιστοποιείται από τον εν λόγω τίτλο έχει πραγματοποιηθεί κατά το μεγαλύτερό της μέρος στην Κοινότητα, ή εκτός Κοινότητας, σε εκπαιδευτικά ιδρύματα που παρέχουν εκπαίδευση σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις ενός κράτους μέλους, ή εφόσον ο κάτοχός του έχει τριετή επαγγελματική πείρα που βεβαιούται από το κράτος μέλος το οποίο έχει αναγνωρίσει έναν εξωκοινοτικό τίτλο εκπαίδευσης» .
16. Πιο πρόσφατα - μετά την επ' ακροατηρίου συζήτηση στην παρούσα υπόθεση - η Επιτροπή υπέβαλε σχέδιο οδηγίας για την κωδικοποίηση και την απλοποίηση των διατάξεων τόσο του γενικού συστήματος όσο και των διαφόρων οδηγιών που ισχύουν σε συγκεκριμένους τομείς και είναι ενδιαφέρον να αναφέρω ορισμένες από τις προτεινόμενες διατάξεις.
17. Σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, για παράδειγμα, κάθε κράτος μέλος μπορεί να επιτρέψει στην επικράτειά του, σύμφωνα με τις κανονιστικές ρυθμίσεις του, την άσκηση νομοθετικώς κατοχυρωμένων επαγγελματικών δραστηριοτήτων σε πρόσωπα που είναι κάτοχοι τίτλων εκπαίδευσης οι οποίοι δεν έχουν αποκτηθεί σε κράτος μέλος, εφόσον, όταν καθορίστηκαν σε κοινοτικό επίπεδο ελάχιστες προϋποθέσεις εκπαιδεύσεως (όπως για τους ιατρούς), αυτή τη αρχική αναγνώριση τηρεί τις ελάχιστες προϋποθέσεις. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ_, ορίζει ως «τίτλο εκπαίδευσης»: «τα διπλώματα, πιστοποιητικά και άλλους τίτλους που χορηγούνται από αρχή κράτους μέλους και βεβαιώνουν επαγγελματική εκπαίδευση η οποία έχει αποκτηθεί, κατά κύριο λόγο, στην Κοινότητα» , ενώ σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 3, εξομοιώνεται προς τίτλο εκπαίδευσης οποιοσδήποτε τίτλος που χορηγείται εντός τρίτης χώρας, εφόσον ο κάτοχός του διαθέτει τριετή επαγγελματική πείρα, η οποία πιστοποιείται από το κράτος μέλος που αναγνώρισε τον εν λόγω τίτλο σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2.
Νομολογία του Δικαστηρίου
18. Το ζήτημα της αναγνωρίσεως εντός ενός κράτους μέλους πτυχίων που αποκτήθηκαν σε τρίτη χώρα και έχουν ήδη αναγνωριστεί σε άλλο κράτος μέλος για επαγγέλματα που εμπίπτουν σε ισχύουσα για συγκεκριμένο τομέα οδηγία εξετάστηκε από το Δικαστήριο κυρίως με τις αποφάσεις Haim , Tawil-Albertini και Hocsman . Οι αποφάσεις Haim και Tawil-Albertini αφορούσαν το επάγγελμα του οδοντιάτρου, το οποίο ρυθμίζει διαφορετική, αλλά παρόμοια, οδηγία, ενώ η απόφαση Hocsman αφορούσε, όπως η παρούσα υπόθεση, το επάγγελμα του ιατρού, που διέπεται από την οδηγία 93/16.
19. Στην ουσία, σύμφωνα με το διατακτικό των τριών αποφάσεων, ένας κοινοτικός υπήκοος δεν μπορεί να επικαλείται - ελλείψει ειδικών συναφών διατάξεων - καμία από τις ισχύουσες στον συγκεκριμένο τομέα οδηγία για να απαιτήσει την αναγνώριση εντός κράτους μέλους πτυχίου που αποκτήθηκε σε τρίτη χώρα (το οποίο δεν εμπίπτει, επομένως, στην οδηγία), αναγνωρίστηκε όμως σε άλλο κράτος μέλος. Εντούτοις, το άρθρο 43 ΕΚ επιβάλλει στις αρχές του κράτους μέλους υποδοχής να προβούν σε συγκριτική εξέταση μεταξύ, αφενός, των πτυχίων και της επαγγελματικής πείρας και, αφετέρου, των γνώσεων και προσόντων που απαιτούνται από την εθνική νομοθεσία για την άσκηση του σχετικού επαγγέλματος. Αν αντιστοιχούν πλήρως, το πτυχίο που αποκτήθηκε σε τρίτη χώρα πρέπει να αναγνωριστεί· αν προκύπτει μερική μόνον αντιστοιχία, οι εν λόγω αρχές μπορούν να απαιτήσουν από τον ενδιαφερόμενο να αποδείξει ότι έχει αποκτήσει τις μη πιστοποιούμενες γνώσεις και προσόντα .
Πραγματικά περιστατικά και η διαφορά της κύριας δίκης
20. Η Μ. Tennah-Durez, αρχικώς αλγερινής ιθαγένειας, ολοκλήρωσε προφανώς τη μέση εκπαίδευση κοντά στη Λίλλη της Βόρειας Γαλλίας και στη συνέχεια σπούδασε ιατρική για έξι χρόνια στην Αλγερία, αποκτήσασα πτυχίο ιατρικής το 1989. Κατά το τελευταίο έτος των σπουδών της έκανε πρακτική άσκηση στην περιοχή της Λίλλης. Συνέχισε να εργάζεται με την ίδια ιδιότητα στην ίδια περιοχή μέχρι το 1993, οπότε παντρεύτηκε Βέλγο υπήκοο (αποκτώντας έτσι τη βελγική ιθαγένεια) και αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές ιατρικής σ' αυτή τη χώρα.
21. Το 1994 έγινε δεκτή στο έβδομο έτος της ιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης, εφόσον το αλγερινό πτυχίο της θεωρήθηκε επαρκές ώστε να απαλλαγεί από την παρακολούθηση των προηγούμενων ετών φοίτησης, προφανώς βάσει του άρθρου 45, παράγραφος 5, του διατάγματος της 12ης Ιουνίου 1991 για τα πανεπιστήμια στη Φλαμανδική κοινότητα , κατ' εφαρμογή του οποίου οι εξετάσεις σε Βελγικό ή αλλοδαπό ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα μπροεί να παρέχουν δικαίωμα μερικής απαλλαγής από τις εξετάσεις ή μειώσεως της διάρκειας των σπουδών.
22. Το 1995 η Μ. Tennah-Durez απέκτησε το «academische graad van arts», το οποίο, παρότι δεν φέρει τον τίτλο που αναφέρει το άρθρο 3 της οδηγίας, είναι το πτυχίο που χορηγούν προς τούτο τα φλαμανδικά πανεπιστήμια. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, αναφέρθηκε ότι, μετά την έκδοση της οδηγίας, η αλλαγή της ονομασίας κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή και στις αρχές των κρατών μελών, ιδίως στο Conseil national de l'Ordre des médecins (εθνικό συμβούλιο του ιατρικού συλλόγου, στο εξής: Conseil National) στη Γαλλία.
23. Η Μ. Tennah-Durez ενεγράφη στην κατάλογο των ιατρών στη Δυτική Φλάνδρα στις 25 Οκτωβρίου 1995. Κατά τα επόμενα δύο έτη, συνέχισε τις σπουδές της στη Γάνδη, όπου της απονεμήθηκε ειδικό πτυχίο γενικής ιατρικής («academische graad van huisarts») το 1997. Με υπουργική απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1998, της επετράπη η άσκηση της γενικής ιατρικής.
24. Προκύπτει, επομένως, ότι η Μ. Tennah-Durez ολοκλήρωσε το έβδομο, όγδοο και ένατο έτος της πλήρους εκπαιδεύσεως γενικής ιατρικής στη Φλάνδρα, όπως περιγράφεται στις σκέψεις 13 έως 18 της αποφάσεως Fédération Belge des Chambres Syndicales de Μédecins , η οποία αντιστοιχεί στην εκπαίδευση των άρθρων 23 και 30 της οδηγίας. Βάσει του συστήματος αυτού, το έβδομο έτος σπουδών αντιστοιχεί τόσο στο τελευταίο έτος σπουδών του επταετούς κύκλου σπουδών για την απόκτηση του πτυχίου βασικής ιατρικής, που προβλέπει το άρθρο 23 της οδηγίας, όσο και στο πρώτο έτος του τριετούς κύκλου ειδικής εκπαιδεύσεως για την απόκτηση του ειδικού πτυχίου γενικής ιατρικής σύμφωνα με το άρθρο 30.
25. Τον Μάρτιο του 1998 η Μ. Tennah-Durez, επιθυμώντας να επιστρέψει στη Λίλλη και να ασκήσει εκεί την ιατρική, υπέβαλε αίτηση εγγραφής της στο τοπικό μητρώο ιατρών. Ενεγράφη στις 10 Σεπτεμβρίου 1998 βάσει των βελγικών της πτυχίων και πιστοποιητικού - που ζήτησαν οι γαλλικές αρχές, διότι η ονομασία του βασικού της πτυχίου δεν περιλαμβανόταν στον κατάλογο του άρθρου 3 - από το βελγικό Υπουργείο Υγείας, το οποίο βεβαίωνε ότι ήταν κάτοχος του βελγικού πτυχίου ιατρικής και ότι το ειδικό της πτυχίο στη γενική ιατρική ήταν σύμφωνο με την οδηγία.
26. Ωστόσο το ίδιο Υπουργείο έστειλε στη συνέχεια τρεις επιστολές σχετικά με το πρώτο βελγικό πτυχίο: η πρώτη ανέφερε ότι το εν λόγω πτυχίο δεν είχε χορηγηθεί σύμφωνα με το άρθρο 23 της οδηγίας, διότι η Μ. Tennah-Durez είχε παρακολουθήσει στην αλλοδαπή έξι από τα επτά έτη σπουδών (παρότι το δεύτερο πτυχίο συνάδει πλήρως με την οδηγία)· η δεύτερη ανέφερε ότι το εν λόγω πτυχίο ήταν το πτυχίο που αναφέρει το άρθρο 3 της οδηγίας και επέτρεπε στη Μ. Tennah-Durez να ασκήσει την ιατρική στο Βέλγιο· η τρίτη πιστοποιούσε ότι η Μ. Tennah-Durez παρακολούθησε τουλάχιστον 5 600 ώρες θεωρητικής και πρακτικής διδασκαλίας κατά τη διάρκεια των σπουδών της για την απόκτηση του πτυχίου ιατρικής (υπολογίζοντας προφανώς τις σπουδές της στην Αλγερία). Παρόμοιο πιστοποιητικό με την τρίτη επιστολή χορήγησε και το Πανεπιστήμιο της Γάνδης.
27. Υπ' αυτές τις κάπως συγκεχυμένες συνθήκες, το νομαρχιακό συμβούλιο του Ιατρικού Συλλόγου ανακάλεσε την απόφασή του περί εγγραφής της Μ. Tennah-Durez στον ιατρικό σύλλογο, ανάκληση η οποία ακυρώθηκε από το περιφερειακό συμβούλιο. Το πειθαρχικό τμήμα του Conseil National ανακάλεσε την τελευταία αυτή απόφαση στις 28 Απριλίου 1999, κυρίως διότι η Μ. Tennah-Durez δεν είχε παρακολουθήσει στο Βέλγιο τον επαρκή αριθμό ωρών διδασκαλίας ώστε να πληρούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 23 της οδηγίας και διότι, κατ' εφαρμογή του άρθρου 23, παράγραφος 5, η αναγνώριση στο Βέλγιο της περιόδου σπουδών της στην Αλγερία δεν είχε υποχρεωτικά αποτελέσματα στη Γαλλία. Έκρινε επίσης (η απόφασή του ελήφθη πριν από την απόφαση στην υπόθεση Hocsman) ότι το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 43 ΕΚ) δεν είχε εφαρμογή.
28. Η Μ. Tennah-Durez άσκησε προσφυγή ενώπιον του Conseil d'Έtat, το οποίο αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Νοούνται οι διατάξεις του άρθρου 23, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/16/ΕΟΚ, του Συμβουλίου, της 5ης Απριλίου 1993, σχετικά με την συνολική ιατρική εκπαίδευση που πρέπει να έχει λάβει ιατρός, υπήκοος κράτους μέλους, η οποία περιλαμβάνει τουλάχιστον έξι έτη ή 5 500 ώρες θεωρητικής και πρακτικής διδασκαλίας σε πανεπιστήμιο ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου, ως εκπαιδεύσεις που πραγματοποιήθηκαν, στο σύνολό τους, σε πανεπιστήμιο ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου μόνον των κρατών μελών ή επιτρέπουν να ληφθεί υπόψη το σύνολο ή μέρος εκπαίδευσης που πραγματοποιήθηκε σε τρίτη χώρα;
2) Δεσμεύονται οι εθνικές αρχές από πιστοποιητικό που προσκόμισαν οι αρμόδιες αρχές κράτους μέλους στο οποίο χορηγήθηκε το πτυχίο που υποβάλλει ο ενδιαφερόμενος, κατ' εφαρμογή του άρθρου 9, παράγραφος 5, της ίδιας οδηγίας, και το οποίο βεβαιώνει ότι το πτυχίο αυτό εξομοιούται με τα πτυχία των οποίων οι ονομασίες περιλαμβάνονται στις διατάξεις των άρθρων 3, 5 ή 7 της οδηγίας και πιστοποιεί εκπαίδευση σύμφωνη με τις διατάξεις του τίτλου του ΙΙΙ ή διαθέτουν ευχέρεια εκτιμήσεως επί του εν λόγω πιστοποιητικού, ιδίως σε σχέση με τις ελάχιστες απαιτήσεις εκπαιδεύσεως που προβλέπει η οδηγία και απαιτεί η εθνική νομοθεσία προκειμένου, ενδεχομένως, να εκτιμήσουν, παρά το περιεχόμενο του ούτως χορηγηθέντος πιστοποιητικού, ότι η εκπαίδευση του ενδιαφερομένου ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της οδηγίας;»
29. Γραπτές παρατηρήσεις υπέβαλαν η Μ. Tennah-Durez, το Conseil National, η Αυστριακή, η Βελγική, η Γαλλική και η Ιταλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή. Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ανέπτυξε προφορικά τις παρατηρήσεις της κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, όπως και όλοι όσοι υπέβαλαν γραπτές παρατηρήσεις, εκτός της Αυστριακής και της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
Επί του πρώτου ερωτήματος
30. Από το άρθρο 23, παράγραφος 5, καθίσταται σαφές ότι ο κάτοχος πτυχίου βασικής ιατρικής που αποκτήθηκε σε τρίτη χώρα και αναγνωρίστηκε σε κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλεστεί τις διατάξεις της οδηγίας για να πετύχει την αυτόματη αναγνώριση του πτυχίου του στα λοιπά κράτη μέλη. Αυτή ήταν η περίπτωση του Hocsman, αλλά η περίπτωση της Μ. Tennah-Durez είναι διαφορετική. Το βασικό αλγερινό της πτυχίο δεν αναγνωρίστηκε στο Βέλγιο ως είχε, αλλά έγινε δεκτό για να την απαλλάξει από την παρακολούθηση των έξι πρώτων ετών φοίτησης στην ιατρική σ' αυτό το κράτος μέλος· μετά την παρακολούθηση προσθέτου έτους σπουδών, απέκτησε βελγικό πτυχίο. Η Μ. Tennah-Durez δεν ζητεί στη Γαλλία την αναγνώριση του αλγερινού πτυχίου της ή των σπουδών της, αλλά την αναγνώριση του βελγικού πτυχίου της.
31. Δεν αμφισβητείται ότι η Μ. Tennah-Durez απέκτησε το εν λόγω πτυχίο αφού παρακολούθησε τον ελάχιστο αριθμό ωρών και ετών ιατρικής εκπαιδεύσεως που απαιτεί το άρθρο 23, παράγραφος 2, της οδηγίας ούτε ότι παρακολούθησε τις εν λόγω σπουδές σε πανεπιστήμιο ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου. Επιπλέον, παρότι αυτό το ζήτημα δεν συζητήθηκε, είναι μάλλον απίθανο οι σπουδές της να μην της παρέσχον τις γνώσεις και την πείρα που αναφέρει το άρθρο 23, παράγραφος 1 . Το μοναδικό ενδεχόμενο σημείο τριβής είναι το γεγονός ότι έξι από τα επτά έτη σπουδών πριν από την απόκτηση του βασικού της πτυχίου παραγματοποιήθηκαν σε πανεπιστήμιο ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου τρίτης χώρας .
32. Η Μ. Tennah-Durez υπογράμμισε ότι, εκτός του ότι οι Βελγικές αρχές αναγνώρισαν ότι οι γνώσεις της και η πείρα της την απάλλαξαν από την παρακολουθηση των έξι πρώτων ετών σπουδών, πέτυχε στις ίδιες τελικές εξετάσεις με τους φοιτητές που είχαν πραγματοποιήσει το σύνολο των σπουδών τους στο Βέλγιο και αποδείχθηκε, επομένως, ότι είχε το ίδιο επίπεδο με τους συναδέλφους της, τα πτυχία των οποίων αναγνωρίζονταν αυτόματα. Τα λοιπά κράτη μέλη δεν μπορούν να επιδείξουν λιγότερη εμπιστοσύνη ως προς το επίπεδο που απέδειξε με τα αποτελέσματά της ως προς οποιονδήποτε άλλον κάτοχο βελγικού πτυχίου.
33. Αυτά τα επιχειρήματα δεν είναι παράλογα και μπορεί να στηριχθούν στο γράμμα του άρθρου 23. Η παράγραφος 2 της εν λόγω διατάξεως απαιτεί η οικεία διδασκαλία να παρέχεται σε «πανεπιστήμιο» ή «υπό την εποπτεία πανεπιστημίου», χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση, ενώ η παράγραφος 3 απαιτεί οι υποψήφιοι της ιατρικής εκπαιδεύσεως να κατέχουν πτυχίο ή πιστοποιητικό που παρέχει δικαίωμα πρόσβασης στις σχετικές σπουδές «στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα ενός κράτους μέλους». Αν, στο άρθρο 23, παράγραφος 2, ο κοινοτικός νομοθέτης εννοούσε «πανεπιστήμιο κράτους μέλους», δεν θα το είχε εκφράσει;
34. Εντούτοις, είναι σημαντικό να αναγνωριστεί ότι ουσιώδες στοιχείο της οδηγίας είναι ότι η αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων συνδέεται στενά με τον συντονισμό των διατάξεων που ρυθμίζουν την πρόσβαση στο ιατρικό επάγγελμα, συμπεριλαμβανομένων των απαιτήσεων σε θέματα εκπαιδεύσεως, και στηρίζεται στην αμοιβαία εμπιστοσύνη όσον αφορά το συγκρίσιμο επίπεδο των τίτλων στο σύνολο της Κοινότητας.
35. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η εμπιστοσύνη αφορά κυρίως την παρεχόμενη εκπαίδευση και λιγότερο τον έλεγχο των γνώσεων και της πείρας. Το άρθρο 23, παράγραφος 1, της οδηγίας παραπέμπει σε τίτλο που να διασφαλίζει ότι ο ενδιαφερόμενος έχει αποκτήσει κατά τη συνολική διάρκεια της εκπαιδεύσεώς του ορισμένες γνώσεις και πείρα, και όχι ότι κατέχει αυτές τις γνώσεις και την πείρα, ενώ το άρθρο 23, παράγραφος 2, ορίζει τις ουσιαστικές προϋποθέσεις αυτής της εκπαιδεύσεως. Επιπλέον, τα αναγκαία για την άσκηση της ιατρικής προσόντα αποκτώνται σε σχετικά μακρά περίοδο και αξιολογούνται συνήθως σε πολλά στάδια αυτής της περιόδου και όχι απλώς στο τέλος του τελευταίου έτους. Παρότι αναμφιβόλως η τελική αξιολόγηση είναι σημαντική, υπάρχουν προδήλως παγίδες κατά την αξιολόγηση της ικανότητας ενός προσώπου να ασκήσει την ιατρική σ' αυτή μόνον τη βάση.
36. Αν η εν λόγω αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των κρατών μελών στηρίζεται κυρίως στην εκπαίδευση, τότε μάλλον πρέπει να στηρίζεται στην εκπαίδευση εντός της Κοινότητας - εκπαίδευση σε πανεπιστήμιο ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου κράτους μέλους. Επιπλέον, η πρώτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 75/363 , προηγουμένης της παρούσας οδηγίας, ανέφερε ότι «η ομοιότητα που υπάρχει στα εκπαιδευτικά συστήματα των κρατών μελών», η οποία επιτρέπει να περιορισθεί ο συντονισμός ως προς τον τομέα αυτό «στην αξίωση πληρώσεως των ελαχίστων προϋποθέσεων», ενώ το Δικαστήριο τόνισε το στοιχείο της αμοιβαίας εμπιστοσύνης ως προς την παρασχεθείσα εντός κράτους μέλους εκπαίδευση σε παρόμοιο πλαίσιο όσον αφορά τους τίτλους του οδοντιάτρου και ιατρικής ειδικότητας .
37. Επιπλέον, ως έχει σήμερα η οδηγία, το άρθρο 23, παράγραφος 5, σαφώς αποκλείει την αυτόματη αναγνώριση πτυχίου που αποκτήθηκε σε τρίτη χώρα, ο κάτοχος του οποίου μπορεί να ασκεί την ιατρική σε κράτος μέλος. Οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ αυτής της περιπτώσεως και της περιπτώσεως στην οποία ένα κράτος μέλος δεν αναγνώρισε το πτυχίο, αλλά τις σπουδές που πραγματοποιήθηκαν εκτός της Κοινότητας - χορηγώντας νέο πτυχίο βάσει αυτών των σπουδών -, θα ήταν τεχνητή και θα στερούσε το άρθρο 23, παράγραφος 5, από την πρακτική του αποτελεσματικότητα . Αυτό ισχύει ακόμη και αν η άδεια ασκήσεως επαγγέλματος στηρίζεται σε πραγματική αξιολόγηση των γνώσεων και της πείρας, εφόσον, όπως προανέφερα, η βάση της αυτόματης αναγνωρίσεως κατ' εφαρμογή της οδηγίας δεν έγκειται στην επιτυχία στις εξετάσεις, αλλά στην επιτυχή ολοκλήρωση των σπουδών.
38. Σημαντικό στοιχείο της περιπτώσεως της Μ. Tennah-Durez είναι ότι μέρος των σπουδών της πραγματοποιήθηκε σε πανεπιστήμιο ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου κράτους μέλους. Αναγνωρίζεται αυτόματα το πτυχίο που χορήγησε κράτος μέλος υπ' αυτές τις συνθήκες και, αν ναι, σε ποια αναλογία οι σπουδές πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί εντός της Κοινότητας επί του ζητήματος αυτού υποβλήθηκαν διάφορες παρατηρήσεις ενώπιον του Δικαστηρίου.
39. Η Ιταλική Κυβέρνηση φρονεί ότι οι σπουδές πρέπει να παρέχονται από πανεπιστήμιο ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου κράτους μέλους. Το Ηνωμένο Βασίλειο φρονεί ωστόσο ότι δεν πρέπει να αποκλείονται οι σπουδές που περιλαμβάνουν περιορισμένες ανταλλαγές με πανεπιστήμια εκτός της Κοινότητας, ενώ η Αυστριακή και η Γαλλική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή φρονούν στην ουσία ότι το κατάλληλο κριτήριο είναι το κύριο μέρος της εκπαιδεύσεως - συμπεριλαμβανομένου, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση και την Επιτροπή, του τελικού μέρους - να έχει πραγματοποιηθεί εντός της Κοινότητας.
40. Η Βελγική Κυβέρνηση, παρότι δέχεται ότι το βασικό πτυχίο της Μ. Tennah-Durez δεν χορηγήθηκε βάσει του άρθρου 23 της οδηγίας, διότι η εκπαίδευσή της πραγματοποιήθηκε κυρίως εκτός της Κοινότητας, υπογράμμισε μια ενδεχόμενη ανωμαλία που μπορεί να προκαλέσει ένας αυστηρός κανόνας που απαιτεί το περισσότερο από το ήμισυ της εκπαιδεύσεως να έχει πραγματοποιηθεί εντός της Κοινότητας: ένας υποψήφιος με ορισμένο επίπεδο γνώσεων και πείρας που αποκτήθηκε εκτός Κοινότητας μπορεί να γίνει δεκτός στο πέμπτο από τα επτά έτη σπουδών, με αποτέλεσμα το πτυχίο του να μην μπορεί να αναγνωριστεί αυτόματα, ενώ ένας υποψήφιος με χαμηλότερο επίπεδο, ο οποίος έγινε δεκτός στο τέταρτο μόνον έτος, θα αποκτούσε πτυχίο που μπορεί να αναγνωριστεί.
41. Παρότι δεν φαίνεται παράλογος ένας κανόνας σύμφωνα με τον οποίο, για την αυτόματη αναγνώριση ενός πτυχίου, περισσότερο από το ήμισυ της εκπαιδεύσεως, συμπεριλαμβανομένου του τελευταίου έτους ή των τελευταίων ετών της εκπαιδεύσεως, πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί εντός της Κοινότητας, δεν βρίσκω ωστόσο κανένα έρεισμα γι' αυτό στην τωρινή διατύπωση της οδηγίας. Αντιθέτως, από τις διατάξεις που εξέτασα ανωτέρω προκύπτει σαφώς ότι το σύνολο της εκπαιδεύσεως πρέπει να έχει πραγματοποιηθεί σε πανεπιστήμιο ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου κράτους μέλους. Η ειδική αποδοχή στο γενικό σύστημα μιας εκπαιδεύσεως που πραγματοποιήθηκε εν μέρει εκτός της Κοινότητας, μαζί με την έλλειψη οποιασδήποτε μνείας στην οδηγία, επιβεβαιώνει αυτή την άποψη.
42. Πρέπει όμως να γίνουν σχετικώς δύο σημαντικές παρατηρήσεις.
43. Η πρώτη συνίσταται στο ότι οι όροι «υπό την εποπτεία πανεπιστημίου» αφήνουν ορισμένο περιθώριο εκτιμήσεως και ιδίως επιτρέπουν ένα κοινοτικό πανεπιστήμιο να στέλνει τους φοιτητές του για μέρος των σπουδών τους σε ίδρυμα τρίτης χώρας με το οποίο συνδέεται, χωρίς το εν λόγω πτυχίο να αποκλείεται από το σύστημα αυτόματης αναγνωρίσεως βάσει της οδηγίας, εφόσον η εν λόγω εκπαίδευση πραγματοποιήθηκε πράγματι υπό την εποπτεία του πανεπιστημίου - με άλλα λόγια εφόσον το πανεπιστήμιο διαδραματίζει ενεργό ρόλο όσον αφορά το περιεχόμενο και την ποιότητα της παρεχόμενης διδασκαλίας . Ομοίως, θα μπορούσε να γίνει δεκτός σε κοινοτικό πανεπιστήμιο για ένα έτος σπουδών εκτός του πρώτου ο φοιτητής που άρχισε τις σπουδές του σε πανεπιστήμιο εκτός της Κοινότητας με το οποίο το κοινοτικό πανεπιστήμιο συνδέεται και επί της διδασκαλίας του οποίου άσκησε αυτή την εποπτεία. Αυτό ωστόσο δεν συμβαίνει στην περίπτωση της Μ. Tennah-Durez, η εκπαίδευση της οποίας στην Αλγερία (ή τουλάχιστον τα πέντε πρώτα έτη της) πραγματοποιήθηκε εκτός της εποπτείας πανεπιστημίου της Κοινότητας.
44. Η δεύτερη συνίσταται στο ότι η κοινοτική νομοθεσία στον τομέα της αμοιβαίας αναγνωρίσεως των προσόντων εξελίσσεται και στο πλαίσιο αυτής της αλλαγής είναι δυνατόν να διακριθεί μια τάση να λαμβάνονται περισσότερο υπόψη οι σπουδές εκτός της Κοινότητας ως στοιχείο τίτλων που μπορούν να αναγνωριστούν αυτόματα στην Κοινότητα. Ενώ τα πρώτα στάδια του συντονισμού και της αναγνωρίσεως στηρίζονταν σε πιο περιορισμένο βαθμό αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών μελών, οι περιστάσεις φαίνεται να είναι ιδιαίτερα ευνοϊκές ώστε ο κοινοτικός νομοθέτης να θεσπίσει διατάξεις που στηρίζονται σε μεγαλύτερη εμπιστούνη όχι μόνο σε σπουδές που πραγματοποιήθηκαν σε άλλα κράτη μέλη, αλλά και σε σπουδές και στα προσόντα που αποκτήθηκαν εκτός της Κοινότητας και ανανγωρίστηκαν σ' αυτά τα κράτη.
45. Επομένως, το άρθρο 42γ της οδηγίας, το οποίο πρέπει να έχει τεθεί σε εφαρμογή πριν από την 1η Ιανουαρίου 2003 , επιβεβαιώνει την απαίτηση της νομολογίας ότι τα πτυχία που αποκτήθηκαν εκτός της Κοινότητας και αναγνωρίστηκαν από ένα κράτος μέλος πρέπει να λαμβάνονται υπόψη στα λοιπά κράτη μέλη. Αν η πρόταση της Επιτροπής γίνει δεκτή , αυτό το πτυχίο θα αναγνωριστεί αυτόματα αν ο κάτοχός του έχει τριετή επαγγελματική πείρα την οποία βεβαιώνει το πρώτο κράτος μέλος, όπως και το πτυχίο που αποκτήθηκε σε κράτος μέλος, αλλά στηρίζεται εν μέρει (αλλά όχι κυρίως) σε εκπαίδευση που πραγματοποιήθηκε εκτός της Κοινότητας.
46. Πιστεύω, επομένως, ότι στο παρόν στάδιο εξελίξεως του δικαίου - χωρίς να εκφράζω ούτε ελάχιστες αμφιβολίες για την ποιότητα των ιατρικών σπουδών σε τρίτες χώρες, οι οποίες συχνά έχουν το ίδιο επίπεδο και ορισμένες φορές ανώτερο από το επίπεδο των κρατών μελών - η αμοιβαία εμπιστοσύνη στην οποία στηρίζεται η οδηγία απαιτεί το άρθρο 23, παράγραφος 2, να ερμηνευθεί ως αναφερόμενο αποκλειστικά στη θεωρητική και πρακτική διδασκαλία που παρέχεται από πανεπιστήμιο ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου κράτους μέλους.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
47. Η οδηγία συντονίζει τις ελάχιστες απαιτήσεις στον τομέα της εκπαιδεύσεως ώστε οι τίτλοι που απονέμονται βάσει αυτών των απαιτήσεων να αναγνωρίζονται στο σύνολο της Κοινότητας. Όταν ένα κράτος μέλος χορηγεί σύμφωνα με το άρθρο 23 ένα πτυχίο, πιστοποιητικό ή άλλο τίτλο κατά την έννοια του άρθρου 3, ο τίτλος αυτός πρέπει να αναγνωρίζεται αυτόματα και ανεπιφύλακτα στα λοιπά κράτη μέλη . Επιπλέον, πρέπει να υπάρχει τεκμήριο ότι ένας τίτλος που περιλαμβάνεται στο άρθρο 3 χορηγείται σύμφωνα με το άρθρο 23, διότι, άλλως, το σύνολο του συστήματος θα στερούνταν πρακτικής αποτελεσματικότητας και θα θιγόταν ο σκοπός της απλοποίησης της ελεύθερης κυκλοφορίας των ιατρών.
48. Ο ρόλος που διαδραματίζουν τα άρθρα 9, παράγραφος 5, και 22 σ' αυτό το γενικό σύστημα είναι σαφής.
49. Σύμφωνα με το άρθρο 9, παράγραφος 5, αν ένας τίτλος δεν περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, πρέπει παρά ταύτα να αναγνωριστεί αν το κράτος μέλος που τον χορήγησε βεβαιώνει ότι χορηγήθηκε κατόπιν εκπαιδεύσεως σύμφωνης με το άρθρο 23 . Αντιθέτως, αν δεν χορηγείται αυτό το πιστοποιητικό, δεν υφίσταται υποχρέωση αυτόματης αναγνωρίσεως στο πλαίσιο της οδηγίας.
50. Σύμφωνα με το άρθρο 22, οι αρχές του κράτους μέλους υποδοχής δύνανται, σε περίπτωση δικαιολογημένων αμφιβολιών, να απαιτήσουν από τις αρμόδιες αρχές του κράτους μέλους που το χορήγησαν τη βεβαίωση ότι η εκπαίδευση συνάδει πράγματι με το άρθρο 23· πάλι, η αναγνώριση πρέπει να είναι αυτόματη και ανεπιφύλακτη, αν χορηγήθηκε αυτή τη βεβαίωση, αλλά, αν δεν χορηγήθηκε, η περίπτωση δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας . Τονίζω ωστόσο ότι το άρθρο 22 εφαρμόζεται μόνον εξαιρετικώς και στην περίπτωση δικαιολογημένων αμφιβολιών - που προκαλείται για παράδειγμα από ειδικά πληροφοριακά στοιχεία που περιέχει η αίτηση περί αναγνωρίσεως - και όχι σε περίπτωση απλών υποψιών που προκαλεί, για παράδειγμα, η αρχική ιθαγένεια του αιτούντος· το εν λόγω άρθρο δεν επιτρέπει τις εθνικές αρχές να επιδίδονται σε παρελκυστικές μεθόδους ή να ζητούν αυθαίρετα πληροφοριακά στοιχεία, συμπεριφορά που αντίκειται στο πνεύμα της οδηγίας.
51. Στην παρούσα υπόθεση, δεν προκύπτει ότι οι βελγικές αρχές βεβαίωσαν ότι το βασικό πτυχίο της Μ. Tennah-Durez ή εκπαίδευση στην οποία αυτό στηρίζεται συνάδει με το άρθρο 23. Αντιθέτως, οι εν λόγω αρχές παρέσχον διάφορες ενδείξεις από τις οποίες ήταν δύσκολο να συναχθεί με σαφήνεια αν το πτυχίο έπρεπε να αναγνωριστεί αυτόματα ή όχι. Μολονότι για το πτυχίο, όσον αφορά την ονομασία του, σαφώς αναφέρθηκε ότι αντιστοιχούσε στο άρθρο 3, αναφέρθηκε επίσης ότι δεν συνάδει με το άρθρο 23, διότι έξι από τα επτά έτη σπουδών δεν είχαν πραγματοποιηθεί στο Βέλγιο.
52. Επομένως, δεν χορηγήθηκε κανένα πιστοποιητικό βάσει του άρθρου 9, παράγραφος 5, που βεβαίωνε ότι το πτυχίο χορηγήθηκε μετά από εκπαίδευση σύμφωνη με το άρθρο 23, παρότι, αν είχε εκδοθεί, το εν λόγω πιστοποιητικό θα δέσμευε τις γαλλικές αρχές. Επιπλέον, οι εν λόγω αρχές είχαν σοβαρούς λόγους να αμφιβάλλουν για το αν η Μ. Tennah-Durez είχε παρακολουθήσει πλήρως επτά έτη σπουδών στο Βέλγιο, αμέσως πριν από την απόκτηση του πτυχίου της, οπότε η αίτηση βάσει του άρθρου 22 ήταν δικαιολογημένη, Η συγκεκριμένη περίπτωση δεν καθίστατο, εν πάση περιπτώσει, σαφής χωρίς λεπτομερέστερη εξέταση.
53. Υπ' αυτές τις σαφώς εξαιρετικές συνθήκες, ήταν, κατά τη γνώμη μου, δικαιολογημένη και ενδεδειγμένη η στάση των γαλλικών αρχών να εξετάσουν πρώτα λεπτομερέστερα τον τίτλο, για να καθοριστεί η αξία του βάσει της οδηγίας, προκειμένου να αποφασιστεί αν πρέπει να αναγνωριστεί ο εν λόγω τίτλος.
Το άρθρο 43 ΕΚ
54. Εντούτοις, δεν αρκεί να σημειωθεί ότι, όπως διαπίστωσα στο πλαίσιο του πρώτου ερωτήματος, το βελγικό πτυχίο της Μ. Tennah-Durez βάσει αυτής της εξετάσεως δεν εμπίπτει στο σύστημα αυτόματης, υποχρεωτικής αναγνωρίσεως δυνάμει της οδηγίας. Δυνάμει του άρθρου 43 ΕΚ, όπως ερμηνεύθηκε από το Δικαστήριο και σύμφωνα με το νέο άρθρο 42γ της οδηγίας, όταν ένας κοινοτικός υπήκοος, κάτοχος μη κοινοτικού τίτλου ιατρικής, επιθυμεί να ασκήσει ιατρική σε κράτος μέλος διαφορετικό από το κράτος μέλος καταγωγής του, επιβάλλεται ατομική και αντικειμενική αξιολόγηση της περιπτώσεώς του.
55. Την υποχρέωση αυτή επανέλαβε πιο πρόσφατα και σαφώς το Δικαστήριο με την απόφαση Hocsman : «όταν, σε κατάσταση μη διεπόμενη από οδηγία σχετική με την αμοιβαία αναγνώριση των πτυχίων, ένας κοινοτικός υπήκοος υποβάλλει αίτηση αδείας ασκήσεως επαγγέλματος στο οποίο η πρόσβαση εξαρτάται, κατά την εθνική νομοθεσία, από την κατοχή πτυχίου ή από την επαγγελματική κατάρτιση, ή ακόμη από περιόδους πρακτικής εμπειρίας, οι αρμόδιες αρχές του ενδιαφερόμενου κράτους μέλους υποχρεούνται να λάβουν υπόψη το σύνολο των πτυχίων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων, καθώς και την πρόσφορη πείρα του ενδιαφερομένου, προβαίνοντας σε συγκριτική εξέταση μεταξύ, αφενός, των ικανοτήτων που πιστοποιούνται με αυτά τα πτυχία και αυτή την πείρα και, αφετέρου, των γνώσεων και των προσόντων που απαιτούνται από την εθνική νομοθεσία».
56. Επομένως, το πτυχίο της Μ. Tennah-Durez, παρότι δεν αναγνωρίζεται αυτόματα και υποχρεωτικά, πρέπει να ληφθεί υπόψη από τις γαλλικές αρχές, μαζί με το αλγερινό πτυχίο της και τις σπουδές στις οποίες αυτό στηρίζεται, συμπεριλαμβανομένων του τελευταίου έτους σπουδών της στη Γαλλία, της επαγγελματικής δραστηριότητας που άσκησε στη συνέχεια στη Γαλλία, της διετούς ειδικής εκπαιδεύσεως στη γενική ιατρική που πρακολούθησε στο Βέλγιο και του πτυχίου που της χορηγήθηκε κατόπιν των σπουδών αυτών και της οποιασδήποτε επαγγελματικής πείρας που απέκτησε στο Βέλγιο ή αλλού. Μόνον αν αυτές οι γνώσεις και οι ικανότητες που αποδεικνύουν οι εν λόγω τίτλοι και η επαγγελματική πείρα είναι ανεπαρκείς σε σχέση με τους τίτλους και την πείρα που απαιτούν οι εθνικοί κανόνες, οι γαλλικές αρχές μπορούν να απαιτήσουν από τη Μ. Tennah-Durez να αποδείξει - μόνον - ότι απέκτησε τις μη πιστοποιούμενες ικανότητες.
57. Μολονότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να προβεί σε αυτή την εκτίμηση, προτείνω ότι πρέπει να υπάρχει ιδιαίτερα σοβαρός λόγος για να διαπιστωθεί ότι οι γνώσεις και οι ικανότητες κάποιου που ολοκλήρωσε πέντε έτη σπουδών σε τρίτη χώρα, στη συνέχεια παρακολούθησε αδιάλειπτα έξι ή επτά έτη ιατρικής εκπαιδεύσεως και άσκησε επαγγελματική δραστηριότητα εντός της Κοινότητας δεν πληροί τις απαιτούμενες για την άσκηση της ιατρικής εντός της Κοινότητας προϋποθέσεις.
58. Πάντως, αν το Δικαστήριο καταλήξει σ' αυτή η διαπίστωση, είναι αναγκαία η έκδοση κατάλληλα αιτιολογημένης αποφάσεως, υποκείμενης σε ένδικα μέσα . Επιπλέον, από 1ης Ιανουαρίου 2003, αυτή τη απόφαση πρέπει να εκδίδεται εντός τριών μηνών, κατ' εφαρμογή του νέου άρθρου 42γ της οδηγίας. Αυτή η απαίτηση συνεπάγεται ότι οι εθνικές αρχές, σε περίπτωση αβεβαιότητας ως προς την αξία του τίτλου για τους σκοπούς της αυτόματης αναγνωρίσεως, δεν θα μπορούν να αναβάλουν την έκδοση αποφάσεως στηριζόμενης σε αξιολόγηση του συνόλου των τίτλων του ενδιαφερομένου μέχρι την άρση της εν λόγω αβεβαιότητας, εκτός αν όλα αυτά τα στάδια ολοκληρωθούν εντός της τρίμηνης προθεσμίας.
59. Κατόπιν των ανωτέρω, φρονώ ότι στο ερώτημα που υπέβαλε το Conseil d'État πρέπει να δοθεί η ακόλουθη απάντηση:
«- To άρθρο 23, παράγραφος 2, της οδηγίας 93/16/ΕΟΚ έχει την έννοια ότι παραπέμπει αποκλειστικά σε εκπαίδευση που πραγματοποιήθηκε σε πανεπιστήμιο ή υπό την εποπτεία πανεπιστημίου κράτους μέλους.
- Όταν υποβάλλεται στις αρχές κράτους μέλους αίτηση αναγνωρίσεως πτυχίου, πιστοποιητικού ή άλλου τίτλου που περιλαμβάνεται στα άρθρα 3, 5 ή 7 της οδηγίας, οι εν λόγω αρχές δεσμεύονται κατ' αρχήν από τη δήλωση των αρμόδιων αρχών του κράτους μέλους που χορήγησε τον εν λόγω τίτλο ότι το εν λόγω έγγραφο είναι τίτλος που περιλαμβάνεται στο σχετικό άρθρο και χορηγήθηκε κατόπιν εκπαιδεύσεως σύμφωνης με τις σχετικές διατάξεις του Τίτλου ΙΙΙ της οδηγίας. Πάντως, όταν αυτή η δήλωση - η οποία μπορεί να ζητηθεί μόνον υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 9, παράγραφος 5, ή 22 της οδηγίας - είναι διφορούμενη, μπορούν να εξετάσουν τον τίτλο προκειμένου να καθορίσουν την αξία του βάσει της οδηγίας.
- Όταν ένας κοινοτικός υπήκοος, κάτοχος πτυχίου ιατρικής που αποκτήθηκε σε κράτος μέλος και περιλαμβάνεται στην οδηγία 93/16, αλλά δεν πιστοποιεί εκπαίδευση σύμφωνη στο σύνολό της με το άρθρο 23 της οδηγίας, υποβάλλει αίτηση για τη χορήγηση άδειας ασκήσεως της ιατρικής σε άλλο κράτος μέλος, οι αρμόδιες αρχές αυτού του κράτους μέλους οφείλουν να λάβουν υπόψη το σύνολο των πτυχίων, πιστοποιητικών ή άλλων τίτλων του, καθώς και τη σχετική επαγγελματική πείρα του αιτούντος, συγκρίνοντας τις πιστοποιούμενες γνώσεις και ικανότητες και αυτές που απαιτούνται από την εθνική νομοθεσία και δεν μπορούν να αρνηθούν τη χορήγηση της εν λόγω άδειας, εκτός αν οι εν λόγω γνώσεις και ικανότητες δεν πληρούν τις προαναφερθείσες απαιτήσεις και ο αιτών δεν μπορεί να αποδείξει ότι απέκτησε τις μη πιστοποιούμενες γνώσεις και ικανότητες.»
Full & Egal Universal Law Academy