Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στην παρούσα υπόθεση το Korkein hallinto-oikeus (ανώτατο διοικητικό δικαστήριο της Φινλανδίας) ζητεί από το Δικαστήριο κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τα κριτήρια που πρέπει να λάβει υπόψη για τον καθορισμό του αν τα θραύσματα πετρωμάτων που προκύπτουν από εργασίες εξορύξεως ορυκτών υλών ή/και η άμμος που προκύπτει από εργασίες εμπλουτισμού ορυκτών (1) σε εκμετάλλευση ορυχείου πρέπει να θεωρηθούν ως απόβλητα κατά την έννοια της τροποποιηθείσας οδηγίας 75/442 περί στερεών αποβλήτων (2) (στο εξής: οδηγία περί στερεών αποβλήτων ή οδηγία).
2 Σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο της υποβολής της παρούσας αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το Δικαστήριο απάντησε σε μεγάλο βαθμό στα ερωτήματα αυτά με την απόφαση Palin Granit (3). Πάντως, το Korkein hallinto-oikeus υπέβαλε επίσης μια σειρά ερωτημάτων ως προς την ορθή ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, «τα απόβλητα που προκύπτουν από εργασίες ανιχνεύσεως, εξαγωγής, επεξεργασίας και εναποθηκεύσεως των μεταλλευτικών πόρων καθώς και από την εκμετάλλευση των λατομείων» εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, «εφόσον καλύπτονται ήδη από άλλη νομοθεσία». Το αιτούν δικαστήριο ερωτά ιδίως αν η έκφραση «άλλη νομοθεσία» περιλαμβάνει την εθνική νομοθεσία και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν α) η νομοθεσία αυτή έπρεπε να ισχύει ήδη κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας και/ή β) αν έπρεπε να πληροί ορισμένες ουσιαστικές απαιτήσεις σχετικά με το απαιτούμενο επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος.
Η οδηγία περί στερεών αποβλήτων
3 Η τρίτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας 75/442 (αρχικής οδηγίας), ορίζει ότι «βασικός στόχος κάθε ρυθμίσεως στον τομέα της διαθέσεως των αποβλήτων πρέπει να είναι η προστασία της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος από τις επιβλαβείς επιδράσεις που προκαλούνται από τη συγκέντρωση, τη μεταφορά, την επεξεργασία, την εναποθήκευση και την απόθεση των αποβλήτων».
4 Η πρώτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της οδηγίας 91/156 (τροποποιητικής οδηγίας) (4), η οποία τροποποιεί την οδηγία 75/442 και αντικαθιστά τις βασικές της διατάξεις, ορίζει ότι «στις τροποποιήσεις λαμβάνεται ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος».
5 Το άρθρο 1, στοιχείο αα, της οδηγίας ορίζει ότι ως «απόβλητο» νοείται «κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος Ι και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει.»
6 Το άρθρο 1, στοιχείο γγ, ορίζει ως «κάτοχο» τον «παραγωγό των αποβλήτων ή το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει στην κατοχή του τα απόβλητα».
7 Το άρθρο 2 ορίζει τα εξής:
«1. Εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας :
α) τα αέρια απόβλητα τα εκπεμπόμενα στην ατμόσφαιρα·
β) εφόσον καλύπτονται ήδη από άλλη νομοθεσία:
i) τα ραδιενεργά απόβλητα·
ii) τα απόβλητα που προκύπτουν από εργασίες ανιχνεύσεως, εξαγωγής, επεξεργασίας και εναποθηκεύσεως των μεταλλευτικών πόρων καθώς και από την εκμετάλλευση των λατομείων·
iii) τα πτώματα ζώων και τα ακόλουθα γεωργικά απόβλητα: περιττώματα και άλλες φυσικές και μη επικίνδυνες ουσίες που χρησιμοποιούνται στα πλαίσια της γεωργικής εκμετάλλευσης·
iv) τα λύματα, εξαιρέσει των αποβλήτων σε υγρή κατάσταση·
v) τα αποχαρακτηρισμένα εκρηκτικά.
2. Ειδικές επί μέρους ή συμπληρωματικές της παρούσας οδηγίας διατάξεις οι οποίες αποβλέπουν στη ρύθμιση της διαχείρισης ορισμένων κατηγοριών αποβλήτων είναι δυνατό να θεσπιστούν από χωριστές οδηγίες.»
8 Το παράρτημα Ι της οδηγίας, που τιτλοφορείται «Κατηγορίες αποβλήτων», αναφέρει, στο σημείο Q 11, τα «υπολείμματα εξόρυξης και προετοιμασίας πρώτων υλών (π.χ. υπολείμματα μεταλλευτικής ή πετρελαϋκής εκμετάλλευσης κ.λπ.)», και, στο σημείο Q 16, «κάθε ουσία, ύλη ή προϋόν τα οποία δεν καλύπτονται από τις προαναφερόμενες κατηγορίες».
Η εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία
9 Η οδηγία μεταφέρθηκε στη φινλανδική έννομη τάξη με τον jδtelaki (νόμο περί αποβλήτων) (5). Ο νόμος αυτός ορίζει, σε συμφωνία κατ' ουσίαν με την οδηγία, ότι ως απόβλητα θεωρούνται «οι ουσίες ή τα προϋόντα που ο κάτοχός τους παύει να χρησιμοποιεί ή προτίθεται να παύσει να χρησιμοποιεί ή είναι υποχρεωμένος να το πράξει».
10 Κατά το άρθρο 42, παράγραφος 1, του jδtelaki, απαιτείται άδεια (άδεια περί αποβλήτων) για την εκμετάλλευση ή τη βιομηχανική επεξεργασία αποβλήτων, τη βιομηχανική περισυλλογή επικίνδυνων αποβλήτων, καθώς και για λοιπές δραστηριότητες διαθέσεως αποβλήτων που ορίζονται με διατάγματα.
11 Το άρθρο 11, παράγραφος 2, του jδteasetus (διατάγματος περί αποβλήτων) (6) περιλαμβάνει πίνακα των λοιπών δραστηριοτήτων διαχειρίσεως αποβλήτων. Ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει τα ορυχεία και τις εγκαταστάσεις εμπλουτισμού ορυκτών, καθώς και, σύμφωνα με μεταβατικές διατάξεις, τα προϋφιστάμενα ορυχεία και τις προϋφιστάμενες εγκαταστάσεις εμπλουτισμού ορυκτών που έχουν αρχίσει να λειτουργούν πριν από τη θέση σε ισχύ του jδtelaki, ήτοι πριν από την 1η Ιανουαρίου 1994. Εν προκειμένω, η επίμαχη εκμετάλλευση ορυχείου περιλαμβάνει ορυχείο και εγκατάσταση εμπλουτισμού ορυκτών που υπάγονται στις μεταβατικές αυτές διατάξεις.
12 Πάντως, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του jδteasetus (7), οι διατάξεις του jδtelaki περί της αδείας δεν εφαρμόζονται στα μη επικίνδυνα απόβλητα που αποτελούνται από χώμα και πέτρες και προκύπτουν από εργασίες εξορύξεως, τα οποία πρόκειται να αξιοποιηθούν ή να τύχουν επεξεργασίας επί τόπου ή αλλού, εφόσον η μέθοδος αξιοποιήσεως ή μεταποιήσεως έχει εγκριθεί βάσει του kaivoslaki (νόμου περί ορυχείων) (8). To άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του jδtelaki τέθηκε σε ισχύ το 1997.
13 Δυνάμει του άρθρου 3 του jδteasetus, οι ουσίες και τα προϋόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα 1 του διατάγματος χαρακτηρίζονται ως απόβλητα κατά την έννοια του jδtelaki. Το παράρτημα αυτό, το οποίο επαναλαμβάνει, κατ' ουσίαν, το παράρτημα Ι της οδηγίας, απαριθμεί 16 κατηγορίες, εκ των οποίων η κατηγορία Q 11 περιλαμβάνει τα υπολείμματα που προκύπτουν από τον διαχωρισμό και την επεξεργασία των πρώτων υλών, όπως τα υπολείμματα των εργασιών εξορύξεως. Η τελευταία κατηγορία Q 16 περιλαμβάνει «[ά]λλες ύλες, ουσίες ή προϋόντα που ο κάτοχός τους παύει οριστικά να χρησιμοποιεί ή προτίθεται να παύσει να χρησιμοποιεί ή είναι υποχρεωμένος να το πράξει».
14 Ο kaivoslaki περιλαμβάνει ειδικές διατάξεις σχετικές με τα υποπροϋόντα της δραστηριότητας εκμεταλλεύσεως ορυχείων. Μεταξύ άλλων, το άρθρο 40, παράγραφος 2, ορίζει ότι θεωρούνται ως υποπροϋόντα της δραστηριότητας εκμεταλλεύσεως ορυχείου κατά την έννοια του νόμου αυτού οι όγκοι των χωμάτων που προκύπτουν από τις εργασίες εκσκαφής, τα θραύσματα πετρωμάτων και η άμμος που προκύπτει από εργασίες εμπλουτισμού ορυκτών, τα οποία αποθηκεύονται στην οικεία περιοχή ή στον βοηθητικό της χώρο και έχουν κάποια χρησιμότητα για την εκμετάλλευση ή μπορούν να τύχουν εκ νέου επεξεργασίας. Σύμφωνα με τη διάταξη περί παραπομπής, από την εισηγητική του νόμου έκθεση (9) προκύπτει ότι ο νομοθέτης, μολονότι δεν προέβλεψε σχετικώς ρητή διάταξη, χαρακτηρίζοντας τα θραύσματα πετρωμάτων και την άμμο που προκύπτει από εργασίες εμπλουτισμού ορυκτών ως «υποπροϋόντα της δραστηριότητας εκμεταλλεύσεως ορυχείου» θέλησε να εξαιρέσει τις ουσίες αυτές από τη διαδικασία χορηγήσεως αδείας περί αποβλήτων, εφόσον αυτές δεν αποτελούν κίνδυνο για το περιβάλλον και είτε έχουν κάποια χρησιμότητα για την εκμετάλλευση είτε μπορούν να αξιοποιηθούν για τη δημιουργία προϋόντων που μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο. Το άρθρο 40, παράγραφος 2, του kaivoslaki τέθηκε σε ισχύ το 1995.
Η διαδικασία της κύριας δίκης και τα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα
15 Κατά τη φινλανδική νομοθεσία, για την πραγματοποίηση ορισμένων σχεδίων έργων απαιτείται προηγουμένως η χορήγηση αδείας περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Η φινλανδική εταιρία AvestaPolarit Chrome Oy (πρώην Outokumpu Chrome Oy) υπέβαλε στο Lapin ympδristφkeskus (κέντρο μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων της διοικητικής περιφέρειας της Λαπωνίας, στο εξής: Κέντρο) αίτηση για τη χορήγηση αδείας περιβαλλοντικών επιπτώσεων για τη συνέχιση δραστηριοτήτων εξορύξεως και εμπλουτισμού στην περιοχή του Kemi. Οι δραστηριότητες αυτές ασκούνταν στο συγκεκριμένο ορυχείο από τριακονταετίας.
16 Σύμφωνα με την αίτηση, η εκσκαφή που διενεργείτο στην επιφάνεια της γης επρόκειτο να συνεχιστεί υπογείως από το 2002. Η δραστηριότητα που ασκείται στο ως άνω ορυχείο συνίσταται στην εκσκαφή της πρώτης ύλης με διάνοιξη με τρυπάνια και με εκρηκτικά και σε μεταποίησή της με τη σταδιακή θραύση της σε όλο και μικρότερα κομμάτια. Η εκσκαφή ανά έτος 1,1 εκατομμυρίου τόνων ορυκτών συνεπάγεται ετήσια παραγωγή 8 εκατομμυρίων τόνων θραυσμάτων πετρωμάτων.
17 Η άμμος που προκύπτει από τις εργασίες αποθηκεύεται σε έξι δεξαμενές καθιζήσεως. Κατά το χρονικό σημείο υποβολής της αιτήσεως, μία από τις δεξαμενές ήταν ήδη πλήρης, για δύο δεξαμενές υπήρχε κίνδυνος να πληρωθούν εντός του 2000, ενώ οι τρεις τελευταίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ακόμη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι δεξαμενές αυτές ευρίσκονται εντός των βοηθητικών χώρων του ορυχείου, η τελική διαμόρφωση των οποίων θα αποφασιστεί μετά το πέρας των δραστηριοτήτων της εκμεταλλεύσεως.
18 Περί τα εκατό εκατομμύρια τόνοι θραυσμάτων πετρωμάτων εναποτίθενται στους χώρους του ορυχείου. Κάθε έτος αναπροσαρμόζεται το πρόγραμμα αποθέσεως των εν λόγω θραυσμάτων. Προβλέπεται ότι θα χρειαστούν μέχρι 70 έως 100 έτη για την πλήρωση των υπογείων τμημάτων του ορυχείου, πριν όμως συμβεί αυτό οι σωροί των θραυσμάτων θα διαμορφωθούν αναλόγως. Ένα μέρος τους θα παραμείνει στην περιοχή μονίμως. Μόνο ένα μικρό ποσοστό των θραυσμάτων, ίσως περί τα 20%, μπορεί να μετατραπεί σε χαλίκια. Οι σωροί θραυσμάτων που έχουν ήδη σχηματιστεί δεν μπορούν να χρησιμεύσουν στην παραγωγή χαλικιών, αλλά μπορούν ενδεχομένως να χρησιμοποιηθούν ως υλικό για την κατασκευή κυματοθραυστών και προβλήτων.
19 Το Κέντρο χορήγησε άδεια περιβαλλοντικών επιπτώσεων για το ορυχείο του Kemi, στην οποία περιέλαβε σειρά όρων θεωρώντας ότι τα θραύσματα πετρωμάτων και η άμμος που προκύπτει από τις εργασίες εμπλουτισμού συνιστούν απόβλητα κατά την έννοια του jδtelaki.
20 Η AvestaPolarit προσέβαλε την απόφαση του Κέντρου ενώπιον του Korkein hallinto-oikeus, ζητώντας την κατάργηση, μεταξύ άλλων, όλων των όρων της αποφάσεως εγκρίσεως που αφορούν τα θραύσματα πετρωμάτων και την προκύπτουσα από τις εργασίες άμμο, στο πλαίσιο των οποίων τα υποπροϋόντα αυτά της δραστηριότητας εκμεταλλεύσεως ορυχείου χαρακτηρίζονται ως απόβλητα. Η AvestaPolarit υποστήριξε ότι οι όροι αυτοί στερούνταν νομικής βάσεως και ότι, για διάφορους λόγους, τα υποπροϋόντα αυτά δεν συνιστούν απόβλητα. Οι λόγοι αυτοί γίνονται σαφείς με τα προδικαστικά ερωτήματα που παρατίθενται στη συνέχεια (10).
21 Επομένως, το ζήτημα που ανέκυψε ενώπιον του Korkein hallinto-oikeus αφορούσε το αν τα θραύσματα πετρωμάτων και η άμμος που προκύπτουν από τις εργασίες εμπλουτισμού συνιστούν απόβλητα κατά την έννοια του jδtelaki, ο οποίος ορίζει τα απόβλητα κατά τον ίδιο τρόπο με την οδηγία την οποία μεταφέρει στη φινλανδική έννομη τάξη.
22 Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι , αν στο ερώτημα αυτό δοθεί καταφατική απάντηση, διεκδικεί ενδεχομένως εφαρμογή το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων. Κατά την ως άνω διάταξη, η οδηγία δεν έχει εφαρμογή στα απόβλητα που παρατίθενται στα σημεία i) έως iv) «εφόσον καλύπτονται ήδη από άλλη νομοθεσία». Το σημείο ii) αφορά τα «απόβλητα που προκύπτουν από εργασίες ανιχνεύσεως, εξαγωγής, επεξεργασίας και εναποθηκεύσεως των μεταλλευτικών πόρων», ήτοι διάφορα είδη αποβλήτων που προκύπτουν από δραστηριότητες εκμεταλλεύσεως ορυχείου και μπορούν να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας δυνάμει «άλλης νομοθεσίας». Το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι δεν είναι σαφές αν η «άλλη νομοθεσία» περιλαμβάνει και την εθνική νομοθεσία, εν προκειμένω τον kaivoslaki και το jδteasetus.
23 To korkein hallinto-oikeus τόνισε ότι οι γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας διέφεραν ως προς το ότι η φινλανδική απόδοση δεν περιελάμβανε κάποιον χρονικό προσδιορισμό, ενώ οι άλλες αποδόσεις περιελάμβαναν τη λέξη «ήδη» ή κάποια ανάλογη. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η φινλανδική απόδοση είναι εσφαλμένη, παραμένει ασαφές αν το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας αφορούσε μόνον εθνική νομοθεσία που ίσχυε κατά το χρονικό σημείο θέσεως σε ισχύ της οδηγίας (11). Το ζήτημα αυτό έχει σημασία εν προκειμένω, διότι η AvestaPolarit στηρίζεται στο άρθρο 40, παράγραφος 2, του kaivoslaki, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 17 Φεβρουαρίου 1995, και στο άρθρο 1, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, του jδteasetus, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 4 Απριλίου 1997.
24 Τέλος, αν το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας παραπέμπει στην εθνική νομοθεσία, τίθεται το ερώτημα αν οι θεμελιώδεις αρχές της Κοινότητας στον τομέα της προστασίας του περιβάλλοντος ή και η ίδια η οδηγία απαιτούν να διασφαλίζει η εθνική αυτή νομοθεσία ένα συγκεκριμένο επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος.
25 Υπό τις συνθήκες αυτές, το Korkein hallinto-oikeus αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1. Πρέπει τα θραύσματα πετρωμάτων που προκύπτουν από τις εργασίες εξορύξεως ορυκτών υλών ή/και η άμμος που προκύπτει από εργασίες εμπλουτισμού ορυκτών να θεωρούνται απόβλητα κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, λαμβανομένων υπόψη των κάτωθι εκτιθεμένων στα σημεία αα έως δδ;
α) Τι σημασία έχει για τη σχετική εκτίμηση το γεγονός ότι τα θραύσματα πετρωμάτων και η άμμος που προκύπτει από εργασίες εμπλουτισμού ορυκτών εναποτίθενται στην περιφέρεια του τόπου της εξορύξεως ή σε παρακείμενο βοηθητικό χώρο; Έχει στο πλαίσιο αυτό κάποια σημασία γενικά όσον αφορά τον χαρακτηρισμό του αποβλήτου το αν τα ως άνω υποπροϋόντα της εξορύξεως αποτίθενται στον τόπο της εξορύξεως ή σε παρακείμενο βοηθητικό χώρο ή σε άλλο χώρο ευρισκόμενο σε μεγαλύτερη απόσταση;
β) Τι σημασία έχει για τη σχετική εκτίμηση το γεγονός ότι τα θραύσματα πετρωμάτων έχουν την ίδια σύσταση με το αρχικό εξορυχθέν πέτρωμα και ότι η σύστασή τους παραμένει αμετάβλητη ανεξάρτητα από τον τρόπο ή τον χρόνο διατηρήσεώς τους; Μπορεί εν προκειμένω να τύχει διαφορετικού χαρακτηρισμού έναντι των θραυσμάτων πετρωμάτων η άμμος που προκύπτει από εργασίες εμπλουτισμού ορυκτών;
γ) Τι σημασία έχει για τη σχετική εκτίμηση το γεγονός ότι τα θραύσματα πετρωμάτων δεν ενέχουν κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων ή για το περιβάλλον και ότι, κατά την άποψη των αρμόδιων για τη χορήγηση περιβαλλοντικής αδείας αρχών, από την άμμο που δημιουργείται από τις ως άνω εργασίες εμπλουτισμού μπορούν να προκύψουν ουσίες βλαβερές για την υγεία και το περιβάλλον; Τι σημασία έχουν γενικά οι ενδεχόμενες επιπτώσεις στην υγεία και στο περιβάλλον των θραυσμάτων πετρωμάτων και της άμμου που προκύπτει από εργασίες εμπλουτισμού ορυκτών όσον αφορά τον χαρακτηρισμό των ουσιών αυτών ως αποβλήτων;
δ) Τι σημασία έχει για τη σχετική εκτίμηση το γεγονός ότι ο έχων την κυριότητα των θραυσμάτων πετρωμάτων και της άμμου που προκύπτει από εργασίες εμπλουτισμού ορυκτών δεν έχει την πρόθεση εγκαταλείψεως των υλών αυτών; Οι εν λόγω ουσίες μπορούν να αναχρησιμοποιηθούν χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία αξιοποιήσεώς τους, για παράδειγμα για τη στήριξη των υπογείων στοών των ορυχείων, ενώ τα θραύσματα πετρωμάτων μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διαμόρφωση του τοπίου του χώρου της εξορύξεως μετά το πέρας των εκσκαφών. Από την άμμο που προκύπτει από τις εργασίες εμπλουτισμού ορυκτών μπορεί με την πρόοδο της τεχνικής στο μέλλον να είναι δυνατή η παραγωγή ορυκτών. Τι σημασία έχει το πόσο βέβαια είναι τα σχέδια του εκμεταλλευόμενου το ορυχείο όσον αφορά την αξιοποίηση των σχετικών υλών, καθώς και ο χρόνος που διαρρέει μεταξύ της αποθέσεως των υλών αυτών στον χώρο της εξορύξεως ή πλησίον αυτού και της αξιοποιήσεώς τους;
2. Αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι τα θραύσματα πετρωμάτων που προκύπτουν από τις εργασίες εξορύξεως ορυκτών υλών ή/και η άμμος που προκύπτει από εργασίες εμπλουτισμού ορυκτών πρέπει να θεωρούνται απόβλητα κατά το άρθρο 1, στοιχείο αα, της οδηγίας του Συμβουλίου, πρέπει να δοθεί απάντηση και στα ακόλουθα συμπληρωματικά ερωτήματα:
α) Περιλαμβάνει μόνον τη νομοθεσία των Ευρωπαϋκών Κοινοτήτων η κατά το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων (όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ) έκφραση "άλλη νομοθεσία", ώστε η οδηγία περί στερεών αποβλήτων να μην εφαρμόζεται στα απόβλητα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της, οπότε, κατά την περίπτωση ii της εν λόγω διατάξεως, η ως άνω "άλλη νομοθεσία" αφορά, μεταξύ άλλων, τα στερεά απόβλητα τα προκύπτοντα από εργασίες ανιχνεύσεως, εξαγωγής, επεξεργασίας και εναποθηκεύσεως των μεταλλευτικών πόρων; Ή μήπως περιλαμβάνεται στην "άλλη νομοθεσία" κατά την οδηγία περί αποβλήτων και όλη η εθνική νομοθεσία, όπως ο ισχύων στη Φινλανδία νόμος περί εργασιών εξορύξεως και διάφορες άλλες διατάξεις του διατάγματος περί αποβλήτων;
β) Αν η έκφραση "άλλη νομοθεσία" καλύπτει επίσης την εθνική νομοθεσία, περιλαμβάνεται μόνον η ήδη ισχύουσα κατά τον χρόνο εκδόσεως της οδηγίας 91/156/ΕΟΚ περί στερεών αποβλήτων ή και η μετέπειτα θεσπισθείσα εθνική νομοθεσία;
γ) Αν η έκφραση "άλλη νομοθεσία" καλύπτει επίσης την εθνική νομοθεσία, επιβάλλουν στην εθνική νομοθεσία οι κοινοτικές διατάξεις περί προστασίας του περιβάλλοντος ή οι απορρέουσες από την οδηγία αρχές ορισμένους περιορισμούς σχετικά με το απαιτούμενο επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος ως προϋπόθεση για τη μη εφαρμογή της οδηγίας περί αποβλήτων; Τι είδους περιορισμοί μπορούν να είναι αυτοί;»
26 Γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η AvestaPolarit, η Αυστριακή, η Φινλανδική και η Γερμανική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή. Η AvestaPolarit, η Φινλανδική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και η Επιτροπή εκπροσωπήθηκαν κατά την επ'ακροατηρίου συζήτηση.
Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα
27 Το πρώτο ερώτημα του αιτούντος δικαστηρίου αφορά τα κριτήρια που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του αν τα θραύσματα πετρωμάτων που προκύπτουν από τις εργασίες εξορύξεως ορυκτών υλών ή/και η άμμος που προκύπτει από εργασίες εμπλουτισμού ορυκτών πρέπει να θεωρηθούν ως απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων.
28 Με τις γραπτές της παρατηρήσεις, η Φινλανδική Κυβέρνηση επισημαίνει ότι ενώπιον των φινλανδικών δικαστηρίων εκκρεμούν πολυάριθμες υποθέσεις που αφορούν τον χαρακτηρισμό ορυκτών ως αποβλήτων. Τον Ιανουάριο 2000, στην υπόθεση Palin Granit (12), το Korkein hallinto-oikeus υπέβαλε στο Δικαστήριο σειρά ερωτημάτων ως προς τα κριτήρια που έπρεπε να ληφθούν υπόψη για τον καθορισμό του αν τα θραύσματα πετρωμάτων που προκύπτουν από τις εργασίες εξορύξεως συνιστούν απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας, λαμβανομένων υπόψη των ακόλουθων στοιχείων:
«α) Τι σημασία έχει για τον ανωτέρω χαρακτηρισμό το γεγονός ότι τα θραύσματα πετρωμάτων εναποτίθενται σε περιοχή γειτνιάζουσα προς τον τόπο της εξορύξεως εν αναμονή της μεταγενέστερης χρησιμοποιήσεώς τους; Έχει στο πλαίσιο αυτό κάποια σημασία το αν τα θραύσματα πετρωμάτων αποτίθενται στον τόπο της εξορύξεως ή σε γειτονικό τόπο ή σε απομακρυσμένη από τον τόπο αυτό περιοχή;
β) Τι σημασία έχει για τον ανωτέρω χαρακτηρισμό το γεγονός ότι τα θραύσματα πετρωμάτων έχουν την ίδια σύσταση με το αρχικό εξορυσσόμενο πέτρωμα και ότι η σύστασή τους παραμένει αμετάβλητη ανεξάρτητα από τον χρόνο ή τον τρόπο διατηρήσεώς τους;
γ) Τι σημασία έχει για τον ανωτέρω χαρακτηρισμό το γεγονός ότι τα θραύσματα δεν ενέχουν κινδύνους για την υγεία των ανθρώπων ή για το περιβάλλον; Όσον αφορά το αν είναι απόβλητα τα ως άνω θραύσματα, τι σημασία έχουν γενικά οι ενδεχόμενες επιπτώσεις τους στην υγεία και στο περιβάλλον;
δ) Τι σημασία έχει για τον ανωτέρω χαρακτηρισμό το γεγονός ότι ο κύριος των θραυσμάτων πετρωμάτων προτίθεται να μετακινήσει τα θραύσματα αυτά, εν όλω ή εν μέρει, από τον τόπο εναποθέσεώς τους με σκοπό την αξιοποίησή τους, για παράδειγμα για χωματουργικές εργασίες ή για την κατασκευή κυματοθραυστών, και το ότι τα θραύσματα μπορούν να αξιοποιηθούν ως έχουν χωρίς κάποια ιδιαίτερη διαδικασία μεταποιήσεώς τους ή άλλη ανάλογη επεξεργασία; Στο πλαίσιο αυτό, τι σημασία έχει το κατά πόσον είναι βέβαιη η πραγματοποίηση των σχεδίων του κυρίου των θραυσμάτων όσον αφορά μια τέτοια αξιοποίηση και ο χρόνος που θα μεσολαβήσει από της μεταφοράς στον χώρο εναποθέσεώς τους μέχρι την αξιοποίηση αυτή;»
29 Στα πλαίσια της υπό κρίση υποθέσεως, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση του Ιανουαρίου 2003 οι παριστάμενοι διάδικοι αναγνώρισαν ότι η απόφαση Palin Granit της 18ης Απριλίου 2002 κατέστησε σε μεγάλο βαθμό άνευ αντικειμένου τις γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν επί του πρώτου ερωτήματος. Κατά συνέπεια, θα εξετάσω, κατ' αρχάς, κατά πόσο με την απόφαση αυτή δόθηκε πράγματι απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα.
30 Ανακεφαλαιώνοντας την παλαιότερη νομολογία για τον ορισμό των αποβλήτων κατά την έννοια της οδηγίας, το Δικαστήριο διατύπωσε με την απόφαση Palin Granit τις ακόλουθες σκέψεις.
31 H έννοια του «αποβλήτου», το περιεχόμενο της οποίας εξαρτάται από την έννοια του όρου «απορρίπτει» (13), δεν μπορεί να ερμηνεύεται περιοριστικά (14). Ούτε το γεγονός ότι τα θραύσματα πετρωμάτων αποτελούν το αντικείμενο επεξεργασίας περί της οποίας γίνεται λόγος στην οδηγία ούτε το γεγονός ότι τα θραύσματα αυτά μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν παρέχουν τη δυνατότητα να προσδιοριστεί αν μπορούν να χαρακτηριστούν τα εν λόγω θραύσματα ως απόβλητα για τους σκοπούς της οδηγίας (15). Τα προερχόμενα από την εξόρυξη θραύσματα, τα οποία δεν συνιστούν το προϋόν που κυρίως αποσκοπεί να λάβει ο εκμεταλλευόμενος λατομείο γρανίτη, υπάγονται, κατ' αρχήν, στην κατηγορία των «υπολειμμάτων εξορύξεως και προετοιμασίας πρώτων υλών» του σημείου Q 11 του παραρτήματος Ι της οδηγίας (16). Πάντως, ένα αγαθό, ένα υλικό ή μια πρώτη ύλη που προκύπτει από τη διαδικασία παραγωγής ή εξαγωγής και που δεν αποτελεί το κύριο αντικείμενο της παραγωγικής διαδικασίας μπορεί να αποτελεί όχι ένα υπόλειμμα, αλλά ένα υποπροϋόν, το οποίο η οικεία επιχείρηση δεν επιθυμεί να «απορρίψει» κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο αα, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας, αλλά το οποίο διατίθεται να εκμεταλλευθεί ή να εμπορευθεί υπό ευνοϋκές γι' αυτήν συνθήκες, στο πλαίσιο μιας μεταγενέστερης διαδικασίας, χωρίς να προβεί προηγουμένως σε κάποια εργασία μεταποιήσεως. Εντούτοις, ενόψει της υποχρεώσεως ευρείας ερμηνείας της έννοιας του αποβλήτου, η ως άνω επιχειρηματολογία μπορεί να ισχύει στις καταστάσεις εκείνες στις οποίες η επαναχρησιμοποίηση ενός αγαθού, ενός υλικού ή μιας πρώτης ύλης δεν είναι απλώς ενδεχόμενη αλλά βέβαιη, χωρίς προηγούμενη μεταποίηση και στο πλαίσιο της συνέχειας της διαδικασίας παραγωγής. Eφόσον, πέραν της απλής δυνατότητας επαναχρησιμοποιήσεως, υφίσταται για τον κάτοχο της ουσίας και κάποιο οικονομικό πλεονέκτημα, τότε ο βαθμός βεβαιότητας σχετικά με μια τέτοια επαναχρησιμοποίηση είναι μεγάλος. Στην περίπτωση αυτή, η οικεία ουσία δεν θα μπορεί πλέον να θεωρείται ως βάρος που ο κάτοχός του επιθυμεί να «απορρίψει», αλλά ως ένα πραγματικό προϋόν (17).
32 Με την απόφαση Palin Granit, το Δικαστήριο έκρινε ότι, δεδομένου ότι εν προκειμένω οι μόνες δυνατότητες επαναχρησιμοποιήσεως των θραυσμάτων πετρωμάτων, για παράδειγμα επ' ευκαιρία εκτελέσεως χωματουργικών έργων ή κατασκευής λιμένων και κυματοθραυστών, απαιτούσαν, στις περισσότερες περιπτώσεις, εργασίες αποθηκεύσεως οι οποίες μπορεί να έχουν μεγάλη διάρκεια, να συνιστούν βάρος για τον εκμεταλλευόμενο την οικεία επιχείρηση και οι οποίες ήταν πιθανό να έχουν δυσμενείς συνέπειες για το περιβάλλον, τις οποίες επιδιώκει ακριβώς να περιορίσει η οδηγία, η επαναχρησιμοποίηση δεν ήταν ούτε βέβαιη ούτε ενδεχόμενη παρά μόνο μακροπρόθεσμα. Ως εκ τούτου, τα θραύσματα πετρωμάτων μπορούσαν να θεωρηθούν μόνον ως «υπολείμματα εξορύξεως», τα οποία ο εκμεταλλευόμενος το λατομείο «έχει την πρόθεση ή την υποχρέωση να απορρίψει» κατά την έννοια της οδηγίας, και ενέπιπταν στην κατηγορία περί της οποίας γίνεται λόγος στο σημείο Q 11 του παραρτήματος Ι της εν λόγω οδηγίας (18).
33 Εξετάζοντας, στη συνέχεια, τις περιστάσεις που επικαλέστηκε το αιτούν δικαστήριο με τα επιμέρους ερωτήματα αα έως δδ, το Δικαστήριο έκρινε ότι καμία δεν επηρεάζει τον χαρακτηρισμό των θραυσμάτων πετρωμάτων ως αποβλήτων.
34 Όσον αφορά το επιμέρους ερώτημα αα, το Δικαστήριο τόνισε ότι από την εξέταση του κύριου ερωτήματος προκύπτει ότι ο χώρος εναποθηκεύσεως των θραυσμάτων πετρωμάτων δεν επηρεάζει τον χαρακτηρισμό των ως άνω θραυσμάτων ως αποβλήτων. Ομοίως, οι συνθήκες εναποθηκεύσεως και η διάρκεια της αποθέσεως των υλικών δεν παρέχουν, αυτές καθαυτές, καμία ένδειξη περί της αξίας την οποία έχουν αυτά για την επιχείρηση, αλλά ούτε και περί των πλεονεκτημάτων τα οποία μπορεί η επιχείρηση να αντλήσει από αυτά. Οι ως άνω συνθήκες δεν καθιστούν δυνατό τον προσδιορισμό του αν ο κάτοχος των υλικών επιθυμεί ή όχι να τα απορρίψει (19).
35 Όσον αφορά το επιμέρους ερώτημα ββ, το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός ότι τα θραύσματα πετρωμάτων είχαν την ίδια σύσταση με τους όγκους πετρωμάτων που εξορύσσονταν από το λατομείο και ότι η φυσική τους σύνθεση παρέμενε αμετάβλητη θα μπορούσε να τα καταστήσει πρόσφορα προς χρησιμοποίηση. Εντούτοις, το επιχείρημα αυτό δεν θα μπορούσε να έχει αποφασιστική σημασία παρά μόνον αν επαναχρησιμοποιείτο το σύνολο των θραυσμάτων αυτών. Πάντως, η εμπορική αξία των ογκολίθων εξαρτάται από το μέγεθος, το σχήμα και τη δυνατότητα χρησιμοποιήσεώς τους στον τομέα των κατασκευών, ιδιότητες τις οποίες δεν είχαν τα θραύσματα πετρωμάτων, παρά το ότι είχαν την ίδια σύνθεση με το αρχικό πέτρωμα. Επομένως, τα εν λόγω θραύσματα εξακολουθούσαν να είναι υπολείμματα παραγωγής. Εξάλλου, ο κίνδυνος βλαβερών συνεπειών εις βάρος του περιβάλλοντος που μπορούν να έχουν τα μη χρησιμοποιούμενα θραύσματα πετρωμάτων δεν μειωνόταν από το γεγονός ότι είχαν την ίδια φυσική σύσταση με το αρχικό πέτρωμα, καθόσον τούτο δεν απέκλειε τη διενέργεια εργασιών εναποθηκεύσεως των υλικών αυτών, που έχουν συνέπειες για το περιβάλλον. Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και όταν μια ουσία αποτέλεσε αντικείμενο εργασιών πλήρους αξιοποιήσεως και απέκτησε με τον τρόπο αυτό τις ίδιες ιδιότητες και τα ίδια χαρακτηριστικά με μια πρώτη ύλη, μπορεί να θεωρηθεί ως απόβλητο εφόσον, σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 1, στοιχείο αα, της οδηγίας, ο κάτοχός της την απέρριψε ή είχε την πρόθεση ή την υποχρέωση να το πράξει (20).
36 Ως προς το επιμέρους ερώτημα γγ, το Δικαστήριο διαπίστωσε, κατ' αρχάς, ότι η οδηγία συμπληρώθηκε με την οδηγία για τα επικίνδυνα απόβλητα (21), πράγμα το οποίο σημαίνει ότι η ιδιότητα του αποβλήτου δεν προκύπτει από το κατά πόσον είναι επικίνδυνη η οικεία ουσία. Στη συνέχεια, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, και αν ακόμα υποτεθεί ότι, λόγω της συστάσεώς τους, τα θραύσματα πετρωμάτων δεν ενέχουν κίνδυνο για την υγεία των ανθρώπων ή το περιβάλλον, η συσσώρευσή τους είναι οπωσδήποτε πηγή δυσμενών και βλαβερών συνεπειών για το περιβάλλον, εφόσον η πλήρης επαναχρησιμοποίησή τους όχι μόνο δεν είναι άμεση, αλλά και δεν περιλαμβάνεται πάντοτε στις προθέσεις του κατόχου τους. Τέλος, το στοιχείο ότι οι επίμαχες ουσίες δεν είναι επικίνδυνες δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο προκειμένου να εκτιμηθούν οι προθέσεις του κατόχου τους έναντί τους (22).
37 Όσον αφορά το επιμέρους ερώτημα δδ, το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε ήδη δώσει απάντηση στο πλαίσιο της εξετάσεως του κύριου ερωτήματος. Πράγματι, η αβεβαιότητα που υφίσταται όσον αφορά τα σχέδια χρησιμοποιήσεως των θραυσμάτων πετρωμάτων και η αδυναμία επαναχρησιμοποιήσεως του συνόλου του όγκου των εν λόγω θραυσμάτων οδηγούν στο συμπέρασμα ότι τα θραύσματα αυτά πρέπει να χαρακτηριστούν ως απόβλητα στο σύνολό τους και ότι ο χαρακτηρισμός αυτός δεν πρέπει να επιφυλάσσεται μόνον για εκείνο το μέρος τους το οποίο δεν αποτελεί το αντικείμενο τέτοιων σχεδίων. Εν πάση περιπτώσει, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11 της οδηγίας, οι εθνικές αρχές εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα εκδόσεως κανόνων οι οποίοι ορίζουν απαλλαγές από την υποχρέωση λήψεως αδείας και να χορηγούν τέτοιες απαλλαγές για εργασίες διαθέσεως και αξιοποιήσεως ορισμένων αποβλήτων, ενώ τα εθνικά δικαστήρια εξασφαλίζουν την τήρηση των κανόνων αυτών σύμφωνα με τους σκοπούς της οδηγίας (23).
38 Απομένει να εφαρμοσθούν εν προκειμένω οι ανωτέρω αρχές.
39 Με τις γραπτές της παρατηρήσεις η Φινλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η βασική διαφορά μεταξύ της υποθέσεως Palin Granit και της υπό κρίση υποθέσεως έγκειται στο ότι, εν προκειμένω, πρόκειται για δραστηριότητες εκμεταλλεύσεως ορυχείου παρά για δραστηριότητες λατομείου και ότι οι δραστηριότητες αυτές εκμεταλλεύσεως ορυχείου αφορούν όχι μόνο θραύσματα πετρωμάτων, αλλά και την άμμο που προκύπτει από τις σχετικές εργασίες. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η AvestaPolarit επιχείρησε να διευρύνει τις διαφορές με την υπόθεση Palin Granit, υποστηρίζοντας, κατ' ουσίαν, ότι εν προκειμένω δεν απέρριπτε υποπροϋόντα, αλλά τα χρησιμοποιούσε χωρίς περαιτέρω επεξεργασία: τα πετρώματα χρησιμοποιούνταν για την υποστύλωση των στοών του υπό κατασκευή υπόγειου ορυχείου, ενώ η άμμος αποθηκευόταν.
40 Η AvestaPolarit υποστήριξε ενώπιον του Korkein hallinto-oikeus ότι τα υποπροϋόντα δεν μπορούσαν να αξιοποιηθούν ή να χρησιμοποιηθούν απευθείας και ότι, για τον λόγο αυτό, ήταν αναγκαία η σώρευσή τους στην περιοχή του ορυχείου ή σε βοηθητικό χώρο. Ήταν δυνατή η χρησιμοποίηση μέρους των υποπροϋόντων στο πλαίσιο της δραστηριότητας της εκμεταλλεύσεως, καθώς και ενός άλλου μέρους στο πλαίσιο άλλων δραστηριοτήτων, ανάλογα με τον τόπο στον οποίο ευρίσκεται το ορυχείο. Τα θραύσματα πετρωμάτων μπορούσαν να αξιοποιηθούν ως σταθερές και μη επικίνδυνες ουσίες σε συνάρτηση με την υφιστάμενη κατάσταση ή τον τόπο, δεν ήταν όμως δυνατή η διατύπωση προβλέψεων. Δεν ήταν δυνατό να είναι εκ των προτέρων γνωστό πόσο χρονικό διάστημα θα συνεχιζόταν η εκμετάλλευση. Με την πρόοδο της τεχνολογίας η προκύπτουσα άμμος ήταν ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθεί ως πρώτη ύλη και η δυνατότητα επαναχρησιμοποιήσεως δεν θα έπρεπε να περιορίζεται.
41 Αν οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αληθείς (γεγονός που εναπόκειται, βεβαίως, στο αιτούν δικαστήριο να εκτιμήσει), η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα προκύπτει απευθείας από την απόφαση Palin Granit. Ο κάτοχος αποβλήτων δεν δύναται να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής της κοινοτικής νομοθεσίας περί στερεών αποβλήτων, δίδοντας τον δικό του ορισμό στο ρήμα «απορρίπτει». Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι η έννοια του ρήματος αυτού εξαρτάται από μια σειρά παραγόντων που σχετίζονται ιδίως με την εκφραζόμενη με την οδηγία επιτακτική ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος. Το Δικαστήριο τόνισε ότι η πιθανότητα επαναχρησιμοποιήσεως ενός υποπροϋόντος αποτελεί λυσιτελές κριτήριο για τον προσδιορισμό του αν πρόκειται για απόβλητο κατά την έννοια της οδηγίας. Εν προκειμένω, όπως και στην υπόθεση Palin Granit, η επαναχρησιμοποίηση των θραυσμάτων πετρωμάτων δεν είναι βέβαιη, αλλά μόνον ενδεχόμενη μακροπρόθεσμα· ως προς την επαναχρησιμοποίηση της άμμου που προκύπτει από τις σχετικές εργασίες, φαίνεται ότι, ακόμη και κατά την άποψη της AvestaPolarit, είναι απολύτως υποθετική. Ως εκ τούτου, τα υποπροϋόντα πρέπει να θεωρηθούν, κατ' αρχήν, ως «υπολείμματα εξορύξεως», τα οποία ο εκμεταλλευόμενος το λατομείο «έχει την πρόθεση ή την υποχρέωση να απορρίψει» κατά την έννοια της οδηγίας, και τα οποία εμπίπτουν στην κατηγορία Q 11 του παραρτήματος Ι της εν λόγω οδηγίας.
42 Όσον αφορά τα επιμέρους ερωτήματα αα έως δδ, από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει ότι οι διαλαμβανόμενοι στο επιμέρους ερώτημα δδ ειδικοί παράγοντες δεν επηρεάζουν τον χαρακτηρισμό των θραυσμάτων πετρωμάτων ως αποβλήτων σε περίπτωση όπως η προκειμένη. Επιπλέον, από την απόφαση Palin Granit προκύπτουν οι λόγοι για τους οποίους ούτε οι διαλαμβανόμενες στα επιμέρους ερωτήματα αα έως γγ περιστάσεις ασκούν επιρροή. Με το επιμέρους ερώτημα ββ, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν η άμμος που προκύπτει από τη διαδικασία εμπλουτισμού των ορυκτών πρέπει να τύχει διαφορετικού χαρακτηρισμού από τα θραύσματα πετρωμάτων: κατά την άποψή μου, η διατυπωμένη κατά τρόπο γενικό ανάλυση του Δικαστηρίου επί του αντίστοιχου ερωτήματος στην υπόθεση Palin Granit δεν δικαιολογεί διαφοροποίηση στην προκειμένη περίπτωση.
43 Συνεπώς, προτείνω να δοθεί στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα η απάντηση ότι α) τα θραύσματα πετρωμάτων που προκύπτουν από εργασίες εξορύξεως ορυκτών υλών σε εκμετάλλευση ορυχείου και η άμμος που προκύπτει από εργασίες εμπλουτισμού των ορυκτών, τα οποία αποθηκεύονται επ' αόριστον εν αναμονή ενδεχόμενης χρησιμοποιήσεώς τους, πρέπει να θεωρούνται ως απόβλητα κατά την έννοια της οδηγίας και ότι β) ο τόπος αποθηκεύσεως των θραυσμάτων πετρωμάτων και της άμμου, η σύστασή τους και το γεγονός, αν υποτεθεί αποδεδειγμένο, ότι δεν ενέχουν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή για το περιβάλλον δεν είναι αποφασιστικά κριτήρια για τον χαρακτηρισμό τους ως αποβλήτων.
Το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα
44 Με το δεύτερο προδικαστικό ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο κατευθυντήριες γραμμές ως προς την ορθή ερμηνεία του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων. Δυνάμει του άρθρου αυτού, ορισμένες κατηγορίες αποβλήτων, μεταξύ των οποιών και «τα απόβλητα που προκύπτουν από εργασίες ανιχνεύσεως, εξαγωγής, επεξεργασίας και εναποθηκεύσεως των μεταλλευτικών πόρων καθώς και από την εκμετάλλυση των λατομείων», εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας «εφόσον καλύπτονται ήδη από άλλη νομοθεσία». Το αιτούν δικαστήριο ερωτά ιδίως αν η έκφραση «άλλη νομοθεσία» περιλαμβάνει την εθνική νομοθεσία και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, αν η νομοθεσία αυτή έπρεπε α) να ισχύει κατά το χρονικό σημείο θέσεως σε ισχύ της οδηγίας και β) να ανταποκρίνεται σε ουσιαστικές απαιτήσεις ως προς το επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος.
45 Πολλοί από τους διαδίκους που υπέβαλαν παρατηρήσεις εφιστούν την προσοχή στις διαφορές μεταξύ του αρχικού κειμένου και του κειμένου κατόπιν τροποποιήσεως της διατάξεως αυτής.
46 Το άρθρο 2 της αρχικής οδηγίας είχε ως εξής:
«1. Με την επιφύλαξη της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν ειδικούς κανόνες για ειδικές κατηγορίες στερεών αποβλήτων.
2. Αποκλείονται του πεδίου εφαρμογής της παρούσας οδηγίας:
α) τα ραδιενεργά απόβλητα·
β) τα στερεά απόβλητα τα προκύπτοντα από εργασίες ανιχνεύσεως, εξαγωγής, επεξεργασίας και εναποθηκεύσεως των μεταλλευτικών πόρων ως και των εκ της εκμεταλλεύσεως των λατομείων·
γ) τα πτώματα ζώων και τα εξής γεωργικά απόβλητα: περιττώματα και άλλες ουσίες χρησιμοποιούμενες στη γεωργία·
δ) τα υγρά απόβλητα εξαιρέσει των αποβλήτων σε υγρή κατάσταση·
ε) τα αέρια απόβλητα τα εκπεμπόμενα στην ατμόσφαιρα·
ζ) τα απόβλητα τα υποκείμενα σε ειδικούς κοινοτικούς κανόνες.»
47 Το άρθρο 2 της τροποποιηθείσας οδηγίας ορίζει:
«1. Εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας οδηγίας :
α) τα αέρια απόβλητα τα εκπεμπόμενα στην ατμόσφαιρα·
β) εφόσον καλύπτονται ήδη από άλλη νομοθεσία:
i) τα ραδιενεργά απόβλητα·
ii) τα απόβλητα που προκύπτουν από εργασίες ανιχνεύσεως, εξαγωγής, επεξεργασίας και εναποθηκεύσεως των μεταλλευτικών πόρων καθώς και από την εκμετάλλευση των λατομείων·
iii) τα πτώματα ζώων και τα ακόλουθα γεωργικά απόβλητα: περιττώματα και άλλες φυσικές και μη επικίνδυνες ουσίες που χρησιμοποιούνται στα πλαίσια της γεωργικής εκμετάλλευσης·
iv) τα λύματα, εξαιρέσει των αποβλήτων σε υγρή κατάσταση·
v) τα αποχαρακτηρισμένα εκρηκτικά.
2. Ειδικές επί μέρους ή συμπληρωματικές της παρούσας οδηγίας διατάξεις οι οποίες αποβλέπουν στη ρύθμιση της διαχείρισης ορισμένων κατηγοριών αποβλήτων είναι δυνατό να θεσπιστούν από χωριστές οδηγίες.»
48 Η AvestaPolarit, η Αυστριακή και η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκτιμούν ότι η αναφορά του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, σε «άλλη νομοθεσία» περιλαμβάνει την εθνική νομοθεσία, ενώ η Φινλανδική και η Ολλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή θεωρούν ότι περιορίζεται στην κοινοτική νομοθεσία.
49 Προς στήριξη της απόψεώς τους, η AvestaPolarit, η Αυστριακή και η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου προβάλλουν διάφορα επιχειρήματα που αντλούνται από το ιστορικό της θεσπίσεως, τη διατύπωση και την οικονομία της οδηγίας.
50 Επισημαίνουν, κατ' αρχάς, ότι κατά το χρονικό σημείο εκδόσεως της τροποποιητικής οδηγίας δεν υπήρχε κοινοτική νομοθεσία για τις απαριθμούμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας κατηγορίες αποβλήτων ii) (απόβλητα μεταλλευμάτων), iii) (πτώματα ζώων και ορισμένα γεωργικά απόβλητα) και v) (αποχαρακτηρισμένα εκρηκτικά). Αν η «άλλη νομοθεσία» αφορούσε μόνον την κοινοτική νομοθεσία, η εξαίρεση θα ήταν κενή περιεχομένου.
51 Σύμφωνα με τη Γερμανική Κυβέρνηση, από την αρχική οδηγία γίνεται σαφές ότι ο νομοθέτης θεώρησε ότι η διάθεση των διαλαμβανόμενων στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχεία αα έως εε, αποβλήτων μπορούσε να διασφαλισθεί από την εθνική νομοθεσία. Κατά την τροποποίηση της οδηγίας το 1991, ο νομοθέτης συνέταξε έναν κατά πολύ στενότερο κατάλογο εξαιρέσεων, ο οποίος αφορά μόνον απόβλητα που καλύπτονται από άλλη νομοθεσία διασφαλίζουσα τη διάθεσή τους σύμφωνα με το δίκαιο του περιβάλλοντος. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η τροποποίηση είχε σκοπό να αλλάξει τον κανόνα της αρχικής οδηγίας και να αποκλείσει τη δυνατότητα να διασφαλίζεται η σύμφωνη με το δίκαιο του περιβάλλοντος διάθεση βάσει εθνικού δικαίου. Παρόμοια επιχειρηματολογία προβάλλει και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
52 Στη συνέχεια, η AvestaPolarit, η Αυστριακή και η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου ισχυρίζονται ότι τόσο η αρχική όσο και η τροποποιηθείσα οδηγία χρησιμοποιούν διαφορετικές εκφράσεις, όπως «ειδικοί κοινοτικοί κανόνες» και «χωριστές οδηγίες», όταν επιθυμούν να παραπέμψουν αποκλειστικώς σε κοινοτικές διατάξεις.
53 Όσον αφορά την οικονομία της οδηγίας, η AvestaPolarit υποστηρίζει ότι η οδηγία περί στερεών αποβλήτων περιέχει και άλλες παραπομπές που αφορούν κατ' ανάγκην την εθνική νομοθεσία, όπως την κατηγορία Q13 του παραρτήματος Ι, «Κάθε ύλη, ουσία ή προϋόν του οποίου η χρήση απαγορεύεται από το νόμο» και τον ορισμό του αποβλήτου στο άρθρο 1, στοιχείο αα, ως «κάθε ουσία ή αντικείμενο [...] το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει» (24). Περαιτέρω, το άρθρο 11 προβλέπει ότι ορισμένες επιχειρήσεις μπορούν να απαλλάσσονται από την υποχρέωση λήψης αδείας. Δεδομένου ότι οι εξαιρέσεις αυτές είναι δυνατές στις περιπτώσεις που οι αρμόδιες αρχές έχουν θεσπίσει γενικούς κανόνες για τις σχετικές δραστηριότητες, η οδηγία δεν είναι, εν πάση περιπτώσει, σε θέση να παράγει ταυτόσημα αποτελέσματα στα διάφορα κράτη μέλη.
54 Η Αυστριακή και η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζουν ότι αν η έκφραση «άλλη νομοθεσία» αφορούσε μόνον την κοινοτική νομοθεσία, η απαρίθμηση των εξαιρουμένων αποβλήτων στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, θα ήταν περιττή, δεδομένου ότι, ενόψει της αρχής του lex specialis, οι ειδικές κοινοτικές ρυθμίσεις υπερτερούν σε κάθε περίπτωση του γενικού κοινοτικού δικαίου. Κατά συνέπεια, δεν υπήρχε λόγος σχετικής διευκρινίσεως.
55 Η Γερμανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι η οδηγία αποσκοπεί στη διασφάλιση ενός υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος. Εντούτοις, ορισμένα απόβλητα, όπως τα ραδιενεργά, πρέπει να τυγχάνουν επεξεργασίας σύμφωνα με ειδικές ρυθμίσεις. Οι οδηγίες δεν αποτελούν, σε γενικές γραμμές, πρόσφορο μέσο για τον καθορισμό των ειδικών αυτών απαιτήσεων. Ως εκ τούτου, είναι λογικό να εξαιρούνται τα απόβλητα αυτά από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και να υπάγονται σε άλλη νομοθεσία, έστω και αν η νομοθεσία αυτή υφίστατο αρχικώς μόνο σε εθνικό επίπεδο.
56 Δεν θεωρώ πειστικά τα επιχειρήματα που προέβαλαν η AvestaPolarit, η Αυστριακή και η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου. Κατ' αρχάς τουλάχιστον, φαίνεται πιθανότερο ένα μέτρο εναρμονίσεως να επιτρέπει τη θέσπιση ειδικότερων κοινοτικών ρυθμίσεων σε ορισμένους τομείς αντί να δίδει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να παρεκκλίνουν του κοινοτικού δικαίου δυνάμει εθνικής νομοθεσίας. Κατά τη γνώμη μου, η ερμηνεία αυτή είναι σύμφωνη με τον σκοπό, την οικονομία και το ιστορικό της θεσπίσεως της οδηγίας. Πάντως, προτού ασχοληθώ με τις πτυχές αυτές της νομοθεσίας, θα εξετάσω με συντομία το κείμενο της επίμαχης διατάξεως που όλοι οι ανωτέρω διάδικοι επικαλέστηκαν προς στήριξη της απόψεώς τους.
57 Δεν έχω πεισθεί από το επιχείρημα των διαδίκων αυτών ότι πρέπει να δοθεί ιδιαίτερο βάρος στο γεγονός ότι οι μη επιδεχόμενες αμφισβήτηση αναφορές της οδηγίας στην κοινοτική νομοθεσία χρησιμοποιούν εκφράσεις διαφορετικές ή ειδικότερες από την έκφραση «άλλη νομοθεσία». Σ' έναν ιδανικό κόσμο, βεβαίως, ο νομοθέτης θα ενεργούσε πάντοτε με ακρίβεια, συνοχή και λογική. Εντούτοις, το ιδανικό αυτό δεν επιτυγχάνεται πάντοτε. Εν προκειμένω, το κείμενο της διατάξεως είναι διφορούμενο: κατά τη γνώμη μου, δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι έχει οπωσδήποτε το νόημα που του αποδίδουν η AvestaPolarit, η Αυστριακή και η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
58 Επιπλέον, είναι πιθανό να ήταν η πρόθεση του νομοθέτη να χρησιμοποιήσει διαφορετικούς όρους προκειμένου να διακρίνει τα διαφορετικά αποτελέσματα που επιδιώκουν η «άλλη νομθεσία» του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, και οι «χωριστές οδηγίες» του άρθρου 2, παράγραφος 2. Η αρχική οδηγία εξαιρούσε απλώς από το πεδίο εφαρμογής της τα «απόβλητα τα υποκείμενα σε ειδικούς κοινοτικούς κανόνες». Η διατύπωση της τροποποιηθείσας οδηγίας παρουσιάζει αποχρώσεις. Ορισμένες κατηγορίες αποβλήτων εξαιρούνται «εφόσον καλύπτονται ήδη από άλλη νομοθεσία». Ορισμένες ειδικές διατάξεις ή συμπληρωματικές των διατάξεων της οδηγίας -η οποία, πάντως, θα εξακολουθήσει να εφαρμόζεται- για τη διαχείριση συγκεκριμένων κατηγοριών αποβλήτων είναι επίσης δυνατό να θεσπιστούν «από χωριστές οδηγίες» (25). Επομένως, οι «ειδικοί κοινοτικοί κανόνες» της αρχικής οδηγίας χωρίστηκαν σε δύο νομοθετικές κατηγορίες με διαφορετικούς σκοπούς και αποτελέσματα: η «άλλη νομοθεσία» καλύπτει απόβλητα των κατηγοριών που απαριθμούνται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, και τις εξαιρεί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, ενώ οι «χωριστές οδηγίες» συμπληρώνουν τις ρυθμίσεις της οδηγίας για άλλες κατηγορίες αποβλήτων.
59 Δεν θεωρώ ότι μπορεί να συναχθεί κάποιο σημαντικό συμπέρασμα από τις διαφορές στις λεπτομέρειες μεταξύ του άρθρου 2 της αρχικής οδηγίας και του τροποποιηθέντος άρθρου 2, μολονότι το Ηνωμένο Βασίλειο επιχειρεί να στηρίξει την ερμηνεία του μέσω μιας ενδελεχούς συγκρίσεως των διαφορών αυτών. Πάντως, είναι χρήσιμο να εξεταστούν σ' ένα ευρύτερο πλαίσιο οι τροποποιήσεις που επήλθαν το 1991.
60 Το προοίμιο της τροποποιητικής οδηγίας ορίζει τα εξής:
«[...] με την οδηγία 75/442/ΕΟΚ θεσπίστηκε μια σειρά κοινοτικών κανόνων για τη διάθεση των αποβλήτων· [...] προκειμένου να ληφθεί υπόψη η εμπειρία που έχει αποκτηθεί από την εφαρμογή της οδηγίας αυτής στα κράτη μέλη, είναι σκόπιμο να τροποποιηθούν οι εν λόγω κανόνες· [...] στις τροποποιήσεις λαμβάνεται ως βάση ένα υψηλό επίπεδο προστασίας του περιβάλλοντος·
[...] με το ψήφισμά του στις 7 Μαου 1990 σχετικά με την πολιτική στον τομέα των αποβλήτων, το Συμβούλιο ανέλαβε την υποχρέωση να τροποποιήσει την οδηγία 75/442·
[...] προκειμένου να γίνει αποτελεσματικότερη η διαχείριση των αποβλήτων στα πλαίσια της Κοινότητας, απαιτείται μια κοινή ορολογία και ορισμός των αποβλήτων·
[...]
[...] διαφορές μεταξύ των κρατών μελών όσον αφορά τη διάθεση και την αξιοποίηση των αποβλήτων μπορούν να επιδράσουν στην ποιότητα του περιβάλλοντος και στην καλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς» (26).
61 Η πρώτη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του ψηφίσματος του Συμβουλίου, της 7ης Μαου 1990, σχετικά με την πολιτική διαχείρισης των αποβλήτων (27), ορίζει:
«[...] είναι αναγκαίο προς το συμφέρον της προστασίας του περιβάλλοντος να θεσπιστεί γενική κοινοτική πολιτική διαχείρισης των αποβλήτων που θα αφορά όλα τα απόβλητα, ανεξάρτητα από το αν αυτά ανακυκλώνονται, επαναχρησιμοποιούνται ή καταστρέφονται».
62 Επομένως, είναι σαφές ότι η τροποποιητική οδηγία είναι διατυπωμένη γενικώς κατά τρόπο ευρύ: ο ορισμός του «αποβλήτου» είναι ευρύς, προκειμένου να διευκολύνεται η ομοιόμορφη εφαρμογή από τα κράτη μέλη της κοινοτικής νομοθεσίας περί αποβλήτων. Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από την αιτιολογική έκθεση επί της προτάσεως για την τροποποιητική οδηγία (28), σύμφωνα με την οποία:
«Ο χαρακτήρας της οδηγίας ως οδηγίας-πλαισίου υπογραμμίζεται και σχηματοποιείται. Πρόκειται για μια γενική οδηγία που θα εφαρμόζεται σε όλα τα απόβλητα. Οι διατάξεις της δεν θα επαναλαμβάνονται στις ειδικές οδηγίες που εφαρμόζονται σε συγκεκριμένες κατηγορίες αποβλήτων.»
63 Οι τροποποιήσεις που επήλθαν στο άρθρο 2 της αρχικής οδηγίας περιλαμβάνουν:
i) την κατάργηση της παραγράφου 1 («Με την επιφύλαξη της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη δύνανται να θεσπίζουν ειδικούς κανόνες για ειδικές κατηγορίες στερεών αποβλήτων»)·
ii) την προσθήκη της φράσεως «εφόσον καλύπτονται ήδη από αλλη νομοθεσία» για τις κατηγορίες αα, ββ, γγ και δδ του αρχικού άρθρου 2, παράγραφος 2 (κατόπιν νέας αριθμήσεως κατηγορίες i) έως iv) του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ), στις οποίες προστέθηκε μια νέα κατηγορία v) «αποχαρακτηρισμένα εκρηκτικά»·
iii) την κατάργηση της κατηγορίας ζζ του αρχικού άρθρου 2, παράγραφος 2 («απόβλητα [...] υποκείμενα σε ειδικούς κοινοτικούς κανόνες»)·
iv) την προσθήκη νέου άρθρου 2, παράγραφος 2 («Ειδικές επί μέρους ή συμπληρωματικές της παρούσας οδηγίας διατάξεις οι οποίες αποβλέπουν στη ρύθμιση της διαχείρισης ορισμένων κατηγοριών αποβλήτων είναι δυνατό να θεσπιστούν από χωριστές οδηγίες») και
v) τη μετατροπή της κατηγορίας εε του αρχικού άρθρου 2, παράγραφος 2 («τα αέρια απόβλητα τα εκπεμπόμενα στην ατμόσφαιρα») σε άρθρο 2, στοιχείο αα, η οποία εξακολουθεί να εξαιρείται άνευ ετέρου από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
64 Είναι σαφές ότι η πρώτη τροποποίηση σκοπό είχε να μην επιτρέψει στα κράτη μέλη να εξακολουθήσουν να θεσπίζουν ειδικούς κανόνες για ορισμένες κατηγορίες αποβλήτων, προκειμένου να επιτευχθεί ο γενικός στόχος της καθιερώσεως ενός ομοιόμορφου κοινοτικού ορισμού των αποβλήτων. Κατά τη γνώμη μου, το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το οποίο οι τροποποιήσεις του 1991 δεν είχαν σκοπό να αποκλείσουν τη δυνατότητα να εξακολουθήσει να διασφαλίζεται βάσει εθνικού δικαίου η σύμφωνη με το δίκαιο του περιβάλλοντος διαχείριση των αποβλήτων, δεν βρίσκει στήριγμα στην οικονομία της τροποποιητικής οδηγίας.
65 Η τρίτη τροποποίηση συνάδει με την μετατροπή της αρχικής οδηγίας σε οδηγία-πλαίσιο. Η καταργούμενη κατηγορία «απόβλητα [...] υποκείμενα σε ειδικούς κοινοτικούς κανόνες» αντικαθίσταται από το νέο άρθρο 2, παράγραφος 2, δυνάμει της τέταρτης τροποποιήσεως. Η τροποποίηση αυτή σκοπό είχε να καταστήσει σαφές ότι ο κοινοτικός νομοθέτης μπορούσε να εξακολουθήσει να εκδίδει ειδικές οδηγίες που εφαρμόζονται σε συγκεκριμένες κατηγορίες αποβλήτων, παρά το γεγονός ότι η οδηγία 75/442, όπως τροποποιήθηκε, επρόκειτο να αποτελέσει μια οδηγία-πλαίσιο εφαρμοζόμενη, κατ' αρχήν, σε όλα τα απόβλητα. Η τροποποίηση αυτή δεν προβλέπει την έκδοση νέων οδηγιών για τον καθορισμό γενικών κανόνων διαχειρίσεως ευρέων κατηγοριών αποβλήτων, οι οποίες θα εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων, αλλά τη θέσπιση ειδικών διατάξεων κατά κατηγορίες για τη διαχείριση συγκεκριμένων κατηγοριών αποβλήτων προκειμένου να συμπληρωθούν οι διατάξεις της οδηγίας. Η νομοθεσία καθορίζει ειδικώς τους σκοπούς, τους στόχους, τα κριτήρια ή τις διαδικασίες που αφορούν μια συγκεκριμένη κατηγορία αποβλήτων, για τα οποία κρίνεται κατάλληλη η συμπλήρωση των διατάξεων της οδηγίας περί στερεών αποβλήτων, δίχως πάντως να εξαιρούνται τα απόβλητα αυτά από το γενικό πεδίο εφαρμογής της εν λόγω οδηγίας. Ένα πρόσφορο παράδειγμα (μεταξύ πολλών άλλων (29)) αποτελεί η οδηγία για τα επικίνδυνα απόβλητα (30), το προοίμιο της οποίας ορίζει τα εξής:
«[...] οι γενικοί κανόνες που ισχύουν για τη διαχείριση των αποβλήτων, οι οποίοι καθορίζονται στην οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 15ης Ιουλίου 1975 περί των στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 19/156/ΕΟΚ, ισχύουν και για τη διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων·
[...] ότι η ορθή διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων απαιτεί συμπληρωματικούς κανόνες, οι οποίοι θα είναι αυστηρότεροι, προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη φύση αυτών των αποβλήτων» (31).
66 Απομένει η επίμαχη εν προκειμένω τροποποίηση, ήτοι η δεύτερη τροποποίηση, με την οποία προστίθεται η φράση «εφόσον καλύπτονται ήδη από άλλη νομοθεσία» πριν από τις κατηγορίες αποβλήτων που απαριθμούνται στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχεία i) έως v). Κατά τη γνώμη μου, η προσθήκη της φράσεως αυτής έχει ως αποτέλεσμα να εξαιρούνται οι κατηγορίες αυτές από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, όταν καλύπτονται από κοινοτική νομοθεσία. Κατά το χρονικό σημείο εκδόσεως της τροποποιητικής οδηγίας, υφίστατο κοινοτική νομοθεσία καλύπτουσα τα ραδιενεργά απόβλητα (32), τα πτώματα ζώων (33) και τα χρησιμοποιούμενα στη γεωργία περιττώματα (34). Είναι σαφές ότι οι οδηγίες αυτές σχηματίζουν έναν πλήρη κώδικα για τη διαχείριση των επίμαχων αποβλήτων. Η οδηγία για τα ζωικά απόβλητα, παραδείγματος χάριν, περιέχει έναν γενικό ορισμό των «ζωικών αποβλήτων» και προβλέπει λεπτομερείς διαδικασίες για τη μεταποίησή τους. Η οδηγία για την ιλύ καθαρισμού λυμάτων περιέχει επίσης έναν ευρύ ορισμό της «ιλύος» και ρυθμίζει λεπτομερώς τη χρήση της στη γεωργία. Δεν συμμερίζομαι το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως, σύμφωνα με το οποίο οι κατηγορίες αποβλήτων που απαριθμούνται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, στοιχείο ββ, της οδηγίας θα έπρεπε να ρυθμίζονται από το εθνικό δίκαιο διότι οι οδηγίες δεν αποτελούν πρόσφορο μέσο για τον καθορισμό ειδικών και λεπτομερών απαιτήσεων.
67 Δεν θεωρώ πειστικό ούτε το επιχείρημα ότι η εξαίρεση θα ήταν κενή περιεχομένου, αν η «άλλη νομοθεσία» αφορούσε μόνον την κοινοτική νομοθεσία, διότι κατά το χρονικό σημείο εκδόσεως της τροποποιητικής οδηγίας δεν υφίστατο κοινοτική νομοθεσία για τις απαριθμούμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της οδηγίας κατηγορίες αποβλήτων ii) (απόβλητα μεταλλευμάτων), iii) (πτώματα ζώων και ορισμένα γεωργικά απόβλητα) και v) (αποχαρακτηρισμένα εκρηκτικά). Αντιθέτως, η συνύπαρξη κατηγοριών αποβλήτων υποκείμενων σε κοινοτική νομοθεσία και άλλων κατηγοριών που δεν είχαν γίνει ακόμη αντικείμενο ρυθμίσεως οδηγεί στο συμπέρασμα ότι ο νομοθέτης θεωρούσε πιθανό να υπάρξει στο μέλλον κοινοτική ρύθμιση για τις κατηγορίες αυτές. Στο μεταξύ, πάντως, δεδομένου του ευρέος και εξαντλητικού χαρακτήρα του σκοπούμενου πεδίου εφαρμογής της οδηγίας, οι κατηγορίες αυτές αποβλήτων εξακολουθούσαν να εμπίπτουν στο πεδίο αυτό εφαρμογής.
68 Σύμφωνα με το σχήμα αυτό, η χρήση του όρου «ήδη» στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της τροποποιηθείσας οδηγίας δεν είχε σκοπό να περιορίσει την κατηγορία αυτή μόνο στα απόβλητα που καλύπτονται από άλλη νομοθεσία προγενέστερη της οδηγίας, αλλά να περιλάβει τα απόβλητα που καλύπτονται από άλλη (κοινοτική) νομοθεσία κατά το χρονικό σημείο κατά το οποίο προκύπτει το ζήτημα και ανεξαρτήτως της ημερομηνίας θεσπίσεως της νομοθεσίας αυτής. Την ερμηνεία αυτή τεκμηριώνει, επίσης, η περίπτωση των λυμάτων, τα οποία εξαιρούνται από το άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, σημείο iv), «εφόσον καλύπτονται ήδη από άλλη νομοθεσία». Η οδηγία περί λυμάτων (35) εκδόθηκε δύο μόνο μήνες μετά την τροποποιητική οδηγία του 1991, βάσει προτάσεως της Επιτροπής που δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 1990, πέντε ημέρες μετά τη δημοσίευση της τροποποιημένης προτάσεως για την τροποποιητική οδηγία. Επομένως, κατά τα νομοπαρασκευαστικά στάδια οι δύο οδηγίες ακολούθησαν για ορισμένο χρονικό διάστημα κοινή πορεία, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο να μην γνώριζε ο νομοθέτης την ύπαρξη της μιας οδηγίας κατά το χρονικό σημείο εκδόσεως της άλλης. Κατά συνέπεια, ο όρος «ήδη» δεν είναι δυνατό να έχει την ανωτέρω περιγραφείσα περιοριστική έννοια: θα ήταν παράλογο να υποστηριχθεί ότι τα λύματα εξακολουθούν να καλύπτονται από την οδηγία περί στερεών αποβλήτων ακόμη και μετά την έκδοση της οδηγίας περί λυμάτων για τον λόγο και μόνο ότι η οδηγία αυτή εκδόθηκε δύο μήνες αργότερα.
69 Κατά τη γνώμη μου, είναι χρήσιμο να εξετασθούν οι συνέπειες της ερμηνείας που προβάλλουν η AvestaPolarit, η Αυστριακή και η Γερμανική Κυβέρνηση, καθώς και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
70 Πρώτον, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να προσδιορισθεί με βεβαιότητα το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας σε δεδομένο χρονικό σημείο. Καμία διάταξη της οδηγίας δεν προβλέπει υποχρέωση κοινοποιήσεως στην Επιτροπή της νομοθεσίας που τα κράτη μέλη θεσπίζουν για τα απόβλητα που υπάγονται στις απαριθμούμενες στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, κατηγορίες.
71 Η παράλειψη αυτή δεν είναι, κατά τη γνώμη μου, άνευ σημασίας: η οδηγία επιβάλλει, αντιθέτως, στα κράτη μέλη ειδική υποχρέωση να ενημερώνουν την Επιτροπή α) για τα μέτρα που προτίθενται να λάβουν για να επιτύχουν τους στόχους του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας (36), β) για τα σχέδια διαχειρίσεως των αποβλήτων που εκπονούνται σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας (37), γ) για τα μέτρα που είναι αναγκαία για να εμποδίσουν μεταφορές αποβλήτων που αντιβαίνουν στα σχέδια διαχειρίσεως (38) και δ) για τους γενικούς κανόνες για τη διάθεση των αποβλήτων ή για τις δραστηριότητες αξιοποιήσεως που εξαιρούνται, δυνάμει του άρθρου 11 της οδηγίας, από την υποχρέωση λήψης αδείας που επιβάλλουν τα άρθρα 9 ή 10 (39).
72 Περαιτέρω, τα κράτη μέλη οφείλουν να διαβιβάζουν στην Επιτροπή κάθε τρία χρόνια πληροφορίες για την εφαρμογή της οδηγίας μέσω μιας τομεακής εκθέσεως, η οποία συντάσσεται βάσει ερωτηματολογίου καταρτιζόμενου από την Επιτροπή (40). Το ερωτηματολόγιο αυτό (41) επαναλαμβάνει τις απαιτήσεις της οδηγίας, ζητώντας πληροφορίες για τα σχέδια διαχειρίσεως των αποβλήτων και για τα μέτρα που λαμβάνονται δυνάμει των άρθρων 3, παράγραφος 1, 7, παράγραφος 3, και 11, παράγραφος 1.
73 Επομένως, μολονότι είναι αληθές, όπως υποστηρίζουν η Αυστριακή και η Γερμανική Κυβέρνηση, ότι η οδηγία δεν είναι δυνατό να παράγει ταυτόσημα αποτελέσματα στα διάφορα κράτη μέλη, εντούτοις υφίσταται υποχρέωση ενημερώσεως της Επιτροπής για τις επιλογές των κρατών μελών ως προς την εφαρμογή της οδηγίας. Δεδομένου του λεπτομερούς αυτού πλαισίου για την ενημέρωση της Επιτροπής ως προς τα εθνικά μέτρα εφαρμογής της τροποποιηθείσας οδηγίας, είναι αδιανόητο να μην απαιτείται επίσης από τα κράτη μέλη να κοινοποιούν τα εθνικά μέτρα που λαμβάνουν στους απαριθμούμενους στο άρθρο 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, τομείς, τα οποία θα είχαν ως αποτέλεσμα -σύμφωνα με την ερμηνεία της AvestaPolarit, της Αυστριακής και της Γερμανικής Κυβερνήσεως, καθώς και της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου- να εξαιρούνται οι τομείς αυτοί από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
74 Επιπλέον, η προτεινόμενη από την AvestaPolarit και τα κράτη μέλη αυτά ερμηνεία συνεπάγεται ότι το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας διαφέρει από τη μια στιγμή στην άλλη, ανάλογα με το αν κάθε κράτος μέλος εκδίδει, τροποποιεί ή καταργεί νομοθεσία που αφορά τις κατηγορίες αποβλήτων του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ. Μολονότι η AvestaPolarit και η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκτιμούν ότι καλύπτεται μόνον η νομοθεσία που ίσχυε κατά το χρονικό σημείο εκδόσεως της τροποποιητικής οδηγίας, εντούτοις οι δύο αυτοί διάδικοι ισχυρίζονται ότι οι μεταγενέστερες τροποποιήσεις της νομοθεσίας αυτής ή η ενοποίηση αυτής δεν την εξαιρούν από τον ορισμό. Πάντως, και ο περιορισμός αυτός είναι δυνατό να θέσει σε κίνδυνο την ασφάλεια δικαίου.
75 Επομένως, θα προέκυπτε για τα απόβλητα ένας ορισμός που θα ομοίαζε με «μωσαϋκό», ο οποίος όχι μόνο θα υπονόμευε, όπως προαναφέρθηκε, την ασφάλεια δικαίου, αλλά θα αντίκειτο σαφώς στους στόχους της τροποποιητικής οδηγίας, ήτοι στη μείωση των διαφορών μεταξύ των νομοθεσιών των κρατών μελών περί αποβλήτων μέσω της θεσπίσεως μιας γενικής κοινοτικής πολιτικής για τη διαχείριση αυτών και βάσει ενός υψηλού επιπέδου προστασίας του περιβάλλοντος (42).
76 Τέλος, κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου διαδικασίας ο δικηγόρος της AvestaPolarit προσκόμισε αντίγραφο επιστολής συνταχθείσας τον Δεκέμβριο του 1992 από τον προϋστάμενο, κατά το χρονικό εκείνο σημείο, του τομέα διαχειρίσεως αποβλήτων της Γενικής Διευθύνσεως XI (νυν Γενικής Διευθύνσεως Περιβάλλοντος) προς τους δικηγόρους Λονδίνου McKenna & Co. Η επιστολή έχει ως εξής:
«Όπως επισημάνθηκε τηλεφωνικώς, η διατύπωση του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, σημείο ii), σκοπό έχει να καλύψει άλλη κοινοτική νομοθεσία και, ελλείψει αυτής, άλλη εθνική νομοθεσία.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η εθνική νομοθεσία θα πρέπει να καλύπτει τη διαχείριση των επίμαχων υλικών.
Ο βαθμός ισοδυναμίας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη δεν έχει ακόμη προσδιορισθεί.»
77 Είναι αληθές ότι με την επιστολή αυτή επισημαίνεται ότι η «άλλη νομοθεσία» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, θα μπορούσε να περιλαμβάνει την εθνική νομοθεσία. Εντούτοις, η επιστολή εκφράζει την άποψη ενός εκπροσώπου της Επιτροπής σε δεδομένο χρονικό σημείο. Η άποψη αυτή δεν ήταν πάντοτε σταθερή. Κατά το έτος 2000, παραδείγματος χάριν, η Επιτροπή εξέφρασε την αντίθετη άποψη με δύο ανακοινώσεις, σύμφωνα με τις οποίες «[η] οδηγία 75/442/ΕΟΚ για τα απόβλητα, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ, εφαρμόζεται στα απόβλητα τα προερχόμενα από δραστηριότητες εξερεύνησης, εξόρυξης, επεξεργασίας και εναπόθεσης ορυκτών πόρων και από τις εργασίες των λατομείων, κατά το μέτρο που οι τελευταίες αυτές δεν καλύπτονταν μέχρι τώρα από κάποια άλλη κοινοτική νομοθεσία» (43) και «[ό]πως ορίζεται στο άρθρο 2 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ περί των αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε από την οδηγία 91/156/ΕΟΚ, από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ αποκλείονται τα απόβλητα που προκύπτουν από εργασίες ανιχνεύσεως, εξαγωγής, επεξεργασίας και εναποθηκεύσεως των μεταλλευτικών πόρων καθώς και από την εκμετάλλευση των λατομείων, στις περιπτώσεις που ήδη καλύπτονται από τις ρυθμίσεις της υπόλοιπης κοινοτικής νομοθεσίας» (44).
78 Κατά συνέπεια, δεν θεωρώ ότι μπορεί να αποδοθεί ιδιαίτερη σημασία στην προσκομισθείσα από τον δικηγόρο της AvestaPolarit επιστολή.
79 Επομένως, ενόψει της οικονομίας και των στόχων της οδηγίας, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η έκφραση «εφόσον καλύπτονται ήδη από άλλη νομοθεσία» του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, αφορά κοινοτική νομοθεσία, είτε αυτή θεσπίσθηκε πριν είτε μετά την έκδοση της οδηγίας. Δεδομένου ότι το Korkein hallinto-oikeus υπέβαλε τα επιμέρους ερωτήματα ββ και γγ του ερωτήματος 2 μόνο για την περίπτωση που η έκφραση «εφόσον καλύπτονται ήδη από άλλη νομοθεσία» του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, περιλαμβάνει την εθνική νομοθεσία, δεν προτίθεμαι να τα εξετάσω.
Πρόταση
80 Συνεπώς, προτείνω να δοθεί στα υποβληθέντα από το Korkein hallinto-oikeus προδικαστικά ερωτήματα η εξής απάντηση:
1) Τα θραύσματα πετρωμάτων που προκύπτουν από τις εργασίες εξορύξεως ορυκτών υλών ή/και η άμμος που προκύπτει από εργασίες εμπλουτισμού ορυκτών, τα οποία αποθηκεύονται επ' αόριστον εν αναμονή ενδεχόμενης χρησιμοποιήσεώς τους, πρέπει να θεωρούνται ως απόβλητα κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο αα, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί στερεών αποβλήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991.
2) Ο τόπος αποθηκεύσεως των θραυσμάτων πετρωμάτων και της άμμου, η σύστασή τους και το γεγονός, αν υποτεθεί αποδεδειγμένο, ότι δεν ενέχουν κίνδυνο για την ανθρώπινη υγεία ή για το περιβάλλον δεν είναι αποφασιστικά κριτήρια για τον χαρακτηρισμό τους ως αποβλήτων.
3) Η έκφραση «εφόσον καλύπτονται ήδη από άλλη νομοθεσία» του άρθρου 2, παράγραφος 1, στοιχείο ββ, της τροποποιηθείσας οδηγίας 75/442, αφορά κοινοτική νομοθεσία, είτε αυτή θεσπίσθηκε πριν είτε μετά την έκδοση της οδηγίας.
(1) - Προετοιμασία ή συγκέντρωση των ορυκτών μέσω επεξεργασίας ή καθαρισμού με σκοπό την απομάκρυνση των προσμείξεων.
(2) - Οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, περί των στερεών αποβλήτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 86), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (ΕΕ L 78, σ. 32).
(3) - Απόφαση της 18ης Απριλίου 2002, C-9/00, Συλλογή 2002, σ. Ι-3533.
(4) - Βλ. υποσημ. 3.
(5) - 1072/1993.
(6) - Διάταγμα 1390/1993, όπως τροποποιήθηκε με το διάταγμα 1414/1994.
(7) - Όπως τροποποιήθηκε με το διάταγμα 294/1997.
(8) - Νόμος 503/1965.
(9) - 312/1994 vp.
(10) - Βλ. σημείο 25.
(11) - Η τροποποιητική οδηγία εκδόθηκε στις 18 Μαρτίου 1991 και έπρεπε να τύχει εφαρμογής έως την 1η Απριλίου 1993 το αργότερο.
(12) - Βλ. υποσημ. 4.
(13) - Απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1997, C-129/96, Inter-Environnement Wallonie, Συλλογή 1997, σ. Ι-7411, σκέψη 26.
(14) - Απόφαση της 15ης Ιουνίου 2000, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-418/97 και C-419/97, ARCO Chemie Nederlands κ.λπ., Συλλογή 2000, σ. Ι-4475, σκέψεις 36 έως 40.
(15) - Απόφαση της 28ης Μαρτίου 1990, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-206/88 και C-207/88, Vessoso και Zanetti, Συλλογή 1990, σ. Ι-1461, σκέψη 9· της 25ης Ιουνίου 1997, C-304/94, C-330/94, C-342/94 και C-224/95, Tombesi κ.λπ., Συλλογή 1997, σ. Ι-3651, σκέψη 52, και προαναφερθείσα απόφαση ARCO Chemie Nederland, σκέψη 82.
(16) - Προαναφερθείσα απόφαση ARCO Chemie Nederland, σκέψεις 83 έως 87.
(17) - Προαναφερθείσα απόφαση Palin Granit, σκέψεις 33 έως 37.
(18) - Σκέψη 38 της αποφάσεως.
(19) - Σκέψη 42 της αποφάσεως.
(20) - Σκέψεις 43 έως 46 της αποφάσεως.
(21) - Οδηγία 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα (ΕΕ L 377, σ. 20).
(22) - Σκέψεις 47 έως 50.
(23) - Σκέψεις 40 και 41 της αποφάσεως.
(24) - Η υπογράμμιση δική μου.
(25) - Βλ. κατωτέρω, σημεία 65 και 66, για εκτενέστερη ανάλυση της διακρίσεως μεταξύ των δύο όρων.
(26) - Πρώτη, δεύτερη, τρίτη και πέμπτη αιτιολογική σκέψη.
(27) - ΕE C 122 της 18/05/1990, σ. 2.
(28) - Πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου που τροποποιεί την οδηγία 75/442/ΕΟΚ για τα απόβλητα· πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου σχετικά με τα επικίνδυνα απόβλητα, COM/88/391 τελικό της 5ης Αυγούστου 1988· το χωρίο που ακολουθεί περιλαμβάνεται στα «Σχόλια επί του κειμένου των προτάσεων».
(29) - Βλ., παραδείγματος χάριν, οδηγία 91/157/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991, για τις ηλεκτρικές στήλες και τους συσσωρευτές που περιέχουν ορισμένες επικίνδυνες ουσίες (ΕΕ 1991, L 78, σ. 38), όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 98/101/ΕΚ της Επιτροπής, της 22ας Δεκεμβρίου 1998 (ΕΕ 1999, L 1, σ. 1)· οδηγία 92/112/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Δεκεμβρίου 1992, για τον καθορισμό των διαδικασιών εναρμόνισης των προγραμμάτων περιορισμού της ρύπανσης που προκαλούν τα απόβλητα της βιομηχανίας διοξειδίου του τιτανίου, με προοπτική την εξάλειψή της (ΕΕ 1992, L 409, σ. 11)· οδηγία 94/62/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1994, για τις συσκευασίες και τα απορρίμματα συσκευασίας (ΕΕ 1994, L 365, σ. 10)· οδηγία 96/59/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Σεπτεμβρίου 1996, για τη διάθεση των πολυχλωροδιφαινυλίων και των πολυχλωροτριφαινυλίων (PCB/PCT) (ΕΕ 1996, L 243, σ. 31)· οδηγία 2000/53/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Σεπτεμβρίου 2000, για τα οχήματα στο τέλος του κύκλου ζωής τους (ΕΕ 2000, L 269, σ. 34), και, προσφάτως, οδηγία 2002/95/ΕΚ του Ευρωπαϋκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 27ης Ιανουαρίου 2003, σχετικά με τον περιορισμό της χρήσης ορισμένων επικίνδυνων ουσιών σε είδη ηλεκτρικού και ηλεκτρονικού εξοπλισμού (ΕΕ 2003, L 37, σ. 19).
(30) - Βλ. υποσημ. 22.
(31) - Τρίτη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
(32) - Βλ. ψήφισμα του Συμβουλίου, της 18ης Φεβρουαρίου 1980, περί της πραγματοποιήσεως κοινοτικού σχεδίου δράσεως στον τομέα των ραδιενεργών αποβλήτων (ΕΕ 1980, C 51, σ. 1), και απόφαση του Συμβουλίου 89/664/Ευρατόμ, της 15ης Δεκεμβρίου 1989, για την έγκριση του ειδικού προγράμματος έρευνας και τεχνολογικής ανάπτυξης της Ευρωπαϋκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας στον τομέα της διαχείρισης και αποθήκευσης των ραδιενεργών αποβλήτων (1990-1994) (ΕΕ 1989, L 395, σ. 28).
(33) - Οδηγία 90/667/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 27ης Νοεμβρίου 1990, για τη θέσπιση υγειονομικών κανόνων για τη διάθεση και τη μεταποίηση ζωικών αποβλήτων, τη διάθεσή τους στην αγορά και την προστασία από τους παθογόνους οργανισμούς των ζωοτροφών ζωικής προέλευσης ή με βάση τα ψάρια και για την τροποποίηση της οδηγίας 90/425/ΕΟΚ (ΕΕ 1990, L 363, σ. 51).
(34) - Οδηγία 86/278/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Ιουνίου 1986, σχετικά με την προστασία του περιβάλλοντος και ιδίως του εδάφους κατά τη χρησιμοποίηση της ιλύος καθαρισμού λυμάτων στη γεωργία (ΕΕ 1986, L 181, σ. 6).
(35) - Οδηγία 91/271/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Μαου 1991, για την επεξεργασία των αστικών λυμάτων (ΕΕ 1991, L 135, σ. 40).
(36) - Άρθρο 3, παράγραφος 2.
(37) - Άρθρο 7, παράγραφος 2.
(38) - Άρθρο 7, παράγραφος 3.
(39) - Άρθρο 11, παράγραφος 3.
(40) - Βλ. άρθρο 16 της οδηγίας, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 91/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 23ης Δεκεμβρίου 1991, για την τυποποίηση και τον εξορθολογισμό των εκθέσεων που αφορούν την εφαρμογή ορισμένων οδηγιών για το περιβάλλον (ΕΕ 1991, L 377, σ. 48).
(41) - Υπό τη μορφή παραρτήματος της αποφάσεως 94/741/ΕΚ της Επιτροπής, της 24ης Οκτωβρίου 1994, σχετικά με τα ερωτηματολόγια των εκθέσεων των κρατών μελών που αφορούν την εφαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα των αποβλήτων (εφαρμογή της οδηγίας 91/692/ΕΟΚ του Συμβουλίου) (ΕΕ 1994, L 296, σ. 42).
(42) - Βλ. ανωτέρω, σημεία 60 και 61.
(43) - Παράγραφος 3.1.1 της ανακοινώσεως της Επιτροπής «Προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης στη μη ενεργειακή εξορυκτική βιομηχανία της ΕΕ», COM/2000/265 τελικό, της 3ης Μαου 2000.
(44) - Παράγραφος 5.4.1 της ανακοινώσεως της Επιτροπής «Ασφαλής άσκηση των δραστηριοτήτων εξόρυξης μεταλλευμάτων: συνοδευτικά μέτρα παρακολούθησης των πρόσφατων ατυχημάτων σε μονάδες εξόρυξης», COM/2000/664 τελικό, της 23ης Οκτωβρίου 2000.
Full & Egal Universal Law Academy