Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
I - Εισαγωγή
1. Με την προκειμένη αίτηση, ο E. O'Hannrachain ζητεί την αναίρεση της αποφάσεως του Πρωτοδικείου της 16ης Ιανουαρίου 2001, T-97/99 και T-99/99, Chamier και O'Hannrachain κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή Υπ.Υπ. 2001, σ. I-A-1 και ΙΙ-1, στο εξής: αναιρεσιβαλλομένη απόφαση). Η εν λόγω απόφαση απέρριψε την προσφυγή-αγωγή του νυν αναιρεσείοντος με αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την ακύρωση της αποφάσεως της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής (στο εξής: ΑΔΑ) περί διορισμού του Lopez Veiga στη θέση του γενικού διευθυντού «Οικονομικά και δημοσιονομικός έλεγχος».
ΙΙ - Τα πραγματικά περιστατικά και η διαδικασία
2. Για εκτενή παρουσίαση των πραγματικών περιστατικών και της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου, παραπέμπω στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση.
3. Εν ολίγοις, κατόπιν εσωτερικής αναδιαρθρώσεως η οποία κατέληξε στη διαίρεση της Γενικής Διευθύνσεως «Προσωπικό, προϋπολογισμός και οικονομικά» σε δύο γενικές διευθύνσεις, ήτοι τη Γενική Διεύθυνση «Οικονομικά και δημοσιονομικός έλεγχος» και τη Γενική Διεύθυνση «Προσωπικό», κηρύχθηκε κενή, μεταξύ άλλων, μια θέση γενικού διευθυντού «Οικονομικά και δημοσιονομικός έλεγχος». Αποφασίστηκε αρχικώς η πλήρωση της εν λόγω κενής θέσεως βάσει της διαδικασίας του άρθρου 29, παράγραφος 1, στοιχείο α_ του Κανονισμού Υπηρεσιακής Καταστάσεως των Υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΥΚ). Η προκήρυξη κενής θέσεως συμπεριελάμβανε στα απαιτούμενα προσόντα, μεταξύ άλλων, υψηλού επιπέδου εξειδικευμένες γνώσεις στα οικονομικά. Ο E. O'Hannrachain, ο Lopez Veiga καθώς και τέσσερις ακόμη ενδιαφερόμενοι υπέβαλαν υποψηφιότητα για τη θέση αυτή. Όπως και ένας άλλος υποψήφιος, ο Lopez Veiga, ο οποίος την περίοδο εκείνη ήταν μόνιμος υπάλληλος της Επιτροπής αποσπασθείς στο Κοινοβούλιο υπό την ιδιότητα του προϊσταμένου του ιδιαίτερου γραφείου του Προέδρου, δεν ήταν επιλέξιμος για τη θέση αυτή δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του ΚΥΚ. Παρόλ' αυτά, υπέβαλε την υποψηφιότητά του για την περίπτωση κατά την οποία η αρμόδια αρχή θα αποφάσιζε, διευρύνοντας τις δυνατότητες επιλογών της, να κινήσει τη διαδικασία προσλήψεως του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Η διεύρυνση αυτή των δυνατοτήτων επιλογής πράγματι αποφασίστηκε. Λίγο αργότερα, ο Lopez Veiga διορίστηκε στην επίμαχη θέση. Κατά της αποφάσεως αυτής περί διορισμού ο E. O'Hannrachain υπέβαλε διοικητική ένσταση και, ακολούθως, προσφυγή, οι οποίες δεν ευδοκίμησαν.
4. Στις 19 Μαρτίου 2001, ο E. O'Hannrachain άσκησε αναίρεση, ζητώντας από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου, να δεχθεί τα πρωτοδίκως διατυπωθέντα αιτήματά του και, τέλος, να καταδικάσει το αντίδικο στα δικαστικά έξοδα.
ΙΙΙ - Η αίτηση αναιρέσεως
5. Προς στήριξη της προκειμένης αιτήσεως αναιρέσεως, ο E. O'Hannrachain προβάλλει έξι λόγους. Πρώτον, παράβαση του άρθρου 29 του ΚΥΚ. Δεύτερον, ότι το Πρωτοδικείο δεν συμμορφώθηκε προς τις αρχές της νομιμότητας, της αιτιολογήσεως και της κατ' αντιπαράθεση διεξαγωγής της διαδικασίας. Τρίτον, ότι το Πρωτοδικείο δεν συμμορφώθηκε προς τις συνέπειες που παράγει η ανακοίνωση κενής θέσεως. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως αντλείται από εσφαλμένη ερμηνεία της έννοιας της καταχρήσεως εξουσίας. Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως συνίσταται σε παράβαση των άρθρων 7 και 27 του ΚΥΚ καθώς και της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων. Τέλος, κατά τον αναιρεσείοντα, παραβιάσθηκαν οι αρχές τις υγιούς διαχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως καθώς και η υποχρέωση αιτιολογήσεως.
A - Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως: παράβαση του άρθρου 29 του ΚΥΚ
6. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αφορά τις εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου οι οποίες διατυπώθηκαν στις σκέψεις 33 έως 37, 39 και 40 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
7. Ο E. O'Hannrachain διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο παρέβη το άρθρο 29 του ΚΥΚ, θεωρώντας ότι η ΑΔΑ δύναται να ακολουθήσει τη διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ αφού έχει κινήσει διαδικασία προσλήψεως βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 1, χωρίς να έχει προβεί προηγουμένως σε συγκριτική εξέταση των προσόντων των παραδεκτών υποψηφιοτήτων στο πλαίσιο του άρθρου 29, παράγραφος 1, προκειμένου να ελέγξει εάν πληρούν τις απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως. Πράγματι, κατ' αυτόν τον τρόπο, η ΑΔΑ δεν εξέτασε εάν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 29 του ΚΥΚ, η διαδικασία προαγωγής/μεταθέσεως μπορούσε να καταλήξει στον διορισμό προσώπου που να κατέχει τα πλέον υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας.
8. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο αναγνώρισε, με τη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι υπήρχε ενδιαφέρον «a priori» για τις υποψηφιότητες, χωρίς πρόσθετη αιτιολογία. Κατά τον E. O'Hannrachain, η αναγνώριση αυτή σημαίνει ότι το Κοινοβούλιο είχε εσκεμμένως και εκ των προτέρων αποφασίσει να προβεί στον διορισμό του Lopez Veiga, κατά παράβαση των σχετικών διαδικασιών.
9. Διατείνεται ότι η βραχύτητα της προθεσμίας, εντός της οποίας διορίσθηκε ο Lopez Veiga, ενώ ήδη καθεαυτήν εγείρει ερωτηματικά, καθίσταται ακόμη περισσότερο ύποπτη εάν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες, υπό τις οποίες έλαβε χώραν ο διορισμός αυτός. Συναφώς, αναφέρεται στη διάσωση της υποψηφιότητας του Lopez Veiga με καταχρηστική εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ· στην έλλειψη συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων των παραδεκτών υποψηφιοτήτων στο πλαίσιο του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ· στην εσπευσμένη απόφαση του Προεδρείου βάσει ελάχιστα αιτιολογημένης προτάσεως του γενικού γραμματέα· στη μη συζήτηση των υποψηφιοτήτων οι οποίες επελέγησαν τελικά και στην έλλειψη αιτιολογίας παρέχουσας τη δυνατότητα να εκτιμηθούν οι λόγοι για τους οποίους προτιμήθηκε ο Lopez Veiga.
10. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος καθόσον αφορά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, ή τουλάχιστον αβάσιμος, διότι το Πρωτοδικείο στήριξε την απόφασή του σε πάγια νομολογία ως προς τη διαδικασία του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Εξάλλου, ο αναιρεσείων ερμήνευσε εσφαλμένως την έκφραση «a priori» που περιλαμβάνεται στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Εκτίμηση του πρώτου λόγου αναιρέσεως
11. Συμφωνώ με τον ισχυρισμό του Κοινοβουλίου ότι το Πρωτοδικείο δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία δεχόμενο ότι ήταν νόμιμη η διεύρυνση της διαδικασίας προσλήψεως κατά το άρθρο 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, ενώ ευρισκόταν σε εξέλιξη άλλη διαδικασία προσλήψεως κατά το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ, μολονότι στο πλαίσιο της πρώτης αυτής διαδικασίας είχαν ήδη υποβληθεί τέσσερις παραδεκτές υποψηφιότητες. Συναφώς το Πρωτοδικείο μπορούσε να στηριχθεί σε πάγια νομολογία. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι η χρήση του όρου «δυνατότητες» στο άρθρο 29 του ΚΥΚ σημαίνει ότι η ΑΔΑ δεν υποχρεούται οπωσδήποτε να προβεί στις ενέργειες περί των οποίων γίνεται μνεία εκεί, αλλά απλώς να εξετάσει, σε κάθε περίπτωση, εάν αυτές μπορούν να οδηγήσουν στον διορισμό προσώπου κατέχοντος τα πλέον υψηλά προσόντα ικανότητας, ακεραιότητας και αποδόσεως . Το Πρωτοδικείο εδικαιούτο να συναγάγει ότι η ΑΔΑ δεν υποχρεούται να ακολουθήσει, με τη σειρά που μνημονεύονται, τα διάφορα στάδια της διαδικασίας του άρθρου 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ . Βάσει πάντοτε αυτής της νομολογίας, η ΑΔΑ δεν υποχρεούται να συνεχίσει τη διαδικασία προσλήψεως την οποία κίνησε αλλά διαθέτει διακριτική ευχέρεια να διευρύνει, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, τις δυνατότητες επιλογών της και, επομένως, να ασκήσει τις εξουσίες της σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ. Προκύπτει ομοίως από πάγια νομολογία ότι η απόφαση να γίνει χρήση της δυνατότητας του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ δεν είναι ανάγκη να ληφθεί οπωσδήποτε κατά τη στιγμή της δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως κενής θέσεως και ότι η εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως δεν εξαρτάται από καμία προϋπόθεση δημοσιότητας .
12. Επομένως, το Πρωτοδικείο ορθώς συνήγαγε, αφορμώμενο από την υπάρχουσα νομολογία, στην οποία εξάλλου παραπέμπει η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι η ΑΔΑ μπορούσε να συνεχίσει τη διαδικασία προσλήψεως βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ και, αφετέρου, να λάβει υπόψη, στο πλαίσιο της διευρύνσεως των δυνατοτήτων επιλογής την οποία επιθυμούσε, τις δύο υποψηφιότητες οι οποίες ήταν απαράδεκτες στο πλαίσιο της διαδικασίας προσλήψεως που είχε κινηθεί αρχικώς βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 1, στοιχείο α_, του ΚΥΚ.
13. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του E. O'Hannrachain περί της χρήσεως της εκφράσεως «a priori» στη σκέψη 37 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, διαπιστώνω ότι το Πρωτοδικείο, αναμφιβόλως, εννοούσε ότι οι δύο υποψηφιότητες οι οποίες υποβλήθηκαν μετά την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ παρουσίαζαν ενδιαφέρον εκ πρώτης όψεως (a priori) για την έγκυρη κάλυψη της κενής θέσεως.
14. Προκύπτει από τα προεκτεθέντα ότι ο λόγος αυτός δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
B - Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως: παραβίαση της αρχής της νομιμότητας, μη συμμόρφωση προς την υποχρέωση αιτιολογήσεως και παραβίαση της αρχής της κατ' αντιπαράθεση διεξαγωγής της διαδικασίας διά της αποδοχής εγγράφων μεταγενέστερων της προσβαλλομένης διοικητικής αποφάσεως
15. Ο E. O'Hannrachain διατείνεται ότι το Πρωτοδικείο, με τις σκέψεις 58, 61 και 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, παραβίασε τις αρχές της νομιμότητας, της αιτιολογήσεως και της κατ' αντιπαράθεση διεξαγωγής της διαδικασίας δεχόμενο τα έγγραφα που προσκόμισε πρωτοδίκως το Κοινοβούλιο, τα οποία ήταν μεταγενέστερα της αποφάσεως περί διορισμού του Lopez Veiga.
16. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει κατ' ουσίαν ότι η νομιμότητα μιας αποφάσεως πρέπει να ελέγχεται κατά τη στιγμή της εκδόσεώς της, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη στοιχεία τα οποία ανέκυψαν σε μεταγενέστερο στάδιο, διότι το εκδόν την απόφαση όργανο δεν τα εγνώριζε όταν αποφάσιζε. Επομένως, οι αιτιολογίες πρέπει να παραπέμπουν σε στοιχεία δυνάμενα να ελεγχθούν, τα οποία πρέπει να προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελλο εκδόσεως της πράξεως. Πέραν αυτού, το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, έγγραφα μεταγενέστερα της επίδικης διοικητικής αποφάσεως, αντιβαίνει προς την αρχή της κατ' αντιπαράθεση διεξαγωγής της διαδικασίας.
17. Κατά το Κοινοβούλιο, η άποψη του E. O'Hannrachain επί της αρχής της νομιμότητας βασίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία της νομολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται απλώς και μόνον για στοιχεία που επιβεβαιώνουν ό,τι ήταν ήδη γνωστό κατά τη στιγμή που αποφασίστηκε ο διορισμός του Lopez Veiga. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Εκτίμηση του δευτέρου λόγου αναιρέσεως
18. Κατά πάγια νομολογία, στο πλαίσιο προσφυγής ακυρώσεως δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ, η νομιμότητα της προσβαλλομένης πράξεως πρέπει να κρίνεται σε συνάρτηση με τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο εκδόσεως της πράξεως . Ωστόσο, δεν πρόκειται περί αυτού στο πλαίσιο το οποίο μας απασχολεί.
19. Πράγματι, υπάρχει διαφορά μεταξύ, αφενός, των στοιχείων επί των οποίων στηρίχθηκε η διοικητική απόφαση και, αφετέρου, των στοιχείων τα οποία προσκομίσθηκαν στο πλαίσιο των δικαιωμάτων άμυνας προς στήριξη της αιτιολογίας της ληφθείσας αποφάσεως.
20. Συναφώς, πρέπει να διαπιστωθεί ότι το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει, με τις σκέψεις 56 και 57 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ότι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, η άσκηση της εξουσίας εκτιμήσεως την οποίαν διαθέτει η ΑΔΑ ως προς τους διορισμούς προϋποθέτει ενδελεχή εξέταση του φακέλου υποψηφιότητας και επιμελή τήρηση των απαιτήσεων της ανακοινώσεως κενής θέσεως, εις τρόπον ώστε να απορρίπτεται κάθε υποψήφιος που δεν πληροί τις απαιτήσεις αυτές και η ανακοίνωση κενής θέσεως να αποτελεί το νομικό πλαίσιο με το οποίο αυτοδεσμεύθηκε η ΑΔΑ και προς το οποίο πρέπει να συμμορφωθεί επακριβώς. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο υπενθυμίζει ότι, προκειμένου να ελέγξει εάν η ΑΔΑ υπερέβη τα όρια αυτού του νομικού πλαισίου και εάν ενήργησε προς το συμφέρον της υπηρεσίας, πρέπει εκ προοιμίου να διαπιστώσει ποιες ήταν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις ώστε να εκτιμήσει, ακολούθως, εάν τις πληροί ο υποψήφιος που επελέγη. Τέλος, το Πρωτοδικείο τονίζει ότι, με την εξέταση αυτή, δεν υποκαθιστά την ΑΔΑ στην εκτίμησή της ως προς τα προσόντα των υποψηφίων.
21. Ακολούθως, το Πρωτοδικείο έλεγξε εάν ο Lopez Veiga ανταποκρίνεται στις προϋπροθέσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως. Δεδομένου ότι οι πρωτοδίκως προσφεύγοντες-ενάγοντες ισχυρίζονταν ότι ο Lopez Veiga δεν διέθετε πανεπιστημιακό πτυχίο οικονομίας ή οικονομικών ή ισοδύναμη επαγγελματική πείρα και δεν είχε ενδελεχή γνώση των κανόνων που εφαρμόζονται στα κοινοτικά όργανα, και ιδίως του δημοσιονομικού κανονισμού, το Πρωτοδικείο ανέλυσε εις βάθος προπάντων αυτά τα στοιχεία. Σε αυτό το πλαίσιο, βασίστηκε στο βιογραφικό σημείωμα του Lopez Veiga. Εν συνεχεία, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, αφού ζήτησε από το Κοινοβούλιο να προσκομίσει επίσημο αντίγραφο του οικείου διπλώματος καθώς και κατάλογο των μαθημάτων που παρακολούθησε ο ενδιαφερόμενος, ότι ο Lopez Veiga διαθέτει πανεπιστημιακό πτυχίο οικονομίας. Ομοίως το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, βάσει του βιογραφικού σημειώματος και των εγγράφων τα οποία προσκόμισε το Κοινοβούλιο συνημμένα στο υπόμνημά του αντικρούσεως, ότι ο Lopez Veiga διαθέτει επίσης τις αναγκαίες γνώσεις περί των κανόνων που εφαρμόζονται στα κοινοτικά όργανα.
22. Ο E. O'Hannrachain αμφισβητεί τα έγγραφα αυτά τα οποία προσκόμισε το Κοινοβούλιο. Κατά την άποψή του, το Πρωτοδικείο δεν μπορούσε να τα λάβει υπόψη. Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για επιβεβαίωση των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο βιογραφικό σημείωμα του Lopez Veiga και ότι τα έγγραφα αυτά προσκομίσθηκαν στο πλαίσιο του πρωτοδίκως υποβληθέντος υπομνήματος αντικρούσεως. Το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι τα έγγραφα αυτά, μολονότι προσκομίσθηκαν μετά την υποψηφιότητα του Lopez Veiga και τείνουν να αποδείξουν την ακρίβεια και πληρότητα των πληροφοριών που διέθετε η ΑΔΑ όταν εξέδωσε την απόφασή της, δεν μπορούν να θεωρηθούν ως στοιχεία μεταγενέστερα της εκδόσεως της αποφάσεως. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός δεν μπορεί να γίνει δεκτός.
Γ - Οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως
23. Ο τρίτος, ο τέταρτος, ο πέμπτος και ο έκτος λόγος αναιρέσεως συγκλίνουν σε μεγάλο βαθμό, καθόσον αφορούν, κατ' ουσίαν, την ακαταλληλότητα του προσώπου που διορίστηκε για τη θέση του γενικού διευθυντού «Οικονομικά και Δημοσιονομικός έλεγχος» καθώς και παρατυπίες στη διαδικασία διορισμού. Θα επαναλάβω ευθύς αμέσως, καταρχάς, τις θέσεις των διαδίκων και, εν συνεχεία, θα προβώ σε ενιαία εκτίμηση αυτών των λόγων που απέμειναν.
1. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως: παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως και μη συμμόρφωση προς τις συνέπειες που παράγει η ανακοίνωση κενής θέσεως
24. Ο λόγος αυτός στρέφεται κατά των σκέψεων 62 έως 66 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Με αυτό το τμήμα της αποφάσεώς του, το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε ότι η ΑΔΑ δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως δεχόμενη ότι ο Lopez Veiga διαθέτει την πείρα και τις γνώσεις που απαιτεί η ανακοίνωση κενής θέσεως. Κατά τον E. O'Hannrachain, με αυτόν τον τρόπο, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο και δεν συμμορφώθηκε προς τα αποτελέσματα της ανακοινώσεως κενής θέσεως.
25. Ο αναιρεσείων επισημαίνει τις συνθήκες υπό τις οποίες προέκυψε η κενή θέση. Τονίζει, ιδίως, ότι οι λόγοι για τους οποίους η γενική διεύθυνση διαιρέθηκε σε δύο νέες γενικές διευθύνσεις σχετίζονται με την αυξανόμενη πολυπλοκότητα των χρηματοοικονομικών και δημοσιονομικών διατάξεων που εφαρμόζονται στα κοινοτικά όργανα, με συνέπεια η πλήρωση της επίδικης θέσεως να απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις και μεγάλη πείρα. Το Πρωτοδικείο έπρεπε να είχε λάβει υπόψη αυτό το στοιχείο για να εκτιμήσει αν η ΑΔΑ μπορούε λογικά να καταλήξει στην επίδικη απόφαση. Κατά τον αναιρεσείοντα, ο Lopez Veiga δεν πληροί δύο προϋποθέσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως, ήτοι δεν διαθέτει πανεπιστημιακό πτυχίο οικονομίας ή οικονομικών ή ισοδύναμη επαγγελματική πείρα, ούτε ενδελεχή γνώση των κανόνων δικαίου που εφαρμόζονται στα κοινοτικά όργανα, ιδίως όσον αφορά τα δημοσιονομικά θέματα.
26. Η απόφαση περί διορισμού του Lopez Veiga στη θέση του γενικού διευθυντού δεν περιλαμβάνει, εξάλλου, αιτιολογία από την οποία να προκύπτει ότι ο ενδιαφερόμενος πληροί της απαιτήσεις. Συναφώς, το Πρωτοδικείο κακώς αρκέσθηκε στις δηλώσεις του Κοινοβουλίου. Εκτός αυτού, το Πρωτοδικείο υποκατέστησε την ΑΔΑ, προβαίνοντας το ίδιο σε επιλογή μεταξύ των απαιτουμένων προσόντων, προβάλλοντας τα προσόντα που είχε ο Lopez Veiga και απορρίπτοντας τα άλλα, όσα δεν μπορούσε βεβαίως να διαθέτει.
27. Το Κοινοβούλιο θεωρεί τον λόγο αυτό απαράδεκτο ή, τουλάχιστον, αβάσιμο. Κατά πρώτον, το Πρωτοδικείο εξήγησε επαρκώς γιατί η ΑΔΑ μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Lopez Veiga συγκέντρωνε τα απαιτούμενα προσόντα. Εξάλλου, τονίζει ότι ο E. O'Hannrachain επιμένει ότι η επίδικη απόφαση περί διορισμού δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη όσον αφορά τις απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως. Τούτο σημαίνει ότι το Πρωτοδικείο όφειλε αν ελέγξει όχι μόνον εάν η ΑΔΑ μπορούσε να λάβει τη συγκεκριμένη απόφαση, αλλά επίσης εάν η ίδια η απόφαση διορισμού ήταν επαρκώς αιτιολογημένη. Ωστόσο, ο E. O'Hannrachain ουδέποτε προέβαλε ένα τέτοιο λόγο πρωτοδίκως. Το Κοινοβούλιο διατείνεται περαιτέρω ότι η ΑΔΑ δεν υποχρεούται να αιτιολογεί συναφώς την απόφασή της. Όσον αφορά τη δήθεν μη συμμόρφωση προς τις συνέπειες της ανακοινώσεως κενής θέσεως, το Κοινοβούλιο ισχυρίζεται ότι δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο - κατά το στάδιο της αιτήσεως αναιρέσεως - να προβεί σε νέα εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών όπως αυτά εκτέθηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου.
2. Ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως: δεν ελήφθη υπόψη η έννοια της καταχρήσεως εξουσίας
28. Ο λόγος αυτός στρέφεται κατά των εκτιμήσεων του Πρωτοδικείου που περιλαμβάνονται στις σκέψεις 109, 111, 112 και 116 έως 120 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατά τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη την έννοια της καταχρήσεως εξουσίας, αρνούμενο να αναγνωρίσει ότι οι πολυάριθμες, αντικειμενικές, λυσιτελείς και συγκλίνουσες ενδείξεις που επικαλέσθηκε ο E. O'Hannrachain καταδεικνύουν την ύπαρξη καταχρήσεως εξουσίας. Εξάλλου, το Πρωτοδικείο εξέτασε τα στοιχεία αυτά χωριστά και παρέλειψε να τα εκτιμήσει ως σύνολο.
29. Αναφέρει ως παραδείγματα τις δηλώσεις του Αντιπροέδρου, ενός κοσμήτορα του Κοινοβουλίου και πολιτικών κομμάτων, το γεγονός ότι ορισμένοι υποψήφιοι αποσύρθηκαν, ότι ο Lopez Veiga υπέβαλε υποψηφιότητα για την περίπτωση κατά την οποία η ΑΔΑ αποφάσιζε να εφαρμόσει το άρθρο 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, καθώς και το γεγονός ότι ο Lopez Veiga δεν πληρούσε ορισμένες ουσιώδεις απαιτήσεις της επίδικης θέσεως. Κατά τον E. O'Hannrachain, η διαπίστωση από το Πρωτοδικείο ότι αφενός, ο Πρόεδρος του Κοινοβουλίου εδήλωσε ότι επιθυμούσε να διορίσει τον Lopez Veiga σε θέση υψηλού επιπέδου, καθώς και, αφετέρου ότι ο Lopez Veiga συμμετείχε στην προπαρασκευή της διαδικασίας προσλήψεως, όπως προκύπτει από τη σκέψη 120 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ήταν επαρκείς ενδείξεις καταχρήσεως εξουσίας, ακόμη και θεωρούμενες κεχωρισμένως. Εν πάση περιπτώσει, η κατάχρηση εξουσίας προκύπτει από τις εν λόγω ενδείξεις θεωρούμενες ως σύνολο.
30. Τέλος, το Πρωτοδικείο απέρριψε σειρά παρόμοιων ενδείξεων αναιτιολογήτως, ή τουλάχιστον χωρίς επαρκή αιτιολογία, ή ως αλυσιτελείς.
31. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι ορθώς το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι δεν υπάρχει κατάχρηση εξουσίας. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός.
3. Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως: Παράβαση των άρθρων 7 και 27 του ΚΥΚ και παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων
32. Το Πρωτοδικείο παρέβη, με τις σκέψεις 84 έως 88 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, τα άρθρα 7 και 27 του ΚΥΚ και παρεβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, καθόσον δεν ανέτρεψε τον διορισμό υποψηφίου μη πληρούντος της απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως, ενώ ο E. O'Hannrachain τις πληρούσε καθ' ολοκληρίαν.
33. Ο E. O'Hannrachain προβάλλει ότι, είναι μεν αληθές ότι η ΑΔΑ διαθέτει ευρεία εξουσία εκτιμήσεως, αλλά στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται περί υποψηφίου στερουμένου προσόντων, με συνέπεια αυτός να μην είναι δυνατόν να συγκριθεί με τους άλλους υποψηφίους ούτε καν να ληφθεί υπόψη.
34. Δεχόμενο ότι η ΑΔΑ δεν υπέπεσε σε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως όσον αφορά την καταλληλότητα της υποψηφιότητας του Lopez Veiga ο οποίος, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν διαθέτει τα απαιτούμενα προσόντα, ιδίως επειδή στερείται των αναγκαίων γνώσεων στον τομέα του προϋπολογισμού και των οικονομικών, το Πρωτοδικείο διέπραξε σφάλμα εκτιμήσεως με τις σκέψεις 84 έως 86 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
35. Με τη σκέψη 87 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένως την έννοια του «συμφέροντος της υπηρεσίας», επειδή η άσκηση αρμοδιοτήτων γενικού και πολιτικού χαρακτήρα δεν μπορεί να αναπληρώσει τις εξειδικευμένες γνώσεις που απαιτεί η επίδικη θέση.
36. Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Το Πρωτοδικείο παρέμεινε πλήρως εντός των ορίων που χαράσσει η νομολογία, δεχόμενο ότι το Προεδρείο δεν διέπραξε πρόδηλο σφάλμα εκτιμήσεως. Εξάλλου, το Κοινοβούλιο επισημαίνει το ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει η ΑΔΑ, σύμφωνα με τη νομολογία, όταν πρόκειται για θέση A 1. Ομοίως, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα εκτιμήσεως ως προς την έννοια του «συμφέροντος της υπηρεσίας».
4. Ο έκτος λόγος αναιρέσεως: παραβίαση της αρχής της υγιούς διαχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως και παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
37. Ο λόγος αυτός στρέφεται κατά των σκέψεων 128 και 129 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατά τον E. O'Hannrachain, πρόκειται κατ' ουσίαν για πολιτικό διορισμό υπέρ προσώπου μη πληρούντος τα ειδικά προσόντα, κατόπιν μη νόμιμης και εσκεμμένως στεβλής διαδικασίας. Συνεπώς, το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική και πραγματική πλάνη.
38. Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι ο E. O'Hannrachain αρκείται να υπενθυμίσει τις συνθήκες υπό τις οποίες διορίσθηκε ο Lopez Veiga και να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του για τον τρόπο με τον οποίον το Πρωτοδικείο εκτίμησε τα πραγματικά περιστατικά. Παρόμοια αιτίαση δεν συνιστά παραδεκτό λόγο αναιρέσεως. Κατά συνέπεια, ο λόγος που αντλείται από τη δήθεν παραβίαση της αρχής της υγιούς διαχειρίσεως και της χρηστής διοικήσεως και τη δήθεν παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως πρέπει να απορριφθεί.
5. Εκτίμηση των λοιπών λόγων αναιρέσεως
39. Ο τρίτος, ο τέταρτος, ο πέμπτος και ο έκτος λόγος έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό ότι αφορούν όλοι, αν και υπό διαφορετικό πρίσμα, τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώραν ο διορισμός.
40. Όπως ανέφερα στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του πρώτου λόγου, προκύπτει από πάγια νομολογία ότι το Πρωτοδικείο μπορούσε να δεχθεί ότι η διεύρυνση της διαδικασίας προσλήψεως βάσει του άρθρου 29, παράγραφος 2, του ΚΥΚ ήταν επιτρεπτή στη συγκεκριμένη περίπτωση.
41. Όπως ήδη προκύπτει σιωπηρώς από την εκτίμηση του δεύτερου λόγου, μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο Lopez Veiga, σύμφωνα με το βιογραφικό του, πληροί τις απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως. Τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν στο πλαίσιο της ασκήσεως του δικαιώματος άμυνας το επιβεβαίωσαν και πάλι.
42. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο προέβη σε εκτίμηση των εν λόγω απαιτήσεων, ελέγχοντας κατά πόσον η ΑΔΑ υπερέβη τα όρια της διακριτικής της ευχέρειας και εάν συμμορφώθηκε προς τις απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως, και διαπίστωσε ότι ο Lopez Veiga ανταποκρινόταν στο σύνολο των εν λόγω απαιτήσεων, κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση της ΑΔΑ ήταν εύλογη.
43. Ο τρίτος λόγος αναιρέσεως αφορά την αιτιολογία και τη μη συμμόρφωση προς τα αποτελέσματα της ανακοινώσεως κενής θέσεως. Στο μέτρο που αφορά την αιτιολογία της ίδιας της αποφάσεως διορισμού, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Εξάλλου, επισημαίνω συναφώς ότι απόφαση διορισμού η οποία διαπιστώνει ότι ο υποψήφιος πληροί τις απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως και διαθέτει αντίστοιχα προσόντα και πείρα, είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Στο Πρωτοδικείο εναπόκειται να ελέγξει εάν η ΑΔΑ συμμορφώθηκε προς τις απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως και εάν ο υποψήφιος, ο οποίος διορίσθηκε, τις πληροί πράγματι. Επεσήμανα ήδη, με την προηγούμενη σκέψη, ότι το Πρωτοδικείο έλεγξε εάν ο ενδιαφερόμενος υποψήφιος πληρούσε όλες τις απαιτήσεις της θέσεως. Όσον αφορά τις εξειδικευμένες γνώσεις στα δημοσιονομικά και την αντίστοιχη επαγγελματική πείρα, η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Πρωτοδικείου είναι επαρκώς αιτιολογημένη με τις σκέψεις 62 έως 66. Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
44. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να λάβει υπόψη το πλαίσιο εντός του οποίου εντασσόταν η ανακοίνωση κενής θέσεως (η ίδρυση μιας νέας γενικής διευθύνσεως και ειδική εμπειρία και γνώσεις που απαιτούνταν για τη διοίκησή της), επισημαίνω ακόμη, ως εκ περισσού, ότι αυτά ελήφθησαν υπόψη κατά τον προσδιορισμό των απαιτούμενων προσόντων. Επομένως, αρκεί ο έλεγχος κατά πόσον πληρούνται αυτά τα προσόντα.
45. Επί του τέταρτου λόγου αναιρέσεως, παρατηρώ ότι η προβαλλόμενη κατάχρηση εξουσίας στηρίζεται, κατά το στάδιο της αιτήσεως αναιρέσεως, στις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώραν ο διορισμός. Οι συνθήκες αυτές εξετάσθηκαν από το Πρωτοδικείο με τις σκέψεις 109, 111 και 116 έως 120 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Κατόπιν αυτού του ελέγχου, το Πρωτοδικείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε κατάχρηση εξουσίας στην προκειμένη περίπτωση. Ως εκ περισσού, τονίζω ότι ο E. O'Hannrachain, προς στήριξη της θέσεώς του, προβάλλει πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι, ως τέτοιοι, είναι προδήλως απαράδεκτοι. Ορθώς το Κοινοβούλιο επικαλείται την απόφαση Hilti κατά Επιτροπής . Η εν λόγω απόφαση αποφαίνεται ότι «η εκ μέρους του Πρωτοδικείου εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που του έχουν υποβληθεί δεν αποτελεί, εκτός της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων αυτών, νομικό ζήτημα υποκείμενο, ως τέτοιας φύσεως, στον έλεγχο του Δικαστηρίου». Ομοίως, το Κοινοβούλιο ορθώς επισημαίνει ότι ο λόγος, διά του οποίου αμφισβητείται η διαπίστωση πραγμάτων που περιλαμβάνεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ότι η κατάχρηση εξουσίας δεν αποδείχθηκε, είναι απαράδεκτος .
46. Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως βασίζεται, κατ' ουσίαν, επί του ισχυρισμού ότι η ΑΔΑ όφειλε να συγκρίνει (ή, ακριβέστερα, δεν θα έπρεπε να συγκρίνει) τα προσόντα του Lopez Veiga και εκείνα του αναιρεσείοντος και να συναγάγει ότι ο αναιρεσείων υπερείχε του υποψηφίου ο οποίος διορίστηκε. Σε αυτό το πλαίσιο, ο αναιρεσείων επαναλαμβάνει τον πραγματικό ισχυρισμό του ότι ο Lopez Veiga δεν πληρούσε τις απαιτήσεις της ανακοινώσεως κενής θέσεως. Εξ αυτού, συνάγω ότι πρόκειται για επιχείρημα το οποίο ήδη χαρακτήρισα ως αβάσιμο στο πλαίσιο της εξετάσεως του πρώτου, του δευτέρου και του τρίτου λόγου. Στο πλαίσιο της εκτιμήσεως του πρώτου λόγου, επιβεβαίωσα τη δυνατότητα διευρύνσεως μιας διαδικασίας προσλήψεως, ακόμη και εάν αυτή ευρίσκεται σε εξέλιξη. Τούτο σημαίνει ότι η υποψηφιότητα του Lopez Veiga μπορούσε επίσης να ληφθεί υπόψη. Προκύπτει από την εκτίμηση του δευτέρου και του τρίτου λόγου ότι το Πρωτοδικείο μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η ΑΔΑ εδικαιούτο να θεωρήσει, βάσει των πραγματικών περιστατικών που εγνώριζε, ότι ο Lopez Veiga πληρούσε τις προϋποθέσεις που απαιτούνταν για τη θέση.
47. Ως εκ τούτου, ο έκτος λόγος αναιρέσεως, ο οποίος βασίζεται επί του πραγματικού ισχυρισμού ότι ο Lopez Veiga δεν πληρούσε τις απαιτήσεις και ο οποίος απορρίφθηκε από το Πρωτοδικείο ως αβάσιμος, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει ως απαράδεκτος.
Δ - Η αίτηση επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως
48. Δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από τα προεκτεθέντα, δεν μπορεί να γίνει δεκτός κανένας λόγος, παρέλκει η εξέταση της αιτήσεως επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως.
IV - Συμπέρασμα
49. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) Να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως
2) Να καταδικάσει τον E. O'Hannrachain στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy