Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Η παρούσα αίτηση αναίρεση ασκήθηκε από την εταιρία T. Port GmbH & Co. KG κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 1ης Φεβρουαρίου 2001, T. Port κατά Επιτροπής . Με την εν λόγω απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή με την οποία η ενάγουσα ζήτησε αποκατάσταση της ζημίας την οποία υπέστη συνεπεία της καθιερώσεως του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής με τον κανονισμό (ΕΚ) 478/95 .
Ι - Το νομικό πλαίσιο
2. Το νομικό πλαίσιο της διαφοράς μπορεί να συνοψισθεί στα εξής .
3. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 404/93 του Συμβουλίου, της 13ης Φεβρουαρίου 1993, για την κοινή οργάνωση της αγοράς στον τομέα της μπανάνας , καθιέρωσε κοινό καθεστώς όσον αφορά τις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες. Στο άρθρο 17, πρώτο εδάφιο, του εν λόγω κανονισμού ορίζεται ότι για οποιαδήποτε εισαγωγή μπανάνας στην Κοινότητα απαιτείται η προσκόμιση πιστοποιητικού εισαγωγής το οποίο εκδίδεται από τα κράτη μέλη.
4. Αρχικώς, το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 404/93, προέβλεπε το άνοιγμα δασμολογικής ποσόστωσης 2 εκατομμυρίων τόνων καθαρού βάρους για τις εισαγωγές μπανάνας από τρίτες χώρες εκτός των κρατών της Αφρικής, της Καραϊβικής και του Ειρηνικού (AΚΕ) και για τις μη παραδοσιακές εισαγωγές μπανάνας προελεύσεως κρατών ΑΚΕ . Στο πλαίσιο της ποσοστώσεως αυτής, οι εισαγωγές μπανάνας τρίτων χωρών υποβάλλονταν σε δασμό 100 ECU ανά τόνο και για τις εισαγωγές μη παραδοσιακά εισαγομένων μπανανών ΑΚΕ ουδείς δασμός επεβάλλετο.
5. Το άρθρο 19, παράγραφος 1, του κανονισμού 404/93 προέβλεπε κατανομή της δασμολογικής ποσοστώσεως, η οποία παρεχόταν σε ποσοστό 66,5 % στην κατηγορία των επιχειρηματιών που είχαν ασχοληθεί με την εμπορία μπανάνας τρίτων χωρών και/ή μη παραδοσιακά εισαγομένων μπανανών ΑΚΕ (κατηγορία Α), σε ποσοστό 30 % στην κατηγορία των επιχειρηματιών που είχαν ασχοληθεί με την εμπορία κοινοτικής μπανάνας και/ή παραδοσιακά εισαγομένων μπανανών ΑΚΕ (κατηγορία Β) και σε ποσοστό 3,5 % στην κατηγορία των εγκατεστημένων στην Κοινότητα επιχειρηματιών οι οποίοι άρχισαν να ασχολούνται με την εμπορία μπανάνας πλην της κοινοτικής και/ή της παραδοσιακά εισαγόμενης από τις χώρες ΑΚΕ από το 1992 (κατηγορία Γ).
6. Το καθεστώς αυτό αναθεωρήθηκε στο πλαίσιο της γενικής συμφωνίας δασμών και εμπορίου (ΓΣΔΕ).
7. Τον Μαρτίο του 1994, η Ευρωπαϊκή Κοινότητα κατέληξε σε συμφωνία - γνωστή ως συμφωνία-πλαίσιο για τις μπανάνες - με μια σειρά χωρών της Λατινικής Αμερικής, ήτοι τη Δημοκρατία της Κολομβίας, τη Δημοκρατία της Κόστα Ρίκα, τη Δημοκρατία της Νικαράγουας και τη Δημοκρατία της Βενεζουέλας. Με τη συμφωνία αυτή η συνολική δασμολογική ποσόστωση ορίστηκε σε 2 100 000 τόνους για το 1994 και σε 2 200 000 για το 1995 και τα επόμενα έτη και συγχρόνως καθορίστηκαν τα ποσοστά σύμφωνα με τα οποία κατανεμήθηκε η ποσόστωση μεταξύ της Κολομβίας, της Κόστα Ρίκα, της Νικαράγουας και της Βενεζουέλας.
8. Στο σημείο 6 της συμφωνίας-πλαισίου προβλέπεται ότι οι εν λόγω χώρες «μπορούν να εκδίδουν ειδικές άδειες εξαγωγής για ποσότητα δυνάμενη να φθάσει έως το 70 % της ποσοστώσεώς τους» και ότι «οι εν λόγω άδειες συνιστούν προϋπόθεση για τη χορήγηση εκ μέρους της Κοινότητας πιστοποιητικών για τις εισαγωγές μπανάνας, προελεύσεως των εν λόγω χωρών, που πραγματοποιούν οι επιχειρηματίες της "κατηγορίας Α" και της "κατηγορίας Γ".» Εξάλλου, στο σημείο 7 της συμφωνίας-πλαισίου ο εντός της δασμολογικής ποσοστώσεως δασμός ορίζεται σε 75 ECU ανά τόνο.
9. Στις 22 Δεκεμβρίου 1994, το Συμβούλιο ενέκρινε τη συμφωνία-πλαίσιο εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας . Την 1η Μαρτίου 1995, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 478/95, με τον οποίο θέσπισε τα μέτρα που ήταν αναγκαία για τη θέση σε εφαρμογή της εν λόγω συμφωνίας. Στο άρθρο 3, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού προβλέπεται ότι, για εμπόρευμα καταγόμενο από την Κολομβία, την Κόστα Ρίκα ή τη Νικαράγουα, η αίτηση έκδοσης πιστοποιητικού εισαγωγής των κατηγοριών Α και Γ πρέπει να συνοδεύεται από πιστοποιητικό εξαγωγής εκδιδόμενο από τις αρμόδιες αρχές των προαναφερθέντων κρατών.
10. Στις 10 Μαρτίου 1998, το Δικαστήριο ακύρωσε εν μέρει την απόφαση 94/800 επειδή η εν λόγω απόφαση, εξαιρώντας τους επιχειρηματίες της κατηγορίας Β του καθεστώτος των πιστοποιητικών εξαγωγής, παραβίασε την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων που προβλέπεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 34, παράγραφος 2, ΕΚ) . Το Δικαστήριο κήρυξε επίσης άκυρο τον κανονισμό 478/95 για τους ίδιους λόγους .
ΙΙ - Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου
11. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου στις 4 Ιανουαρίου 1999, η ενάγουσα άσκησε αγωγή αποζημιώσεως με βάση τα άρθρα 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρα 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ).
12. Ως επιχείρηση της κατηγορίας Α, ζήτησε επανόρθωση της ζημίας που υπέστη συνεπεία του ότι της επιβλήθηκε με τον κανονισμό 478/95 η υποχρέωση να λάβει πιστοποιητικά εξαγωγής προκειμένου να εισαγάγει και να εμπορευθεί μπανάνες προερχόμενες από την Κόστα Ρίκα.
13. Η ενάγουσα ζήτησε από το Πρωτοδικείο να υποχρεώσει την Κοινότητα να της καταβάλει, αφενός, το ποσό των 828 337,10 γερμανικών μάρκων (DΕΜ), το οποίο αντιστοιχεί στην τιμή των πιστοποιητικών εξαγωγής που υποχρεώθηκε να λάβει και, αφετέρου, το ποσό 126 356,80 DΕΜ που αντιστοιχεί στις δαπάνες χρηματοδοτήσεως για την απόκτηση των εν λόγω πιστοποιητικών.
ΙΙΙ - Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
14. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή για τους ακόλουθους λόγους:
«42 Η θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας βάσει του άρθρου 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης [...] εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων που αναφέρονται στον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς που προσάπτεται στα κοινοτικά όργανα, στο υποστατό της ζημίας, καθώς και στην ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της συμπεριφοράς και της προβαλλομένης ζημίας [...].
43 Εν προκειμένω, πρέπει να εξεταστούν από κοινού οι προϋποθέσεις που αφορούν το υποστατό της ζημίας και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας.
[...]
55 Υπενθυμίζεται ότι κατά πάγια νομολογία, εναπόκειται στον διάδικο που επικαλείται την ευθύνη της Κοινότητας να προσκομίσει πειστικά αποδεικτικά στοιχεία ως προς την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας που προβάλλει [...].
56 Εν προκειμένω, η προβαλλόμενη ζημία αποτελείται από δύο στοιχεία. Πρώτον, συνίσταται στις δαπάνες αγοράς, από την ενάγουσα, πιστοποιητικών εξαγωγής μπανανών προελεύσεως Κόστα Ρίκα. Δεύτερον, έγκειται στους τραπεζικούς τόκους που η ενάγουσα κατέβαλε επί των εισπραχθέντων ποσών εν όψει της αγοράς αυτής επί ορίου πιστώσεως που έθεσε στη διάθεσή της η τράπεζά της.
57 Προκειμένου περί του πρώτου στοιχείου της ζημίας, η ενάγουσα προσκομίζει βεβαίωση του εξουσιοδοτημένου ελεγκτή της με την οποία αυτός δηλώνει ότι "από το 1996 έως το 1998 [η ενάγουσα] δαπάνησε 828 337,10 DEM για να εφοδιαστεί με άδειες εξαγωγής για μπανάνες προελεύσεως Κόστα Ρίκα". Από τις λογιστικές εγγραφές της και από τις δηλώσεις στις οποίες προέβη κατά τη συνεδρίαση προκύπτει ότι η ενάγουσα θεωρεί ότι οι δαπάνες των οποίων γίνεται μνεία στη βεβαίωση αυτή συνιστούν αφεαυτών τη ζημία την οποία είχε υποστεί και ότι παρέλκει η εξέταση της επιπτώσεως την οποία πράγματι είχαν οι εν λόγω δαπάνες στην αποδοτικότητα των αντίστοιχων εμπορικών συναλλαγών της. Επομένως δεν όφειλε να παράσχει πρόσθετες διευκρινίσεις ή αποδεικτικά στοιχεία.
58 Η συλλογιστική αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή για πλείονες λόγους.
59 Πρώτον, η προμνημονευθείσα βεβαίωση δεν περιέχει κανένα στοιχείο που να παρέχει τη δυνατότητα ελέγχου της ακριβείας του ποσού που αντιστοιχεί στις δαπάνες εφοδιασμού με πιστοποιητικά εξαγωγής.
60 Δεύτερον, ακόμα και αν υποτεθεί ότι δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί ότι το ποσό αυτό είναι ακριβές, ουδόλως αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα πράγματι χρησιμοποίησε η ίδια το σύνολο των πιστοποιητικών εξαγωγής που αντιστοιχούν στο ποσό αυτό για να πραγματοποιήσει εισαγωγές μπανανών στην Κοινότητα. Η προσκόμιση όμως της σχετικής αποδείξεως επιβάλλεται εφόσον, όπως επισήμανε η Επιτροπή χωρίς να αντικρούεται από την ενάγουσα, τα πιστοποιητικά εξαγωγής που κατέχει ένας επιχειρηματίας μπορούσαν, στην πράξη, να πωληθούν σε άλλον επιχειρηματία, μάλιστα δε να ανταλλαγούν με πιστοποιητικά εισαγωγής.
61 Οι δύο βεβαιώσεις του εξουσιοδοτημένου ελεγκτή που έχουν επισυναφθεί στο υπόμνημα απαντήσεως δεν είναι πειστικές ως προς το σημείο αυτό. Περιορίζονται, πράγματι, να αναφέρουν ότι, το 1996, 1997 και 1998, η ενάγουσα κατέβαλε, αντιστοίχως, 767 225,38 DEM, 489 029,36 DEM και 1 419,11 DEM ως "εισαγωγικούς δασμούς για εισαγωγές μπανανών προελεύσεως Κόστα Ρίκα". Ελλείψει οποιασδήποτε ενδείξεως ως προς τις ποσότητες μπανανών στις οποίες αντιστοιχούν τα συνολικά αυτά ποσά καθώς και ως προς τις ποσότητες στις οποίες αντιστοιχεί το προμνημονευθέν ποσό των 828 337,10 DEM, ή ως προς τις παραμέτρους που χρησιμοποίησε ο εξουσιοδοτημένος ελεγκτής για να καταλήξει στα ποσά αυτά, δεν μπορεί να αποδειχθεί με την αναγκαία βεβαιότητα ότι οι ποσότητες μπανανών προελεύσεως Κόστα Ρίκα που εισήχθησαν στην Κοινότητα από την ενάγουσα μεταξύ 1996 και 1998 αντιστοιχούν στις ποσότητες μπανανών για τις οποίες έλαβε πιστοποιητικά εξαγωγής στη χώρα αυτή. Επιπλέον, και εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ένα μέρος των εισαγωγικών δασμών που κατέβαλε η ενάγουσα να αφορά μπανάνες που εισήχθησαν στην Κοινότητα με την κάλυψη πιστοποιητικών εισαγωγής κατηγορίας Β, για τις οποίες δεν ήταν αναγκαία η προσκόμιση πιστοποιητικού εξαγωγής. Πρέπει να τονιστεί συναφώς ότι η μία από τις προαναφερθείσες βεβαιώσεις μνημονεύει ότι η ενάγουσα απέκτησε "πρόσθετα πιστοποιητικά σχετικά με την εισαγωγή μπανανών Κόστα Ρίκα", χωρίς να διευκρινίζεται η κατηγορία στην οποία ανάγονται τα πιστοποιητικά αυτά.
62 Η ενάγουσα όφειλε κατά μείζονα λόγο να μεριμνήσει για την κοινοποίηση πληροφοριακών στοιχείων επί των διαφόρων αυτών σημείων διότι τόσο στο υπόμνημα αντικρούσεως όσο και στο υπόμνημα ανταπαντήσεως η Επιτροπή επέστησε ρητώς την προσοχή της στο γεγονός ότι τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία ήσαν απαραίτητα για να αποδειχθεί το υποστατό και η έκταση της προβαλλομένης ζημίας. Παρά τις παρατηρήσεις αυτές, η ενάγουσα - όπως παραδέχθηκε κατά τη συνεδρίαση απαντώντας σε ερώτηση του Πρωτοδικείου - σκοπίμως επέλεξε να μην τα κοινοποιήσει.
63 Τρίτον, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ενάγουσα χρησιμοποίησε για λογαριασμό της το σύνολο των πιστοποιητικών εξαγωγής που απέκτησε, η μέθοδος προσδιορισμού της ζημίας που συνίσταται στο να εξομοιώνει τη ζημία με τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκε δεν μπορεί να γίνει δεκτή.
64 Πρώτον, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, η ενάγουσα μετακύλισε τις δαπάνες αποκτήσεως των πιστοποιητικών εξαγωγής εν μέρει ή εν όλω στις τιμές πωλήσεως που εφάρμοσε. Η υπόθεση αυτή είναι ακόμα περισσότερο βάσιμη καθόσον οι ποσότητες μπανανών των οποίων η εισαγωγή στην Κοινότητα εξηρτάτο από τη χορήγηση πιστοποιητικού εξαγωγής αντιπροσώπευαν μεγάλο τμήμα της δασμολογικής ποσοστώσεως.
65 Η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε τη δυνατότητα της μετακυλίσεως αυτής, ούτε μάλιστα αρνήθηκε ότι προέβη εν προκειμένω στη μετακύλιση αυτή. Περιορίστηκε να αντιτάξει ότι το επιχείρημα αυτό προβλήθηκε από την Επιτροπή για πρώτη φορά κατά τη συνεδρίαση και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη από το Πρωτοδικείο. Η ένσταση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, καθόσον η Επιτροπή επισήμανε ρητώς στα έγγραφά της την ανάγκη να έχει στη διάθεσή της πληροφοριακά στοιχεία σχετικά με τις δαπάνες που συνδέονται με το καθεστώς των πιστοποιητικών εξαγωγής και τους όρους υπό τους οποίους πραγματοποιήθηκαν οι επίμαχες εισαγωγές μπανάνας. Εφόσον η ενάγουσα οικειοθελώς επέλεξε να υιοθετήσει άκρως επιφυλακτική στάση όσον αφορά την παροχή αποδείξεων, δεν μπορεί ευλόγως να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι διευκρίνισε ορισμένες από τις επικρίσεις της κατά τρόπο πλέον εμπεριστατωμένο κατά τη συνεδρίαση.
66 Δεύτερον, το επιχείρημα της Επιτροπής ότι το μειονέκτημα που συνιστά η υποχρέωση για τους επιχειρηματίες των κατηγοριών Α και Γ να εφοδιάζονται με πιστοποιητικά εξαγωγής αντισταθμίστηκε, τουλάχιστον εν μέρει, με τα δύο άλλα ταυτόχρονα μέτρα που συνομολογήθηκαν με τη συμφωνία πλαίσιο, δηλαδή την αύξηση κατά 200 000 τόνους της δασμολογικής ποσοστώσεως και της μειώσεως κατά 25 ECU ανά τόνο του τελωνειακού δασμού που εφαρμόζεται στις εισαγωγές μπανάνας τρίτων χωρών στο πλαίσιο της ποσοστώσεως αυτής, δεν φαίνεται να στερείται βάσεως. Βεβαίως, τα μέτρα αυτά ευνόησαν και τους επιχειρηματίες της κατηγορίας Β εφόσον ένα μέρος της δασμολογικής ποσοστώσεως είχε απονεμηθεί και σ' αυτούς. Πάντως, επωφελήθηκαν σε μικρότερο βαθμό, καθόσον το μέρος αυτό περιορίστηκε στο 30 % και οι επιχειρηματίες των κατηγοριών Α και Γ έλαβαν το υπόλοιπο 70 %.
67 Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι το γεγονός και μόνον, ακόμα και αν υποτεθεί αποδεδειγμένο, ότι ένας επιχειρηματίας υποβλήθηκε σε πρόσθετες δαπάνες στο πλαίσιο των εμπορικών συναλλαγών του δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκην ότι υπέστη αντίστοιχη απώλεια. Εν προκειμένω, η ενάγουσα, καθόσον αρκέστηκε σκοπίμως να θεμελιώσει το αίτημά της στο γεγονός και μόνον ότι υποβλήθηκε σε ορισμένα έξοδα δεν απέδειξε επαρκώς από νομικής απόψεως ότι πράγματι υπέστη ζημία.»
15. Στις σκέψεις 68 έως 74 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε το αίτημα της ενάγουσας που αφορά το δεύτερο σκέλος της προβαλλομένης ζημίας (δηλαδή τις δαπάνες για τη χρηματοδότηση της απόκτησης των πιστοποιητικών εξαγωγής). Έκρινε ότι τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η ενάγουσα σε σχέση με τη ζημία αυτή δεν ήταν επαρκή.
16. Εξάλλου, στις σκέψεις 76 έως 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε την ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς που προσήψε στην Επιτροπή και της ζημίας την οποία υποστηρίζει ότι υπέστη.
17. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο απέρριψε την αγωγή αποζημίωσεως.
IV - Η αίτηση αναιρέσεως
18. Με δικόγραφο που κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Μαρτίου 2001, η T. Port GmbH & Co. KG άσκησε αναίρεση. Ζητεί από το Δικαστήριο να εξαφανίσει εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση και να υποχρεώσει την Κοινότητα να της καταβάλει το ποσό των 828 337,10 DEM.
19. Προς θεμελίωση της αναιρέσεώς της, η αναρεσείουσα επικαλείται πέντε λόγους:
- νομικό σφάλμα όσον αφορά τον ορισμό της εννοίας της ζημίας·
- παραβίαση της αρχής compensatio lucri cum damno (συμψηφισμού ζημίας και κέρδους)·
- παράβαση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως·
- νομικό σφάλμα κατά την εκτίμηση των επιχειρημάτων της σχετικά με τη χρησιμοποίηση των πιστοποιητικών εξαγωγής και
- νομικό σφάλμα κατά την εκτίμηση του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς των κοινοτικών οργάνων και της προκληθείσης ζημίας.
20. Στη συνέχεια θα εξετάσω τους λόγους αυτούς αναιρέσεως με τη σειρά με την οποία υποβλήθηκαν. Οι δύο πρώτοι λόγοι θα εξεταστούν μαζί, καθ' ότι αμφότεροι αφορούν τη συλλογιστική που υιοθέτησε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 63 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως.
Α - Επί των δύο πρώτων λόγων
21. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως , η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κρίνοντας ότι η ενάγουσα μετακύλισε το κόστος των πιστοποιητικών εξαγωγής στην τιμή πωλήσεως των μπανανών. Κατά την άποψή της, το ζήτημα της μετακυλίσεως της ζημίας δεν μπορεί να επηρεάσει τον καθορισμό του μεγέθους της ζημίας αυτής. Το Πρωτοδικείο όφειλε να διαπιστώσει ότι η ζημία αντιστοιχούσε στην τιμή των επιδίκων πιστοποιητικών εξαγωγής.
22. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως , η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι εσφαλμένως δέχθηκε ότι ορισμένα μέτρα της συμφωνίας-πλαισίου (και συγκεκριμένα η αύξηση της δασμολογικής ποσοστώσεως και η μείωση των τελωνειακών δασμών) αντιστάθμισαν το μειονέκτημα που δημιουργήθηκε συνεπεία της επιβολής υποχρεώσεως αποκτήσεως των πιστοποιητικών εξαγωγής. Κατά την άποψή της, η αρχή compensatio lucri cum damno εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που το δημιουργηθέν πλεονέκτημα απορρέει από την αυτή νομική παράβαση που προκάλεσε τη ζημία. Όμως, εν προκειμένω, η αύξηση της ποσοστώσεως και η μείωση των τελωνειακών δασμών δεν συνιστούν νομική παράβαση.
23. Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία , το Δικαστήριο απορρίπτει άνευ ετέρου τις αιτιάσεις που στρέφονται κατά των περιττών αιτιολογιών αποφάσεων του Πρωτοδικείου. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι, καθόσον το διατακτικό της αποφάσεως του Πρωτοδικείο στηρίζεται σε άλλους λόγους, που αποτελούν την κύρια αιτιολογία, οι ως άνω αιτιάσεις δεν μπορούν να οδηγήσουν σε εξαφάνιση της προσβαλλομένης αποφάσεως και είναι, ως εκ τούτου, αλυσιτελείς.
24. Στην προκειμένη περίπτωση, οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως βάλλουν ακριβώς κατά αιτιολογίας που επέχει δευτερεύοντα ρόλο σε σχέση με την αιτιολογία που παρατίθεται στις σκέψεις 59 έως 62 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
25. Στις σκέψεις 58 έως 67 της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο εξέτασε τους ισχυρισμούς της εναγούσας σχετικά με το πρώτο σκέλος της προβαλλομένης ζημίας, δηλαδή το ποσό των 828 337, 10 DEM. Το Πρωτοδικείο ανέπτυξε σχετικώς δύο ομάδες σκέψεων.
26. Η πρώτη ομάδα αφορά την εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων που προσκόμισε η ενάγουσα. Το Πρωτοδικείο έκρινε, στις σκέψεις 59 έως 62, ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε ότι πράγματι υπέστη την προβαλλόμενη ζημία επειδή: 1) οι βεβαιώσεις του εξουσιοδοτημένου ελεγκτή της δεν επέτρεπαν τη συναγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και 2) δεν αποδείχθηκε ότι χρησιμοποίησε τα πιστοποιητικά εξαγωγής για ίδιο λογαριασμό.
27. Η δεύτερη ομάδα σκέψεων αφορά τον καθορισμό του ύψους της ζημίας. Στις σκέψεις 63 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι, «ακόμη και αν υποτεθεί ότι δεν είναι δυνατόν να αμφισβητηθεί ότι το ποσό [των 828 337, 10 DEM] είναι ακριβές» και «ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ενάγουσα χρησιμοποίησε για λογαριασμό της το σύνολο των πιστοποιητικών εξαγωγής» , η ζημία της δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ισούται με το τίμημα των εν λόγω πιστοποιητικών. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η ενάγουσα μετακύλισε το κόστος των πιστοποιητικών στην τιμή πωλήσεως των μπανανών και ότι ορισμένα μέτρα της συμφωνίας-πλαισίου αντιστάθμισαν το μειονέκτημα που δημιουργήθηκε συνεπεία της υποχρεώσεως αγοράς των επιμάχων πιστοποιητικών.
28. Από τα στοιχεία αυτά προκύπτει ότι η αιτιολογία που αφορά τον καθορισμό του ύψους της ζημίας (σκέψεις 63 έως 67 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως) έχει επικουρικό χαρακτήρα σε σχέση με την αιτιολογία που αφορά τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η ενάγουσα (σκέψεις 59 έως 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως). Το Πρωτοδικείο προχώρησε στην αποτίμηση της ζημίας βασιζόμενο στην υπόθεση - την οποία ρητώς απέκλεισε - ότι η ενάγουσα απέδειξε κατά ικανοποιητικό τρόπο την ύπαρξη της ζημίας της.
29. Υπό τις συνθήκες αυτές, φρονώ ότι οι δύο πρώτοι λόγοι αναιρέσεως είναι αλυσιτελείς. Δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αναίρεση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως καθότι, για να συμβεί κάτι τέτοιο, η αιτούσα θα πρέπει οπωσδήποτε να αποδείξει ότι η αιτιολογία που αφορά την απόδειξη των ισχυρισμών της (σκέψεις 59 έως 62 της προσβαλλομένης αποφάσεως) είναι εσφαλμένη.
30. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει τους δύο πρώτους λόγους αναιρέσεως.
Β - Επί του τρίτου λόγου
31. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως , η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Τονίζει ότι, στη σκέψη 59 της εν λόγω αποφάσεως, το Πρωτοδικείο αποφάσισε να μη λάβει υπόψη την πρώτη βεβαίωση του εξουσιοδοτημένου ελεγκτή της χωρίς να εξηγήσει για ποιο λόγο το αποδεικτικό αυτό στοιχείο δεν αρκούσε προς απόδειξη του υποστατού της ζημίας της.
32. Υπενθυμίζεται ότι, προς απόδειξη της ζημίας της, η αναιρεσείουσα προσκόμισε κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία τρεις βεβαιώσεις. Η πρώτη βεβαίωση υποβλήθηκε ως παράρτημα του δικογράφου της αγωγής και ανέφερε ότι, «μεταξύ 1996 και 1998, [η ενάγουσα] δαπάνησε 828 337,10 DEM για την απόκτηση αδειών εξαγωγής για μπανάνες προελεύσεως Κόστα Ρίκα» . Οι δύο άλλες βεβαιώσεις υποβλήθηκαν ως παράρτημα του υπομνήματος απαντήσεως και ανέφεραν ότι, κατά τα έτη 1996, 1997 και 1998, η ενάγουσα κατέβαλε 767 225,38 DEM, 489 029,36 DEM και 1 419,11 DEM αντιστοίχως ως «εισαγωγικούς δασμούς για εισαγωγές μπανανών προελεύσεως Κόστα Ρίκα» .
33. Ωστόσο, σε αντίθεση με τα υποστηριζόμενα από την αιτούσα, το Πρωτοδικείο εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους οι τρεις αυτές βεβαιώσεις δεν αρκούσαν για να αποδείξουν τη ζημία που επικαλέστηκε η ενάγουσα.
34. Ειδικότερα, στη σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο ανέφερε ότι «[ε]λλείψει οποιασδήποτε ενδείξεως ως προς τις ποσότητες μπανανών στις οποίες αντιστοιχούν τα συνολικά [...] ποσά [των 767 225,38 DEM, 489 029,36 DEΜ και 1 419,11 DEM], καθώς και ως προς τις ποσότητες στις οποίες αντιστοιχεί το προμνημονευθέν ποσό των 828 337,10 DEM, ή ως προς τις παραμέτρους που χρησιμοποίησε ο εξουσιοδοτημένος ελεγκτής για να καταλήξει στα ποσά αυτά, δεν μπορεί να αποδειχθεί με την αναγκαία βεβαιότητα ότι οι ποσότητες μπανανών προελεύσεως Κόστα Ρίκα που εισήχθησαν στην Κοινότητα από την ενάγουσα μεταξύ 1996 και 1998 αντιστοιχούν στις ποσότητες μπανανών για τις οποίες έλαβε πιστοποιητικά εξαγωγής στη χώρα αυτή» .
35. Με τη σκέψη 62 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Πρωτοδικείο προσέθεσε ότι «[η] ενάγουσα όφειλε κατά μείζονα λόγο να μεριμνήσει για την κοινοποίηση πληροφοριακών στοιχείων επί των διαφόρων αυτών σημείων καθόσον [...] η Επιτροπή επέστησε ρητώς την προσοχή της στο γεγονός ότι τα πληροφοριακά αυτά στοιχεία ήσαν απαραίτητα για να αποδειχθεί το υποστατό και η έκταση της προβαλλομένης ζημίας. Παρά τις παρατηρήσεις αυτές, η ενάγουσα - όπως παραδέχθηκε κατά τη συνεδρίαση απαντώντας σε ερώτηση του Πρωτοδικείου - σκοπίμως επέλεξε να μην τα κοινοποιήσει».
36. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους έκρινε ότι η πρώτη βεβαίωση που προσκόμισε η ενάγουσα δεν είχε επαρκή αποδεικτική αξία. Κατά το Πρωτοδικείο, δεν ήταν αρκετή η δήλωση του ποσού των εξόδων στα οποία υποβλήθηκε η αναιρεσείουσα για την απόκτηση των πιστοποιητικών εξαγωγής. Έπρεπε κυρίως να προσδιοριστούν οι παράμετροι με βάση τις οποίες υπολογίστηκαν τα έξοδα αυτά και, ιδίως, οι ποσότητες μπανανών στις οποίες αντιστοιχούσαν.
37. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι το Πρωτοδικείο δεν παρέβη την τυπική υποχρέωση αιτιολογήσεως. Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να απορρίψει τον τρίτο λόγο αναιρέσεως.
Γ - Επί του τετάρτου λόγου
38. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα στρέφεται κατά της σκέψεως 60 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως. Η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Πρωτοδικείο ότι εσφαλμένως έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι η αναιρεσείουσα χρησιμοποίησε για ίδιο λογαρισμό το σύνολο των πιστοποιητικών εξαγωγής που αντιστοιχούσαν στο ποσό που βεβαίωσε ο εξουσιοδοτημένος ελεγκτής της (828 337,10 DEM).
39. Η αναιρεσείουσα θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο δεν εκτίμησε ορθώς τα επιχειρήματά της. Κατά την άποψή της, η εκ μέρους της καταβολή των εισαγωγικών δασμών, όπως προκύπτει από τη σχετική βεβαίωση του εξουσιοδοτημένου ελεγκτή, αποδεικνύει ότι χρησιμοποίησε πράγματι τα πιστοποιητικά εξαγωγής και πραγματοποίησε τις επίμαχες εισαγωγές στην Κοινότητα. Η αναιρεσείουσα προσκόμισε σχετικώς πίνακα στον οποίο εμφαίνονται, για τα έτη 1996, 1997 και 1998, οι ποσότητες μπανάνας που εισήγαγε καθώς και το κόστος αποκτήσεως των πιστοποιητικών εξαγωγής. Διευκρινίζει ότι οι ποσότητες μπανάνας που εισήχθησαν μπορούν να συναχθούν από το ποσό των εισαγωγικών δασμών που καταβλήθηκαν βάσει επιβαλλομένου τελωνειακού δασμού 75 ECU ή 146,69 DEM ανά τόνο και ότι η τιμή των πιστοποιητικών ανερχόταν σε 96,61 DEM ανά τόνο.
40. Υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εξακριβώνει τα πραγματικά περιστατικά ούτε, καταρχήν, να εξετάζει τα αποδεικτικά στοιχεία που δέχθηκε το Πρωτοδικείο σε σχέση με τα περιστατικά αυτά. Εφόσον, δηλαδή, η προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων ήταν νομότυπη και τηρήθηκαν οι γενικές αρχές του δικαίου και οι διαδικαστικοί κανόνες που διέπουν τη διεξαγωγή των αποδείξεων, το Πρωτοδικείο είναι το μόνο αρμόδιο να εκτιμήσει την αξία που πρέπει να προσδοθεί στα στοιχεία που του έχουν υποβληθεί . Επομένως, η εκτίμηση αυτή δεν αποτελεί, με την επιφύλαξη της περιπτώσεως αλλοιώσεως των στοιχείων αυτών, νομικό ζήτημα υποκείμενο στον έλεγχο του Δικαστηρίου .
41. Στην προκειμένη περίπτωση, η επίκληση αυτού του λόγου αναιρέσεως αποσκοπεί ακριβώς στην αμφισβήτηση της ορθότητος του τρόπου με τον οποίο το Πρωτοδικείο εκτίμησε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η ενάγουσα. Η τελευταία υποστηρίζει ότι, σε αντίθεση με τα όσα δέχθηκε το Πρωτοδικείο, οι βεβαιώσεις που προσκόμισε πρωτοδίκως περιείχαν όλα τα απαραίτητα στοιχεία που επέτρεπαν να διαπιστωθεί ότι η αιτούσα είχε κάνει πράγματι χρήση των επιδίκων πιστοποιητικών. Ωστόσο, η αιτούσα δεν απέδειξε, ούτε υποστήριξε καν ότι το Πρωτοδικείο αλλοίωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που του υποβλήθηκαν.
42. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι προφανώς απαράδεκτος.
Δ - Επί του πέμπτου λόγου
43. Με τον τελευταίο λόγο αναιρέσεως , η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κατά την εξέταση του ζητήματος του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς των κοινοτικών οργάνων και της ζημίας την οποία υπέστη. Φρονεί ότι, σε αντίθεση με τα γενόμενα δεκτά από το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 76 έως 80 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το γεγονός και μόνον ότι πραγματοποίησε εισαγωγές μπανάνας καταγωγής Κόστα Ρίκα κατ' εφαρμογή της συμφωνίας-πλαισίου αρκεί για να θεμελιώσει την ύπαρξη της αιτιώδους αυτής συναφείας.
44. Υπενθυμίζεται ότι, κατά παγία νομολογία, η θεμελίωση εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων που αφορούν τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς που προσάπτεται στα κοινοτικά όργανα, το υποστατό της ζημίας, καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς και της προβαλλομένης ζημίας . Γίνεται επίσης παγίως δεκτό ότι οι εν λόγω προϋποθέσεις απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς, ούτως ώστε, αν δεν πληρούται μία από αυτές, να μη θεμελιώνεται ευθύνη της Κοινότητας .
45. Στην προκειμένη περίπτωση διαπιστώθηκε ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτός κανένας από τους τέσσερις λόγους αναιρέσεως με τους οποίους επιδιώκεται να θεμελιωθεί το υποστατό της ζημίας της αναιρεσείουσας.
46. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι αλυσιτελής . Δεν είναι δυνατό να οδηγήσει σε αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως καθότι, και αν ακόμη υποτεθεί ότι είναι βάσιμος, το διατακτικό της αποφάσεως του Πρωτοδικείου δικαιολογείται, σε κάθε περίπτωση, από τις υπόλοιπες αιτιολογίες που αφορούν τη μη ύπαρξη ζημίας της αιτούσας.
V - Συμπέρασμα
47. Επομένως, κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και να καταδικάσει την T. Port GmbH & Co. KG στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Full & Egal Universal Law Academy