ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 24ης Σεπτεμβρίου 2002 ( 1 )
1.
Εκδοθείσα βάσει του άρθρου 100 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 94 ΕΚ), η οδηγία 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη ( 2 ) (στο εξής: οδηγία), αποσκοπεί, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., για παράδειγμα, απόφαση της 14ης Ιουλίου 1998, C-125/97, Regeling, Συλλογή 1998, σ. Ι-4493, σκέψη 3), να διασφαλίσει στους μισθωτούς ένα κατώτατο όριο προστασίας σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη τους.
2.
Η έκταση της εναρμονίσεως την οποία επιβάλλει η οδηγία ποικίλλει. Ως προς ορισμένα σημεία, για παράδειγμα τον ορισμό της καταστάσεως αφερεγγυότητας ή τις κατηγορίες μισθωτών που τα κράτη μέλη μπορούν, κατ' εξαίρεση, να αποκλείουν του πεδίου της εφαρμογής, η οδηγία είναι πολύ ακριβής. Ως προς άλλα σημεία, είναι πολύ λιγότερο ακριβής. 'Ετσι, δεν έχει την πρόθεση να θίξει το εθνικό δίκαιο όσον αφορά, μεταξύ άλλων, τον ορισμό των όρων «μισθωτός εργαζόμενος», «εργοδότης», «αμοιβή», και αναγνωρίζει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να αποκλείουν του πεδίου της εγγυήσεως τις κοινωνικές εισφορές, τόσο δυνάμει των νομικών συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως όσο και δυνάμει των συμπληρωματικών συστημάτων πρόνοιας.
3.
Όσον αφορά το ίδιο το αντικείμενό της, δηλαδή την υποχρέωση του οργανισμού εγγυήσεως, την ίδρυση του οποίου αυτή επιβάλλει, να υποκαταστήσει τον πτωχεύσαντα εργοδότη για να διασφαλίσει στον μισθωτό την πληρωμή της αμοιβής του, η οδηγία, ενώ αναγνωρίζει στα κράτη μέλη την ευχέρεια να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής των οργανισμών εγγυήσεως, ορίζει, στο άρθρο της 4, ένα ελάχιστο ποσό που πρέπει να καταβληθεί από τον οργανισμό εγγυήσεως, υπό την επιφύλαξη της δυνατότητας καθορισμού ενός ανωτάτου ορίου στη διασφάλιση πληρωμής ανεξόφλητων απαιτήσεων των μισθωτών για να αποφευχθεί η καταβολή ποσών πέρα από τα πλαίσια της κοινωνικής σκοπιμότητάς της, ελάχιστο ποσό που ορίζεται διαμέσου του καθορισμού της διάρκειας της περιόδου για την οποία η μη καταβληθείσα από τον εργοδότη αμοιβή πρέπει να καταβάλλεται από τον οργανισμό εγγυήσεως.
4.
Η περιορισμένη αυτή φιλοδοξία του κοινοτικού νομοθέτη επαναλαμβάνεται στο άρθρο 9 της οδηγίας, κατά το οποίο «[η] παρούσα οδηγία δεν περιορίζει την ευχέρεια των κρατών μελών να εφαρμόζουν ή θεσπίζουν ευνοϊκότερες νομοθετικές, κανονιστικές ή διοικητικές διατάξεις για τους μισθωτούς».
5.
Ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι οργανισμοί εγγυήσεως οφείλουν να εκτελούν την αποστολή που τους ανατέθηκε, η οδηγία δεν είναι πολύ εκτενής. Το άρθρο της 5 συγκεκριμένα αναφέρει μόνον ότι:
«Τα κράτη μέλη καθορίζουν τους τρόπους οργανώσεως, χρηματοδοτήσεως και λειτουργίας των οργανισμών εγγυήσεως, τηρώντας κυρίως τις ακόλουθες αρχές:
α)
η περιουσία των οργανισμών εγγυήσεως πρέπει να είναι ανεξάρτητη από το κεφάλαιο εκμεταλλεύσεως των εργοδοτών και να έχει συσταθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να μη μπορεί να θιγεί από διαδικασίες σε περίπτωση αφερεγγυό-τητος·
β)
οι εργοδότες πρέπει να συνεισφέρουν στη χρηματοδότηση, εκτός αν αυτή διασφαλίζεται στο σύνολο της από τις δημόσιες αρχές·
γ)
η υποχρέωση πληρωμής εκ μέρους των οργανισμών είναι ανεξάρτητη από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων συνεισφοράς στη χρηματοδότηση.»
6.
Εντούτοις, ως προς αυτό δεν υπάρχει τίποτα το εξαιρετικό, αν θυμηθεί κανείς ότι, δυνάμει του άρθρου 189, τρίτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 249 ΕΚ) «[η] οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών».
7.
Εν προκειμένω, αυτό ακριβώς έπραξε ο κοινοτικός νομοθέτης, εφόσον η οδηγία ορίζει το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί, δηλαδή την παρέμβαση, στη θέση του πτωχεύσαντος εργοδότη, ενός οργανισμού εγγυήσεως για να διασφαλίσει στους εργαζομένους ένα προκαθορισμένο ελάχιστο όριο προστασίας ως προς τη λήψη της αμοιβής τους, ενώ αφήνει τα κράτη μέλη ελεύθερα, τηρώντας ορισμένες αρχές που διατυπώνει το άρθρο 5, να καθορίζουν τις λεπτομέρειες της οργανώσεως, της χρηματοδοτήσεως και της λειτουργίας των οργανισμών εγγυήσεως.
8.
Το πεδίο, το οποίο με τον τρόπο αυτό μένει ελεύθερο στην πρωτοβουλία των κρατών μελών, φαίνεται μεν πολύ ευρύ, πλην όμως δεν μπορεί να υπερβεί τα όρια που επιβάλλει η επιτακτική υποχρέωση καταλήξεως στο επιβαλλόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή την πραγματική χορήγηση της ελαχίστης παροχής που προβλέπεται για τους μισθωτούς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
9.
Οποιοσδήποτε τρόπος οργανώσεως και λειτουργίας του οργανισμού εγγυήσεως που μπορεί να εμποδίσει την επίτευξη του αποτελέσματος αυτού, σε σχέση με το οποίο τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν διακριτική ευχέρεια, είναι κατ' αρχήν απαράδεκτος.
10.
Τούτου δοθέντος, εντούτοις, ένας οργανισμός ο οποίος πληρώνει και είναι, επομένως, υπεύθυνος, έναντι όλων αυτών που καλούνται να του παρέχουν πόρους, για την καλή διαχείριση αυτών, δεν μπορεί να αναλάβει την αποστολή του χωρίς να θέσει ακριβείς και δεσμευτικούς κανόνες τους οποίους θα πρέπει να τηρούν οι εργαζόμενοι που προτίθενται να ασκήσουν κατ' αυτού το δικαίωμα πληρωμής για να μην αποκλεισθούν από αυτό.
11.
Ο οργανισμός εγγυήσεως δεν μπορεί να αποφύγει την καθιέρωση λογιστικών κανόνων και τη θέσπιση διαδικασίας υποβολής των αιτήσεων πληρωμής καθώς και διαδικασίας επαληθεύσεως του βάσιμου τους και πληρωμής από το ταμείο των κεφαλαίων υπέρ των δικαιούχων, αφ' ης αυτοί αναγνωρισθούν και καθοριστεί η έκταση των δικαιωμάτων τους.
12.
Εξυπακούεται ότι η απαραίτητη αυτή δυνατότητα κανονιστικής ρυθμίσεως των κρατών μελών δεν μπορεί να χρησιμοποιείται από αυτά για να θέτουν κανόνες άμεσα αντίθετους προς αυτούς που υπαγορεύει η οδηγία όσον αφορά την έναρξη του δικαιώματος για την εγγύηση, τους δικαιούχους αυτής και τα ποσά που πρέπει να διασφαλιστούν.
13.
Το πραγματικό πρόβλημα της συμβατότητας των διαδικαστικών κανόνων που διέπουν τη λειτουργία του οργανισμού εγγυήσεως με τις απαιτήσεις της οδηγίας θα τεθεί ως προς τους κανόνες που κατά κανένα τρόπο δεν παραβαίνουν άμεσα διάταξη της οδηγίας, αλλά των οποίων η μη τήρηση τιμωρείται με την άρνηση χορηγήσεως της εγγυήσεως, και οι οποίοι επομένως έχουν ως αποτέλεσμα να στερούν έναν εργαζόμενο από την ελαχίστη εγγύηση ο οποίος, κατά την οδηγία, δικαιούται να τη διεκδικήσει.
14.
Θα πρέπει, επομένως, να διαπιστωθεί αν ο οικείος κανόνας, επειδή φαίνεται δικαιολογημένος ως προς τις ανάγκες αποτελεσματικής λειτουργίας του οργανισμού εγγυήσεως και εμπίπτει στην αυτονομία που ο κοινοτικός νομοθέτης άφησε στα κράτη μέλη για να ρυθμίζουν τη λειτουργία αυτή, πρέπει να θεωρείται παραδεκτός ενόψει των απαιτήσεων που διατυπώνει η οδηγία ή αν, αντιθέτως, επειδή καταλήγει, χωρίς αποδεκτή αιτιολογία, να στερεί ένα μισθωτό της ελαχίστης εγγυήσεως την οποία αυτός δικαιούται κατά την οδηγία, πρέπει να θεωρηθεί ότι συνιστά παράβαση της τελευταίας, και, για τον λόγο αυτό, δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από τον εθνικό δικαστή.
15.
Ο προβληματισμός αυτός απασχολεί το Sozialgericht Leipzig (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας) στο πλαίσιο της ενώπιον του διαφοράς μεταξύ του Ρ. Pflücke και του Bundesanstalt für Arbeit (ομοσπονδιακού ιδρύματος εργασίας, στο εξής: Bundesanstalt), που διαχειρίζεται στη Γερμανία τον μηχανισμό εγγυήσεως που προβλέπει η οδηγία.
Η διαφορά της κύριας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
16.
Ο Ρ. Pflücke ήταν υπάλληλος έως τις 30 Ιουνίου 1997, ημερομηνία από την οποία άρχισε να ισχύει η παραίτηση του, μιας επιχειρήσεως που έπαυσε τις εργασίες της στις 31 Δεκεμβρίου 1997 και κατά της οποίας κινήθηκε διαδικασία πτωχεύσεως στις 2 Ιανουαρίου 1998.
17.
Ο Ρ. Pflücke θεωρεί ότι δικαιούται να απαιτήσει από τον πρώην εργοδότη του την πληρωμή του μισθού του, ακαθάριστου ποσού 3502,80 γερμανικών μάρκων (DEM), για τον μήνα Ιούνιο 1997. Στις 2 Φεβρουαρίου 1998 δήλωσε την απαίτηση του ενώπιον του πτωχευτικού δικαστή.
18.
Ο τελευταίος αρχικώς την αμφισβήτησε, για να την αναγνωρίσει τελικώς, μετά από απόφαση δημοσιευθείσα ερήμην αυτού από το Arbeitsgericht München στο οποίο είχε απευθυνθεί ο Ρ. Pflücke, στην αρχή εν μέρει, με βεβαίωση απευθυνθείσα στον ενδιαφερόμενο στις 10 Μαρτίου 1999, στη συνέχεια δε εξ ολοκλήρου, με έγγραφο της 11ης Μαΐου 1999.
19.
Ο Ρ. Pflücke απέστειλε την εν λόγω βεβαίωση στο Bundesanstalt στις 9 Απριλίου 1999 προτού ζητήσει ρητώς, στις 9 (ή στις 17, δεδομένου ότι η περί παραπομπής διάταξη δεν είναι πολύ σαφής ως προς το σημείο αυτό) Ιουνίου 1999, την καταβολή αποζημιώσεως λόγω ανεξόφλητης μισθολογικής απαιτήσεως λόγω πτωχεύσεως, βάσει του άρθρου 141 b του Arbeitsförderungsgesetz (νόμου για την προώθηση της εργασίας), δυνάμει του οποίου:
«(1)
Δικαίωμα αποζημιώσεως σε περίπτωση πτωχεύσεως έχει ο μισθωτός ο οποίος, κατά την ημερομηνία της ενάρξεως της διαδικασίας πτωχεύσεως που αφορά την περιουσία του εργοδότη του, έχει ακόμη μισθολογικές απαιτήσεις που αφορούν τους τρεις τελευταίους μήνες της σχέσεως εργασίας πριν από την ημερομηνία αυτή.»
20.
Η αίτηση αυτή αποτέλεσε αντικείμενο απορριπτικής αποφάσεως με ημερομηνία 14 Ιουλίου 1999.
21.
Προς στήριξη της απορρίψεως αυτής, το Bundesanstalt ισχυρίστηκε ότι η αίτηση που του είχε απευθυνθεί ήταν εκπρόθεσμη. Βασίστηκε προς τον σκοπό αυτό στο άρθρο 141 e του Arbeitsförderungsgesetz, το οποίο στην παράγραφο του 1 προβλέπει τα εξής:
«Η αποζημίωση χορηγείται κατόπιν αιτήσεως από το αρμόδιο γραφείο εργασίας. Η αίτηση πρέπει να κατατίθεται εντός προθεσμίας δύο μηνών από την έναρξη της πτωχευτικής διαδικασίας. Η πληρωμή αποζημιώσεως σε περίπτωση πτωχεύσεως χορηγείται πάντως αν ο εργαζόμενος έχασε την προθεσμία για λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται, υπό την προϋπόθεση ότι έκανε σχετική αίτηση εντός των δύο μηνών από την εξαφάνιση του εμποδίου. Ο εργαζόμενος είναι υπεύθυνος για τη μη τήρηση της προθεσμίας αν δεν επέδειξε την προσήκουσα επιμέλεια για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του.»
22.
Το Bundesanstalt συνάγει από το κείμενο αυτό ότι η αποκλειστική προθεσμία παρατάθηκε από τις 30 Ιανουαρίου στις 2 Μαρτίου 1998. Εξ αυτού του λόγου, η υποβληθείσα από τον Ρ. Pflücke αίτηση ήταν πολύ εκπρόθεσμη και αποκλειόταν παράταση της προθεσμίας για τον λόγο ότι από τη δήλωση της μισθολογικής απαιτήσεως τον Φεβρουάριο του 1998 στον πτωχευτικό δικαστή φαινόταν ότι ο Ρ. Pflücke ήταν κατά τον χρόνο αυτό απολύτως ενήμερος για την αφερεγγυότητα του πρώην εργοδότη του.
23.
Το Sozialgericht, το οποίο πρέπει να αποφανθεί επί της προσφυγής του Ρ. Pflücke κατά της απορρίψεως της ενστάσεως που αυτός κατέθεσε κατά της εν λόγω απορριπτικής αποφάσεως, διερωτάται μήπως η εφαρμογή του άρθρου 141 e — ενώ η οδηγία ουδόλως προβλέπει τη δυνατότητα για τα κράτη μέλη να θεσπίζουν αποκλειστική προθεσμία — έχει ως αποτέλεσμα να στερείται ο Ρ. Pflücke της ελαχίστης προστασίας την οποία δικαιούται βάσει της οδηγίας, και αν, στην περίπτωση αυτή, απόκειται σ' αυτό να μην εφαρμόσει τη διάταξη αυτή του εθνικού του δικαίου.
24.
Για τον λόγο αυτό, το εθνικό αυτό δικαστήριο, με διάταξη που πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 19 Μαρτίου 2001 υπό αύξοντα αριθμό C-125/01, μας υποβάλλει τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Συμβιβάζεται αποκλειστική προθεσμία που έχει εφαρμογή στις αιτήσεις πληρωμής από τον οργανισμό εγγυήσεως, καθυστερημένων μισθών με το άρθρο 9 της οδηγίας 80/987 του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη;
2)
Συμμερίζεται το Δικαστήριο την άποψη του Τμήματος ότι μια τέτοια αποκλειστική προθεσμία δεν αποτελεί για τον εργαζόμενο ευνοϊκότερη νομοθετική ή κανονιστική διάταξη υπό την έννοια του άρθρου 9 της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ;
3)
Υποχρεούται το Τμήμα να μην εφαρμόσει τη διάταξη περί της αποκλειστικής προθεσμίας ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου;»
25.
Η Γερμανική, η Δανική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, καθώς και η Επιτροπή κατέθεσαν γραπτές παρατηρήσεις.
26.
Προτού διερωτηθούμε ως προς τις απαντήσεις που πρέπει να δοθούν στα ερωτήματα αυτά, διαπιστώνουμε μαζί με την Επιτροπή ότι το άρθρο 9 της οδηγίας, στο οποίο αναφέρονται τα δύο πρώτα ερωτήματα, δεν είναι συναφές. Είναι γεγονός ότι η θέσπιση αποκλειστικής προθεσμίας που μπορεί να αντιταχθεί στον εργαζόμενο που ζητεί την παρέμβαση του οργανισμού εγγυήσεως δεν μπορεί, προφανώς, να χαρακτηριστεί ως ευνοϊκότερο για τον μισθωτό μέτρο από αυτό που προβλέπει η οδηγία. Το πραγματικό ερώτημα που θέτει το αιτούν δικαστήριο, ενόψει του σκεπτικού της διατάξεως του, είναι αν ο Γερμανός νομοθέτης μπορούσε, ενώ η οδηγία δεν αναφέρει τίποτε ως προς το ζήτημα αυτό, να εισαγάγει αποκλειστική προθεσμία χωρίς να προσκρούσει στην απαγόρευση στερήσεως μισθωτού, ο οποίος εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας, από την ελαχίστη προστασία που αυτή θέλησε να του διασφαλίσει.
27.
Για τον λόγο αυτό, ακολουθώ χωρίς δισταγμό την πρόταση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία τα δύο πρώτα ερωτήματα πρέπει να εξεταστούν μαζί και να αναδιατυπωθούν.
28.
Ως προς την αναδιατύπωση αυτή, θεωρώ ότι το κείμενο που αντιστοιχεί καλύτερα στα ερωτήματα του αιτούντος δικαστηρίου θα πρέπει να έχει ως εξής: έχει την έννοια η οδηγία 80/987 ότι απαγορεύει την εφαρμογή αποκλειστικής προθεσμίας, όπως αυτή προβλέπεται από το άρθρο 141 ε, παράγραφος 1, του Arbeitsförderungsgesetz, για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας;
Επί των δύο πρώτων ερωτημάτων
29.
Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει, όπως αναφέρεται και στις παρατηρήσεις της Επιτροπής τις οποίες θα χρησιμοποιήσω σε μεγάλο βαθμό, στο μέτρο που μου φαίνονται αυστηρές και πλήρεις υπό την έννοια ότι δεν παραλείπουν καμία πτυχή του προβληματισμού που έθεσε το ερώτημα του Sozialgericht, να ξεκινήσουμε απορρίπτοντας το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο το απλό γεγονός ότι η οδηγία ουδόλως προβλέπει τη θέσπιση αποκλειστικής προθεσμίας θα πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι μια τέτοια προθεσμία είναι απαράδεκτη.
30.
Αφενός, πράγματι, όπως υπενθύμισα πιο πάνω, προκειμένου για οδηγία, τα κράτη μέλη διατηρούν, εξ ορισμού, το δικαίωμα επιλογής των μέσων για την επίτευξη του επιδιωκομένου σκοπού. Η θέσπιση διαδικασίας που πρέπει να τηρείται, προκειμένου να επιτευχθεί η πληρωμή από τον οργανισμό εγγυήσεως των ανεξόφλητων μισθών, περιλαμβάνεται ασφαλώς μεταξύ των μέσων αυτών.
31.
Η θέσπιση αυτή είναι εξάλλου απαραίτητη διότι, χωρίς διαδικασία, δεν γίνεται αντιληπτό πώς θα μπορούσε να συγκεκριμενοποιηθεί η εγγύηση την οποία παρέχει η οδηγία.
32.
Αφετέρου, το άρθρο 5 της οδηγίας (βλ. σημείο 5 πιο πάνω) συνιστά, αν χρειαστεί, επαρκή νομική βάση για τη θέσπιση από τα κράτη μέλη διαδικαστικών κανόνων που θα πρέπει να τηρούνται από τους εργαζομένους που μπορούν να διεκδικήσουν το ευεργέτημα της εγγυήσεως.
33.
Δεν μπορεί κατά μείζονα λόγο να θεωρηθεί, όπως φαίνεται να πράττει το αιτούν δικαστήριο, ότι η καθιέρωση αποκλειστικής προθεσμίας, επειδή κατ' ανάγκη θα έχει ως αποτέλεσμα ορισμένοι εργαζόμενοι να μην τύχουν πράγματι, λόγω της μη τηρήσεως της, της προβλεπομένης από την οδηγία εγγυήσεως, είναι καθεαυτή ασυμβίβαστη προς τη βούληση του κοινοτικού νομοθέτη, η οποία επισημαίνεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου, να χορηγήσει στους εργαζομένους που αντιμετωπίζουν την αφερεγγυότητα του εργοδότη τους μια ελαχίστη εγγύηση.
34.
Συγκεκριμένα, η ελαχίστη εγγύηση βρίσκεται στο επίπεδο του ανάλογου ποσού που μπορεί να διεκδικήσει ο μισθωτός, αυτή δε δεν μπορεί να νοείται ως απεριόριστο δικαίωμα αποζημιώσεως. Το άρθρο 10 της οδηγίας, το οποίο παρέχει τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα για την αποφυγή των καταχρήσεων, το καθιστά αυτό, εξάλλου, σαφές.
35.
Αφού έγινε η απαραίτητη αυτή αποσαφήνιση, θα αρχίσω με την υπόμνηση, όπως πράττουν η Δανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή, ότι, στην απόφαση του της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewę (Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5), το Δικαστήριο έκρινε ότι:
«[...] ελλείψει κοινοτικής ρυθμίσεως εν προκειμένω, εναπόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να καθορίζει τα αρμόδια δικαστήρια και να ρυθμίζει τις διαδικαστικές προϋποθέσεις των ενδίκων μέσων που πρέπει να διασφαλίζουν την προστασία των δικαιωμάτων που έλκουν οι πολίτες από το άμεσο αποτέλεσμα του κοινοτικού δικαίου, εξυπακούεται δε ότι οι προϋποθέσεις αυτές δεν μπορούν να είναι λιγότερο ευνοϊκές από αυτές που αφορούν παρόμοια ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου.
[...]
[...] δεν μπορεί να ισχύσει τίποτε διαφορετικό παρά μόνον αν οι διαδικαστικοί αυτοί κανόνες έχουν ως αποτέλεσμα να καταστεί πρακτικά αδύνατη η άσκηση των δικαιωμάτων που τα εθνικά δικαστήρια υποχρεούνται να προστατεύουν».
36.
Το δικαίωμα αυτό που αναγνωρίζεται από την απόφαση Rewe, και το οποίο συνήθως χαρακτηρίζεται δικονομική αυτονομία, περιλαμβάνει προφανώς τον καθορισμό προθεσμιών που πρέπει να τηρούνται από αυτόν που προτίθεται να επικαλεστεί ενώπιον των εθνικών αρχών δικαιώματα που έλκει από το κοινοτικό δίκαιο.
37.
Αν χρειαστεί, υπάρχει σχετική επιβεβαίωση στην απόφαση της 22ας Φεβρουαρίου 2001, C-52/99 και C-53/99, Camerotto και Vignone (Συλλογή 2001, σ. Ι-1395, σκέψη 28), με την οποία υπενθυμίζεται ότι:
«Κατά πάγια νομολογία, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι είναι συμβατός με το κοινοτικό δίκαιο ο καθορισμός ευλόγων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση προσφυγής, προς το συμφέρον της ασφάλειας δικαίου (βλ. αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1976, 33/76, Rewe, Συλλογή τόμος 1976, σ. 747, σκέψη 5, και 45/76, Comet, Συλλογή τόμος 1976, σ. 765, σκέψεις 17 και 18, και της 27ης Μαρτίου 1980, 61/79, Denkavit italiana, Συλλογή τόμος 1980/Ι, σ. 605, σκέψη 23).»
38.
Εντούτοις, η κατ' αρχήν αυτή αποδοχή του καθορισμού αποκλειστικών προθεσμιών δεν προδικάζει ουδόλως το παραδεκτό ειδικής προθεσμίας, όπως αυτή ως προς την οποία μας ερωτά το εθνικό δικαστήριο.
39.
Για να γίνει δεκτό το παραδεκτό αυτό πρέπει, πράγματι, να βεβαιωθεί κανείς ότι τηρούνται οι απαιτήσεις του κοινοτικού δικαίου, όπως αυτές διατυπώνονται στη νομολογία του Δικαστηρίου.
40.
Επομένως, ας εξεταστεί, πρώτον, αν η οικεία προθεσμία έχει πραγματικό λόγο υπάρξεως. Συναφώς, είναι αναντίρρητο ότι η ταχεία διευθέτηση από τον οργανισμό εγγυήσεως των προβλημάτων ανεξόφλητων μισθολογικών απαιτήσεων, που προκαλεί η αφερεγγυότητα μιας επιχειρήσεως, είναι προφανώς επιθυμητή.
41.
Εκτός του ότι η ταχύτητα είναι προς το εύλογο συμφέρον των ενδιαφερομένων μισθωτών, πρέπει να γίνει δεκτό ότι μια αίτηση πληρωμής που υποβάλλεται μήνες ή έτη μετά τη διαπίστωση της αφερεγγυότητας θα δημιουργήσει, στις περισσότερες των περιπτώσεων, πολύπλοκα προβλήματα στον οργανισμό εγγυήσεως.
42.
Όπως ισχυρίζονται η Γερμανική, η Δανική και η Φινλανδική Κυβέρνηση, η πτώχευση επιχειρήσεως συνοδεύεται συχνά από την καταστροφή της μνήμης της, υπό την έννοια ότι το προσωπικό της διασκορπίζεται και η διατήρηση των αρχείων της καθίσταται αμφίβολη, οπότε μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι πολύ δύσκολη η απόδειξη της πραγματικής υπάρξεως μισθολογικών απαιτήσεων που πρέπει να πληρωθούν, εξ ου και ο κίνδυνος υποβολής καταχρηστικών αιτήσεων, από τις οποίες, υπενθυμίζω, το άρθρο 10 της οδηγίας επιτρέπει στα κράτη μέλη να προφυλάσσονται.
43.
Επομένως, μπορεί να θεωρηθεί ότι η ίδια η αποτελεσματικότητα του συστήματος εγγυήσεως και η ασφάλεια δικαίου θα μπορούσαν να διακυβευθούν από την υποβολή καθυστερημένων αιτήσεων.
44.
Αλλά κυρίως, όπως παρατηρούν οι ίδιες κυβερνήσεις, ο καθορισμός αποκλειστικής προθεσμίας φαίνεται αναγκαίος ενόψει της χρηματοδοτήσεως του οργανισμού εγγυήσεως.
45.
Συγκεκριμένα, εφόσον ο οργανισμός εγγυήσεως υποκαθίσταται στα δικαιώματα των εργαζομένων που αποζημίωσε, για να μπορέσει να διεκδικήσει λυσιτελώς την απαίτηση του, θα πρέπει ο ίδιος να συμμορφωθεί με τις προθεσμίες που επιβάλλονται σε περίπτωση πτωχεύσεως στους δανειστές για να αναγνωριστούν οι απαιτήσεις τους.
46.
Αν ο οργανισμός εγγυήσεως υποχρεωθεί στην πληρωμή καθυστερημένων μισθών, κατόπιν αιτήσεων που του υποβλήθηκαν σε χρόνο κατά τον οποίο ο ίδιος δεν μπορεί πλέον να ασκήσει αγωγή κατά της πτωχευτικής περιουσίας βασιζόμενος στην υποκατάσταση της οποίας τυγχάνει, αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα να στειρεύσει μια από τις πηγές χρηματοδοτήσεως του.
47.
Ας γίνω αντιληπτός. Είναι σαφές ότι, ακριβώς επειδή καλείται να εξουδετερώσει τη μη τήρηση των υποχρεώσεων αφερέγγυων επιχειρήσεων, ο οργανισμός εγγυήσεως δεν έχει ουδόλως τη βεβαιότητα ότι θα ανακτήσει από τη μία πλευρά αυτό που θα έχειξοδεύσει από την άλλη και ότι, επομένως, χρειάζεται κατ' ανάγκη άλλες πηγές χρηματοδοτήσεως, είτε πρόκειται για τις εισφορές των εργοδοτών και των εργαζομένων, είτε πρόκειται για τον προϋπολογισμό των δημόσιων οργανισμών.
48.
Όμως, όσο και αν είναι ανεπαρκής η χρηματοδότηση μέσω της ανακτήσεως των απαιτήσεων που περιέχονται σ' αυτόν, δεν μπορεί να τεθεί θέμα διακυβεύσεως της χρηματοδοτήσεως αυτής με συνέπεια οι λοιπές πηγές χρηματοδοτήσεως να συμβάλλουν κατά μείζονα λόγο.
49.
Κατά τη γνώμη μου, πρέπει αντιθέτως να βελτιστοποιηθεί η εν λόγω πηγή χρηματοδοτήσεως και, συναφώς, η αποκλειστική προθεσμία φαίνεται σχεδόν αναπόφευκτη, και εν πάση περιπτώσει δικαιολογημένη.
50.
Όσον αφορά τη διάρκεια της, μου φαίνεται ότι στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να εξετάσει αν είναι εύλογη ενόψει του ότι είναι αναγκαίο για τον οργανισμό εγγυήσεως να τηρεί ο ίδιος την προθεσμία υποβολής των απαιτήσεων στον πτωχευτικό δικαστή, ακόμη και αν, κατά την Επιτροπή, αυτό πράγματι συμβαίνει στη Γερμανία.
51.
Ας αναρωτηθούμε στη συνέχεια αν η καθοριζομένη από το άρθρο 141 e, παράγραφος 1, του Arbeitsförderungsgesetz προθεσμία είναι ρεαλιστική, υπό την έννοια ότι δεν καθιστά ουσιαστικά αδύνατη την πραγματική άσκηση εκ μέρους του μισθωτού των δικαιωμάτων που του απονέμει η οδηγία.
52.
Ως προς το σημείο αυτό, από το άρθρο 141 e, παράγραφος 1, του Arbeitsförderungsgesetz προκύπτει ότι το γερμανικό δίκαιο δεν επιδεικνύει υπερβολική αυστηρότητα.
53.
Συγκεκριμένα, η αποκλειστική προθεσμία δεν αρχίζει να τρέχει ένανα του εργαζομένου που δεν υπέβαλε αίτηση διότι είχε συναφώς κώλυμα, δηλαδή δεν ενήργησε για λόγους για τους οποίους δεν ευθύνεται.
54.
Επομένως, πρέπει να υποτεθεί ότι ο μισθωτός ο οποίος, όπως ο Ρ. Pflücke, εγκατέλειψε την επιχείρηση πριν από την παύση της δραστηριότητας της, και ο οποίος επομένως δεν είναι κατ' ανάγκη ενήμερος για την πτώχευση της, δεν θα αποκλειστεί αυτομάτως αν δεν υπέβαλε την αίτηση του δύο μήνες μετά την κίνηση της διαδικασίας πτωχεύσεως.
55.
Εξάλλου, η Επιτροπή μας επισημαίνει ότι για την υποβολή της αιτήσεως, στο γερμανικό δίκαιο, δεν απαιτείται σχολαστική τήρηση των τύπων και ότι μπορεί κάλλιστα να πραγματοποιηθεί προληπτικώς, αν ο μισθωτός δεν διαθέτει αμέσως όλες τις αποδείξεις και τα αναγκαία έγγραφα για την εξέταση του φακέλου του, πράγμα το οποίο συνέβαινε στην περίπτωση του Ρ. Pflücke, του οποίου η μισθολογική απαίτηση αποτελούσε αντικείμενο δικαστικής διαφοράς. Αλλά, και στην περίπτωση αυτή, στον εθνικό δικαστή απόκειται να προβεί στις αναγκαίες επαληθεύσεις.
56.
Αν, επομένως, η θέσπιση αποκλειστικής προθεσμίας οφείλεται σε θεμιτές ανησυχίες και δεν έχει ως αποτέλεσμα να καθίσταται ουσιαστικά αδύνατη η άσκηση του δικαιώματος αποζημιώσεως που απονέμει η οδηγία, πρέπει, βάσει των απαιτήσεων που απορρέουν από τη νομολογία του Δικαστηρίου, να συζητήσουμε το ζήτημα της αναλογικότητας της.
57.
Παραμένει εντός των ορίων των απαιτήσεων της αρχής της αναλογικότητας η κύρωση της απώλειας δικαιώματος, στην οποία υπόκειται ο εργαζόμενος που ήταν σε θέση να υποβάλει αίτηση πληρωμής εντός της προθεσμίας των δύο μηνών μετά τη διαπίστωση της αφερεγγυότητας, αλλά ο οποίος δεν το έπραξε;
58.
Αν σταθμίσει κανείς, αφενός, το πρωταρχικό συμφέρον του οργανισμού εγγυήσεως, που αναφέραμε πιο πάνω, να έχει στην κατοχή του το ταχύτερο δυνατό όλες τις αιτήσεις αποζημιώσεως σχετικά με τη μη τήρηση των υποχρεώσεων ενός εργοδότη, τόσον ενόψει της ασφάλειας δικαίου, της αποτελεσματικότητας της λειτουργίας του, όσον και της διατηρήσεως των πόρων του, και, αφετέρου, τη ζημία που θα υποστεί ο εργαζόμενος που δεν θα έχει μεριμνήσει να υποβάλει την αίτησή του εντός της προθεσμίας των δύο μηνών, θεωρώ, όπως και η Επιτροπή, ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις ρυθμίσεις του άρθρου 141 e, παράγραφος 1, του Arbeitsförderungsgesetz, ο καθορισμός της προθεσμίας σε δύο μήνες δεν είναι δυσανάλογος, διότι ασφαλώς δικαιούται κανείς να αναμένει από τον δικαιούχο μιας τόσο ουσιώδους εγγυήσεως, όπως η εγγύηση της αμοιβής για την πραγματοποιηθείσα εργασία, να επιδείξει μια ελάχιστη επιμέλεια.
59.
Ασφαλώς, όπως δεν παραλείπει να παρατηρήσει η Επιτροπή, η περίπτωση του Ρ. Pflücke είναι λίγο ειδική, στο μέτρο που δεν απευθύνθηκε μεν εντός της ταχθείσας προθεσμίας στον οργανισμό εγγυήσεως, πλην όμως έλαβε τα μέτρα του να δηλώσει αμέσως την απαίτηση του στο πλαίσιο της διαδικασίας πτωχεύσεως, και δεν μπορεί επομένως να του προσαφθεί ότι προδήλως παρέβη την υποχρέωση να μεριμνήσει για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του.
60.
Όμως, όπως επίσης η Επιτροπή σημειώνει, το γεγονός ότι ο σύνδικος πτωχεύσεως ήταν ενήμερος για την ύπαρξη μισθολογικής απαιτήσεως δεν εξαφανίζει καθεαυτό τις απαιτήσεις τις οποίες αντιμετωπίζει ο οργανισμός εγγυήσεως προκειμένου να εκπληρώσει αποτελεσματικά την αποστολή του, ακόμη και αν αποκλείεται η απώλεια της απαιτήσεως έναντι της πτωχευτικής περιουσίας. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς όλες τις δυσχέρειες, για να μην πούμε το χάος, που θα είχε να αντιμετωπίσει ο οργανισμός αυτός αν ο εργαζόμενος είχε τη δυνατότητα επιλογής μεταξύ της δηλώσεως στον πίνακα πτωχευτικών απαιτήσεων και της υποβολής αιτήσεως στον οργανισμό από τον οποίο αναμένει να του καταβάλει τους ανεξόφλητους μισθούς του.
61.
Για τον λόγο αυτό, η απαίτηση της καταθέσεως αιτήσεως απευθείας στον οργανισμό εγγυήσεως εντός της ταχθείσας προθεσμίας δεν μας φαίνεται να αποτελεί υπερβολικά σχολαστική προσκόλληση στους τύπους.
62.
Υπολείπεται η τελευταία προϋπόθεση που πρέπει να πληροί η θέσπιση αποκλειστικής προθεσμίας για να είναι παραδεκτή έναντι του κοινοτικού δικαίου, δηλαδή η ορισθείσα προθεσμία να μην είναι αυστηρότερη από τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούνται για την επίκληση των δικαιωμάτων που αντλούνται μόνον από το εθνικό δίκαιο.
63.
Όπως και η Επιτροπή, θεωρώ ότι η σύγκριση πρέπει να γίνεται σε σχέση με τις προθεσμίες συγκρίσιμων συστημάτων κοινωνικής προστασίας, που είναι ίδια της εθνικής έννομης τάξεως.
64.
Κατά την Επιτροπή, η οποία προέβη στη σύγκριση αυτή, δεν διαπιστώνεται δυσμενής μεταχείριση της προβλεπομένης από την οδηγία παροχής, είτε ως προς τη διάρκεια της προθεσμίας είτε ως προς την κύρωση την οποία υφίσταται αυτός που δεν την τηρεί.
65.
Αλλά και στην περίπτωση αυτή, στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να προβεί στις αναγκαίες επαληθεύσεις, πράγμα το οποίο ουδόλως αμφισβητεί η Επιτροπή.
66.
Από όλα τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι, στο πρώτο και δεύτερο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου, πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι η οδηγία 80/987 έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την εφαρμογή αποκλειστικής προθεσμίας για την άσκηση των δικαιωμάτων που αυτή δημιουργεί υπέρ των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη τους, όπως είναι η προθεσμία του άρθρου 141 e, παράγραφος 1, του Arbeitsförderungsgesetz, εφόσον η απαίτηση της τηρήσεως της προθεσμίας αυτής δεν καθιστά ουσιαστικά αδύνατη ή υπερβολικά δύσκολη την άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων, η οικεία προθεσμία δεν είναι δυσμενέστερη από αυτές που εφαρμόζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις που βασίζονται στο εθνικό δίκαιο και η προθεσμία αυτή δεν είναι δυσανάλογη, και ότι απόκειται στο εθνικό δικαστήριο να προβεί σης αναγκαίες επαληθεύσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου και όλες τις περιστάσεις της υποθέσεως.
Επί του τρίτου ερωτήματος
67.
Το τρίτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου δεν θα μας καθυστερήσει καθόλου, καθόσον η απάντηση που επιβάλλεται είναι προφανής.
68.
Συγκεκριμένα, αν το εθνικό δικαστήριο διαπιστώσει ότι η αποκλειστική προθεσμία του άρθρο 141 e, παράγραφος 1, του Arbeitsförderungsgesetz είναι απαράδεκτη έναντι της οδηγίας, σ' αυτό απόκειται, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου που απορρέει από τις αποφάσεις της 9ης Μαρτίου 1978, 106/77, Simmenthai (Συλλογή τόμος 1978, σ. 239), και της 14ης Ιουλίου 1994, C-91/92, Faccini Dori (Συλλογή 1994, σ. Ι-3325), να προσπαθήσει να επανορθώσει το διαπιστωθέν ασύμβατο μέσω ερμηνείας του εθνικού δικαίου και, αν αυτό αποδεικνύεται αδύνατο, να μην εφαρμόσει απλώς και μόνον την εθνική διάταξη που εμποδίζει την άσκηση του δικαιώματος που απονέμει το κοινοτικό δίκαιο.
69.
Επομένως, στο ερώτημα αυτό πρέπει να δοθεί ως απάντηση ότι το εθνικό δικαστήριο έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόσει διάταξη του εθνικού δικαίου που δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και που δεν μπορεί να ερμηνευθεί σύμφωνα με αυτό.
Πρόταση
70.
Συνοψίζοντας τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξα προηγουμένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα του Sozialgericht Leipzig ως εξής:
« —
Η οδηγία 89/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την εφαρμογή αποκλειστικής προθεσμίας για την άσκηση των δικαιωμάτων που αυτή δημιουργεί υπέρ των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη τους, όπως είναι η προθεσμία του άρθρου 141 e, παράγραφος 1, του Arbeitsförderungsgesetz, εφόσον η απαίτηση της τηρήσεως της προθεσμίας αυτής δεν καθιστά ουσιαστικά αδύνατη ή υπερβολικά δύσκολη την άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων, η οικεία προθεσμία δεν είναι δυσμενέστερη από αυτές που εφαρμόζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις που βασίζονται στο εθνικό δίκαιο και η προθεσμία αυτή δεν είναι δυσανάλογη. Στο εθνικό δικαστήριο απόκειται να προβεί στις αναγκαίες επαληθεύσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις του εθνικού δικαίου και όλες τις περιστάσεις της υποθέσεως.
—
Το εθνικό δικαστήριο έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόσει διάταξη του εθνικού δικαίου που δεν είναι σύμφωνη προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου και που δεν μπορεί να ερμηνευθεί σύμφωνα με αυτό.»
( 1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 2 ) ΕΕ L 283, σ. 23.
Full & Egal Universal Law Academy