Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Με την υπό κρίση προσφυγή, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων .
2. Η Επιτροπή προσάπτει στις ιταλικές αρχές ότι δεν εφάρμοσαν την οδηγία 77/187 στις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο ορισμένων διοικητικών ή ενδίκων διαδικασιών, ήτοι των διαδικασιών διαπιστώσεως κρίσεως, προσωριν4ής διαχειρίσεως και προληπτικού συμβιβασμού που συνίσταται στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.
Ι - Το νομικό πλαίσιο
Α - Το κοινοτικό δίκαιο
3. Η οδηγία 77/187, όπως εκτίθεται στη δεύτερη αιτιολογική της σκέψη, αποσκοπεί στην «προστασία των εργαζομένων σε περίπτωση αλλαγής του επιχειρηματικού φορέα και ιδιαίτερα προς εξασφάλιση της διατηρήσεως των δικαιωμάτων τους».
4. Η παρούσα οδηγία εφαρμόζεται, δυνάμει του άρθρου της 1, παράγραφος 1, επί μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων σε άλλο επιχειρηματία, οι οποίες προκύπτουν από συμβατική εκχώρηση ή συγχώνευση.
5. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, της οδηγίας 77/187, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που απορρέουν για τον μεταβιβάζοντα από σύμβαση εργασίας ή από εργασιακή σχέση που υφίσταται κατά την ημερομηνία της μεταβιβάσεως, μεταβιβάζονται, λόγω της μεταβιβάσεως αυτής, στον προς ον η μεταβίβαση.
6. Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, η μεταβίβαση μιας επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος εγκαταστάσεως δεν συνιστά αυτή καθ' εαυτή λόγο απολύσεως για τον μεταβιβάζοντα ή τον προς ον η μεταβίβαση. Πάντως, αυτή η διάταξη δεν εμποδίζει απολύσεις που είναι δυνατόν να γίνουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως, που συνεπάγονται μεταβολές στο επίπεδο της απασχολήσεως.
7. Το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 77/187 ορίζει, επιπλέον, ότι αν η σύμβαση εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσεως θεωρείται ότι επήλθε υπαιτιότητι του εργοδότη.
8. Κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, η οδηγία 77/187 αντικαταστάθηκε από την οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου, της 29ης Ιουνίου 1998 .
9. Πράγματι, το Συμβούλιο θεώρησε ότι ήταν αναγκαίο να επιτραπεί στα κράτη μέλη να ενθαρρύνουν την επιβίωση των αφερέγγυων επιχειρήσεων και των εταιριών που τελούν σε κατάσταση κρίσεως . Επομένως, το Συμβούλιο θέσπισε παρεκκλίσεις από το προβλεπόμενο στα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 77/187 καθεστώς, προσθέτοντας το άρθρο 4α, το οποίο έχει ως εξής:
«1. Εκτός εάν τα κράτη μέλη προβλέπουν άλλως, τα άρθρα 3 και 4 δεν εφαρμόζονται στη μεταβίβαση επιχειρήσεως, εγκαταστάσεως ή τμήματος επιχειρήσεως ή εγκαταστάσεως, όταν ο μεταβιβάζων υπόκειται σε διαδικασία πτωχεύσεως ή σε οποιαδήποτε άλλη ανάλογη διαδικασία αφερεγγυότητας κινηθείσα με σκοπό την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του προς ον η μεταβίβαση και οι διαδικασίες αυτές διεξάγονται υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής [...]
2. Όταν τα άρθρα 3 και 4 εφαρμόζονται σε μεταβίβαση κατά τη διάρκεια διαδικασίας αφερεγγυότητας κατά του εκχωρητή (ανεξάρτητα από το εάν η διαδικασία αυτή έχει κινηθεί για την εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του μεταβιβάζοντος, και υπό την προϋπόθεση ότι η διαδικασία αυτή τελεί υπό την εποπτεία αρμόδιας δημόσιας αρχής [...] ένα κράτος μέλος μπορεί να προβλέπει ότι:
α) υπό την επιφύλαξη του άρθρου 3, παράγραφος 1, οι οφειλές του μεταβιβάζοντος, που απορρέουν από συμβάσεις εργασίας ή από εργασιακές σχέσεις και ήταν πληρωτέες πριν από τη μεταβίβαση ή πριν από την έναρξη της διαδικασίας αφερεγγυότητας δεν μεταβιβάζονται στον προς ον η μεταβίβαση, υπό την προϋπόθεση ότι με αυτήν τη διαδικασία παρέχεται, σύμφωνα με τη νομοθεσία αυτού του κράτους μέλους, προστασία τουλάχιστον ισοδύναμη προς την προβλεπόμενη για τις περιπτώσεις που διέπονται από την οδηγία 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη [(ΕΕ L 283, σ. 23), όπως αυτή τροποποιήθηκε με την οδηγία 87/164/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 1987 (ΕΕ L 66, σ. 11)]
ή/και
β) ο προς ον η μεταβίβαση, ο μεταβιβάσας, ή το ή τα πρόσωπα που ασκούν καθήκοντα μεταβιβάζοντος, αφενός, και οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, αφετέρου, είναι δυνατό να συμφωνήσουν μεταβολές, στο βαθμό που το επιτρέπει η ισχύουσα νομοθεσία ή πρακτική, των όρων και προϋποθέσεων απασχόλησης των εργαζομένων, προκειμένου να διατηρηθούν οι ευκαιρίες απασχόλησης μέσω της επιβίωσης της επιχειρήσεως, της εγκατάστασεως ή του τμήματος αυτών.
3. Ένα κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει την παράγραφο 2, στοιχείο β_, στις μεταβιβάσεις όπου ο μεταβιβάζων ευρίσκεται σε κατάσταση σοβαρής οικονομικής κρίσης όπως ορίζεται από την εθνική νομοθεσία, υπό την προϋπόθεση ότι η εν λόγω κατάσταση κηρύσσεται από αρμόδια δημόσια αρχή και είναι ανοιχτή στη δικαστική εποπτεία που ισχύει στην εθνική νομοθεσία στις 17 Ιουλίου 1998 [...]»
10. Η οδηγία 98/50 τέθηκε σε ισχύ στις 17 Ιουλίου 1998 . Η ταχθείσα στα κράτη μέλη προθεσμία για τη μεταφορά της στο εσωτερικό δίκαιο έληξε στις 17 Ιουλίου 2001 .
Β - Το εθνικό δίκαιο
11. Oι διατάξεις της οδηγίας 77/187 τέθηκαν σε εφαρμογή στην ιταλική έννομη τάξη με το άρθρο 2112 του ιταλικού Αστικού Κώδικα. Το άρθρο αυτό, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της υπό κρίση διαφοράς, όριζε, ότι σε περίπτωση μεταβιβάσεως επιχειρήσεως, οι σχέσεις εργασίας εξακολουθούν να υφίστανται με τον νέο κύριο και διατηρούνται τα δικαιώματα που οι εργαζόμενοι αντλούν από τις εν λόγω σχέσεις. Το άρθρο όριζε, επίσης, ότι ο μεταβιβάζων και ο προς ον η μεταβίβαση ευθύνονται εις ολόκληρον για το σύνολο των απαιτήσεων των εργαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβιβάσεως.
12. O Ιταλός νομοθέτης προέβλεψε, ωστόσο, παρέκκλιση από την εν λόγω αρχή όσον αφορά τις μεταβιβάσεις που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο ορισμένων διοικητικών ή ενδίκων διαδικασιών.
13. Έτσι, το άρθρο 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428, της 29ης Δεκεμβρίου 1990, που περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ιδιότητα της Ιταλίας ως μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (κοινοτικός νόμος για το 1990) , ορίζει ότι:
«Όταν η μεταβίβαση αφορά επιχειρήσεις ή μονάδες παραγωγής για τις οποίες το Comitato di ministri per il coordinamento della politica industriale [επιτροπή υπουργών για τον συντονισμό της βιομηχανικής πολιτικής, στο εξής: CIPI] έχει διαπιστώσει ότι βρίσκονται σε κατάσταση κρίσεως, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 5, στοιχείο c, του νόμου 675, της 12ης Αυγούστου 1977 - ή αφορά επιχειρήσεις οι οποίες έχουν κηρυχθεί είτε σε κατάσταση πτωχεύσεως είτε τελούν υπό διαδικασία προληπτικού συμβιβασμού, συνισταμένη στη μεταβίβαση των περιουσιακών τους στοιχείων, ή αφορά επιχειρήσεις των οποίων έχει δημοσιευθεί η θέση υπό αναγκαστική διοικητική εκκαθάριση ή οι οποίες έχουν υποβληθεί στη διαδικασία προσωρινής διαχειρίσεως - όπου δεν έχει προβλεφθεί η συνέχιση της δραστηριότητας ή η δραστηριότητα αυτή έχει διακοπεί και όπου η κατά τα προηγούμενα εδάφια διαβούλευση έχει καταλήξει σε συμφωνία που προβλέπει τη μερική έστω διατήρηση της απασχολήσεως, οι εργαζόμενοι των οποίων η εργασιακή σχέση εξακολουθεί να ισχύει έναντι του προς ον η μεταβίβαση δεν εμπίπτουν στο άρθρο 2112 του Αστικού Κώδικα, εκτός εάν η συμφωνία προβλέπει ευνοϊκότερους όρους. Η συμφωνία αυτή μπορεί επιπλέον να προβλέπει ότι η μεταβίβαση δεν αφορά το πλεονάζον προσωπικό και ότι το προσωπικό αυτό παραμένει, εν όλω ή εν μέρει, στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος.
Οι εργαζόμενοι που δεν θα προσληφθούν από τον αγοραστή, τον μισθωτή ή τον νέο φορέα της εκμεταλλεύσεως έχουν δικαίωμα προτεραιότητας όσον αφορά τις προσλήψεις στις οποίες οι τελευταίοι θα προβούν επί ένα έτος από της μεταβιβάσεως ή για μεγαλύτερο διάστημα οριζόμενο από τις συλλογικές συμβάσεις. Το άρθρο 2112 του ιταλικού Αστικού Κώδικα δεν εφαρμόζεται επί των προμνημονευθέντων εργαζομένων που θα προσληφθούν από τον αγοραστή, τον μισθωτή ή τον νέο φορέα της εκμεταλλεύσεως ύστερα από τη μεταβίβαση της επιχειρήσεως».
ΙΙ - Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
14. Η Επιτροπή θεώρησε ότι οι παρεκκλίσεις που θέτει το άρθρο 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428/90 είναι εν μέρει ασυμβίβαστες με την οδηγία 77/187.
15. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή έκρινε ότι οι ιταλικές αρχές δεν μπορούσαν να αποκλείσουν την εφαρμογή των προβλεπομένων από το άρθρο 2112 του ιταλικού Αστικού Κώδικα διασφαλίσεων όταν η μεταβίβαση μιας επιχειρήσεως πραγματοποιείται στο πλαίσιο των διαδικασιών διαπιστώσεως κρίσεως, προσωρινής διαχειρίσεως ή προληπτικού συμβιβασμού που συνίσταται στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.
16. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή αποφάσισε, στις 16 Ιουλίου 1997, να κινήσει την προβλεπόμενη στο άρθρο 169 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 226 ΕΚ) διαδικασία και να οχλήσει τις ιταλικές αρχές ζητώντας να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. H Επιτροπή, με το έγγραφό της οχλήσεως, ισχυρίστηκε ότι το άρθρο 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428/90 δεν διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας 77/187 λόγω του ότι αποκλείει, στο πλαίσιο των προαναφερθεισών διαδικασιών, τις προβλεπόμενες από το άρθρο 2112 του ιταλικού Αστικού Κώδικα διασφαλίσεις.
17. Επειδή η Επιτροπή δεν ικανοποιήθηκε από την απάντηση των ιταλικών αρχών στο εν λόγω έγγραφο, στις 4 Αυγούστου 1999 εξέδωσε αιτιολογημένη γνώμη.
18. H Eπιτροπή, με την αιτιολογημένη αυτή γνώμη, υπενθύμισε, καταρχάς, ότι το άρθρο 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428/90 δεν λαμβάνει υπόψη την οδηγία 77/187. Η Επιτροπή, εν συνεχεία, «διευκρίνισε ότι η νέα οδηγία 98/50/ΕΚ, [η οποία εκδόθηκε μετά το έγγραφο οχλήσεως], δεν επέτρεψε την προσσέγγιση της ιταλικής νομοθεσίας ούτως ώστε να την καταστήσει πλήρως σύμφωνη προς το κοινοτικό δίκαιο [...]» . Πράγματι, η Επιτροπή θεώρησε ότι το άρθρο 4α, παρόλο που επιτρέπει κάποια ευελιξία όσον αφορά τις μεταβιβάσεις προβληματικών επιχειρήσεων, δεν καλύπτει τις περιπτώσεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428/90 .
19. Η Ιταλική Κυβέρνηση απάντησε στην εν λόγω αιτιολογημένη γνώμη στις 15 Οκτωβρίου 1999.
20. Η Επιτροπή, επειδή δεν πείστηκε από την απάντηση αυτή, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή στις 23 Μαρτίου 2001. Η Επιτροπή ζητά από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι:
«[...] η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428 της 29ης Δεκεμβρίου 1990, οι οποίες:
α) επιτρέπουν τη μη αυτόματη μεταβίβαση όλων των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας από τον μεταβιβάζοντα στον προς ον η μεταβίβαση, όσον αφορά τις επιχειρήσεις οι οποίες τελούν υπό τη διαδικασία προληπτικού συμβιβασμού συνισταμένου στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων καθώς και τις επιχειρήσεις που έχουν υπαχθεί στη διαδικασία προσωρινής διοικήσεως, όταν οι επιχειρήσεις αυτές εξακολουθούν τη δραστηριότητά τους και μετά τη μεταβίβαση,
β) στην περίπτωση επιχειρήσεων που έχουν κηρυχθεί "σε κατάσταση οικονομικής κρίσεως", δεν προβλέπουν τη διατήρηση των θέσεων εργασίας και την ανάληψη από τον προς ον η μεταβίβαση των χρεών του μεταβιβάσαντος που απορρέουν από σύμβαση ή από σχέση εργασίας,
παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 77/187 του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977 [...], και ειδικότερα από τα άρθρα 3 και 4 αυτής.»
21. Η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή ως απαράδεκτη ή, τουλάχιστον, ως αβάσιμη.
ΙΙΙ - Επί του παραδεκτού της προσφυγής
Α - Επιχειρήματα των διαδίκων
22. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει, κυρίως, ότι η προσφυγή είναι απαράδεκτη.
23. Η Ιταλική Κυβέρνηση υπενθυμίζει ότι η οδηγία 98/50 εκδόθηκε στις 29 Ιουνίου 1998, δηλαδή μετά την αποστολή του εγγράφου οχλήσεως, αλλά πριν από την κοινοποίηση της αιτιολογημένης γνώμης. Έτσι, με το έγγραφό της οχλήσεως, η Επιτροπή εξετάζει το συμβατό του νόμου 428/90 αποκλειστικά από πλευράς των διατάξεων της οδηγίας 77/187. Αντιθέτως, η Επιτροπή, με την αιτιολογημένη της γνώμη και με το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, διηύρυνε την εξέταση αυτή και στην οδηγία 98/50.
24. Η Ιταλική Κυβέρνηση φρονεί ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή διηύρυνε το αντικείμενο της διαφοράς, όπως αυτό είχε προσδιοριστεί με το έγγραφο οχλήσεως. Σύμφωνα με την Ιταλική Κυβέρνηση, η διεύρυνση αυτή είναι ακόμη περισσότερο ανεπίτρεπτη εφόσον οι τροποποιήσεις που επήλθαν με την οδηγία 98/50 είναι ουσιώδεις και εφόσον, όταν η Επιτροπή εξέδωσε την αιτιολογημένη γνώμη και άσκησε την προσφυγή, η προθεσμία για τη μεταφορά της οδηγίας 98/50 στην εσωτερική έννομη τάξη δεν είχε ακόμα εκπνεύσει.
25. Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, σε αντίθεση με το έγγραφο οχλήσεως, η αιτιολογημένη γνώμη και το δικόγραφο της προσφυγής αναφέρονται στην οδηγία 98/50. Η Επιτροπή υπογραμμίζει, ωστόσο, ότι η προσθήκη αυτή δεν σκοπούσε στην τροποποίηση του αντικειμένου της διαφοράς, αλλά στην ενίσχυση της θέσεώς της καθώς έτσι καταδεικνύεται ότι η παράβαση δεν έχει αρθεί με τη θέση σε ισχύ της οδηγίας 98/50. Η Επιτροπή, εξάλλου, τονίζει ότι η διατύπωση των αιτιάσεων της οχλήσεως, το διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης και τα αιτήματα του δικογράφου της προσφυγής έχουν το ίδιο αντικείμενο, ήτοι την παράβαση των άρθρων 3 και 4 (μόνης) της οδηγίας 77/187.
Β - Εκτίμηση
26. Σύμφωνα με το άρθρο 226 ΕΚ, η Επιτροπή δεν μπορεί να ασκήσει προσφυγή λόγω παραβάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου παρά μόνον αφού παράσχει τη δυνατότητα στο οικείο κράτος μέλος να υποβάλει τις παρατηρήσεις του.
27. Συνεπώς, κατά πάγια νομολογία, σκοπός του εγγράφου οχλήσεως είναι να προσδιοριστεί το αντικείμενο της διαφοράς και να παρασχεθούν στο οικείο κράτος μέλος τα αναγκαία στοιχεία για την προετοιμασία της άμυνάς του . Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η δυνατότητα του συγκεκριμένου κράτους μέλους να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του αποτελεί ουσιαστική εγγύηση, η δε τήρησή της αποτελεί ουσιώδη τύπο για τη νομιμότητα της διαδικασίας με την οποία αναγνωρίζεται η παράβαση ενός κράτους μέλους .
28. Επομένως, η αιτιολογημένη γνώμη και η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να στηρίζονται στις ίδιες αιτιάσεις με αυτές του εγγράφου οχλήσεως . Με άλλα λόγια, το αντικείμενο της διαφοράς δεν μπορεί να τροποποιείται κατά το στάδιο της αιτιολογημένης γνώμης ή του εισαγωγικού της δίκης εγγράφου .
29. Εν προκειμένω, θεωρώ ότι η Επιτροπή δεν τροποποίησε το αντικείμενο της διαφοράς κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας.
30. Είναι αλήθεια, όπως υπογραμμίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, ότι οι λόγοι της αιτιολογημένης γνώμης και του δικογράφου της προσφυγής διαφέρουν σημαντικά από αυτούς του εγγράφου οχλήσεως. Όπως προαναφέρθηκε , το έγγραφο οχλήσεως περιοριζόταν στο να επισημάνει ότι ο νόμος 428/90 δεν διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 της οδηγίας 77/187. Αντιθέτως, η Επιτροπή, με το έγγραφό της οχλήσεως και με το δικόγραφο της προσφυγής, δεν υπέμνησε μόνον τα εν λόγω στοιχεία , αλλά διευκρίνισε, επίσης, ότι «η νέα οδηγία 98/50/ΕΚ» δεν είχε καταστήσει την ιταλική νομοθεσία συμβατή με το κοινοτικό δίκαιο . Η Επιτροπή προέβη σε σύγκριση του θεσπισθέντος με τον νόμο 428/90 καθεστώτος με αυτό του άρθρου 4α της οδηγίας 98/50 για να καταλήξει ότι «η ιταλική νομοθεσία βαίνει πέραν αυτού που επιτρέπεται από την οδηγία [98/50]» .
31. Αυτός ο τρόπος προσεγγίσεως μπορεί, πράγματι, να φανεί αμφισβητήσιμος στο μέτρο που η Επιτροπή δεν φρόντισε να διευκρινίσει ότι η αναφορά στην οδηγία 98/50 δεν τροποποιεί το αντικείμενο της διαφοράς.
32. Ωστόσο, αντίθετα με την Ιταλική Κυβέρνηση, φρονώ ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν αρκούν για να κηρυχθεί η υπό κρίση προσφυγή απαράδεκτη.
33. Αφενός, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, επί της ουσίας, οι αιτιάσεις της Επιτροπής παρέμειναν οι ίδιες καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας.
34. Συγκεκριμένα, η Επιτροπή, με τις αιτιάσεις του εγγράφου οχλήσεως , προσήψε στην Ιταλική Δημοκρατία ότι είχε παραβεί τα άρθρα 3 και 4 της οδηγίας 77/187 λόγω του ότι με το άρθρο 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428/90 δεν εφαρμόζονταν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 2112 του ιταλικού Αστικού Κώδικα διασφαλίσεις όσον αφορά τις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των διαδικασιών διαπιστώσεως κρίσεως, προσωρινής διαχειρίσεως και προληπτικού συμβιβασμού που συνίσταται στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.
35. Πάντως, με το διατακτικό της αιτιολογημένης γνώμης και με τα αιτήματα του δικογράφου της προσφυγής η Επιτροπή ενέμεινε επί της ιδίας ακριβώς αιτιάσεως. Η Επιτροπή διαπίστωσε - ή ζήτησε από το Δικαστήριο να διαπιστώσει - ότι «[...] η Ιταλική Δημοκρατία, διατηρώντας σε ισχύ τις διατάξεις του άρθρου 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428, της 29ης Δεκεμβρίου 1990, οι οποίες [...] επιτρέπουν τη μη αυτόματη μεταβίβαση όλων των συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας [...] όσον αφορά τις επιχειρήσεις οι οποίες τελούν υπό τη διαδικασία προληπτικού συμβιβασμού, συνισταμένου στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, καθώς και όσον αφορά τις επιχειρήσεις που έχουν υπαχθεί στη διαδικασία προσωρινής διοικήσεως και [οι οποίες], στην περίπτωση των επιχειρήσεων που έχουν κηρυχθεί "σε κατάσταση οικονομικής κρίσεως", δεν προβλέπουν τη μεταβίβαση [...] των χρεών που προκύπτουν από σύμβαση ή από σχέση εργασίας, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 77/187 του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977 [...] και ειδικότερα από τα άρθρα 3 και 4 αυτής».
36. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η Επιτροπή, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, ούτε διηύρυνε ούτε τροποποίησε το αντικείμενο της διαφοράς, όπως αυτό είχε προσδιορισθεί με το έγγραφο οχλήσεως. Η Επιτροπή, παρά την αναφορά της στην οδηγία 98/50 στην οποία προβαίνει με την αιτιολογημένη γνώμη της και το δικόγραφο της προσφυγής, ουδέποτε διαπίστωσε ή ζήτησε να διαπιστωθεί ότι η Ιταλική Δημοκρατία είχε παραβεί τις υποχρεώσεις που υπείχε από την εν λόγω οδηγία. Ούτε, άλλωστε, η Επιτροπή διηύρυνε τις αιτιάσεις της όσον αφορά τις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο εθνικών διαδικασιών εκτός αυτών της διαπιστώσεως κρίσεως, της προσωρινής διαχειρίσεως ή του προληπτικού συμβιβασμού που συνίσταται στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.
37. Επομένως, η Επιτροπή θεμελίωσε την αιτιολογημένη της γνώμη και την προσφυγή της σε αιτιάσεις όμοιες με αυτές του εγγράφου της οχλήσεως.
38. Αφετέρου, θεωρώ ότι η επίμαχη αναφορά στην οδηγία 98/50 δεν έθιξε τα δικαιώματα άμυνας της Ιταλικής Κυβερνήσεως.
39. Είναι αλήθεια ότι, η Ιταλική Κυβέρνηση , με την απάντησή της στην αιτιολογημένη γνώμη , αντέκρουσε τις αιτιάσεις της Επιτροπής, στηριζόμενη αποκλειστικά στις διατάξεις της οδηγίας 98/50. Η Ιταλική Κυβέρνηση προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι οι εξαιρέσεις του άρθρου 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428/90 καλύπτονταν εν μέρει από το άρθρο 4α της οδηγίας 98/50.
40. Το στοιχείο αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι οι ιταλικές αρχές έσφαλαν λόγω της επίμαχης αναφοράς. Πράγματι, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Ιταλική Κυβέρνηση, με την απάντησή της στο έγγραφο οχλήσεως , ανέπτυξε παρόμοια άμυνα. Η Ιταλική Κυβέρνηση υπογράμμισε ότι, τον Απρίλιο του 1997, η Επιτροπή υπέβαλε πρόταση οδηγίας περί τροποποιήσεως της οδηγίας 77/187, με σκοπό να δώσει τη δυνατότητα μεγαλύτερης ευελιξίας όσον αφορά τις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο συλλογικών διαδικασιών. Η Ιταλική Κυβέρνηση υποστήριξε, έτσι, ότι το άρθρο 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428/90 είναι σύμφωνο προς τις διατάξεις της προαναφερθείσας προτάσεως.
41. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η Ιταλική Κυβέρνηση, για δικούς της λόγους, επέλεξε να θεμελιώσει αποκλειστικά την άμυνά της στην ενδεχόμενη συμφωνία του νόμου 428/90 προς τις μεταγενέστερες της οδηγίας 77/187 κοινοτικές διατάξεις. Επομένως, η Ιταλική Κυβέρνηση, παρόλο που είχε τη σχετική δυνατότητα, προτίμησε να μην αντικρούσει τις αιτιάσεις της Επιτροπής από πλευράς των διατάξεων της οδηγίας 77/187.
42. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι η αναφορά στην οδηγία 98/50 δεν στέρησε την Ιταλική Δημοκρατία της δυνατότητας να προβάλει τα επιχειρήματά της κατά τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας.
43. Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να κηρύξει παραδεκτή την προσφυγή και, εν συνεχεία, να εκτιμήσει την ύπαρξη παραβάσεως ενόψει της οδηγίας 77/187.
IV - Επί της ουσίας
44. Επί της ουσίας, η Επιτροπή προσάπτει στην Ιταλική Δημοκρατία ότι απέκλεισε, με το άρθρο 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428/90, την εφαρμογή της οδηγίας 77/187 επί των μεταβιβάσεων επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο των διαδικασιών διαπιστώσεως κρίσεως, προσωρινής διαχειρίσεως και προληπτικού συμβιβασμού που συνίσταται στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.
45. Η Επιτροπή, με το υπόμνημά της απαντήσεως , παραιτήθηκε, ωστόσο, από την πρώτη της αιτίαση, σχετικά με τις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της διαδικασίας προσωρινής διαχειρίσεως του ιταλικού δικαίου.
46. Επομένως, θα εξετάσω, διαδοχικά, τις δύο άλλες αιτιάσεις της Επιτροπής. Εκ προοιμίου, θα υπενθυμίσω τις αρχές που έχει καθιερώσει η νομολογία όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187.
Α - Η νομολογία του Δικαστηρίου
47. Είναι γνωστό ότι, δυνάμει του άρθρου 1, παράγραφος 1, η οδηγία 77/187 εφαρμόζεται επί των μεταβιβάσεων επιχειρήσεων οι οποίες προκύπτουν από συμβατική μεταβίβαση ή συγχώνευση.
48. To Δικαστήριο έχει προσδιορίσει την έννοια της «συμβατικής μεταβιβάσεως» ενόψει, ιδίως, των μεταβιβάσεων επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο διοικητικών ή ένδικων διαδικασιών.
49. Έτσι, με την απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1985, 135/83, Αbels , το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι η οδηγία 77/187 δεν εφαρμόζεται στις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων που γίνονται στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας η οποία αποβλέπει στην εκκαθάριση, υπό τον έλεγχο της αρμόδιας δικαστικής αρχής, της περιουσίας του μεταβιβάσαντος.
50. Αντιθέτως, από την ίδια απόφαση προκύπτει ότι η οδηγία 77/187 εφαρμόζεται σε διαδικασία «surséance van betaling» (αναστολή πληρωμών), παρόλον ότι η διαδικασία αυτή εμφανίζει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με την πτωχευτική διαδικασία . Πράγματι, το Δικαστήριο έκρινε ότι οι λόγοι που εμποδίζουν την εφαρμογή της οδηγίας 77/187 στις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων που γίνονται στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας δεν ισχύουν όταν η εν λόγω διαδικασία περιλαμβάνει δικαστικό έλεγχο πιο περιορισμένης εκτάσεως από αυτόν της περιπτώσεως πτωχεύσεως και όταν στόχος μιας τέτοιας διαδικασίας είναι, πρωτίστως, η διασφάλιση της περιουσίας και, ενδεχομένως, η συνέχιση της δραστηριότητας της επιχειρήσεως, κατόπιν παρατάσεως της προθεσμίας πληρωμής από την ομάδα των πιστωτών.
51. Ομοίως, με την απόφαση της 25ης Ιουλίου 1991, C-362/89, D'Urso κ.λπ. , το Δικαστήριο έκρινε, ότι η οδηγία 77/187 δεν εφαρμόζεται στις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο αναγγελίας πιστωτών όπως αυτή που προβλέπεται από την ιταλική νομοθεσία ως προς την αναγκαστική διοικητική εκκαθάριση, της οποίας τα αποτελέσματα είναι παρόμοια αυτών της πτωχεύσεως. Αντιθέτως, το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία 77/187 εφαρμόζεται όταν, στο πλαίσιο της ιταλικής νομοθεσίας ως προς την προσωρινή διοίκηση των μεγάλων επιχειρήσεων που βρίσκονται σε κατάσταση κρίσεως, η αρμόδια αρχή αποφάσισε τη συνέχιση της δραστηριότητας της επιχειρήσεως και για όσο διάστημα η απόφαση αυτή παραμένει σε ισχύ. Σε παρόμοια περίπτωση, ο σκοπός της διαδικασίας προσωρινής διοικήσεως είναι, καταρχάς, η δημιουργία μιας καταστάσεως ισορροπίας για την επιχείρηση, πράγμα που θα της επιτρέψει να διασφαλίσει τη δραστηριότητά της για το μέλλον. Ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός που επιδιώκεται κατ' αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί ούτε να εξηγήσει ούτε να δικαιολογήσει το ότι, όταν η οικεία επιχείρηση αποτελεί το αντικείμενο μεταβιβάσεως, οι εργαζόμενοί της στερούνται των δικαιωμάτων που τους αναγνωρίζει η οδηγία 77/187 .
52. Εξάλλου, με την απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 1995, C-472/93, Spano κ.λπ. , το Δικαστήριο έκρινε ότι η οδηγία 77/187 τυγχάνει εφαρμογής στη μεταβίβαση επιχειρήσεως ως προς την οποία έχει διαπιστωθεί ότι βρίσκεται σε κατάσταση κρίσεως σύμφωνα με τον ιταλικό νόμο 675/77. Το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η πράξη με την οποία αναγνωρίζεται ότι μια επιχείρηση βρίσκεται σε κατάσταση κρίσεως αποσκοπεί στο να καταστεί δυνατή η επαναφορά της προτέρας οικονομικής και χρηματοπιστωτικής καταστάσεως της επιχειρήσεως, ιδίως όμως η διατήρηση της απασχολήσεως και ότι η εν λόγω διαδικασία τείνει στη διευκόλυνση της διατηρήσεως της δραστηριότητάς της με σκοπό τη μετέπειτα ανασυγκρότηση και ότι, εν αντιθέσει προς τις διαδικασίες πτωχεύσεως, η διαδικασία διαπιστώσεως της καταστάσεως κρίσεως δεν περιλαμβάνει δικαστικό έλεγχο ούτε οποιοδήποτε μέτρο διαχειρίσεως της περιουσίας της επιχειρήσεως και δεν προβλέπει αναστολή πληρωμών .
53. Από τη νομολογία αυτή προκύπτει ότι, για να εκτιμηθεί αν η μεταβίβαση μιας επιχειρήσεως που έγινε στο πλαίσιο διοικητικής ή δικαστικής διαδικασίας εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 77/187, το καθοριστικό κριτήριο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ο αντικειμενικός σκοπός που επιδιώκεται με την εν λόγω διαδικασία . Ωστόσο, με τις αποφάσεις Dethier Équipement και Europièces , το Δικαστήριο έκρινε ότι, αν το κριτήριο που αφορά τον σκοπό που επιδιώκεται με τη διαδικασία αυτή δεν είναι προδήλως καθοριστικό, πρέπει να εξετασθούν οι όροι της εν λόγω διαδικασίας, όπως η ύπαρξη και η έκταση του δικαστικού ελέγχου.
54. Βάσει των αρχών αυτών, θα εξετάσω τις δύο αιτιάσεις της Επιτροπής κατά της Ιταλικής Δημοκρατίας.
Β - Όσον αφορά τις επιχειρήσεις που βρίσκονται σε κατάσταση κρίσεως (πρώτη αιτίαση)
55. Με την πρώτη της αιτίαση, η Επιτροπή προσάπτει στις ιταλικές αρχές το γεγονός ότι δεν εφάρμοσαν την οδηγία 77/187 στις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της διαδικασίας διαπιστώσεως κρίσεως του νόμου 675/77.
56. Η πρώτη αυτή αιτίαση πρέπει να γίνει δεκτή.
57. Πράγματι, όπως προαναφέρθηκε , με την προπαρατεθείσα απόφαση Spano κ.λπ., το Δικαστήριο ρητά έκρινε ότι η οδηγία 77/187 έπρεπε να εφαρμοστεί επί μεταβιβάσεως μιας επιχειρήσεως, της οποίας η κατάσταση κρίσεως είχε διαπιστωθεί από το CIPI σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 5, του νόμου 675/77.
58. Στην υπό κρίση περίπτωση, πάντως, η Ιταλική Δημοκρατία δεν προέβαλε κανένα στοιχείο που να επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι συμμορφώθηκε προς την προαναφερθείσα απόφαση Spano κ.λπ. Με τα υπομνήματά της αντικρούσεως και ανταπαντήσεως , η Ιταλική Δημοκρατία περιορίστηκε να υποστηρίξει ότι η ιταλική διαδικασία διαπιστώσεως «καταστάσεως κρίσεως» είναι σύμφωνη προς την παρέκκλιση του άρθρου 4α της οδηγίας 98/50. Αντιθέτως, δεν απέδειξε, ούτε καν υποστήριξε, ότι πριν τη θέσπιση αυτής της παρεκκλίσεως, οι διασφαλίσεις που προβλέπονται στην οδηγία 77/187 εφαρμόζονταν επί της μεταβιβάσεως επιχειρήσεως σε κατάσταση κρίσεως.
59. Στο μέτρο που η παράβαση πρέπει να εκτιμηθεί αποκλειστικά από πλευράς της οδηγίας 77/187, η πρώτη αιτίαση της Επιτροπή πρέπει να γίνει δεκτή.
Γ - Επί της διαδικασίας προληπτικού συμβιβασμού συνισταμένου στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων (δεύτερη αιτίαση)
60. Με τη δεύτερή της αιτίαση, η Επιτροπή προσάπτει στις ιταλικές αρχές ότι δεν εφαρμόζουν την οδηγία 77/187 στις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο διαδικασίας προληπτικού συμβιβασμού που συνίσταται στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.
61. Οι διάδικοι προσκόμισαν στο Δικαστήριο ελάχιστα στοιχεία σχετικά με το περιεχόμενο της διαδικασίας αυτής.
62. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι, κατά το ιταλικό δίκαιο, ο προληπτικός συμβιβασμός διέπεται από τα άρθρα 160 έως 186 του βασιλικού διατάγματος 267, της 16ης Μαρτίου 1942, «Disciplina del faillimento, del concordato preventivo, dell' amministrazione controllata et della liquidazione coatta amministrativa» (βασιλικό διάταγμα περί ρυθμίσεως της πτωχεύσεως, του προληπτικού συμβιβασμού, της ελεγχόμενης διοίκησης και της αναγκαστικής διοικητικής εκκαθαρίσεως) .
63. Προκύπτει ότι η διαδικασία αυτή διεξάγεται ως ακολούθως.
64. Ο επιχειρηματίας, ο οποίος είναι αφερέγγυος, καταθέτει, καταρχάς, αίτηση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου προτείνοντας συμβιβασμό στους πιστωτές του. Αν η αίτηση αυτή κριθεί παραδεκτή, το δικαστήριο διορίζει «επίτροπο» επιφορτισμένο να καταρτίσει έκθεση σχετικά με τις αιτίες των δυσχεριών που αντιμετωπίζει ο οφειλέτης, με τις προτάσεις συμβιβασμού και με τις διασφαλίσεις που παρέχονται στους πιστωτές. Επιπλέον, η πρόταση περί συμβιβασμού υποβάλλεται προς έγκριση στους πιστωτές. Αν οι πιστωτές εγκρίνουν την πρόταση, το δικαστήριο δύναται, επιφυλασσόμενο να προβεί σε ορισμένες επαληθεύσεις, να επικυρώσει τον συμβιβασμό, ο οποίος καθίσταται, ως εκ τούτου, υποχρεωτικός έναντι του συνόλου των μερών (ήτοι του οφειλέτη και των πιστωτών). Εν συνεχεία, ο συμβιβασμός εκτελείται υπό την εποπτεία του «διορισθέντος από το δικαστήριο επιτρόπου» και σύμφωνα με τον προβλεπόμενο από την απόφαση περί επικυρώσεως τρόπο.
65. Ενόψει των ανωτέρω, από την εθνική νομοθεσία δεν προκύπτει με σαφήνεια ο σκοπός που επιδιώκεται με τη διαδικασία του προληπτικού συμβιβασμού που συνίσταται στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.
66. Από ορισμένες διατάξεις του διατάγματος 267/42 διαφαίνεται ότι με την επίμαχη διαδικασία επιδιώκεται η διασφάλιση της εκκαθαρίσεως των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη προκειμένου να ικανοποιηθεί η ομάδα των πιστωτών.
67. Έτσι, το άρθρο 160, δεύτερο εδάφιο, σημείο 2, του διατάγματος 267/42 ορίζει ότι, προκειμένου να υπαχθεί στην εν λόγω διαδικασία, ο επιχειρηματίας οφείλει να «μεταβιβάσει στους πιστωτές, για την αποπληρωμή των χρεών του, όλα τα περιουσιακά του στοιχεία που υφίστανται κατά τον χρόνο της προτάσεως περί συμβιβασμού, [...] υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί κατά δίκαιη κρίση να θεωρηθεί από την εκτίμηση των περιουσιακών αυτών στοιχείων ότι οι πιστωτές θα μπορέσουν να ικανοποιηθούν σε κάποιο βαθμό [για το 40 % των εγχειρογράφων απαιτήσεων]». Ομοίως, το άρθρο 182 του διατάγματος 267/42 ορίζει ότι, με την απόφαση περί επικυρώσεως του συμβιβασμού, το δικαστήριο οφείλει να διορίσει έναν ή περισσότερους εκκαθαριστές, καθώς και επιτροπή εκ τριών ή πέντε πιστωτών για να παραστούν κατά τη διενέργεια της εκκαθαρίσεως και να καθορίσουν τον τρόπο πραγματοποιήσεώς της.
68. Αντιθέτως, από άλλες διατάξεις του διατάγματος 267/82 προκύπτει ότι η εθνική διαδικασία έχει ως κύριο σκοπό την αποτροπή της πτωχεύσεως του οφειλέτη και, επομένως, επιδιώκει να εξασφαλίσει τη συνέχιση της δραστηριότητας της επιχειρήσεως.
69. Έτσι, το άρθρο 160 του διατάγματος 267/42 ορίζει ότι ο επιχειρηματίας δύναται να υποβάλει πρόταση περί προληπτικού συμβιβασμού «εφόσον δεν έχει κηρυχθεί σε πτώχευση». Τα άρθρα 162, 163, 179 και 181 του ίδιου νομοθετήματος διευκρινίζουν ότι, αν ο επιχειρηματίας δεν πληροί τις προϋποθέσεις για να υπαχθεί στην εν λόγω διαδικασία, αν παραλείψει να καταθέσει τα απαιτούμενα για την εκτέλεση του συμβιβασμού ποσά, αν οι πιστωτές δεν εγκρίνουν την πρόταση συμβιβασμού ή αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις επικυρώσεως, το δικαστήριο οφείλει να κηρύξει αυτεπαγγέλτως σε πτώχευση τον οφειλέτη. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 181 του διατάγματος 267/42, το δικαστήριο οφείλει, πριν αποφανθεί επί της επικυρώσεως του συμβιβασμού, να εκτιμήσει «την οικονομική σκοπιμότητα [αυτού] για τους πιστωτές, ενόψει του υφισταμένου ενεργητικού και της αποτελεσματικότητας της επιχειρήσεως», καθώς και το ζήτημα «αν ο οφειλέτης, λαμβανομένων υπόψη των λόγων που προκάλεσαν τις δυσχέρειές του και ενόψει της συμπεριφοράς του, δικαιούται τον συμβιβασμό».
70. Λαμβάνοντας υπόψη τα στοιχεία αυτά, θεωρώ ότι είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια ο σκοπός που επιδιώκεται με τον προληπτικό συμβιβασμό που συνίσταται στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.
71. Τα μετέχοντα στη διαδικασία μέρη προβάλλουν, εξάλλου, αντικρουόμενα επιχειρήματα επί του ζητήματος αυτού.
72. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι κύριος σκοπός της εν λόγω διαδικασίας είναι να καθίσταται δυνατή «η συνέχιση των εμπορικών ή βιομηχανικών δραστηριοτήτων» . Κατά την Επιτροπή, ο σκοπός αυτός έχει τονιστεί τόσο από την ιταλική επιστήμη όσο και από το Corte suprema di cassazione . Έτσι, παρόλον ότι το άρθρο 182 του διατάγματος 267/42 κάνει λόγο για «μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων», ο όρος «μεταβίβαση» θα έπρεπε να νοηθεί ως «διαφύλαξη» των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη και όχι ως εκκαθάρισή τους . Αντιθέτως, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο προληπτικός συμβιβασμός που συνίσταται στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων σκοπεί ουσιαστικά στην εκκαθάριση των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη προκειμένου να ικανοποιηθούν συλλογικώς οι πιστωτές. Η Ιταλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει, εξάλλου, ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Corte suprema di cassazione, η επίμαχη διαδικασία επιφέρει την οριστική απώλεια των δικαιωμάτων του οφειλέτη επί του συνόλου των αποτελούντων το αντικείμενο αυτής περιουσιακών στοιχείων .
73. Eπομένως, το κριτήριο σχετικά με τον επιδιωκόμενο από την εν λόγω διαδικασία σκοπό δεν επιτρέπει, εν προκειμένω, να διαπιστωθεί αν η οδηγία 77/187 πρέπει να εφαρμόζεται στις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο του προληπτικού συμβιβασμού που συνίσταται στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων.
74. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου , πρέπει να συνεχίσω την ανάλυσή μου εξετάζοντας τις λεπτομέρειες της επίμαχης διαδικασίας.
75. Με την προαναφερθείσα απόφαση Dethier Équipement, τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το ζήτημα αν η οδηγία 77/187 τυγχάνει εφαρμογής επί της βελγικής δικαστικής εκκαθαρίσεως. Το Δικαστήριο, διαπιστώνοντας ότι η ανάλυση των επιδιωκόμενων από τη διαδικασία σκοπών δεν μπορούσε να οδηγήσει σε ασφαλή συμπεράσματα, εξέτασε τις λεπτομέρειες διεξαγωγής της διαδικασίας αυτής ως ακολούθως :
«[...] προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής ότι, στην περίπτωση της εκκαθαρίσεως, ο εκκαθαριστής, καίτοι ορίζεται από τον δικαστή, είναι όργανο της εταιρίας το οποίο προβαίνει στην πώληση του ενεργητικού υπό την εποπτεία της γενικής συνελεύσεως, ότι δεν υφίσταται ειδική διαδικασία διαπιστώσεως του παθητικού υπό τον έλεγχο του δικαστηρίου και ότι ο πιστωτής μπορεί, καταρχήν, να ζητήσει την ικανοποίηση της αξιώσεώς του κατά της εταιρίας με αναγκαστική εκτέλεση και να επιτύχει την έκδοση αποφάσεως σε βάρος της. Αντιθέτως, στο πλαίσιο της πτωχεύσεως, ο σύνδικος, καθόσον εκπροσωπεί τους πιστωτές, είναι τρίτος σε σχέση με την εταιρία και προβαίνει στη ρευστοποίηση του ενεργητικού υπό την εποπτεία του δικαστηρίου, το παθητικό της εταιρίας καθορίζεται κατά ειδική διαδικασία και οι ατομικές πράξεις εκτελέσεως απαγορεύονται.
Επομένως, διαφαίνεται ότι η κατάσταση επιχειρήσεως υπό δικαστική εκκαθάριση παρουσιάζει σημαντικές διαφορές σε σχέση με την κατάσταση επιχειρήσεως που τελεί σε πτώχευση και οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο απέκλεισε την εφαρμογή της οδηγίας στην περίπτωση αυτή ενδέχεται να μην υφίστανται στην περίπτωση επιχειρήσεως που τελεί υπό δικαστική εκκαθάριση».
76. Έτσι, το Δικαστήριο δέχθηκε τρία κριτήρια για να καταλήξει ότι η κατάσταση μιας επιχειρήσεως που τελεί υπό δικαστική εκκαθάριση εμφανίζει διαφορές σε σχέση με εκείνη της επιχειρήσεως σε πτώχευση. Τα κριτήρια αυτά συνίστανται στο ότι ο εκκαθαριστής ανήκει στην εταιρία, στην απουσία ειδικής διαδικασίας διαπιστώσεως του παθητικού καθώς και στη δυνατότητα ατομικής ικανοποιήσεως των απαιτήσεων κατά της εταιρίας.
77. Εν προκειμένω, πάντως, φαίνεται ότι δεν συντρέχουν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις.
78. Όσον αφορά το πρώτο κριτήριο, είναι αλήθεια ότι το διάταγμα 267/42 δεν προσδιορίζει αν ο εκκαθαριστής, που διορίζεται από το δικαστήριο κατά τον χρόνο της επικυρώσεως, μπορεί να είναι όργανο της εταιρίας ή πρέπει να είναι τρίτος ως προς αυτήν. Όπως προαναφέρθηκε, η διάταξη αυτή επιβάλλει απλά στο δικαστήριο τον διορισμό «ενός ή περισσοτέρων εκκαθαριστών», χωρίς να προσδιορίζει την ιδιότητά τους. Αντιθέτως, είναι βέβαιον ότι «ο διορισθείς από το δικαστήριο επίτροπος», ο οποίος, μεταξύ άλλων, εποπτεύει την εκτέλεση του συμβιβασμού, δεν δύναται να ανήκει στην εταιρία που τελεί υπό τη διαδικασία αυτή. Πράγματι, το άρθρο 165 του διατάγματος 267/42 προβλέπει ρητώς ότι «ο διορισθείς από το δικαστήριο επίτροπος» είναι, ως προς ό,τι αφορά την άσκηση των καθηκόντων του, δημόσιος λειτουργός.
79. Όσον αφορά το δεύτερο κριτήριο, το διάταγμα 267/42 περιλαμβάνει ειδική διαδικασία διαπιστώσεως του παθητικού υπό τον έλεγχο του αρμόδιου δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, το κείμενο αυτό ορίζει ότι:
- με την αίτηση περί συμβιβασμού, ο οφειλέτης οφείλει να υποβάλει αναλυτική και κατ' εκτίμηση κατάσταση όσον αφορά το ενεργητικό καθώς και κατάλογο των πιστωτών ·
- η διάταξη που κηρύσσει την έναρξη της διαδικασίας του συμβιβασμού πρέπει να δημοσιευθεί προσηκόντως ·
- μετά την έναρξη της διαδικασίας του συμβιβασμού, «ο διορισθείς από το δικαστήριο επίτροπος» οφείλει να επαληθεύσει τον κατάλογο των πιστωτών και να τους καλέσει ·
- ο διορισθείς από το δικαστήριο επίτροπος προβαίνει στην απογραφή της περιουσίας του οφειλέτη και, κατόπιν αιτήσεώς του, το δικαστήριο δύναται να διορίσει εκτιμητή ο οποίος θα τον επικουρήσει κατά την εκτίμηση των περιουσιακών στοιχείων ·
- κατά τη συνέλευση των πιστωτών, η οποία γίνεται υπό την προεδρία του αρμόδιου δικαστή, ο οφειλέτης και οι πιστωτές εξετάζουν το υποστατό των απαιτήσεων που έχουν αναγγελθεί , και
- το δικαστήριο δύναται να επικυρώσει τον συμβιβασμό μόνον εφόσον, σύμφωνα με το άρθρο 160, δεύτερο εδάφιο, σημείο 2, του διατάγματος 267/42, τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη αρκούν για να ικανοποιήσουν τουλάχιστον το 40 % των εγχειρογράφων των πιστωτών .
80. Επομένως, το διάταγμα 267/42 προβλέπει ειδική διαδικασία διαπιστώσεως του παθητικού μιας επιχειρήσεως υπό τον έλεγχο δικαστικής αρχής.
81. Τέλος, όσον αφορά το τρίτο κριτήριο, παρατηρώ ότι η ιταλική νομοθεσία απαγορεύει ρητώς τη λήψη ατομικών μέτρων ικανοποιήσεως των απαιτήσεων κατά τον χρόνο της διαδικασίας του προληπτικού συμβιβασμού. Το άρθρο 168 του διατάγματος 267/42 ορίζει, συγκεκριμένα, ότι, «από την ημερομηνία καταθέσεως της σχετικής αιτήσεως και μέχρι να καταστεί οριστική η απόφαση περί επικυρώσεως του συμβιβασμού, οι πιστωτές [...] δεν μπορούν, επί ποινή ακυρότητας, να κινήσουν ή να συνεχίσουν τη λήψη εκτελεστικών μέτρων κατά της περιουσίας του οφειλέτη».
82. Εκ των διαφόρων αυτών στοιχείων προκύπτει ότι η ιταλική διαδικασία προληπτικού συμβιβασμού, που συνίσταται στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, εμφανίζει χαρακτηριστικά τα οποία, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, ομοιάζουν περισσότερο προς εκείνα της πτωχεύσεως. Επομένως, ενόψει της δικογραφίας, κλίνω προς την άποψη ότι η οδηγία 77/187 δεν έχει εφαρμογή επί των μεταβιβάσεων επιχειρήσεων που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής.
83. Στο μέτρο που η Επιτροπή δεν προέβαλε κανένα άλλο στοιχείο, προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να απορρίψει τη δεύτερη αιτίαση.
V - Επί των δικαστικών εξόδων
84. Δυνάμει του άρθρου 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπήρξε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Το άρθρο 69, παράγραφος 3, ορίζει, ωστόσο ότι, αν οι ηττηθέντες διάδικοι είναι περισσότεροι του ενός, το Δικαστήριο αποφασίζει για την κατανομή των εξόδων. Επιπλέον, το άρθρο 69, παράγραφος 5, ορίζει ότι ο διάδικος ο οποίος παραιτείται καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εκτός εάν η καταδίκη του άλλου διαδίκου δικαιολογείται από τη στάση του τελευταίου.
85. Εν προκειμένω, έχει διαπιστωθεί ότι η Επιτροπή ναι μεν παραιτήθηκε από την πρώτη της αιτίαση, πλην όμως η παραίτηση αυτή οφείλεται στις παρατηρήσεις που οι Ιταλική Δημοκρατία κατέθεσε μετά την άσκηση της προσφυγής. Επιπλέον, προέκυψε ότι η δεύτερη αιτίαση της Επιτροπής είναι βάσιμη ενώ η τρίτη αιτίαση πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, εκάτερος διάδικος ζήτησε την καταδίκη του ετέρου στα δικαστικά έξοδα.
86. Υπ' αυτές τις συνθήκες, προτείνω στο Δικαστήριο να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων.
VI - Πρόταση
87. Kατά συνέπεια, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
«1) Η Ιταλική Κυβέρνηση παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία 77/187/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 14ης Φεβρουαρίου 1977, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών, των σχετικών με τη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβιβάσεων επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, στον βαθμό που το άρθρο 47, παράγραφοι 5 και 6, του νόμου 428, της 29ης Δεκεμβρίου 1990, που περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την ιδιότητα της Ιταλίας ως μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (κοινοτικός νόμος για το 1990), αποκλείει την εφαρμογή της εν λόγω οδηγίας όταν η μεταβίβαση αφορά επιχείρηση, εγκατάσταση ή τμήμα εγκαταστάσεως για την οποία το Comitato di ministri per il coordinamento della politica industriale (επιτροπή υπουργών για τον συντονισμό της βιομηχανικής πολιτικής) έχει διαπιστώσει ότι βρίσκεται σε "κατάσταση κρίσεως", σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 5, στοιχείο c, του νόμου 675, της 12ης Αυγούστου 1977, που περιλαμβάνει μέτρα για τον συντονισμό της βιομηχανικής πολιτικής, την αναδιάρθρωση, τη μετατροπή και την ανάπτυξη του τομέα.
2) Απορρίπτει την προσφυγή κατά τα λοιπά.
3) Καταδικάζει την Ιταλική Δημοκρατία στα δύο τρίτα των δικαστικών εξόδων».
Full & Egal Universal Law Academy