ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 12ης Ιουνίου 2003 (1)
Υπόθεση C-159/01
Βασίλειο των Κάτω Χωρών
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Κρατικές ενισχύσεις – Μερική απαλλαγή από επιβαρύνσεις όσον αφορά ανόργανες ουσίες υπέρ των καλλιεργειών σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος – Δικαιολόγηση από τη φύση και την οικονομία του συστήματος – Δεν υφίσταται»
1. Για τη μείωση των διηθήσεων αζώτου και φωσφορικών ενώσεων στο έδαφος λόγω της χρησιμοποιήσεως λιπασμάτων στις γεωργικές εκμεταλλεύσεις, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών έχει θεσπίσει ένα σύστημα φορολογικών επιβαρύνσεων. Οι επιβαρύνσεις αυτές οφείλονται από τους καλλιεργητές που προκαλούν ζημίες, λόγω αζώτου και φωσφορικών ενώσεων, στο περιβάλλον που είναι πέραν ενός ορισμένου κανόνα. Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών έχει προβλέψει επίσης απαλλαγή από τις επιβαρύνσεις αυτές υπέρ των λοιπών εκμεταλλεύσεων (γνωστών ως ερασιτεχνικών εκμεταλλεύσεων) καθώς και των εκμεταλλεύσεων κηπευτικών και των κέντρων κηπουρικής που εφαρμόζουν την καλλιέργεια σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος.
2. Με την απόφαση 2001/371/ΕΚ, της 21ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την εισφοροαπαλλαγή ανόργανων ουσιών την οποία σκοπεύουν να παραχωρήσουν οι Κάτω Χώρες με βάση το νόμο περί λιπασμάτων (2), η Επιτροπή έκρινε ότι αυτές οι απαλλαγές αποτελούσαν κρατικές ενισχύσεις ασύμβατες με την κοινή αγορά.
3. Με την υπό κρίση προσφυγή που ασκήθηκε βάσει του άρθρου 230, πρώτο εδάφιο, ΕΚ, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών ζητεί τη μερική ακύρωση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο μέτρο που αυτή αφορά τις εκμεταλλεύσεις κηπευτικών και τα κέντρα κηπουρικής που εφαρμόζουν την καλλιέργεια σε θερμοκήπια ή σε υποκατάστατο χώματος.
I – Νομικό πλαίσιο
Α – Κοινοτική νομοθεσία
4. Οι ασκούσες επιρροή όσον αφορά την υπό κρίση διαφορά διατάξεις είναι αυτές που διέπουν τις κρατικές ενισχύσεις και την προστασία των υδάτων έναντι της μολύνσεως από νιτρικές ενώσεις.
1. Η σχετική με τις κρατικές ενισχύσεις νομοθεσία
5. Το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ ορίζει:
«Ενισχύσεις που χορηγούνται υπό οποιαδήποτε μορφή από τα κράτη ή με κρατικούς πόρους και που νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό διά της ευνοϊκής μεταχειρίσεως ορισμένων επιχειρήσεων ή ορισμένων κλάδων παραγωγής είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά, κατά το μέτρο που επηρεάζουν τις μεταξύ κρατών μελών συναλλαγές, εκτός αν η παρούσα Συνθήκη ορίζει άλλως.»
6. Το πεδίο εφαρμογής του άρθρου αυτού επί δημοσιονομικών θεμάτων διασαφηνίστηκε με την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 10ης Δεκεμβρίου 1998, σχετικά με την εφαρμογή των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις στα μέτρα που σχετίζονται με την άμεση φορολογία των επιχειρήσεων (3).
7. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, προκειμένου ένα φορολογικό μέτρο να χαρακτηριστεί ως απαγορευόμενη, κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ, κρατική ενίσχυση, πρέπει αυτό να πληροί, σωρευτικώς, τις ακόλουθες τέσσερις προϋποθέσεις (4).
8. Πρώτον, το εν λόγω μέτρο πρέπει να παρέχει στους δικαιούχους πλεονέκτημα που μειώνει τις συνήθεις επιβαρύνσεις του προϋπολογισμού τους. Ένα τέτοιο πλεονέκτημα μπορεί να παρασχεθεί με τη μείωση της φορολογικής επιβαρύνσεως της επιχείρησης υπό διάφορες μορφές. Μπορεί να πρόκειται, μεταξύ άλλων, για μείωση της βάσης υπολογισμού του φόρου (κατά παρέκκλιση έκπτωση) ή για πλήρη μείωση του ποσού του φόρου (απαλλαγή, πίστωση φόρου).
9. Δεύτερον, το πλεονέκτημα πρέπει να παρέχεται από το κράτος ή με κρατικούς πόρους. Μια απώλεια φορολογικών εσόδων ισοδυναμεί με ανάλωση ισόποσων κρατικών πόρων υπό μορφή δημοσιονομικών δαπανών.
10. Τρίτον, το συγκεκριμένο μέτρο πρέπει να επηρεάζει τον ανταγωνισμό και τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Το κριτήριο αυτό προϋποθέτει ότι ο δικαιούχος του μέτρου ασκεί οικονομική δραστηριότητα, ανεξάρτητα από το νομικό καθεστώς του ή από τον τρόπο χρηματοδότησής του. Κατά πάγια νομολογία, η προϋπόθεση της επιπτώσεως στις συναλλαγές πληρούται εφόσον η δικαιούχος επιχείρηση ασκεί οικονομική δραστηριότητα που αποτελεί το αντικείμενο συναλλαγών μεταξύ κρατών μελών.
11. Τέταρτον, το μέτρο πρέπει να είναι ειδικό ή επιλεκτικό, δηλαδή να ευνοεί ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένους κλάδους παραγωγής. Όμως, αυτός ο επιλεκτικός χαρακτήρας μπορεί να δικαιολογείται από τη φύση και την οικονομία του συστήματος. Εφόσον συμβαίνει κάτι τέτοιο, το μέτρο δεν εμπίπτει στον χαρακτηρισμό της μνημονευομένης στο άρθρο 87 ΕΚ ενισχύσεως.
12. Σε σχέση με την τελευταία αυτή προϋπόθεση, διευκρινίζεται, στο σημείο 23 της ανακοινώσεως, ότι η διαφοροποιημένη φύση ορισμένων μέτρων δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκη, ότι πρέπει να θεωρούνται κρατικές ενισχύσεις. Τούτο συμβαίνει όσον αφορά ενισχύσεις των οποίων η οικονομική σκοπιμότητα τις καθιστά αναγκαίες ή λειτουργικές σε σχέση με την αποτελεσματικότητα του φορολογικού συστήματος. Στο κράτος μέλος εναπόκειται να δικαιολογήσει κάτι τέτοιο.
13. Σε διαδικαστικό επίπεδο, η ανακοίνωση υπενθυμίζει ότι, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 88, παράγραφος 3, ΕΚ, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ενημερώνουν την Επιτροπή σχετικά με όλα τα σχέδιά τους με τα οποία αποβλέπουν τη θέσπιση ή την τροποποίηση ενισχύσεων. Τα κράτη μέλη δεν δύνανται να θέτουν τα σχέδια αυτά σε εφαρμογή χωρίς την προηγούμενη έγκριση της Επιτροπής (5).
14. Η σκοπούσα στη λήψη της εγκρίσεως της Επιτροπής διαδικασία έχει κωδικοποιηθεί με τον κανονισμό (ΕΚ) 659/1999 (6). Ο κανονισμός αυτός, που τέθηκε σε ισχύ στις 16 Απριλίου 1999, εφαρμόζεται εν προκειμένω.
15. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 659/1999, κάθε σχέδιο για τη χορήγηση νέας ενίσχυσης κοινοποιείται εγκαίρως στην Επιτροπή από το οικείο κράτος μέλος. Στην κοινοποίηση, το οικείο κράτος μέλος παρέχει όλες τις αναγκαίες πληροφορίες που θα επιτρέψουν στην Επιτροπή να λάβει θέση σχετικά με την ύπαρξη ενισχύσεως καθώς και το συμβατό της με την κοινή αγορά.
2. Η σχετική με την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση κοινοτική νομοθεσία
16. Η οδηγία 91/676/ΕΟK (7) σκοπεί, σύμφωνα με το άρθρο της 1, «στη μείωση της ρύπανσης των υδάτων που προκαλείται άμεσα ή έμμεσα από νιτρικά ιόντα γεωργικής προελεύσεως [και στην] πρόληψη της περαιτέρω ρύπανσης αυτού του είδους».
17. Για τον σκοπό αυτό, η οδηγία 91/676 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση λήψεως ορισμένων μέτρων. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη οφείλουν να διασφαλίζουν ότι, όσον αφορά κάθε εκμετάλλευση, η ποσότητα αζώτου που περιέχεται στην κόπρο (8) που διασκορπίζεται ετησίως, δεν υπερβαίνει τα 170 kg ανά εκτάριο. Τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέπουν διαφορετικές ποσότητες μόνον εφόσον αυτές δικαιολογούνται από αντικειμενικά κριτήρια και δεν διακυβεύουν τους σκοπούς της εν λόγω οδηγίας (9).
Β – Η εθνική νομοθεσία
1. Το καθεστώς των φορολογικών επιβαρύνσεων
18. Το θεσπισμένο από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών σύστημα φορολογικών επιβαρύνσεων, το γνωστό ως MINAS (10), έχει καθοριστεί με τον Wet van 27 November 1986 houdende regelen inzake het verhandelen van meststoffen en de afvoer van mestoverschotten (11). Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, οι εκμεταλλεύσεις πρέπει να τηρούν λογιστικά στοιχεία σχετικά με τις ποσότητες ύλης ανοργάνων ουσιών που εισέρχονται και εξέρχονται απ’ αυτές. Με το σύστημα αυτό επιδιώκεται ώστε η προσθήκη φωσφορικών ενώσεων και αζώτου σε προγενέστερο στάδιο της παραγωγής να μην είναι ανώτερη της αποβολής αυτών των ανοργάνων ουσιών σε μεταγενέστερο στάδιο, προσαυξημένη με μία «ανεκτή απώλεια». Όταν, εντός μιας συγκεκριμένης εκμεταλλεύσεως, οι απώλειες φωσφορικών ενώσεων και αζώτου υπερβαίνουν τους κανόνες περί ανεκτών απωλειών, η οικεία εκμετάλλευση υποχρεούται να καταβάλει φορολογικές επιβαρύνσεις επί των πλεονασμάτων αυτών.
19. Αυτές οι επιβαρύνσεις είναι είτε κατ’ αποκοπήν είτε αναλογικές. Οι ισχύοντες επ’ αυτών κανόνες προβλέπονται στο κεφάλαιο IV του Meststoffenwet.
20. Όσον αφορά τις κατ’ αποκοπήν επιβαρύνσεις, αυτές υπολογίζονται βάσει της φορολογητέας για ένα ημερολογιακό έτος ποσότητας λιπασμάτων, εκφραζομένης σε χιλιόγραμμα φωσφορικών ενώσεων και αζώτου (12). Η φορολογητέα ποσότητα λιπασμάτων που προσδιορίζεται από το σύνολο της «εισερχόμενης» ποσότητας λιπασμάτων και της ποσότητας παραγόμενης κόπρου ζώων, μειωμένης, διαδοχικώς, από την «εξερχόμενη» ποσότητα κόπρου εκτρεφομένων ζώων, από την απορρόφηση λιπασμάτων από τις καλλιέργειες και από την αποδεκτή απώλεια λιπασμάτων (13). Η απορρόφηση των λιπασμάτων από τις καλλιέργειες καθορίζεται, όσον αφορά τον μέσον όρο της επιφανείας του προοριζομένου για καλλιέργεια εδάφους που ανήκει στην εκμετάλλευση κατά τη διάρκεια του οικείου έτους και ανά εκτάριο, σε 65 kg φωσφορικών ενώσεων και σε 300 kg αζώτου, για τους βοσκοτόπους, σε 50 kg φωσφορικών ενώσεων και σε 125 kg αζώτου για τα καλλιεργούμενα εδάφη (14).
21. Καθόσον αφορά τις αναλογικές φορολογικές επιβαρύνσεις, αυτές προσδιορίζονται επίσης με βάση τις «εισροές» και «εκροές» ανοργάνων ουσιών. Παρ’ όλ’ αυτά, ο αριθμός των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό των «εισροών» και των «εκροών» ανοργάνων ουσιών είναι σημαντικότερος. Έτσι, οι «θέσεις εκροών» συμπεριλαμβάνουν τα ζωικής προελεύσεως λιπάσματα, τη «χοντροκομμένη χορτονομή» που προέρχεται από την ίδια την εκμετάλλευση, τα ζώα ορισμένων ειδών, τα ζωικά προϊόντα και τα γεωργικά και κηπευτικά προϊόντα καθώς και τη χοντροκομμένη χορτονομή (15). H ποσότητα φωσφορικών ενώσεων και αζώτου σ’ αυτά τα γεωργικά ή κηπευτικά, εκτός της χοντροκομμένης χορτονομής, προϊόντα αποφασίζεται κατ’ αποκοπήν, ανά εκτάριο αρώσιμης γης της προοριζομένης για γεωργικούς σκοπούς επιφάνειας που ανήκει στην εκμετάλλευση και προορίζεται για τη γεωργία και τα κηπευτικά, κατά το οικείο έτος, ανέρχεται, αντιστοίχως, σε 65 και 165 kg (16).
22. Οι κανόνες σχετικά με τις επιτρεπόμενες απώλειες έχουν ορισθεί σε ποσά που είναι τα ίδια και για τα δύο είδη φορολογικών επιβαρύνσεων (17).
2. Οι παρεκκλίσεις
23. Η κανονιστική ρύθμιση της 12ης Ιανουαρίου 1999 του Υπουργείου Γεωργίας, Περιβάλλοντος και Αλιείας (18) προβλέπει τις περιπτώσεις απαλλαγής όσον αφορά τις θεσπισμένες με τον Meststoffenwet επιβαρύνσεις.
24. Η πρώτη περίπτωση απαλλαγής αφορά τις μικρές εκμεταλλεύσεις τις γνωστές ως «ερασιτεχνικές εκμεταλλεύσεις» (19). Οι εν λόγω εκμεταλλεύσεις τυγχάνουν ολικής απαλλαγής (20).
25. Η δεύτερη περίπτωση αφορά τις εκμεταλλεύσεις κηπευτικών που εφαρμόζουν την καλλιέργεια σε θερμοκήπια (καλλιέργεια κηπευτικών αποκλειστικώς στο έδαφος εντός κτιρίου) ή σε υποκατάστατο χώματος (καλλιέργεια κηπευτικών εκτός εδάφους). Οι εκμεταλλεύσεις αυτές απαλλάσσονται επιβαρύνσεων μέχρι μεγίστης ποσότητας φορολογησίμων λιπασμάτων 460 kg φωσφορικών ενώσεων και 800 kg αζώτου ανά εκτάριο του μέσου όρου της επιφάνειας επί της οποίας υφίσταται η καλλιέργεια ή του τμήματος εδάφους που πράγματι χρησιμοποιείται από την εκμετάλλευση για αυτές τις μορφές παραγωγής επί ένα ημερολογιακό έτος (21).
26. Η τρίτη περίπτωση προβλέπεται υπέρ των κέντρων κηπουρικής που ασκούν και κηπευτικές δραστηριότητες σε θερμοκήπια ή σε υποκατάστατα χώματος. Οι εν λόγω επιχειρήσεις τυγχάνουν της ιδίας μερικής απαλλαγής όπως και οι προμνημονευθείσες εκμεταλλεύσεις κηπευτικών (22).
27. Η κανονιστική ρύθμιση περί απαλλαγής ισχύει αναδρομικώς από την 1η Ιανουαρίου 1998, ημερομηνία θέσεως σε ισχύ των θεσπισμένων με το κεφάλαιο IV του Meststoffenwet επιβαρύνσεων (23).
II – Η διοικητική διαδικασία και η προσβαλλομένη απόφαση
28. Με έγγραφο της 7ης Οκτωβρίου 1999, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών κοινοποίησε στην Επιτροπή, επειδή η τελευταία το είχε ζητήσει (24), τη ρύθμιση περί απαλλαγής σύμφωνα με το άρθρο 88, παράγραφος 3, ΕΚ. Το εν λόγω Βασίλειο ισχυρίστηκε ότι οι προβλεπόμενες από την επίμαχη πράξη απαλλαγές δικαιολογούνταν από τη φύση του συστήματος επιβαρύνσεων επί των ανοργάνων ουσιών και ότι οι εν λόγω απαλλαγές δεν αποτελούσαν, όπως είναι επόμενο, κρατικές ενισχύσεις κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
29. Με τηλεομοιοτυπία της 26ης Οκτωβρίου 1999, η Επιτροπή ζήτησε από τη Μόνιμη Αντιπροσωπεία των Κάτω Χωρών συμπληρωματικές διασαφηνίσεις.
30. Η Ολλανδική Κυβέρνηση απάντησε με έγγραφο της 10ης Ιανουαρίου 2000.
31. Εκτιμώντας ότι οι παρασχεθείσες με το έγγραφο αυτό διευκρινίσεις ήσαν ανεπαρκείς, η Επιτροπή κοινοποίησε, με έγγραφο της 20ής Μαρτίου 2000, στην Ολλανδική Κυβέρνηση την απόφασή της να κινήσει τη διαδικασία του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ όσον αφορά τις επίμαχες απαλλαγές.
32. Η Ολλανδική Κυβέρνηση υπέβαλε τις παρατηρήσεις της με έγγραφο της 17ης Μαΐου 2000.
33. Στις 21 Δεκεμβρίου 2000, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.
34. Με την απόφαση αυτή, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι, ελλείψει οποιουδήποτε άλλου στοιχείου, εξακολουθούν να υφίστανται οι αμφιβολίες που την ώθησαν να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως κατά των επιμάχων απαλλαγών. Το εν λόγω κοινοτικό όργανο εκθέτει τις ακόλουθες θεωρήσεις.
35. Σχετικά με την ύπαρξη ενισχύσεως, η περίσταση ότι οι επιβαρύνσεις είναι παρόμοιες με πρόστιμα ουδόλως μεταβάλλει το γεγονός ότι το σύστημα ΜΙΝΑS έχει σχεδιαστεί ως φορολογική ρύθμιση. Επομένως, οι παρεκκλίσεις από το σύστημα αυτό είναι δυνατό να συνιστούν κρατικές ενισχύσεις δυνάμενες να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών. Εφόσον επιχειρήσεις υπόκεινται σ’ αυτές τις επιβαρύνσεις, η θέση των απαλλασσομένων επιχειρήσεων είναι καλύτερη. Κατά συνέπεια, το επίμαχο μέτρο έχει ως συνέπεια την παροχή πλεονεκτήματος σε ορισμένες επιχειρήσεις.
36. Όσον αφορά τις «ερασιτεχνικές εκμεταλλεύσεις», η προβλεπόμενη απαλλαγή δικαιολογείται από τη φύση και την οικονομία του συστήματος.
37. Προκειμένου περί των εκμεταλλεύσεων και των κέντρων κηπουρικής που ασκούν κηπευτικές δραστηριότητες σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος, οι ολλανδικές αρχές δεν προέβαλαν νέα στοιχεία. Εν όψει του γεγονότος ότι οι απαλλασσόμενες ποσότητες υπερβαίνουν σαφώς τους κανόνες που προβλέπονται για τις καλλιεργούμενες εκτάσεις ενώ η ίδια ρύθμιση εφαρμόζεται τόσο επί των συνδεομένων όσο και επί των μη συνδεομένων με το έδαφος κηπευτικών, δεν υφίσταται κάποιος συμφυής με το σύστημα λόγος για τη χορήγηση των προβλεπομένων απαλλαγών.
38. Αντιθέτως, οι εκμεταλλεύσεις αυτές πληρούν τις τέσσερις προϋποθέσεις της εφαρμοζόμενης κατ’ αναλογίαν ανακοινώσεως. Εξάλλου, αυτός ο τύπος ενισχύσεως πρέπει να θεωρηθεί ως επιδότηση εκμεταλλεύσεως η οποία δεν πληροί τις επιβαλλόμενες από το άρθρο 87, παράγραφος 3, ΕΚ προϋποθέσεις ώστε να επιτρέπεται.
39. Τέλος, η Επιτροπή απορρίπτει το επιχείρημα ότι χρησιμοποιήθηκε ή χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικώς η σχετική με τις κρατικές ενισχύσεις διαδικασία με σκοπό την εφαρμογή της οδηγίας 91/676. Παρ’ όλ’ αυτά, το εν λόγω κοινοτικό όργανο υπενθυμίζει ότι μια σχετική με τις κρατικές ενισχύσεις διαδικασία δεν πρέπει ποτέ να καταλήγει σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τις λοιπές διατάξεις της Συνθήκης. Ισχυρίζεται ότι κατά του Βασιλείου των Κάτω Χωρών έχει κινηθεί ειδική διαδικασία λόγω παραβάσεως για τη μη τήρηση της εν λόγω οδηγίας (25).
40. Εκ των ανωτέρω, η Επιτροπή καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι φορολογικές απαλλαγές που έχουν προβλεφθεί από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών υπέρ των «ερασιτεχνικών εκμεταλλεύσεων» καθώς και των εκμεταλλεύσεων κηπευτικών και των κέντρων κηπουρικής που ασκούν κηπευτικές δραστηριότητες αποτελούν κρατικές ενισχύσεις ασύμβατες με την κοινή αγορά (26).
III – Συζήτηση
41. Η Ολλανδική Κυβέρνηση αμφισβητεί την προσβαλλομένη απόφαση στο μέτρο μόνο που αυτή αφορά τις εκμεταλλεύσεις και τα κέντρα κηπουρικής που εφαρμόζουν καλλιέργεια σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος. Προς στήριξη της προσφυγής της, η εν λόγω κυβέρνηση προβάλλει δύο λόγους. Ο πρώτος αντλείται από την παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Ο δεύτερος έχει σχέση με την έλλειψη αιτιολογίας.
42. Εν όψει των προβληθέντων από την προσφεύγουσα προς στήριξη των δύο αυτών λόγων επιχειρημάτων, θα εξετάσω τα τελευταία με τη σειρά με την οποία έχουν προβληθεί.
Α – Όσον αφορά την παράβαση του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ
43. Ο λόγος αυτός σύγκειται από δύο σκέλη. Πρώτον, η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή κακώς έκρινε ότι η απαλλαγή που προβλέπεται υπέρ της καλλιεργείας σε θερμοκήπια ή σε υποκατάστατα χώματος αποτελεί κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ. Δεύτερον, η εν λόγω κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή το γεγονός ότι στήριξε την εκτίμηση αυτή στη θεώρηση ότι η επίμαχη απαλλαγή είναι αντίθετη προς την οδηγία 91/676.
1. Επί του χαρακτηρισμού της επίμαχης απαλλαγής ως κρατικής ενισχύσεως
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
44. Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η κανονιστική ρύθμιση περί απαλλαγής έχει ως αντικείμενο την αντιστάθμιση του επιβληθέντος με τον Meststoffenwet μειονεκτήματος στους καλλιεργητές κηπευτικών που εφαρμόζουν την καλλιέργεια σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος. Πράγματι, στον Meststoffenwet δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η εκκένωση ανοργάνων υλών είναι πολύ μεγαλύτερη σ’ αυτούς τους δύο τρόπους καλλιεργείας. Επομένως, τούτο έχει ως συνέπεια να καταβάλλουν οι οικείες εκμεταλλεύσεις αδικαιολόγητες επιβαρύνσεις. Κατά συνέπεια, για τη διόρθωση αυτού του λάθους, η ρύθμιση περί απαλλαγής προβλέπει μερική απαλλαγή υπέρ των εκμεταλλεύσεων για ποσότητες μέχρι 260 kg φωσφορικών ενώσεων και 800 kg αζώτου ανά εκτάριο καλλιεργείας σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος.
45. Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι αυτά τα κατ’ αποκοπήν ποσά δικαιολογούνται για τους ακόλουθους λόγους: αντίθετα προς ό,τι συμβαίνει με την καλλιέργεια σε κανονική γη στην ύπαιθρο, η καλλιέργεια σε θερμοκήπια ή σε υποκατάστατο χώματος δεν συνδέεται με τις εποχές του έτους, με αποτέλεσμα, σε ετήσια βάση, να είναι αναγκαία μεγαλύτερη ποσότητα λιπασμάτων. Περαιτέρω, η απόδοση των καλλιεργουμένων σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος φυτών είναι σαφώς μεγαλύτερη αυτής των παραγομένων εξ ολοκλήρου στη γη και στο ύπαιθρο φυτικών προϊόντων. Εξ αυτού έπεται ότι η απορροφούμενη από τα φυτά αυτά ποσότητα ανοργάνων ουσιών είναι οκτώ φορές μεγαλύτερη. Τέλος, αυτά τα κατ’ αποκοπήν ποσά καθορίζονται βάσει της μέσης απορροφητικότητας φωσφορικών ενώσεων και αζώτου από διάφορα κατ’ ιδίαν φυτά.
46. Η εν λόγω κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, εφόσον η επίμαχη απαλλαγή αποτελεί απλώς διόρθωση ενός μειονεκτήματος, δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες από την ανακοίνωση τέσσερις προϋποθέσεις.
47. Πρώτον, η επίμαχη απαλλαγή δεν αποτελεί πλεονέκτημα ελαφρύνον τα βάρη των παραγωγών που ασχολούνται με την καλλιέργεια σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο εδάφους. Έτσι, θα μπορούσε να πρόκειται για ελάφρυνση βαρών μόνον εάν αυτοί οι παραγωγοί μπορούσαν να χρησιμοποιούν περισσότερο άζωτο και φωσφορικές ενώσεις απ’ ό,τι επιτρέπουν οι κανόνες περί απωλείας χωρίς να υποχρεώνονται να καταβάλλουν τις αντίστοιχες φορολογικές επιβαρύνσεις. Αντιθέτως, η απαλλαγή σκοπεί στο να άρει ένα μη ηθελημένο μειονέκτημα για αυτές τις εκμεταλλεύσεις λόγω του γεγονότος ότι στον Meststoffenwet δεν λαμβάνονται υπόψη οι ανόργανες ουσίες που απορροφώνται από τα φυτικά προϊόντα μιας εκμεταλλεύσεως.
48. Δεύτερον, κανένα πλεονέκτημα δεν χορηγείται από το κράτος ή μέσω των κρατικών πόρων. Καθώς δεν πρόκειται για απαλλαγή αλλά για διόρθωση αδικίας οφειλομένης στον Meststoffenwet, η επίμαχη απαλλαγή δεν αποτελεί, ως εκ της φύσεώς της, πλεονέκτημα παρεχόμενο από το κράτος ή μέσω των πόρων του κράτους. Εξάλλου, το σύστημα ΜΙΝΑS είναι απαγορευτικού χαρακτήρα. Θα ήταν πλεονεκτικότερο για τους γεωργούς να περιορίζουν τις απώλειες ανοργάνων ουσιών στο περιβάλλον προσαρμόζοντας την παραγωγή τους απ’ όσο το να πληρώνουν τις φορολογικές επιβαρύνσεις. Επομένως, οι τελευταίες σκοπούν στο να κάνουν ώστε οι γεωργοί να μειώσουν την ποσότητα λιπασμάτων που χρησιμοποιούν στις εκμεταλλεύσεις τους. Το εν λόγω σύστημα είναι, ως εκ της φύσεως, του σκοπού και της λειτουργίας του, συγκρίσιμο με ένα σύστημα διοικητικών και ποινικών προστίμων. Επομένως, ναι μεν εμφανίζεται ως ένα φορολογικό σύστημα, πλην όμως, στην πραγματικότητα, δεν χρησιμεύει για τη δημιουργία εσόδων του κράτους.
49. Τρίτον, η επίμαχη απαλλαγή δεν ασκεί καμιά δυσμενή επιρροή στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Οι εμπορικές συναλλαγές θα επηρεάζονταν ή ο ανταγωνισμός θα νοθευόταν, τόσο από πλευράς των εκμεταλλεύσεων που εφαρμόζουν την καλλιέργεια σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος στα λοιπά κράτη μέλη όσο και από πλευράς των λοιπών κειμένων, γενικώς, στην Κοινότητα εκμεταλλεύσεων μόνον εάν θα παρεχόταν στις εκμεταλλεύσεις που εφαρμόζουν την καλλιέργεια σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος στις Κάτω Χώρες το δικαίωμα να χρησιμοποιούν περισσότερα απ’ όσο οι άλλοι καλλιεργητές λιπάσματα. Επομένως, δεδομένου ότι η επίμαχη απαλλαγή αντιστοιχεί στην ποσότητα ανοργάνων ουσιών που απορροφάται από τα παραγόμενα στην εκμετάλλευση φυτά, ούτε οι εμπορικές συναλλαγές θίγονται ούτε νοθεύεται ο ανταγωνισμός.
50. Τέταρτον, ο επιλεκτικός χαρακτήρας της απαλλαγής δικαιολογείται από τη φύση του συστήματος επιβαρύνσεων επί των ανοργάνων ουσιών. Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η κατάσταση εν προκειμένω είναι παρόμοια προς αυτήν του παρατεθέντος στο σημείο 25 της ανακοινώσεως παραδείγματος, που έχει σχέση με την απαλλαγή των ενώσεων ή των ιδρυμάτων από τον φόρο επί των κερδών. Δεδομένου ότι ο φόρος αυτός δεν μπορεί να εισπραχθεί σε περίπτωση που δεν έχει πραγματοποιηθεί κέρδος, η ίδια η φύση του συστήματος δικαιολογεί να απαλλάσσονται τα ιδρύματα και οι ενώσεις. Ομοίως, κανένας φόρος δεν πρέπει να οφείλεται για την εναπόθεση ανοργάνων ουσιών οι οποίες απορροφώνται από τα φυτά και δεν μολύνουν το έδαφος.
51. Απαντώντας στο επιχείρημα της Επιτροπής ότι ο νόμιμος χαρακτήρας μιας σχετικής με κρατικές ενισχύσεις αποφάσεως πρέπει να εκτιμάται με βάση τα στοιχεία που αυτή διαθέτει κατά τον χρόνο εκδόσεως της σχετικής αποφάσεως, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι στο εν λόγω κοινοτικό όργανο εναπόκειται να υποβάλει κατά τρόπο σαφή σχετικό αίτημα για παροχή πληροφοριών. Όμως, σε κανένα χρονικό σημείο κατά τη διοικητική διαδικασία η Επιτροπή δεν της γνωστοποίησε τις συγκεκριμένες αιτιάσεις της κατά της ρυθμίσεως περί απαλλαγής. Ούτε εξάλλου της ζήτησε να της παράσχει τις πληροφορίες οι οποίες, κατ’ αυτήν, της έλειπαν για να μπορεί να σχηματίσει μια σαφή εικόνα σχετικά με τη φύση και τις συνέπειες της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως.
52. Έτσι, με την τηλεομοιοτυπία της 26ης Οκτωβρίου 1999, η Επιτροπή απλώς υποστήριξε ότι οι κανόνες του συστήματος απαλλαγής υπερτερούσαν αυτών που εφαρμόζονταν στις καλλιεργούμενες εκτάσεις. Η Ολλανδική Κυβέρνηση παρέσχε διευκρινίσεις με το έγγραφό της της 10ης Ιανουαρίου 2000. Η Επιτροπή δεν ανέφερε για ποιο λόγο αυτές οι διευκρινίσεις δεν ήσαν ικανοποιητικές. Με την απόφασή της στις 23 Μαρτίου 2000 σχετικά με την κίνηση της διαδικασίας του άρθρου 88, παράγραφος 2, ΕΚ, το εν λόγω κοινοτικό όργανο αρκέστηκε στο να επαναλάβει αυτό που ήδη είχε ισχυριστεί στην προμνημονευθείσα τηλεομοιοτυπία. Καθώς είναι πρόδηλο ότι η απορρόφηση ανοργάνων ουσιών από τα καλλιεργούμενα σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος φυτά είναι μεγαλύτερη αυτής των φυτών που καλλιεργούνται σε κανονικό έδαφος, η Ολλανδική Κυβέρνηση σκέφτηκε τότε ότι η Επιτροπή είχε παρανοήσει το σύστημα απαλλαγής. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο, με έγγραφο της 17ης Μαΐου 2000, η εν λόγω κυβέρνηση εξήγησε εκ νέου τον στόχο και την αναγκαιότητα της εν λόγω απαλλαγής. Όμως, η Επιτροπή εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση χωρίς να αντιδράσει στο έγγραφο αυτό. Ομοίως, το εν λόγω κοινοτικό όργανο αμφισβήτησε τον κατ’ αποκοπήν χαρακτήρα της εν λόγω απαλλαγής για πρώτη φορά με το υπόμνημά του αντικρούσεως.
53. Η Επιτροπή αμφισβητεί όλα αυτά τα επιχειρήματα.
54. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 2 του κανονισμού 659/1999 και το σημείο 23 της ανακοινώσεως, στο οικείο κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει ότι η απαλλαγή από μια επιβάρυνση δεν αποτελεί μέτρο ενισχύσεως, και τούτο επειδή αυτή είναι αναγκαία ή λειτουργική στο πλαίσιο του εν λόγω φορολογικού συστήματος. Εάν το κράτος μέλος και τα ενδιαφερόμενα μέρη παρέλειψαν, κατά τη διάρκεια της σχετικής διαδικασίας, να προβάλουν τα επιχειρήματα ή να γνωστοποιήσουν τις πληροφορίες που ήσαν αναγκαίες για να της επιτραπεί να υπερκεράσει τις δυσχέρειες που αντιμετώπιζε κατά την εξέταση του επίμαχου μέτρου και να πειστεί ότι δεν πρόκειται για ασύμβατη με το κοινοτικό δίκαιο κρατική ενίσχυση, τότε η Επιτροπή είναι αναγκασμένη να αρνηθεί να εγκρίνει το σχετικό μέτρο.
55. Το εν λόγω κοινοτικό όργανο υποστηρίζει ότι, ήδη από την πρώτη στιγμή που κινήθηκε η σχετική διαδικασία, ζήτησε από την Ολλανδική Κυβέρνηση να δικαιολογήσει τον λόγο για τον οποίο οι κανόνες σχετικά με απώλεια αζώτου και φωσφορικών ενώσεων ήσαν πολύ περισσότερο ευνοϊκοί για τις εκμεταλλεύσεις κηπευτικών απ’ ό,τι για τους παραδοσιακούς γεωργούς και για ποιο λόγο οι επιτραπείσες ποσότητες ανοργάνων ουσιών ήσαν πολύ μεγαλύτερες απ’ ό,τι αυτές που προβλέπονταν από την οδηγία 91/676. Η Επιτροπή επανέλαβε τις αμφιβολίες της με την απόφασή της σχετικά με την κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως. Με την τελευταία αυτή απόφαση, η Επιτροπή ζήτησε επίσης από την Ολλανδική Κυβέρνηση να της παράσχει όλες τις πληροφορίες που μπορούσαν να της είναι χρήσιμες προκειμένου να εκτιμήσει το μέτρο ενισχύσεως. Παρ’ όλ’ αυτά, η εν λόγω κυβέρνηση περιορίστηκε σε γενικούς ισχυρισμούς, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που περιέχονταν στο έγγραφό της της 17ης Μαΐου 2000.
56. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι η προσβαλλομένη απόφαση στηρίζεται στην ανυπαρξία δικαιολογήσεως, εκ μέρους της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, της προβλεπομένης υπέρ των κηπευτικών απαλλαγής. Ειδικότερα, η εν λόγω κυβέρνηση δεν απέδειξε ότι η απορρόφηση αζώτου και φωσφορικών ενώσεων από τα καλλιεργούμενα σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος φυτά είναι οκτώ φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι αυτή των καλλιεργουμένων κατά παραδοσιακό τρόπο φυτών.
57. Βάσει των θεωρήσεων αυτών, η Επιτροπή εκτιμά ότι πληρούνται οι τέσσερις προβλεπόμενες από την ανακοίνωση προϋποθέσεις.
58. Πρώτον, η επίμαχη απαλλαγή ελαφρύνει τα βάρη που οι δικαιούχοι καλούνται συνήθως να φέρουν. Δεύτερον, η εν λόγω απαλλαγή αποτελεί πλεονέκτημα παρεχόμενο από το κράτος ή μέσω πόρων του κράτους στο μέτρο που αυτό συνεπάγεται απώλεια φορολογικών εσόδων. Τρίτον, η εν λόγω απαλλαγή επηρεάζει τις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, εφόσον η οικονομική κατάσταση των δικαιούχων επιχειρήσεων βελτιώνεται. Τέταρτον, η ίδια απαλλαγή δεν δικαιολογείται από τη φύση του συστήματος επιβαρύνσεων επί των ανοργάνων ουσιών.
β) Εκτίμηση
59. Όπως έχω ήδη αναφέρει, το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ προσδιορίζει τις ενισχύσεις που απαγορεύονται, κατ’ αρχήν, από τη Συνθήκη ως ενισχύσεις χορηγούμενες, υπό οποιαδήποτε μορφή, από τα κράτη ή μέσω κρατικών πόρων και οι οποίες νοθεύουν ή απειλούν να νοθεύσουν τον ανταγωνισμό ευνοώντας ορισμένες επιχειρήσεις ή ορισμένες παραγωγές, στο μέτρο που επηρεάζουν τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.
60. Δεν αμφισβητείται ότι η κανονιστική ρύθμιση περί απαλλαγής προβλέπει μερική απαλλαγή από τις επιβαρύνσεις που οφείλονται βάσει του συστήματος MINAS επί των απωλειών φωσφορικών ενώσεων και αζώτου στο περιβάλλον υπέρ ορισμένων γεωργικών εκμεταλλεύσεων, όπως αυτές που εφαρμόζουν την καλλιέργεια σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος.
61. Σύμφωνα με την Ολλανδική Κυβέρνηση, η απαλλαγή αυτή ουδόλως παρέχει πλεονέκτημα στις εκμεταλλεύσεις αυτές αλλά απλώς διορθώνει λάθος που είχε διαπραχθεί σε βάρος τους με το σύστημα ΜΙΝΑS. Έτσι, η εισαχθείσα με τη ρύθμιση περί απαλλαγής προς όφελός τους διαφοροποίηση, ή ακόμη ο επιλεκτικός χαρακτήρας του μέτρου αυτού, δικαιολογείται από τη φύση και την οικονομία του συστήματος επιβαρύνσεων επί της κόπρου ζώων εκτροφής. Θα αρχίσω εξετάζοντας το επιχείρημα αυτό.
i) Σχετικά με την ύπαρξη πλεονεκτήματος χορηγηθέντος σε ορισμένες επιχειρήσεις ή παραγωγές και τη δικαιολόγηση του επιλεκτικού χαρακτήρα της προβλεφθείσας απαλλαγής λόγω της φύσεως και της οικονομίας του συστήματος
62. Η έννοια της ενισχύσεως έχει ερμηνευθεί από τα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα ως μη αφορώσα μέτρα εισάγοντα διαφοροποίηση μεταξύ επιχειρήσεων σχετικά με επιβαρύνσεις όταν η διαφοροποίηση αυτή προκύπτει από τη φύση και την οικονομία του εν λόγω συστήματος ενισχύσεων (27). Με άλλα λόγια, η παρέκκλιση από το γενικό σύστημα που προβλέπεται με το επίμαχο μέτρο υπέρ ορισμένων επιχειρήσεων δεν αποτελεί ενίσχυση εφόσον η παρέκκλιση δικαιολογείται από τους ίδιους τους στόχους του γενικού συστήματος (28).
63. Πρέπει να υπομνηστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 10 ΕΚ, τα κράτη μέλη φέρουν το καθήκον συνεργασίας κατά την εφαρμογή του άρθρου 88 ΕΚ (29). Αυτό το καθήκον συνεργασίας επιβάλλει όπως τα κράτη μέλη παρέχουν στην Επιτροπή όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για την εκπλήρωση της αποστολής της. Έτσι, το κράτος μέλος που ζητεί να του παρασχεθεί η δυνατότητα χορηγήσεως ενισχύσεων κατά παρέκκλιση από τους κανόνες της Συνθήκης οφείλει να παρέχει στην Επιτροπή όλα τα στοιχεία που θα της επιτρέπουν να ελέγχει εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παρέκκλιση (30). Το κράτος μέλος που δεν εκπληρώνει το καθήκον του συνεργασίας κατά τη διοικητική διαδικασία δεν δύναται, στη συνέχεια, να προσάπτει στην Επιτροπή το γεγονός ότι υπέπεσε σε πρόδηλη πλάνη εκτιμήσεως ή ότι αιτιολόγησε ανεπαρκώς την απόφασή της (31) ή ότι δεν προσέφυγε, πριν λάβει την απόφασή της, σε ανεξάρτητο εμπειρογνώμονα (32). Αυτή η επιταγή περί αποδείξεως εφαρμόζεται επίσης από το Δικαστήριο όταν πρόκειται να εξακριβωθεί εάν το σχετικό μέτρο εμπίπτει στη φύση και την οικονομία του οικείου συστήματος επιβαρύνσεων ώστε να μπορεί να αποκλειστεί ο χαρακτηρισμός του εν λόγω μέτρου ως ενισχύσεως (33).
64. Αυτό το καθήκον συνεργασίας, που ερείδεται στο άρθρο 10 ΕΚ, έχει ρητώς υπομνηστεί στην έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 659/1999, που καθορίζει τις λεπτομέρειες του εκ μέρους της Επιτροπής ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων με βάση την πρακτική αυτού του κοινοτικού οργάνου και τη νομολογία του Δικαστηρίου (34). Τούτο μεταφράζεται, στο άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού, από την υποχρέωση που φέρει το οικείο κράτος μέλος να παρέχει στην Επιτροπή όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να μπορεί αυτή να λαμβάνει θέση σχετικά με την ύπαρξη ενισχύσεως (35) και το συμβατό της με την κοινή αγορά.
65. Εξ αυτού έπεται ότι στο κράτος μέλος εναπόκειται να αποδείξει ότι η εν λόγω παρέκκλιση δικαιολογείται από τη φύση και την οικονομία του συστήματος και, ως εκ τούτου, ότι αυτή δεν αποτελεί ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 ΕΚ (36). Επομένως, πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα εάν, υπό τις προκείμενες περιστάσεις, η Ολλανδική Κυβέρνηση έχει δικαιολογήσει το γεγονός ότι οι ποσότητες αζώτου και φωσφορικών ενώσεων που απαλλάσσονται προς όφελος των κηπευτικών εκμεταλλεύσεων και των κέντρων κηπουρικής που εφαρμόζουν καλλιέργεια σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος εμπίπτουν στη φύση και την οικονομία του συστήματος MINAS.
66. Για τον σκοπό αυτό, η Ολλανδική Κυβέρνηση παρέσχε κατά τη διοικητική διαδικασία τις ακόλουθες διευκρινίσεις. Στην απάντησή της της 10ης Ιανουαρίου 2000, όταν η Επιτροπή της ζήτησε συμπληρωματικές διασαφηνίσεις, εξήγησε ότι τα 460 kg φωσφορικών ενώσεων και τα 800 kg αζώτου στηρίζονταν σε δεδομένα αναλύσεων της Proefstation voor de Bloemisterij en Glasgroenten (υπηρεσία ερευνών σχετικά με άνθη και λαχανικά που καλλιεργούνται σε θερμοκήπιο) και ότι η παραγωγή σε θερμοκήπιο είναι οχτώ φορές μεγαλύτερη αυτής της παραγωγής σε κανονικό έδαφος στο ύπαιθρο. Στις παρατηρήσεις της της 17ης Μαΐου 2000, ύστερα από την κίνηση της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως, η ίδια κυβέρνηση επανέλαβε ότι οι κατ’ αποκοπήν αριθμοί των 460 kg φωσφορικών ενώσεων και 800 kg αζώτου ανά εκτάριο καλλιεργείας σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος προκύπτουν από μελέτες πραγματοποιηθείσες από την προαναφερθείσα υπηρεσία. Προσέθεσε ότι τα ποσά αυτά δικαιολογούνταν λόγω του γεγονότος ότι οι καλλιέργειες σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος διαφοροποιούνται από τις καλλιέργειες σε κανονικό έδαφος ως προς τα ακόλουθα σημεία:
«– αντίθετα προς την καλλιέργεια σε κανονικό έδαφος, η καλλιέργεια σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος δεν εξαρτάται από τις εποχές. Έτσι, το λίπασμα μπορεί να προσκομίζεται και να χρησιμοποιείται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους·
– στην περίπτωση της καλλιέργειας σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος, η εκμετάλλευση, υπολογιζόμενη βάσει του αριθμού φυτών ανά εκτάριο, είναι πολύ περισσότερο εκτεταμένη απ’ ό,τι όσον αφορά την καλλιέργεια σε κανονικό έδαφος· επομένως, η απορρόφηση των λιπασμάτων από τα φυτά είναι μεγαλύτερη ανά εκτάριο απ’ ό,τι συμβαίνει με την καλλιέργεια σε κανονικό έδαφος·
– η απορρόφηση των λιπασμάτων από τα φυτά σε περίπτωση καλλιεργείας σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος είναι κατά μέσο όρο οχτώ φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι στην περίπτωση της καλλιέργειας σε κανονικό έδαφος, και τούτο για τους δύο προμνημονευθέντες λόγους·
– η εκμετάλλευση απαλλάσσεται από το σύνολο των προσκομιζομένων λιπασμάτων μέσω των καλλιεργουμένων φυτών· επομένως, δεν υφίσταται εναπόθεση λιπασμάτων στο έδαφος και τίποτα δεν επιβαρύνει τους υδροφόρους ορίζοντες· στην περίπτωση της καλλιέργειας σε υποκατάστατο χώματος, δεν υφίσταται σε καμία περίπτωση, επαφή με το έδαφος.»
67. Η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο προς στήριξη των ισχυρισμών αυτών.
68. Βεβαίως, δεν φαίνεται να αμφισβητείται ότι οι αποδόσεις της καλλιέργειας σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος είναι ανώτερες αυτών της καλλιέργειας σε κανονικό έδαφος στο ύπαιθρο. Επομένως, φαίνεται λογικό, σε μια συγκρίσιμη επιφάνεια παραγωγής, η καλλιέργεια σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος να επιτρέπει, σε διάστημα ενός έτους, απορρόφηση φωσφορικών ενώσεων και αζώτου από τα φυτά μεγαλύτερη απ’ ό,τι συμβαίνει με την καλλιέργεια σε κανονικό έδαφος στο ύπαιθρο.
69. Παρ’ όλ’ αυτά, από τις προαναφερθείσες εξηγήσεις δεν αποδεικνύεται ότι η απορρόφηση λιπασμάτων από τα καλλιεργούμενα σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος φυτά είναι κατά μέσον όρο οχτώ φορές μεγαλύτερη απ’ ό,τι συμβαίνει με τα καλλιεργούμενα σε κανονικό έδαφος στο ύπαιθρο φυτά. Ούτε άλλωστε από τις εξηγήσεις αυτές δικαιολογείται το γεγονός ότι αυτή η απορρόφηση αντιστοιχεί στις μέσες ετήσιες ποσότητες των 460 kg φωσφορικών ενώσεων και 800 kg αζώτου ανά εκτάριο. Ούτε βεβαίως από τις εν λόγω εξηγήσεις καταδεικνύεται ότι η απορρόφηση φωσφορικών ενώσεων και αζώτου από τα φυτά που καλλιεργούνται σε θερμοκήπιο και αυτά που παράγονται σε υποκατάστατο χώματος πρέπει να καθοριστεί στις ίδιες κατ’ αποκοπήν ποσότητες, και τούτο μολονότι η ίδια η Ολλανδική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι τα πρώτα βρίσκονται σε άμεση επαφή με το έδαφος ενώ κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει με τα δεύτερα.
70. Επομένως, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση, περιοριζόμενη σε απλούς ισχυρισμούς, δεν απέδειξε ότι η επίμαχη απαλλαγή δικαιολογείται από τη φύση και την οικονομία του συστήματος ΜΙΝΑS. Η εκτίμηση αυτή ενισχύεται από τις δηλώσεις της κυβερνήσεως αυτής, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, όπου ανεγνώρισε ότι δεν μπόρεσε να πείσει την Επιτροπή σχετικά με την ορθότητα του υπολογισμού των απαλλασσομένων ποσοτήτων φωσφορικών ενώσεων και αζώτου, ενώ ανέφερε ότι τέτοια δικαιολόγηση δεν μπορούσε να προσκομιστεί με επιστημονικό τρόπο.
71. Παρ’ όλ’ αυτά, η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι δικαιολογίες που έδωσε στην Επιτροπή πρέπει να εκτιμηθούν εν όψει του γεγονότος ότι σε κανένα χρονικό σημείο η τελευταία δεν διευκρίνισε ποιες ήσαν οι αιτιάσεις της κατά της ρυθμίσεως περί απαλλαγής. Ούτε εξάλλου το εν λόγω κοινοτικό όργανο ανέφερε με ακρίβεια ποια στοιχεία της χρειάζονταν για να θεμελιώσει την εκτίμησή της, ιδίως ύστερα από το έγγραφο της 17ης Μαΐου 2000. Σύμφωνα με την Ολλανδική Κυβέρνηση, η Επιτροπή, ελλείψει επαρκών πληροφοριών, όφειλε να επιφυλαχθεί ως προς την εκτίμησή της και να διατυπώσει με σαφήνεια το αίτημά της για παροχή πληροφοριών.
72. Δεν νομίζω ότι η επιχειρηματολογία αυτή μπορεί να γίνει δεκτή. Αντιθέτως, φρονώ ότι η Επιτροπή ενημέρωσε την Ολλανδική Κυβέρνηση κατά τρόπο αρκούντως σαφή σχετικά με τις αιτιάσεις της κατά της ρυθμίσεως περί απαλλαγής.
73. Έτσι, η Επιτροπή, ήδη από την κοινοποίηση της εν λόγω ρυθμίσεως υπογράμμισε, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 88 ΕΚ, με την τηλεομοιοτυπία της της 26ης Οκτωβρίου 1999, ότι ο προβλεπόμενος για το άζωτο κανόνας υπερέβαινε σαφώς αυτόν που είχε επιτραπεί από την οδηγία 91/676 και ότι δεν φαινόταν να υφίσταται κάποιος λόγος για τη χορήγηση της προτεινόμενης απαλλαγής όσον αφορά τον τομέα της καλλιεργείας κηπευτικών. Το εν λόγω κοινοτικό όργανο ζήτησε από την Ολλανδική Κυβέρνηση συμπληρωματικές διευκρινίσεις.
74. Περαιτέρω, με το έγγραφό της της 20ής Μαρτίου 2000, με το οποίο ενημέρωσε την Ολλανδική Κυβέρνηση σχετικά με την πρόθεσή της να κινήσει την επίσημη διαδικασία εξετάσεως, η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι οι διευκρινίσεις που είχαν παρασχεθεί από την τελευταία με το έγγραφό της της 20ής Ιανουαρίου 2000 δεν ήσαν αρκετές για να συναχθεί ότι η εν λόγω απαλλαγή δικαιολογούνταν από τη φύση και την οικονομία του συστήματος. Το εν λόγω κοινοτικό όργανο ανέφερε ότι η επιτραπείσα εναπόθεση φωσφορικών ενώσεων (460 kg) και αζώτου (800 kg) της φαινόταν πολύ ανώτερη απ’ ό,τι για τις καλλιέργειες σε κανονικό έδαφος στο ύπαιθρο και ότι δεν θεωρούσε ότι υφίστατο κάποιος συμφυής με το σύστημα λόγος για τη χορήγηση της προβλεπόμενης απαλλαγής. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι ούτε επίσης θεωρούσε ότι υφίστατο κάποιος λόγος για τη χορήγηση τέτοιας απαλλαγής, και τούτο στο μέτρο που η ίδια κανονιστική ρύθμιση επρόκειτο να εφαρμοστεί τόσο στη συνδεόμενη με το έδαφος όσο και στη μη συνδεόμενη με το έδαφος καλλιέργεια κηπευτικών.
75. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι, στο παρόν στάδιο προόδου της διαδικασίας, φρονούσε ότι, ελλείψει δικαιολογήσεων, οι απαλλαγές αυτές έπρεπε να θεωρηθούν ως κρατικές ενισχύσεις. Εξάλλου, καθώς οι απαλλαγές αυτές φαίνονταν να πληρούν όλους τους όρους των σημείων 9 έως 12 της ανακοινώσεως, έπρεπε να χαρακτηριστούν ως ενισχύσεις για τη σχετική δραστηριότητα. Τέλος, η Επιτροπή εξέφρασε επιφυλάξεις σχετικά με το συμβατό της ολλανδικής νομοθεσίας με την οδηγία 91/676. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι, ελλείψει δεδομένων σχετικών με την απόρριψη νιτρικών ενώσεων στο ύδωρ, διατηρούσε αμφιβολίες ως προς τις συνέπειες που οι προβλεπόμενες απαλλαγές μπορούσαν να έχουν για το περιβάλλον.
76. Εν όψει των στοιχείων αυτών, φρονώ ότι η Επιτροπή σαφώς κατέδειξε ότι οι παρασχεθείσες από την Ολλανδική Κυβέρνηση εξηγήσεις δεν δικαιολογούσαν την απαλλαγή τόσο σημαντικών ποσοτήτων φωσφορικών ενώσεων και αζώτου, ενόψει, ιδίως, του γεγονότος ότι η ίδια ρύθμιση προβλεπόταν υπέρ της καλλιεργείας κηπευτικών σε θερμοκήπιο και υποκατάστατο χώματος, και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, ένα τέτοιο σύστημα απαλλαγών έπρεπε να θεωρηθεί ως ενίσχυση για τη σχετική δραστηριότητα.
77. Ομοίως, φρονώ ότι, υπό τις προκείμενες περιστάσεις, δεν μπορεί να προσαφθεί στην Επιτροπή το ότι αντέδρασε στο έγγραφο των ολλανδικών αρχών της 17ης Μαρτίου 2000 εκδίδοντας απλώς την προσβαλλομένη απόφαση και ότι δεν απηύθυνε στις τελευταίες νέο αίτημα παροχής συμπληρωματικών πληροφοριών (37). Πράγματι, εν όψει των περιεχομένων στο έγγραφο της Επιτροπής, της 20ής Μαρτίου 2000, στοιχείων, η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν μπορούσε ν’ αγνοεί ότι η απλή επανάληψη των εξηγήσεων που είχε ήδη δώσει με το έγγραφό της της 10ης Ιανουαρίου 2000 ήταν ανεπαρκής και ότι υποχρεούνταν να προσκομίσει επιστημονικού χαρακτήρα έγγραφα, ειδικότερα τις μελέτες που είχε ήδη αναφέρει στο εν λόγω έγγραφο.
78. Παραδοχή του αντιθέτου θα κατέληγε, υπό τις προκείμενες περιστάσεις, στην αναστροφή του βάρους αποδείξεως, πράγμα που, όπως έχω προείπει, φέρει το κράτος μέλος. Εν όψει του ότι, απαντώντας στο έγγραφό της της 20ής Μαρτίου 2000, η Ολλανδική Κυβέρνηση περιορίστηκε στο να επαναλάβει τα στοιχεία που είχε ήδη εκθέσει, χωρίς να προσκομίσει κανένα έγγραφο, ούτε καν τις μελέτες που ανέφερε για δεύτερη φορά, δικαιούνταν η Επιτροπή να υποθέσει ότι η εν λόγω κυβέρνηση δεν είχε συμμορφωθεί προς τη σχετική με αποδείξεις υποχρέωση που υπείχε και ότι, ως εκ τούτου, μπορούσε να διατυπώσει οριστική εκτίμηση σχετικά με τη ρύθμιση περί απαλλαγής (38).
79. Εν όψει των θεωρήσεων αυτών, φρονώ ότι ορθώς η Επιτροπή έκρινε ότι η προβλεπόμενη απαλλαγή αποτελεί πλεονέκτημα στο μέτρο που έχει ως αποτέλεσμα την παροχή στις κηπευτικές εκμεταλλεύσεις και στα κέντρα κηπουρικής που εφαρμόζουν την καλλιέργεια σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος της δυνατότητας να χρησιμοποιούν ποσότητες λιπασμάτων σαφώς μεγαλύτερες απ’ ό,τι οι λοιποί παραγωγοί χωρίς να καταβάλλουν τις προβλεπόμενες από το σύστημα MINAS επιβαρύνσεις. Για τους ίδιους λόγους, δεν είναι δικαιολογημένος ο επιλεκτικός χαρακτήρας της απαλλαγής αυτής.
ii) Όσον αφορά τις λοιπές επιβαλλόμενες από το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ προϋποθέσεις
80. Δεδομένου ότι οι επιβαλλόμενες από το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ προϋποθέσεις είναι σωρευτικές, απομένει εισέτι να εκτιμηθούν τα επιχειρήματα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως κατά τα οποία, αφενός, η επίμαχη απαλλαγή δεν αποτελεί πλεονέκτημα παρεχόμενο από το κράτος ή μέσω κρατικών πόρων και, αφετέρου, ότι η απαλλαγή αυτή δεν επηρεάζει τον ανταγωνισμό και τις συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών.
– Όσον αφορά την ύπαρξη πλεονεκτήματος παρεχομένου από το κράτος μέσω κρατικών πόρων
81. Η Ολλανδική Κυβέρνηση στήριξε, εν μέρει, την επιχειρηματολογία της στην αρχή ότι η επίμαχη απαλλαγή δεν παρέχει κανένα πλεονέκτημα αλλά δικαιολογείται από τη φύση και την οικονομία του συστήματος MINAS. Στο μέτρο αυτό παραπέμπω στις προηγούμενες θεωρήσεις προκειμένου ν’ απορρίψω αυτό το μέρος της επιχειρηματολογίας. Θα εξετάσω μόνον τα λοιπά επιχειρήματα της Ολλανδικής Κυβερνήσεως σχετικά με την προϋπόθεση αυτή.
82. Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει, κατ’ ουσίαν, ότι το σύστημα MINAS δεν αποτελεί φορολογικό σύστημα, υπό την έννοια ότι δεν σκοπεί στη γένεση εσόδων αλλά στον περιορισμό, μέσω απαγορευτικών επιβαρύνσεων, των απωλειών ανοργάνων ουσιών στο περιβάλλον.
83. Θεωρώ ότι τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν εν όψει της νομολογίας του Δικαστηρίου. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία η έννοια της ενισχύσεως περιλαμβάνει όχι μόνο θετικές παροχές, όπως οι επιδοτήσεις, αλλά και παρεμβάσεις της δημόσιας αρχής οι οποίες, υπό διάφορες μορφές, ελαφρύνουν τα βάρη που πλήττουν κανονικώς τον προϋπολογισμό μιας επιχειρήσεως και οι οποίες, ως εκ τούτου, χωρίς να αποτελούν επιδοτήσεις υπό την αυστηρή έννοια της λέξεως, είναι της ιδίας φύσεως και έχουν τα ίδια αποτελέσματα (39). Με την απόφασή του της 15ης Μαρτίου 1994, Banco Exterior de España (40), το Δικαστήριο από τη νομολογία αυτή συνήγαγε ότι ένα μέτρο με το οποίο η δημόσια αρχή χορηγεί σε ορισμένες επιχειρήσεις φορολογική απαλλαγή η οποία, μολονότι δεν συνεπάγεται τη μεταφορά κρατικών πόρων, θέτει τους δικαιούχους σε οικονομική κατάσταση περισσότερο ευνοϊκή απ’ ό,τι αυτή των λοιπών φορολογουμένων συνιστά κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ (41).
84. Επομένως, η έννοια των «κρατικών πόρων» μπορεί να λάβει αρνητική μορφή και να μεταφραστεί απλώς σε απώλεια κερδών για το οικείο κράτος. Κατά συνέπεια, δεν είναι ανάγκη το γενικό σύστημα ως προς το οποίο τα επίμαχα μέτρα αποτελούν παρέκκλιση να έχει ως στόχο τη γένεση εισοδήματος για το κράτος. Συναφώς, έχει κριθεί, με την απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, Piaggio (42), ότι απαλλαγή από την υποχρέωση πληρωμής προστίμων και λοιπών χρηματικών κυρώσεων πρέπει να θεωρείται πάντοτε ως πλεονέκτημα κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ.
85. Εξ αυτού έπεται ότι η Επιτροπή ορθώς θεώρησε με την προσβαλλομένη απόφαση ότι η ανάλυση της Ολλανδικής Κυβερνήσεως, κατά την οποία το σύστημα MINAS ομοιάζει μάλλον με σύστημα διοικητικού και ποινικού χαρακτήρα προστίμων παρά με φορολογικό σύστημα, δεν μπορεί να θέσει υπό αμφιβολία τον χαρακτηρισμό ως κρατικών ενισχύσεων των επίμαχων απαλλαγών.
86. Το αυτό ισχύει και όσον αφορά τον προβαλλόμενο από την Ολλανδική Κυβέρνηση σκοπό του συστήματος MINAS, με τον οποίο επιδιώκεται η προστασία του περιβάλλοντος. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το άρθρο 87, παράγραφος 1, ΕΚ δεν κάνει διάκριση ανάλογα με τις αιτίες και τους στόχους των κρατικών παρεμβάσεων αλλά τις προσδιορίζει με βάση τα αποτελέσματά τους (43).
87. Επομένως, η Επιτροπή ορθώς έκρινε, με την προσβαλλομένη απόφαση (44), ότι το πλεονέκτημα έχει παρασχεθεί από το κράτος μέλος μέσω «απώλειας εσόδων», κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ, όπως το άρθρο αυτό έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία.
– Όσον αφορά τις επιπτώσεις της κανονιστικής ρυθμίσεως περί απαλλαγής επί των συναλλαγών και του ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών
88. Η αναπτυχθείσα επί του σημείου αυτού από την Ολλανδική Κυβέρνηση επιχειρηματολογία στηρίζεται στην ίδια αρχή όπως και ο ισχυρισμός κατά τον οποίο η επίμαχη απαλλαγή δεν παρέχει πλεονέκτημα στις εκμεταλλεύσεις που εφαρμόζουν την καλλιέργεια σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος. Η εν λόγω επιχειρηματολογία σημαίνει ότι η προβλεφθείσα απαλλαγή αντιστοιχεί στις ποσότητες ανοργάνων ουσιών που απορροφώνται από τα φυτά που παράγονται υπό τις συνθήκες αυτές. Ωστόσο, όπως έχει ήδη λεχθεί, η κυβέρνηση αυτή δεν προσκόμισε σχετικές αποδείξεις και πρέπει εξ αυτού να συναχθεί ότι η εν λόγω απαλλαγή παρέχει πλεονέκτημα στις εκμεταλλεύσεις αυτές.
89. Εξάλλου, η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι τα κηπευτικά προϊόντα, όπως άλλωστε ανέφερε η Επιτροπή στην προσβαλλομένη απόφαση (45), αποτελούν αντικείμενο «σημαντικού» διεθνούς εμπορίου και, ως εκ τούτου, προορίζονται για άλλα κράτη μέλη. Συναφώς, υπενθυμίζω απλώς ότι η εν λόγω κυβέρνηση δήλωσε κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση ότι η παραγωγή σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος αντιπροσωπεύει περίπου το 20 % της συνολικής παραγωγής στις Κάτω Χώρες.
90. Εξ αυτού έπεται ότι η Επιτροπή ορθώς θεώρησε με την προσβαλλομένη απόφαση ότι η επίμαχη απαλλαγή μπορούσε να έχει δυσμενή επίπτωση στις εμπορικές συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών (46).
91. Εν όψει των ανωτέρω αναπτύξεων, φρονώ ότι το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.
2. Επί του συμβατού της επίμαχης απαλλαγής με την οδηγία 91/676
α) Επιχειρήματα των διαδίκων
92. Η Ολλανδική Κυβέρνηση υποστηρίζει, πρώτον, ότι η διαδικασία του άρθρου 88 ΕΚ δεν έχει θεσπιστεί για να μπορεί να εκτιμηθεί εάν η επίμαχη απαλλαγή είναι συμβατή με την οδηγία 91/676. Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση στηρίζεται σε εσφαλμένο πλαίσιο εκτιμήσεως.
93. Η Ολλανδική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, δεύτερον, ότι η ρύθμιση περί απαλλαγής είναι συμβατή με την εν λόγω οδηγία. Συναφώς, διατείνεται ότι η συμμετοχή των λιπασμάτων, που χρησιμοποιούνται για την καλλιέργεια σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο εδάφους, στην άμεση μόλυνση του εδάφους είναι αμελητέα. Προκειμένου περί της καλλιεργείας σε υποκατάστατο χώματος, τα φυτά τίθενται επί υποθεμάτων που δεν έχουν επαφή με το έδαφος. Προκειμένου περί των καλλιεργειών σε θερμοκήπιο, σημαντικό μέρος των φωσφορικών ενώσεων και του αζώτου απορροφάται από τα φυτά.
94. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δεν είναι ανάγκη να εξετάσει το Δικαστήριο το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου διότι αυτό δεν θίγει τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως. Από την τελευταία προκύπτει ότι το ασύμβατο της επίμαχης απαλλαγής με την οδηγία 91/676 αποτελεί απλώς έναν επιπλέον λόγο για την άρνηση εγκρίσεως του μέτρου ενισχύσεως.
β) Εκτίμηση
95. Αντίθετα προς ό,τι φέρεται να υποστηρίζει η Ολλανδική Κυβέρνηση, η Επιτροπή δεν στήριξε τον χαρακτηρισμό της επίμαχης απαλλαγής ως ασύμβατης με την κοινή αγορά κρατικής ενισχύσεως στο ασυμβίβαστο της απαλλαγής αυτής με την οδηγία 91/676.
96. Πράγματι, από προσεκτική ανάγνωση της προσβαλλομένης αποφάσεως καταφαίνεται ότι η Επιτροπή στήριξε την εκτίμησή της για την ύπαρξη ενισχύσεως κατά την έννοια του άρθρου 87, παράγραφος 1, ΕΚ επί των διατάξεων του άρθρου αυτού (47). Έτσι, η Επιτροπή εξέθεσε ως προς τι η επίμαχη απαλλαγή μπορούσε να αποτελεί παρασχεθέν από το κράτος πλεονέκτημα σε ορισμένες επιχειρήσεις, και τούτο μολονότι η απαλλαγή αυτή είναι συγκρίσιμη με πρόστιμα, και για ποιον λόγο η εν λόγω απαλλαγή μπορούσε να νοθεύει τις εμπορικές σχέσεις μεταξύ των κρατών μελών (48). Το εν λόγω κοινοτικό όργανο επανέλαβε τις αντιρρήσεις που είχε προβάλει προκειμένου να συναγάγει σχετικώς το συμπέρασμα ότι το μέτρο αυτό δεν δικαιολογούνταν από τη φύση και την οικονομία του συστήματος (49). Η Επιτροπή ανέφερε ότι το εν λόγω μέτρο πληρούσε, αντιθέτως, όλες τις μνημονευόμενες από την ανακοίνωση προϋποθέσεις (50).
97. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι αυτός ο τύπος ενισχύσεως έπρεπε να θεωρηθεί ως επιδότηση εκμεταλλεύσεως και ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις που απαιτούνταν για να ισχύσει υπέρ αυτής μια από τις παρεκκλίσεις του άρθρου 87, παράγραφος 3, ΕΚ (51). Τέλος, το εν λόγω κοινοτικό όργανο αντέκρουσε το επιχείρημα κατά το οποίο είχε χρησιμοποιήσει ή καταστρατηγήσει, για τον σκοπό της εφαρμογής της οδηγίας 91/676, τη σχετική με τις κρατικές ενισχύσεις διαδικασία (52).
98. Κατά τα λοιπά, με το έγγραφό της της 20ής Μαρτίου 2000, η Επιτροπή εξέφρασε τις αμφιβολίες της σχετικά με το συμβατό της επίμαχης απαλλαγής με την οδηγία 91/676 μόνον αφού είχε δηλώσει ότι, κατ’ αυτό το στάδιο της διαδικασίας, καθώς οι ολλανδικές αρχές δεν είχαν αποδείξει ότι η εν λόγω απαλλαγή δικαιολογούνταν από τη φύση και την οικονομία του συστήματος επιβαρύνσεως επί των ανοργάνων ουσιών, η εν λόγω ενίσχυση έπρεπε να θεωρηθεί ως κρατική και να χαρακτηριστεί ως ενίσχυση για τη σχετική δραστηριότητα.
99. Εν όψει των δεδομένων αυτών, η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν δικαιούται να υποστηρίζει ότι η εκτίμηση της Επιτροπής κατά την οποία η επίμαχη απαλλαγή αποτελεί ασύμβατη με την κοινή αγορά κρατική ενίσχυση στηρίζεται σε εσφαλμένο νομικό πλαίσιο.
100. Όσον αφορά το ζήτημα εάν, όπως υποστηρίζει η Ολλανδική Κυβέρνηση, η ρύθμιση περί απαλλαγής είναι συμβατή με την οδηγία 91/676, η γνώμη μου είναι ότι το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να θέσει υπό αμφισβήτηση τη νομιμότητα της προσβαλλομένης αποφάσεως και ότι δεν πρέπει να εξεταστεί στο πλαίσιο της υπό κρίση προσφυγής. Πράγματι, όπως έχω ήδη αναφέρει, η Επιτροπή δεν στήριξε το ασύμβατο της επίμαχης απαλλαγής με το κοινοτικό δίκαιο επί της οδηγίας αυτής αλλά στην ανάλυση κατά την οποία η απαλλαγή αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως επιδότηση εκμεταλλεύσεως μη πληρούσα τις απαιτούμενες για την έγκρισή της προϋποθέσεις. Κατά συνέπεια, όπως η Επιτροπή έχει αναφέρει στην προσβαλλομένη απόφαση (53), όποιο και αν μπορεί να είναι το συμβατό της ρυθμίσεως περί απαλλαγής με την εν λόγω οδηγία, η ρύθμιση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ως ασύμβατη με την κοινή αγορά, και τούτο για τους προμνημονευθέντες λόγους. Εξάλλου, όπως έχω προσφάτως δηλώσει, το ζήτημα του συμβατού του συστήματος MINAS στο σύνολό του με την οδηγία 91/676 αποτελεί το αντικείμενο ιδιαίτερης, εκκρεμούσης επί του παρόντος, διαδικασίας.
101. Εν όψει των θεωρήσεων αυτών, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου πρέπει επίσης να απορριφθεί.
Β – Επί της παραβάσεως της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως
102. Η Ολλανδική Κυβέρνηση προσάπτει στην Επιτροπή το γεγονός ότι δεν εξήγησε τους λόγους για τους οποίους εκτιμά ότι οι κατ’ αποκοπήν ποσότητες των 460 kg φωσφορικών ενώσεων και 800 kg αζώτου ανά εκτάριο είναι πολύ μεγάλες ώστε να δικαιολογούνται από τη φύση και την οικονομία του συστήματος MINAS. Υπενθυμίζει ότι, τόσο με το έγγραφο της 10ης Ιανουαρίου 2000 όσο και με την παράγραφο 2 του παραρτήματος του εγγράφου της 17ης Μαΐου 2000, εξήγησε για ποιο λόγο έπρεπε να ισχύσουν μεγαλύτερες κατ’ αποκοπήν ποσότητες όσον αφορά το θέμα της απορροφήσεως ανοργάνων ουσιών σχετικά με την καλλιέργεια σε θερμοκήπιο ή σε υποκατάστατο χώματος. Σύμφωνα με την κυβέρνηση αυτή, η Επιτροπή στηρίζει την άποψή της επί της εσφαλμένης υποθέσεως ότι οι απαλλαγές υπέρ αυτού του τύπου καλλιεργείας είναι ουσιαστικώς μεγαλύτερες απ’ ό,τι αυτές που ισχύουν για τα λοιπά είδη παραγωγής.
103. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθώς αιτιολογημένη.
104. Φρονώ ότι η αναπτυχθείσα από την Ολλανδική Κυβέρνηση, στο πλαίσιο του δεύτερου λόγου, επιχειρηματολογία σκοπεί στο να δημιουργήσει αμφιβολίες ως προς το βάρος αποδείξεως που αυτή υπέχει, και ως εκ τούτου, να αμφισβητηθεί η ουσία της προσβαλλομένης αποφάσεως. Πράγματι, η προβαλλομένη, εν προκειμένω, από την εν λόγω κυβέρνηση έλλειψη αιτιολογίας καταλήγει, στην πραγματικότητα, στο να αμφισβητεί την εκτίμηση κατά την οποία, αφενός, αυτή υποχρεούνταν να αποδείξει ότι η προβλεφθείσα απαλλαγή δικαιολογούνταν από τη φύση και την οικονομία του γενικού συστήματος και, αφετέρου, ότι αυτή δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση αυτή.
105. Πάντως, η υποχρέωση αιτιολογίας αποτελεί ουσιώδη τύπο που πρέπει να διακρίνεται από το βάσιμο της αιτιολογίας, πράγμα που εμπίπτει στην ουσιαστική νομιμότητα της επίδικης πράξεως. Κατά πάγια νομολογία, η επιβαλλομένη από το άρθρο 253 ΕΚ αιτιολογία σκοπεί στο να επιτρέπει στους ενδιαφερομένους να γνωρίζουν τη δικαιολόγηση του ληφθέντος μέτρου και στο αρμόδιο δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του (54).
106. Όπως έχω υποστηρίξει ανωτέρω, στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους η επίμαχη απαλλαγή αποτελεί ασύμβατη με την κοινή αγορά κρατική ενίσχυση. Ειδικότερα, στην εν λόγω απόφαση δηλώνεται ότι, ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων που να έχουν προσκομιστεί από την Ολλανδική Κυβέρνηση, η απαλλαγή αυτή δεν δικαιολογείται από τη φύση και την οικονομία του συστήματος και πληροί τους απαιτούμενους από την ανακοίνωση όρους.
107. Επομένως, ο αντλούμενος από την έλλειψη αιτιολογίας λόγος πρέπει, κατά την άποψή μου, να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Γ – Επί των δικαστικών εξόδων
108. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα εφόσον υπήρχε σχετικό αίτημα του νικήσαντος διαδίκου. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έχει ζητήσει την καταδίκη του Βασιλείου των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα και αυτό ηττήθηκε, πρέπει το τελευταίο να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
IV – Πρόταση
109. Εν όψει του συνόλου των ανωτέρω θεωρήσεων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την ασκηθείσα από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών προσφυγή·
2) να καταδικάσει το προσφεύγον στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
2 – ΕΕ 2001, L 130, σ. 42 (στο εξής: προσβαλλομένη απόφαση).
3 – ΕE C 384, σ. 3 (στο εξής: ανακοίνωση).
4 – Βλ. σημεία 9 έως 12.
5 – Βλ. σημείο 34.
6 – Κανονισμός του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ (ΕΕ L 83, σ. 1). Το άρθρο 93 της Συνθήκης έχει καταστεί άρθρο 88 ΕΚ.
7 – Οδηγία του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για την προστασία των υδάτων από τη νιτρορρύπανση γεωργικής προέλευσης (ΕΕ L 375, σ. 1).
8 – Η «κόπρος» ορίζεται στο άρθρο 2, στοιχείο ζ΄, της οδηγίας 91/676 ως τα περιττώματα ζώων ή μείγμα στρωμνής και περιττωμάτων ζώων, έστω και μεταποιημένων.
9 – Βλ. παράρτημα ΙΙΙ, 2.
10 – Το Mineralenaanfgiftesysteem (σύστημα φορολογικών επιβαρύνσεων επί των ανοργάνων ουσιών).
11 – Νόμος της 27ης Νοεμβρίου 1986 για τη ρύθμιση του εμπορίου των λιπασμάτων και τη διακομιδή των πλεονασμάτων λιπασμάτων, όπως τροποποιήθηκε με τον νόμο της 16ης Σεπτεμβρίου 1999 (Stbl. 1999, σ. 406, στο εξής: Meststoffenwet).
12 – Βλ. άρθρο 15 του Meststoffenwet.
13 – Αυτόθι, άρθρο 16.
14 – Αυτόθι, άρθρο 18.
15 – Βλ. παράρτημα D, άρθρο D2 του Meststoffenwet.
16 – Αυτόθι, παράρτημα D, άρθρο D8.
17 – Αυτόθι, άρθρα 19 και 26.
18 – Stcrt. 1999, αριθ. 9 (στο εξής: κανονισμός απαλλαγών).
19 – Πρόκειται για εκμεταλλεύσεις που δεν διαθέτουν, κατά μέσον όρο επί ένα ημερολογιακό έτος, περισσότερες από τρεις μονάδες μεγάλων ζώων και τρία εκτάρια καλλιεργούμενης γης. Εξάλλου, οι εκμεταλλεύσεις αυτές δεν πρέπει να εφοδιάζονται με ζωικά ή οργανικά λιπάσματα.
20 – Βλ. σημείο 2 του κανονισμού περί απαλλαγής.
21 – Αυτόθι, σημείο 3.
22 – Αυτόθι, σημείο 4.
23 – Αυτόθι, σημείο 5.
24 – Με το έγγραφο εκείνο, η Ολλανδική Κυβέρνηση ανέφερε ότι είχε γνωστοποιήσει τον κανονισμό περί απαλλαγής στην Επιτροπή στις 5 Ιανουαρίου 1999 ως τεχνικό κανονισμό. Με έγγραφα της 20ής Μαΐου και της 10ης Αυγούστου 1999, η Επιτροπή επισήμανε στην κυβέρνηση αυτή ότι ο εν λόγω κανονισμός ήταν δυνατό να περιλαμβάνει διατάξεις που συνιστούσαν κρατικές ενισχύσεις.
25 – Υπόθεση C-322/00, που εκκρεμεί επί του παρόντος. Διαδικασία επί της οποίας έχω ήδη αναπτύξει προτάσεις στις 7 Νοεμβρίου 2002.
26 – Βλ. άρθρο 1 της προσβαλλομένης αποφάσεως.
27 – Βλ. αποφάσεις της 2ας Ιουλίου 1974, 173/73, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1974, σ. 351, σκέψη 33)· της 17ης Μαρτίου 1993, C-72/91 και C-73/91, Sloman Neptun (Συλλογή 1993, σ. Ι-887, σκέψη 21), και της 17ης Ιουνίου 1999, C-75/97, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. Ι-3671, σκέψη 34).
28 – Τούτο ακριβώς συμβαίνει, π.χ., με την προοδευτικότητα μιας κλίμακας φορολόγησης εισοδημάτων που προβλέπει ευνοϊκότερους όρους για τους φορολογουμένους που διαθέτουν τα χαμηλότερα εισοδήματα και δικαιολογείται από τη λογική της ανακατανομής του εισοδήματος. Ομοίως, μπορεί να δικαιολογείται από τη φύση του φορολογικού συστήματος να μην φορολογούνται οι συνεταιρισμοί που διανέμουν όλα τα κέρδη τους στα μέλη τους όταν ο φόρος εισπράττεται από τους τελευταίους (βλ. σημεία 24 και 25 της ανακοινώσεως).
29 – Βλ., π.χ., την απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Ιανουαρίου 1998, Τ-67/94, Ladbroke Racing κατά Επιτροπής (Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-1, σημείο 189, και παρατιθέμενη σχετικώς νομολογία).
30 – Βλ. αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1993, C-364/90, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1993, σ. Ι-2097, σκέψη 20), και της 19ης Σεπτεμβρίου 2000, C-156/98, Γερμανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. Ι-6857, σκέψη 56), καθώς και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Saggio στην υπόθεση εκείνη (σημείο 25). Βλ. επίσης τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην υπόθεση C-99/98, Αυστρία κατά Επιτροπής (απόφαση της 15ης Φεβρουαρίου 2001, Συλλογή 2001, σ. Ι-1101, σκέψη 86). Σύμφωνα με τον γενικό εισαγγελέα, «σε θέματα ελέγχου κρατικών ενισχύσεων, τα κράτη μέλη φέρουν τη γενική υποχρέωση να παρέχουν καλοπίστως στην Επιτροπή όλες τις αναγκαίες και κατάλληλες πληροφορίες που διαθέτουν».
31 – Βλ. απόφαση της 28ης Απριλίου 1993, Ιταλία κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψη 22).
32 – Βλ. την απόφαση του Πρωτοδικείου της 16ης Μαρτίου 2000, Τ-72/98, Astilleros Zamacona κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-1683, σκέψη 55).
33 – Βλ. απόφαση της 26ης Σεπτεμβρίου 2002, C-351/98, Ισπανία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-8031, σκέψη 43). Βλ. επίσης, υπό την έννοια αυτή, τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Ruiz Jarabo στην υπόθεση C-6/97, Ιταλία κατά Επιτροπής (απόφαση της 19ης Μαΐου 1999, Συλλογή 1999, σ. Ι-2981, παράγραφος 27 των προτάσεων).
34 – Δεύτερη αιτιολογική σκέψη του εν λόγω κανονισμού.
35 – Σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, του ίδιου κανονισμού, η Επιτροπή μπορεί να διαπιστώσει ότι το γνωστοποιηθέν μέτρο δεν αποτελεί ενίσχυση.
36 – Βλ. σημείο 23 της ανακοινώσεως.
37 – Παρ’ όλ’ αυτά, η Επιτροπή ρώτησε την Ολλανδική Κυβέρνηση, με έγγραφο της 20ής Ιουνίου 2000, εάν το έγγραφο της 17ης Μαΐου 2000 περιείχε επίσημες παρατηρήσεις της τελευταίας στο πλαίσιο της επίσημης διαδικασίας εξετάσεως. Η εν λόγω κυβέρνηση απάντησε, με έγγραφο της 3ης Ιουλίου 2000, καταφατικώς.
38 – Εξάλλου, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η Ολλανδική Κυβέρνηση δεν προσκόμισε, ύστερα από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως και κατά τη διάρκεια της επ’ ακροατηρίου συζητήσεως, καμιά επιστημονική μελέτη προς στήριξη των ισχυρισμών της σχετικά με τη δικαιολόγηση των απαλλασσομένων ποσοτήτων αζώτου και φωσφορικών ενώσεων.
39 – Βλ. τις αποφάσεις της 23ης Φεβρουαρίου 1961, 30/59, De Gezamenlijke Steenkolenmijnen in Limbourg κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 547, 39) και της 1ης Δεκεμβρίου 1998, C-200/97, Ecotrade (Συλλογή 1998, σ. Ι-7907, σκέψη 34) και την προπαρατεθείσα απόφαση της 19ης Μαΐου 1999, Ιταλία κατά Επιτροπής (σκέψη 15).
40 – C-387/92, Συλλογή 1994, σ. Ι-877, σκέψη 14. Στην υπόθεση εκείνη, το Δικαστήριο βρέθηκε αντιμέτωπο μιας απαλλαγής από κάθε είδους εθνικό, επαρχιακό ή κοινοτικό φόρο που είχε καθιερωθεί προς όφελος των δημοσίων πιστωτικών ιδρυμάτων.
41 – Βλ. επίσης την προπαρατεθείσα απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, Βέλγιο κατά Επιτροπής (σκέψη 24), σχετικά με μέτρο συνιστάμενο σε αύξηση της μειώσεως καταβολής εισφορών και κοινωνικής ασφαλίσεως.
42 – C-295/97, Συλλογή 1999, σ. Ι-3735, σκέψεις 41 έως 43.
43 – Βλ. αποφάσεις της 29ης Φεβρουαρίου 1996, C-56/93, Βέλγιο κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-723, σκέψη 79)· της 26ης Σεπτεμβρίου 1996, C-241/94, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-4551, σκέψη 20) καθώς και την προπαρατεθείσα απόφαση της 17ης Ιουνίου 1999, Βέλγιο κατά Επιτροπής (σκέψη 25). Βλ. επίσης την απόφαση του Πρωτοδικείου της 29ης Σεπτεμβρίου 2000, Τ‑55/99, CETM κατά Επιτροπής (Συλλογή 2000, σ. ΙΙ-3207, σκέψη 53).
44 – Βλ. αιτιολογική σκέψη 40.
45 – Βλ. αιτιολογική σκέψη 36.
46 – Βλ. αιτιολογική σκέψη 40.
47 – Βλ. αιτιολογική σκέψη 35.
48 – Βλ. αιτιολογική σκέψη 36.
49 – Βλ. αιτιολογική σκέψη 39.
50 – Βλ. αιτιολογική σκέψη 40.
51 – Βλ. αιτιολογικές σκέψεις 41 και 42.
52 – Βλ. αιτιολογική σκέψη 43.
53 – Βλ. αιτιολογική σκέψη 43.
54 – Βλ. π.χ. την απόφαση της 22ας Μαρτίου 2001, C-17/99, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. Ι-2481, σκέψη 35).
Full & Egal Universal Law Academy