ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 18ης Σεπτεμβρίου 2003(1)
Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-162/01 P και C-163/01 P
E. Bouma (C-162/01 P)
κατά
1. Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
και
2. Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
και
B. Beusmans (C-163/01 P)
κατά
1. Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
και
2. Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αίτηση αναιρέσεως – Αγωγή αποζημιώσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη – Προϋποθέσεις – Ποσοστώσεις γάλακτος – Κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 – Ποσότητα αναφοράς – Παραγωγοί που ανέλαβαν υποχρέωση μη διαθέσεως στο εμπόριο – Προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης – Παράνομος χαρακτήρας – Αιτιώδης συνάφεια
I – Εισαγωγή
1. Αμφότερες οι υπό εξέταση αιτήσεις αναιρέσεως, των οποίων αποφασίσθηκε η συνεκδίκαση προς έκδοση κοινής αποφάσεως, στρέφονται κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου της 31ης Ιανουαρίου 2001 στις υποθέσεις T‑533/93 (2) (στο εξής: Bouma) και T‑73/94 (3) (στο εξής: Beusmans) με τις οποίες απορρίφθηκαν οι αγωγές αποζημιώσεως που είχαν ασκήσει οι Ολλανδοί γαλακτοπαραγωγοί Edouard Bouma και Bernhard Beusmans κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής.
2. Οι αγωγές αυτές εντάσσονται σε ένα ευρύ σύνολο διαφορών οι οποίες αφορούν κατ’ ουσίαν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, στα πλαίσια του συστήματος των ποσοστώσεων γάλακτος, των αποκαλούμενων παραγωγών SLOM (4) , που είναι παραγωγοί οι οποίοι ανέλαβαν την υποχρέωση βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 (5) να μη διαθέσουν στο εμπόριο γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα επί πέντε έτη (στο εξής: υποχρέωση μη εμπορίας) ή να μετατρέψουν τις αγέλες τους από την παραγωγή γάλακτος στην παραγωγή κρέατος (στο εξής: υποχρέωση αναδιαρθρώσεως).
3. Το πρόβλημα αυτό ανέκυψε εκ του ότι το σύστημα ποσοστώσεων γάλακτος το οποίο καθιερώθηκε από την 1η Απριλίου 1984 –το οποίο περιορίζει τη γαλακτοπαραγωγή με τον καθορισμό ποσοτήτων αναφοράς σε συνδυασμό με την καταβολή εισφοράς σε περίπτωση υπερβάσεως των ποσοτήτων– δεν είχε λάβει υπόψη την κατάσταση των παραγωγών SLOM. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, κατά την αρχική του διατύπωση (6) , που διέπει τον υπολογισμό κάθε μιας από τις ποσότητες αναφοράς, οι ποσότητες αναφοράς έπρεπε να καθορίζονται βάσει των παραδόσεων γάλακτος κατά τη διάρκεια ενός έτους αναφοράς το οποίο συνέπιπτε πλήρως ή μερικώς, όπως διαπιστώθηκε, με τις περιόδους των υποχρεώσεων μη εμπορίας που είχαν αναλάβει οι παραγωγοί SLOM. Οι γαλακτοπαραγωγοί αυτοί δεν έλαβαν επομένως ποσότητα αναφοράς –εκ του ότι δεν παρήγαγαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς– και δεν μπορούσαν κατά συνέπεια να προβούν στην παραγωγή γάλακτος που να μην υπόκειται στην καταβολή εισφοράς.
4. Η δυσμενής θέση στην οποία περιήλθαν ως εκ τούτου οι παραγωγοί SLOM, η οποία εξακολούθησε να υφίσταται εν μέρει μετά τα «διορθωτικά μέτρα» που έλαβε μεταγενέστερα ο κοινοτικός νομοθέτης και «εμπλουτίστηκε» με διάφορα περαιτέρω νομικά ζητήματα, απασχολεί από δεκαετίας πλέον κατά διαφόρους τρόπους τα κοινοτικά δικαιοδοτικά όργανα και οδήγησε επίσης στη θέσπιση σειράς πράξεων του παραγωγού δικαίου. Αυτές οι δικαστικές αποφάσεις και αυτά τα μέτρα του παραγώγου δικαίου, που έχουν ως αντικείμενο άλλοτε το κύρος των συστημάτων καθορισμού των ποσοτήτων αναφοράς καθεαυτών, άλλοτε την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι παραγωγοί SLOM λόγω των συστημάτων αυτών –διάκριση που πρέπει ακριβώς να συγκρατήσουμε στο πλαίσιο των υπό εξέταση υποθέσεων– αποτελούν το νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται οι παρούσες υποθέσεις και το οποίο θα εκθέσω εκτενέστερα κατωτέρω.
5. Με τις υπό εξέταση αιτήσεις αναιρέσεως τίθεται ιδίως το ερώτημα αν, βάσει της σχετικής νομολογίας, το Πρωτοδικείο έκρινε ορθά με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις ότι ευθύνη της Κοινότητας γεννάται μόνον αν οι παραγωγοί εξεδήλωσαν σαφώς την πρόθεσή τους να προβούν εκ νέου στην παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της υποχρεώσεώς τους περί μη εμπορίας.
II – Το νομικό πλαίσιο
A – Επί της συμμετοχής των παραγωγών SLOM στο σύστημα των ποσοστώσεων γάλακτος
6. Λόγω της υπερπαραγωγής γάλακτος εντός της Κοινότητας, το Συμβούλιο εξέδωσε το 1977 τον κανονισμό 1078/77 περί καθιερώσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων μη εμπορίας του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και μετατροπής των αγελών βοοειδών γαλακτοπαραγωγής (7) . Ο κανονισμός αυτός παρείχε στους παραγωγούς τη δυνατότητα να αναλάβουν δέσμευση περί μη εμπορίας γάλακτος ή περί μετατροπής των αγελών για περίοδο πέντε ετών, έναντι καταβολής πριμοδοτήσεως.
7. Επειδή η υπερπαραγωγή γάλακτος εξακολούθησε κατά το 1983, ενώ πολλοί παραγωγοί είχαν αναλάβει την υποχρέωση μη εμπορίας, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 31 Μαρτίου 1984 τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 856/84 για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (8) και 857/84 περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (9) . Με τους κανονισμούς αυτούς καθιερώθηκε από 1ης Απριλίου 1984 ένα σύστημα πρόσθετης εισφοράς επί της παραγωγής γάλακτος (στο εξής: σύστημα πρόσθετης εισφοράς), το οποίο επέτρεπε σε κάθε γαλακτοπαραγωγό να παράγει μόνον την ποσόστωση γάλακτος που του είχε χορηγηθεί (στο εξής: ποσότητα αναφοράς). Διαφορετικά, ο γαλακτοπαραγωγός όφειλε να καταβάλει μία συμπληρωματική εισφορά. Η ποσότητα αναφοράς αντιστοιχούσε στην ποσότητα γάλακτος που είχε παραχθεί κατά τη διάρκεια ενός έτους αναφοράς –του έτους 1983 για το Βασίλειο των Κάτω Χωρών.
8. Όλοι οι παραγωγοί που δεν είχαν παραγάγει γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αυτού λόγω της υποχρεώσεως μη εμπορίας την οποία είχαν αναλάβει βάσει του κανονισμού 1078/77, δεν μπορούσαν επομένως να λάβουν ποσότητα αναφοράς ούτε, ως εκ τούτου, να διαθέσουν στο εμπόριο ποσότητες γάλακτος μη υποκείμενες στην καταβολή πρόσθετης εισφοράς.
9. Με τις αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988 στις υποθέσεις Mulder (10) (στο εξής: απόφαση Mulder I) και von Deetzen (11) , το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρο τον κανονισμό 857/84, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1371/84 (12) , λόγω παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθόσον δεν προέβλεπε «τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς οι οποίοι, σε εκτέλεση υποχρεώσεως αναληφθείσας βάσει του κανονισμού 1078/77 […], δεν είχαν παραδώσει γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς του οικείου κράτους μέλους.»
10. Το Συμβούλιο θέσπισε τότε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89, της 20ής Μαρτίου 1989, με τον οποίο τροποποιήθηκε ο κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 (13) και εισήχθη σε αυτόν το άρθρο 3α. Η διάταξη αυτή επιτρέπει, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να χορηγείται στους γαλακτοπαραγωγούς, που δεν παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς λόγω της αναληφθείσας υποχρεώσεως μη εμπορίας και που αποκλείονταν ως εκ τούτου από το σύστημα ποσοστώσεων, μία ειδική ποσότητα αναφοράς (άρθρο 3α, παράγραφος 1) αντιστοιχούσα στο 60 % της ποσότητας γάλακτος (άρθρο 3α, παράγραφος 2) που ο παραγωγός είχε παραδώσει ή πωλήσει κατά τη διάρκεια των δώδεκα μηνών πριν από την ανάληψη της υποχρεώσεως μη εμπορίας ή αναδιαρθρώσεως (στο εξής: παραγωγή αναφοράς).
11. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 3α, το σύστημα αυτό αφορά ωστόσο μόνον τον παραγωγό «του οποίου η περίοδος μη εμπορίας ή μετατροπής, κατ’ εκτέλεση της δέσμευσης που αναλαμβάνει δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77, λήγει μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1983, ή μετά τις 30 Σεπτεμβρίου 1983 στα κράτη μέλη στα οποία η συλλογή γάλακτος των μηνών από τον Απρίλιο έως τον Σεπτέμβριο είναι τουλάχιστον διπλάσια από τη συλλογή των μηνών από τον Οκτώβριο έως τον Μάρτιο του επόμενου έτους.
12. Ο παραγωγός αυτός λαμβάνει προσωρινά, κατόπιν αιτήσεώς του, ειδική ποσότητα αναφοράς αν «αποδείξει, προς υποστήριξη της αιτήσεώς του και κατά τρόπο που να ικανοποιεί την αρμόδια αρχή, ότι δύναται να παράγει στην εκμετάλλευσή του ποσότητα που φθάνει μέχρι την αιτηθείσα ποσότητα αναφοράς» (άρθρο 3α, παράγραφος 1, στοιχείο β΄, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89).
13. Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 3α, η ειδική ποσότητα αναφοράς χορηγείται οριστικά στον γαλακτοπαραγωγό αν, εντός προθεσμίας δύο ετών από τις 29 Μαρτίου 1989, κατορθώσει να παράσχει στην αρμόδια αρχή επαρκείς αποδείξεις για το ότι έχει πράγματι αρχίσει εκ νέου τις άμεσες πωλήσεις ή/και τις παραδόσεις και ότι αυτές οι άμεσες πωλήσεις ή/και παραδόσεις έφθασαν κατά τη διάρκεια των δώδεκα τελευταίων μηνών σε επίπεδο ίσο ή μεγαλύτερο του 80 % της προσωρινής ποσότητας αναφοράς. Στην αντίθετη περίπτωση, η προσωρινή ποσότητα αναφοράς επιστρέφεται ολόκληρη στην κοινοτική εφεδρική ποσότητα (14) .
14. Με την απόφαση που εξέδωσε στις 11 Δεκεμβρίου 1990 στην υπόθεση Spagl (15) , το Δικαστήριο έκρινε ανίσχυρο το άρθρο 3α, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89, λόγω παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, «καθόσον αποκλείει από τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς βάσει της διατάξεως αυτής τους παραγωγούς για τους οποίους η περίοδος μη εμπορίας ή μετατροπής, κατ’ εκτέλεση υποχρεώσεως που αναλήφθηκε σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1078/77 […], λήγει πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1983, ή, ενδεχομένως, πριν από τις 30 Σεπτεμβρίου 1983». Με την απόφαση αυτή καθώς και με την απόφαση που εξέδωσε την ίδια ημέρα στην υπόθεση Pastätter (16) , το Δικαστήριο έκρινε επί πλέον ανίσχυρη την παράγραφο 2 του άρθρου αυτού καθόσον περιορίζει την ειδική ποσότητα αναφοράς στο 60 % της παραγωγής αναφοράς.
15. Το Συμβούλιο εξέδωσε τότε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1639/91 της 13ης Ιουνίου 1991, για την τροποποίηση του κανονισμού 857/84 (17) με τον οποίο κατήργησε τις προϋποθέσεις οι οποίες είχαν κηρυχθεί ανίσχυρες, ώστε να είναι δυνατό να χορηγηθεί στους ενδιαφερόμενους παραγωγούς μία ειδική ποσότητα αναφοράς.
16. Τέλος, με την απόφαση που εξέδωσε στην υπόθεση Wehrs (18) , το Δικαστήριο κήρυξε ανίσχυρο τον αποκαλούμενο «αντισωρευτικό» κανόνα του άρθρου 3α, παράγραφος 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89. Ο κανόνας αυτός, ο οποίος περιλαμβανόταν ήδη στο άρθρο 3α, παράγραφος 1, πρώτο εδάφιο, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 1639/91, απέκλειε από τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς τους παραγωγούς SLOM στους οποίους είχε ήδη χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς δυνάμει του άρθρου 2 του κανονισμού 857/84 (για άλλη εκμετάλλευση).
17. Κατόπιν των αποφάσεων αυτών, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2055/93, της 19ης Ιουλίου 1993, για τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων (19) . Σύμφωνα με τον κανονισμό αυτόν, ο οποίος άρχισε να ισχύει την 1η Αυγούστου 1993, οι παραγωγοί που είχαν ήδη αναλάβει την υποχρέωση μη εμπορίας ή αναδιαρθρώσεως, κατά τον κανονισμό 1078/77, και είχαν αποκλεισθεί μέχρι τότε από τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς –λόγω του αντισωρευτικού κανόνα–, λαμβάνουν αυτή την ειδική ποσότητα αναφοράς επί πλέον της αρχικής τους ποσότητας αναφοράς.
B – Επί της αποκαταστάσεως της ζημίας η οποία επήλθε λόγω του κοινοτικού συστήματος των ποσοστώσεων
18. Με προσωρινή απόφαση της 19ης Μαΐου 1992 στις υποθέσεις Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (20) (στο εξής: απόφαση Mulder II), το Δικαστήριο υποχρέωσε την Κοινότητα να αποκαταστήσει τη ζημία την οποία είχαν υποστεί ορισμένοι γαλακτοπαραγωγοί εκ του ότι ο κανονισμός 857/84 δεν προέβλεψε τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς «οι οποίοι, σε εκτέλεση δεσμεύσεως αναληφθείσας βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, δεν παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς που επέλεξε το οικείο κράτος μέλος». Το Δικαστήριο κάλεσε τους διαδίκους να προσδιορίσουν από κοινού κατόπιν συμφωνίας τα καταβλητέα ποσά και, ελλείψει συμφωνίας, να του υποβάλουν τα αιτήματά τους με αριθμητικά στοιχεία.
19. Κατόπιν της αποφάσεως αυτής, το Συμβούλιο και η Επιτροπή εξέδωσαν στις 5 Αυγούστου 1992 την ανακοίνωση 92/C 198/04 (21) . Αναφερόμενα στα αποτελέσματα της αποφάσεως Mulder II και για την εξασφάλιση της πλήρους αποτελεσματικότητάς της, τα εν λόγω κοινοτικά όργανα εξέφρασαν με την ανακοίνωση αυτή τη βούλησή τους να προσδιορίσουν τον πρακτικό τρόπο αποζημιώσεως των οικείων παραγωγών.
20. Για την εφαρμογή της αποφάσεως Mulder II, το Συμβούλιο εξέδωσε ως εκ τούτου τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2187/93, της 22ας Ιουλίου 1993, που προέβλεπε την προσφορά αποζημιώσεως σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους (22) . Με τον κανονισμό αυτόν προσφέρεται στους παραγωγούς στους οποίους χορηγήθηκε οριστικά ειδική ποσότητα αναφοράς (23) μία εφάπαξ αποζημίωση προς αποκατάσταση όλων των ζημιών που υπέστησαν από την κανονιστική ρύθμιση στην οποία αναφέρεται η απόφαση Mulder II.
21. Με την απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000 στις υποθέσεις Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (24) (στο εξής: απόφαση Mulder III), το Δικαστήριο καθόρισε οριστικά τα ποσά των καταβλητέων αποζημιώσεων στους προσφεύγοντες, οι οποίοι δεν είχαν αποδεχθεί την προσφορά αποζημιώσεως στην οποία αναφέρθηκα ανωτέρω (25) .
III – Τα πραγματικά περιστατικά
22. Από τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις προκύπτουν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά (26) :
23. Οι αναιρεσείοντες E. Bouma και B. Beusmans, γαλακτοπαραγωγοί εγκατεστημένοι στις Κάτω Χώρες, είχαν αναλάβει την υποχρέωση μη εμπορίας βάσει του κανονισμού 1078/77 η οποία έληξε αντιστοίχως στις 20 Απριλίου 1983 και στις 23 Δεκεμβρίου 1983.
24. Κατά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας, οι αναιρεσείοντες δεν επανέλαβαν την παραγωγή γάλακτος. Ο B. Beusmans εξακολούθησε ωστόσο την εκτροφή βοοειδών για πάχυνση την οποία είχε αρχίσει κατά τη διάρκεια της ισχύος της υποχρεώσεως μη εμπορίας.
25. Μετά την έκδοση του κανονισμού 1639/91, οι αναιρεσείοντες ζήτησαν προσωρινή ποσότητα αναφοράς, η οποία χορηγήθηκε στον E. Bouma στις 28 Οκτωβρίου 1991 και στον Beusmans στις 25 Νοεμβρίου 1991.
26. Μετά από έλεγχο που πραγματοποίησε η Algemene Inspectiedienst για να εξακριβώσει τις λεπτομέρειες εφαρμογής της επαναλήψεως της γαλακτοπαραγωγής εκ μέρους των αναιρεσειόντων, οι ειδικές ποσότητες αναφοράς, που είχαν χορηγηθεί προσωρινά στους αναιρεσείοντες, ανακλήθηκαν με αποφάσεις της 19ης Απριλίου 1993 (υπόθεση Beusmans) και της 4ης Μαΐου 1993 (υπόθεση Bouma).
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις
27. Με δικόγραφα που κατέθεσαν αντιστοίχως στις 30 Σεπτεμβρίου 1993 και στις 14 Φεβρουαρίου 1994 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου, οι Bouma και Beusmans (στο εξής: ενάγοντες) άσκησαν αγωγές αποζημιώσεως κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής –δυνάμει των άρθρων 178 και 215, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρων 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ)– προς αποκατάσταση της ζημίας την οποία είχαν υποστεί εκ του ότι εμποδίστηκαν να διαθέσουν στο εμπόριο γάλα βάσει του κανονισμού 857/84, όπως συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 1371/84.
28. Οι ενάγοντες ζήτησαν αποζημίωση για την περίοδο από την 1η Απριλίου 1984, ημερομηνία ενάρξεως της ισχύος του συστήματος των εισφορών που τους απέκλεισε από τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς και, ως εκ τούτου, από κάθε δυνατότητα διαθέσεως στο εμπόριο γάλακτος, μέχρι την επανάληψη της γαλακτοπαραγωγής, ακριβέστερα μέχρι τη χορήγηση προσωρινής ποσότητας αναφοράς βάσει του κανονισμού 1639/91 (27) .
29. Προς στήριξη των αγωγών τους (28) , οι ενάγοντες εξέθεσαν μεταξύ άλλων ότι εσφαλμένα τα εναγόμενα όργανα ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται αποζημιώσεως για τον λόγο ότι δεν επανέλαβαν τη γαλακτοπαραγωγή κατά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας. Εξέθεσαν επί πλέον τους λόγους για τους οποίους δεν κατόρθωσαν να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος του 1983 κατά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας. Επέκριναν επί πλέον, επικαλούμενοι την απόφαση Spagl, τον ισχυρισμό των εναγομένων κατά τον οποίο οι παραγωγοί SLOM, η υποχρέωση μη εμπορίας των οποίων έληξε το 1983 και οι οποίοι δεν επανέλαβαν την παραγωγή γάλακτος πριν από την 1η Απριλίου 1984, δεν μπορούσαν να ζητήσουν αποζημίωση. Κατά την άποψή τους, οι λόγοι για τους οποίους ο ενάγων στην υπόθεση Spagl δεν επανέλαβε την παραγωγή γάλακτος δεν άσκησαν επιρροή επί της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Spagl.
30. Με διατάξεις της 31ης Αυγούστου 1994, το Πρωτοδικείο ανέστειλε τη διαδικασία στις υποθέσεις T‑533/93 και T‑73/94 μέχρι την έκδοση της αποφάσεως Mulder III.
31. Με διατάξεις της 11ης Μαρτίου 1999, το Πρωτοδικείο διέταξε τη συνέχιση της διαδικασίας.
32. Με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις της 31ης Ιανουαρίου 2001, το Πρωτοδικείο απέρριψε τις αγωγές αποζημιώσεως, με το ακόλουθο κατ’ ουσίαν σκεπτικό:
33. Αφού αναφέρθηκε στις γενικές αρχές που διέπουν την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας, το Πρωτοδικείο εξέθεσε καταρχάς ότι η παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης γεννά ευθύνη της Κοινότητας έναντι κάθε παραγωγού που υπέστη ζημία λόγω του ότι εμποδίστηκε να παραγάγει γάλα κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 857/84 (29) .
34. Το Πρωτοδικείο εξέθεσε στη συνέχεια ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η επίκληση της αρχής αυτής είναι δυνατή μόνον εφόσον η ίδια η Κοινότητα δημιούργησε μια κατάσταση που μπορεί να θεμελιώσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη (30) . Αναφορικά με επιχειρηματία ο οποίος ανέλαβε την υποχρέωση μη εμπορίας, αυτό σημαίνει ότι ο επιχειρηματίας αυτός «μπορεί θεμιτώς να προσδοκά ότι δεν θα υποστεί, με τη λήξη της υποχρεώσεώς του, περιορισμούς που θα τον θίγουν ιδιαιτέρως λόγω ακριβώς του γεγονότος ότι έκανε χρήση των δυνατοτήτων που του παρείχε η κοινοτική ρύθμιση (αποφάσεις Mulder I, σκέψη 24 και von Deetzen, σκέψη 13)». Αντίθετα, «η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν απαγορεύει την επιβολή, στο πλαίσιο συστήματος όπως το σύστημα της πρόσθετης εισφοράς, περιορισμών στους παραγωγούς που να αποτελούν συνάρτηση του γεγονότος ότι οι παραγωγοί αυτοί δεν εμπορεύθηκαν γάλα, ή εμπορεύθηκαν μικρή ποσότητα, κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου πριν από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω συστήματος, κατόπιν αποφάσεως που έλαβαν ελεύθερα και χωρίς να ενθαρρυνθούν προς τούτο με πράξη της Κοινότητας (προαναφερθείσα απόφαση Kühn, σκέψη 15)» (31) .
35. Το Πρωτοδικείο αναφέρεται στη συνέχεια ως εξής (32) στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Spagl:
«43 Επί πλέον, από την προαναφερθείσα απόφαση Spagl, προκύπτει ότι η Κοινότητα δεν μπορεί, χωρίς να παραβιάζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, να αποκλείει αυτόματα από τη χορήγηση των ποσοστώσεων όλους τους παραγωγούς των οποίων οι δεσμεύσεις περί μη εμπορίας ή μετατροπής έληξαν στο τέλος του 1983, ιδιαιτέρως αυτούς οι οποίοι, όπως ο Spagl, δεν μπόρεσαν να αρχίσουν εκ νέου την παραγωγή γάλακτος για λόγους που συνδέονταν με τη δέσμευσή τους. Έτσι, το Δικαστήριο έκρινε στη σκέψη 13 της αποφάσεως αυτής:
“Συναφώς, ο κοινοτικός νομοθέτης μπορούσε νομίμως να καθορίσει προθεσμία αναφορικά με τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής των ενδιαφερομένων, με σκοπό να αποκλείσει τη δυνατότητα εφαρμογής των ευεργετικών διατάξεων [αναφορικά με τη χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς] υπέρ εκείνων των παραγωγών που δεν είχαν παραδώσει γάλα κατά τη διάρκεια ολοκλήρου ή μέρους του οικείου έτους αναφοράς για λόγους ασχέτους προς την ανάληψη υποχρεώσεως μη εμπορίας ή μετατροπής. Αντίθετα, η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, όπως ερμηνεύθηκε με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Δικαστηρίου, εμποδίζει τον καθορισμό μιας τέτοιας προθεσμίας υπό συνθήκες οι οποίες επιφέρουν τον αποκλεισμό από τη δυνατότητα εφαρμογής των [εν λόγω] ευεργετικών διατάξεων και των παραγωγών που δεν παρήγαγαν γάλα κατά τη διάρκεια ολοκλήρου ή μέρους του έτους αναφοράς σε εκτέλεση υποχρεώσεως αναληφθείσας δυνάμει του κανονισμού 1078/77.”
44 Αντιθέτως προς ό,τι ισχυρίζεται ο ενάγων, η απόφαση αυτή πρέπει να νοηθεί υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών της εᄑώπιον του εθνικού δικαστή διαφοράς. Ο Spagl ήταν γεωργός ο οποίος, όταν, στις 31 Μαρτίου 1983, έληξε η υποχρέωσή του, δεν ήταν σε θέση να επαναλάβει αμέσως την παραγωγή λόγω ελλείψεως κεφαλαίων προς αγορά γαλακτοπαραγωγών ζώων. Αντ’ αυτού, αγόρασε μοσχάρια και τα εξέθρεψε ο ίδιος, επανέλαβε δε την παραγωγή με δώδεκα αγελάδες τον Μάιο ή τον Ιούνιο του 1984 (βλ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs στην προαναφερθείσα υπόθεση Spagl, Συλλογή 1990, σ. Ι‑4554, παράγραφος 2). Εξάλλου, από την έκθεση ακροατηρίου προκύπτει ότι, κατά τη διάρκεια της διακοπής παραγωγής γάλακτος, ο ενάγων προέβη σε συντήρηση των κτιρίων και των μηχανών που χρησιμοποιούνταν για την εν λόγω παραγωγή […]»
36. Το Πρωτοδικείο συνάγει από την απόφαση Spagl το συμπέρασμα «ότι οι παραγωγοί, η δέσμευση των οποίων έληξε το 1983, μπορούν βάσιμα να στηρίξουν την αγωγή τους αποζημιώσεως στην προσβολή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μόνον αν αποδείξουν ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν επανέλαβαν την παραγωγή γάλακτος κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς συνδέονται με το γεγονός ότι διέκοψαν την παραγωγή αυτή για ορισμένο χρονικό διάστημα και ότι τους ήταν αδύνατο, για λόγους οργανώσεως της εν λόγω παραγωγής, να την επαναλάβουν αμέσως» (33) .
37. Το Πρωτοδικείο στηρίζει το συμπέρασμά του αναφερόμενο ως εξής στην απόφαση Mulder II (34) :
«Περαιτέρω, από την απόφαση Mulder II, συγκεκριμένα από τη σκέψη 23, προκύπτει ότι η ευθύνη της Κοινότητας εξαρτάται από την προϋπόθεση ότι οι παραγωγοί έχουν σαφώς δηλώσει την πρόθεσή τους να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της δεσμεύσεώς τους περί μη εμπορίας. Πράγματι, για να μπορέσουν οι παραγωγοί SLOM να στηρίξουν δικαίωμα αποζημιώσεως επί του παράνομου χαρακτήρα για τον οποίο κρίθηκαν ανίσχυροι οι κανονισμοί που διαμόρφωσαν την κατάσταση των παραγωγών SLOM, πρέπει να έχουν εμποδιστεί να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος. Τούτο συνεπάγεται ότι οι παραγωγοί των οποίων η δέσμευση έληξε πριν από την έναρξη ισχύος του κανονισμού 857/84 επανέλαβαν την παραγωγή αυτή ή, τουλάχιστον, έλαβαν σχετικά μέτρα, όπως η πραγματοποίηση επενδύσεων ή επισκευών, ή η συντήρηση των αναγκαίων για την εν λόγω παραγωγή εξοπλισμών (βλ. επ’ αυτού τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven στην προαναφερθείσα υπόθεση Mulder II, Συλλογή 1992, σ. Ι-3094, παράγραφος 30).»
38. Αφού υπέμνησε την ανάγκη να έχει σαφώς εκφράσει ο ενδιαφερόμενος παραγωγός την πρόθεσή του να επαναλάβει την παραγωγή γάλακτος, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε ως εξής την προϋπόθεση αυτή έναντι των εναγόντων (35) :
«48 Λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι ο ενάγων δεν επανέλαβε την παραγωγή γάλακτος μεταξύ της ημερομηνίας λήξεως της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας, στις 20 Απριλίου 1983, και της ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του καθεστώτος ποσοστώσεων, την 1η Απριλίου 1984, για να είναι βάσιμο το αίτημά του αποζημιώσεως πρέπει να αποδείξει ότι είχε την πρόθεση να επαναλάβει την παραγωγή αυτή κατά τη λήξη της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας και ότι περιήλθε σε αδυναμία να το πράξει λόγω της ενάρξεως ισχύος του κανονισμού 857/84.»
39. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το Πρωτοδικείο εξετάζει αν, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, υφίσταται τέτοια εκδήλωση προθέσεως:
– Στην υπόθεση Bouma (σκέψη 49):
«49 Προκύπτει όμως καταρχάς ότι ο ενάγων, μολονότι η δέσμευσή του περί μη εμπορίας έληξε πλέον των ένδεκα μηνών πριν από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος του καθεστώτος γαλακτοκομικών ποσοστώσεων, δεν επανέλαβε την παραγωγή γάλακτος κατά την ημερομηνία αυτή. Στη συνέχεια, ο ενάγων δεν απέδειξε ότι ήρθε σε επαφή με τις εθνικές αρχές προκειμένου να του χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς το 1984, κατά την έναρξη ισχύος του καθεστώτος γαλακτοκομικών ποσοστώσεων. Τέλος, ο ενάγων δεν απέδειξε ότι είχε προβεί σε άλλα διαβήματα δυνάμενα να αποδείξουν την πρόθεσή του να επαναλάβει την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της δεσμεύσεώς του. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι τα δελτία αγοράς σπόρων χόρτου, μερικά από τα οποία φέρουν ημερομηνία του Αυγούστου 1983, δεν επαρκούν για να αποδείξουν την πρόθεση αυτή.»
– Στην απόφαση Beusmans (σκέψη 48):
«48 Επιβάλλεται συναφώς η διαπίστωση ότι ο ενάγων, μολονότι διέθετε αγελάδες κατάλληλες, κατά την άποψή του, για την παραγωγή τόσο κρέατος όσο και γάλακτος, δεν επανέλαβε την παραγωγή γάλακτος μετά τη λήξη της δεσμεύσεώς του. Στη συνέχεια, ο ενάγων δεν απέδειξε ότι ήρθε σε επαφή με τις εθνικές αρχές προκειμένου να του χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς το 1984, κατά την έναρξη ισχύος του καθεστώτος γαλακτοκομικών ποσοστώσεων. Τέλος, ο ενάγων δεν απέδειξε ότι είχε προβεί σε άλλα διαβήματα δυνάμενα να αποδείξουν την πρόθεσή του να επαναλάβει την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της δεσμεύσεώς του.»
40. Το Πρωτοδικείο διαπιστώνει επί πλέον ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των εναγόντων, η αίτηση προσωρινής φορολογήσεως ειδικής ποσότητας αναφοράς βάσει του κανονισμού 1639/91 δεν θεμελιώνει δικαίωμα αποζημιώσεως έναντι της Κοινότητας. Το γεγονός αυτό δεν αποδεικνύει, καθεαυτό, ότι οι ενάγοντες είχαν την πρόθεση να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της δεσμεύσεώς τους περί μη εμπορίας (36) .
41. Για τους λόγους αυτούς, το Πρωτοδικείο καταλήγει στο συμπέρασμα, χωρίς να θεωρεί σκόπιμο να εξετάσει τους λοιπούς ισχυρισμούς των εναγόντων, ότι η εφαρμογή του κανονισμού 857/84 δεν γεννά ευθύνη της Κοινότητας (37) .
V – Οι αιτήσεις αναιρέσεως
42. Οι E. Bouma και Β. Beusmans (στο εξής: αναιρεσείοντες) άσκησαν κατά των αποφάσεων του Πρωτοδικείου, στις 31 Απριλίου 2001, αιτήσεις αναιρέσεως στηριζόμενες σε πέντε λόγους. Αμφότεροι ζητούν από το Δικαστήριο:
– να αναιρέσει τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου·
– να αναπέμψει τις υποθέσεις ενώπιον του Πρωτοδικείου·
– να καταδικάσει το Συμβούλιο και την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των διαδικασιών.
43. Το Συμβούλιο ζητεί, σε αμφότερες τις υποθέσεις, από το Δικαστήριο:
– να κρίνει τις αιτήσεις αναιρέσεως εν μέρει απαράδεκτες και, εν πάση περιπτώσει, πλήρως αβάσιμες·
– να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
44. Η Επιτροπή ζητεί, σε αμφότερες τις υποθέσεις, από το Δικαστήριο:
– να κρίνει τις αιτήσεις αναιρέσεως αβάσιμες·
– να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.
45. Ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε στις 20 Ιουνίου 2003 τη συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων προς έκδοση κοινής αποφάσεως.
VI – Νομική εξέταση
A – Εισαγωγικές παρατηρήσεις
1. Επί των διαφόρων κατηγοριών των ενδιαφερομένων παραγωγών
46. Για να γίνει αντιληπτό το πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται οι παρούσες υποθέσεις, πρέπει καταρχάς να διευκρινισθεί ότι, λόγω του πολύ μεγάλου αριθμού των ενδιαφερομένων παραγωγών SLOM, το Πρωτοδικείο έχει επιληφθεί πολυάριθμων ανάλογων αγωγών οι οποίες, για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, χωρίσθηκαν στη συνέχεια και κατατάχθηκαν σε διαδικασίες ορισμένων τύπων αναλόγως των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών και των κοινών γνωρισμάτων τους.
47. Είναι πράγματι δυνατό να γίνει διάκριση μεταξύ διαφόρων κατηγοριών παραγωγών SLOM, τους οποίους αφορούν κατά τρόπο διαφορετικό οι συναφείς ρυθμίσεις και τα «διορθωτικά συστήματα» αναφορικά με τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς και σε συνάρτηση με τις δυνατότητες αποζημιώσεως που προκύπτουν από τη νομολογία και παρέχει ο κοινοτικός νομοθέτης. Ορισμένες από τις διακρίσεις αυτές περιλαμβάνονται ήδη στην ορολογία την οποία χρησιμοποιούν οι διάδικοι και οι αρχές που εμπλέκονται στην προβληματική αναφορικά με τους παραγωγούς SLOM, και επομένως πρέπει να αναφερθούμε σε ορισμένες από αυτές ώστε να γίνει αντιληπτή η ανάπτυξη που θα ακολουθήσει και να είναι κατανοητά τα επιχειρήματα των διαδίκων (38) .
48. Μπορούμε καταρχάς να διακρίνουμε μια ομάδα παραγωγών SLOM των οποίων η υποχρέωση μη εμπορίας έληξε μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1983 και στους οποίους, για τον λόγο αυτό, χορηγήθηκε ήδη μία ειδική ποσότητα αναφοράς βάσει του κανονισμού 764/89 της 20ής Μαρτίου 1989, που τροποποίησε για πρώτη φορά τον διενεργούμενο βάσει του κανονισμού 857/84 επίμαχο υπολογισμό της ποσότητας αναφοράς. Στους εν λόγω παραγωγούς, που αποκαλούνται SLOM I, περιλαμβάνονται οι παραγωγοί SLOM 84, ήτοι οι παραγωγοί SLOM των οποίων η υποχρέωση μη εμπορίας έληξε κατά τη διάρκεια του έτους 1984.
49. Από τους παραγωγούς SLOM I διακρίνονται όλοι οι παραγωγοί SLOM στους οποίους χορηγήθηκε ειδική ποσότητα αναφοράς μόνον μετά τη νέα τροποποίηση του κανονισμού 857/84 με τον κανονισμό 1639/91. Αυτή η κατηγορία παραγωγών, οι οποίοι αποκαλούνται παραγωγοί SLOM II, περιλαμβάνει την υποκατηγορία των παραγωγών SLOM 83, ήτοι των παραγωγών SLOM των οποίων η υποχρέωση μη εμπορίας είχε λήξει κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς 1983 και στους οποίους δεν ήταν δυνατό να χορηγηθεί, για τον λόγο αυτό, ποσότητα αναφοράς βάσει του κανονισμού 764/89.
50. Τέλος, οι διάδικοι αναφέρονται στους ισχυρισμούς τους στους παραγωγούς SLOM III, που είναι κατ’ ουσίαν παραγωγοί οι οποίοι, ως εμπίπτοντες στη ρύθμιση περί απαγορεύσεως της σωρεύσεως, μπορούσαν να λάβουν ειδική ποσότητα αναφοράς μόνον βάσει του κανονισμού 2055/93 (39) .
51. Επισημαίνεται επί πλέον ότι η διενεργηθείσα με τον κανονισμό 2187/93 προσφορά αποζημιώσεως απευθυνόταν σε όλους τους παραγωγούς στους οποίους χορηγήθηκε κατά τρόπο οριστικό ειδική ποσότητα αναφοράς βάσει ενός των ανωτέρω κανονισμών (40) .
2. Επί του αντικειμένου των υπό εξέταση υποθέσεων
52. Οι διάδικοι στις παρούσες υποθέσεις αναφέρθηκαν προκαταρκτικά στο αντικείμενο της διαδικασίας και στις κατηγορίες παραγωγών SLOM τις οποίες αυτή αφορά. Αυτές οι γενικές νομικές εκτιμήσεις πρέπει να εξετασθούν σε συνάρτηση με τα επιχειρήματα στο πλαίσιο των οποίων αναπτύσσονται. Για να γίνει καλύτερα αντιληπτή η επιχειρηματολογία των διαδίκων, θα εκτεθούν συνοπτικά οι προκαταρκτικές παρατηρήσεις τους.
53. Οι αναιρεσείοντες εκθέτουν ότι οι παρούσες υποθέσεις θεωρήθηκαν ως πιλοτικές διαδικασίες για μια ομάδα παραγωγών SLOM 83, οι οποίοι είχαν ως κοινό χαρακτηριστικό ότι τους χορηγήθηκε καταρχάς μια ειδική ποσότητα αναφοράς βάσει του κανονισμού 1639/91, η οποία τους αφαιρέθηκε μεταγενέστερα. Σκοπός είναι να διευκρινιστεί αν το τελευταίο αυτό γεγονός μεταβάλλει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα αποζημιώσεως των παραγωγών SLOM 83 έναντι της Κοινότητας. Οι αναιρεσείοντες επισημαίνουν κατά βάση ότι οι παραγωγοί SLOM II έχουν το ίδιο δικαίωμα αποζημιώσεως με τους παραγωγούς SLOM I και υπό τις ίδιες προϋποθέσεις.
54. Με τις αιτήσεις αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι έλαβε υπόψη, στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, όχι την αφαίρεση των ειδικών ποσοτήτων αναφοράς, αλλά το κατά πόσον οι παραγωγοί είχαν εκδηλώσει σαφώς την πρόθεση να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της αναληφθείσας από αυτούς υποχρεώσεως μη εμπορίας. Επικρίνουν το ότι αυτό θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τα δικαιώματα αποζημιώσεως όλων των παραγωγών SLOM 83 στους οποίους είχε χορηγηθεί οριστικά ειδική ποσότητα αναφοράς και των οποίων τα δικαιώματα αποζημιώσεως αναγνωρίσθηκαν ήδη από την Επιτροπή.
55. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο επισημαίνουν απεναντίας, κατ’ ουσίαν, ότι οι παρούσες διαδικασίες αφορούν τους παραγωγούς SLOM 83 στους οποίους δεν χορηγήθηκε οριστική ποσότητα αναφοράς και υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ορθά με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις ότι το δικαίωμα αποζημιώσεως των παραγωγών αυτών προϋποθέτει την επανάληψη της παραγωγής γάλακτος ή ότι εκφράσθηκε η πρόθεση προς τον σκοπό αυτό.
56. Στο μέτρο κατά το οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν κατ’ ουσίαν στο Πρωτοδικείο ότι δεν αποφάνθηκε με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις επί της νομικής θέσεως των ομάδων παραγωγών που είχαν ενημερωθεί σχετικά με τις σκοπούμενες πιλοτικές διαδικασίες, πρέπει να επισημανθεί ευθύς εξαρχής ότι δεν απέκειτο στο Πρωτοδικείο να αποφανθεί a priori, στο πλαίσιο των αγωγών αποζημιώσεως που είχαν ασκηθεί βάσει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 235 ΕΚ και 288, δεύτερο εδάφιο, ΕΚ αναφορικά με μία κατηγορία παραγωγών, ανεξαρτήτως των κριτηρίων βάσει των οποίων σχηματίστηκε η κατηγορία αυτή, τους οποίους αφορούσε η επίδικη κοινοτική πράξη, αλλά να αποφασίσει αντιθέτως αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας έναντι καθενός των εναγόντων. Για τον λόγο αυτόν, δεν μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο να μην ασκούν τελικά επιρροή οι αποφάσεις του Πρωτοδικείου στην κατηγορία των παραγωγών για την οποία η διαδικασία επρόκειτο να έχει πιλοτικό χαρακτήρα, χωρίς ωστόσο να μπορεί κατ’ ουσίαν να προσαφθεί οτιδήποτε συναφώς στο Πρωτοδικείο.
57. Επιβάλλεται επί πλέον η διαπίστωση ότι, στο πλαίσιο επίσης της διαδικασίας αναιρέσεως, το αντικείμενο ή η εμβέλεια των υπό εξέταση υποθέσεων δεν μπορεί να «αναπλασθεί» ώστε να προσδιορισθούν τα δικαιώματα αποζημιώσεως ορισμένης κατηγορίας παραγωγών SLOM. Πρέπει να υπομνησθεί συναφώς ότι, στα πλαίσια διαδικασίας αναιρέσεως, δεν απόκειται στο Δικαστήριο να εξετάσει το σύνολο της διαφοράς και να αποφανθεί εκ νέου επί της ασκηθείσας ενώπιον του Πρωτοδικείου προσφυγής, αλλά η αρμοδιότητά του περιορίζεται στον έλεγχο των πεπλανημένων νομικών εκτιμήσεων με τις οποίες βαρύνεται ενδεχομένως η απόφαση του Πρωτοδικείου, εντός των ορίων που θέτουν οι προβαλλόμενοι προς στήριξη της αιτήσεως αναιρέσεως λόγοι (41) .
B – Επί των λόγων αναιρέσεως
58. Σε αμφότερες τις υποθέσεις, οι αναιρεσείοντες στηρίζουν την αντίστοιχη αίτηση αναιρέσεως σε πέντε λόγους (42) . Λαμβανομένων υπόψη των κεφαλαίων των αποφάσεων Bouma και Beusmans στα οποία αναφέρεται καθένας από τους πέντε αυτούς λόγους, ενδείκνυται να εξετασθεί καταρχάς ο πρώτος λόγος, στη συνέχεια ο τρίτος, κατόπιν, από κοινού, ο δεύτερος και ο τέταρτος και, τέλος, ο πέμπτος λόγος.
1. Επί του πρώτου λόγου αναιρέσεως
α) Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
59. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος υποδιαιρείται σε επτά σκέλη, οι αναιρεσείοντες υποστᄋρίζουν κατ’ ουσία ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα την απόφαση Spagl στις σκέψεις 43 έως 45 της αποφάσεως Bouma και 42 έως 44 της αποφάσεως Beusmans και ότι συνήγαγε εσφαλμένα συμπεράσματα από την ανωτέρω απόφαση όσον αφορά τα δικαιώματα αποζημιώσεως των παραγωγών SLOM 83. Επικρίνουν ειδικότερα το ότι η απόφαση Spagl έγινε αντιληπτή υπό την έννοια ότι δικαίωμα αποζημιώσεως δεν έχουν όλοι οι παραγωγοί SLOM 83, αλλά μόνον οι παραγωγοί SLOM 83 που αποδεικνύουν ότι δεν κατόρθωσαν να επαναλάβουν αμέσως την παραγωγή τους για ιδιαίτερους λόγους.
60. Έναντι της ερμηνείας αυτής, οι αναιρεσείοντες αντιτείνουν ότι η απόφαση Spagl αναφέρεται σε όλους τους παραγωγούς SLOM 83 (43) και από κανένα στοιχείο της δεν προκύπτει, αντίθετα προς τη θέση του Πρωτοδικείου, ότι το Δικαστήριο θέλησε να περιορίσει τη διαπίστωση του ανισχύρου του κανονισμού 857/84 μόνον στις περιπτώσεις στις οποίες οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί SLOM κατόρθωσαν να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς 1983, μετά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας που είχαν αναλάβει. Επί πλέον, κατά την άποψή τους, το Δικαστήριο απέρριψε ήδη με την απόφαση Spagl την ιδέα ότι ο Spagl θα μπορούσε να επαναλάβει την παραγωγή γάλακτος μεταξύ της λήξεως της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας και της εισαγωγής του συστήματος των εισφορών, πράγμα που προκύπτει σαφώς όταν η ανάγνωση της εν λόγω αποφάσεως διενεργείται σε συνάρτηση με τις προτάσεις γενικού εισαγγελέα (44) . Από κανένα στοιχείο της αποφάσεως Spagl, ούτε των προτάσεων του εισαγγελέα, δεν προκύπτει επί πλέον, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως στις οποίες αναφέρθηκε το Πρωτοδικείο και στις οποίες στήριξε την ερμηνεία του.
61. Οι αναιρεσείοντες διατείνονται επί πλέον ότι ούτε ο κανονισμός 1639/91 ούτε ο κανονισμός 2187/93 περιλαμβάνει τις πρόσθετες προϋποθέσεις για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημιώσεως τις οποίες όρισε το Πρωτοδικείο με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, και ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή αναγνώρισαν επίσης ότι από την απόφαση Spagl συνάγεται ότι η παραγωγή SLOM 83 και η παραγωγή SLOM 84 έχουν τις ίδιες αξιώσεις αποζημιώσεως. Επομένως, οι αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις συνεπάγονται, κατά την άποψη των αναιρεσειόντων, την παραβίαση διαφόρων γενικών αρχών του δικαίου όπως της αρχής της ισότητας, της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έναντι των παραγωγών SLOM 83. Πέραν αυτού, υποστηρίζουν ότι το Πρωτοδικείο παρέβλεψε τον πιλοτικό χαρακτήρα της υποθέσεως Spagl που έχει ως αντικείμενο τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις όλων των παραγωγών SLOM 83. Το Πρωτοδικείο παρέβλεψε επίσης τη δικαιοδοτική αποστολή του Δικαστηρίου, επιχειρώντας, δέκα και πλέον έτη μετά την έκδοση της αποφάσεως Spagl, να περιορίσει τη σημασία της βάσει των τότε πραγματικών περιστατικών.
62. Απαιτώντας από τους παραγωγούς SLOM 83 να υποδεικνύουν τα συγκεκριμένα μέτρα που έλαβαν για την επανάληψη της παραγωγής γάλακτος κατά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας, το Πρωτοδικείο επέβαλε, κατά τους αναιρεσείοντες, μία πρόσθετη προϋπόθεση η οποία δεν είναι συμβατή με τις αρχές που διατυπώνονται στην απόφαση Mulder II. Το Δικαστήριο δεν συνέδεσε την αξίωση αποζημιώσεως με παρόμοια προϋπόθεση έναντι των παραγωγών SLOM 84 για τους οποίους επρόκειτο στην απόφαση αυτή.
63. Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τέλος ότι, με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, το Πρωτοδικείο έρχεται επίσης σε αντίφαση προς την απόφαση την οποία εξέδωσε το ίδιο στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις Quiller και Heusmann (45) , απόφαση η οποία μας ενδιαφέρει άμεσα καθόσον ο Quiller δεν ήταν μόνον παραγωγός SLOM III, αλλά επίσης παραγωγός SLOM 83. Το Πρωτοδικείο απέρριψε με την απόφαση αυτή τον ισχυρισμό των κοινοτικών οργάνων ότι ο ενάγων θα μπορούσε να λάβει ποσότητα αναφοράς αν είχε επαναλάβει την παραγωγή γάλακτος το 1983, αντίθετα προς τη θέση την οποία υιοθέτησε στο πλαίσιο των υπό εξέταση υποθέσεων.
64. Το Συμβούλιο αντικρούει λεπτομερώς τα διάφορα επιχειρήματα των αναιρεσειόντων. Επισημαίνει ειδικότερα ότι η απόφαση Spagl αφορά το κύρος του κανονισμού 857/84, ενώ στις υπό εξέταση υποθέσεις πρόκειται για την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας, η οποία υπόκειται γενικώς σε ένα σύνολο προϋποθέσεων, όπως εξέθεσε ορθά το Πρωτοδικείο. Η ευθύνη της Κοινότητας δεν μπορεί να συναχθεί άμεσα από μόνη την απόφαση Spagl. Εν πάση περιπτώσει, ουδεμία αντίφαση υφίσταται μεταξύ της αποφάσεως Spagl και των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, οι οποίες δεν έρχονται επίσης σε αντίφαση προς την απόφαση Mulder II. Συγκεκριμένα, κατά την άποψη του Συμβουλίου, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε στις παρούσες περιπτώσεις, χωρίς να προσθέσει άλλο κριτήριο, το κριτήριο του Δικαστηρίου κατά το οποίο ο ενδιαφερόμενος παραγωγός όφειλε να έχει εκδηλώσει την πρόθεσή του να επαναλάβει την παραγωγή γάλακτος. Αντίθετα προς τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, οι παραγωγοί SLOM 83 δεν υπέστησαν δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με τους παραγωγούς SLOM 84 τους οποίους αφορά η απόφαση Mulder II. Δεν πρόκειται για διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των παραγωγών SLOM 83 και των παραγωγών SLOM 84, αλλά για διαφορετική μεταχείριση μεταξύ των παραγωγών που είχαν την πρόθεση να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας και των παραγωγών που δεν είχαν την πρόθεση αυτή.
65. Αντίθετα προς το Συμβούλιο, η Επιτροπή δεν εξετάζει χωριστά τους τρεις πρώτους λόγους αναιρέσεως. Η θέση της Επιτροπής συμπίπτει με τη θέση του Συμβουλίου καθόσον αμφότερα τα κοινοτικά όργανα αντικρούουν ως αβάσιμους ή αλυσιτελείς τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε ορθά τις αποφάσεις του Δικαστηρίου στις οποίες στηρίχθηκε για να εκδώσει τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, καθόρισε δε ορθά τις προϋποθέσεις του δικαιώματος αποζημιώσεως. Όσον αφορά τις αποφάσεις τις οποίες επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, αμφότερα τα κοινοτικά όργανα επισημαίνουν επανειλημμένα ότι πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των αποφάσεων που αφορούν το κύρος διατάξεων που διέπουν το σύστημα των εισφορών και των αποφάσεων που έχουν ως αντικείμενο τα δικαιώματα αποζημιώσεως των ενδιαφερομένων παραγωγών.
66. Η Επιτροπή υποστηρίζει επί πλέον ότι η απόφαση Spagl, η οποία αφορά το κύρος του κανονισμού 857/84 –ήτοι, ειδικότερα, τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς–, δεν έχει καθοριστική επιρροή επί του ζητήματος της αποζημιώσεως για το οποίο πρόκειται στην παρούσα περίπτωση. Η απόφαση επί της υποθέσεως Quiller δεν ενδιαφέρει επίσης τις παρούσες υποθέσεις. Κατά τα λοιπά, η Επιτροπή αντικρούει την αιτίαση η οποία αντλείται εκ του ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε, με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, την ευθύνη έναντι των παραγωγών SLOM 83 βάσει αυστηρότερου κριτηρίου από εκείνο που εφαρμόστηκε με την απόφαση Mulder II έναντι των παραγωγών SLOM 84. Όπως και το Συμβούλιο, η Επιτροπή εκτιμά ότι η κατάσταση των παραγωγών SLOM 83 διακρίνεται από εκείνη των παραγωγών SLOM 84, καθόσον οι τελευταίοι θα μπορούσαν πράγματι να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας, κατά μείζονα λόγο διότι το σύστημα εισφορών δεν είχε ακόμη αρχίσει να ισχύει.
β) Νομική εκτίμηση
67. Πρέπει καταρχάς να υπομνησθεί –και το Πρωτοδικείο το επεσήμανε ορθά στη σκέψη 39 της αποφάσεως Bouma και στη σκέψη 38 της αποφάσεως Beusmans– ότι, κατά πάγια νομολογία, η θεμελίωση εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας εξαρτάται από τη συνδρομή ενός συνόλου προϋποθέσεων που αφορούν τον παράνομο χαρακτήρα της συμπεριφοράς που προσάπτεται στα κοινοτικά όργανα, το υποστατό της ζημίας, καθώς και την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς και της προβαλλομένης ζημίας (46) .
68. Το ίδιο φυσικά ισχύει αναφορικά με την ευθύνη της Κοινότητας για τη ζημία που υπέστησαν ενδεχομένως οι παραγωγοί SLOM βάσει του κανονισμού 857/84, όπως αυτός τροποποιήθηκε κατά καιρούς.
69. Εξ αυτού προκύπτει ήδη ότι, αντίθετα προς το αξίωμα επί του οποίου προφανώς στηρίζονται οι αναιρεσείοντες, δεν απορρέουν άνευ ετέρου αξιώσεις αποζημιώσεως των παραγωγών SLOM 83 ή άλλων παραγωγών SLOM από την απόφαση Spagl, με την οποία το Δικαστήριο περιορίστηκε να αποφανθεί προδικαστικώς επί του κύρους του άρθρου 3α του κανονισμού 857/84, όπως είχε τροποποιηθεί με τον κανονισμό 764/89. Ομοίως, από τη διαπίστωση του ανισχύρου με τις αποφάσεις Mulder I, von Deetzen ή Pastätter δεν απορρέει άμεσα η ευθύνη της Κοινότητας.
70. Οι αποφάσεις με τις οποίες διαπιστώνεται ο παράνομος χαρακτήρας μιας πράξεως της Κοινότητας καλύπτουν ωστόσο μία από τις νομικές προϋποθέσεις της ευθύνης και μπορούν επομένως να αποτελέσουν τη βάση για την προβολή αξιώσεως αποζημιώσεως έναντι της Κοινότητας.
71. Έτσι λοιπόν, με την απόφαση Mulder II, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα, βάσει των αποφάσεων Mulder I και von Deetzen με τις οποίες είχε αποφανθεί ότι ο κανονισμός 857/84, όπως είχε συμπληρωθεί με τον κανονισμό 1371/84, είχε εκδοθεί κατά παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ότι η Κοινότητα όφειλε να αποκαταστήσει τη ζημία την οποία είχαν υποστεί οι παραγωγοί λόγω της εφαρμογής των ανωτέρω κανονισμών. Το Δικαστήριο επισήμανε συναφώς, μεταξύ άλλων, ότι η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης αποτελεί υπέρτερη γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου, η οποία αποσκοπεί στην προστασία των ιδιωτών, και ότι –όπως απαιτείται κατά πάγια νομολογία για να στοιχειοθετείται η ευθύνη της Κοινότητας εκ κανονιστικών πράξεων οι οποίες συνεπάγονται επιλογές οικονομικής πολιτικής– συντρέχει κατάφωρη παράβαση αυτού του κανόνα δικαίου (47) .
72. Επομένως, όπως διαπίστωσε ορθά το Πρωτοδικείο στη σκέψη 40 της αποφάσεως Bouma και στη σκέψη 39 της αποφάσεως Beusmans, η ευθύνη της Κοινότητας έναντι των παραγωγών SLOM, οι οποίοι υπέστησαν ζημία εκ του ότι εμποδίστηκαν να παραδώσουν γάλα κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 857/84, στοιχειοθετείται λόγω της παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
73. Αυτό είναι το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να εξετασθούν οι επικρινόμενες εκτιμήσεις του Πρωτοδικείου αναφορικά με την απόφαση Spagl. Οι εκτιμήσεις αυτές αφορούν το περιεχόμενο της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έναντι των παραγωγών SLOM 83 και, συνεπώς, το κατά πόσον συντρέχει παράνομος χαρακτήρας ώστε να στοιχειοθετείται ευθύνη της Κοινότητας.
i) Η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και η επιρροή της στην επανάληψη της παραγωγής γάλακτος
74. Πρέπει να διαπιστωθεί καταρχάς ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε ήδη επανειλημμένα επί του περιεχομένου της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης με τις αποφάσεις του σχετικά με τους παραγωγούς SLOM. Το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε επίσης στη νομολογία αυτή στις σκέψεις 41 και 42 της αποφάσεως Bouma καθώς και στις σκέψεις 40 και 41 της αποφάσεως Beusmans.
75. Σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, η επίκληση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης είναι γενικώς δυνατή έναντι κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως μόνον εφόσον η ίδια η Κοινότητα δημιούργησε προηγουμένως μια κατάσταση ικανή να θεμελιώσει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη (48) .
76. Εφαρμοζόμενη στην κατάσταση ενός παραγωγού SLOM, η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης επιβάλλει να μπορεί ευλόγως να έχει εμπιστοσύνη ο παραγωγός αυτός επί του ότι δεν θα υπόκειται, κατά τη λήξη της υποχρεώσεώς του, σε περιορισμούς οι οποίοι τον θίγουν κατά τρόπο συγκεκριμένο λόγω ακριβώς του ότι έκανε χρήση των παρεχομένων από την κοινοτική ρύθμιση δυνατοτήτων. Με άλλους λόγους, μπορεί να έχει εμπιστοσύνη στον κατά χρόνο περιορισμό της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας (49) .
77. Απεναντίας, δεν αντίκειται στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης το να υπόκειται ένας παραγωγός σε περιορισμούς βάσει συστήματος όπως αυτό της συμπληρωματικής εισφοράς, διότι δεν διέθεσε στο εμπόριο γάλα επί ορισμένο χρονικό διάστημα πριν από την έναρξη της ισχύος του συστήματος αυτού για λόγους ουδεμία σχέση έχοντες με την υποχρέωσή του μη εμπορίας ή αναδιαρθρώσεως (50) .
78. Επομένως, η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης συνεπάγεται σαφώς την αναζήτηση των λόγων για τους οποίους ο ενδιαφερόμενος παραγωγός SLOM δεν διέθεσε στο εμπόριο γάλα –ή διέθεσε μόνον περιορισμένη ποσότητα– και, κατά συνέπεια, δεν του χορηγήθηκε ποσότητα αναφοράς. Ο παραγωγός μπορεί ως εκ τούτου να επικαλεσθεί την προσβολή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του αναφορικά με τον κατά χρόνο περιορισμό της υποχρεώσεώς του μη εμπορίας μόνον αν η απουσία παραγωγής γάλακτος εξηγείται ακριβώς από λόγο συνδεόμενο με την υποχρέωση αυτή.
79. Αν, κατά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας, ο παραγωγός δεν επανέλαβε την παραγωγή γάλακτος για άλλους λόγους, δεν μπορεί να επικαλεσθεί την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
80. Αυτό ισχύει ιδίως όταν ένας παραγωγός SLOM δεν επανέλαβε οικειοθελώς την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας. Με την απόφαση Kühn, το Δικαστήριο έκρινε ότι «η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης δεν απαγορεύει την επιβολή, στο πλαίσιο συστήματος όπως το σύστημα της πρόσθετης εισφοράς, περιορισμών στους παραγωγούς που να αποτελούν συνάρτηση του γεγονότος ότι οι παραγωγοί αυτοί δεν εμπορεύθηκαν γάλα, ή εμπορεύθηκαν μικρή ποσότητα, κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου πριν από την έναρξη της ισχύος του εν λόγω συστήματος, κατόπιν αποφάσεως που έλαβαν ελεύθερα και χωρίς να ενθαρρυνθούν προς τούτο με πράξη της Κοινότητας (51) .
81. Ένας λόγος για τη μη επανάληψη της παραγωγής γάλακτος, άσχετος προς την υποχρέωση μη εμπορίας ή αναδιαρθρώσεως, θα ήταν παραδείγματος χάρη η επαγγελματική ανικανότητα του ενδιαφερομένου (52) .
82. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι παραγωγοί SLOM ευρίσκονται στην ίδια κατάσταση με κάθε άλλον επιχειρηματία που δεν παρέδωσε γάλα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς και ο οποίος κατά πάγια νομολογία στον τομέα της κοινής οργανώσεως αγοράς, αντικείμενο της οποίας είναι η διαρκής προσαρμογή στις μεταβολές της οικονομικής καταστάσεως, δεν μπορεί ευλόγως να αναμένει ότι δεν θα υπόκειται στους περιορισμούς που προκύπτουν από διατάξεις αναφορικά με την πολιτική των αγορών ή των διαρθρωτικών δομών (53) .
83. Αυτοί οι παραγωγοί SLOM πρέπει επομένως να δεχθούν ότι δεν θα τους χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς αν επαναλάβουν μεταγενέστερα την παραγωγή γάλακτος.
84. Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε το Πρωτοδικείο βάσει της αποφάσεως Spagl πρέπει να εκτιμηθούν υπό το φως της νομολογίας αυτής.
ii) Οι διαπιστώσεις στις οποίες κατέληξε το Πρωτοδικείο αναφορικά με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης βάσει της αποφάσεως Spagl
85. Το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε καταρχάς ορθά, στη σκέψη 43 της αποφάσεως Bouma και στη σκέψη 42 της αποφάσεως Beusmans, ότι από την απόφαση Spagl προκύπτει ότι η Κοινότητα δεν μπορεί, χωρίς να παραβιάσει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, να αποκλείσει αυτόματα από τη χορήγηση των ποσοστώσεων όλους τους παραγωγούς SLOM 83, και ιδίως εκείνους οι οποίοι, όπως ο Spagl, δεν είχαν κατορθώσει να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος για λόγους συνδεόμενους με την εκ μέρους τους αναληφθείσα υποχρέωση μη εμπορίας.
86. Αυτό προκύπτει, συγκεκριμένα, από την απάντηση που έδωσε το Δικαστήριο στην απόφαση Spagl επί του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος (54) , ειδικότερα σε συνδυασμό με τη σκέψη 13 της αποφάσεως αυτής, την οποία το Πρωτοδικείο επανέλαβε κατά λέξη.
87. Επί πλέον, όπως εξέθεσε στη συνέχεια το Πρωτοδικείο στη σκέψη 44 της αποφάσεως Bouma και στη σκέψη 43 της αποφάσεως Beusmans, η απόφαση Spagl πρέπει να γίνει κατανοητή υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών της ενώπιον του εθνικού δικαστή διαφοράς, υπό την έννοια ότι το σύστημα για το οποίο επρόκειτο στην υπόθεση αυτή παραβίαζε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μόνον αναφορικά με τους παραγωγούς SLOM 83 που δεν είχαν παραδώσει γάλα καθ’ όλη τη διάρκεια, ή μέρος μόνον, του έτους αναφοράς, για να συμμορφωθούν προς υποχρέωση την οποία είχαν αναλάβει βάσει του κανονισμού 1078/77, και όχι για άλλον λόγο. Εκθέτοντας τη συγκεκριμένη κατάσταση του Spagl, το Πρωτοδικείο επισήμανε ότι επρόκειτο για παραγωγό SLOM 83 που δεν είχε παραδώσει γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς για λόγους συνδεόμενους με την υποχρέωση την οποία είχε αναλάβει.
88. Όσα εκθέτει το Πρωτοδικείο αναφορικά με την απόφαση Spagl θα μπορούσαν επομένως να εκληφθούν ως απόρριψη των επιχειρημάτων αναιρεσειόντων, που συνοψίζονται στη σκέψη 34 της αποφάσεως Bouma και στη σκέψη 33 της αποφάσεως Beusmans, κατά τα οποία είναι άνευ σημασίας για ποιον λόγο ο ενάγων στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Spagl δεν επανέλαβε την παραγωγή γάλακτος.
89. Επομένως, ουδεμία νομική πλάνη διαπιστώνεται στη σκέψη 44 της αποφάσεως Bouma και στη σκέψη 43 της αποφάσεως Beusmans.
90. Τέλος, στη σκέψη 45 της αποφάσεως Bouma και στη σκέψη 44 της αποφάσεως Beusmans, το Πρωτοδικείο καταλήγει στη βασική διαπίστωση επί του κατά πόσον εφαρμόζεται η αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στην κατάσταση των παραγωγών SLOM 83, διαπίστωση κατά της οποίας στρέφεται ο πρώτος λόγος αναιρέσεως. Κατά την άποψη του Πρωτοδικείου, οι παραγωγοί SLOM 83 μπορούν να στηρίξουν την αγωγή αποζημιώσεως στην παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης μόνον αν αποδείξουν ότι οι λόγοι για τους οποίους δεν επανέλαβαν την παραγωγή γάλακτος κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς συνδέονται με το γεγονός ότι διέκοψαν την παραγωγή αυτή για ορισμένο χρονικό διάστημα και ότι τους ήταν αδύνατο, για οργανωτικούς λόγους, να την επαναλάβουν αμέσως.
91. Όπως προκύπτει ήδη από όσα εξέθεσα ανωτέρω, η διαπίστωση αυτή συνάδει προς το περιεχόμενο που αναγνώρισε το Δικαστήριο στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης κατά πάγια νομολογία καθώς και με την απόφαση Spagl, όπου διευκρίνισε ότι οι παραγωγοί SLOM δεν μπορούν να επικαλεστούν την αρχή αυτή όταν δεν παρέδωσαν γάλα κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς λόγω οικειοθελούς, έστω και προσωρινής, διακοπής της παραγωγής γάλακτος.
92. Συναφώς, βάσει της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ορθώς απαιτείται, οι παραγωγοί SLOM 83 που δεν επανέλαβαν την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας, να αποδείξουν ότι δεν μπόρεσαν να επαναλάβουν την παραγωγή για λόγους συνδεόμενους με την υποχρέωσή τους ή, με άλλους λόγους ότι, αν δεν επανέλαβαν πράγματι την παραγωγή γάλακτος, είχαν τουλάχιστον τη σχετική πρόθεση.
93. Αντίθετα προς την άποψη των αναιρεσειόντων, αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση προς την απόφαση Mulder II ούτε προς το κριτήριο που το Δικαστήριο εφάρμοσε στους παραγωγούς SLOM 84 με την απόφαση αυτή, όπως επισήμαναν ορθά το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Συγκεκριμένα, πρέπει να γίνει καταρχάς αντιληπτό ότι, αντίθετα προς τους παραγωγούς SLOM 83, η υποχρέωση μη εμπορίας των παραγωγών SLOM 84 εκτεινόταν σε όλη την περίοδο αναφοράς και ότι, ως εκ τούτου, οι παραγωγοί SLOM 84 δεν μπορούσαν να παράγουν γάλα κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής για λόγο συνδεόμενο άμεσα με την υποχρέωση αυτή. Από την άλλη πλευρά, στην απόφαση Mulder II το Δικαστήριο εξέτασε επίσης αν οι παραγωγοί είχαν την πρόθεση να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος ή αν εγκατέλειψαν οικειοθελώς την παραγωγή αυτή (55) .
94. Το ζήτημα της ερμηνείας της αποφάσεως Mulder II θα εξετασθεί κατωτέρω, στα πλαίσια του τρίτου λόγου αναιρέσεως.
95. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, πρέπει να διαπιστωθεί ότι το Πρωτοδικείο, με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, ερμήνευσε ορθά την απόφαση Spagl και ότι, βάσει αυτού, προέβη σε ορθή εφαρμογή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
2. Επί του τρίτου λόγου αναιρέσεως
α) Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
96. Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι, στη σκέψη 46 της αποφάσεως Bouma και στη σκέψη 45 της αποφάσεως Beusmans, το Πρωτοδικείο συνήγαγε εσφαλμένα από την απόφαση Mulder II ότι οι παραγωγοί των οποίων η υποχρέωση έληξε πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 857/84 έπρεπε να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος ή, τουλάχιστον, να λάβουν μέτρα προς τούτο.
97. Οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι στη σκέψη 23 της αποφάσεως αυτής, στην οποία αναφέρεται το Πρωτοδικείο, το Δικαστήριο περιορίστηκε στη διαπίστωση ότι οι παραγωγοί SLOM για τους οποίους επρόκειτο απέδειξαν σαφώς την πρόθεσή τους να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος. Κατά την άποψή τους, από τη σκέψη αυτή της αποφάσεως δεν προκύπτει εξαντλητική απαρίθμηση των δυνατοτήτων εκδηλώσεως της προθέσεως αυτής. Εξάλλου, στην απόφαση Mulder II, το Δικαστήριο ουδόλως εξετάζει κατά την άποψή τους την ιδιαίτερη κατάσταση των παραγωγών SLOM 83.
98. Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν επί πλέον ότι τα χωρία της αποφάσεως στα οποία αναφέρεται το Πρωτοδικείο, και τα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτά, στηρίζουν μόνον την αντίθετη άποψη από αυτή του Πρωτοδικείου. Δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να συναχθεί, κατά την άποψή τους, ότι εφόσον ο ενδιαφερόμενος παραγωγός δεν επανέλαβε την παραγωγή γάλακτος πριν από την 1η Απριλίου 1984, θεωρείται, μέχρις αποδείξεως του εναντίου, ότι εγκατέλειψε οριστικά την παραγωγή γάλακτος.
99. Το Συμβούλιο υποστηρίζει απεναντίας ότι το Πρωτοδικείο, με τις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, δεν διατύπωσε συναφώς κάποιο νομικό τεκμήριο, αλλά περιορίστηκε στην εφαρμογή του γενικού κανόνα του αστικού δικαίου κατά τον οποίο επιβάλλεται στον ενάγοντα να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αποκατάσταση της ζημίας του. Όπως διαπίστωσε ορθά το Πρωτοδικείο στη σκέψη 46 της αποφάσεως Bouma και στη σκέψη 45 της αποφάσεως Beusmans, από την απόφαση Mulder II προκύπτει ότι η γέννηση της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας εξαρτάται από την πλήρωση της προϋποθέσεως ότι οι παραγωγοί εξεδήλωσαν σαφώς την πρόθεσή τους να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος.
100. Το Συμβούλιο προβάλλει επί πλέον ότι η κατάσταση των αναιρεσειόντων δεν μπορεί να παραβληθεί προς την κατάσταση των εναγόντων στην υπόθεση Mulder II, καθόσον οι αναιρεσείοντες, κατ’ ουσίαν, δεν εμποδίστηκαν από νομική άποψη να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας. Κατά την άποψη του Συμβουλίου, το Πρωτοδικείο αναφέρθηκε γενικώς ορθά στην απόφαση Mulder II και στα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτή.
101. Η Επιτροπή συμμερίζεται κατ’ ουσίαν την άποψη του Πρωτοδικείου ότι, σύμφωνα με την απόφαση Mulder II –η οποία είναι επί του παρόντος η μόνη απόφαση του Δικαστηρίου που αφορά την εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας έναντι των παραγωγών SLOM–, οι παραγωγοί όφειλαν να εκδηλώσουν σαφώς την πρόθεσή τους να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας. Ο παραγωγός, του οποίου η αναληφθείσα το 1983 υποχρέωση μη εμπορίας έληξε, δεν έχει κατ’ αρχήν καμία αξίωση αποζημιώσεως αν δεν επανέλαβε την παραγωγή γάλακτος ή αν δεν έλαβε κανένα μέτρο προς τούτο.
β) Νομική εκτίμηση
102. Όπως εξέθεσα στα πλαίσια του πρώτου λόγου αναιρέσεως, εφόσον μία από τις προϋποθέσεις για τη γέννηση εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας, ήτοι ο παράνομος χαρακτήρας, συνίσταται στην παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πρέπει να αναζητηθεί ο λόγος για τον οποίο η παραγωγή γάλακτος διεκόπη κατά τη διάρκεια της περιόδου αναφοράς και, ως εκ τούτου, δεν χορηγήθηκε καμία ποσότητα αναφοράς. Ανάλογο ζήτημα τίθεται όμως και αναφορικά με την αιτιώδη συνάφεια, η οποία αποτελεί μία περαιτέρω απαιτούμενη προϋπόθεση.
103. Απαιτείται συγκεκριμένα μία –αρκούντως άμεση– αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μη χορηγήσεως ποσότητας αναφοράς βάσει του κανονισμού 857/84 και της προβαλλόμενης ζημίας η οποία συνίσταται στο διαφυγόν κέρδος λόγω της μη παραδόσεως γάλακτος (56) .
104. Όταν ένας παραγωγός SLOM δεν παράγει γάλα μετά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας διότι οικειοθελώς εγκατέλειψε την παραγωγή γάλακτος, η προβαλλόμενη ζημία εξηγείται από την παύση της παραγωγής γάλακτος και όχι εκ του ότι ο κοινοτικός νομοθέτης έλαβε υπόψη την κατάσταση των παραγωγών SLOM στον κανονισμό 857/84 και δεν προέβλεψε τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στον εν λόγω παραγωγό.
105. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο διαπίστωσε ευλόγως στη σκέψη 23 της αποφάσεως Mulder II, στην οποία αναφέρεται ορθώς το Πρωτοδικείο, ότι οι ενάγοντες για τους οποίους επρόκειτο στην υπόθεση αυτή «εξέφρασαν έτσι δεόντως την πρόθεσή τους να αρχίσουν εκ νέου τη δραστηριότητα του γαλακτοπαραγωγού, οπότε η απώλεια εισοδήματος που προέρχεται από παραδόσεις γάλακτος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνέπεια από την εγκατάλειψη της γαλακτοπαραγωγής την οποία αποφάσισαν αυτοβούλως οι ενάγοντες».
106. Στην περίπτωση επί της οποίας εκδόθηκε η απόφαση Mulder II, το Δικαστήριο δέχθηκε επομένως την ύπαρξη αιτιώδους συναφείας μεταξύ της επίμαχης παράνομης πράξεως και των διαφυγόντων εσόδων από τις παραδόσεις γάλακτος, διότι οι παραγωγοί SLOM 84 είχαν εκδηλώσει δεόντως την πρόθεσή τους να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος.
107. Υπό τις συνθήκες αυτές, αντίθετα προς τα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες, το Πρωτοδικείο έκρινε ορθά, βάσει της αποφάσεως Mulder II καθώς και των συμπερασμάτων που συνάγονται από αυτή, ότι οι παραγωγοί των οποίων η υποχρέωση μη εμπορίας έληξε πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 857/84 όφειλαν να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος ή, τουλάχιστον, να έχουν λάβει μέτρα προς τούτο, όπως η πραγματοποίηση επενδύσεων ή επισκευών ή η διατήρηση του αναγκαίου εξοπλισμού για την παραγωγή.
108. Αν, μετά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας, ο παραγωγός δεν προετοιμάζεται τουλάχιστον –η απαρίθμηση των σχετικών μέτρων στην οποία προβαίνει το Πρωτοδικείο γίνεται μόνον υπό μορφή παραδειγμάτων, όπως προκύπτει από τη διατύπωση των σχετικών χωρίων της αποφάσεως– να επαναλάβει την παραγωγή γάλακτος, αν και η επανάληψη θα ήταν δυνατή τουλάχιστον προσωρινά, είναι δυνατό να συναχθεί εξ αυτού ότι ο παραγωγός αυτός δεν παρήγαγε γάλα αυτοβούλως και όχι διότι εμποδίστηκε προς τούτο από κοινοτική ρύθμιση.
109. Συναφώς, το Πρωτοδικείο εφάρμοσε απλώς την κατάσταση των παραγωγών SLOM 83 οι οποίοι, αντίθετα προς τους παραγωγούς SLOM 84, είχαν τη δυνατότητα να παράγουν γάλα μετά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας –χωρίς να εμποδίζονται προς τούτο από το σύστημα της εισφοράς– την προϋπόθεση που το Δικαστήριο επέβαλε με την απόφαση Mulder II αναφορικά με τους παραγωγούς SLOM 84, ήτοι να έχει εκδηλώσει ο παραγωγός την πρόθεσή του να επαναλάβει τη δραστηριότητά του μετά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας.
110. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο ερμήνευσε ορθά την απόφαση Mulder II στις σκέψεις 46 της αποφάσεως Bouma και 45 της αποφάσεως Beusmans, δεν συνήγαγε δε εσφαλμένα νομικά συμπεράσματα ως προς τις προϋποθέσεις για τη γέννηση της ευθύνης της Κοινότητας έναντι των παραγωγών SLOM 83. O τρίτος λόγος αναιρέσεως είναι ως εκ τούτου αβάσιμος.
3. Επί του δευτέρου και του τετάρτου λόγου αναιρέσεως
α) Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
111. Με τον δεύτερο και τον τέταρτο λόγο ακυρώσεως, οι αναιρεσείοντες επικρίνουν τα εκτιθέμενα από το Πρωτοδικείο στη σκέψη 48 της αποφάσεως Bouma και στη σκέψη 47 της αποφάσεως Beusmans.
112. Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Πρωτοδικείο ότι έλαβε υπόψη εις βάρος τους το γεγονός ότι δεν επανέλαβαν πλήρως την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη του έτους αναφοράς, ήτοι μεταξύ της 31ης Δεκεμβρίου 1983 και της 1ης Απριλίου 1984. Κατά την άποψή τους, από τις αποφάσεις Mulder I, Spagl και Mulder II προκύπτει ότι οι παραγωγοί SLOM 83 πρέπει να δικαιούνται αποζημιώσεως υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τους παραγωγούς SLOM 84.
113. Οι αναιρεσείοντες διατείνονται συναφώς ότι οι παραγωγοί που επανέλαβαν τότε την παραγωγή γάλακτος δεν θα μπορούσαν εν πάση περιπτώσει να συγκεντρώσουν μια κανονική ποσότητα αναφοράς και ότι θα ήταν ενδεχομένως δυνατό να τους χορηγηθεί, στην καλύτερη περίπτωση, μια (περιορισμένη) ποσότητα αναφοράς βάσει των μη υποχρεωτικών διατάξεων του κανονισμού 857/84. Κατά την άποψή τους, το Δικαστήριο έκρινε ήδη, με την απόφαση Mulder I, ότι αυτή η θεωρητική δυνατότητα ουδόλως μεταβάλλει τον παράνομο χαρακτήρα του κοινοτικού συστήματος (57) . Τα επιχειρήματα που προβάλλουν συναφώς τα κοινοτικά όργανα είναι επίσης απορριπτέα, κατά τους αναιρεσείοντες, κατόπιν των αποφάσεων Spagl (58) , Mulder II (59) , Quiller και Heusmann (60) . Υποστηρίζουν συνεπώς ότι η μη επανάληψη της παραγωγής γάλακτος, την οποία τους προσάπτει το Πρωτοδικείο, δεν ευσταθεί.
114. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως δεν είναι λυσιτελής διότι, στις αναιρεσιβαλλόμενες αποφάσεις, δεν τίθεται το ζήτημα αν, επαναλαμβάνοντας την παραγωγή γάλακτος, οι αναιρεσείοντες θα μπορούσαν να λάβουν ποσότητα αναφοράς βάσει των μη υποχρεωτικών διατάξεων του κανονισμού 857/84, αλλά αν είχαν πράγματι την πρόθεση να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος.
115. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι το Πρωτοδικείο τους επέβαλε εσφαλμένα, στη σκέψη 48 της αποφάσεως Bouma και στη σκέψη 47 της αποφάσεως Beusmans, το βάρος της αποδείξεως ότι είχαν την πρόθεση να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της υποχρεώσεως μη εμπορίας και ότι εμποδίστηκαν προς τούτο λόγω της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 857/84.
116. Οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι τέτοια αντιστροφή του βάρους αποδείξεως δεν μπορεί να συνδέεται με το απλό γεγονός ότι δεν είχαν ακόμη επαναλάβει την παραγωγή γάλακτος την 1η Απριλίου 1984. Το γεγονός αυτό, όπως τόνισαν επανειλημμένα, ουδόλως μεταβάλλει τα δικαιώματα των παραγωγών SLOM 83 να τους χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς ή να τύχουν αποζημιώσεως για την περίοδο που εκτείνεται μέχρι τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς. Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι αυτό το βάρος αποδείξεως τους φέρει αναδρομικά αντιμέτωπους με τᄆ αποτελέσματα της ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 857/84 και δημιουργεί επίσης προβλήματα λαμβανομένου υπόψη ότι παρήλθε μακρό χρονικό διάστημα από την επέλευση των σχετικών πραγματικών περιστατικών. Πριν από την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 857/84, οι ενδιαφερόμενοι παραγωγοί SLOM δεν μπορούσαν να προβλέψουν ότι θα έχαναν οριστικά το δικαίωμα να τους χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς ή αποζημίωση αν δεν είχαν μέχρι τότε επαναλάβει την παραγωγή γάλακτος.
117. Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν επί πλέον ότι το βάρος αποδείξεως το οποίο αμφισβητούν έρχεται σε αντίφαση με τη διατύπωση που χρησιμοποίησε το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 46 της αποφάσεως Bouma και 45 της αποφάσεως Beusmans, κατά την οποία οι παραγωγοί όφειλαν να αποδείξουν ότι έλαβαν μέτρα για την επανάληψη της παραγωγής γάλακτος, «όπως η πραγματοποίηση επενδύσεων ή επισκευών, ή η συντήρηση των αναγκαίων για την εν λόγω παραγωγή εξοπλισμών».
118. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αποκρούουν τα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες ότι διακρίνουν αντιστροφή του βάρους αποδείξεως στις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη το Πρωτοδικείο. Κατά την άποψή τους, πρόκειται για την εφαρμογή των γενικών κανόνων περί αποδείξεως, εκτιμούν δε ότι ορθά το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες όφειλαν να αποδείξουν την πρόθεσή τους αυτή, κατά μείζονα λόγο διότι δεν είχαν επαναλάβει πράγματι την παραγωγή γάλακτος. Υποστηρίζουν ότι η απαίτηση αυτή συνάγεται από την απόφαση Mulder II.
119. Η Επιτροπή προβάλλει επί πλέον ότι, στις σκέψεις 48 της αποφάσεως Bouma και 47 της αποφάσεως Beusmans, το Πρωτοδικείο όρισε το βάρος αποδείξεως κατά τρόπο που, κατ’ ουσίαν, έχει λογική συνοχή με τις διαπιστώσεις στις οποίες προέβη στις σκέψεις 46 της αποφάσεως Bouma και 45 της αποφάσεως Beusmans, έστω και αν προχώρησε ένα βήμα περισσότερο.
β) Νομική εκτίμηση
120. Όπως προκύπτει ήδη από όσα ανέπτυξα αναφορικά με τον πρώτο και τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, το Πρωτοδικείο έκρινε ορθά, λαμβάνοντας υπόψη, αφενός, το περιεχόμενο της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, η παραβίαση της οποίας γεννά ευθύνη της Κοινότητας για τις ζημίες που προκάλεσε ενδεχομένως ο κανονισμός 857/84 στους παραγωγούς SLOM, και, αφετέρου, εκτιμήσεις αναφορικά με την αιτιώδη συνάφεια, ότι τίθεται θέμα αποζημιώσεως μόνον για τους παραγωγούς SLOM 83 που είχαν πράγματι την πρόθεση να επαναλάβουν την παραγωγή μετά τη λήξη της δεσμεύσεώς τους περί μη εμπορίας. Το Πρωτοδικείο αποφάνθηκε υπό την έννοια αυτή στις σκέψεις 48 της αποφάσεως Bouma και 47 της αποφάσεως Beusmans.
121. Αν ένας παραγωγός SLOM 83 είχε πράγματι επαναλάβει την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας –πράγμα που ο κανονισμός 857/84 μπορούσε να εμποδίσει μόνον από την 1η Απριλίου 1984–, αυτό θα αποδείκνυε σαφώς ότι το γεγονός ότι δεν είχε καμία παραγωγή αναφοράς ή είχε ανεπαρκή παραγωγή δεν οφειλόταν εν πάση περιπτώσει στο ότι είχε αυτοβούλως εγκαταλείψει την παραγωγή γάλακτος.
122. Αν απεναντίας –και αυτό δέχθηκε το Πρωτοδικείο στις υποθέσεις Bouma και Beusmans– ένας παραγωγός SLOM 83 δεν επανέλαβε πράγματι την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας, πρέπει τουλάχιστον να μπορεί να αποδείξει την πρόθεσή του να επαναλάβει την παραγωγή.
123. Όπως εξέθεσε ορθά το Συμβούλιο, το εν προκειμένω τιθέμενο ζήτημα δεν είναι αν οι παραγωγοί SLOM 83 μπορούσαν ακόμη να δημιουργήσουν μια (κανονική) ποσότητα αναφοράς βάσει των διατάξεων του κανονισμού 857/84 επαναλαμβάνοντας την παραγωγή, αλλά αν εγκατέλειψαν αυτοβούλως την παραγωγή γάλακτος.
124. Τα χωρία των αποφάσεων Mulder I (61) , Spagl (62) και Mulder II (63) στα οποία αναφέρονται οι αναιρεσείοντες είναι εν προκειμένω αλυσιτελή καθόσον αφορούν ένα εντελώς διαφορετικό ζήτημα, ήτοι το κατά πόσον το σύστημα των εισφορών ή ο κανονισμός 857/84 εγγυάται πράγματι (σε όλες τις περιπτώσεις) τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς SLOM.
125. Όσον αφορά την κατανομή του βάρους αποδείξεως, δεν διακρίνω επίσης κανένα νομικό σφάλμα στο οποίο να υπέπεσε το Πρωτοδικείο επιβάλλοντας στους Bouma και Beusmans την υποχρέωση να αποδείξουν την πρόθεσή τους να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος. Εκτιμώ ότι αυτό το βάρος αποδείξεως είναι σύμφωνο με την πάγια νομολογία, κατά την οποία απόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει ότι πληρούνται οι διάφορες απαιτούμενες προϋποθέσεις για να στοιχειοθετείται εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας (64) .
126. Τέλος, είναι επίσης απορριπτέα η αιτίαση που αντλείται από αντιφάσεις οι οποίες, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, υπάρχουν στη διατύπωση αναφορικά με το βάρος αποδείξεως στις σκέψεις 46 της αποφάσεως Bouma και 45 της αποφάσεως Beusmans. Συγκεκριμένα, τα μέτρα στα οποία αναφέρονται οι σκέψεις αυτές δεν αποτελούν παρά ενδείξεις από τις οποίες συνάγεται συγκεκριμένα η απαιτούμενη πρόθεση επαναλήψεως της παραγωγής.
127. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο δεν υπέπεσε σε νομικό σφάλμα κρίνοντας ότι οι Bouma και Beusmans όφειλαν να αποδείξουν την πρόθεσή τους να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος για να έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως. Ο δεύτερος και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι επομένως αβάσιμοι.
4. Επί του πέμπτου λόγου αναιρέσεως
α) Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
128. Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι το Πρωτοδικείο εξετίμησε εσφαλμένα τα σχετικά πραγματικά περιστατικά και τα αποδεικτικά στοιχεία που είχαν προσκομίσει για να αποδείξουν την πρόθεσή τους να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος και ότι, ως εκ τούτου, παρέβη την υποχρέωση αιτιολογήσεως. Θεωρούν ότι απέδειξαν επαρκώς ότι δεν είχαν εγκαταλείψει οριστικά την παραγωγή το 1983 και ότι ήταν σε θέση να την επαναλάβουν.
129. Οι αναιρεσείοντες προβάλλουν δύο αιτιάσεις έναντι της αιτιολογίας των αναιρεσιβαλλομένων αποφάσεων, ειδικότερα έναντι των σκέψεων 14 και 49 της αποφάσεως Bouma και των σκέψεων 14 και 48 της αποφάσεως Beusmans.
130. Καταρχάς, προσάπτουν κατ’ ουσίαν στο Πρωτοδικείο ότι δεν έλαβε δεόντως υπόψη την επίσημη δήλωσή τους καθώς και άλλα στοιχεία που προσκόμισε ο εκπρόσωπός τους κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση και ότι, ως εκ τούτου, προέβη σε εσφαλμένες πραγματικές διαπιστώσεις. Προβάλλουν ότι η επίσημη δήλωση του Bouma αποδεικνύει –μαζί με τα στοιχεία που προσκόμισε ο εκπρόσωπός του–, ότι είχε εκ νέου προβεί στη σπορά χλόης το φθινόπωρο του 1983 ενόψει της επαναλήψεως της παραγωγής γάλακτος. Κατά την άποψή τους, από τη δήλωση του Beusmans προκύπτει ότι, μετά τη λήξη της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας, εστράφη στην εκτροφή αγελάδων για την παραγωγή γάλακτος και κρέατος –αγελάδων οι οποίες ήταν επίσης γαλακτοφόρες–, ότι διέθετε επαρκή αριθμό αγελάδων αυτού του είδους και ότι είχε ακόμη αρμέξει τις αγελάδες του την άνοιξη του 1983.
131. Οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν επί πλέον ότι το Πρωτοδικείο διαπίστωσε, κατά τρόπο συγκεχυμένο και μη σύμφωνο με τα πραγματικά περιστατικά, ότι δεν απέδειξαν ότι είχαν έλθει σε επαφή με τις εθνικές αρχές ώστε να τους χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς το 1984 κατά την έναρξη της ισχύος του συστήματος των ποσοστώσεων γάλακτος. Οι αναιρεσείοντες παραπέμπουν συναφώς σε δηλώσεις στις οποίες προέβησαν ενόρκως ενώπιον του Πρωτοδικείου καθώς και σε έγγραφα τα οποία κατέθεσε ο εκπρόσωπός τους ενώπιον του Πρωτοδικείου.
132. Το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και, επικουρικώς, αβάσιμος. Εκτιμά ότι η απόδειξη που οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι προσκόμισαν –ήτοι ότι δεν είχαν εγκαταλείψει οριστικά την παραγωγή γάλακτος και ότι ήταν σε θέση να την επαναλάβουν– δεν είναι εν πάση περιπτώσει πρόσφορη, βάσει των προϋποθέσεων που τέθηκαν με την απόφαση Mulder II, για να θεμελιώσει δικαίωμα αποζημιώσεως. Το Συμβούλιο προβάλλει επί πλέον ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε προσηκόντως τα επιχειρήματα και τα έγγραφα των διαδίκων, ειδικότερα τις επίσημες δηλώσεις τους, και προέβη σε ορθή διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών.
133. Η Επιτροπή συμμερίζεται την άποψη αυτή και διαπιστώνει ειδικότερα ότι οι αναιρεσείοντες προσάπτουν κατ’ ουσίαν στο Πρωτοδικείο ότι δεν θεώρησε τις επίσημες δηλώσεις τους ως επαρκή απόδειξη. Αυτό, κατά την άποψή της, εμπίπτει στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αναιρετικής διαδικασίας.
β) Νομική εκτίμηση
134. Με τα επιχειρήματα που προβάλλουν στα πλαίσια του υπό εξέταση λόγου αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες διατείνονται κατ’ ουσίαν ότι απέδειξαν σαφώς ότι είχαν την πρόθεση να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της δεσμεύσεώς τους περί μη εμπορίας, αντίθετα προς την άποψη του Πρωτοδικείου.
135. Επομένως, στρέφονται στην πραγματικότητα κατά της διαπιστώσεως και της εκτιμήσεως πραγματικών περιστατικών στις οποίες προέβη το Πρωτοδικείο στις σκέψεις 49 επ. της αποφάσεως Bouma και 48 επ. της αποφάσεως Beusmans, για να εξετάσει αν οι αναιρεσείοντες είχαν την πρόθεση να επαναλάβουν την παραγωγή γάλακτος κατά τη λήξη της δεσμεύσεώς τους περί μη εμπορίας και αν εμποδίστηκαν προς τούτο λόγω ενάρξεως της ισχύος του κανονισμού 857/84 (65) . Επί πλέον, οι αναιρεσείοντες βάλλουν κατά των πραγματικών διαπιστώσεων στις οποίες προέβη το Πρωτοδικείο στη σκέψη 14 των αποφάσεων Bouma και Beusmans.
136. Συναφώς, πρέπει να υπενθυμίσω μαζί με την Επιτροπή ότι από τα άρθρα 225 ΕΚ και 58 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αίτηση αναιρέσεως περιορίζεται σε νομικά ζητήματα και ότι, επομένως, μόνο το Πρωτοδικείο είναι αρμόδιο να διαπιστώσει τα πραγματικά περιστατικά, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία η ουσιαστική ανακρίβεια των διαπιστώσεών του απορρέει από στοιχεία της δικογραφίας που του υποβλήθηκαν, και να εκτιμήσει τα περιστατικά αυτά. Η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών δεν αποτελεί, εξαιρουμένης της αλλοιώσεως αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίστηκαν ενώπιον του Πρωτοδικείου, νομικό ζήτημα το οποίο, καθεαυτό, υπόκειται στον έλεγχο του Δικαστηρίου (66) .
137. Οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων δεν εξικνούνται, κατά τα λοιπά, μέχρι του να προσάπτεται στο Πρωτοδικείο ότι αλλοίωσε τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκομίσθηκαν ενώπιόν του –και δεν διαπιστώνω επίσης κάτι τέτοιο.
138. Ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως είναι συνεπώς απορριπτέος ως απαράδεκτος.
VII – Επί των δικαστικών εξόδων
139. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, το οποίο, κατά το άρθρο 118, εφαρμόζεται στις αιτήσεις αναιρέσεως, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Δεδομένου ότι όλοι οι λόγοι αναιρέσεως, σύμφωνα με τις προτάσεις μου, απορρίπτονται ως αβάσιμοι ή ως απαράδεκτοι, οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα.
VIII – Πρόταση
140. Για τους λόγους αυτούς, προτείνω στο Δικαστήριο:
«– Να απορρίψει τις αιτήσεις αναιρέσεως και
– να καταδικάσει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2001, T‑533/93, Bouma κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ‑203).
3 – Απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 2001, T‑73/94, Beusmans κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 2001, σ. II‑223).
4 – Συντομογραφία προερχόμενη από τους ολλανδικούς όρους «slachten en omschakelen» («σφαγή και αναδιάρθρωση»).
5 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1078/77 του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 1977, περί συστάσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων για τη μη διάθεση σε εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και την αναδιάρθρωση των αγελών βοοειδών γαλακτοπαραγωγής (EE L 131, σ. 1).
6 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13).
7 – Κανονισμός μνημονευθείς ανωτέρω στην υποσημείωση 5.
8 – EE L 90, σ. 10.
9 – Κανονισμός μνημονευθείς ανωτέρω στην υποσημείωση 6.
10 – Απόφαση της 28ης Απριλίου 1988, 120/86 (Συλλογή 1988, σ. 2321).
11 – Απόφαση της 28ης Απριλίου 1988, 170/86 (Συλλογή 1988, σ. 2355).
12 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 1371/84 της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1984, για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (EE L 132, σ. 11).
13 – EE L 84, σ. 2.
14 – Σύμφωνα με το άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 (EE L 139, σ. 12), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989 (ΕΕ L 110, σ. 27), η αίτηση χορηγήσεως ειδικής ποσότητας αναφοράς υποβάλλεται από τον ενδιαφερόμενο παραγωγό «στην αρμόδια αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος […], και με τον όρο ότι ο παραγωγός μπορεί να αποδείξει ότι διαχειρίζεται ακόμη, στο σύνολό της ή εν μέρει, την ίδια εκμετάλλευση με εκείνη που διαχειριζόταν τη στιγμή […] της αίτησης για τη χορήγηση πριμοδότησης».
15 – Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1990, C‑189/89 (Συλλογή 1990, σ. I‑4539).
16 – Απόφαση της 11ης Δεκεμβρίου 1990, C‑217/89 (Συλλογή 1990, σ. I‑4585).
17 – ΕΕ L 150, σ. 35.
18 – Απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1992, C‑264/90 (Συλλογή 1992, σ. I‑6285).
19 – EE L 187, σ. 8.
20 – Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C‑104/89 και C‑37/90 (Συλλογή 1992, σ. I‑3061).
21 – ΕΕ C 198, σ. 4.
22 – ΕΕ L 196, σ. 6.
23 – Και μάλιστα, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 3α, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84, σύμφωνα με τον κανονισμό 764/89 στις 29 Μαρτίου 1991 και σύμφωνα με τον κανονισμό 1639/91 την 1η Ιουλίου 1993.
24 – Απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 2000, C‑104/89 και C‑37/90 (Συλλογή 2000, σ. I‑203).
25 – Ομοίως, σκέψη 7.
26 – Βλ. τις σκέψεις 14 έως 17 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 2 αποφάσεως Bouma και τις σκέψεις 14 έως 16 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 3 αποφάσεως Beusmans.
27 – Βλ. τις αποφάσεις T‑533/93 (μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 2), σκέψεις 24 και 29 επ., και T‑73/94 (μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 3), σκέψεις 23 και 28 επ.)
28 – Βλ. τις σκέψεις 31 επ. της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 2 αποφάσεως Bouma και τις σκέψεις 30 επ. της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 3 αποφάσεως Beusmans.
29 – Σκέψεις 39 και 40 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 2 αποφάσεως Bouma και σκέψεις 38 και 39 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 3 αποφάσεως Beusmans.
30 – Σκέψη 41 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 2 αποφάσεως Bouma και σκέψη 40 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 3 αποφάσεως Beusmans.
31 – Σκέψη 42 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 2 αποφάσεως Bouma και σκέψη 41 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 3 αποφάσεως Beusmans.
32 – Σκέψεις 43 και 44 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 2 αποφάσεως Bouma και σκέψεις 42 και 43 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 3 αποφάσεως Beusmans.
33 – Σκέψη 43 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 2 αποφάσεως Bouma και σκέψη 44 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 3 αποφάσεως Beusmans.
34 – Σκέψη 44 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 2 αποφάσεως Bouma και σκέψη 45 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 3 αποφάσεως Beusmans.
35 – Σκέψη 48 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 2 αποφάσεως Bouma και σκέψη 47 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 3 αποφάσεως Beusmans.
36 – Πρβλ. τις σκέψεις 50 έως 55 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 2 αποφάσεως Bouma προς τις σκέψεις 49 έως 52 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 3 αποφάσεως Beusmans.
37 – Σκέψη 54 της αποφάσεως Bouma και σκέψη 53 της αποφάσεως Beusmans.
38 – Συναφώς, βλ. επίσης τη διάκριση στην οποία προβαίνει το Δικαστήριο μεταξύ των συστημάτων SLOM I, SLOM II και SLOM III στην απόφαση της 25ης Μαΐου 2000 επί της υποθέσεως C‑273/98, Schlebusch (Συλλογή 2000, σ. I‑3889, σκέψεις 5 έως 11).
39 – Βλ. συναφώς τα ανωτέρω εκτεθέντα στα σημεία 17 επ.
40 – Βλ. τα ανωτέρω εκτεθέντα στο σημείο 21 και στην υποσημείωση 29. Τόσο οι παραγωγοί SLOM I όσο και οι παραγωγοί SLOM II μπορούσαν επομένως να τύχουν κατ’ αρχήν της αποζημιώσεως αυτής, αλλά όχι οι παραγωγοί SLOM III.
41 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 10ης Απριλίου 2003, C‑217/01 P, Michel Hendrickx κατά Cedefop (Συλλογή 2003, σ. I‑3701, σκέψη 37), της 27ης Ιουνίου 2002, C‑274/00 P, Simon (Συλλογή 2002, σ. Ι‑5999, σκέψη 39), και της 1ης Ιουνίου 1994, C‑136/92 P, Brazzelli Lualdi (Συλλογή 1994, σ. Ι‑1981, σκέψη 29).
42 – Οι λόγοι και τα επιχειρήματα των διαδίκων συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό σε αμφότερες τις παρούσες υποθέσεις –πλην ορισμένων εξαιρέσεων στα πλαίσια του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, οι οποίες εξηγούνται από τις διαφορές στα πραγματικά περιστατικά των υποθέσεων.
43 – Προς στήριξη του ισχυρισμού τους, οι αναιρεσείοντες επικαλούνται επίσης την απόφαση του Δικαστηρίου της 22ας Οκτωβρίου 1992 στην υπόθεση C‑85/90, Dowling (Συλλογή 1992, σ. I‑5305, σκέψη 25).
44 – Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Jacobs της 2ας Οκτωβρίου 1990, στη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 15 υπόθεση C‑189/89, σημεία 25 και 31.
45 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 9ης Δεκεμβρίου 1997, T‑195/94 και T‑202/94, Quiller και Heusmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ‑2247, σκέψεις 94 και 97).
46 – Βλ. ιδίως την απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Σεπτεμβρίου 1999, C‑257/98 P, Arnaldo Lucaccioni κατά Επιτροπής (Συλλογή 1999, σ. I‑5251, σκέψη 11), τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 41 απόφαση της 1ης Ιουνίου 1994, C‑136/92 P, σκέψη 42, και την απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 1987, 50/86, Grands Moulins κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. I‑4833, σκέψη 7).
47 – Βλ. τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 20 απόφαση Mulder II, σκέψεις 12 έως 17 και 22.
48 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 6ης Μαρτίου 2003, C‑14/01, Niemann (Συλλογή 2003, σ. I‑2279, σκέψη 56), της 15ης Φεβρουαρίου 1996, C‑63/93, Duff κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. I‑569, σκέψη 20), και της 10ης Ιανουαρίου 1992, C‑177/90, Kühn (Συλλογή 1992, σ. Ι‑35, σκέψη 14).
49 – Βλ., μεταξύ άλλων, τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 10 απόφαση Mulder I, σκέψη 24, τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 11 απόφαση von Deetzen, σκέψη 13, και τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 18 απόφαση Wehrs, σκέψη 8.
50 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις Mulder I, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 10, σκέψη 23, και von Deetzen, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 11, σκέψη 12.
51 – Απόφαση C‑177/90, μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 48, σκέψη 15.
52 – Βλ. συναφώς τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 43 απόφαση Dowling, σκέψη 20.
53 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 14ης Οκτωβρίου 1999, C‑104/97 P, Atlanta κ.λπ. κατά Επιτροπής και Συμβουλίου (Συλλογή 1999, σ. Ι‑6983, σκέψη 52), τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 10 απόφαση Mulder I, σκέψη 23, και τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 11 απόφαση von Deetzen, σκέψη 12.
54 – Βλ. συναφώς τις σκέψεις 15 και 17 της αποφάσεως.
55 – Βλ. τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 20 απόφαση Mulder II, σκέψη 23.
56 – Βλ., παραδείγματος χάρη, την απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1979, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 64/76 και 113/76, 167/78 και 239/78, 27/79, 28/79 και 45/79, Dumortier frères κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1979/II, σ. 515, σκέψη 21).
57 – Σκέψεις 15 έως 19 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 10 αποφάσεως Mulder I.
58 – Σκέψη 14 της αποφάσεως καθώς και σημεία 25 και 28 έως 30 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Jacobs (απόφαση μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 15).
59 – Σκέψεις 17, 24 και 25 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 20 αποφάσεως.
60 – Σκέψεις 94 και 97 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 45 αποφάσεως.
61 – Σκέψεις 15 έως 19 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 10 αποφάσεως.
62 – Σκέψη 14 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 15 αποφάσεως.
63 – Σκέψεις 17, 24 και 25 της μνημονευθείσας ανωτέρω στην υποσημείωση 20 αποφάσεως.
64 – Βλ., μεταξύ άλλων, τη μνημονευθείσα ανωτέρω στην υποσημείωση 46 απόφαση C‑257/98 P, σκέψη 63.
65 – Συγκεκριμένα, το Πρωτοδικείο έθεσε προηγουμένως το κριτήριο αυτό στη σκέψη 48 της αποφάσεως Bouma και στη σκέψη 47 της αποφάσεως Beusmans. Βλ. συναφώς όσα ανέπτυξα επί του τετάρτου λόγου αναιρέσεως.
66 – Βλ. ειδικότερα τις αποφάσεις της 5ης Ιουνίου 2003, C‑121/01 P, Eoghan O’Hannrachain κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2003, σ. Ι‑5539, σκέψη 35), της 8ης Μαΐου 2003, C‑122/01 P, T. Port κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. Ι‑4261, σκέψη 27), της 2ας Οκτωβρίου 2001, C‑449/99 P, BEI κατά Hautem (Συλλογή 2001, σ. Ι‑6733, σκέψη 44), και της 7ης Νοεμβρίου 2002, C‑184/01 P, Hirschfeldt (Συλλογή 2002, σ. Ι‑10173, σκέψη 40).
Full & Egal Universal Law Academy