ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
CHRISTINE STIX-HACKL
της 20ής Νοεμβρίου 2003 (1)
Υπόθεση C-164/01 P
G. van den Berg
κατά
Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως
και
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
«Αίτηση αναιρέσεως – Αγωγή αποζημιώσεως – Εξωσυμβατική ευθύνη – Προϋποθέσεις – Ποσοστώσεις γάλακτος – Κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 – Ποσότητα αναφοράς – Παραγωγοί που ανέλαβαν τη δέσμευση περί μη εμπορίας– Αιτιώδης συνάφεια –Μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεως – Μεταβίβαση της ποσότητας αναφοράς – Παραγραφή – Διακοπή – Αναστολή»
Πίνακας περιεχομένων
I – Εισαγωγή
II – Νομικό πλαίσιο
A – Διατάξεις σχετικές με τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς οι οποίες είναι κρίσιμες ειδικώς όσον αφορά τη μεταβίβαση εκμεταλλεύσεως
B – Νομοθετικές πράξεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής σε σχέση με την αποζημίωση των παραγωγών SLOM
III – Πραγματικά περιστατικά
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη υπόθεση
Εκτιμήσεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την ευθύνη της Κοινότητας
Εκτιμήσεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το ζήτημα της παραγραφής
V – Η αίτηση αναιρέσεως
VI – Νομική ανάλυση
Α – Επί της ευθύνης της Κοινότητας για το χρονικό διάστημα μετά τη μεταβίβαση της αρχικής εκμεταλλεύσεως SLOM (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
1. Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση
Β – Επί της παραγραφής των αξιώσεων αποζημιώσεως (δεύτερος και τρίτος λόγος αναιρέσεως)
1. Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
2. Εκτίμηση
α) Επί της διακοπής ή της αναστολής του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων αποζημιώσεως εν γένει
β) Ειδικότερα επί της εκτιμήσεως της παραγραφής στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
VII – Δικαστικά έξοδα
VIII – Πρόταση
I – Εισαγωγή
1. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (τέταρτο τμήμα) της 31ης Ιανουαρίου 2001 που εκδόθηκε επί της υποθέσεως van den Berg κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (2) (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση), με την οποία το Πρωτοδικείο απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή αποζημιώσεως που είχε ασκήσει ο Ολλανδός γαλακτοπαραγωγός Gerhardus van den Berg κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής.
2. Η υπόθεση αυτή ανήκει σε μια σειρά διαφορών οι οποίες αφορούν γενικώς τη θέση των γνωστών ως παραγωγών SLOM (3) στο σύστημα των ποσοστώσεων γάλακτος, ήτοι τη θέση των γαλακτοπαραγωγών οι οποίοι βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1078/77 (4) ανέλαβαν τη δέσμευση για χρονικό διάστημα πέντε ετών να μη διαθέσουν στην αγορά γάλα ή γαλακτοκομικά προϊόντα (στο εξής: δέσμευση περί μη εμπορίας) ή να χρησιμοποιήσουν τις αγέλες βοοειδών για την παραγωγή κρέατος αντί για την παραγωγή γάλακτος (στο εξής: υποχρέωση μετατροπής).
3. Αφετηρία αυτών των διαφορών ήταν το γεγονός ότι κατά την εισαγωγή του συστήματος ποσοστώσεων γάλακτος από 1ης Απριλίου 1984 –το οποίο προέβλεπε για τον περιορισμό της παραγωγής γάλακτος τον καθορισμό ορισμένων ποσοτήτων αναφοράς καθώς και την επιβολή εισφορών στην περίπτωση υπερβάσεως των ποσοτήτων αυτών– δεν ελήφθη μέριμνα για τους παραγωγούς SLOM. Πράγματι, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου της 31ης Μαρτίου 1984, ως είχε αρχικώς (5), με τον οποίο ρυθμίστηκε αναλυτικά ο υπολογισμός των ποσοτήτων αναφοράς, οι ποσότητες αναφοράς έπρεπε να καθοριστούν βάσει των παραδόσεων γάλακτος ενός έτους αναφοράς, το οποίο, όπως αποδείχτηκε, συνέπιπτε εν όλω ή εν μέρει με τη χρονική διάρκεια της ισχύος των δεσμεύσεων περί μη εμπορίας που είχαν αναλάβει οι παραγωγοί SLOM. Τούτο είχε ως συνέπεια ότι οι παραγωγοί αυτοί –ελλείψει παραγωγής γάλακτος κατά το έτος αναφοράς– αποκλείονταν από τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να παράγουν γάλα, ήτοι γάλα μη υποκείμενο σε εισφορές.
4. Η εντεύθεν δυσμενής θέση των παραγωγών SLOM, η οποία παρατάθηκε εν μέρει λόγω των επακολουθησάντων «επανορθωτικών μέτρων» του κοινοτικού νομοθέτη και η οποία «εμπλουτίστηκε» από νομικής απόψεως, απασχολεί από δεκαετίας και πλέον υπό διάφορες μορφές τα κοινοτικά δικαστήρια, έχει δε ρυθμιστεί επίσης με σειρά νομοθετημάτων του παραγώγου δικαίου. Οι αποφάσεις αυτές των κοινοτικών δικαστηρίων και τα μέτρα του παραγώγου δικαίου, τα οποία έχουν ως αντικείμενο εν μέρει αυτό καθαυτό το κύρος των ρυθμίσεων σχετικά με τη χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς και εν μέρει την αποκατάσταση της προσγενόμενης στους παραγωγούς SLOM ζημίας λόγω των ρυθμίσεων αυτών, αποτελούν το κατωτέρω αναλυτικώς περιγραφόμενο νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η παρούσα υπόθεση.
5. Με τις προτάσεις μου της 18ης Σεπτεμβρίου 2003 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων Bouma και Beusmans κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (6), διατύπωσα τις απόψεις μου επί της προβληματικής της εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας σε σχέση με τους παραγωγούς SLOM, μολονότι αντικείμενο των ανωτέρω υποθέσεων ήταν προπαντός το αν η ευθύνη της Κοινότητας εξαρτάται από τη συνέχιση της παραγωγής μετά τη λήξη της δεσμεύσεως περί μη εμπορίας, ήτοι από την αντίστοιχη δήλωση προθέσεων του παραγωγού SLOM.
6. Η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως θέτει, στο πλαίσιο παρεμφερών νομικών δεδομένων και πραγματικών περιστατικών, μεταξύ άλλων, δύο ζητήματα: αφενός, αν το Πρωτοδικείο ορθώς έκρινε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η ευθύνη της Κοινότητας για τη ζημία που προκαλείται λόγω της μη χορηγήσεως ποσότητας αναφοράς περατώνεται με τη μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεως του οικείου παραγωγού SLOM και, αφετέρου, αν το Πρωτοδικείο ορθώς διαπίστωσε ότι οι επίδικες αξιώσεις αποζημιώσεως έχουν ήδη παραγραφεί λόγω μη διακοπής ή αναστολής του χρόνου παραγραφής.
II – Νομικό πλαίσιο
7. Ακολούθως, θα παραθέσω μόνον τα κοινοτικά νομοθετήματα τα οποία έχουν σχέση με τους λόγους αναιρέσεως. Για το ευρύτερο νομικό πλαίσιο και της υπό κρίση υποθέσεως παραπέμπω στις νομοθετικές διατάξεις που παραθέτω στις προτάσεις μου της 18ης Σεπτεμβρίου 2003 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων Bouma και Beusmans κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (7).
A – Διατάξεις σχετικές με τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς οι οποίες είναι κρίσιμες ειδικώς όσον αφορά τη μεταβίβαση εκμεταλλεύσεως
8. Σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 3α το οποίο προστέθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 764/89 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 1989, για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84 (8), ο παραγωγός λαμβάνει προσωρινά, κατόπιν αιτήσεώς του, ειδική ποσότητα αναφοράς υπό τον όρο ότι ο παραγωγός αυτός:
«α) δεν [...] έχει εκχωρήσει ολόκληρη τη γαλακτοκομική του εκμετάλλευση πριν τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας ή μετατροπής·
β) έχει αποδείξει, προς υποστήριξη της αιτήσεως του […], ότι δύναται να παράγει στην εκμετάλλευσή του ποσότητα που φτάνει μέχρι την αιτηθείσα ποσότητα αναφοράς».
9. Σύμφωνα με το άρθρο 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1546/88 της Επιτροπής, της 3ης Ιουνίου 1988, σχετικά με τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού 804/68 (9), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1033/89 της Επιτροπής, της 20ής Απριλίου 1989 (10), η αίτηση χορηγήσεως ειδικής ποσότητας αναφοράς «υποβάλλεται [από τον ενδιαφερόμενο παραγωγό] στην αρμόδια αρχή που ορίζεται από το κράτος μέλος […] και με τον όρο ότι ο παραγωγός μπορεί να αποδείξει ότι διαχειρίζεται ακόμη, στο σύνολό της ή εν μέρει, την ίδια εκμετάλλευση με εκείνη που διαχειριζόταν τη στιγμή της εγκρίσεως […] της αίτησης για τη χορήγηση πριμοδότησης».
10. Ακολούθως, πρέπει να αναφερθεί το άρθρο 7 του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 590/85 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985 (11), το οποίο μεταξύ άλλων προβλέπει:
«1. Σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης μιας εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται εν όλω ή εν μέρει στον αγοραστή, τον μισθωτή ή τον κληρονόμο σύμφωνα με τις λεπτομέρειες που θα καθοριστούν.
Σε περίπτωση μεταβίβασης γαιών στο δημόσιο για κοινή ωφέλεια, και με επιφύλαξη της παραγράφου 3, δεύτερο εδάφιο, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι το σύνολο ή μέρος της ποσότητας αναφοράς που αντιστοιχεί στην εκμετάλλευση ή στο τμήμα της εκμετάλλευσης που αποτελεί αντικείμενο της μεταβίβασης τίθεται στη διάθεση του εξερχόμενου παραγωγού, εφόσον προτίθεται να συνεχίσει την παραγωγή γάλακτος.
[…]
4. Στην περίπτωση αγροτικών συμβολαίων που λήγουν, αν ο μισθωτής δεν έχει δικαίωμα παράτασης του συμβολαίου υπό ανάλογους όρους, τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν ότι η ποσότητα αναφοράς που αντιστοιχεί στην εκμετάλλευση η οποία είναι αντικείμενο του συμβολαίου, τίθεται εν όλω ή εν μέρει στη διάθεση του εξερχόμενου μισθωτή, εφόσον προτίθεται να συνεχίσει την παραγωγή γάλακτος.»
11. Συναφώς, πάλι το άρθρο 7 του κανονισμού 1546/88 περιλαμβάνει τις ακόλουθες εκτελεστικές διατάξεις:
«Για την εφαρμογή του άρθρου 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, και με την επιφύλαξη της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου, ποσότητες αναφοράς των παραγωγών και των αγοραστών, στο πλαίσιο των εναλλακτικών λύσεων Α και Β, και των παραγωγών που πωλούν απευθείας στην κατανάλωση μεταβιβάζονται υπό τους εξής όρους:
1) Σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης μιας εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται στον παραγωγό που αναλαμβάνει την εκμετάλλευση.
2) Σε περίπτωση πώλησης, εκμίσθωσης ή κληρονομικής μεταβίβασης ενός ή περισσοτέρων τμημάτων μιας εκμετάλλευσης, η αντίστοιχη ποσότητα αναφοράς κατανέμεται μεταξύ των παραγωγών που αναλαμβάνουν την εκμετάλλευση συναρτήσει των εκτάσεων που χρησιμοποιούνται για τη γαλακτοκομική παραγωγή, ή άλλων αντικειμενικών κριτηρίων που προσδιορίζονται από τα κράτη μέλη. Τα κράτη μέλη μπορούν να μη λάβουν υπόψη τα μεταβιβαζόμενα τμήματα των οποίων η έκταση που χρησιμοποιείται για τη γαλακτοκομική παραγωγή είναι κατώτερη από μια ελάχιστη έκταση που καθορίζουν· το μέρος της ποσότητας αναφοράς που αντιστοιχεί σ’ αυτήν την έκταση μπορεί να προστεθεί στο σύνολό του στο απόθεμα.
3) Οι διατάξεις των σημείων 1 και 2 και του τέταρτου εδαφίου εφαρμόζονται, σύμφωνα με τις διάφορες εθνικές νομοθεσίες, κατ’ αναλογία προς άλλες περιπτώσεις μεταβίβασης που περιλαμβάνουν συγκρίσιμα νομικά αποτελέσματα για τους παραγωγούς.
4) Όταν εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 7, παράγραφος 1, δεύτερο εδάφιο, και παράγραφος 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 857/84, που αφορούν αντίστοιχα μεταβίβαση γαιών στο δημόσιο ή και για κοινή ωφέλεια και την περίπτωση αγροτικών συμβολαίων που λήγουν χωρίς ο μισθωτής να έχει δικαίωμα παράτασης του συμβολαίου από τους ανάλογους όρους, το σύνολο ή μέρος της ποσότητας αναφοράς που αντιστοιχεί στην εκμετάλλευση ή στο τμήμα της εκμετάλλευσης που αποτελεί το αντικείμενο, κατά περίπτωση, μεταβίβασης ή μη παράτασης συμβολαίου, τίθεται στη διάθεση του εν λόγω παραγωγού αν προτίθεται να συνεχίσει τη γαλακτοκομική παραγωγή, υπό τον όρο ότι το άθροισμα της ποσότητας που τέθηκε με τον τρόπο αυτό στη διάθεσή του και της ποσότητας που αντιστοιχεί στην εκμετάλλευση την οποία αναλαμβάνει ή στην οποία συνεχίζει την παραγωγή του, δεν είναι ανώτερη από την ποσότητα αναφοράς την οποία διέθετε πριν από τη μεταβίβαση ή τη λήξη του συμβολαίου.
Τα κράτη μέλη μπορούν να εφαρμόσουν τις διατάξεις των σημείων 1, 2 και 4 όσον αφορά μεταβιβάσεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια και μετά την περίοδο αναφοράς.
[…]»
B – Νομοθετικές πράξεις του Συμβουλίου και της Επιτροπής σε σχέση με την αποζημίωση των παραγωγών SLOM
12. Μετά τη δημοσίευση της αποφάσεως της 19ης Μαΐου 1992 επί των υποθέσεων Mulder κ.λπ. κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (12)( στο εξής: απόφαση Mulder ΙΙ), το Συμβούλιο και η Επιτροπή δημοσίευσαν στις 5 Αυγούστου 1992 την ανακοίνωση 92/C 198/04 (13).
13. Στο σημείο 1 της ανακοινώσεως τονίζεται ότι η Κοινότητα ευθύνεται έναντι όλων των παραγωγών οι οποίοι πληρούν τα κριτήρια και τις προϋποθέσεις που απορρέουν από την απόφαση Mulder II. Τα λοιπά σημεία της ανακοινώσεως αναφέρουν μεταξύ άλλων τα εξής:
«2. Τα όργανα δεσμεύονται έναντι κάθε παραγωγού που αναφέρεται στο σημείο 1 να παραιτηθούν, έως τη λήξη της προθεσμίας που αναφέρεται στο σημείο 3, από την έγερση ένστασης παραγραφής βάσει των διατάξεων του άρθρου 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, εφόσον το δικαίωμα αποζημίωσης δεν είχε ακόμη παραγραφεί κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της παρούσας ανακοίνωσης στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο παραγωγός είχε ήδη απευθυνθεί σε ένα από τα όργανα.
3. Για να εφαρμοσθεί πλήρως η απόφαση της 19ης Μαΐου 1992, τα όργανα θα εγκρίνουν τις πρακτικές λεπτομέρειες για την αποζημίωση των ενδιαφερομένων, περιλαμβανομένου του ζητήματος των τόκων.»
14. Ακολούθως, προς εκτέλεση της αποφάσεως Mulder ΙΙ, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2187/93 της 22ας Ιουλίου 1993 για την προσφορά αποζημίωσης σε ορισμένους παραγωγούς γάλακτος ή γαλακτοκομικών προϊόντων, οι οποίοι εμποδίστηκαν προσωρινά να ασκήσουν τη δραστηριότητά τους (14). Με τον ανωτέρω κανονισμό καταβάλλεται στους παραγωγούς, στους οποίους είχε χορηγηθεί ειδική ποσότητα αναφοράς (15), κατ’ αποκοπήν αποζημίωση προς αποκατάσταση όλων των ζημιών τις οποίες υπέστησαν οι παραγωγοί λόγω της ρυθμίσεως που αποτελούσε το αντικείμενο της αποφάσεως Mulder ΙΙ.
15. Σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του ανωτέρου κανονισμού, η αποζημίωση καταβάλλεται μόνο για την περίοδο για την οποία δεν έχει παραγραφεί η αξίωση αποζημιώσεως. Για τον καθορισμό της χρονικής αυτής περιόδου, το άρθρο 8, παράγραφος 2, προβλέπει τα εξής:
«α) γίνεται δεκτή ως ημερομηνία διακοπής της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής, όπως ορίζεται στο άρθρο 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η ημερομηνία υποβολής σ’ ένα από τα κοινοτικά όργανα της αίτησης ή, εάν πρόκειται για προσφυγή στο Δικαστήριο, η ημερομηνία εγγραφής της προσφυγής στο πρωτόκολλο του Δικαστηρίου, ή, το αργότερο, η ημερομηνία της ανακοίνωσης των κοινοτικών οργάνων, η οποία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αριθ. C 198, δηλαδή, η 5η Αυγούστου 1992·
β) η ημερομηνία έναρξης της περιόδου αποζημίωσης προηγείται κατά πέντε έτη της ημερομηνίας διακοπής της παραγραφής, χωρίς εντούτοις να είναι δυνατό να είναι προγενέστερη της 2ας Απριλίου 1984 ή της ημερομηνίας λήξης της δέσμευσης για τη μη διάθεση σε εμπορία ή τη μετατροπή·
γ) η ημερομηνία λήξης της προς αποζημίωση περιόδου είναι είτε η 29η Μαρτίου 1989, για τους παραγωγούς στους οποίους χορηγήθηκε η ειδική ποσότητα αναφοράς βάσει του κανονισμού αριθ. 764/89, είτε η 15η Ιουνίου 1991, για τους παραγωγούς στους οποίους χορηγήθηκε η ειδική ποσότητα αναφοράς βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 1639/91.»
16. Όσον αφορά την υποβολή της αιτήσεως για την καταβολή αποζημιώσεως, το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2187/93 προβλέπει επίσης τα εξής:
«Ο παραγωγός υποβάλλει την αίτησή του στην αρμόδια αρχή το αργότερο μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 1993, άλλως η αίτηση απορρίπτεται.
Η προθεσμία παραγραφής που προβλέπεται στο άρθρο 43 του οργανισμού του Δικαστηρίου, αρχίζει εκ νέου για όλους τους παραγωγούς από την ημερομηνία που αναφέρεται στο πρώτο εδάφιο, εάν η αίτηση που προβλέπεται στο εδάφιο αυτό δεν υποβλήθηκε πριν από αυτήν, εκτός εάν η παραγραφή διακόπηκε με προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 43.»
III – Πραγματικά περιστατικά
17. Τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως παρατίθενται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (16) ως εξής:
«14 Ο ενάγων είναι παραγωγός γάλακτος στις Κάτω Χώρες. Επειδή ανέλαβε, στο πλαίσιο του κανονισμού 1078/77, δέσμευση περί μη εμπορίας η οποία έληξε στις 23 Φεβρουαρίου 1985, δεν παρήγαγε γάλα κατά το έτος αναφοράς που είχε επιλεγεί κατ’ εφαρμογήν του κανονισμού 857/84. Κατά συνέπεια, ο ενάγων δεν έλαβε ποσότητα αναφοράς μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού αυτού.
15 Την 1η Μαΐου 1985, ο ενάγων απέκτησε εκμετάλλευση στο Dalfsen (Κάτω Χώρες) την οποία διαχειρίστηκε από κοινού με την αρχική του εκμετάλλευση, που βρισκόταν στο Wijhe (Κάτω Χώρες), για ένα χρόνο. Πώλησε την εκμετάλλευση του Wijhe στις 13 Μαΐου 1986.
16 Με έγγραφο το οποίο απηύθυνε ο δικηγόρος του ενάγοντος στο Συμβούλιο και την Επιτροπή στις 31 Μαρτίου 1989, επειδή ο ενάγων και 351 άλλοι παραγωγοί οι οποίοι, σε εκτέλεση δεσμεύσεως που είχαν αναλάβει βάσει του κανονισμού 1078/77, δεν είχαν παραγάγει γάλα κατά το έτος αναφοράς, κοινώς αποκαλούμενοι παραγωγοί SLOM, οι οποίοι απαριθμούνταν σε κατάλογο συνημμένο στο εν λόγω έγγραφο, εξέθεσαν ότι θεωρούσαν την Κοινότητα υπεύθυνη για τη ζημία που συνεπάγεται το ανίσχυρο του κανονισμού 857/84, όπως αυτό διαπιστώθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση Mulder I. Τα θεσμικά όργανα δεν απάντησαν στο έγγραφο αυτό.
17 Κατόπιν της αποφάσεως Mulder I και της εκδόσεως του κανονισμού 764/89, ο ενάγων ζήτησε εκ νέου τη χορήγηση ποσοστώσεως τον Ιούνιο 1989. Το αίτημα απορρίφθηκε στις 30 Αυγούστου 1989, για τον λόγο ότι ο ενάγων δεν διαχειριζόταν πλέον την ίδια εκμετάλλευση με αυτήν που χειριζόταν κατά τη χρονική στιγμή της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας.
18 Ο ενάγων προσέβαλε ενώπιον των εθνικών αρχών ατελέσφορα την απόφαση αυτή περί απορρίψεως της αιτήσεώς του. Συνεπώς, η εν λόγω απόφαση απέκτησε ισχύ δεδικασμένου.
19 Με έγγραφο της 14ης Ιουλίου 1992, ο δικηγόρος του ενάγοντος [προέβαλε] ότι η παραγραφή [είχε διακοπεί] από την ημερομηνία του εγγράφου αυτού, ως προς τον ενάγοντα και τους παραγωγούς που αναφέρονται στο παράρτημα του εγγράφου της 31ης Μαρτίου 1989. Με έγγραφο της 22ας Ιουλίου 1992, ο γενικός διευθυντής της Νομικής Υπηρεσίας του Συμβουλίου απάντησε ότι η προθεσμία παραγραφής είχε αρχίσει εκ νέου όσον αφορά τους 348 παραγωγούς, μεταξύ των οποίων ο ενάγων, οι οποίοι δεν είχαν ασκήσει αγωγή. Παρ’ όλ’ αυτά, ο γενικός διευθυντής δέχθηκε ότι η επιστολή της 14ης Ιουλίου 1992 μπορεί να συνιστά ως προς αυτούς νέα προηγούμενη αίτηση υπό την έννοια του άρθρου 43 του κανονισμού του Δικαστηρίου. Επισήμανε εξάλλου ότι το Συμβούλιο δεν θα επικαλούνταν την παραγραφή από την ημερομηνία και μέχρι τις 17 Σεπτεμβρίου 1992 καθόσον οι αιτήσεις αποζημιώσεως των εν λόγω προσώπων δεν είχαν ήδη παραγραφεί στις 14 Ιουλίου 1992. Τέλος, ο γενικός διευθυντής διευκρίνισε:
“Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αυτής, τα θεσμικά όργανα θα προσπαθήσουν να αποφασίσουν από κοινού τις πρακτικές λεπτομέρειες της αποζημιώσεως, σύμφωνα με την απόφαση του Δικαστηρίου.
Συνεπώς, δεν είναι αναγκαίο να ασκηθεί εν τω μεταξύ αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου για να εξακολουθήσει η διακοπή της παραγραφής.
Αν οι λεπτομέρειες αυτές δεν έχουν καθοριστεί στις 17 Σεπτεμβρίου 1992, το Συμβούλιο θα σας γνωστοποιήσει τις ενέργειες στις οποίες πρέπει να προβείτε στη συνέχεια.”
20 Με έγγραφο της 10ης Σεπτεμβρίου 1993, σχετικά με την αποζημίωση ορισμένων παραγωγών στο πλαίσιο του κανονισμού 2187/93, η Επιτροπή επισήμανε στις ολλανδικές αρχές:
“Επισυνάπτεται ο κατάλογος των εναγόντων SLOM οι οποίοι, βάσει της γενικής ανακοινώσεως των κοινοτικών οργάνων της 5ης Αυγούστου 1992, διέκοψαν την προθεσμία παραγραφής που ισχύει για τις αιτήσεις τους περί αποζημιώσεως των οποίων έχουν επιληφθεί η Επιτροπή, το Συμβούλιο ή το Δικαστήριο.”
21 Το όνομα του ενάγοντος περιλαμβανόταν στον κατάλογο αυτόν και η ημερομηνία της 31ης Μαρτίου 1989 αναφερόταν ως προς αυτόν ως ημερομηνία διακοπής της παραγραφής δυνάμει της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992.»
IV – Η διαδικασία ενώπιον του Πρωτοδικείου και η αναιρεσιβαλλόμενη υπόθεση
18. Βάσει αυτών των πραγματικών περιστατικών ο G. van den Berg (στο εξής: ενάγων) κατέθεσε στις 29 Απριλίου 1997 στη Γραμματεία του Πρωτοδικείου αγωγή αποζημιώσεως στηριζόμενη στα άρθρα 178 και 215, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρα 235 ΕΚ και 288, παράγραφος 2, ΕΚ) κατά του Συμβουλίου και της Επιτροπής (στο εξής: εναγόμενοι), με την οποία ζητούσε να αποκατασταθεί η ζημία την οποία υπέστη λόγω του ότι δυνάμει του κανονισμού 857/84, όπως ο κανονισμός αυτός συμπληρώθηκε με τον κανονισμό 1371/84, στερήθηκε της δυνατότητας να διαθέσει γάλα στην αγορά.
19. Ο ενάγων ζήτησε να του καταβληθεί αποζημίωση ύψους 606 315 ολλανδικών φιορινιών καθώς και τόκοι υπερημερίας ύψους 8 % ετησίως από της ασκήσεως της αγωγής για τη ζημία την οποία υπέστη λόγω της παράνομης αρνήσεως να του χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς, ζημία η οποία προκλήθηκε από της λήξεως της δεσμεύσεως περί μη εμπορίας, ήτοι από της 23ης Φεβρουαρίου 1985, ημερομηνίας κατά την οποία άρχισε να ισχύει για τον ενάγοντα η ρύθμιση περί επιβολής εισφορών (17).
20. Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης της Κοινότητας για τις ζημίες τις οποίες αυτός υπέστη και προέβαλαν ένσταση απαραδέκτου, δεδομένου ότι οι προβληθείσες αξιώσεις είχαν υποκύψει σε παραγραφή (18).
21. Με διάταξη της 24ης Ιουνίου 1997, το Πρωτοδικείο ανέστειλε τη διαδικασία μέχρι δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Mulder III.
22. Με διάταξη της 11ης Μαρτίου 1999, το Πρωτοδικείο διέταξε τη συνέχιση της διαδικασίας.
23. Το Πρωτοδικείο απέρριψε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του την αγωγή ως απαράδεκτη. Το σκεπτικό της αποφάσεως διαλαμβάνει κατ’ ουσίαν τα εξής:
Το Πρωτοδικείο εξετάζει κατ’ αρχάς με την απόφασή του αν στοιχειοθετείται ευθύνη της Κοινότητας βάσει του άρθρου 215 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρου 288 ΕΚ) και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, μέχρι ποιας ημερομηνίας. Τέλος, το Πρωτοδικείο εξετάζει αν οι προβληθείσες αξιώσεις έχουν υποκύψει σε παραγραφή (19).
Εκτιμήσεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την ευθύνη της Κοινότητας
24. Το Πρωτοδικείο, αφού πρώτα παραθέτει τις νομικές βάσεις που θεμελιώνουν τυχόν εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας έναντι των παραγωγών SLOM, λόγω παραβιάσεως της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, διαπιστώνει ότι είναι αναμφισβήτητο ότι όσον αφορά την αξίωση αποζημιώσεως για το χρονικό διάστημα από 23 Φεβρουαρίου 1985 έως 13 Μαΐου 1986, ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων μεταβίβασε την εκμετάλλευση του SLOM, ο ενάγων δεν μπορούσε βάσει του κανονισμού 857/84 να παραδώσει ποσότητες γάλακτος και ότι για την εντεύθεν προκληθείσα ζημία στοιχειοθετείται ευθύνη της Κοινότητας (20).
25. Αντιθέτως, όσον αφορά τις ζημίες τις οποίες υποτίθεται ότι υπέστη ο ενάγων μετά τις 13 Μαΐου 1986, το Πρωτοδικείο εξετάζει κατά πόσον οι ζημίες αυτές οφείλονται στο γεγονός ότι δεν χορηγήθηκε στον ενάγοντα ποσόστωση το πρώτον το 1985. Συναφώς, το Πρωτοδικείο έκρινε τα εξής (21):
«44 Επιβάλλεται να υπομνησθεί ότι ο ενάγων παραχώρησε την εκμετάλλευσή του SLOM το 1986 και μεταβίβασε τη δραστηριότητά του παραγωγής σε άλλη εκμετάλλευση για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας. Προκύπτει προφανέστατα ότι η απόφαση αυτή του ενάγοντος, την οποία έλαβε εκουσίως, δεν είχε καμία σχέση με την άρνηση χορηγήσεως της ποσοστώσεως την οποία αντιμετώπισε μετά τη λήξη της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας το 1985.
45 Εξάλλου, από το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό 590/85 Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985 (ΕΕ L 68, σ. 1), σε συνδυασμό με το άρθρο 7 του κανονισμού 1546/88, προκύπτει ότι, ακόμη και στην περίπτωση παραγωγού γάλακτος ο οποίος δεν είχε αναλάβει δέσμευση μη εμπορίας ή μετατροπής, οι δυνατότητες μεταβιβάσεως ποσοστώσεως από μια εκμετάλλευση σε άλλη περιορίζονται στις περιπτώσεις είτε μεταβιβάσεως της γης στις δημόσιες αρχές και/ή για λόγους δημόσιας ωφέλειας (άρθρο 7, παράγραφος 1), είτε στις αγροτικές εκμισθώσεις που λήγουν και δεν μπορούν να ανανεωθούν (άρθρο 7, παράγραφος 4).
46 Συνεπώς, ακόμη και αν υποτεθεί ότι είναι ακριβές ότι οι παραγωγοί που διαθέτουν ποσότητα αναφοράς μπορούσαν, το 1985/1986, να τη μεταβιβάσουν σύμφωνα με την ολλανδική διοικητική πρακτική, πρόκειται για κατάσταση που δεν είναι οικεία στον κοινοτικό νομοθέτη και, ενδεχομένως, στις ολλανδικές αρχές εναπέκειτο να αντιμετωπίσουν τον ενάγοντα με τρόπο μη δημιουργούντα δυσμενείς διακρίσεις.
47 Στη συνέχεια, υπενθυμίζεται ότι, μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 764/89, το αίτημα του ενάγοντος για τη χορήγηση ποσοστώσεως κατ’ εφαρμογήν αυτού του κανονισμού απορρίφθηκε κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88 (βλ. ανωτέρω σκέψη 7), σύμφωνα με το οποίο η χορήγηση ειδικής ποσότητας αναφοράς εξαρτάται από το αν αποδεικνύεται ότι ο παραγωγός διαχειρίζεται, κατά την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως, εν όλω ή εν μέρει την εκμετάλλευση SLOM.
48 Αντιθέτως όμως προς ό,τι ισχυρίζεται ο ενάγων, και όπως το Δικαστήριο έχει ήδη επανειλημμένως διαπιστώσει (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 27ης Ιανουαρίου 1994, C-98/91, Herbrink, Συλλογή 1994, σ. Ι-223), κατά την προϋπόθεση αυτή επιβάλλεται μόνο σε θέματα ειδικών ποσοτήτων αναφοράς η εφαρμογή της αρχής που θεσπίζει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, σύμφωνα με την οποία η ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται μαζί με τις εκτάσεις στις οποίες αντιστοιχεί (σκέψη 13). Υπό τις συνθήκες αυτές, ο ενάγων δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι η εφαρμογή της προϋποθέσεως αυτής στην περίπτωσή του συνιστά προσβολή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης επειδή δεν μπορούσε να προβλέψει, κατά τη χρονική στιγμή της παραχωρήσεως της εκμεταλλεύσεως του SLOM, ότι θα επιβαλλόταν τέτοια προϋπόθεση.
49 Εφόσον η πώληση εκ μέρους του ενάγοντος της εκμεταλλεύσεως του SLOM δεν ήταν συνέπεια της αρνήσεως χορηγήσεως ποσοστώσεως, η οποία του αντιτάχθηκε παρανόμως το 1985, και δεν πραγματοποιήθηκε υπό το κάλυμμα των δυνατοτήτων μεταβιβάσεως που προσέφερε ο κανονισμός 857/84, οι λόγοι για τους οποίους δεν χορηγήθηκε ποσόστωση στον ενάγοντα στο πλαίσιο του κανονισμού 764/89 και η εξ αυτού απορρέουσα ζημία δεν μπορούν να καταλογιστούν στην Κοινότητα.»
26. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο καταλήγει ότι οι ζημίες που υπέστη ο ενάγων λόγω του ότι δεν του χορηγήθηκε ποσότητα αναφοράς είναι μόνον αυτές που επήλθαν μέχρι τις 13 Μαΐου 1986 (22), ακολούθως δε εξετάζει αν η σχετική αξίωση του ενάγοντος έχει παραγραφεί.
Εκτιμήσεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ως προς το ζήτημα της παραγραφής
27. Σχετικά με την παραγραφή το Πρωτοδικείο διαπιστώνει ότι ο χρόνος παραγραφής άρχισε να τρέχει, όσον αφορά την ενώπιόν του διαδικασία, στις 23 Φεβρουαρίου 1985, ημερομηνία εφαρμογής του κανονισμού 857/84 ως προς τον ενάγοντα. Η αξίωση αποζημιώσεως αφορά διαδοχικές χρονικές περιόδους οι οποίες άρχισαν από την εκάστοτε ημερομηνία από την οποία δεν ήταν δυνατή η εμπορία (23).
28. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο ενάγων δεν είχε πλέον αξίωση για τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς δεδομένου ότι εκποίησε στις 13 Μαΐου 1986 την εκμετάλλευση του SLOM. Επομένως, «λαμβανομένου υπόψη ότι όπως έχει κριθεί οι ζημίες που ισχυρίζεται ότι υπέστη ο ενάγων μετά την πώληση αυτή δεν συνδέονται με την εφαρμογή του κανονισμού 857/84 ως προς αυτόν, η προθεσμία παραγραφής έληξε πέντε έτη μετά τις 13 Μαΐου 1986, δηλαδή στις 13 Μαΐου 1991, εκτός εάν είχε διακοπεί πριν από την ημερομηνία αυτή» (24).
29. Ακολούθως, το Πρωτοδικείο απορρίπτει ως εξής τις ενστάσεις που προέβαλε ο ενάγων κατά του ισχυρισμού περί παραγραφής (25):
«62 Σύμφωνα με το άρθρο 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, η παραγραφή διακόπτεται είτε διά της προσφυγής που ασκείται ενώπιον του κοινοτικού δικαστή είτε διά της προηγούμενης αιτήσεως που ο ζημιωθείς απευθύνει στο αρμόδιο όργανο της Κοινότητας, θεωρουμένου εντούτοις ότι στην τελευταία αυτή περίπτωση ο χρόνος παραγραφής διακόπτεται μόνον αν, μετά την αίτηση, ασκείται αγωγή εντός της προθεσμίας που καθορίζεται σε σχέση με το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΚ (νυν, κατόπιν τροποποιήσεως, άρθρο 230 ΕΚ) ή το άρθρο 175 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 232 ΕΚ), αναλόγως της περιπτώσεως (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 5ης Απριλίου 1973, 11/72, Giordano κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 511, σκέψη 6, και του Πρωτοδικείου της 25ης Νοεμβρίου 1998, Τ-222/97, Steffens κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Συλλογή 1998, σ. ΙΙ-4175, σκέψη 35 και 42).
63 Επομένως, ο ενάγων δεν μπορεί να επικαλεστεί το έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1989 που απηύθυνε στα κοινοτικά όργανα για τη διακοπή της προβλεπόμενης από το άρθρο 43 του Οργανισμού του Δικαστηρίου παραγραφής, διότι, μετά την αίτηση, δεν άσκησε αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου.
64 Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι, από την εφαρμογή της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992 ως προς αυτόν, προκύπτει ότι οι εναγόμενοι είχαν αναλάβει τη δέσμευση μη προβολής της παραγραφής από την 31η Μαρτίου 1989, ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων απευθύνθηκε στα κοινοτικά όργανα.
65 Υπενθυμίζεται συναφώς ότι η παραίτηση από την προβολή της παραγραφής, που περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992, ήταν μια μονομερής πράξη που σκοπούσε, με στόχο τον περιορισμό του αριθμού των ασκηθεισών αγωγών, στο να ενθαρρυνθούν οι παραγωγοί να αναμείνουν την εφαρμογή του συστήματος της κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεως που θα προβλεπόταν από τον κανονισμό 2187/93 (προαναφερθείσα απόφαση Steffens κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψη 38).
66 Η ανακοίνωση αυτή σκοπούσε συγκεκριμένα τους παραγωγούς τα δικαιώματα αποζημιώσεως των οποίων δεν είχαν ακόμη παραγραφεί κατά την ημερομηνία της δημοσιεύσεώς της στην Επίσημη Εφημερίδα ή κατά την ημερομηνία κατά την οποία οι παραγωγοί αυτοί είχαν ήδη απευθυνθεί σε ένα από τα κοινοτικά όργανα (βλ. ανωτέρω σκέψη 11). Με την τελευταία αυτή μνεία, οι εναγόμενοι σκοπούσαν τους παραγωγούς που είχαν απευθυνθεί σε θεσμικά όργανα πριν από τη δημοσίευση της εν λόγω ανακοινώσεως για να αξιώσουν δικαίωμα αποζημιώσεως βάσει της αποφάσεως Mulder II και από τους οποίους είχαν ζητήσει να μην ασκήσουν αγωγή αποζημιώσεως περιμένοντας τη διευθέτηση της κατ’ αποκοπήν αποζημιώσεως. Πράγματι, ο σκοπός της μνείας αυτής ήταν η διασφάλιση των δικαιωμάτων των παραγωγών αυτών.
67 Διαπιστώνεται όμως ότι οι εναγόμενοι δεν απάντησαν ποτέ στο έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1989 και, συνεπώς, δεν ανέλαβαν καμία δέσμευση ως προς τον ενάγοντα κατά την ημερομηνία αυτή. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο ενάγων δεν μπορεί να επικαλεστεί την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992.
68 Στη συνέχεια, πρέπει να απορριφθεί το επιχείρημα του ενάγοντος που αντλείται από το γεγονός ότι το όνομά του περιλαμβανόταν σε κατάλογο που απέστειλε η Επιτροπή στις ολλανδικές αρχές, μετά την έναρξη ισχύος του κανονισμού 2187/93, ο οποίος απαριθμούσε τους παραγωγούς που ωφελούνταν από τη δέσμευση μη προβολής της παραγραφής, που περιλαμβανόταν στην ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992.
69 Επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι ο κατάλογος αυτός απευθύνθηκε σε εθνικές αρχές για να τους επισημάνει, στην περίπτωση που θα τους υποβάλλονταν αιτήσεις αποζημιώσεως στο πλαίσιο του προβλεπόμενου από τον κανονισμό 2187/93 συμβιβασμό, από ποια ημερομηνία έχει διακοπεί η παραγραφή των αξιώσεων. Ο κατάλογος αυτός δεν διέκρινε τους παραγωγούς SLOM στους οποίους είχε χορηγηθεί οριστική ποσότητα αναφοράς και στους οποίους μπορούσε συνεπώς να γίνει πρόταση συμβιβασμού στο πλαίσιο του κανονισμού 2187/93 από αυτούς οι οποίοι, όπως ο ενάγων, δεν είχαν λάβει ποσόστωση και, κατά συνέπεια, δεν ενέπιπταν σε ένα τέτοιο πλαίσιο συμβιβασμού. Επομένως, το όνομα του ενάγοντος περιλαμβανόταν στον κατάλογο αυτόν εκ παραδρομής.
70 Παρ’ όλ’ αυτά, ένα τέτοιο σφάλμα δεν μπορεί να δημιουργήσει στον ενάγοντα την πεποίθηση ότι ωφελείται από τη δέσμευση που περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992 και ότι η παραγραφή της αξιώσεώς του είχε διακοπεί από τις 31 Μαρτίου 1989. Πράγματι, κατά τον χρόνο αποστολής του επίδικου καταλόγου, στις 10 Σεπτεμβρίου 1993, ο ενάγων μπορούσε ήδη να γνωρίζει ότι δεν θα του γινόταν συμβιβαστική προσφορά κατά τον κανονισμό 2187/93 και ότι, συνεπώς, δεν τον αφορούσε η προαναφερθείσα δέσμευση.
71 Επιπλέον, η θέση των εναγομένων ως προς την παραγραφή της παρούσας αγωγής δεν μπορεί να αποτελεί δυσμενή μεταχείριση σε σχέση με τη συμπεριφορά τη Επιτροπής έναντι των παραγωγών SLOM που έλαβαν προσφορές αποζημιώσεως εφόσον, όπως σημειώθηκε (βλ. ανωτέρω σκέψη 69), η κατάσταση του ενάγοντος διαφέρει από την κατάσταση των δικαιούχων του κανονισμού 2187/93.
72 Τέλος, όσον αφορά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος σχετικά με τις φερόμενες δηλώσεις του D. Booss, αρκεί η διαπίστωση ότι δεν δικαιολογούνται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.»
30. Για τους ανωτέρω λόγους το Πρωτοδικείο έκρινε τελικώς ότι η ασκηθείσα στις 29 Απριλίου 1997 αγωγή είναι εκπρόθεσμη, δεδομένου ότι δεν υπήρξε διακοπή ή αναστολή της παραγραφής το αργότερο μέχρι τις 13 Μαΐου 1991 (26).
V – Η αίτηση αναιρέσεως
31. Ο G. van den Berg (στο εξής: αναιρεσείων) άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 13 Απριλίου 2001 την παρούσα αίτηση αναιρέσεως κατά της αποφάσεως του Πρωτοδικείου. Ο αναιρεσείων ζητεί:
– να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Πρωτοδικείου της 31ης Ιανουαρίου 2001 που εκδόθηκε επί της υποθέσεως Van den Berg κατά Συμβουλίου και Επιτροπής,
– να αναπεμφθεί η υπόθεση στο Πρωτοδικείο,
– να καταδικαστεί το Συμβούλιο και η Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
32. Το Συμβούλιο ζητεί:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως εν μέρει απαράδεκτη και, εν πάση περιπτώσει, ως εν όλω αβάσιμη,
– να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
33. Η Επιτροπή ζητεί:
– να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως αβάσιμη,
– επικουρικώς, να απορριφθεί η αγωγή αποζημιώσεως ως απαράδεκτη,
– να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
VI – Νομική ανάλυση
34. Ο αναιρεσείων στηρίζει την αίτησή του αναιρέσεως σε τρεις λόγους. Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως αφορά το αν το Πρωτοδικείο έκρινε ορθώς το ζήτημα της ευθύνης της Κοινότητας για τη ζημία που προκλήθηκε για τον μετά τη μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεως χρόνο. Ακολούθως, ο αναιρεσείων βάλλει τόσο με τον δεύτερο όσο και με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά των διαπιστώσεων του Πρωτοδικείου ότι οι αξιώσεις αποζημιώσεως έχουν ήδη παραγραφεί. Δεδομένου ότι οι τελευταίοι λόγοι αναιρέσεως στηρίζονται κατ’ ουσίαν στην ίδια αιτίαση, θα εξεταστούν στη συνέχεια από κοινού.
Α – Επί της ευθύνης της Κοινότητας για το χρονικό διάστημα μετά τη μεταβίβαση της αρχικής εκμεταλλεύσεως SLOM (πρώτος λόγος αναιρέσεως)
1. Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
35. Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως διαπίστωσε στις σκέψεις 43 έως 50 ότι η Κοινότητα δεν ευθύνεται για τη ζημία την οποία αυτός υπέστη μετά τη μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεως η οποία πραγματοποιήθηκε στις 13 Μαΐου 1986.
36. Κατ’ αρχάς, κατά την άποψή του, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κοινότητας και των κρατών μελών. Ο αναιρεσείων, έχοντας υπόψη του τη σκέψη 46 της αποφάσεως, υποστηρίζει ότι πρόκειται για υποχρεώσεις των κοινοτικών οργάνων και όχι των εθνικών αρχών. Βάσει των κανονισμών της Κοινότητας, δεν επιτρέπεται στις εθνικές αρχές, στην περίπτωση της μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως, να χορηγήσουν ποσότητα αναφοράς, και ως εκ τούτου, η σχετική ευθύνη ανήκει στα όργανα της Κοινότητας.
37. Κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, το Πρωτοδικείο παραβίασε επίσης με τη σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και ερμήνευσε εσφαλμένα την απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Herbrink. Το Πρωτοδικείο διατυπώνει με την ανωτέρω σκέψη του την εκτίμηση ότι ο αναιρεσείων δεν μπορεί να επικαλεστεί την ανωτέρω αρχή διότι η εμπιστοσύνη, στην οποία αυτός αναφέρεται, δεν είναι δικαιολογημένη. Ωστόσο, κατά το Πρωτοδικείο, ο αναιρεσείων επικαλείται μόνον την εμπιστοσύνη να τύχει της ίδιας μεταχειρίσεως με αυτήν που τυγχάνει κάθε «συνηθισμένος» παραγωγός, ή, με άλλα λόγια, να μην του επιβληθούν ιδιαίτεροι περιορισμοί εκ του λόγου και μόνον ότι είναι παραγωγός SLOM. Ακριβώς αυτή την εμπιστοσύνη έκρινε το Δικαστήριο με την απόφασή του Herbrink ως δικαιολογημένη (27). Εφόσον, όπως προκύπτει από την ανωτέρω απόφαση, ο μισθωτής μπορεί να μεταβιβάσει την ποσότητά του αναφοράς σε νέα εκμετάλλευση, πρέπει και ο παραγωγός SLOM να έχει τη δυνατότητα να εισφέρει την ποσότητά του αναφοράς σε μια νέα εκμετάλλευση. Κατά τον αναιρεσείοντα, είναι λυπηρό το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο δεν αντιλήφθηκε αυτές τις ομοιότητες που υπάρχουν με την υπόθεση Herbrink.
38. Ο αναιρεσείων τονίζει ότι πραγματοποίησε τη μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεως –διατηρώντας εκ παραλλήλου επί ένα έτος την παλαιά και τη νέα εκμετάλλευση– ακριβώς με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο σύμφωνα με την ολλανδική διοικητική πρακτική παρέχεται η δυνατότητα στον κάθε παραγωγό να μεταβιβάσει την ποσότητα αναφοράς στη νέα εκμετάλλευση. Ανέκαθεν αναγνωριζόταν γενικώς ότι η πρακτική αυτή είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο. Ο κανονισμός 1033/89, με την απροσδόκητη και αναδρομική απαίτησή του ότι οι παραγωγοί SLOM πρέπει να αποδεικνύουν ότι εξακολουθούν να διαχειρίζονται, στο σύνολό της ή εν μέρει, την ίδια εκμετάλλευση με εκείνη που διαχειρίζονταν κατά τον χρόνο εγκρίσεως της αιτήσεως για τη χορήγηση πριμοδοτήσεως, προσέβαλε τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη του ότι μπορεί να μεταβιβάζει με αυτόν τον προσεκτικά επιλεγμένο τρόπο την ποσότητά του αναφοράς όπως κάθε συνηθισμένος παραγωγός. Εν πάση περιπτώσει, πρέπει να απορριφθεί η επιχειρηματολογία του Πρωτοδικείου και των αναιρεσιβαλλομένων ότι σύμφωνα με την κοινοτική ρύθμιση δεν μπορούσε να μεταβιβάσει την ποσότητά του αναφοράς ούτε ως συνηθισμένος παραγωγός, ήτοι ότι δεν μπορούσε να επικαλεστεί την ολλανδική πρακτική.
39. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναπτύξεις, εφάρμοσε εσφαλμένα το πραγματικό της αιτιώδους συνάφειας. Η άρνηση να του χορηγηθεί το 1989 ειδική ποσότητα αναφοράς δεν οφείλεται στο γεγονός της μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως, αλλά στις ισχύουσες κοινοτικές ρυθμίσεις. Το Πρωτοδικείο εφάρμοσε εσφαλμένα το πραγματικό της αιτιώδους συνάφειας στη σχέση μεταξύ της αρχικής ρυθμίσεως περί εισφορών και της μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως το 1986. Είναι αυτονόητο, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι η σχέση αυτή δεν υφίσταται. Η κρίσιμη αιτιώδης συνάφεια είναι αυτή μεταξύ της παράνομης πράξεως του κοινοτικού νομοθέτη και της απώλειας εισοδημάτων που υπέστη ο αναιρεσείων.
40. Το Συμβούλιο και η Επιτροπή αρνούνται ότι το Πρωτοδικείο, αποφαινόμενο ότι η Κοινότητα δεν ευθύνεται για τις ζημίες που υπέστη ο ενάγων μετά τη μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεως, εφάρμοσε εσφαλμένα την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ή την απαίτηση περί υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας ή ότι δεν έλαβε υπόψη του την απόφαση Herbrink.
41. Αμφότεροι υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν ότι, όπως ορθώς διέλαβε το Πρωτοδικείο, σύμφωνα τόσο με τους σχετικούς κανονισμούς όσο και με την απόφαση Herbrink, στο κοινοτικό δίκαιο ισχύει η γενική αρχή ότι η ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται με τις εκτάσεις για τις οποίες έχει χορηγηθεί. Επομένως, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, ούτε ένας «συνηθισμένος» παραγωγός μπορεί, στην περίπτωση μεταβιβάσεως εκμεταλλεύσεως, όπως εν προκειμένω, να μεταβιβάσει την ποσότητά του αναφοράς στη νέα εκμετάλλευση. Η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα δυνατότητα μεταβιβάσεως υφίσταται το πολύ στην ολλανδική διοικητική πρακτική.
42. Το Συμβούλιο διατυπώνει στο πλαίσιο αυτό, επικαλούμενο απόφαση ολλανδικού δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί υποθέσεων SLOM (28), ορισμένες επιφυλάξεις ως προς το αν πράγματι υπάρχει σύμφωνα με το ολλανδικό δίκαιο δυνατότητα μεταβιβάσεως κατά τον τρόπο που εκθέτει ο αναιρεσείων. Η Επιτροπή τονίζει ότι, εν πάση περιπτώσει και αν ακόμη υφίσταται, ουδέποτε έτυχε αναγνωρίσεως αυτού του είδους η πρακτική.
43. Επομένως, άνιση μεταχείριση, αν όντως υπάρχει, υφίσταται σε σχέση με τους «συνηθισμένους» παραγωγούς, όπως από κοινού υποστηρίζουν κατ’ ουσίαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή, μόνο βάσει της εθνικής νομοθεσίας και όχι βάσει του κοινοτικού δικαίου ή προς συμμόρφωση με αυτό. Συνεπώς, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι εν πάση περιπτώσει δεν μπορεί να προσαφθεί στον κοινοτικό νομοθέτη η αιτίαση ότι παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης. Η αιτία για την προβαλλόμενη ζημία είναι επιπλέον, όπως έκρινε το Πρωτοδικείο, όχι η ρύθμιση περί εισφορών, αλλά η οικεία βουλήσει μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεως από τον αναιρεσείοντα.
2. Εκτίμηση
44. Προκειμένου να διαπιστωθεί αν το Πρωτοδικείο, διαπιστώνοντας ότι η Κοινότητα ευθύνεται μόνο για τις ζημίες τις οποίες υπέστη ο ενάγων μέχρι τις 13 Μαΐου 1986, υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο, πρέπει να εξεταστεί το οικείο τμήμα της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
45. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (29), ο αναιρεσείων ζήτησε στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου την καταβολή αποζημιώσεως για τις ζημίες τις οποίες υπέστη από το γεγονός ότι από της λήξεως της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας στις 23 Φεβρουαρίου 1985 δεν μπορούσε να λάβει ποσότητα αναφοράς σύμφωνα με τον κανονισμό 857/84 και από το γεγονός ότι οι κανονισμοί, με τους οποίους επιχειρήθηκε να διορθωθεί η κατάσταση αυτή, δεν προέβλεπαν τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς SLOM οι οποίοι είχαν ανταλλάξει οικεία βουλήσει την αρχική τους εκμετάλλευση με μια άλλη εκμετάλλευση. Επομένως, ο αναιρεσείων επικαλείται συνολικώς, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 41 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, τη ζημία την οποία υπέστη από την παράνομη άρνηση να του χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς, ζημία η οποία συνεχίζεται και πέραν της 23ης Φεβρουαρίου 1985 μέχρι σήμερα.
46. Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά που διαπίστωσε το Πρωτοδικείο, δύο είναι τα γεγονότα τα οποία αποτελούν άρνηση χορηγήσεως ποσότητας αναφοράς στον αναιρεσείοντα κατά τον μετά τη λήξη της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας χρόνο. Αφενός, αμέσως μετά τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας δεν του χορηγήθηκε ποσότητα αναφοράς. Αφετέρου, η αίτηση που υπέβαλε ο αναιρεσείων εκ νέου μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 764/89 για τη χορήγηση (ειδικής) ποσότητας αναφοράς απορρίφθηκε.
47. Ως εκ τούτου, δύο είναι οι ρυθμίσεις οι οποίες θεμελιώνουν ευθύνη των κοινοτικών οργάνων για τις πράξεις τους.
48. Αφενός, η προβαλλόμενη ζημία του αναιρεσείοντος μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν έλαβε υπόψη του με τον κανονισμό 857/84 την κατάσταση των παραγωγών SLOM καθ’ ο μέτρο τα έτη αναφοράς για τον υπολογισμό της μη υποκείμενης σε εισφορά ποσότητας αναφοράς συνέπιπταν με τις περιόδους μη εμπορίας. Το Δικαστήριο διαπίστωσε με την απόφασή του Mulder ΙΙ ότι η Κοινότητα ευθύνεται για τυχόν ζημίες που προκλήθηκαν από την εφαρμογή της ρυθμίσεως αυτής (30).
49. Αφετέρου, η μη χορήγηση ποσότητας αναφοράς και μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 764/89 καθώς και η εντεύθεν ζημία μπορούν να αποδοθούν στη ρύθμιση σύμφωνα με την οποία ο παραγωγός μπορεί να λάβει μόνο μια ποσότητα αναφοράς εφόσον εξακολουθεί να έχει την αρχική εκμετάλλευση.
50. Οι προσβαλλόμενες διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου πρέπει να εξεταστούν με γνώμονα το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε προφανώς αν και σε ποιο βαθμό μπορεί σε κάθε περίπτωση να στοιχειοθετηθεί ευθύνη της Κοινότητας για τις δύο ανωτέρω ρυθμίσεις σχετικά με τη χορήγηση ποσοτήτων αναφοράς.
51. Οι σκέψεις 42 έως 46 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως αφορούν κατ’ αρχάς το ζήτημα ποιες ζημίες πρέπει να καταλογιστούν στην Κοινότητα λόγω του ότι ο κανονισμός 857/84 άρχισε να εφαρμόζεται επί του αναιρεσείοντος το πρώτον μετά τη λήξη της περιόδου μη εμπορίας και λόγω του ότι, ως εκ τούτου, δεν χορηγήθηκε στον αναιρεσείοντα ποσότητα αναφοράς, διότι ο κανονισμός δεν έλαβε υπόψη του ότι οι παραγωγοί SLOM δεν μπορούσαν να παράγουν γάλα κατά τη διάρκεια του έτους αναφοράς.
52. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να εξεταστεί αν το Πρωτοδικείο εσφαλμένως έκρινε βάσει των προϋποθέσεων της αιτιώδους συνάφειας ότι μπορεί να καταλογιστεί στην Κοινότητα μόνον η ζημία που προκλήθηκε μέχρι της μεταβιβάσεως της αρχικής εκμεταλλεύσεως όχι όμως και η ζημία η οποία υποτίθεται ότι προκλήθηκε μετά το χρονικό αυτό σημείο.
53. Εν προκειμένω, το ζήτημα είναι ακριβώς ειπείν αν ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προπεριγραφείσας ρυθμίσεως και της συνεχιζόμενης ζημίας διακόπηκε με την πραγματοποιηθείσα στις 13 Μαΐου 1986 μεταβίβαση της εκμεταλλεύσεως.
54. Κατά πάγια νομολογία, μια πράξη των κοινοτικών οργάνων αποτελεί την αιτία για την πρόκληση ζημίας εφόσον η ζημία αυτή οφείλεται άμεσα και αποκλειστικά στην πράξη αυτή (31).
55. Αντιθέτως, η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια δεν υφίσταται (πλέον) στην περίπτωση που η ζημία θα είχε επίσης επέλθει και χωρίς την επίμαχη πράξη των κοινοτικών οργάνων (32).
56. Τούτο, εφαρμοζόμενο επί της παρούσας υποθέσεως, σημαίνει ότι η ζημία την οποία υπέστη ο αναιρεσείων δεν μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι ο κανονισμός 857/84 δεν επέτρεψε τη χορήγηση ποσότητας αναφοράς στους παραγωγούς SLOM, δεδομένου ότι δεν θα του εχορηγείτο ποσότητα αναφοράς και ανεξάρτητα από τη ρύθμιση αυτή, ήτοι λόγω της μη συνδρομής άλλων προϋποθέσεων και, ως εκ τούτου, η ζημία θα είχε και πάλι επέλθει.
57. Η περίπτωση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως ειδική μορφή διασπάσεως του αιτιώδους συνδέσμου, ήτοι της υπερκερασμένης αιτιώδους συνάφειας λόγω της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος (33). Ο ζημιωθείς περιέρχεται με δική του πράξη σε θέση στην οποία θα υφίστατο τη συνέπεια ακόμη και χωρίς την επίμαχη παράνομη πράξη των κοινοτικών οργάνων και, ως εκ τούτου, η ζημία αυτή δεν μπορεί πλέον να αποδοθεί άμεσα ή αποκλειστικά στην πράξη αυτή (34).
58. Επομένως, η εκποίηση της εκμεταλλεύσεως πρέπει να θεωρηθεί γεγονός το οποίο διασπά την αιτιώδη συνάφεια, εφόσον δεν θα ήταν ούτως ή άλλως δυνατή, στο πλαίσιο των κοινοτικών ρυθμίσεων για τις ποσότητες αναφοράς, στην περίπτωση αυτή η μεταβίβαση ποσότητας αναφοράς.
59. Κατά πάγια νομολογία, στο άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84 κατοχυρώνεται η γενική αρχή, η οποία αφορά το σύνολο των ρυθμίσεων για τις ποσότητες αναφοράς, ότι η ποσότητα αναφοράς μεταβιβάζεται με τις εκτάσεις για τις οποίες έχει χορηγηθεί. Επομένως, η ποσότητα αναφοράς ακολουθεί κατ’ αρχήν την εδαφική έκταση και όχι τον παραγωγό (35).
60. Αντιθέτως, η μεμονωμένη μεταβίβαση της ποσότητας αναφοράς είναι δυνατή, σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο, μόνο στο πλαίσιο των ρητών εξαιρέσεων που προστέθηκαν με τον κανονισμό 590/85 στο άρθρο 7 του κανονισμού 857/84 και δη στην περίπτωση της μεταβιβάσεως εδαφικής εκτάσεως σε δημόσιες αρχές και/ή της χρησιμοποιήσεώς τους για κοινωφελείς σκοπούς, καθώς και στην περίπτωση μισθωτικών συμβάσεων οι οποίες λήγουν χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα παρατάσεως. Ορθώς το Πρωτοδικείο υπομιμνήσκει τα ανωτέρω στη σκέψη 45 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
61. Όπως ορθώς έκρινε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 46 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, η περιγραφόμενη από τον αναιρεσείοντα δυνατότητα μεταβιβάσεως της ποσότητας αναφοράς σε περίπτωση μεταβιβάσεως της εκμεταλλεύσεως είναι δυνατό να υφίσταται το πολύ σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία, ήτοι σύμφωνα με την εθνική διοικητική πρακτική.
62. Ωστόσο, κρίσιμο εν προκειμένω είναι το ότι σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο –και δη όχι μόνο για τους παραγωγούς SLOM– δεν ήταν δυνατό σε περίπτωση εκποιήσεως της εκμεταλλεύσεως να μεταβιβαστεί η ποσότητα αναφοράς στη νέα εκμετάλλευση.
63. Επομένως, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε κατ’ αποτέλεσμα ότι η ζημία που προκλήθηκε ενδεχομένως μετά την εκποίηση της αρχικής εκμεταλλεύσεως δεν πρέπει να αποδοθεί στην παράνομη παρακράτηση της ποσότητας αναφοράς μετά τη λήξη της δεσμεύσεως περί μη εμπορίας και, ως εκ τούτου, στην επίμαχη πράξη των κοινοτικών οργάνων, διότι ούτως ή άλλως από το χρονικό αυτό σημείο και μετά δεν θα είχε χορηγηθεί για άλλους λόγους ποσότητα αναφοράς στον αναιρεσείοντα.
64. Ωστόσο, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η αιτίαση περί πλημμελούς εφαρμογής της απαιτήσεως περί υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας είναι βάσιμη στον βαθμό που το Πρωτοδικείο έλαβε υπόψη του στη σκέψη 44 και, ως συνέπεια των διαπιστώσεων αυτών, στη σκέψη 49 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παρακρατήσεως της ποσότητας αναφοράς και της εκποιήσεως της εκμεταλλεύσεως SLOM. Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναπτύξεις, κρίσιμο είναι πράγματι, όπως ορθώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων, το κατά πόσον η ζημία αποτελεί συνέπεια της παράνομης αρνήσεως να χορηγηθεί ποσότητα αναφοράς στο πλαίσιο του κανονισμού 857/84.
65. Επομένως, οι σκέψεις 47 και 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως πρέπει να εξεταστούν σε σχέση με το ζήτημα αν μπορούν να θεμελιωθούν αξιώσεις εξ εξωσυμβατικής ευθύνης της Κοινότητας στην απαίτηση του άρθρου 3α, παράγραφος 1, του κανονισμού 1546/88, σύμφωνα με την οποία ο παραγωγός πρέπει να εξακολουθεί να έχει την (αρχική) εκμετάλλευσή του SLOM προκειμένου να μπορεί να ζητήσει τη χορήγηση (ειδικής) ποσότητας αναφοράς βάσει του άρθρου 3α του κανονισμού 857/84 όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 764/89. Πιο συγκεκριμένα, πρόκειται για το ζήτημα αν πληρούται σε σχέση με την ανωτέρω ρύθμιση η προϋπόθεση του παράνομου χαρακτήρα της πράξεως, η συνδρομή της οποίας στοιχειοθετεί εξωσυμβατική ευθύνη της Κοινότητας.
66. Συναφώς, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο εσφαλμένως έκρινε στη σκέψη 48 ότι η εφαρμογή της απαιτήσεως αυτής επί του ιδίου δεν παραβιάζει την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
67. Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι κατά πάγια νομολογία η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των παραγωγών, οι οποίοι ενθαρρύνθηκαν με πράξη της Κοινότητας να αναστείλουν την εμπορία γάλακτος για ορισμένη περίοδο, χάριν του γενικού συμφέροντος και έναντι καταβολής πριμοδοτήσεως, προσβάλλεται στην περίπτωση που οι παραγωγοί αυτοί μετά τη λήξη της αναληφθείσας από αυτούς δεσμεύσεως περί μη εμπορίας υποβάλλονται σε περιορισμούς οι οποίοι τους πλήττουν όλως ιδιαιτέρως λόγω αυτής της δεσμεύσεως (36).
68. Ωστόσο, όπως διαπίστωσε το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 48, η επίμαχη απαίτηση ανταποκρίνεται απλώς στη γενική αρχή που κατοχυρώνει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 857/84, σύμφωνα με την οποία οι ποσότητες αναφοράς μεταβιβάζονται μαζί με τις εκτάσεις για τις οποίες έχουν χορηγηθεί (37). Επομένως, δεδομένου ότι σύμφωνα με το κοινοτικό δίκαιο και οι «συνηθισμένοι» παραγωγοί υπόκεινται στην ίδια απαίτηση, ο αναιρεσείων δεν μπορεί να ισχυρισθεί ότι υποβλήθηκε σε ιδιαίτερους περιορισμούς λόγω ακριβώς της δεσμεύσεώς του περί μη εμπορίας.
69. Αντιθέτως, άλλως είχαν τα πράγματα στην περίπτωση του παραγωγού στο πλαίσιο της υποθέσεως Herbrink. Πράγματι, στην περίπτωση αυτού του παραγωγού SLOM επρόκειτο για μισθωτή. Ωστόσο, όσον αφορά τις μισθωτικές συμβάσεις που λήγουν, το άρθρο 7, παράγραφος 4, του κανονισμού 857/84, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 590/85, σε συνδυασμό με το άρθρο 7, παράγραφος 1, σημείο 4, του κανονισμού 1546/88, εξουσιοδοτεί τα κράτη μέλη να μεταβιβάζουν την ποσότητα αναφοράς που αναλογεί στη μισθωθείσα εκμετάλλευση στον αποχωρούντα μισθωτή. Επομένως, στον βαθμό που το οικείο κράτος μέλος έχει κάνει γενικώς χρήση της εξουσιοδοτήσεως αυτής, είναι αναμενόμενο ο παραγωγός SLOM να στηρίζεται, βάσει της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, στο γεγονός ότι θα χορηγηθεί και στον ίδιο ειδική ποσότητα αναφοράς κατά τη λήξη της μισθωτικής συμβάσεως (38).
70. Κατά τα λοιπά, ο αναιρεσείων δεν μπορεί, προκειμένου να αποδείξει την ύπαρξη ευθύνης της Κοινότητας και σε σχέση με την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, να επικαλεστεί ότι στις Κάτω Χώρες, όπως υποστηρίζει, οι «συνηθισμένοι» παραγωγοί μπορούσαν να μεταβιβάζουν την ποσότητά τους αναφοράς σε άλλη εκμετάλλευση. Δεδομένου ότι αυτή η δυνατότητα μεταβιβάσεως, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναπτύξεις, δεν βρίσκει έρεισμα στο κοινοτικό δίκαιο, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί προσβολή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης από τα όργανα της Κοινότητας. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, ισχύει γενικώς το ότι η επίκληση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης έναντι κοινοτικής ρυθμίσεως είναι δυνατή μόνο στον βαθμό που η ίδια η Κοινότητα δημιούργησε μια κατάσταση η οποία μπορεί να προκαλέσει δικαιολογημένη εμπιστοσύνη (39).
71. Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι το Πρωτοδικείο παραβίασε την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ότι ερμήνευσε εσφαλμένα την απόφαση Herbrink ή ότι δεν έλαβε υπόψη του την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των κρατών μελών και της Κοινότητας πρέπει να απορριφθούν.
72. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, ορθώς το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η Κοινότητα ευθύνεται μόνο για τη ζημία την οποία υπέστη ο ενάγων μέχρι τις 13 Μαΐου 1986. Στον βαθμό που οι διαπιστώσεις του Πρωτοδικείου σε σχέση με την απαίτηση περί υπάρξεως αιτιώδους συνάφειας είναι πλημμελής, προκύπτει από τη νομολογία ότι τούτο δεν έχει συνέπειες εφόσον εξ άλλων λόγων συνάγεται ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ορθώς τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων που στοιχειοθετούν την εξωσυμβατική ευθύνη (40). Όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναπτύξεις μου (41), αυτό συμβαίνει εν προκειμένω.
73. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί.
Β – Επί της παραγραφής των αξιώσεων αποζημιώσεως (δεύτερος και τρίτος λόγος αναιρέσεως)
1. Κύρια επιχειρήματα των διαδίκων
74. Τόσο ο πρώτος όσο και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως βάλλει κατά της εκτιμήσεως του Πρωτοδικείου ότι οι επίδικες αξιώσεις αποζημιώσεως έχουν παραγραφεί. Στο πλαίσιο του δευτέρου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η εκτίμηση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ως προς την παραγραφή είναι εσφαλμένη στον βαθμό που το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε ότι ο χρόνος παραγραφής διακόπηκε κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της 31ης Μαρτίου 1989 και της δημοσιεύσεως της ανακοινώσεως στις 5 Αυγούστου 1992. Στο πλαίσιο του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η εκτίμηση σχετικά με την παραγραφή είναι εσφαλμένη, στον βαθμό που το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η παραγραφή δεν είχε διακοπεί ή ανασταλεί ούτε και για το χρονικό διάστημα από της 5ης Αυγούστου 1992 και εντεύθεν. Συναφώς, δύο είναι τα στοιχεία που αποτελούν ουσιαστικά τη βάση των δύο λόγων αναιρέσεως. Αφενός, ο αναιρεσείων θεωρεί ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992, ήτοι δεν συνήγαγε εξ αυτής τις ορθές συνέπειες σε σχέση με την παραγραφή. Αφετέρου, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη πραγματικά περιστατικά και ότι παραβίασε την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως (42). Επομένως, η απόφαση στο σύνολό της παραβιάζει τις αρχές της ισότητας, της ασφάλειας δικαίου, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως.
75. Συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων υποστηρίζει κατ’ ουσίαν ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή παραιτήθηκαν με την ανακοίνωσή τους της 5ης Αυγούστου 1992 έναντι μιας ομάδας παραγωγών SLOM, στην οποία περιλαμβάνεται και ο ίδιος ο αναιρεσείων, της προβολής της ενστάσεως παραγραφής των αξιώσεων αποζημιώσεως, ήτοι με δική τους πράξη παραιτήθηκαν του δικαιώματος αυτού. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η ανακοίνωση αυτή σκοπίμως έχει γενικότερη διατύπωση, δεδομένου ότι στο άρθρο 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου (νυν άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου (43)) εμπίπτει και το έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1989. Κατά τα λοιπά, η ερμηνεία του άρθρου 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου δεν έχει, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, αποφασιστική σημασία, διότι ο ίδιος επικαλέστηκε ενώπιον του Πρωτοδικείου τη συντελεσθείσα με την ανακοίνωση παραίτηση από του σχετικού δικαιώματος και όχι τη διάταξη αυτή. Εν πάση περιπτώσει, από τη διατύπωση της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992 προκύπτει με σαφήνεια ότι η Κοινότητα δεν μπορεί πλέον να επικαλεστεί την παραγραφή των αξιώσεων αποζημιώσεως έναντι των παραγωγών SLOM στους οποίους έχει γίνει συμβιβαστική προσφορά για την καταβολή αποζημιώσεως στο πλαίσιο του κανονισμού 2187/93.
76. Και στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με την Επιτροπή μετά το 1993 για την καταβολή αποζημιώσεως με συμβιβαστική προσφορά, η Επιτροπή δεν επικαλέστηκε την παραγραφή έναντι των παραγωγών SLOM οι οποίοι περιλαμβάνονταν στο έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1989, και δη ανεξάρτητα από το γεγονός ότι οι παραγωγοί SLOM είχαν εν τω μεταξύ ασκήσει αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου. Κατά τον αναιρεσείοντα, κακώς το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του το γεγονός αυτό.
77. Περαιτέρω, το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του ούτε το γεγονός ότι η Επιτροπή στο πλαίσιο της έγγραφης διαδικασίας επί της υποθέσεως Antonissen κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (44) ανακάλεσε, κατόπιν του εγγράφου της 31ης Μαρτίου 1989, την ένσταση περί παραγραφής και, ως εκ τούτου, αναγνώρισε εκ νέου ότι η Κοινότητα δεν μπορεί να επικαλεστεί την παραγραφή. Κατά τα λοιπά, κακώς το Πρωτοδικείο του επέβαλε με τη σκέψη 72 το βάρος αποδείξεως σχετικά με τις δηλώσεις υπαλλήλου της Επιτροπής και δεν έλαβε υπόψη του ότι οι δηλώσεις αυτές αποτελούν τουλάχιστον έμμεση αναγνώριση της διακοπής του χρόνου παραγραφής που επήλθε με την επιστολή της 31ης Μαρτίου 1989 σε συνδυασμό με την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992.
78. Ακολούθως, ο αναιρεσείων βάλλει συγκεκριμένα κατά των περαιτέρω αναπτύξεων του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 62 έως 70 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. Ως προς τις σκέψεις 62 και 63 της αποφάσεως, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι, όσον αφορά τη διακοπή της παραγραφής, δεν επικαλέστηκε το άρθρο 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, αλλά την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992. Οι αναπτύξεις στη σκέψη 65, σύμφωνα με τις οποίες η παραίτηση που περιέχει η ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992 αποτελεί μονομερή πράξη, είναι άνευ σημασίας όσον αφορά τα δικαιώματα του αναιρεσείοντος. Κατά την άποψή του, το ζητούμενο δεν είναι το τι επεδίωκαν το Συμβούλιο και η Επιτροπή εν γένει με την ανακοίνωση, αλλά το ποια έννομη σχέση υφίσταται μεταξύ της Κοινότητας και του αναιρεσείοντος εν όψει του περιεχομένου της ανακοινώσεως και των προαναφερθεισών λοιπών περιστάσεων.
79. Η επιχειρηματολογία του Πρωτοδικείου στις σκέψεις 66 και 67 είναι ακατάληπτη και εσφαλμένη, διότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του, αφενός, τη διαφορετική διατύπωση μεταξύ της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992 και του άρθρου 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου και, αφετέρου, την προεκτεθείσα σημασία την οποία προσέδωσε η Επιτροπή στην ανακοίνωση στην πράξη καθώς και σε σχέση με το έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1989.
80. Κατά τον αναιρεσείοντα, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει περαιτέρω ο λόγος για τον οποίο ο αναιρεσείων έπρεπε να τύχει διαφορετικής μεταχειρίσεως σε σχέση με τους παραγωγούς SLOM έναντι των οποίων η Επιτροπή είχε πράγματι παραδεχτεί ότι οι παραγωγοί αυτοί στηρίζονταν στο γεγονός ότι η παραγραφή είχε διακοπεί με το έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1989 σε συνδυασμό με την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992.
81. Κατά τον αναιρεσείοντα, στις σκέψεις 68 και 69 το Πρωτοδικείο δεν λαμβάνει επιπλέον υπόψη του τη σημασία του καταλόγου τον οποίο απέστειλε η Επιτροπή στις ολλανδικές αρχές σχεδόν αμέσως μετά την έναρξη της ισχύος του κανονισμού 2187/93. Ο κατάλογος αποτελεί μια περαιτέρω διαπίστωση ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε με την επίμαχη ανακοίνωση έναντι των συντακτών του εγγράφου της 31ης Μαρτίου 1989 του δικαιώματος επικλήσεως της παραγραφής. Εντεύθεν προκύπτει ότι είναι εσφαλμένη η διαπίστωση της σκέψεως 70 ότι η εκ παραδρομής μνεία του αναιρεσείοντος στον κατάλογο αυτόν δεν μπορούσε να του δημιουργήσει την πεποίθηση ότι ωφελείτο από τη δέσμευση που περιείχε η ανακοίνωση.
82. Τέλος, ο αναιρεσείων καταλήγει ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε εσφαλμένα το ζήτημα της παραγραφής της αξιώσεως αποζημιώσεως και ότι, αντιθέτως, το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι ότι η Κοινότητα δεν μπορούσε να επικαλεστεί έναντι αυτού την παραγραφή τουλάχιστον για το χρονικό διάστημα μέχρι την 30ή Σεπτεμβρίου 1993 (45). Λόγω του ότι το Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι οι αξιώσεις του είχαν ήδη παραγραφεί κατά την ημερομηνία αυτή στο σύνολό τους, το Πρωτοδικείο, όπως συμπληρώνει ο αναιρεσείων, ουδόλως εξέτασε αν μεταξύ του χρονικού αυτού σημείου και της ασκήσεως της αγωγής στις 29 Απριλίου 1997 υπήρξε μερική παραγραφή. Σε τελευταία ανάλυση, το ζήτημα αυτό θα έπρεπε να διευκρινιστεί και πάλι από το Πρωτοδικείο κατόπιν παραπομπής της υποθέσεως σε αυτό.
83. Το Συμβούλιο απορρίπτει τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος εν μέρει ως απαράδεκτες, σε κάθε περίπτωση δε ως αβάσιμες.
84. Κατά το Συμβούλιο, ο αναιρεσείων επιχειρεί να φέρει ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο της διαφοράς για μια εκ νέου εξέταση, ιδίως όσον αφορά την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών. Εν πάση περιπτώσει, είναι απαράδεκτοι οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος στον βαθμό που αυτός υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο ερμήνευσε εσφαλμένα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά ή ότι δεν τα έλαβε υπόψη του. Συναφώς, το Συμβούλιο αναφέρεται μεταξύ άλλων στις αναπτύξεις του αναιρεσείοντος σχετικά με τον D. Booss. Ωστόσο, επικουρικώς το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι οι αιτιάσεις αυτές είναι και αβάσιμες. Ως απαράδεκτος νέος ισχυρισμός που πρέπει να απορριφθεί είναι, κατά την άποψη τού Συμβουλίου, και ο ισχυρισμός ότι η Επιτροπή παραιτήθηκε του δικαιώματός της να επικαλεστεί την παραγραφή για το χρονικό διάστημα από 31 Μαρτίου 1989 έως 5 Αυγούστου 1992. Αντιθέτως, ο αναιρεσείων προέβαλε ενώπιον του Πρωτοδικείου ότι η επιστολή της 31ης Μαρτίου 1989 διέκοψε –όσον αφορά τον πριν από τις 31 Μαρτίου 1989 χρόνο– την παραγραφή. Το Συμβούλιο παρατηρεί στο πλαίσιο αυτό ότι, εφόσον γίνεται δεκτό ότι υπάρχει παραίτηση από το δικαίωμα προβολής της παραγραφής μέχρι τις 5 Αυγούστου 1992, η ένσταση της παραγραφής δεν μπορεί να προβληθεί για τον πριν από την ημερομηνία αυτή χρόνο. Αντιθέτως, αν γίνει δεκτό ότι υπάρχει διακοπή της παραγραφής, τότε κατά πάγια νομολογία αχρηστεύεται τελείως το πλεονέκτημα της διακοπής, εφόσον δεν ασκηθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας αγωγή ενώπιον του Πρωτοδικείου. Το Συμβούλιο παρατηρεί επίσης γενικώς ότι ο αναιρεσείων επικαλείται μόνον παραίτηση της Επιτροπής από το δικαίωμα προβολής της ενστάσεως παραγραφής, ενώ μια τέτοιου είδους παραίτηση θα μπορούσε εν προκειμένω να επιχειρηθεί εγκύρως μόνον και από τα δύο εμπλεκόμενα όργανα.
85. Κατά το Συμβούλιο, είναι αβάσιμη η επιχειρηματολογία του αναιρεσείοντος ότι το Πρωτοδικείο δεν έλαβε υπόψη του τη σημασία της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992 και τις συνέπειες που έπρεπε να συναχθούν από το έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1989. Το Συμβούλιο επικαλείται μεταξύ άλλων το άρθρο 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση που το κοινοτικό όργανο απορρίψει την αξίωση, η παραγραφή των αξιώσεων βάσει της αστικής ευθύνης της Κοινότητας μπορεί, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, να διακοπεί μόνον εφόσον ασκηθεί αγωγή εντός δύο μηνών. Κατά το Συμβούλιο, ούτε υπήρξε απάντησή του επί του εγγράφου της 31ης Μαρτίου 1989 –πράγμα το οποίο ισοδυναμεί με σιωπηρή απόρριψη– ούτε ο αναιρεσείων άσκησε αγωγή εντός της προβλεπομένης προθεσμίας των δύο μηνών.
86. Το Συμβούλιο αρνείται τον ισχυρισμό ότι το έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1989 περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992 και ότι, ως εκ τούτου, το έγγραφο αυτό διέκοψε –αναδρομικά– την παραγραφή. Κατά την άποψή του, το Πρωτοδικείο ερμήνευσε ορθώς την εν λόγω ανακοίνωση βάσει του άρθρου 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, το οποίο, ως διάταξη του πρωτογενούς δικαίου, έχει αποφασιστική σημασία για τα κοινοτικά όργανα.
87. Περαιτέρω, το Συμβούλιο υποστηρίζει ότι ορθώς το Πρωτοδικείο δεν συνήγαγε υπέρ του αναιρεσείοντος δικαιώματα από αποφάσεις της Επιτροπής τις οποίες η Επιτροπή είχε λάβει για συγκεκριμένους άλλους παραγωγούς SLOM, δεδομένου ότι η θέση του αναιρεσείοντος ήταν διαφορετική. Η παραίτηση από το δικαίωμα προβολής της ενστάσεως παραγραφής έναντι των παραγωγών αυτών πρέπει να εξεταστεί σε σχέση με την προσπάθεια να επιτευχθεί εξωδικαστικός διακανονισμός με τους παραγωγούς των οποίων οι αξιώσεις αποζημιώσεως δεν είχαν εισέτι εξ ολοκλήρου παραγραφεί και για τους οποίους εξεταζόταν το ενδεχόμενο καταβολής αποζημιώσεως. Δεν επρόκειτο για αφηρημένη ή γενική παραίτηση από τα δικαιώματα που έχει η Κοινότητα βάσει του άρθρου 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου. Το Συμβούλιο υπενθυμίζει επίσης ότι ο αναιρεσείων εκ παραδρομής και μόνο περιληφθεί στον κατάλογο των εν λόγω παραγωγών.
88. Η Επιτροπή συμμερίζεται σε μεγάλο βαθμό τις απόψεις του Συμβουλίου. Και κατά την άποψη της, το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να κριθεί βάσει του άρθρου 43 του Oργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου.
89. Η Επιτροπή προβάλλει κατ’ ουσίαν ότι ο αναιρεσείων δεν αμφισβήτησε την –ορθή– διαπίστωση του Πρωτοδικείου ότι οι αξιώσεις αποζημιώσεως παραγράφηκαν στις 13 Μαΐου 1991, εφόσον η παραγραφή των αξιώσεων αυτών δεν είχε ήδη διακοπεί. Ως μοναδικό γεγονός που διακόπτει την παραγραφή λαμβάνεται υπόψη το έγγραφο της 31ης Μαρτίου 1989. Ωστόσο, δεδομένου ότι κατόπιν του εγγράφου αυτού δεν ακολούθησε η άσκηση αγωγής εντός της προβλεπόμενης στο άρθρο 43 προθεσμίας και δεδομένου ότι ουδέποτε τα κοινοτικά όργανα απάντησαν στο έγγραφο, τίθεται πλέον μόνον το ερώτημα αν τα κοινοτικά όργανα δημιούργησαν στον αναιρεσείοντα την εντύπωση ότι δεν επρόκειτο να επικαλεστούν έναντι αυτού την παραγραφή. Ωστόσο, η ανακοίνωση απευθυνόταν σαφώς στους παραγωγούς οι οποίοι πληρούσαν τις προϋποθέσεις της αποφάσεως Mulder II, ήτοι σε παραγωγούς οι οποίοι διέθεταν οριστική ποσότητα αναφοράς και των οποίων οι αξιώσεις δεν είχαν εισέτι παραγραφεί. Επομένως, ο αναιρεσείων δεν περιλαμβανόταν στην ομάδα των παραγωγών έναντι των οποίων η Επιτροπή είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα προβολής της παραγραφής. Τούτο ουδόλως μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων μνημονευόταν στον κατάλογο ο οποίος απεστάλη στις ολλανδικές αρχές, διότι δεν επρόκειτο να του απευθυνθεί συμβιβαστική προσφορά αποζημιώσεως στο πλαίσιο του κανονισμού 2187/93, ο δε κατάλογος αυτός απεστάλη ακριβώς για τον σκοπό αυτόν. Το Πρωτοδικείο ορθώς διέλαβε όλα τα ανωτέρω στις σκέψεις 68 έως 71 της αποφάσεώς του.
2. Εκτίμηση
α) Επί της διακοπής ή της αναστολής του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων αποζημιώσεως εν γένει
90. Προκειμένου να εξεταστούν τα αναιρεσιβαλλόμενα σημεία του σκεπτικού της αποφάσεως και προκειμένου να καταστεί εφικτή η κατάταξη των αιτιάσεων του αναιρεσείοντος αντιστοίχως προς αυτά, πρέπει κατ’ αρχάς να εξεταστεί η ρύθμιση περί παραγραφής που εφαρμόζεται στις αξιώσεις βάσει εξωσυμβατικής ευθύνης.
91. Κατ’ αρχάς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι στο άρθρο 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου (νυν άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου (46)), το οποίο ρυθμίζει σε επίπεδο πρωτογενούς δικαίου την παραγραφή των αξιώσεων βάσει εξωσυμβατικής ευθύνης, γίνεται λόγος μόνο για διακοπή και όχι για αναστολή της παραγραφής (47).
92. Όπως ορθώς τόνισε το Πρωτοδικείο στη σκέψη 62, η παραγραφή μπορεί να διακοπεί, σύμφωνα με τη διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως, με δύο τρόπους, και δη είτε διά της καταθέσεως του δικογράφου της αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου είτε διά της προηγουμένης αιτήσεως που ο ζημιωθείς απευθύνει στο αρμόδιο όργανο της Κοινότητας. Ωστόσο, στην τελευταία περίπτωση η παραγραφή διακόπτεται μόνο στην περίπτωση που μετά την προβολή των αξιώσεων αυτών κατατεθεί αγωγή εντός των εκάστοτε προβλεπομένων στα άρθρα 230 ΕΚ ή 232 ΕΚ προθεσμιών (48).
93. Ωστόσο, το Πρωτοδικείο, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο με την απόφασή του Roquette Frères κατά Επιτροπής, δεν μπορεί κατ’ αρχήν να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της βάσει του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου παραγραφής (49).
94. Επομένως, τα εναγόμενα όργανα, ήτοι τα πρόσωπα κατά των οποίων στρέφονται οι σχετικές αξιώσεις, μπορούν να εμποδίσουν την απόρριψη αξιώσεως αποζημιώσεως λόγω παραγραφής βάσει του άρθρου 46 του Οργανισμού –και, επομένως, να παρατείνουν κατ’ αποτέλεσμα τον χρόνο παραγραφής– παραιτούμενα του δικαιώματός τους προβολής της παραγραφής.
95. Στο πλαίσιο αυτό, το Πρωτοδικείο έχει δεχθεί με πάγια νομολογία του στον τομέα της αποζημιώσεως παραγωγών SLOM ότι τα κοινοτικά όργανα μπορούν να παραιτηθούν και εκ των προτέρων από το δικαίωμα προβολής της ενστάσεως παραγραφής έναντι συγκεκριμένης ομάδας καθώς και σε σχέση με ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (50).
96. Μολονότι τούτο μπορεί να θεωρηθεί ως περαιτέρω εξέλιξη της προαναφερθείσας νομολογίας Roquette‑Frères, με την οποία το Δικαστήριο έκρινε ότι η παραγραφή που προβλέπει το άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου αποτελεί κατά βάση ένσταση από την οποία είναι δυνατή η παραίτηση, το κρίσιμο ζήτημα είναι ποιες συνέπειες πρέπει να συναχθούν από μια εκ των προτέρων δηλωθείσα παραίτηση από το δικαίωμα προβολής της ενστάσεως παραγραφής στην περίπτωση που τα κοινοτικά όργανα, παρά την παραίτηση αυτή, επικαλούνται εντούτοις ενώπιον του Πρωτοδικείου την παραγραφή της αξιώσεως αποζημιώσεως σύμφωνα με το άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου.
97. Στην περίπτωση αυτή θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι το Πρωτοδικείο δεσμεύεται πλήρως από το άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, ήτοι σε σχέση με ολόκληρο τον χρόνο της παραγραφής, και δη με τη συνέπεια ότι το Πρωτοδικείο θα έπρεπε ενδεχομένως να διαπιστώνει την παραγραφή των αξιώσεων αποζημιώσεως. Στην περίπτωση αυτή, ο ζημιωθείς, προς τον οποίον παρέχονται διαβεβαιώσεις ως προς την παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της ενστάσεως παραγραφής και ο οποίος, ως εκ τούτου, δεν άσκησε νωρίτερα αγωγή, θα μπορούσε μόνο να προσπαθήσει με χωριστή αγωγή αποζημιώσεως, στηριζόμενη στην παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, να ζητήσει την επανόρθωση της ζημίας του.
98. Ωστόσο, η νομολογία του Πρωτοδικείου ακολούθησε άλλο δρόμο. Χαρακτήρισε αυτού του είδους την εκ των προτέρων δηλωθείσα παραίτηση από την ένσταση παραγραφής ως εκούσια αυτοδέσμευση η οποία έχει ως συνέπεια ότι τα κοινοτικά όργανα δεν μπορούν να επικαλεστούν την παραγραφή για το χρονικό διάστημα το οποίο, σύμφωνα με τα δεδομένα της συγκεκριμένης περιπτώσεως, καλύπτει η παραίτηση από την ένσταση παραγραφής. Το καλυπτόμενο από την παραίτηση από την ένσταση παραγραφής χρονικό διάστημα λήγει πριν από τη λήξη του χρόνου παραγραφής και, ως εκ τούτου, η παραίτηση από την ένσταση παραγραφής λειτουργεί κατ’ αποτέλεσμα ως γεγονός που αναστέλλει την παραγραφή (51).
99. Εν πάση περιπτώσει, η υπάρχουσα λύση, σε περίπτωση που γίνει δεκτό ότι υπάρχει αναστολή της παραγραφής, επιβάλλεται κατά πάγια νομολογία του Πρωτοδικείου για λόγους ασφάλειας δικαίου και οικονομίας της διαδικασίας.
100. Δεδομένου ότι η δυνατότητα αυτή της αναστολής της παραγραφής στηρίζεται λιγότερο στις διατάξεις του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και περισσότερο στην παραίτηση από το δικαίωμα επικλήσεως του άρθρου αυτού από το πρόσωπο κατά του οποίου στρέφεται η αξίωση αποζημιώσεως, φρονώ ότι η ανωτέρω δυνατότητα δεν ανατρέπεται ούτε και από το γεγονός ότι το άρθρο αυτό κάνει λόγο μόνο για διακοπή της παραγραφής.
101. Όσον αφορά την παύση του χρόνου παραγραφής των αξιώσεων αποζημιώσεως πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ, αφενός, της δυνατότητας διακοπής που προβλέπει το άρθρο 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και, αφετέρου, της κατά την προπεριγραφείσα έννοια αναστολής.
β) Ειδικότερα επί της εκτιμήσεως της παραγραφής στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
102. Όσον αφορά την εκτίμηση της παραγραφής στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε κατ’ αρχάς με τις σκέψεις 62 και 63 αν υπήρξε διακοπή του χρόνου παραγραφής κατά την έννοια του άρθρου 46 του οργανισμού του Δικαστηρίου.
103. Όσον αφορά το ζήτημα της παραγραφής, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναπτύξεις μου, ορθώς το Συμβούλιο και η Επιτροπή επικαλέστηκαν τη μη άσκηση αγωγής από τον αναιρεσείοντα (κατόπιν του από 31 Μαρτίου 1989 εγγράφου το οποίο απευθυνόταν προς τα κοινοτικά όργανα) και ορθώς το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε για τον λόγο αυτό με τη σκέψη 63 ότι υπήρξε διακοπή της παραγραφής.
104. Ωστόσο, στις περαιτέρω σκέψεις της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως το Πρωτοδικείο δεν ασχολείται με το ζήτημα της διακοπής της παραγραφής, αλλά με το αν υπάρχει αναστολή της παραγραφής κατά την προεκτεθείσα έννοια (52) και με το ότι, ως εκ τούτου, δεν ασκεί επιρροή το αν ασκήθηκε αγωγή κατά την έννοια του άρθρου 46 του Οργανισμού του Δικαστηρίου, αλλά το αν υπάρχει αντίστοιχη παραίτηση από την ένσταση παραγραφής.
105. Όπως τονίζει το Πρωτοδικείο με τη σκέψη 64 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ο αναιρεσείων προέβαλε κατά την ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία ότι το Συμβούλιο και η Επιτροπή είχαν δεσμευθεί έναντι αυτού να παραιτηθούν από την ένσταση παραγραφής για το χρονικό διάστημα από 31 Μαρτίου 1989.
106. Ως εκ τούτου, το Πρωτοδικείο εξέτασε με τις σκέψεις 65 έως 72 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αν και κατά πόσον υπό το πρίσμα των προβληθεισών από τον αναιρεσείοντα πράξεων και περιστάσεων, ιδίως υπό το πρίσμα της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992 και του εγγράφου του αναιρεσείοντος της 31ης Μαρτίου 1989, το Συμβούλιο και η Επιτροπή είχαν πράγματι αναλάβει έναντι του αναιρεσείοντος τη δέσμευση να παραιτηθούν από την ένσταση παραγραφής.
107. Ωστόσο, το ζήτημα αν και σε ποιο βαθμό το Συμβούλιο και η Επιτροπή, με την ανακοίνωση της 5ης Αυγούστου 1992 σε συνδυασμό με το έγγραφο του αναιρεσείοντος της 31ης Μαρτίου 1989 και σύμφωνα με τις λοιπές μνημονευθείσες από τον αναιρεσείοντα περιστάσεις, ανέλαβαν πράγματι έναντι αυτού τη δέσμευση να παραιτηθούν από την ένσταση παραγραφής αποτελεί ζήτημα αναγόμενο στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών το οποίο δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο του Δικαστηρίου. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η αίτηση αναιρέσεως μπορεί να στηρίζεται μόνο σε λόγους οι οποίοι αφορούν την παράβαση κανόνων δικαίου όχι όμως σε λόγους που αφορούν την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών (53).
108. Επομένως, οι στρεφόμενες κατά των ανωτέρω σκέψεων της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, οι οποίες αποτελούν τον πυρήνα του δεύτερου και τρίτου λόγου αναιρέσεως και αφορούν τη σημασία της ανακοινώσεως της 5ης Αυγούστου 1992, της επιστολής της 31ης Μαρτίου 1989, του καταλόγου που απεστάλη στις ολλανδικές αρχές και τις δηλώσεις του D. Booss, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες.
109. Τέλος, στον βαθμό που οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι, κατά την άποψή του, το Πρωτοδικείο παραβίασε κατά την εκτίμηση του ζητήματος της παραγραφής την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως, αρκεί η διαπίστωση ότι το Πρωτοδικείο εξέτασε τα επιχειρήματα που ο αναιρεσείων προέβαλε ενώπιόν του κατά της παραγραφής, όπως αυτά συνοπτικώς εκτίθενται στις σκέψεις 52 έως 57 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι έλεγξε το ενδεχόμενο διακοπής (54) ή αναστολής (55) και ότι στη βάση αυτή συνήγαγε ότι δεν υπήρξε διακοπή ή αναστολή της παραγραφής από τις 13 Μαΐου 1991. Επομένως, το Πρωτοδικείο δεν παραβίασε την υποχρέωσή του αιτιολογήσεως.
110. Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο εκτίμησε ορθώς το ζήτημα της παραγραφής και ότι ο δεύτερος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι και εν πάση περιπτώσει ως αβάσιμοι κατά τα λοιπά.
VII – Δικαστικά έξοδα
111. Σύμφωνα με το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, το οποίο βάσει του άρθρου του 118 εφαρμόζεται επί των αναιρετικών διαδικασιών, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Στην περίπτωση που όλοι οι λόγοι αναιρέσεως του αναιρεσείοντος απορριφθούν, σύμφωνα με τις προτάσεις μου, ως αβάσιμοι ή ως απαράδεκτοι, ο αναιρεσείων πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα.
VIII – Πρόταση
112. Κατόπιν των ανωτέρω, προτείνω στο Δικαστήριο:
– να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως και
– να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
1 – Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
2 – Τ-143/97 (Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-277).
3 – Από τα ολλανδικά «slachten en omschakelen».
4 – Κανονισμός του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 1977 περί συστάσεως καθεστώτος πριμοδοτήσεων για την μη διάθεση σε εμπορία του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και την αναδιάρθρωση των αγελών βοοειδών γαλακτοπαραγωγής (JO L 131, σ. 1· δεν υπάρχει επίσημη ελληνική μετάφραση του κανονισμού αυτού).
5 – Κανονισμός (ΕΟΚ) 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13).
6 – C-162/01 P και C-163/01 P, εκκρεμούσες ενώπιον του Δικαστηρίου.
7 – Προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 6, σκέψεις 6 έως 26.
8 – ΕΕ L 84, σ. 2.
9 – ΕΕ L 139, σ. 12.
10 – ΕΕ L 110, σ. 27.
11 – ΕΕ L 68, σ. 1.
12 – C-104/89 και C-37/90 (Συλλογή 1992, σ. Ι-3061).
13 – ΕΕ C 198, σ. 4.
14 – ΕΕ L 196, σ. 6.
15 – Και δη, όπως ορίζει το άρθρο 2 του κανονισμού αυτού, υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 3α, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84, στις 29 Μαρτίου 1991, σύμφωνα με τον κανονισμό 764/89, και την 1η Ιουλίου 1993, βάσει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1639/91 του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 1991, περί τροποποιήσεως του κανονισμού 857/84 (ΕΕ L 150, σ. 35).
16 – Σκέψεις 14 έως 21.
17 – Βλ. σκέψεις 27 και 41 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
18 – Σκέψη 30 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
19 – Βλ. σκέψη 31.
20 – Σκέψεις 38 έως 42 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
21 – Σκέψεις 44 έως 49 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
22 – Σκέψη 50 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
23 – Σκέψεις 59 και 60 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
24 – Σκέψη 61 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
25 – Σκέψεις 62 έως 72 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
26 – Σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
27 – Προπαρατεθείσα [στο σημείο 26 ανωτέρω (σκέψη 48 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως)], σκέψη 15.
28 – Απόφαση του College van Beroep voor het bedrijfsleven, της 3ης Ιουλίου 1996, 94/1619/060/198.
29 – Ιδίως από τη σκέψη 32.
30 – Προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σκέψη 22.
31 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 4ης Οκτωβρίου 1979, 64/76 και 113/76, 167/78 και 239/78, 27/79, 28/79 και 45/79, Dumortier frères κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1979/ΙΙ, σ. 515, σκέψη 21), και της 5ης Οκτωβρίου 1988, 180/87, Hamill κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 6141, σκέψη 14).
32 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 9ης Δεκεμβρίου 1965, 29/63, 31/63, 36/63, 39/63 έως 47/63, 50/63 και 51/63, Société anonyme des laminoirs, hauts fourneaux, forges, fonderies et usines de la Providence κ.λπ. κατά Ανωτάτης Αρχής (Συλλογή τόμος 1965-1968, σ. 197), καθώς και της 14ης Ιουλίου 1967, 5/66, 7/66 και 13/66 έως 24/66, Kampffmeyer κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή 1965-1968, σ. 571).
33 – Βλ. σχετικά με τη διάσπαση της αιτιώδους συνάφειας λόγω της συμπεριφοράς του ζημιωθέντος π.χ. τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 28ης Ιανουαρίου 1992 στην υπόθεση Mulder II (απόφαση προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 12, σημείο 38), καθώς και την απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1982, 26/81, Oleifici Mediterranei κατά ΕΟΚ (Συλλογή 1982, σ. 3057, σκέψη 23).
34 – Για ένα παράδειγμα παρεμφερούς περιπτώσεως στην οποία δεν έγινε δεκτό ότι στοιχειοθετείται ευθύνη για τη ζημία που προκλήθηκε λόγω της πλημμελούς εφαρμογής μιας συγκεκριμένης προϋποθέσεως που αφορούσε κοινοτική συμμετοχή, διότι δεν αποδείχθηκε ότι θα επληρούντο οι λοιπές προϋποθέσεις για τη συμμετοχή αυτή, βλ. την απόφαση του Πρωτοδικείου της 18ης Μαΐου 1995, T-478/93, Wafer Zoo κατά Επιτροπής (Συλλογή 1995, σ. ΙΙ-1479, σκέψη 49).
35 – Βλ. τις αποφάσεις της 17ης Απριλίου 1997, C-15/95, ΕΑRL de Kerlast (Συλλογή 1997, σ. Ι-1961, σκέψη 17), και Hebrink (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 27), σκέψη 13.
36 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 28ης Απριλίου 1988, 120/86, Mulder (Συλλογή 1988, σ. 2321, σκέψη 24), 170/86, Von Deetzen (Συλλογή 1988, σ. 2355, σκέψη 13), και της 3ης Δεκεμβρίου 1992, C-264/90, Wehrs (Συλλογή 1992, σ. Ι-6285, σκέψη 8). Βλ. επίσης τις αναπτύξεις μου επί της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης στις προτάσεις μου της 18ης Σεπτεμβρίου 2003 επί των συνεκδικασθεισών υποθέσεων Bouma και Beusmens (προπαρατεθείσες στην υποσημείωση 6), ιδίως τα σημεία 74 επ.
37 – Βλ. απόφαση Herbrink, σκέψη 13.
38 – Αυτόθι, σκέψη 15.
39 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 10ης Ιανουαρίου 1992, C-177/90, Kühn (Συλλογή 1992, σ. Ι-35, σκέψη 14), της 15ης Φεβρουαρίου 1996, C-63/93, Duff κ.λπ. (Συλλογή 1996, σ. Ι-569, σκέψη 20), καθώς και της 6ης Μαρτίου 2003, C-14/01, Niemann (Συλλογή 2003, σ. Ι-2279, σκέψη 56).
40 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 9ης Ιουνίου 1992, C-30/91 P, Lestelle κατά Επιτροπής (Συλλογή 1992, σ. Ι-3755, σκέψη 28), της 10ης Ιουλίου 2003, C-472/00 P, Επιτροπή κατά Fresh Marine (Συλλογή 2003, σ. Ι-7541, σκέψη 23), της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, C-93/02 P, Biret International κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (μη εισέτι δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 60), της 19ης Μαΐου 1994, C-36/92 P, SEP κατά Επιτροπής (Συλλογή 1994, σ. Ι-1911, σκέψη 33), και της 12ης Νοεμβρίου 1996, C-294/95 P, Ojha κατά Επιτροπής (Συλλογή 1996, σ. Ι-5863, σκέψη 52).
41 – Βλ. ιδίως τα σημεία 68 έως 79.
42 – Επί του ζητήματος αυτού βλ. τις αναπτύξεις του αναιρεσείοντος επί του δεύτερου και του τρίτου λόγου αναιρέσεως στα σημεία 27 και 28 του υπομνήματος απαντήσεως.
43 – Στη συνέχεια, στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας των διαδίκων, θα συνεχίσω να αναφέρομαι στο άρθρο 43 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου.
44 – Διάταξη του Προέδρου του Πρωτοδικείου της 21ης Μαρτίου 1997, T-179/96 R (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-425).
45 – Ημερομηνία κατά την οποία άρχισε και πάλι η διακοπείσα παραγραφή σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 2187/93, όπως υποστηρίζει ο αναιρεσείων.
46 – Στη συνέχεια των προτάσεών μου θα γίνεται λόγος για το άρθρο 46 του Οργανισμού.
47 – Βλ. τη διάταξη του Δικαστηρίου της 18ης Ιουλίου 2002, C-136/01 P, Autosalone Ispra dei Fratelli Rossi κατά Επιτροπής (Συλλογή 2002, σ. Ι-6565, σκέψη 56).
48 – Βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 5ης Απριλίου 1973, 11/72, Giordano κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 511, σκέψη 6).
49 – Απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, 20/88, Roquette Frères κατά Επιτροπής (Συλλογή 1989, σ. 1553, σκέψη 12).
50 – Βλ., μεταξύ άλλων, την προπαρατεθείσα απόφαση Steffens κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψεις 37 έως 41, καθώς και την απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1997, T‑195/94 και T‑202/94, Quiller και Heusmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. II‑2247, σκέψη 136). Βλ. συναφώς Heukels T., McDonnell A., «Limitation of the Action for Damages Against the Community: Considerations and New Developments» στο The Action for Damages in Community Law, 1997, σ. 217 (ιδίως τις σελίδες 239 επ.).
51 – Bλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου T-195/94 (προπαρατεθείσα στην υποσημείωση 50), σκέψεις 137 έως 139 καθώς και 142, και της 16ης Απριλίου 1997, T-20/94 Hartmann κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1997, σ. ΙΙ-595, σκέψεις 135 έως 140). Βλ. επίσης συναφώς S. Hackspiel, Kommentar zu Artikel 43, στο: H. von der Groeben/J. Thiesing/C. Ehlermann (εκδότες), Kommentar zum EU-/EG-Vertrag, 5η έκδοση 1997, τόμος 4, σ. 858 (αριθ. παραγράφου 6), M. Núñez Müller, Die Verjährung außervertraglicher Schadenersatzansprüche gegen die EG, EuZW 20/1999, σ. 611 (ιδίως τις σελίδες 614 επ.).
52 – Συναφώς, το Πρωτοδικείο διαπιστώνει στη σκέψη 73 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι «δεν υπήρξε διακοπή ή αναστολή της παραγραφής».
53 – Βλ., μεταξύ άλλων, τις αποφάσεις της 2ας Οκτωβρίου 2001, C-449/99 P, EΤΕ κατά Hautem (Συλλογή 2001, σ. Ι-6733, σκέψη 44), της 7ης Νοεμβρίου 2002, C-184/01 P, Hirschfeldt (Συλλογή 2002, σ. Ι-10173, σκέψη 40), της 8ης Μαΐου 2003, C-122/01 P, T. Port κατά Επιτροπής (Συλλογή 2003, σ. Ι-4261, σκέψη 27), και της 5ης Ιουνίου 2003, C-121/01 P, O’Hannrachain κατά Κοινοβουλίου (Συλλογή 2003, σ. Ι-5539, σκέψη 35).
54 – Βλ. σκέψη 63 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
55 – Βλ. σκέψεις 64 έως 72 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως.
Full & Egal Universal Law Academy