Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Στην υπό κρίση υπόθεση, ο αναιρεσείων P. Hirschfeldt, ζητεί από το Δικαστήριο να αναιρέσει την απόφαση που εκδόθηκε στην υπόθεση T-166/00 (στο εξής: αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση) και να ακυρώσει τις δύο αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος (στο εξής: ΕΟΠ) που ήσαν υπό κρίση στην υπόθεση αυτή.
2. Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αφορούσε δύο αποφάσεις που έλαβε ο ΕΟΠ ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή (ΑΔΑ). Η πρώτη απόφαση αφορούσε την ακύρωση ενός εσωτερικού διαγωνισμού που διοργανώθηκε για την πρόσληψη ενός υπαλλήλου βαθμού Α 4/Α 5 στον ΕΟΠ. Η δεύτερη αφορούσε τη μετάταξη του P. Hirschfeldt, κατόπιν αιτήσεώς του, από την Επιτροπή στον ΕΟΠ. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Πρωτοδικείο απέρριψε το αίτημα του P. Hirschfeldt να ακυρωθεί η πρώτη απόφαση, καθώς και η δεύτερη απόφαση, στον βαθμό που τον κατέτασσε ως υπάλληλο βαθμού Α 5 (αντί βαθμού Α 4).
Οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις
3. Ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Καταστάσεως (στο εξής: ΚΥΚ) καθορίζει τις γενικές διατάξεις σχετικά με την πρόσληψη και τη μετάταξη των υπαλλήλων.
4. To άρθρο 8 του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:
«Ο υπάλληλος που έχει αποσπασθεί σε άλλο όργανο των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δύναται, μετά την πάροδο εξαμήνου, να ζητήσει τη μετάταξή του στο όργανο αυτό.
Αν γίνει δεκτή η αίτηση αυτή, με κοινή συμφωνία του οργάνου από το οποίο προέρχεται ο υπάλληλος και του οργάνου στο οποίο έχει αποσπασθεί, ο υπάλληλος τότε θεωρείται ότι περάτωσε την κοινοτική του σταδιοδρομία στο τελευταίο όργανο. Η μετάταξη αυτή δεν έχει ως συνέπεια την εφαρμογή των οικονομικών διατάξεων που προβλέπονται στον παρόντα κανονισμό επ' ευκαιρία της οριστικής λήξεως των καθηκόντων του υπαλλήλου σε ένα από τα όργανα της Κοινότητας.
Η απόφαση με την οποία γίνεται δεκτή η αίτηση αυτή, αν συνεπάγεται μονιμοποίηση σε βαθμό ανώτερο από εκείνον που έχει ο ενδιαφερόμενος στο όργανο από το οποίο προέρχεται, εξομοιώνεται με προαγωγή και δεν χωρεί παρά μόνο υπό τους όρους που προβλέπονται στο άρθρο 45.»
5. Σύμφωνα με το άρθρο 27, εδάφιο 1, του ΚΥΚ:
«Η πρόσληψη πρέπει να εξασφαλίζει στο όργανο τη συνεργασία υπαλλήλων που κατέχουν τα πιο υψηλά προσόντα ικανότητας, αποδόσεως και ακεραιότητας και επιλέγονται με την ευρύτερη δυνατή γεωγραφική βάση μεταξύ των υπηκόων των κρατών μελών των Κοινοτήτων.»
6. Το άρθρο 29, παράγραφος 1, του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:
«Για την πλήρωση των κενών θέσεων σε όργανο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, αφού εξετάσει:
α) τις δυνατότητες προαγωγής και μεταθέσεως εντός του οργάνου·
β) τις δυνατότητες οργανώσεως εσωτερικών διαγωνισμών στο όργανο·
γ) τις αιτήσεις μετατάξεως υπαλλήλων άλλων οργάνων των τριών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων,
κινεί τη διαδικασία διαγωνισμών βάσει τίτλων, κατόπιν εξετάσεων ή βάσει τίτλων και εξετάσεων. Η διαδικασία διαγωνισμών καθορίζεται στο παράρτημα ΙΙΙ.
Η διαδικασία αυτή δύναται να κινηθεί επίσης με σκοπό την κατάρτιση πίνακα προσληπτέων.»
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
7. Το πλαίσιο των πραγματικών περιστατικών και της διαδικασίας στην υπόθεση αυτή, όπως προκύπτουν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μπορεί να συνοψιστεί ως εξής.
8. O P. Hirschfeldt (στο εξής: αναιρεσείων) εργάσθηκε ως υπάλληλος στη ΓΔ ΧΙ (νυν Γενική Διεύθυνση «Περιβάλλοντος») της Επιτροπής, από το 1987 έως το 1996. Τον Ιανουάριο του 1997, κατόπιν αιτήσεώς του, αποσπάστηκε στον ΕΟΠ. Την περίοδο εκείνη ήταν υπάλληλος βαθμού Α 5. Με ισχύ από τον Απρίλιο του 1997, διορίστηκε οικονομικός διευθυντής του ΕΟΠ ως έκτακτος υπάλληλος βαθμού Α 4.
9. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1999, ο ΕΟΠ δημοσίευσε προκήρυξη εσωτερικού διαγωνισμού για την πρόσληψη υπαλλήλου βαθμού Α 5/Α 4 για τη θέση του προϊσταμένου του τμήματος οικονομικών του ΕΟΠ (διαγωνισμός ΕΕΑ/Τ/99/1). Ο αναιρεσείων υπέβαλε την υποψηφιότητά του για τον διαγωνισμό αυτό στις 23 Σεπτεμβρίου 1999.
10. Με έγγραφο της 22ας Σεπτεμβρίου 1999, απευθυνόμενο προς τον Jiménez-Beltrán, εκτελεστικό διευθυντή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, ο διευθυντής της διευθύνσεως Α «Πολιτική προσωπικού» της ΓΔ ΙΧ (νυν Γενικής Διευθύνσεως «Προσωπικό και Διοίκηση»), S. Bisarre, διατύπωσε αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα του σχεδιαζομένου διαγωνισμού. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«H απόφαση προκηρύξεως διαγωνισμού για τη θέση του υπευθύνου του τμήματος Οικονομικών είναι διττώς επικριτέα: αφενός, είναι αντίθετη προς την πολιτική που υιοθετήθηκε κατόπιν αιτήσεως των οργανισμών και η οποία εξακολουθεί να γίνεται δυσχερώς δεκτή από την εκπροσώπηση του προσωπικού της Επιτροπής· αφετέρου, δεν ανταποκρίνεται σε αναμφισβήτητη υπηρεσιακή ανάγκη, καθόσον ο επιδιωκόμενος σκοπός - ήτοι η κάλυψη της θέσεως που θα κενωθεί τον Φεβρουάριο 2000 - μπορεί να επιτευχθεί ευχερέστερα με τη χρησιμοποίηση της μετατάξεως.
[...]
Οφείλω συνεπώς να σας καλέσω να σκεφθείτε εκ νέου τη σκοπιμότητα της διοργανώσεως του διαγωνισμού EEA/T/99/1 και να επανεξετάσετε τη δυνατότητα μετατάξεως [του προσφεύγοντος στον ΕΟΠ], στον βαθμό και στο κλιμάκιο που είχε κατά την απόσπασή του. Όπως σας έχουν ήδη αναφέρει οι υπηρεσίες μου [ο ΕΟΠ] θα μπορεί εν συνεχεία να τον προαγάγει στον ανώτερο βαθμό μόλις πληρωθούν οι προϋποθέσεις του ΚΥΚ.
[...]
Αν ωστόσο προτιμάτε να συνεχίσετε στην κατεύθυνση του εσωτερικού διαγωνισμού, η ΓΔ [ΙΧ] θα βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να μη συνεργαστεί στον διαγωνισμό αυτό ούτε σε κανένα άλλο από εκείνους που στο μέλλον θα διοργανώσετε για να καλύψετε τις λοιπές μόνιμες θέσεις σας. Ομοίως, θα αναγκαστεί να παύσει οριστικά να κάνει χρήση στο μέλλον των μετατάξεων υπέρ του [ΕΟΠ]».
11. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1999, ο ΕΟΠ ανακοίνωσε την απόφασή του να ακυρώσει τον διαγωνισμό EEA/T/99/1 (στο εξής: πρώτη επίδικη απόφαση). Ο Jiménez-Beltrán κοινοποίησε την απόφαση στον αναιρεσείοντα με έγγραφο της 27ης Σεπτεμβρίου 1999. Στο έγγραφο αυτό ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Με λύπη μου σας ενηρώνω ότι, μετά την παραλαβή του εγγράφου αυτού [του S. Bisarre], δεν έχω άλλη εναλλακτική λύση από το να ακυρώσω τον εσωτερικό διαγωνισμό για τον οποίο υποβάλατε υποψηφιότητα.
Ενόψει του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου, σας ενθαρρύνω έντονα να ζητήσετε, μόλις τούτο καταστεί δυνατό, τη μετάταξή σας από την Επιτροπή στον ΕΟΠ, καθόσον τούτο αποτελεί τη μοναδική δυνατότητα που έχετε να συνεχίσετε να εργάζεστε για τον οργανισμό.»
12. Ο αναιρεσείων ζήτησε κατόπιν αυτού την μετάταξή του από την Επιτροπή στον ΕΟΠ, σύμφωνα με το άρθρο 8 του ΚΥΚ, στις 27 Οκτωβρίου 1999. Με έγγραφο της 6ης Δεκεμβρίου 1999, η Επιτροπή τον ενημέρωσε ότι συμφωνούσε με τη μετάταξη αυτή. Με το έγγραφο αυτό, η Επιτροπή ανέφερε ότι ο αναιρεσείων είχε καταταχθεί στον βαθμό Α 5 (από 1ης Απριλίου 1996), κλιμάκιο 3 (από 1ης Αυγούστου 1996). Με απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1999, ο αναιρεσείων μετατάχθηκε στον ΕΟΠ με ισχύ από 1ης Νοεμβρίου 1999 (στο εξής: δεύτερη επίδικη απόφαση). Με την απόφαση αυτή, η κατάταξή του προσδιορίστηκε στον βαθμό Α 5, κλιμάκιο 3.
13. Ο αναιρεσείων υπέβαλε διοικητικές ενστάσεις, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ, κατά των δύο επίδικων αποφάσεων. Οι ενστάσεις αυτές απορρίφθηκαν από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του ΕΟΠ.
Η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση
14. Ενώπιον του Πρωτοδικείου, ο αναιρεσείων ζήτησε την ακύρωση της πρώτης επίδικης αποφάσεως, καθώς και της δεύτερης επίδικης αποφάσεως, καθόσον προσδιόριζε την κατάταξή του στον βαθμό Α 5, κλιμάκιο 3, με ισχύ από 1ης Νοεμβρίου 1999.
15. Όσον αφορά την πρώτη επίδικη απόφαση, προέβαλε ένα μοναδικό λόγο, αφορώντα την παράβαση του άρθρου 27 του ΚΥΚ. Αναφερόμενος στο έγγραφο του S. Bisarre της 24ης Σεπτεμβρίου 1999, υποστήριξε ότι ο ΕΟΠ είχε επιλέξει να καλύψει τη θέση του οικονομικού διευθυντή μέσω μετατάξεως, αντί μέσω διοργανώσεως εσωτερικού διαγωνισμού, λόγω μιας «διοργανικής συμφωνίας». Η επιλογή της διαδικασίας προσλήψεως δεν είχε συνεπώς καθοριστεί από τις ανάγκες της υπηρεσίας, όπως επιβάλλει το άρθρο 27 του ΚΥΚ, αλλά λόγω μιας πολιτικής που επέβαλε η Επιτροπή. Ως αντίθετη προς τον ΚΥΚ, η απόφαση ακυρώσεως του διαγωνισμού ΕΕΑ/Τ/99/1 ήταν συνεπώς παράνομη.
16. Όσον αφορά τη δεύτερη επίδικη απόφαση, ο αναιρεσείων προέβαλε ένα μοναδικό λόγο, αφορώντα την παράβαση των άρθρων 5, 8 και 45 του ΚΥΚ. Τόνισε, ειδικότερα, ότι η απόφαση περί μετατάξεώς του στον ΕΟΠ, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 8 του ΚΥΚ, είχε ως σκοπό να τον μονιμοποιήσει στη θέση που κατείχε από δύο ετών και πλέον ως έκτακτος υπάλληλος βαθμού Α 4 στον ΕΟΠ. Υποστήριξε, επιπλέον, ότι ο ΕΟΠ θα έπρεπε, σύμφωνα με το άρθρο 8, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, να «αποκαταστήσει» τη σταδιοδρομία του και - θεωρώντας ότι ήταν προαγώγιμος από την 1η Απριλίου 1998 - να εξετάσει τη δυνατότητα προαγωγής του στο πλαίσιο των περιόδων προαγωγών 1998 και 1999.
17. Το Πρωτοδικείο δεν δέχθηκε τα επιχειρήματα του P. Hirschfeldt.
18. Όσον αφορά την πρώτη επίδικη απόφαση, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι, κατά πάγια νομολογία , η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δεν οφείλει να συνεχίσει μέχρι τέλους μια διαδικασία προσλήψεως που κινήθηκε κατ' εφαρμογή του άρθρου 29 του ΚΥΚ . Κατά το Πρωτοδικείο, από την ίδια νομολογία προκύπτει ότι αν η ΑΔΑ διαθέτει διακριτική ευχέρεια ως προς τη συνέχεια που μπορεί να δώσει σε ένα διαγωνισμό, δικαιούται, κατά μείζονα λόγο, να τον ακυρώσει, όταν υπάρχουν αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα της κινήσεως της διαδικασίας αυτής . Το γεγονός ότι, εν προκειμένω, τις αμφιβολίες ήγειρε τρίτος, ήτοι η Επιτροπή, δεν μπορεί να εξομοιωθεί με «διοργανική συμφωνία» και δεν καθιστά ελαττωματικό τον τρόπο κατά τον οποίο η ΑΔΑ άσκησε τη διακριτική της ευχέρεια .
19. Το Πρωτοδικείο προσέθεσε ότι, εν πάση περιπτώσει, ο P. Hirschfeldt δεν είχε έννομο συμφέρον προς άσκηση προσφυγής για την ακύρωση της πρώτης επίδικης αποφάσεως . Δεδομένου ότι διορίστηκε στη θέση του οικονομικού διευθυντή στον ΕΟΠ, πριν από την άσκηση της προσφυγής του ενώπιον του Πρωτοδικείου, μόνον η κατάταξή του στον βαθμό Α 5 μπορούσε να θεωρηθεί βλαπτική γι' αυτόν. Το γεγονός ότι η θέση αυτή καλύφθηκε με μετάταξη αντί με διαγωνισμό δεν μπορούσε να τον θίξει, δεδομένου ότι η προκήρυξη διαγωνισμού της 22ας Απριλίου 1999 αφορούσε την πρόσληψη ενός υπαλλήλου βαθμού Α 5/Α 4 και συνεπώς το πρόσωπο που θα διοριζόταν κατόπιν του διαγωνισμού αυτού δεν θα κατατασσόταν αναγκαστικά στον βαθμό Α 4.
20. Όσον αφορά τη δεύτερη επίδικη απόφαση, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε ότι ο P. Hirschfeldt, δεδομένου ότι μετατάχθηκε κατόπιν αιτήσεώς του, εθεωρείτο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ, ότι περάτωσε το σύνολο της κοινοτικής σταδιοδρομίας του στον ΕΟΠ . Ωστόσο, το Πρωτοδικείο διαπίστωσε - πράγμα το οποίο και ο ενδιαφερόμενος δέχθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση - ότι δεν μπορούσε να συναχθεί από το άρθρο 8, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ αυτόματο δικαίωμα προαγωγής στο πλαίσιο μιας μετατάξεως . Ομοίως δεν μπορούσε να γίνει δεκτό και το επιχείρημα ότι ο ΕΟΠ θα έπρεπε να εξετάσει τη δυνατότητα προαγωγής του P. Hirschfeldt . Η προαγωγή υπαλλήλου κατ' εφαρμογήν του άρθρου 8, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ είναι δυνατή μόνον όταν i) η μετάταξη του υπαλλήλου πρέπει αναγκαστικά να συνεπάγεται τη μονιμοποίηση σε ανώτερο βαθμό και ii) κατά την προαγωγή τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 45 του ΚΥΚ . Στην περίπτωση του P. Hirschfeldt, το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι η πρώτη από τις προϋποθέσεις αυτές δεν επληρούτο. Παρά το γεγονός ότι είχε διοριστεί έκτακτος υπάλληλος βαθμού Α 4 στον ΕΟΠ, είχε παραμείνει - σύμφωνα με τους κανόνες περί αποσπάσεως - υπάλληλος βαθμού Α 5 στην Επιτροπή . Η μετάταξή του σε μια θέση σταδιοδρομίας Α 5/Α 4 στον ΕΟΠ δεν συνεπαγόταν συνεπώς αναγκαστικά τη μονιμοποίησή του σε βαθμό ανώτερο από εκείνο που κατείχε στην Επιτροπή .
21. Κατά συνέπεια, το Πρωτοδικείο απέρριψε ως αβάσιμη την προσφυγή του P. Hirschfeldt.
Η αίτηση αναιρέσεως
22. Με την αίτηση αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ζητεί από το Δικαστήριο:
- να αναιρέσει την απόφαση του Πρωτοδικείου,
- να ακυρώσει την πρώτη επίδικη απόφαση,
- να ακυρώσει τη δεύτερη επίδικη απόφαση, καθόσον προσδιορίζει την κατάταξή του στον βαθμό A 5, κλιμάκιο 3, με ισχύ από την 1η Νοεμβρίου 1999,
- να καταδικάσει τον ΕΟΠ στα δικαστικά έξοδα.
23. Ο ΕΟΠ ζητεί από το Δικαστήριο:
- να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως ως απαράδεκτη, καθόσον αφορά τις διαπιστώσεις των πραγματικών περιστατικών στις οποίες προέβη το Πρωτοδικείο, και ως αβάσιμη κατά τα λοιπά,
- επικουρικώς, σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει να αναιρέσει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να παραπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου,
- να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Η πρώτη επίδικη απόφαση
- Παραδεκτό
24. Ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το Πρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο αποφασίζοντας, με τη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, ότι δεν είχε έννομο συμφέρον να ασκήσει προσφυγή προς ακύρωση της πρώτης επίδικης αποφάσεως. Υποστηρίζει ότι, αν είχε επιτύχει στον διαγωνισμό ο οποίος ακυρώθηκε με την απόφαση αυτή, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του ΕΟΠ θα ήταν υποχρεωμένη (aurait dû) να τον μονιμοποιήσει στη θέση και στον βαθμό που κατείχε ως έκτακτος υπάλληλος (στον βαθμό A 4). Η ΑΔΑ θα έπρεπε, εν πάση περιπτώσει, να εξετάσει τη δυνατότητα προαγωγής του βάσει του άρθρου 31, παράγραφος 2, του ΚΥΚ .
25. Κατά τον ΕΟΠ, το Πρωτοδικείο δεν πλανήθηκε περί το δίκαιο. Ο ΕΟΠ τονίζει ότι, κατά πάγια νομολογία, το έννομο συμφέρον προς άσκηση προσφυγής ενός προσώπου εκτιμάται κατά τον χρόνο της ασκήσεως της προσφυγής . Ωστόσο, κατά τον χρόνο της ασκήσεως της παρούσας αναιρέσεως, ο αναιρεσείων είχε ήδη διοριστεί στη σχετική θέση. Επιπλέον, η προκήρυξη του διαγωνισμού ανέφερε ότι η θέση υπαγόταν στη σταδιοδρομία A 5/A 4, οπότε το πρόσωπο που θα διοριζόταν στη θέση αυτή κατόπιν του διαγωνισμού δεν θα κατατασσόταν οπωσδήποτε στον βαθμό A 4.
26. Είναι προφανές, όπως τονίζει ο ΕΟΠ, ότι τα σχόλια που εκτέθηκαν στη σκέψη 27 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως - σύμφωνα με τα οποία ο P. Hirschfeldt δεν είχε έννομο συμφέρον προς ακύρωση της πρώτης επίδικης αποφάσεως - ήσαν obiter dicta· τούτο επιβεβαιώνεται από τη διατύπωση της αποφάσεως («En outre et en tout état de cause») και από το γεγονός ότι το Πρωτοδικείο έκρινε την προσφυγή αβάσιμη, αλλά όχι απαράδεκτη. Δεν είναι συνεπώς αναγκαίο να αποφανθεί εν προκειμένω το Δικαστήριο επί του αν το Πρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο κατά την κρίση του επί του εννόμου συμφέροντος.
27. Θα τολμούσα ωστόσο να υποστηρίξω ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε μια υπερβολικά στενή ερμηνεία της εννοίας του εννόμου συμφέροντος. Το γεγονός ότι ο αναιρεσείων δεν θα είχε οπωσδήποτε μονιμοποιηθεί στον βαθμό A 4 αν είχε επιτύχει στον ακυρωθέντα διαγωνισμό δεν του στερεί, κατά την άποψή μου, το έννομο συμφέρον προς ακύρωση της σχετικής διοικητικής ακυρωτικής αποφάσεως. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι ενόψει των προσόντων και της επαγγελματικής εμπειρίας του αναιρεσείοντος, καθώς και των ειδικών αναγκών του ΕΟΠ, ο αναιρεσείων θα είχε μεγάλες πιθανότητες να μονιμοποιηθεί στον βαθμό A 4. Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρώ ότι δεν θα ήταν προσήκον να μην του αναγνωριστεί το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής ενώπιον του Πρωτοδικείου, με το αιτιολογικό της ελλείψεως εννόμου συμφέροντος.
- Επί της ουσίας
28. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο θεωρώντας ότι το έγγραφο της Επιτροπής της 22ας Σεπτεμβρίου 1999, με το οποίο αυτή εξέφρασε αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα και τον προσήκοντα χαρακτήρα του διαγωνισμού EEA/T/99/1, δεν ισοδυναμούσε με «διοργανική συμφωνία» και δεν καθιστούσε ελλαττωματική την εκ μέρους της ΑΔΑ άσκηση της διακριτικής της εξουσίας βάσει του άρθρου 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ.
29. Υποστηρίζει ότι η ΑΔΑ, ναι μεν έχει ευρεία διακριτική εξουσία όσον αφορά την εφαρμογή μιας διαδικασίας προσλήψεως, πλην όμως πρέπει να ασκεί την εξουσία αυτή προς το συμφέρον της υπηρεσίας. Αναφερόμενος όμως στο έγγραφο της 27ης Σεπτεμβρίου 1999 του Jiménez-Beltrán , ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι η πρώτη επίδικη απόφαση ελήφθη με μοναδικό σκοπό τη συμμόρφωση προς τη ρητή απειλή της Επιτροπής να «renoncer définitivement pour l'avenir à l'utilisation des transferts au profit de l'[AEE]» [παύσει οριστικά να κάνει χρήση στο μέλλον των μετατάξεων υπέρ του ΕΟΠ]. Συνεπώς, η ΑΔΑ δεν άσκησε τη διακριτική εξουσία της ούτε ενήργησε προς το συμφέρον της υπηρεσίας, όπως επιβάλλει το άρθρο 27, πρώτο εδάφιο, του ΚΥΚ. Ο αναιρεσείων υποστηρίζει επιπλέον ότι, δεδομένου ότι ο σχετικός διαγωνισμός θα ήταν ανοιχτός σε όλους τους κοινοτικούς υπαλλήλους που πληρούν τις προϋποθέσεις της προκηρύξεως του διαγωνισμού, δεν μπορεί να υποστηρίζεται ότι ο διαγωνισμός αυτός διοργανώθηκε με μοναδικό σκοπό τον διορισμό του στην ανακοινωθείσα κενή θέση.
30. Ο ΕΟΠ αντικρούει τα επιχειρήματα αυτά.
31. Υποστηρίζει, κατ' αρχάς, ότι ο λόγος που προβάλλει ο αναιρεσείων είναι απαράδεκτος, καθόσον αφορά διαπιστώσεις πραγματικών περιστατικών ή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών που περιέχονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Κατά την άποψη του ΕΟΠ, το ζήτημα αν οι αμφιβολίες που διατύπωσε η Επιτροπή, με το από 22 Σεπτεμβρίου 1999 έγγραφό της, σχετικά με τον σχεδιαζόμενο διαγωνισμό, κατέστησαν ελλαττωματική την εκ μέρους της ΑΔΑ άσκηση της διακριτικής εξουσίας της, δεν συνιστά νομικό ζήτημα το οποίο μπορεί να εξετάσει το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 225 ΕΚ και του άρθρου 51 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου.
32. Κατά τον ΕΟΠ, ο λόγος που προέβαλε ο αναιρεσείων είναι, επιπλέον, αβάσιμος. Τονίζει ότι το Πρωτοδικείο έκρινε ότι ο ΕΟΠ αποφάσισε να ακυρώσει τον διαγωνισμό ΕΕΑ/Τ/99/1 καθόσον ο διαγωνισμός αυτός - αντίθετα προς πάγια νομολογία - είχε διοργανωθεί με αποκλειστικό σκοπό την αποκατάσταση των ανωμαλιών μιας υπηρεσιακής καταστάσεως αφορώσας ένα συγκεκριμένο υπάλληλο και τον διορισμό του εν λόγω υπαλλήλου στην ανακοινωθείσα κενή θέση. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο εσωτερικός διαγωνισμός δεν είχε διοργανωθεί προφανώς προς το συμφέρον της υπηρεσίας, οπότε ο ΕΟΠ εδικαιούτο να τον ακυρώσει.
33. Συμφωνώ με τον ΕΟΠ ως προς το ότι ο λόγος που προέβαλε ο αναιρεσείων είναι απαράδεκτος.
34. Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι ο ΕΟΠ ακύρωσε τον διαγωνισμό EEA/T/99/1, καθόσον είχε αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητά του ενόψει της νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με τους διαγωνισμούς που ουσιαστικά αποσκοπούν στον διορισμό ενός συγκεκριμένου υποψηφίου σε μια κενή θέση. Η πτυχή αυτή της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως - που συνάδει με την αιτιολογία που διατυπώθηκε στην απόφαση της ΑΔΑ του ΕΟΠ περί απορρίψεως της διοικητικής ενστάσεως που υπέβαλε ο αναιρεσείων βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 2, του ΚΥΚ - αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, διαπίστωση πραγματικού περιστατικού, η οποία δεν μπορεί να υποβληθεί στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
35. Καταλήγω συνεπώς ότι ο πρώτος λόγος του αναιρεσείοντος πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Η δεύτερη επίδικη απόφαση
36. Κατά τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η δεύτερη επίδικη απόφαση ήταν νόμιμη, καθόσον μονιμοποιούσε τον αναιρεσείοντα στον βαθμό A 5, κλιμάκιο 3, με ισχύ από την 1η Νοεμβρίου 1999. Προς στήριξη του λόγου αυτού, βασίζεται ουσιαστικά σε δύο επιχειρήματα.
37. Πρώτον, υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η προαγωγή ενός υπαλλήλου στο πλαίσιο του άρθρου 8, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ είναι δυνατή μόνον εφόσον η μετάταξη του υπαλλήλου αυτού συνεπάγεται αναγκαστικά τη μονιμοποίησή του σε ανώτερο βαθμό και ότι η προϋπόθεση αυτή δεν επληρούτο εν προκειμένω. Κατ' αυτόν, η δεύτερη επίδικη απόφαση πρέπει να αναλυθεί όχι ως απόφαση μετατάξεώς του από την Επιτροπή σε μια κενή θέση σταδιοδρομίας A 5/A 4 του ΕΟΠ, αλλά ως απόφαση μονιμοποιήσεώς του στη θέση που κατείχε ήδη στον ΕΟΠ ως έκτακτος υπάλληλος βαθμού A 4. Συναφώς, υποστηρίζει ότι ζήτησε τη μετάταξη ως έκτακτος υπάλληλος στον ΕΟΠ βαθμού A 4 και ισχυρίζεται ότι, κατ' εφαρμογήν των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, ένας υπάλληλος που μετατάσσεται κατόπιν αποσπάσεως (και κατόπιν δικής του αιτήσεως) πρέπει να μονιμοποιείται στη θέση και στον βαθμό που κατείχε ο ενδιαφερόμενος υπάλληλος στο όργανο στο οποίο είχε αποσπαστεί, ως έκτακτος υπάλληλος. Η ερμηνεία αυτή επιρρωννύεται, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, από τη διατύπωση του άρθρου 8, τρίτο εδάφιο, που αναφέρει τη «μονιμοποίηση» των υπαλλήλων που έχουν μεταταχθεί κατόπιν αιτήσεώς τους.
38. Δεύτερον, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο απορρίπτοντας (εμμέσως) τα επιχειρήματα που αυτός προέβαλε προς στήριξη μιας παραβάσεως του άρθρου 8, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ. Κατ' αυτόν, από τη διατύπωση της διατάξεως αυτής - η οποία ορίζει ότι ο μεταταχθείς υπάλληλος θεωρείται ότι περάτωσε την κοινοτική του σταδιοδρομία στο όργανο στο οποίο έχει μεταταχθεί - προκύπτει ότι η ΑΔΑ του ΕΟΠ ήταν υποχρεωμένη, όταν ενέκρινε τη μετάταξή του, να εξετάσει αν η σταδιοδρομία του είχε ορθώς «αποκατασταθεί» και, στο πλαίσιο αυτό, να εξετάσει τη δυνατότητα προαγωγής του. Στο πλαίσιο αυτό, ο αναιρεσείων αναφέρεται σε ένα έγγραφο της 26ης Απριλίου 1999, με το οποίο ο εκτελεστικός διευθυντής του ΕΟΠ ενεθάρρυνε τον αναιρεσείοντα να ζητήσει τη μετάταξή του και στο οποίο ανέφερε ότι «θα σας αναγνωριστούν τόσο η κατηγορία και ο βαθμός Α 4 που έχετε τώρα όσο και τα έτη προϋπηρεσίας σας στον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος». Παραλείποντας να εξετάσει αν ο ΕΟΠ είχε πράγματι αποκαταστήσει ορθώς τη σταδιοδρομία του (και εξετάσει τις δυνατότητες προαγωγής) και παραλείποντας να απαντήσει στα συναφή επιχειρήματά του, το Πρωτοδικείο πλανήθηκε περί το δίκαιο και παρέλειψε να αιτιολογήσει επί του σημείου αυτού προσηκόντως την απόφασή του.
39. Ο ΕΟΠ αντικρούει αμφότερα τα επιχειρήματα αυτά.
40. Υποστηρίζει, πρώτον, ότι η θέση και ο βαθμός που έχει ένας αποσπασθείς υπάλληλος δεν ασκούν επιρροή κατά την εφαρμογή του άρθρου 8 του ΚΥΚ. Η διάταξη αυτή δεν συνεπάγεται δικαίωμα του υπαλλήλου να μονιμοποιηθεί στη θέση και στον βαθμό που κατέχει ως έκτακτος υπάλληλος σε απόσπαση. Αντιθέτως, από τη διατύπωση του άρθρου 8, τρίτο εδάφιο - που αναφέρεται στον βαθμό «που έχει [ο μεταταχθείς υπάλληλος] στο όργανο από το οποίο προέρχεται» - προκύπτει ότι ο μεταταχθείς υπάλληλος διατηρεί κανονικά τον βαθμό που έχει στο όργανο από το οποίο προέρχεται κατά τον χρόνο της μετατάξεως. Όπως έκρινε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η δυνατότητα μονιμοποιήσεως σε ανώτερο βαθμό, που διαλαμβάνεται στο άρθρο 8, τρίτο εδάφιο, υφίσταται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία, κατά παρέκκλιση από τη συνήθη κατάσταση, η απόφαση περί μετατάξεως συνεπάγεται αναγκαστικά μονιμοποίηση σε βαθμό ανώτερο από εκείνο που είχε ο υπάλληλος στο όργανο από το οποίο προέρχεται. Στην περίπτωση αυτή, η μετάταξη πρέπει να θεωρηθεί προαγωγή και υπόκειται συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 8, τρίτο εδάφιο, στις προϋποθέσεις του άρθρου 45 του ΚΥΚ .
41. Ωστόσο, ο αναιρεσείων ζήτησε τη μετάταξή του από μια θέση υπαλλήλου A 5 στην Επιτροπή σε θέση βαθμού A 5/A 4 στον ΕΟΠ, οπότε η μετάταξη αυτή δεν συνεπαγόταν αναγκαστικά τη μονιμοποίησή του σε ανώτερο βαθμό. Το Πρωτοδικείο δεν πλανήθηκε συνεπώς περί το δίκαιο, απορρίπτοντας το επιχείρημα του αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το οποίο είχε δικαίωμα μονιμοποιήσεως στη θέση που κατείχε στον ΕΟΠ ως έκτακτος υπάλληλος βαθμού A 4.
42. Ο ΕΟΠ αντικρούει επίσης το επιχείρημα του αναιρεσείοντος - που στηρίζεται στο άρθρο 8, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ - σύμφωνα με το οποίο το Πρωτοδικείο θα έπρεπε να ελέγξει αν η ΑΔΑ του ΕΟΠ εξέτασε τις δυνατότητες προαγωγής σε σχέση με τη μετάταξη. Από τη διάταξη αυτή απορρέει βεβαίως ότι η ΑΔΑ του ΕΟΠ πρέπει να εξετάσει το σύνολο της κοινοτικής σταδιοδρομίας του αναιρεσείοντος ως εάν είχε συντελεστεί στο πλαίσιο του ΕΟΠ κατά τις περιόδους προαγωγών που έπονται της μετατάξεώς του, πλην όμως η διάταξη αυτή δεν υποχρεώνει την ΑΔΑ να πραγματοποιήσει, κατά τον χρόνο της μετατάξεως, χωριστή εξέταση της ειδικής καταστάσεως του αναιρεσείοντος με σκοπό την προαγωγή του. Όσον αφορά τον αναιρεσείοντα, ο ΕΟΠ εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που του επιβάλλει το άρθρο 8, δεύτερο εδάφιο, καθόσον εξέτασε την κατάστασή του κατά την περίοδο προαγωγών για το έτος 2000 και προσέθεσε το όνομά του στον πίνακα των προαγώγιμων υπαλλήλων.
43. Εντεύθεν προκύπτει, κατά τον ΕΟΠ, ότι το Πρωτοδικείο δεν πλανήθηκε περί το δίκαιο απορρίπτοντας το επιχείρημα ότι ο ΕΟΠ θα έπρεπε να εξετάσει τις δυνατότητες προαγωγής του αναιρεσείοντος και ότι απάντησε προσηκόντως στα επιχειρήματα του αναιρεσείοντος.
44. Μολονότι δεν είμαι απολύτως σύμφωνος με την ερμηνεία που δίδουν στο άρθρο 8, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ το Πρωτοδικείο και ο ΕΟΠ στο πλαίσιο της αναιρέσεως, η ελαφρώς διαφορετική προσέγγιση που προτείνω δεν θα κατέληγε σε διαφορετικό αποτέλεσμα όσον αφορά την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
45. Το άρθρο 8, τρίτο εδάφιο, αναφέρεται σε καταστάσεις στις οποίες η μετάταξη «συνεπάγεται» (emporte, umfaßt, gepaard gaat met, comporta, implicase, medfører) μονιμοποίηση σε ανώτερο βαθμό. Όπως τόνισε ο αναιρεσείων, η έκφραση αυτή δεν φαίνεται να περιορίζεται σε μια κατάσταση κατά την οποία η μετάταξη συνεπάγεται «αναγκαστικά» μονιμοποίηση σε ανώτερο βαθμό. Πρέπει ωστόσο να ερμηνευθεί το τρίτο εδάφιο στο πλαίσιο του άρθρου 8 συνολικά, λαμβανομένου υπόψη του συστήματος του ΚΥΚ.
46. Προκύπτει σαφώς, ειδικότερα, από το άρθρο 8, δεύτερο εδάφιο, ότι το σύστημα των μετατάξεων στηρίζεται στην αρχή της συνέχειας των σταδιοδρομιών των κοινοτικών υπαλλήλων. Αφενός, τα δικαιώματα ενός μετατασσομένου υπαλλήλου δεν πρέπει να βλάπονται: ο υπάλληλος θεωρείται ότι περάτωσε το σύνολο της κοινοτικής σταδιοδρομίας του στο πλαίσιο του οργάνου υποδοχής. Αφετέρου, μια μετάταξη δεν συνεπάγεται κανονικά προαγωγή για τον οικείο υπάλληλο. Ο μετατασσόμενος υπάλληλος παραμένει στον βαθμό που είχε κατά τον χρόνο της μετατάξεως στο όργανο από το οποίο προέρχεται. Κάθε μονιμοποίηση σε ανώτερο βαθμό είναι εξαιρετική και πρέπει να τηρεί τους κανόνες που διέπουν την προαγωγή.
47. Η προαγωγή των κοινοτικών υπαλλήλων πραγματοποιείται στο πλαίσιο τακτικών περιόδων προαγωγών, σύμφωνα με διαδικασία οριζόμενη στον ΚΥΚ και αποσκοπούσα στη διασφάλιση της ίσης μεταχειρίσεως όλων των υποψηφίων μέσω συγκριτικής εξετάσεως των προσόντων τους. Οι διατάξεις που αφορούν την προαγωγή υπαλλήλων εκτός των διαδικασιών αυτών πρέπει να ερμηνεύονται στενά.
48. Κατά συνέπεια, το άρθρο 8 του ΚΥΚ δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι επιβάλλει την προαγωγή ενός υπαλλήλου κατά τη μετάταξή του ή ότι επιβάλλει να εξετάζεται η προαγωγή του εκτός του πλαισίου των κανονικών διαδικασιών που διέπονται, ειδικότερα, από το άρθρο 45. Το άρθρο 8, δεύτερο εδάφιο, εγγυάται ότι ο μετατασσόμενος υπάλληλος δεν θα έχει δυσμενή μεταχείριση όσον αφορά την προαγωγή, λόγω της μετατάξεώς του, ενώ το τρίτο εδάφιο, απλώς επιτρέπει την προαγωγή του, εξαιρετικώς, στην περίπτωση που διαλαμβάνεται στη διάταξη αυτή - ως συνέπεια πραγματικής ή διοικητικής ανάγκης ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο συνδεόμενο, για παράδειγμα, με την οργάνωση της οικείας υπηρεσίας - υπό την επιφύλαξη της τηρήσεως των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο άρθρο 45.
49. Η ερμηνεία αυτή του άρθρου 8 του ΚΥΚ, που φαίνεται να συνάδει με την πρακτική των οργάνων, δικαιολογείται επιπλέον από λόγους ισότητας μεταχειρίσεως. Αν οι υπάλληλοι που μετατάσσονται μετά από μια περίοδο αποσπάσεως έπρεπε να αποκτούν είτε δικαίωμα μονιμοποιήσεως στον βαθμό που κατείχαν ως έκτακτοι υπάλληλοι σε απόσπαση είτε δικαίωμα να εξετάζεται η ιδιαίτερη κατάστασή τους ενόψει προαγωγής, οι υπάλληλοι αυτοί θα αποκτούσαν πλεονέκτημα σε σχέση με τους υπαλλήλους οι οποίοι, αντί να επιδιώξουν μετάταξη, επιλέγουν να παραμείνουν στο κοινοτικό όργανο της αρχικής τοποθετήσεώς τους. Από κανένα στοιχείο στις διατάξεις του ΚΥΚ δεν συνεπάγεται ότι μια τέτοια διαφορά ήταν ηθελημένη και, εν πάση περιπτώσει, η διαφορά αυτή φαίνεται να είναι αδικαιολόγητη.
50. Τέλος, δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση του αναιρεσείοντος όταν υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο παρέλειψε να εξετάσει τα επιχειρήματά του που στηρίζονται στο άρθρο 8, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ και ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι επί του σημείου αυτή πλημμελής λόγω ελλείψεως αιτιολογίας.
51. Βεβαίως, το Πρωτοδικείο δεν αποφάνθηκε ρητώς επί της ερμηνείας του άρθρου 8, δεύτερο εδάφιο, του ΚΥΚ· ωστόσο, εξέτασε προδήλως το κύριο επιχείρημα του αναιρεσείοντος ότι η ΑΔΑ είναι υποχρεωμένη να «αποκαταστήσει» τη σταδιοδρομία ενός μεταταχθέντος υπαλλήλου και ότι οφείλει, στο πλαίσιο αυτό, να εξετάσει τη δυνατότητα προαγωγής του. Το Πρωτοδικείο, αφού έκρινε - στη σκέψη 42 της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως - ότι το επιχείρημα αυτό δεν μπορούσε να στηριχθεί στο άρθρο 8, τρίτο εδάφιο, του ΚΥΚ, κατέληξε, με μια γενική διατύπωση, ότι «η μετάταξη του προσφεύγοντος δεν συνεπαγόταν την υποχρέωση του ΕΟΠ να εξετάσει τη δυνατότητα προαγωγής του υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 8 και 45 του ΚΥΚ» . Κατά τη γνώμη μου, από την τελευταία αυτή φράση, με την οποία ολοκληρώνεται η συλλογιστική του Πρωτοδικείου, προκύπτει εμμέσως - και κατά τρόπο αρκούντως σαφή - ότι το Πρωτοδικείο θεώρησε ότι το γράμμα και η οικονομία του άρθρου 8 του ΚΥΚ, θεωρούμενα συνολικά (συμπεριλαμβανομένου του δευτέρου εδαφίου του), δεν συνηγορούσαν υπέρ του ουσιώδους επιχειρήματος του αναιρεσείοντος.
52. Υπό τις συνθήκες αυτές, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως που προέβαλε ο αναιρεσείων.
Πρόταση
53. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο:
1) να απορρίψει την αίτηση αναιρέσεως,
2) να καταδικάσει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy