Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Αντικείμενο της παρούσας υποθέσεως είναι η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε ο Α. Πιτσιόρλας κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου της 14ης Φεβρουαρίου 2001, υπόθεση Τ-3/00, Πιτσιόρλας κατά Συμβουλίου και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Συλλογή 2001, σ. ΙΙ-717), η οποία απέρριψε ως απαράδεκτη την προσφυγή ακυρώσεως που είχε ασκήσει κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου της 30ής Ιουλίου 1999 με την οποία απερρίφθη η αίτησή του περί προσβάσεως στα έγγραφα σχετικά με τη γνωστή ως «συμφωνία της Βασιλείας/Nyborg» για την ενίσχυση του ευρωπαϊκού νομισματικού συστήματος.
Το κανονιστικό πλαίσιο
2. Ως γνωστόν, με την απόφαση 93/731/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Συμβουλίου , καθιερώθηκε η αρχή της προσβάσεως του κοινού στα έγγραφα του Συμβουλίου και διευκρινίστηκαν οι σχετικές προς τούτο προϋποθέσεις και διαδικασίες.
3. Για τους σκοπούς της παρούσας υποθέσεως πρέπει να υπομνηστεί κατ' αρχάς ότι οι δύο πρώτες παράγραφοι του άρθρου 2 προβλέπουν:
«1. Η αίτηση πρόσβασης σε έγγραφο του Συμβουλίου απευθύνεται εγγράφως στο Συμβούλιο. Πρέπει να διατυπώνεται κατά τρόπο αρκετά ακριβή, ιδίως δε να περιέχει τα στοιχεία που χρειάζονται για τον προσδιορισμό τού ή των εγγράφων που ζητούνται. Ο αιτών ενδέχεται να κληθεί να διευκρινίσει περαιτέρω την αίτησή του.
2. Όταν ο συντάκτης του ζητούμενου εγγράφου είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, κράτος μέλος, άλλο θεσμικό ή μη θεσμικό όργανο ή οποιοσδήποτε άλλος εθνικός ή διεθνής οργανισμός, η αίτηση δεν πρέπει να απευθύνεται στο Συμβούλιο, αλλά απευθείας στον συντάκτη του εγγράφου.»
4. Πρέπει εξάλλου να υπομνηστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 6, «κάθε αίτηση πρόσβασης σε έγγραφο του Συμβουλίου εξετάζεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας οι οποίες προτείνουν ποια συνέχεια πρέπει να δοθεί στην αίτηση αυτή». Προς τον σκοπό αυτό, το άρθρο 7 προβλέπει:
«1. Οι αρμόδιες υπηρεσίες της Γενικής Γραμματείας ενημερώνουν γραπτώς τον αιτούντα, μέσα σε προθεσμία ενός μηνός, είτε για τη θετική συνέχεια που επιφυλάχθηκε στην αίτησή του είτε για την πρόθεση αρνητικής απάντησης. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ο ενδιαφερόμενος πληροφορείται επίσης τους λόγους της πρόθεσης αυτής καθώς και ότι διαθέτει προθεσμία ενός μηνός για να συντάξει επιβεβαιωτική αίτηση προκειμένου να επιτύχει την αναθεώρηση της θέσης αυτής, ειδάλλως θεωρείται ότι παραιτήθηκε από την αρχική του αίτηση.
2. Η παράλειψη απάντησης σε μια αίτηση, μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της ισοδυναμεί με απόρριψη, εκτός εάν ο αιτών υποβάλει, μέσα στην ίδια προθεσμία, την προαναφερθείσα επιβεβαιωτική αίτηση.
3. Η απόφαση απόρριψης μιας επιβεβαιωτικής αίτησης, η οποία πρέπει να υποβληθεί μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αρχικής αίτησης, είναι δεόντως αιτιολογημένη. Κοινοποιείται γραπτώς στον αιτούντα το ταχύτερο δυνατόν, αυτός δε ενημερώνεται ταυτόχρονα σχετικά με το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων 138 Ε και 173 της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, οι οποίες αφορούν αντίστοιχα τους όρους υπό τους οποίους τα φυσικά πρόσωπα προσφεύγουν στο διαμεσολαβητή και τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων του Συμβουλίου από το Δικαστήριο.
4. Η παράλειψη απάντησης μέσα στον επόμενο μήνα από την υποβολή της επιβεβαιωτικής αίτησης ισοδυναμεί με απορριπτική απόφαση.»
Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Ιστορικό της διαφοράς
5. Από το τμήμα της αναιρεσιβαλλόμενης διατάξεως που αφορά τα πραγματικά περιστατικά προκύπτουν τα ακόλουθα:
«1 Ο προσφεύγων είναι υποψήφιος διδάκτωρ στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης (Ελλάδα).
2 Με επιστολή της 6ης Απριλίου 1999, που περιήλθε στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου στις 9 Απριλίου 1999, ο προσφεύγων ζήτησε, κατ' εφαρμογήν της αποφάσεως 93/731/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Συμβουλίου (ΕΕ L 340, σ. 43), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 96/705/Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, ΕΚ του Συμβουλίου, της 6ης Δεκεμβρίου 1996 (ΕΕ L 325, σ. 19), να του επιτραπεί η πρόσβαση στη συμφωνία "Βασιλεία/Nyborg" σχετικά με την ενίσχυση του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος (ΕΝΣ), που επικυρώθηκε από το Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομίας και Δημοσιονομικών Θεμάτων κατά την άτυπη συνοδό τους της 12ης Σεπτεμβρίου 1987 στο Nyborg (Δανία).
3 Με επιστολή της 11ης Μα_ου 1999 την οποία ο προσφεύγων έλαβε στις 15 Μα_ου 1999, η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου απάντησε ως εξής:
"Η Γενική Γραμματεία εξέτασε προσεκτικά το αίτημά σας, αλλά δεν μπόρεσε να εξεύρει το έγγραφο αυτό, κατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι πιθανότητα αφορά έγγραφο της [Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας]. Θα ήταν λοιπόν προτιμότερο να απευθυνθείτε ο ίδιος σε αυτήν [...]".
4 Με έγγραφο της 8ης Ιουνίου 1999, που πρωτοκολλήθηκε από τη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου στις 10 Ιουνίου 1999, ο προσφεύγων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση κατ' εφαρμογήν του άρθρου 7, παράγραφος 1, της αποφάσεως 93/731.
5 Με επιστολή της 5 Ιουλίου 1999, η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου ενημέρωσε τον προσφεύγοντα ότι, λόγω αδυναμίας λήψεως αποφάσεως εντός της προθεσμίας του ενός μήνα που προβλέπει το άρθρο 7, παράγραφος 3, της αποφάσεως 93/731, αποφασίστηκε να παραταθεί η προθεσμία αυτή κατ' εφαρμογήν της παραγράφου 5 του εν λόγω άρθρου, που προβλέπει τα εξής:
"Κατ' εξαίρεση, ο Γενικός Γραμματέας μπορεί, αφού ενημερώσει προηγουμένως τον αιτούντα, να παρατείνει κατά ένα μήνα τις προθεσμίες που προβλέπονται στην παράγραφο 1, πρώτη πρόταση, και στην παράγραφο 3."
6 Παραλλήλως, με επιστολή της 28ης Ιουνίου 1999 προς τη Διεύθυνση Εξωτερικών Σχέσεων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), ο προσφεύγων ζήτησε να του επιτραπεί η πρόσβαση στο προαναφερθέν έγγραφο κατ' εφαρμογήν της αποφάσεως 1999/284/ΕΚ της ΕΚΤ, της 3ης Νοεμβρίου 1998, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα και τα αρχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΕ 1999, L 110, σ. 30). Κατόπιν της απορρίψεως της αιτήσεως αυτής με επιστολή της 6ης Ιουλίου 1999, ο προσφεύγων ζήτησε, με επιστολή της 27ης Ιουλίου 1999, την επανεξέτασή της βάσει του άρθρου 23.3 του εσωτερικού κανονισμού της ΕΚΤ που θεσπίστηκε στις 7 Ιουλίου 1998 (ΕΕ 1998, L 338, σ. 28), όπως τροποποιήθηκε στις 22 Απριλίου 1999 (ΕΕ 1999, L 125, σ. 34).
7 Με επιστολή της 2ας Αυγούστου 1999, που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 8 Αυγούστου 1999, η Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου διαβίβασε στον προσφεύγοντα την απόφαση του Συμβουλίου της 30ής Ιουλίου 1999 περί απορρίψεως της επιβεβαιωτικής του αιτήσεως (στο εξής: απόφαση του Συμβουλίου). Η απόφαση αυτή είχε ως εξής:
"Ύστερα από προσεκτική έρευνα διαπιστώθηκε ότι το έγγραφο που αναφέρεται στην αίτηση αφορά την Έκθεση της Επιτροπής Διοικητών σχετικά με την ενίσχυση του ΕΝΣ’, η οποία δημοσιεύθηκε από την Επιτροπή Διοικητών των Κεντρικών Τραπεζών των κρατών μελών της ΕΟΚ στο Nyborg στις 8 Σεπτεμβρίου 1987.
Οι κανόνες που διέπουν την επιχειρησιακή λειτουργία του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος ουδέποτε αποτέλεσαν μέρος του κοινοτικού δικαίου· επομένως το Συμβούλιο ουδέποτε εκλήθη να λάβει οποιεσδήποτε σχετικές αποφάσεις.
Εν προκειμένω, δεδομένου ότι το έγγραφο που ζητά ο αιτών καταρτίστηκε από τους Διοικητές των Κεντρικών Τραπεζών, καλείται ο αιτών να απευθύνει την αίτησή του απ' ευθείας στους Διοικητές των Κεντρικών Τραπεζών ή στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα."
8 Στην ίδια αυτή επιστολή, ο Γενικός Γραμματέας εφιστούσε επίσης την προσοχή του προσφεύγοντος στις διατάξεις των άρθρων 195 ΕΚ και 230 ΕΚ, οι οποίες αφορούν, αντιστοίχως, τις προϋποθέσεις προσφυγής στον Διαμεσολαβητή και ελέγχου της νομιμότητας των πράξεων του Συμβουλίου από το Δικαστήριο.
9 Με επιστολή της 8ης Νοεμβρίου 1999, που κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 13 Νοεμβρίου 1999, ο προσφεύγων ενημερώθηκε σχετικά με την απόφαση του Συμβουλίου των Διοικητών της ΕΚΤ να μην του επιτραπεί η πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο (στο εξής: απόφαση της ΕΚΤ)» (οι υπογραμμίσεις δικές μου).
6. Για τους σκοπούς της παρούσας δίκης πρέπει επίσης να υπομνηστεί ότι στην επιστολή της ΕΚΤ της 6ης Ιουλίου 1999 η αίτηση προσβάσεως του αναιρεσείοντος απορρίφθηκε με την ακόλουθη αιτιολογία:
«[...] τα έγγραφα της Επιτροπής των Διοικητών των Κεντρικών Τραπεζών των κρατών μελών δεν καλύπτονται από την απόφαση της ΕΚΤ (ΕΚΤ/1998/12), αλλ' από το άρθρο 23.3 του εσωτερικού κανονισμού της ΕΚΤ (ΕΕ L 125, σ. 34, της 19ης Μα_ου 1999), το οποίο προβλέπει ότι ελεύθερη πρόσβαση στα έγγραφα της Επιτροπής των Διοικητών θα είναι δυνατή μετά την παρέλευση 30 ετών. Ως εκ τούτου, λυπούμαι που δεν μπορώ να σας φανώ χρήσιμος».
7. Μόνο με τη μεταγενέστερη απόφαση της ΕΚΤ της 8ης Νοεμβρίου 1999, που επικύρωσε την απόρριψη της αιτήσεως προσβάσεως του αναιρεσείοντος, τονιζόταν ότι «η συμφωνία Βασιλείας/Nyborg δεν είναι, ακριβώς ειπείν, ένα ενιαίο έγγραφο, συντεταγμένο υπό τη μορφή συμφωνίας μεταξύ των μερών. Υφίσταται μόνον υπό τη μορφή εκθέσεων και πρακτικών τα οποία συνέταξε η Επιτροπή Διοικητών και η νομισματική επιτροπή». Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα διευκρίνισε η ΕΚΤ στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Πρωτοδικείου , «η συμφωνία Βασιλείας/Nyborg αποτελείται κατ' ουσίαν από δύο έγγραφα: i) το Rapport du Comité des Governeurs sur le renforcement du SME» (το οποίο συνετάγη στη Βασιλεία στις 8 Σεπτεμβρίου 1987), στην οποία παραπέμπει η απορριπτική απόφαση του Συμβουλίου, ii) μια έκθεση της νομισματικής επιτροπής, συμβουλευτικού οργάνου του Συμβουλίου , που φέρει τον τίτλο: «Le renforcement du SME - Rapport du Président du Comité monétaire à la réunion informelles des ministres des finances, Nyborg, le 12 septembre 1987». Βάσει των δύο αυτών εκθέσεων, το Συμβούλιο ενέκρινε επισήμως στο πλαίσιο της ανεπίσημης συναντήσεως του Nyborg της 12ης Σεπτεμβρίου 1987 τις τροποποιήσεις που έπρεπε να επέλθουν στον τρόπο εφαρμογής της συμφωνίας σχετικά με το ΕΝΣ της 13ης Μαρτίου 1979 .
Η ενώπιον του Πρωτοδικείου διαδικασία και η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη
8. Όπως ήδη ελέχθη, με την απόφασή της ΕΚΤ της 8ης Νοεμβρίου 1999, που κοινοποιήθηκε στον αναιρεσείοντα στις 13 Νοεμβρίου 1999, απορρίφθηκε οριστικά από την ΕΚΤ το αίτημα του Α. Πιτσιόρλα περί προσβάσεως στη γνωστή ως «συμφωνία της Βασιλείας/Nyborg», ο δε αναιρεσείων πληροφορήθηκε ότι η «συμφωνία» αυτή αποτελούνταν «από εκθέσεις και πρακτικά» των οποίων συντάκτες δεν ήσαν μόνον η Επιτροπή Διοικητών των Κεντρικών Τραπεζών των κρατών μελών, αλλά και η νομισματική επιτροπή, η οποία, όπως ελέχθη, είναι συμβουλευτικό όργανο του Συμβουλίου, το οποίο επομένως έχει τη σχετική ευθύνη για την πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα. Θεωρώντας ότι η απόφαση αυτή είναι παράνομη και συνάγοντας από την αιτιολογία της ότι είναι παράνομη και η απόφαση του Συμβουλίου της 30ής Ιουλίου 1999 (με την οποία το Συμβούλιο αρνούνταν κατ' ουσίαν την ύπαρξη εγγράφων του Συμβουλίου που περιλαμβάνονται στη «συμφωνία της Βασιλείας/Nyborg»), ο αναιρεσείων προσέβαλε ομού, ενώπιον του Πρωτοδικείου, με προσφυγή της 20ής Ιανουαρίου 2000, τις δύο αποφάσεις βάσει του άρθρου 230 ΕΚ.
9. Χωρίς να λάβει θέση επί της ουσίας, το Συμβούλιο προέβαλε, βάσει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ένσταση απαραδέκτου κατά της προσφυγής του Α. Πιτσιόρλα κατά το μέρος που αφορούσε την από 30 Ιουλίου 1999 απόφασή της, υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι η άσκηση της προσφυγής ήταν εκπρόθεσμη. Απαντώντας στην ανωτέρω ένσταση, ο αναιρεσείων παρατήρησε ότι η μη τήρηση των προθεσμιών οφειλόταν σε συγγνωστή πλάνη, ότι τα δύο εμπλεκόμενα κοινοτικά όργανα τον εξαπάτησαν, ότι σκοπίμως τον ανάγκασαν να μην προσβάλει αμέσως την απόφαση του Συμβουλίου εν αναμονή της επιβεβαιωτικής απαντήσεως της ΕΚΤ. Ο Α. Πιτσιόρλας παρατηρεί ειδικότερα ότι δεν θα είχε νόημα να προσβάλει αμέσως την απόφαση του Συμβουλίου, το οποίο είχε ρητώς αρνηθεί ότι είχε στην κατοχή του το αιτούμενο έγγραφο· ωστόσο, μόνο χάρη στην επιβεβαιωτική απόφαση της ΕΚΤ, η οποία εκδόθηκε εξάλλου με ιδιαίτερα μεγάλη καθυστέρηση, ο αναιρεσείων αντιλήφθηκε ότι το Συμβούλιο παρανόμως του είχε αρνηθεί την πρόσβαση στο έγγραφο αυτό.
10. Με διάταξη της 14ης Φεβρουαρίου 2001, το Πρωτοδικείο δέχθηκε την ένσταση του Συμβουλίου απορρίπτοντας ως εκ τούτου ως απαράδεκτη την προσφυγή του Α. Πιτσιόρλα «στο μέτρο που [στρεφόταν] κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου της 30ής Ιουλίου 1999».
11. Ειδικότερα, το Πρωτοδικείο υπενθύμισε ότι, «κατά το άρθρο 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ, οι προσφυγές περί ακυρώσεως ασκούνται εντός δύο μηνών, υπολογιζομένων, κατά περίπτωση, από τη δημοσίευση της πράξεως, την κοινοποίησή της στον προσφεύγοντα ή, ελλείψει δημοσιεύσεως ή κοινοποιήσεως, από την ημέρα κατά την οποία ο προσφεύγων έλαβε γνώση της πράξεως. Σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 102, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου και του παραρτήματος ΙΙ του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου, η προθεσμία αυτή παρεκτείνεται επί πλέον λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες για τους διαδίκους που έχουν τη διαμονή τους στην Ελλάδα» (σκέψη 19). Το Πρωτοδικείο διαπίστωσε στη συνέχεια ότι εν προκειμένω «η απόφαση του Συμβουλίου κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 8 Αυγούστου 1999 με επιστολή του Γενικού Γραμματέα. Με την παρέκταση της προθεσμίας λόγω αποστάσεως κατά δέκα ημέρες, η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής περί ακυρώσεως της αποφάσεως αυτής έληξε ως εκ τούτου τα μεσάνυχτα της Δευτέρας 18 Οκτωβρίου 1999» (σκέψη 20). Επομένως, αφού θεώρησε ότι η προσφυγή κατατέθηκε στις 20 Ιανουαρίου 2000, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι η άσκησή της ήταν εκπρόθεσμη (σκέψη 21).
12. Όσον αφορά την «συγγνωστή πλάνη» που επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, το Πρωτοδικείο έκρινε περαιτέρω τα εξής:
«22 Κατά πάγια νομολογία, η συγγνωστή πλάνη μπορεί, βεβαίως, υπό εξαιρετικές περιστάσεις, να μην έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της σχετικής προθεσμίας για τον προσφεύγοντα (αποφάσεις του Δικαστηρίου της 18ης Οκτωβρίου 1977, 25/68, Schertzer κατά Κοινοβουλίου, Συλλογή τόμος 1977, σ. 529, σκέψη 19, σε συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά, και της 5ης Απριλίου 1979, 117/78, Orlandi κατά Επιτροπής, Συλλογή τόμος 1979/Ι, σ. 857, σκέψη 11, σε συνοπτική μετάφραση στα ελληνικά· διάταξη του Δικαστηρίου της 26ης Οκτωβρίου 2000, C-165/99, Αυστρία κατά Επιτροπής, μη δημοσιευθείσα στη Συλλογή, σκέψη 17). Τούτο συμβαίνει, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση που το οικείο κοινοτικό όργανο ακολούθησε συμπεριφορά δυνάμενη να προκαλέσει, από μόνη της ή σε καθοριστικό βαθμό, σύγχυση σε καλόπιστο πολίτη και σε συναλλασσόμενο με συνήθη ενημέρωση που επέδειξε όλη την επιμέλεια που απαιτείται (βλ. προαναφερθείσες αποφάσεις Blackman κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 34, και Bayer κατά Επιτροπής, σκέψη 26).
23 Ωστόσο, εν προκειμένω, ο προσφεύγων δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο προς στήριξη του ισχυρισμού του ότι το Συμβούλιο ακολούθησε συμπεριφορά αυτού του είδους. Αντιθέτως, πρέπει να τονιστεί ότι, σύμφωνα με το άρθρο 7, παράγραφος 3, της αποφάσεως 93/731, η επιστολή της Γενικής Γραμματείας, με την οποία γνωστοποιήθηκε στον προσφεύγοντα η απόφαση του Συμβουλίου, τον ενημέρωνε, επιπλέον, για το περιεχόμενο των άρθρων 195 ΕΚ και 230 ΕΚ όσον αφορά, αντιστοίχως, τις προϋποθέσεις προσφυγής στον Διαμεσολαβητή και τον έλεγχο της νομιμότητας των πράξεων του Συμβουλίου από το Δικαστήριο. Συνεπώς, ένας πολίτης που επιδεικνύει τη συνήθη επιμέλεια δεν μπορούσε να έχει καμία αμφιβολία ούτε ως προς τον οριστικό χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής ούτε ως προς την ισχύουσα δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ προθεσμία για την άσκηση προσφυγής.
24 Δεδομένου ότι οι περιστάσεις που επικαλείται ο προσφεύγων δεν μπορούν να θεωρηθούν εξαιρετικές περιστάσεις που συνιστούν συγγνωστή πλάνη, η προσφυγή πρέπει κατά συνέπεια να απορριφθεί ως απαράδεκτη στο μέτρο που στρέφεται κατά της αποφάσεως του Συμβουλίου.»
Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου
13. Με δικόγραφο που κατέθεσε στις 7 Μα_ου 2001, ο Α. Πιτσιόρλας άσκησε αίτηση αναιρέσεως κατά της διατάξεως του Πρωτοδικείου ζητώντας από το Δικαστήριο να κρίνει την αίτηση αναιρέσεως παραδεκτή και βάσιμη, να ακυρώσει την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, να ακυρώσει την από 30 Ιουλίου 1999 απόφαση του Συμβουλίου κάνοντας δεκτά τα αιτήματα που είχε προβάλει πρωτοδίκως ή, επικουρικώς, να αναπέμψει την υπόθεση ενώπιον του Πρωτοδικείου για την έκδοση αποφάσεως επί της ουσίας, να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Προς στήριξη του αιτήματός του περί ακυρώσεως της διατάξεως του Πρωτοδικείου, ο Α. Πιτσιόρλας προέβαλε μεταξύ άλλων: i) παραβίαση του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, ii) παραβίαση της αρχής της ισότητας των όπλων, iii) νομική πλάνη κατά την ερμηνεία της αποφάσεως του Συμβουλίου, iv) πλάνη κατά την εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών, με συνέπεια την παράβαση του άρθρου 42 του Οργανισμού ΕΚ του Δικαστηρίου, ν) τη μη εφαρμογή ή, επικουρικώς, την υπέρμετρα περιοριστική εφαρμογή της κοινοτικής νομολογίας σχετικά με τη συγγνωστή πλάνη.
14. Με το υπόμνημά του αντικρούσεως, το Συμβούλιο προέβαλε απλώς την εκπρόθεσμη άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως ζητώντας από το Δικαστήριο να την απορρίψει ως προδήλως απαράδεκτη. Μόνον κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση το Συμβούλιο απάντησε εν συντομία στις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος σχετικά με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη.
Νομική ανάλυση
Επί του παραδεκτού
15. Το Συμβούλιο αμφισβήτησε το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως υποστηρίζοντας ότι ενώ η αίτηση αναιρέσεως έπρεπε να είχε κατατεθεί έως τις 3 Μα_ου 2001 (δύο μήνες και δέκα ημέρες μετά την κοινοποίηση της διατάξεως του Πρωτοδικείου, η οποία κοινοποιήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2001 ), κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 7 Μα_ου 2001.
16. Ωστόσο, όπως παρατήρησε ο αναιρεσείων, η ένσταση αυτή είναι αβάσιμη, δεδομένου ότι το Συμβούλιο κακώς δεν έλαβε υπόψη του ότι πριν από την κατάθεση, που πραγματοποιήθηκε όντως στις 7 Μα_ου 2001, το δικόγραφο της αναιρέσεως είχε ήδη περιέλθει στη Γραμματεία μέσω τηλεομοιοτυπίας το βράδυ της 2ας Μα_ου 2001 και πρωτοκολλήθηκε στη συνέχεια το πρωί της επόμενης ημέρας. Η νέα παράγραφος 6 του άρθρου 37 του Κανονισμού Διαδικασίας του Δικαστηρίου προβλέπει πράγματι ότι «λαμβάνεται υπόψη η ημερομηνία κατά την οποία το αντίγραφο του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου ενός διαδικαστικού εγγράφου [...] περιέρχεται στη Γραμματεία με τηλεομοιοτυπία ή με οποιοδήποτε άλλο τεχνικό μέσο επικοινωνίας διαθέτει το Δικαστήριο, υπό τον όρο ότι το υπογεγραμμένο πρωτότυπο του εγγράφου, συνοδευόμενο από τα συνημμένα και τα αντίγραφα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, δεύτερο εδάφιο, κατατίθεται στη Γραμματεία το αργότερο δέκα ημέρες μετά την εν λόγω ημερομηνία» . Ως εκ τούτου, φρονώ ότι η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε παραδεκτώς.
Επί της ουσίας
17. Ερχόμενος στην εξέταση της ουσίας της υποθέσεως, φρονώ ότι για λόγους οικονομίας της δίκης πρέπει να επικεντρώσω την προσοχή μου στον πρώτο λόγο αναιρέσεως με τον οποίο ο Α. Πιτσιόρλας αμφισβητεί την ορθότητα της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου βάσει της οποίας απορρίφθηκε ο ισχυρισμός του ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής οφείλεται σε «συγγνωστή πλάνη».
18. Ειδικότερα, με τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο αξιολόγησε κατά τρόπο υπέρμετρα τυπολατρικό την ύπαρξη συγγνωστής πλάνης προσδίδοντας εξαιρετικά μεγάλη σημασία στο γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπεδείκνυε τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής βάσει του άρθρου 230 ΕΚ. Κατά τον αναιρεσείοντα, το Πρωτοδικείο έπρεπε αντιθέτως να λάβει υπόψη του τα ιδιαίτερα στοιχεία και τις εξαιρετικές περιστάσεις που χαρακτήριζαν την περίπτωσή του, και ιδίως τις ανακρίβειες με τις οποίες το Συμβούλιο και η ΕΚΤ τον παραπλάνησαν: το πρώτο, αποκρύπτοντάς του την ύπαρξη της εκθέσεως της νομισματικής επιτροπής σχετικά με την ενίσχυση του ΕΝΣ, η δεύτερη, καθυστερώντας την απόφαση στην οποία μνημονευόταν η έκθεση αυτή και εκδίδοντάς την μόνον αφού παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση προσφυγής κατά της αντίστοιχης αποφάσεως του Συμβουλίου. Ενώπιον των ιδιαιτέρων αυτών περιστάσεων, ο αναιρεσείων πράγματι δεν ήταν δυνατό να επιδείξει μεγαλύτερη επιμέλεια, λαμβανομένου υπόψη και του εξαιρετικά περίπλοκου χαρακτήρα της «συμφωνίας της Βασιλείας/Nyborg» και της ελλείψεως διαφάνειας που χαρακτηρίζει εν γένει τα ζητήματα νομισματικής πολιτικής. Κατά συνέπεια, ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε νομική πλάνη αρνούμενο την ύπαρξη συγγνωστής πλάνης δυνάμενης να δικαιολογήσει την εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής.
19. Αντικρούοντας τα ανωτέρω επιχειρήματα, το Συμβούλιο παρατήρησε αντιθέτως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι το Πρωτοδικείο ορθώς απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη κατά την έννοια της σχετικής κοινοτικής νομολογίας. Συγκεκριμένα, κατά την άποψή του, ο αναιρεσείων δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι η συμπεριφορά του Συμβουλίου ήταν δυνατό να τον παραπλανήσει, δεδομένου ότι είχε ενημερωθεί επαρκώς σχετικά με τον οριστικό χαρακτήρα της αποφάσεως διά της ρητής μνείας της δυνατότητας ασκήσεως προσφυγής κατά το άρθρο 230 ΕΚ.
20. Οφείλω κατ' αρχάς να υπενθυμίσω ότι «η έννοια της συγγνωστής πλάνης, που πηγάζει κατά τρόπο άμεσο από τη μέριμνα σεβασμού των αρχών της ασφάλειας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεν μπορεί να έχει σχέση, κατά πάγια νομολογία, παρά μόνο με τις εξαιρετικές περιστάσεις υπό τις οποίες, ιδίως, το οικείο κοινοτικό όργανο υιοθέτησε μια συμπεριφορά δυνάμενη, από μόνη της ή σε καθοριστικό βαθμό, να προκαλέσει εύλογη σύγχυση στο πνεύμα ενός πολίτη ο οποίος είναι καλόπιστος και αποδεικνύει ότι επέδειξε την επιμέλεια που απαιτείται από ένα μέσως ενημερωμένο πρόσωπο» . Ειδικότερα, η νομολογία έχει διευκρινίσει ότι συγγνωστή πλάνη ενδέχεται να υπάρχει «όταν η εκπρόθεσμη άσκηση μιας προσφυγής οφείλεται στην παροχή, από το οικείο όργανο, εσφαλμένων πληροφοριών δυναμένων να δημιουργήσουν εύλογη σύγχυση στο πνεύμα ενός πολίτη που διαθέτει τα ανωτέρω υπομνησθέντα χαρακτηριστικά ή όταν η εκ μέρους του οικείου κοινοτικού οργάνου παράβαση ορισμένων από τους εσωτερικούς κανόνες του, όπως επί παραδείγματι ενός κώδικα συμπεριφοράς, έχει δημιουργήσει τέτοια σύγχυση» .
21. Με την αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη, όπως είδαμε, το Πρωτοδικείο απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής είναι δυνατό να οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη, διότι κατά την άποψή του ο Α. Πιτσιόρλας δεν απέδειξε ότι η συμπεριφορά του Συμβουλίου ήταν δυνατό να προκαλέσει «εύλογη σύγχυση σ' έναν καλόπιστο πολίτη ο οποίος επιδεικνύει όλη την επιμέλεια που απαιτείται από έναν επιχειρηματία με συνήθη ενημέρωση». Το Πρωτοδικείο, θεωρώντας ότι πράγματι στην προσβαλλόμενη απόφαση μνημονευόταν η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά το άρθρο 230 ΕΚ, έκρινε ότι «ένας πολίτης που επιδεικνύει τη συνήθη επιμέλεια δεν μπορούσε να έχει καμία αμφιβολία ούτε ως προς τον οριστικό χαρακτήρα της αποφάσεως αυτής ούτε ως προς την ισχύουσα δυνάμει του άρθρου 230 ΕΚ προθεσμία για την άσκηση προσφυγής».
22. Ωστόσο, συμφωνώ με τον Α. Πιτσιόρλα ότι το Πρωτοδικείο εφάρμοσε κατά τρόπο υπέρμετρα στενό και τυπολατρικό τη νομολογία σχετικά με τη συγγνωστή πλάνη.
23. Πράγματι, φρονώ ότι το Πρωτοδικείο κακώς δεν δέχθηκε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούσε να παραπλανήσει τον αναιρεσείοντα ως προς την ύπαρξη εγγράφου του Συμβουλίου που περιλαμβανόταν στη γνωστή ως «συμφωνία της Βασιλείας/Nyborg». Πράγματι, το γεγονός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση μνημόνευε ως συντάκτες του αιτουμένου εγγράφου τους Διοικητές των Κεντρικών Τραπεζών οδηγούσε αναπόφευκτα τον αναιρεσείοντα στο συμπέρασμα ότι το Συμβούλιο δεν μπορούσε να ικανοποιήσει το αίτημά του περί προσβάσεως στο αιτούμενο έγγραφο διότι η «συμφωνία» περιελάμβανε μόνο την έκθεση της Επιτροπής Διοικητών (και όχι, επομένως, την έκθεση της νομισματικής επιτροπής σχετικά με την ενίσχυση του ΕΝΣ). Επομένως, ο Α. Πιτσιόρλας, στηριζόμενος στα ανωτέρω στοιχεία, δεν είχε λόγο να προσβάλλει μια απόφαση η οποία απέρριπτε το αίτημά του περί προσβάσεως σ' ένα έγγραφο του οποίου την ύπαρξη αρνούνταν κατ' ουσίαν το Συμβούλιο.
24. Πράγματι, είναι προφανές ότι η δυνατότητα των κοινοτικών οργάνων να δεχθούν «αίτηση για πρόσβαση προϋποθέτει, προφανώς, ότι τα έγγραφα αυτά υπάρχουν», όπως ακριβώς είναι αυτονόητο ότι, «σύμφωνα με το τεκμήριο νομιμότητας των κοινοτικών πράξεων, τεκμαίρεται η ανυπαρξία εγγράφου στο οποίο ζητήθηκε πρόσβαση, όταν το οικείο όργανο ισχυρίζεται ότι το έγγραφο δεν υπάρχει», εκτός και αν η ύπαρξή του αποδεικνύεται «βάσει λυσιτελών αλληλοσυμπληρούμενων ενδείξεων» . Επομένως, μη διαθέτοντας κάποιο στοιχείο σχετικά με την ύπαρξη της εκθέσεως της νομισματικής επιτροπής για την ενίσχυση του ΕΝΣ, δεν μπορούσε παρά να στηριχθεί στη διαβεβαίωση του Συμβουλίου ότι η «συμφωνία της Βασιλείας/Nyborg» περιελάμβανε μόνον την έκθεση της Επιτροπής Διοικητών και, ως εκ τούτου, ουδένα λόγο είχε να προσβάλλει την απόφαση.
25. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι από τα ανωτέρω συνάγεται ότι η συμπεριφορά του Συμβουλίου οδήγησε τον Α. Πιτσιόρλα να μην προσβάλει εμπροθέσμως την απόφαση της 30ής Ιουλίου 1999. Μόνον με την από 8 Νοεμβρίου 1999 απόφαση της ΕΚΤ, που του κοινοποιήθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1999, ο αναιρεσείων πληροφορήθηκε ότι πράγματι η «συμφωνία της Βασιλείας/Nyborg» αποτελούνταν «από εκθέσεις και πρακτικά που [είχαν συντάξει] η Επιτροπή Διοικητών και η νομισματική επιτροπή», και επομένως και ένα συμβουλευτικό όργανο του Συμβουλίου. Επομένως, μόνο σε εκείνο το χρονικό σημείο ήταν δυνατόν ο αναιρεσείων να έχει επιφυλάξεις ως προς την ορθότητα της αποφάσεως του Συμβουλίου και να σχηματίσει την πεποίθηση ότι το όργανο αυτό σκοπίμως του είχε αποκρύψει την ύπαρξη της εκθέσεως της νομισματικής επιτροπής. Ωστόσο, άπαξ αντελήφθη ότι το Συμβούλιο τον είχε παραπλανήσει, ο αναιρεσείων άσκησε προσφυγή στις 20 Ιανουαρίου 2000 κατά της αποφάσεως με την οποία το ανωτέρω όργανο δεν του είχε επιτρέψει την πρόσβαση στην έκθεση της νομισματικής επιτροπής αποκρύπτοντάς του την ύπαρξή της.
26. Εξάλλου, θεωρώ ότι δεν είναι δυνατό να προσαφθεί στον αναιρεσείοντα ότι δεν συμπεριφέρθηκε ως ένας καλόπιστος πολίτης «ο οποίος επιδεικνύει όλη την επιμέλεια που απαιτείται από έναν επιχειρηματία με συνήθη ενημέρωση». Αφού έλαβε την πρώτη απορριπτική απάντηση του Συμβουλίου της 11ης Μα_ου 1999, με την οποία το Συμβούλιο δήλωνε ότι πολύ πιθανώς το αιτούμενο έγγραφο να έχει συνταχθεί από την ΕΚΤ, ο Α. Πιτσιόρλας επιμελώς φερόμενος «έστρεψε» στις 28 Ιουνίου 1999 την αίτηση προσβάσεως στην ΕΚΤ. Είναι προφανές ότι εάν ήδη με την απάντηση της 6ης Ιουλίου 1999 η ΕΚΤ είχε επιβεβαιώσει την ύπαρξη της εκθέσεως της νομισματικής επιτροπής, ο Α. Πιτσιόρλας θα μπορούσε αμέσως να αμφιβάλει για τη νομιμότητα της επακολουθήσασας αποφάσεως του Συμβουλίου της 30ής Ιουλίου 1999. Ωστόσο, επιδεικνύοντας ακόμα μεγαλύτερη επιμέλεια, ο Α. Πιτσιόρλας υπέβαλε στις 27 Ιουλίου 1999 στην ΕΚΤ αίτηση επανεξετάσεως στην οποία η ΕΚΤ απάντησε το πρώτον στις 8 Νοεμβρίου 1999 και, επομένως, πολύ πέραν της προθεσμίας του ενός μηνός που προβλέπει το άρθρο 5, σημείο 3, της αποφάσεως 1999/284/ΕΚ της 3ης Νοεμβρίου 1998, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα και τα αρχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
27. Συνεπώς, ούτως εχόντων των πραγμάτων, φρονώ ότι ο αναιρεσείων επέδειξε χωρίς αμφιβολία «την επιμέλεια που απαιτείται από έναν επιχειρηματία με συνήθη ενημέρωση». Η εκτίμηση αυτή δεν ανατρέπεται ούτε από το γεγονός ότι, αφού έλαβε την από 8 Νοεμβρίου 1999 απόφαση της ΕΚΤ, ο Α. Πιτσιόρλας είχε τη δυνατότητα να υποβάλει εκ νέου αίτηση προσβάσεως στο Συμβούλιο επικαλούμενος τα στοιχεία που είχε αποκτήσει εν τω μεταξύ. Και τούτο διότι, κατά την άποψή μου, ο Α. Πιτσιόρλας (μη λαμβανομένου υπόψη προφανώς του προβλήματος της προθεσμίας για την άσκηση προσφυγής) είχε εντούτοις το δικαίωμα να ασκήσει ενώπιον του κοινοτικού δικαστή προσφυγή περί ακυρώσεως της από 30 Ιουλίου 1999 αποφάσεως του Συμβουλίου. Πράγματι, όπως το Πρωτοδικείο είχε την ευκαιρία να διευκρινίσει, «η απόφαση 93/731 έχει σκοπό να υλοποιήσει την αρχή της πληρέστερης δυνατής προσβάσεως των πολιτών στην πληροφόρηση, προκειμένου να ενισχύει τον δημοκρατικό χαρακτήρα των θεσμικών οργάνων καθώς και την εμπιστοσύνη του κοινού στη διοίκηση. Όπως και η απόφαση 94/90, η απόφαση 93/731 δεν εξαρτά την πρόσβαση του κοινού στα αιτούμενα έγγραφα από συγκεκριμένη αιτιολόγηση. Συνεπώς, πρόσωπο στο οποίο δεν έχει επιτραπεί η πρόσβαση σε έγγραφο ή σε ένα τμήμα του εγγράφου έχει ήδη, εκ του γεγονότος αυτού και μόνον, συμφέρον για την ακύρωση της αρνητικής αυτής αποφάσεως. Το γεγονός ότι τα ζητηθέντα έγγραφα δημοσιοποιήθηκαν δεν ασκεί συναφώς επιρροή»· και μάλιστα σε βαθμό που το έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής δεν εκλείπει ούτε και από το «γεγονός ότι τα ζητηθέντα έγγραφα δημοσιοποιήθηκαν» .
28. Κατά συνέπεια, δεν θεωρώ ότι θα ήταν δυνατό να προσαφθεί στον Α. Πιτσιόρλα το ότι δεν επέδειξε επιμέλεια λόγω του ότι δεν υπέβαλε νέα αίτηση προσβάσεως σ' ένα όργανο το οποίο του είχε δώσει μια παραπλανητική απάντηση και ότι επέλεξε αντιθέτως να προσβάλει την απάντηση αυτή. Η αναγκαία επιμέλεια προκειμένου να δικαιολογηθεί η εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής λόγω συγγνωστής πλάνης πρέπει πράγματι να κρίνεται μόνο σε σχέση με τις προϋποθέσεις για την προσβολή της αποφάσεως που απορρίπτει την αίτηση προσβάσεως, είναι δε άνευ σημασίας η συμπεριφορά που επέδειξε ο αναιρεσείων προκειμένου να επιτύχει να λάβει τα εν λόγω έγγραφα. Πράγματι, όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου, το έννομο συμφέρον για την προσβολή της αρνήσεως εν πάση περιπτώσει δεν εκλείπει από το γεγονός ότι είναι δυνατή η υποβολή νέας αιτήσεως ή ακόμα από το ότι ο αναιρεσείων δραστηριοποιήθηκε αποτελεσματικά προκειμένου να λάβει τα αιτηθέντα έγγραφα.
29. Κατά συνέπεια, υπό το πρίσμα των ανωτέρω σκέψεων φρονώ ότι το Πρωτοδικείο υπέπεσε σε πλάνη περί το δίκαιο κρίνοντας ότι η εκπρόθεσμη άσκηση της προσφυγής από τον Α. Πιτσιόρλα δεν εδικαιολογείτο από συγγνωστή πλάνη όπως αυτή ερμηνεύεται από την κοινοτική νομολογία. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι, κατά παραδοχή του πέμπτου λόγου αναιρέσεως, η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη πρέπει να αναιρεθεί, παρέλκει δε η εξέταση των λοιπών λόγων αναιρέσεως που προβάλλει ο Α. Πιτσιόρλας.
30. Λαμβανομένου υπόψη ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διάταξη δέχθηκε την ένσταση απαραδέκτου που προέβαλε το Συμβούλιο βάσει του άρθρου 114 του Κανονισμού Διαδικασίας του Πρωτοδικείου, χωρίς να κρίνει επί της ουσίας την προσφυγή, φρονώ ότι η απόφαση πρέπει να αναπεμφθεί στο Πρωτοδικείο προκειμένου να παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να αναπτύξουν με πληρότητα τις απόψεις τους. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Πρόταση
31. Για τους ανωτέρω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο τα εξής:
- να αναιρέσει τη διάταξη που εξέδωσε το Πρωτοδικείο στις 14 Φεβρουαρίου 2001 στην υπόθεση Τ-3/00, Πιτσιόρλας κατά Συμβουλίου και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας·
- να αναπέμψει την υπόθεση στο Πρωτοδικείο προκειμένου να αποφανθεί επί της ουσίας·
- να επιφυλαχθεί ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Full & Egal Universal Law Academy