ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ
PHILIPPE LÉGER
της 25ης Σεπτεμβρίου 2003(1)
Υπόθεση C-194/01
Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
κατά
Δημοκρατίας της Αυστρίας
Παράβαση κράτους μέλους – Περιβάλλον – Οδηγία 75/442/ΕΟK – Ευρωπαϊκός κατάλογος στερεών αποβλήτων – Οδηγία 91/689/ΕΟΚ – Ευρωπαϊκός κατάλογος επικίνδυνων αποβλήτων – Μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο – Εθνικοί κατάλογοι – Αποκλεισμός – Μέσο άμυνας – Αμφισβήτηση της νομιμότητας των ευρωπαϊκών καταλόγων – Ανεπίτρεπτο
1. Με την παρούσα προσφυγή που ασκήθηκε δυνάμει του άρθρου 226 ΕΚ, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ζητεί να αναγνωριστεί ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα ακόλουθα νομοθετικά κείμενα:
– την οδηγία 75/442/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουλίου 1975, για τα στερεά απόβλητα (2) , όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 91/156/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1991 (3) (στο εξής: οδηγία 75/442, όπως έχει τροποποιηθεί)·
– την απόφαση 94/3/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για τη θέσπιση καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1, σημείο α΄, της οδηγίας 75/442 (4) (στο εξής: ευρωπαϊκός κατάλογος αποβλήτων ή ΕΚΑ)·
– την οδηγία 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα (5) , όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 94/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1994 (6) (στο εξής: οδηγία 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί), και
– την απόφαση 94/904/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για την κατάρτιση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689 (7) (στο εξής: κατάλογος επικίνδυνων αποβλήτων ή ΚΕΑ).
2. Η Επιτροπή εκτιμά ότι οι αυστριακές αρχές δεν έχουν θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με τον ευρωπαϊκό κατάλογο αποβλήτων, τον κατάλογο επικίνδυνων αποβλήτων καθώς και των παραρτημάτων Ι και ΙΙ της οδηγίας 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί.
I – Το νομικό πλαίσιο
Α – Η κοινοτική νομοθεσία
3. Η οδηγία 75/442, όπως έχει τροποποιηθεί, θεσπίζει τους κοινοτικούς κανόνες για τη διαχείριση και τη διάθεση των στερεών αποβλήτων (8) . Ως κύριο στόχο της έχει τη διασφάλιση της προστασίας της υγείας του ανθρώπου και του περιβάλλοντος από τις επιβλαβείς επιδράσεις που προκαλούνται από τη συγκέντρωση, τη μεταφορά, την επεξεργασία, την εναποθήκευση και την απόθεση των στερεών αποβλήτων (9) .
4. Το άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442, όπως έχει τροποποιηθεί, δίδει τον ορισμό της έννοιας του στερεού αποβλήτου. Έχει ως εξής:
«[Κ]ατά την έννοια της παρούσας οδηγίας νοείται ως [...] στερεό απόβλητο: κάθε ουσία ή αντικείμενο που εμπίπτει στις κατηγορίες του παραρτήματος Ι και το οποίο ο κάτοχός του απορρίπτει ή προτίθεται ή υποχρεούται να απορρίψει.
Η Επιτροπή, ενεργώντας σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 18, καταρτίζει, όχι αργότερα από την 1η Απριλίου 1993, κατάλογο των αποβλήτων των κατηγοριών που περιλαμβάνει το παράρτημα Ι. Ο κατάλογος αυτός θα επανεξετάζεται τακτικά και, εν ανάγκη, θα αναθεωρείται σύμφωνα με την ίδια διαδικασία.»
5. Το άρθρο 18 της οδηγίας 75/442, όπως έχει τροποποιηθεί, ορίζει:
«[Η] Επιτροπή επικουρείται από μια επιτροπή την οποία αποτελούν αντιπρόσωποι των κρατών μελών και της οποίας προεδρεύει ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής.
Ο αντιπρόσωπος της Επιτροπής υποβάλλει στην εν λόγω επιτροπή σχέδιο των μέτρων που πρόκειται να ληφθούν. Η επιτροπή διατυπώνει τη γνώμη της για το σχέδιο αυτό σε προθεσμία που μπορεί να ορίσει ο πρόεδρος ανάλογα με τον επείγοντα χαρακτήρα του θέματος. Η γνώμη διατυπώνεται με την πλειοψηφία που προβλέπεται στο άρθρο 148, παράγραφος 2, της Συνθήκης για την έκδοση των αποφάσεων που καλείται να λάβει το Συμβούλιο βάσει προτάσεως της Επιτροπής. [...]
Η Επιτροπή θεσπίζει τα σχεδιαζόμενα μέτρα όταν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της επιτροπής.
Όταν τα σχεδιαζόμενα μέτρα δεν είναι σύμφωνα με τη γνώμη της Επιτροπής, ή ελλείψει γνώμης, η Επιτροπή υποβάλλει χωρίς καθυστέρηση στο Συμβούλιο πρόταση σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν. Το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία.
[...]»
6. Η Επιτροπή εξέδωσε τον κατάλογο που προβλέπεται στο άρθρο 1, στοιχείο α΄, της οδηγίας 75/442, όπως έχει τροποποιηθεί, με την προπαρατεθείσα απόφαση 94/3, δηλαδή τον ΕΚΑ. Το σημείο 5 της προκαταρκτικής σημείωσης του παραρτήματος Ι της αποφάσεως αυτής προβλέπει ότι «[ο] ΕΚΑ πρόκειται να αποτελέσει ονοματολογία αναφοράς, παρέχοντας κοινή για όλη την Κοινότητα ορολογία, με σκοπό την αποτελεσματικότερη διαχείριση των αποβλήτων».
7. Η οδηγία 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί, θέτει τους ειδικούς κανόνες για τη διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων. Έχει ως στόχο τη βελτίωση των συνθηκών υπό τις οποίες γίνεται η διαχείριση και η διάθεση των επικίνδυνων αποβλήτων (10) . Η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας αυτής διευκρινίζει «ότι, για να καταστεί πιο αποτελεσματική η διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων στην Κοινότητα, είναι αναγκαίο να καθοριστεί και να διαμορφωθεί σε ενιαία βάση ο ορισμός για τα επικίνδυνα απόβλητα […]».
8. Το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί, ορίζει την έννοια των επικίνδυνων αποβλήτων ως εξής:
«[Γ]ια τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, ως “επικίνδυνα απόβλητα” νοούνται:
– τα απόβλητα που περιλαμβάνονται σε κατάλογο ο οποίος θα καταρτιστεί με τη διαδικασία του άρθρου 18 της οδηγίας 75/422/ΕΟΚ και θα βασίζεται στα παραρτήματα Ι και ΙΙ της παρούσας οδηγίας, το αργότερο έξι μήνες πριν από την ημερομηνία θέσης σε εφαρμογή της παρούσας οδηγίας. Τα απόβλητα αυτά πρέπει να έχουν μία ή περισσότερες από τις ιδιότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ. [...]
– όλα τα άλλα απόβλητα, τα οποία κατά τη γνώμη ενός κράτους μέλους παρουσιάζουν κάποια από τις ιδιότητες που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ. Οι περιπτώσεις αυτές θα κοινοποιούνται στην Επιτροπή και θα επανεξετάζονται με τη διαδικασία του άρθρου 18 της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ με στόχο την αναπροσαρμογή του καταλόγου.»
9. Ο κατάλογος των επικίνδυνων αποβλήτων θεσπίστηκε από το Συμβούλιο με την προπαρατεθείσα απόφαση 94/904, δηλαδή τον ΚΕΑ. Σύμφωνα με το σημείο 1 της εισαγωγής του παραρτήματος της αποφάσεως αυτής, οι διάφοροι τύποι αποβλήτων του καταλόγου που περιλαμβάνονται στον ΚΕΑ ορίζονται πλήρως από έναν εξαψήφιο κωδικό.
Β – Το Αυστριακό δίκαιο
10. Στο Αυστριακό δίκαιο, η γενική νομοθεσία περί διαχειρίσεως αποβλήτων περιλαμβάνεται στον Bundesgesetz über die Vermeidung und Behandlung von Abfällen (Abfallwirtschaftsgesetz), της 6ης Ιουνίου 1990 (11) (ομοσπονδιακό νόμο για την πρόληψη και τη διαχείριση των αποβλήτων) (12) .
11. Το άρθρο 2, παράγραφος 5, του νόμου αυτού, ως είχε όταν δημοσιεύθηκε το 1998 (13) , ορίζει ότι ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Νεότητας και Οικογενείας υποχρεούται να ορίζει τα απόβλητα που πρέπει να θεωρούνται επικίνδυνα. Η ίδια διάταξη διευκρινίζει ότι, για τον σκοπό αυτό, ο αρμόδιος υπουργός μπορεί να εκδώσει ορισμένες υποχρεωτικές «ÖNORMEN». Οι «ÖNORMEN» είναι πρότυπα που θεσπίζονται από το αυστριακό ινστιτούτο τυποποίησης.
12. Ο αυστριακός κατάλογος αποβλήτων περιλαμβάνεται στην ÖNORM S 2100, της 1ης Σεπτεμβρίου 1997 (14) . Το κείμενο αυτό, το οποίο δεν είναι δεσμευτικό, περιλαμβάνει τον κατάλογο των συνήθων αποβλήτων και τον κατάλογο των επικίνδυνων αποβλήτων. Δεν αμφισβητείται ότι η ÖNORM S 2100 ταξινομεί τα απόβλητα αυτά με μέθοδο διαφορετική από αυτήν που χρησιμοποιεί ο ευρωπαϊκός κατάλογος αποβλήτων και ο κατάλογος επικίνδυνων αποβλήτων.
13. Τον Αύγουστο του 1997, ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Νεότητας και Οικογενείας εξέδωσε το Verordnung über die Festsetzung von gefährlichen Abfällen und Problemstoffen (Festsetzunggsverordnung 1997) (15) (διάταγμα περί του καθορισμού των επικίνδυνων αποβλήτων και επικίνδυνων ουσιών, στο εξής: διάταγμα του 1997).
14. Το άρθρο 3, παράγραφος 1, του διατάγματος αυτού προέβλεπε ότι τα απόβλητα που περιλαμβάνονται στην ÖNORM S 2100 και στο παράρτημα Ι (του εν λόγω διατάγματος) πρέπει να θεωρούνται επικίνδυνα. Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του διατάγματος του 1997 προέβλεπε όμως μια τροποποίηση του καταλόγου αυτού από 1ης Ιουλίου 2000. Όριζε:
«[Α]πό της 1ης Ιουλίου 2000, θεωρούνται επικίνδυνα τα απόβλητα που περιλαμβάνονται στον [ΚΕΑ]. Ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Νεότητας και Οικογενείας θα δημοσιεύσει τον κατάλογο αυτό στην Bundesgesetzblatt πριν από την 1η Ιουλίου 2000.»
15. Στις 30 Ιουνίου 2000, δηλαδή μία ημέρα πριν τεθεί σε ισχύ η διάταξη αυτή, ο Υπουργός Γεωργίας, Δασών, Περιβάλλοντος και Υδάτων εξέδωσε το Verordnung mit der die Festsetzungsverodnung 1997 geändert wird (16) (διάταγμα που τροποποιεί το διάταγμα καθορισμού του 1997, στο εξής: διάταγμα 2000). Το διάταγμα αυτό κατάργησε το άρθρο 3, παράγραφος 2, του διατάγματος του 1997 και πρόσθεσε μια διάταξη κατά την οποία το διάταγμα του 1997, όπως έχει τροποποιηθεί, διασφάλιζε τη μεταφορά στην εσωτερική έννομη τάξη της οδηγίας 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί, και του καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων.
II – Η προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία
16. Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι η αυστριακή νομοθεσία δεν διασφάλιζε την ορθή μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του ΕΚΑ, του ΚΕΑ και των οδηγιών 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί, και 75/442, όπως έχει τροποποιηθεί, απηύθυνε έγγραφο οχλήσεως προς τις αυστριακές αρχές στις 14 Ιουλίου 1999.
17. Με απάντησή της στις 8 Οκτωβρίου 1999, η αυστριακή κυβέρνηση υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι ο ΕΚΑ, ο ΚΕΑ καθώς και τα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί, είχαν ορθώς μεταφερθεί στο εσωτερικό δίκαιο με την ÖNORM S 2100 και το διάταγμα του 1997. Οι αυστριακές αρχές επανέλαβαν τη θέση τους αυτή σε επιστολή της 2ας Νοεμβρίου 2000, σε απάντηση στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής της 27ης Ιουλίου 2000.
18. Επομένως, η Επιτροπή άσκησε την παρούσα προσφυγή στις 4 Μαΐου 2001.
III – Ισχυρισμοί των διαδίκων
19. Στο πλαίσιο αυτής της προσφυγής, η Επιτροπή προβάλλει τρεις αιτιάσεις κατά των αυστριακών αρχών (17) .
20. Πρώτον, η Επιτροπή κατηγορεί τις αυστριακές αρχές ότι δεν μετέφεραν στο εσωτερικό δίκαιο τον ΕΚΑ. Αναφέρει ότι, δυνάμει του άρθρου 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, η απόφαση που θεσπίζει τον ΕΚΑ είναι υποχρεωτική για τους αποδέκτες που ορίζει, δηλαδή τα κράτη μέλη. Υπενθυμίζει επίσης ότι, σύμφωνα με το σημείο 5 του εισαγωγικού σημειώματός του, ο ΕΚΑ έχει ως προορισμό του την παροχή κοινής ονοματολογίας και ορολογίας για τα στερεά απόβλητα, οι οποίες να ισχύουν σε όλη την Κοινότητα. Επομένως είναι αναγκαία η εφαρμογή του ΕΚΑ σε εθνικό επίπεδο για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της κοινοτικής πολιτικής στον τομέα των στερεών αποβλήτων.
21. Δεύτερον, η Επιτροπή εκτιμά ότι οι αυστριακές αρχές δεν μετέφεραν ορθά τον ΚΕΑ στο εσωτερικό δίκαιο. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο ΚΕΑ αποτελεί συστατικό στοιχείο του ορισμού των «επικινδύνου αποβλήτου» κατά την έννοια της οδηγίας 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί και ότι, σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη του νομοθετικού αυτού κειμένου, είναι αναγκαίο να χρησιμοποιείται ακριβής και ενιαίος ορισμός της έννοιας των «επικινδύνων αποβλήτων» στην Κοινότητα. Επομένως, τα εθνικά μέτρα για τη διασφάλιση ης μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του ΚΕΑ πρέπει να ακολουθήσουν πιστά το σύστημα που τέθηκε σε εφαρμογή επί κοινοτικού επιπέδου.
22. Άλλως, υπογραμμίζει η Επιτροπή, ο ΚΕΑ δεν θα λειτουργούσε ποτέ στο αυστριακό δίκαιο. Πράγματι, το άρθρο 3, παράγραφος 2, του διατάγματος του 1977, που προέβλεπε την προσφυγή στον ΚΕΑ από 1ης Ιουλίου 2000, θα είχε καταργηθεί από το διάταγμα του 2000 μία ημέρα πριν την έναρξη ισχύος του.
23. Τρίτον, η Επιτροπή κατηγορεί τις αυστριακές αρχές ότι δεν μετέφεραν στο εσωτερικό δίκαιο τα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 91/689, όπως αυτή τροποποιήθηκε. Κατά την Επιτροπή, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο το σύνολο της οδηγίας 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων παραρτημάτων.
24. Η Δημοκρατία της Αυστρίας αμφισβητεί τις αιτιάσεις αυτές.
25. Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, η Αυστριακή Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν είναι αναγκαία η μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο του ΕΚΑ. Κατ’ αυτήν, το νομοθετικό αυτό κείμενο στερείται δεσμευτικού χαρακτήρα και δεν αποτελεί μέρος της έννοιας των «στερεών αποβλήτων», υπό την έννοια της οδηγίας 75/442, όπως έχει τροποποιηθεί. Εν πάση περιπτώσει, η Αυστριακή Κυβέρνηση αναφέρει ότι όλα τα στερεά απόβλητα που παρατίθενται στον ΕΚΑ περιλαμβάνονται στην ÖNORM S 2100, οπότε ο ΕΚΑ μεταφέρθηκε πράγματι στο εσωτερικό δίκαιο. Συναφώς, η Αυστριακή Κυβέρνηση εκθέτει ότι ο εθνικός κατάλογος στερεών αποβλήτων (η ÖNORM S 2100) είναι λεπτομερέστερος και αποτελεσματικότερος από τον ΕΚΑ, στον βαθμό που ταξινομεί τα στερεά απόβλητα σε συνάρτηση με τα χαρακτηριστικά τους και όχι σε συνάρτηση με την προέλευσή τους.
26. Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, η Αυστριακή Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν της επιβάλει να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο κατά γράμμα τον ΚΕΑ. Υπενθυμίζει ότι, βάσει του άρθρου 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, οι οδηγίες δεσμεύουν τα κράτη μέλη όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά όχι όσον αφορά τον τύπο και τα μέσα. Εν προκειμένω, το αποτέλεσμα που επιδιώκει η οδηγία 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί, επιτεύχθηκε, καθόσον η ÖNORM S 2100 και το διάταγμα του 1997 μετέφεραν στο εσωτερικό δίκαιο τα ουσιώδη στοιχεία του ΚΕΑ.
27. Η Αυστριακή Κυβέρνηση εξηγεί επίσης ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, του διατάγματος του 1997 είχε ως στόχο να εγκαταλειφθεί η αυστριακή ταξινόμηση (που προβλέπεται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, και στο παράρτημα Ι του εν λόγω διατάγματος) με σκοπό τη μετάβαση στην κοινοτική ονοματολογία (τον ΚΕΑ). Η διάταξη αυτή όμως επρόκειτο να καταργηθεί το 2000 διότι οι αυστριακές αρχές έκριναν ανεπαρκή την πρόοδο που σημειώθηκε στην τροποποίηση του ΚΕΑ.
28. Η Αυστριακή Κυβέρνηση εκτιμά, συγκεκριμένα, ότι ο αυστριακός κατάλογος επικίνδυνων αποβλήτων είναι ακριβέστερος, αυστηρότερος και καταλληλότερος του ΚΕΑ στον βαθμό που ταξινομεί τα στερεά απόβλητα σε συνάρτηση με τα χαρακτηριστικά τους και όχι σε συνάρτηση με την προέλευσή τους. Κατά την Αυστριακή Κυβέρνηση, η επάνοδος στον ΚΕΑ, όπως ισχύει σήμερα, θα προκαλούσε σημαντική υποβάθμιση στα οικολογικά πρότυπα της Αυστρίας. Εξάλλου, ο αυστριακός κατάλογος στερεών αποβλήτων δεν παρουσιάζει κανένα κίνδυνο για τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, καθόσον οι αυστριακές αρχές διασφαλίζουν τον συντονισμό μεταξύ των κωδικών (των στερεών αποβλήτων), που χρησιμοποιούνται σε εθνικό επίπεδο και των κωδικών που χρησιμοποιούνται σε κοινοτικό επίπεδο.
29. Τέλος, όσον αφορά την τρίτη αιτίαση, η Αυστριακή Κυβέρνηση εκτιμά ότι τα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν πρέπει να μεταφερθούν στο εσωτερικό δίκαιο. Κατ’ αυτήν, τα παραρτήματα αυτά προορίζονταν προς χρήση στο πλαίσιο της διαδικασίας καταρτίσεως του ΚΕΑ, αλλά δεν θα έπρεπε να ενσωματωθούν στην εσωτερική νομοθεσία των κρατών μελών.
30. Η Αυστριακή Κυβέρνηση ζητεί επομένως από το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
IV – Εκτίμηση
31. Οι δύο πρώτες αιτιάσεις που διατυπώθηκαν από την Επιτροπή αναφέρονται σε όμοια ερωτήματα, που αφορούν το περιθώριο χειρισμών που διαθέτουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με τον ΕΚΑ και τον ΚΕΑ και τη νομιμότητα των κοινοτικών καταλόγων. Θα τις εξετάσω επομένως από κοινού πριν περάσω στην τρίτη αιτίαση σχετικά με τη μη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των παραρτημάτων Ι και ΙΙ της οδηγίας 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί.
Α – Επί των δύο πρώτων αιτιάσεων (μη θέση σε εφαρμογή του ΕΚΑ και του ΚΕΑ)
32. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι οι αυστριακοί κατάλογοι αποβλήτων δεν είναι αντίστοιχοι του ΕΚΑ και του ΚΕΑ. Η ÖNORM S 2100 και το διάταγμα του 1997 ταξινομούν τα στερεά απόβλητα σε συνάρτηση με τα χαρακτηριστικά τους και με τη σύνθεσή τους, ενώ οι κοινοτικοί κατάλογοι τα ταξινομούν σε συνάρτηση με την προέλευσή τους (18) . Οι αυστριακοί κατάλογοι αφίστανται επομένως από την ονοματολογία και την ταξινόμηση που ισχύουν σε κοινοτικό επίπεδο.
33. Κατά τη γνώμη μου, το βάσιμο των δύο πρώτων αιτιάσεων προκύπτει από τη φύση των επίδικων πράξεων.
34. Πράγματι, είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί εν προκειμένω, ότι οι αιτιάσεις αυτές δεν αναφέρονται στη μη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο μιας κοινοτικής οδηγίας. Η Επιτροπή ζητεί να αναγνωριστεί ότι οι αυστριακές αρχές δεν εκτέλεσαν ορθώς τις «αποφάσεις» κατά την έννοια του άρθρου 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ. Είναι γνωστό, πράγματι, ότι ο ΕΚΑ και ο ΚΕΑ αποτελούν αποφάσεις (της Επιτροπής και του Συμβουλίου) που απευθύνονται στα κράτη μέλη.
35. Πάντως, κατά τη διατύπωση του άρθρου 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, η απόφαση είναι «δεσμευτική ως προς όλα τα μέρη της για τους αποδέκτες που ορίζει». Σε αντίθεση με την οδηγία, που δεν είναι δεσμευτική παρά μόνον όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (19) , η απόφαση είναι δεσμευτική στο σύνολο των διατάξεών της. Απαγορεύει επομένως κάθε ατελή ή κατ’ επιλογήν εφαρμογή (20) , οπότε τα κράτη μέλη αποδέκτες πρέπει να συμμορφωθούν καθ’ ολοκληρίαν. Τα κράτη μέλη διατηρούν μόνον το δικαίωμα επιλογής της νομικής μορφής με την οποία θα υλοποιήσουν την απόφαση στο εσωτερικό δίκαιο (21) .
36. Κατά συνέπεια, αντιθέτως με όσα υποστηρίζει η Δημοκρατία της Αυστρίας, τα κράτη μέλη δεν διαθέτουν κανένα περιθώριο χειρισμών κατά τη θέση σε εφαρμογή του ΕΚΑ και του ΚΕΑ.
37. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, βάσει της νομολογίας, το Δικαστήριο μπορεί να προβεί σε αναχαρακτηρισμό μιας κοινοτικής πράξεως. Το Δικαστήριο θεωρεί πράγματι ότι η αληθής φύση μιας πράξεως δεν προκύπτει μόνον από τον χαρακτηρισμό που της δίδει ο συντάκτης της (22) ή από τον λεπτομερή τρόπο εφαρμογής της (23) . Έτσι, αν οι διατάξεις ενός κανονισμού δεν είναι γενικής ισχύος, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι διατάξεις αυτές πρέπει να θεωρηθούν ως δέσμη ατομικών αποφάσεων (24) . Ομοίως, μια απόφαση που παράγει έννομα αποτελέσματα έναντι κατηγοριών προσώπων οι οποίες προσδιορίζονται γενικά και αφηρημένα, μολονότι φέρει τον τίτλο «απόφαση», πρέπει να χαρακτηριστεί ως μέτρο γενικής ισχύος (25) . Τέλος, το Δικαστήριο μπορεί να εξακριβώσει εάν μια οδηγία, υπό την έννοια του άρθρου 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ, δεν περιλαμβάνει ειδική διάταξη έχουσα τον χαρακτήρα ατομικής αποφάσεως (26) .
38. Εν προκειμένω, η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι ο ΕΚΑ και ο ΚΕΑ αποτελούν γνήσιες αποφάσεις. Σε κανένα σημείο της διαδικασίας δεν προέβαλε τη θέση ότι ο χαρακτηρισμός των επίδικων πράξεων είναι εσφαλμένος.
39. Εν πάση περιπτώσει, φρονώ ότι ο ΕΚΑ και ο ΚΕΑ δεν παρουσιάζουν χαρακτηριστικά «οδηγίας» υπό την έννοια του άρθρου 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
40. Αφενός, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η επιλογή να θεσπιστούν ο ΕΚΑ και ο ΚΕΑ υπό τη μορφή αποφάσεων αποτελεί σκόπιμη επιλογή του κοινοτικού νομοθέτη. Πράγματι, είναι γνωστό ότι, κατ’ αρχάς, η οδηγία 75/442 δεν προέβλεπε την κατάρτιση κοινοτικού καταλόγου στερεών αποβλήτων. Το άρθρο 1, στοιχείο α΄, του νομοθετικού αυτού κειμένου περιοριζόταν στον ορισμό της έννοιας του στερεού αποβλήτου ως «κάθε ουσίας ή αντικειμένου, το οποίο ο κάτοχός του αποβάλλει ή υποχρεούται να αποβάλλει». Παρ’ όλ’ αυτά, κατά την τροποποίηση της οδηγίας 75/442, το 1991, το Συμβούλιο έκρινε ότι «απαιτείται μια κοινή ορολογία και ορισμός των αποβλήτων» (27) . Ο ΕΚΑ θεσπίστηκε επομένως με σκοπό «να αποτελέσει ονοματολογία αναφοράς, παρέχοντας κοινή για όλη την Κοινότητα ορολογία» (28) .
41. Ομοίως, η πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί, ορίζει «ότι, για να καταστεί πιο αποτελεσματική η διαχείριση των επικίνδυνων αποβλήτων στην κοινότητα, είναι αναγκαίο να καθοριστεί και να διαμορφωθεί σε ενιαία βάση ο ορισμός για τα επικίνδυνα απόβλητα». Επομένως ο ΚΕΑ έχει επίσης ως σκοπό να παράσχει ενιαίο ορισμό της εννοίας των επικίνδυνων αποβλήτων στην Κοινότητα.
42. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, είναι προφανές ότι ο κοινοτικός νομοθέτης δεν μπορούσε να θεσπίσει τον ΕΚΑ και τον ΚΕΑ υπό τη μορφή οδηγιών. Το ότι αφήνει στα κράτη μέλη ορισμένη ελευθερία ως προς τη μορφή και τα μέσα είναι προδήλως αντίθετο με τους στόχους των κοινοτικών καταλόγων που επιδιώκουν την κατάρτιση ενιαίου ορισμού και ονοματολογίας των (επικίνδυνων) στερεών αποβλήτων στην Κοινότητα. Θεσπίζοντας την απόφαση, ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε σκόπιμα να καταργήσει το περιθώριο χειρισμών των κρατών μελών στον τομέα αυτό.
43. Αφετέρου, η έρευνα του περιεχομένου των κοινοτικών καταλόγων επιβεβαιώνει ότι αυτοί αποτελούν γνήσιες «αποφάσεις», κατά την έννοια του άρθρου 249 ΕΚ. Ο ΕΚΑ και ο ΚΕΑ απαριθμούν σαφώς και λεπτομερώς τις διάφορες κατηγορίες στερεών αποβλήτων. Εξάλλου, τα ταξινομούν με συγκεκριμένη τάξη και μέθοδο, που βασίζεται κατ’ ουσίαν στην προέλευση των στερεών αποβλήτων.
44. Κατά συνέπεια, έχω τη γνώμη ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας δεν διέθετε κανένα περιθώριο χειρισμού κατά την εφαρμογή του ΕΚΑ και του ΚΕΑ. Ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει τους κοινοτικούς καταλόγους στο εσωτερικό δίκαιο καθ’ ολοκληρίαν και κατά γράμμα.
45. Το συμπέρασμα αυτό επιβεβαιώνεται εξάλλου από την απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 2002, Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου (29) . Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου παρέβη τις υποχρεώσεις του διότι θέσπισε μια ονοματολογία καθαρά λουξεμβουργιανή που διαφέρει από τον ΕΚΑ.
46. Η Δημοκρατία της Αυστρίας διαφωνεί πάντως με το συμπέρασμα αυτό, αμφισβητώντας την ορθότητα των κοινοτικών καταλόγων. Προέβαλε πολλά επιχειρήματα με σκοπό να αποδείξει ότι οι αυστριακοί κατάλογοι ήσαν ακριβέστεροι, αυστηρότεροι και αποτελεσματικότεροι των κοινοτικών καταλόγων.
47. Νομίζω ότι η άποψη αυτή δεν βρίσκει νομικό έρεισμα.
48. Πράγματι, κατά πάγια νομολογία, το σύστημα των ενδίκων βοηθημάτων που έχει καθιερώσει η Συνθήκη διακρίνει τις προσφυγές των άρθρων 226 ΕΚ και 227 ΕΚ, με τις οποίες επιδιώκεται να αναγνωριστεί ότι ένα κράτος μέλος παρέβη τις υποχρεώσεις του, από τις προσφυγές των άρθρων 230 ΕΚ και 232 ΕΚ, με τις οποίες επιδιώκεται ο έλεγχος της νομιμότητας των πράξεων ή παραλείψεων των κοινοτικών οργάνων. Τα ένδικα αυτά βοηθήματα επιδιώκουν διαφορετικούς στόχους και διέπονται από διαφορετικές ρυθμίσεις. Ένα κράτος μέλος δεν μπορεί, επομένως, ελλείψει διατάξεως της Συνθήκης που θα του το επέτρεπε ρητώς, να επικαλεστεί την έλλειψη νομιμότητας μιας οδηγίας ως μέσο άμυνας κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως, στηριζομένης στην παράλειψη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας αυτής (30) . Ομοίως, δεν μπορεί να επικαλεστεί την έλλειψη νομιμότητας μιας αποφάσεως, της οποίας είναι αποδέκτης, ως μέσο άμυνας κατά προσφυγής λόγω παραβάσεως στηριζομένης στην παράλειψη εκτελέσεως της αποφάσεως αυτής (31) . Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν θα ήταν δυνατό να έχουν τα πράγματα διαφορετικά παρά μόνον αν η επίμαχη πράξη έπασχε από ιδιαιτέρως σοβαρές και προφανείς πλημμέλειες, σε σημείο που να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ανυπόστατη (32) .
49. Η νομολογία αυτή βασίζεται στην αρχή σύμφωνα με την οποία, εάν μια απόφαση ή οδηγία που θεσπίζεται από τα κοινοτικά όργανα δεν προσβλήθηκε από τον αποδέκτη της εντός της προθεσμίας του άρθρου 230, πέμπτο εδάφιο, ΕΚ, καθίσταται απρόσβλητη έναντι αυτού (33) .
50. Βεβαίως, εν προκειμένω, είδαμε ότι ο ΕΚΑ και ο ΚΕΑ θεσπίστηκαν πριν την είσοδο της Αυστριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Αυστριακές αρχές δεν είχαν επομένως τη δυνατότητα να προσβάλουν το κύρος των κοινοτικών καταλόγων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 230 ΕΚ.
51. Εντούτοις, αυτό δεν σημαίνει ότι τα μέσα άμυνας που προέβαλε η Δημοκρατία της Αυστρίας πρέπει να γίνουν δεκτά.
52. Πράγματι, το άρθρο 2 της πράξεως προσχωρήσεως της Αυστριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (34) αναφέρει ότι «από την προσχώρηση, οι διατάξεις των αρχικών συνθηκών και οι πριν την προσχώρηση πράξεις των οργάνων δεσμεύουν τα νέα κράτη μέλη και εφαρμόζονται έναντι αυτών υπό τους όρους που προβλέπονται στις συνθήκες αυτές και στην παρούσα πράξη». Εξάλλου, το άρθρο 10 της πράξεως προσχωρήσεως προβλέπει ότι «η εφαρμογή των αρχικών συνθηκών και των πράξεων που εξεδόθησαν από τα όργανα υπόκεινται, μεταβατικώς, στις διατάξεις περί παρεκκλίσεων που προβλέπονται στην παρούσα πράξη».
53. Επομένως, η πράξη προσχωρήσεως στηρίζεται στην αρχή της άμεσης και πλήρους εφαρμογής των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου επί των νέων κρατών μελών, παρεκκλίσεις δε από την αρχή αυτή επιτρέπονται μόνον κατά το μέτρο που προβλέπονται ρητώς από τις μεταβατικές διατάξεις της εν λόγω πράξης (35) .
54. Όσον αφορά τις οδηγίες και τις αποφάσεις που έλαβαν τα κοινοτικά όργανα, το άρθρο 168 της πράξης προσχωρήσεως προβλέπει, εξάλλου, ότι «[τ]α νέα κράτη μέλη θέτουν σε ισχύ τα μέτρα που χρειάζονται για να συμμορφωθούν, από την προσχώρησή τους, προς τις διατάξεις των οδηγιών και αποφάσεων κατά την έννοια του άρθρου 189 της Συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 249 ΕΚ), εκτός εάν στον κατάλογο του παραρτήματος ΧΙΧ ή σε άλλες διατάξεις της παρούσας πράξης προβλέπεται προθεσμία».
55. Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται ότι καμία διάταξη της πράξεως προσχωρήσεως δεν επιτρέπει στη Δημοκρατία της Αυστρίας να παρεκκλίνει από τις υποχρεώσεις του ΕΚΑ και του ΚΕΑ. Η πράξη προσχωρήσεως δεν της επιτρέπει επίσης να παρεκκλίνει από τις υποχρεώσεις της οδηγίας 75/442, όπως έχει τροποποιηθεί, ή της οδηγίας 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί.
56. Κατά συνέπεια, έχω τη γνώμη ότι η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν μπορεί να αμφισβητήσει τη νομιμότητα του ΕΚΑ και του ΚΕΑ στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Οι πράξεις αυτές αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα του κοινοτικού κεκτημένου, οπότε η Δημοκρατία της Αυστρίας ήταν υποχρεωμένη να τους εφαρμόσει καθ’ ολοκληρίαν (36) .
57. Κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, το Δικαστήριο έθεσε επίσης το ερώτημα της συνύπαρξης των καταλόγων στο εσωτερικό δίκαιο. Ρώτησε την Επιτροπή, αν, κατ’ αυτήν, η ορθή εκτέλεση του ΕΚΑ και του ΚΕΑ συνεπαγόταν την κατάργηση των εθνικών καταλόγων ή αν, αντιθέτως, το κράτος μέλος μπορούσε να συνεχίσει να εφαρμόζει τους καταλόγους αυτούς παράλληλα με τους κοινοτικούς καταλόγους.
58. Φρονώ ότι δεν θα έπρεπε να επιτραπεί στη Δημοκρατία της Αυστρίας να εφαρμόσει ταυτόχρονα τις δύο κατηγορίες καταλόγων. Πράγματι, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο με την εξειδίκευση, την ακρίβεια και τη σαφήνεια που απαιτούνται προκειμένου να τηρείται η αρχή της ασφάλειας δικαίου (37) . Συναφώς, δεν είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι οι εν λόγω διατάξεις του κοινοτικού δικαίου έχουν απευθείας εφαρμογή και οι ιδιώτες έχουν, συνεπώς, τη δυνατότητα να τις επικαλούνται απευθείας κατά του παραλείψαντος κράτους μέλους (38) .
59. Πάντως, η ταυτόχρονη εφαρμογή κοινοτικών και εθνικών καταλόγων, που βασίζονται σε διαφορετικές μεθόδους ταξινόμησης, αναπόφευκτα θα δημιουργήσει , εκ φύσεως, κατάσταση συγχύσεως και αβεβαιότητας ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο. Τα εμπλεκόμενα πρόσωπα καθώς και οι αρμόδιες αρχές δεν θα μπορούν πλέον να καθορίσουν με ακρίβεια αν πρέπει να εφαρμόσουν τους εθνικούς ή τους κοινοτικούς καταλόγους.
60. Εξάλλου, υπενθυμίζω ότι, με την προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Λουξεμβούργου, το Δικαστήριο απέκλεισε ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να εφαρμόσει ταυτόχρονα και τις δύο κατηγορίες καταλόγων. Στην υπόθεση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε ότι το Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου παρέβη τις υποχρεώσεις του διότι εισήγαγε, παράλληλα με τον ΕΚΑ, έναν κατάλογο στερεών αποβλήτων καθαρά λουξεμβουργιανό, διαφορετικό από τον ΕΚΑ.
61. Υπό τις συνθήκες αυτές, έχω τη γνώμη ότι οι δύο πρώτες αιτιάσεις της Επιτροπής πρέπει να γίνουν δεκτές. Προτείνω επομένως στο Δικαστήριο να δεχθεί ότι η Δημοκρατία της Αυστρίας, παραλείποντας να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί με τον ΕΚΑ και τον ΚΕΑ, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 249, τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, καθώς και από τις εν λόγω αποφάσεις.
Β – Επί της τρίτης αιτιάσεως (μη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των παραρτημάτων Ι και ΙΙ της οδηγίας 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί)
62. Με την τρίτη αιτίαση η Επιτροπή προσάπτει στις αυστριακές αρχές ότι δεν μετέφεραν στο εσωτερικό δίκαιο τα παραρτήματα Ι και ΙΙ της οδηγίας 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί. Τα παραρτήματα αυτά αφορούν το άρθρο 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί (39) και απαριθμούν τις κατηγορίες αποβλήτων που χαρακτηρίζονται ως επικίνδυνα λόγω της φύσεώς τους ή λόγω της δραστηριότητας που τα παρήγαγε (παράρτημα Ι), καθώς και τα συστατικά που καθιστούν τα απόβλητα του παραρτήματος Ι Β επικίνδυνα όταν έχουν τα χαρακτηριστικά που απαριθμούνται στο παράρτημα ΙΙΙ (παράρτημα ΙΙ).
63. Η Αυστριακή Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί ότι τα δύο αυτά παραρτήματα δεν μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο. Υποστηρίζει ότι τα παραρτήματα αυτά προορίζονταν να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της διαδικασίας κατάρτισης του ΚΕΑ, αλλά δεν ήταν υποχρεωτική η μεταφορά τους στο εσωτερικό δίκαιο των κρατών μελών.
64. Κατά τη γνώμη μου, η άποψη αυτή δεν έχει κανένα νομικό έρεισμα. Όντως, ούτε η οδηγία 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί, ούτε η πράξη προσχωρήσεως περιλαμβάνει διάταξη αποκλείουσα την υποχρέωση μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των παραρτημάτων Ι και ΙΙ για τον λόγο ότι τα παραρτήματα αυτά υπάγονται στη διαδικασία καταρτίσεως του ΚΕΑ. Αντιθέτως, τα παραρτήματα αυτά αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της οδηγίας 91/689, όπως έχει τροποποιηθεί, και επομένως πρέπει να μεταφερθούν στο εσωτερικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10 της εν λόγω οδηγίας και του άρθρου 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
65. Κατά συνέπεια, φρονώ ότι και η τρίτη αιτίαση της Επιτροπής είναι επίσης βάσιμη.
V – Πρόταση
66. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί την προσφυγή της Επιτροπής και να αποφανθεί ως εξής:
«1) Η Δημοκρατία της Αυστρίας, παραλείποντας να θεσπίσει τα αναγκαία κανονιστικά, νομοθετικά και διοικητικά μέτρα για τη διασφάλιση της εφαρμογής των αποφάσεων 94/3/ΕΚ της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για τη θέσπιση καταλόγου αποβλήτων σύμφωνα με το άρθρο 1, σημείο α΄, της οδηγίας 75/442/ΕΟΚ και 94/904/ΕΚ του Συμβουλίου, της 22ας Δεκεμβρίου 1994, για την κατάρτιση καταλόγου επικίνδυνων αποβλήτων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1, παράγραφος 4, της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ περί επικινδύνων αποβλήτων, καθώς και της μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο των παραρτημάτων Ι και ΙΙ της οδηγίας 91/689/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1991, για τα επικίνδυνα απόβλητα, όπως έχει τροποποιηθεί από την οδηγία 94/31/ΕΚ του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1994, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 249, τρίτο και τέταρτο εδάφιο, ΕΚ, καθώς και από τις προπαρατεθείσες αποφάσεις και οδηγίες.
2) Η Δημοκρατία της Αυστρίας καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.»
1 – Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
2 – ΕΕ L 194, σ. 39.
3 – ΕΕ L 78, σ. 32.
4 – ΕΕ 1994, L 5, σ. 15.
5 – ΕΕ L 377, σ. 20.
6 – ΕΕ L 168, σ. 28.
7 – ΕΕ L 356, σ. 14.
8 – Πρώτη αιτιολογική σκέψη.
9 – Τρίτη αιτιολογική σκέψη.
10 – Δεύτερη και τέταρτη αιτιολογική σκέψη.
11 – BGBl. 1990/325.
12 – Η νομοθεσία αυτή αντικαταστάθηκε το 2002 από τον Bundesgesetz über eine nachhaltige Alfallwirtschaft (Abfallwirtschaftsgesetz 2002) (BGBl. 2002/102) (ομοσπονδιακός νόμος για τη βιώσιμη διαχείριση των αποβλήτων). Το νέο κείμενο πάντως δεν έχει σχέση με τη διαφορά διότι άρχισε να ισχύει μετά την παρέλευση της προθεσμίας που είχε ορισθεί από την αιτιολογημένη γνώμη.
13 – BGBl. 1998/151.
14 – Το κείμενο αυτό κοινοποίησαν οι αυστριακές αρχές στο Δικαστήριο με επιστολή της 4ης Απριλίου 2003.
15 – BGBl. 1997/227.
16 – BGBl. 2000/178.
17 – Αρχικά η Επιτροπή προέβαλε και άλλες αιτιάσεις κατά της Αυστρίας. Την κατηγορούσε ότι απέκλεισε ορισμένες ουσίες από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 75/442 όπως έχει τροποποιηθεί και ότι παρέλειψε να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο το παράρτημα Ι της οδηγίας αυτής. Ωστόσο, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η Επιτροπή παραιτήθηκε ρητά από τις αιτιάσεις αυτές. Επομένως οι παρούσες προτάσεις μπορούν να περιοριστούν στις τρεις αιτιάσεις που κρατεί η Επιτροπή.
18 – Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Αυστριακή Κυβέρνηση αποσαφήνισε τη διαφορά αυτή αναφερόμενη στην κατηγορία 30103 του ΕΚΑ, που αφορά τα «ξέσματα, αποκομμένα τεμάχια, κατάλοιπα ξυλείας, κοντραπλακέ, καπλαμάδων». Εξήγησε ότι, λόγω της γενικότητάς της, η κατηγορία αυτή μπορούσε να περιλαμβάνει ταυτόχρονα τόσο στερεά απόβλητα ξυλείας επεξεργασμένα μηχανικά όσο και στερεά απόβλητα ξυλείας επεξεργασμένα χημικά. Στο κοινοτικό σύστημα οι δύο αυτοί τύποι στερεών αποβλήτων θα ταξινομούνταν στην ίδια κατηγορία, εφόσον η προέλευσή τους είναι όμοια (στερεά απόβλητα ξυλείας). Αντιθέτως, στο αυστριακό σύστημα οι δύο αυτοί τύποι στερεών αποβλήτων θα ταξινομούνταν σε διαφορετικές κατηγορίες, εφόσον τα χαρακτηριστικά τους και η σύνθεσή τους είναι διαφορετικά.
19 – Άρθρο 249, τρίτο εδάφιο, ΕΚ.
20 – Βλ., σχετικά με τον κανονισμό, που είναι επίσης δεσμευτικός «ως προς όλα τα στοιχεία του», απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1973, 39/72, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή τόμος 1972-1973, σ. 375, σημείο 20).
21 – Isaac G., και Blanquet, M., Droit communautaire général, 8η έκδοση, Armand Colin, Dalloz, Παρίσι, 2001, σ. 146. Για τα χαρακτηριστικά των διαφόρων κοινοτικών πράξεων, βλ. επίσης Louis, J.-V., Vandersanden, G., Waelbroeck, D., και Waelbroeck, M., Commentaire J. Megret, Le droit de la CEE, τόμος 10, LaCourdejustice, lesactesdesinstitutions, 2η έκδοση, Πανεπιστήμιο Βρυξελλών, Βρυξέλλες, 1993, σ. 479 και επ., Van Raepenbusch, S., Droit institutionnel del'Union et des Communautés européennes, 3η έκδοση., De Boeck Université, Βρυξέλλες, 2001, σ. 293 και επ., καθώς και Hartley, Τ., The foundations of European Community Law, 4η έκδοση, Oxford University Press, Νέα Υόρκη, 1998, σ. 99 επ.
22 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1962, 16/62 και 17/62, Εθνική Συνομοσπονδία παραγωγών φρούτων και λαχανικών κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή τόμος 1954-1964, σ. 829, 918), και της 31ης Μαρτίου 1971, 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, η λεγόμενη «AETR» (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 729, σκέψεις 38 επ.).
23 – Βλ., μεταξύ άλλων, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 1982, 307/81, Alusuisse Italia κατά Συμβουλίου και Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 3463, σκέψη 13).
24 – Απόφαση της 13ης Μαΐου 1971, 41/70 έως 44/70, Internacional Fruit Company κ.λπ. κατά Επιτροπής (Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 785, σκέψεις 16 έως 21).
25 – Απόφαση του Πρωτοδικείου της 27ης Ιουνίου 2001, Τ-166/99, Andres de Dios κ.λπ. κατά Συμβουλίου (Συλλογή 2001, σ. II‑1857, σκέψεις 35 έως 44).
26 – Διάταξη της 23ης Νοεμβρίου 1995, C-10/95 P, Asocarne κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1995, σ. I-4149, σκέψεις 28 έως 31).
27 – Οδηγία 91/156 (τρίτη αιτιολογική σκέψη).
28 – Εισαγωγικό κείμενο του παραρτήματος του ΕΚΑ (σημείο 5).
29 – C‑196/01, Συλλογή 2002, σ. Ι-569.
30 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 27ης Οκτωβρίου 1992, C-74/91, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Συλλογή 1992, σ. I-5437, σκέψη 10), της 25ης Απριλίου 2002, C-52/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2002, σ. I-3827, σκέψη 28), και της 25ης Απριλίου 2002, C-154/00, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 2002, σ. I-3879, σκέψη 28).
31 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1988, 226/87, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1988, σ. 3611, σκέψεις 13 και 14), της 10ης Ιουνίου 1993, C-183/91, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1993, σ. I-3131, σκέψη 10), της 27ης Ιουνίου 2000, C-404/97, Επιτροπή κατά Πορτογαλίας (Συλλογή 2000, σ. I-4897, σκέψεις 34 και 35), της 22ας Μαρτίου 2001, C-261/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2001, σ. I-2537, σκέψεις 18 και 19), και της 13ης Δεκεμβρίου 2001, C-1/00, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 2001, σ. I-9989, σκέψη 100).
32 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ής Ιουνίου 1988, Επιτροπή κατά Ελλάδας, προπαρατεθείσα (σκέψεις 15 και 16) και Επιτροπή κατά Γερμανίας, προπαρατεθείσα (σκέψη 11).
33 – Βλ., ως πρόσφατο παράδειγμα πάγιας νομολογίας, την απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 2002, C-241/01, National Farmers' Union (Συλλογή 2002, σ. I-9079, σκέψη 34, και νομολογία που παρατίθεται εκεί).
34 – Πράξη περί των όρων προσχωρήσεως της Δημοκρατίας της Αυστρίας, της Δημοκρατίας της Φινλανδίας και του Βασιλείου της Σουηδίας και των προσαρμογών των ιδρυτικών Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ 1994, C 241, σ. 21), όπως τροποποιήθηκε με την απόφαση 95/1/ΕΚ, Ευρατόμ, ΕΚΑΧ, του Συμβουλίου, της 1ης Ιανουαρίου 1995, για την προσαρμογή των πράξεων προσχωρήσεως νέων κρατών μελών στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ L 1, σ. 1, στο εξής: πράξη προσχωρήσεως).
35 – Βλ., αναλογικά, απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1982, 258/81, Μεταλλουργική Χάλυψ κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 4261, σκέψεις 7 και 8).
36 – Βλ., υπ’ αυτή την έννοια, σε άλλο πλαίσιο, αποφάσεις της 16ης Φεβρουαρίου 1982, 39/81, 43/81, 85/81 και 88/81, Χαλυβουργική και Ελληνική Χαλυβουργία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1982, σ. 593, σκέψεις 9 έως 12), Μεταλλουργική Χάλυψ κατά Επιτροπής, προπαρατεθείσα (σκέψεις 3 έως 14), και της 13ης Οκτωβρίου 1992, C-63/90 και C-67/90, Πορτογαλία και Ισπανία κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1992, σ. I-5073, σκέψεις 31 έως 34).
37 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 19ης Μαΐου 1999, C-225/97, Επιτροπή κατά Γαλλίας (Συλλογή 1999, σ. I-3011, σκέψη 37), της 17ης Μαΐου 2001, C-159/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2001, σ. I-4007, σκέψη 32), και της 20ής Ιουνίου 2002, C-313/99, Mulligan κ.λπ. (Συλλογή 2002, σ. I-5719, σκέψη 47).
38 – Βλ., μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 25ης Ιουλίου 1991, C-208/90, Emmott (Συλλογή 1991, σ. I-4269, σκέψεις 20 και 21), και της 18ης Ιανουαρίου 2001, C-162/99, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 2001, σ. I-541, σκέψη 22).
39 – Βλ. σημείο 8 των παρουσών προτάσεων.
Full & Egal Universal Law Academy