Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1 Στο πλαίσιο της εφαρμογής της οδηγίας 80/987/EOK του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη (1) (στο εξής: οδηγία), το Oberster Gerichtshof (Αυστρία) υπέβαλε στο Δικαστήριο μια σειρά ερωτημάτων που αφορούν τη δυνατότητα των κρατών μελών να λαμβάνουν μέτρα αποτροπής των καταχρήσεων.
2 Τίθεται, κατ' ουσίαν, το ζήτημα αν η αρμόδια αρχή κράτους μέλους μπορεί να αρνηθεί σε μισθωτό επιχειρήσεως που βρίσκεται σε κατάσταση πτωχεύσεως την καταβολή των καθυστερούμενων μισθών, όταν ο μισθωτός αυτός κατέχει το 25 % του κεφαλαίου της επιχειρήσεως και αμέλησε να απαιτήσει τους μισθούς αυτούς επί διάστημα πλέον των 60 ημερών αφότου έλαβε γνώση του κλονισμού της πιστοληπτικής ικανότητας της επιχειρήσεως.
3 Το άρθρο 1 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Η παρούσα οδηγία ισχύει για τις απαιτήσεις μισθωτών από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας κατά εργοδοτών σε κατάσταση αφερεγγυότητος κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 1.
2. Τα κράτη μέλη δύνανται, κατ' εξαίρεση, να αποκλείσουν από το πεδίο εφαρμογής της παρούσης οδηγίας τις απαιτήσεις ορισμένων κατηγοριών μισθωτών λόγω της ιδιαίτερης φύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας των μισθωτών, ή λόγω του ότι υπάρχουν άλλες μορφές εγγυήσεως που εξασφαλίζουν στους μισθωτούς ισοδύναμη προστασία με εκείνη που προκύπτει από την παρούσα οδηγία. Ο πίνακας των κατηγοριών μισθωτών που αναφέρονται στο πρώτο εδάφιο παρατίθεται στο παράρτημα.
[...]»
4 Κατά τον χρόνο της προσχωρήσεώς της στην Ευρωπαϋκή Ένωση, η Δημοκρατία της Αυστρίας έκανε χρήση της δυνατότητας εξαιρέσεως ορισμένων κατηγοριών μισθωτών από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας και, συγκεκριμένα, εξαίρεσε τα μέλη της διοικούσας αρχής ενός νομικού προσώπου που είναι υπεύθυνα για τη νόμιμη εκπροσώπησή του, καθώς και τους εταίρους που δικαιούνται να ασκούν δεσπόζουσα επιρροή στο νομικό πρόσωπο, ακόμα και αν η επιρροή αυτή βασίζεται σε καταπιστευματική διάταξη (2).
5 Το άρθρο 2 της οδηγίας ορίζει τα ακόλουθα:
«1. Για τους σκοπούς της παρούσης οδηγίας, ένας εργοδότης θεωρείται ότι ευρίσκεται σε κατάσταση αφερεγγυότητος:
α) αν έχει ζητηθεί η έναρξη διαδικασίας προβλεπομένης από τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις του ενδιαφερομένου κράτους μέλους, κατά της περιουσίας του εργοδότη με σκοπό τη συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών του, και η οποία επιτρέπει να ληφθούν υπόψη απαιτήσεις αναφερόμενες στο άρθρο 1, παράγραφος 1,
και
β) η αρμόδια αρχή δυνάμει των ανωτέρω νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων:
- είτε αποφάσισε την έναρξη της διαδικασίας,
- είτε διεπίστωσε ότι η επιχείρηση ή η εγκατάσταση του εργοδότη έκλεισε οριστικά και ότι η ανεπάρκεια των διαθεσίμων ενεργητικών στοιχείων δεν δικαιολογεί την έναρξη της διαδικασίας.
2. Η παρούσα οδηγία δεν θίγει το δικαίωμα των κρατών να διατυπώνουν ορισμούς των εννοιών "μισθωτός", "εργοδότης", "αμοιβή εργασίας", "κεκτημένο δικαίωμα" και "δικαίωμα προσδοκίας".»
6 Το άρθρο 3 της οδηγίας προβλέπει τα ακόλουθα:
«1. Τα κράτη μέλη θεσπίζουν τα αναγκαία μέτρα ώστε ορισμένοι οργανισμοί εγγυήσεως να διασφαλίζουν, με την επιφύλαξη του άρθρου 4, την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών που προέρχονται από συμβάσεις εργασίας ή από σχέσεις εργασίας και αφορούν την αμοιβή για περίοδο πριν μια ορισμένη ημερομηνία.
2. Η ημερομηνία της παραγράφου [1] είναι κατ' επιλογή των κρατών μελών:
- είτε η ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητος του εργοδότη,
- είτε η ημερομηνία γνωστοποιήσεως της απολύσεως του μισθωτού, που πραγματοποιείται λόγω της αφερεγγυότητος του εργοδότη,
- είτε η ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητος του εργοδότη ή της λύσεως της συμβάσεως εργασίας ή της παύσεως της σχέσεως εργασίας του εν λόγω μισθωτού, λόγω αφερεγγυότητος του εργοδότη.»
7 Όσον αφορά την έκταση της υποχρεώσεως των οργανισμών εγγυήσεως προς πληρωμή, το άρθρο 4 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
«1. Τα κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να περιορίζουν την σύμφωνα με το άρθρο 3 υποχρέωση προς πληρωμή των οργανισμών εγγυήσεως.
2. Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση της ευχέρειας της παραγράφου 1 πρέπει:
- στην πρώτη περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, να διασφαλίζουν την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων για αμοιβές των τριών τελευταίων μηνών της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που περιλαμβάνονται σε μία περίοδο έξι μηνών πριν την ημερομηνία επελεύσεως της αφερεγγυότητος του εργοδότη,
- στη δεύτερη περίπτωση του άρθρου 3, παράγραφος 2, να διασφαλίζουν την πληρωμή ανεξοφλήτων απαιτήσεων για αμοιβές των τριών τελευταίων μηνών της συμβάσεως εργασίας ή της σχέσεως εργασίας που προηγούνται της ημερομηνίας γνωστοποιήσεως της απολύσεως του μισθωτού, που οφείλεται στην αφερεγγυότητα του εργοδότη,
[...].
3. Ωστόσο, τα κράτη μέλη δύνανται να καθορίσουν ένα ανώτατο όριο στη διασφάλιση πληρωμής ανεξοφλήτων απαιτήσεων των μισθωτών, για να αποφευχθεί η καταβολή ποσών πέρα από τα πλαίσια της κοινωνικής σκοπιμότητος της παρούσης οδηγίας. Όταν τα κράτη μέλη κάνουν χρήση αυτής της ευχέρειας, ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις μεθόδους σύμφωνα με τις οποίες καθορίζουν το ανώτατο όριο.»
8 Το άρθρο 10 των γενικών και τελικών διατάξεων της οδηγίας διευκρινίζει τα ακόλουθα:
«Η παρούσα οδηγία δεν θίγει την ευχέρεια των κρατών μελών:
α) να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα που αποσκοπούν [στην] αποτροπή καταχρήσεων,
β) να αρνούνται ή να περιορίζουν την υποχρέωση πληρωμής του άρθρου 3 ή την υποχρέωση εγγυήσεως του άρθρου 7, αν είναι φανερό ότι η εκπλήρωση της υποχρεώσεως δεν δικαιολογείται λόγω της υπάρξεως ιδιαιτέρων δεσμών μεταξύ του μισθωτού και του εργοδότη και [κοινών συμφερόντων] που πραγματώνονται με συμπαιγνία μεταξύ τους.»
9 Η μεταφορά της οδηγίας στο αυστριακό δίκαιο εξασφαλίζεται με τον Insolvenz-Entgeltsicherungsgesetz 1977 (αυστριακό νόμο περί της εγγυήσεως των μισθών σε περίπτωση αφερεγγυότητας, στο εξής: ΙESG).
10 Το άρθρο 1 του ως άνω νόμου ορίζει τα εξής:
«1. Αξίωση αποζημιώσεως για τα δικαιώματα που εγγυάται η παράγραφος 2 έχουν οι μισθωτοί, οι κατ' οίκον εργαζόμενοι και οι επιζώντες τους, καθώς και οι διάδοχοι λόγω θανάτου (δικαιοδόχοι), σε περίπτωση που η περιουσία του εργοδότη (εντολέα) αποτελέσει αντικείμενο πτωχευτικής διαδικασίας εντός της αυστριακής επικράτειας, ακόμα και αν η εργασιακή σχέση (σχέση εργολαβίας) έχει λήξει. Με κήρυξη πτωχεύσεως εξομοιώνονται οι εξής περιπτώσεις:
[...]
2. Προστατεύονται οι απορρέουσες από τη σχέση εργασίας αξιώσεις οι οποίες είναι απαιτητές και δεν έχουν παραγραφεί ούτε εξαιρεθεί (παράγραφος 3), ακόμα και αν έχουν αποτελέσει αντικείμενο κατασχέσεως, ενεχυράσεως ή εκχωρήσεως· πρόκειται, ειδικότερα, για τις ακόλουθες απαιτήσεις:
1) απαιτήσεις αμοιβών, ιδίως περιοδικώς καταβαλλομένων, καθώς και απαιτήσεις απορρέουσες από τη λήξη της συμβάσεως εργασίας·
2) απαιτήσεις αποζημιώσεως·
3) λοιπές αξιώσεις έναντι του εργοδότη, και
4) τα αναγκαία έξοδα για την άσκηση συναφούς αγωγής.
[...]
6. Δεν έχουν δικαίωμα αποζημιώσεως
[...]
2) τα μέλη της διοικήσεως νομικού προσώπου η οποία είναι υπεύθυνη για τη νόμιμη εκπροσώπηση του νομικού προσώπου·
3) τα μέλη του προσωπικού της διοικήσεως, πέραν των προσώπων που αναφέρονται στο σημείο 2, τα οποία ασκούν διαρκώς δεσπόζουσα επιρροή επί της διαχειρίσεως της εταιρίας·
4) οι εταίροι που ασκούν δεσπόζουσα επιρροή στην εταιρία, έστω και αν η επιρροή αυτή βασίζεται εν όλω ή εν μέρει σε καταπιστευματική διάταξη έχουσα ως αντικείμενο εταιρικά μερίδια τρίτων ή αν ασκείται μέσω καταπιστευματικής μεταβιβάσεως εταιρικών μεριδίων.»
11 Μεταξύ της M. Walcher και της Bundesamt fόr Soziales und Behindertenweser Steinermark ανέκυψε διαφορά σχετικά με την εφαρμογή του IESG. Η M. Walcher εργάστηκε από τις 2 Ιουνίου 1997 έως τις 5 Μαου 1999 σε GmbH (εταιρία περιορισμένης ευθύνης, στο εξής: εταιρία), διαχειριστής της οποίας ήταν ο σύζυγός της, Joseph Walcher. Καθένας από τους δύο συζύγους κατείχε το 25 % του κεφαλαίου της εταιρίας.
12 Στην εταιρία, η οποία απασχολούσε, συμπεριλαμβανομένων των μαθητευομένων, τριάντα περίπου μισθωτούς, η M. Walcher ήταν επιφορτισμένη με την τήρηση των λογιστικών βιβλίων και την είσπραξη απαιτήσεων, δεν συμμετείχε όμως στη λήψη των αποφάσεων διαχειρίσεως. Η γενική συνέλευση της εταιρίας ελάμβανε τις περισσότερες αποφάσεις της με απόλυτη πλειοψηφία, ενώ για τη λήψη ορισμένων αποφάσεων απαιτείτο πλειοψηφία τριών τετάρτων των ψήφων.
13 Την άνοιξη του 1998, η εταιρία, έχοντας εξαντλήσει την πίστωση των 3 εκατομμυρίων ΑΤS από την τράπεζά της, αντιμετώπισε ταμειακές δυσκολίες. Οι δυσκολίες αυτές παρακάμφθηκαν προσωρινά με τη σύσταση, ως ασφάλειας για την παροχή επιλέον πιστώσεως 1 εκατομμυρίου ATS, υποθήκης επί της κατοικίας της οποίας η M. Walcher και ο σύζυγός της ήταν συγκύριοι.
14 Ωστόσο, η ανάπαυλα δεν διήρκεσε πολύ, δεδομένου ότι, από τον Σεπτέμβριο του 1998, η εταιρία δεν ήταν πλέον σε θέση να εξασφαλίσει την καταβολή των μισθών.
15 Τον Νοέμβριο του 1998, φάνηκε ότι η κατάσταση της εταιρίας ήταν τόσο κακή ώστε η πτώχευση να είναι αναπόφευκτη.
16 Η εταιρία τέθηκε υπό δικαστική εκκαθάριση στις 10 Φεβρουαρίου 1999 και η M. Walcher, η οποία, όπως και η πλειονότητα του προσωπικού, δεν είχε εγκαταλείψει την επιχείρηση παρά τη μη καταβολή των αποδοχών της, απολύθηκε με απόφαση του συνδίκου της πτωχεύσεως.
17 Η M. Walcher υπολόγισε σε 114 197 ATS τις εξ αποδοχών απαιτήσεις της έναντι της εταιρίας και δήλωσε το ποσό αυτό εμπροθέσμως στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας.
18 Παράλληλα, απευθύνθηκε στον αναιρεσίβλητο φορέα ζητώντας την καταβολή του ποσού αυτού στο πλαίσιο του μηχανισμού εγγυήσεως στον οποίο θεώρησε ότι είχε δικαίωμα να υπαχθεί.
19 Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με την αιτιολογία ότι, σύμφωνα με την αυστριακή νομολογία, οι εξ αποδοχών απαιτήσεις των οποίων την ικανοποίηση παραλείπουν να ζητήσουν οι εταίροι της μειοψηφίας επί περισσότερο από 60 ημέρες χαρακτηρίζονται ως δάνεια των εταίρων προς την εταιρία, εξομοιούμενα προς εισφορές κεφαλαίου, και ότι το ταμείο αποζημιώσεως δεν μπορούσε να επιβαρυνθεί συναφώς λόγω μη αναζητήσεως των μη καταβλήθέντων από τον εργοδότη μισθών. Η Μ. Walcher άσκησε τότε αγωγή κατά του οργανισμού εγγυήσεως.
20 Πρωτοδίκως, η αγωγή της M. Walcher ευδοκίμησε εν μέρει, καθόσον η εναγομένη υποχρεώθηκε να θεωρήσει ότι ίσχυε η εγγύηση των μισθών, μόνον όμως για την προ της 30ής Οκτωβρίου 1998 περίοδο.
21 Το δικαστήριο έκρινε, συγκεκριμένα, ότι η M. Walcher έπρεπε να είχε παραιτηθεί το αργότερο την ημερομηνία αυτή, καθόσον τότε μπόρεσε να πληροφορηθεί ότι, λόγω της οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως, δεν θα καταβάλλονταν οι μισθοί ούτε για τον μήνα Σεπτέμβριο ούτε για τον μήνα Οκτώβριο.
22 Κατά το σκεπτικό του δικαστηρίου, η συμπεριφορά της M. Walcher χαρακτηρίζεται ως αντιβαίνουσα στα χρηστά ήθη, καθόσον το γεγονός ότι συνέχισε τη δραστηριότητά της στην επιχείρηση, παρά τη μη καταβολή των αποδοχών της και χωρίς να επιχειρήσει σοβαρά να αναζητήσει τα οφειλόμενα ποσά, υποδήλωνε την πρόθεσή της να στραφεί στο ταμείο εγγυήσεως, πράγμα το οποίο ο εναγομένος φορέας χαρακτήρισε, χρησιμοποιώντας άλλους όρους, ως παράνομη μετακύλιση του επιχειρηματικού κινδύνου στο ταμείο εγγυήσεως.
23 Το εφετείο αποδείχθηκε ακόμα πιο αυστηρό έναντι της M. Walcher, καθόσον απέρριψε το σύνολο των αιτημάτων της.
24 Έκρινε ότι η μη επιδίωξη, εκ μέρους μισθωτού ο οποίος είναι συγχρόνως και εταίρος της εταιρίας στην οποία εργάζεται, της εξοφλήσεως των εξ αποδοχών απαιτήσεών του εξομοιώνεται προς εισφορά κεφαλαίου σε περιπτώσεις όπως η υπό κρίση, στην οποία η συμμετοχή στο κεφάλαιο έφθανε το 25 % και όπου ο εταίρος ήταν απολύτως σε θέση να διαπιστώσει ότι η εταιρία βρισκόταν σε κατάσταση παύσεως των πληρωμών.
25 Όμως, αντίθετα προς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το εφετείο έκρινε ότι δεν μπορούσαν να διακριθούν δύο περίοδοι, ήτοι πριν και μετά την ημερομηνία κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος όφειλε, το αργότερο, να παραιτηθεί, καθόσον οι επιταγές του δικαίου των εταιριών υπερίσχυαν τυχόν απαιτήσεων αντλουμένων από το εργατικό δίκαιο.
26 Το Oberster Gerichtshof, το οποίο επιλήφθηκε της υποθέσεως κατόπιν της ασκήσεως «έκτακτης» αναιρέσεως, συμμερίζεται την ανάλυση του εφετείου όσον αφορά την προσήκουσα ερμηνεία του IESG.
27. Κατά την άποψη και αυτού του δικαστηρίου, η αίτηση αποζημιώσεως, η οποία υποβάλλεται στο ταμείο αποζημιώσεως λόγω αφερεγγυότητας, μπορεί να αντιβαίνει στα χρηστά ήθη σε ορισμένες ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως σε περίπτωση γνώσεως της οικονομικής καταστάσεως της επιχειρήσεως ή σε περίπτωση στενής σχέσεως με τον επιχειρηματία, συνδυαζόμενη με πρόθεση διευκολύνσεως της συνεχίσεως των δραστηριοτήτων της επιχειρήσεως μέσω της αναβολής της λύσεως της εργασιακής σχέσεως.
28 Το Oberster Gerichtshof ουδόλως αρνείται, βάσει των δεδομένων της υπό κρίση περιπτώσεως, την ιδιότητα του μισθωτού στην M. Walcher, θεωρεί όμως ότι η τελευταία, εφόσον δεν ζήτησε από την εταιρία να της καταβάλει τους μισθούς που δεν είχε εισπράξει, χορήγησε στην εταιρία δάνειο εταίρου, το οποίο εξομοιώνεται προς εισφορά κεφαλαίου και του οποίου η άμεση ή έμμεση εξόφληση απαγορεύεται προτού επέλθει η οριστική εξυγίανση της εταιρίας.
29 Το εν λόγω δικαστήριο αναγνωρίζει ότι η αυστριακή νομολογία παρέχει στον μισθωτό-εταίρο εύλογη προθεσμία, μη υπερβαίνουσα κατά πάσα περίπτωση τις 60 ημέρες, αφότου έλαβε γνώση της κρίσιμης οικονομικής καταστάσεως της εταιρίας, προκειμένου να αποφασίσει αν θα εγκαταλείψει τη χρηματοδοτική συνδρομή που παρέσχε στην εταιρία ή αν θα επιταχύνει την εκκαθάρισή της αποσύροντας τα κεφάλαια, θεωρεί, όμως, ότι αυτό δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαχωρισμό των απαιτήσεων που απορρέουν από μία ενιαία σχέση εργασίας σε δύο μέρη: ένα πρώτο μέρος κατά το οποίο ο μισθωτός, ως εταίρος, παρέσχε στην αφερέγγυα εταιρία, μέσω της μη αναζητήσεως των μισθών, δάνειο εταίρου εξομοιούμενο προς εισφορά κεφαλαίου, και σε ένα δεύτερο μέρος, στο πλαίσιο του οποίου θεωρείται πλασματικώς ότι, υπό την ιδιότητα του μισθωτού, παραιτήθηκε, υιοθετώντας τη συμπεριφορά που θα είχε τηρήσει ένας τρίτος.
30 Το Oberster Gerichtshof παρατηρεί επίσης, αφενός, ότι δεν συμβιβάζεται με τον προστατευτικό σκοπό της εγγυήσεως η επέκτασή της σε απαιτήσεις των οποίων η καταβολή δεν ζητήθηκε επί μακρά περίοδο και οι οποίες, ως εκ τούτου, δεν έχουν πλέον καμία σχέση με την κάλυψη τρεχουσών αναγκών και, αφετέρου, ότι, αν το ταμείο αποζημιώσεως όφειλε να παρεμβαίνει σε παρόμοιες περιπτώσεις, θα του μεταβιβάζονταν απαιτήσεις επί της πτωχευτικής περιουσίας οι οποίες δεν θα είχαν καμία αξία, δεδομένου ότι θα επρόκειτο για απαιτήσεις απορρέουσες από δάνειο εταίρου εξομοιούμενο προς εισφορά κεφαλαίου.
31 Βάσει των διαφόρων αυτών στοιχείων, το Oberster Gerichtshof θεωρεί ότι καταχρηστικώς η αναιρεσείουσα προβάλλει απαιτήσεις έναντι του οργανισμού εγγυήσεως.
32 Όμως, δεδομένου ότι τα εθνικά δικαστήρια δεν μπορούν, κατά την εκτίμηση της ασκήσεως ενός δικαιώματος που απορρέει, όπως εν προκειμένω, από κοινοτική διάταξη, να μεταβάλουν το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής ή να θέσουν σε κίνδυνο τους στόχους που αυτή επιδιώκει, το Oberster Gerichtshof θεωρεί ότι έχει υποχρέωση να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία της οδηγίας.
33 Με διάταξη της 26ης Απριλίου 2001, η οποία πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό υποθέσεως C-201/01, το Oberster Gerichtshof υπέβαλε, κατά συνέπεια, τα ακόλουθα δύο προδικαστικά ερωτήματα:
«1) Αντιβαίνει στους σκοπούς της οδηγίας 80/987/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, το γεγονός ότι ένας εταίρος χωρίς δεσπόζουσα επιρροή στην εταιρία, λαμβανομένων υπόψη των γενικών αρχών που εφαρμόζει και η αυστριακή νομολογία όσον αφορά το εξομοιούμενο προς εισφορά κεφαλαίου δάνειο, χάνει το δικαίωμά του για αποζημίωση λόγω αφερεγγυότητας όταν, ως μισθωτός της εταιρίας και αφού λάβει γνώση του κλονισμού της πιστοληπτικής ικανότητάς της, δεν απαιτεί σοβαρά επί περισσότερες από 60 ημέρες την πληρωμή των μη καταβαλλομένων πλέον περιοδικών αποδοχών και/ή δεν αποχωρεί πρόωρα από τη θέση εργασίας του λόγω μη καταβολής των αποδοχών του;
2) Περιλαμβάνει η εν λόγω απώλεια δικαιώματος όλες τις μη ικανοποιηθείσες απαιτήσεις που απορρέουν από τη σχέση εργασίας ή μόνον αυτές οι οποίες γεννήθηκαν μετά την πλασματική ημερομηνία κατά την οποία ένας μισθωτός που δεν είναι ταυτόχρονα και εταίρος θα είχε παραιτηθεί λόγω μη καταβολής των αποδοχών του;»
34 Φρονώ ότι τα δύο αυτά ερωτήματα, καίτοι διακρινόμενα τυπικώς, δύσκολα μπορούν να εξεταστούν χωριστά, καθόσον το πρώτο αφορά την ίδια την αρχή σύμφωνα με την οποία λαμβάνεται υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση του μισθωτού ο οποίος είναι συγχρόνως και εταίρος στην εταιρία στην οποία εργάζεται ώστε να του αναγνωρίζονται, έναντι του οργανισμού εγγυήσεως, περιορισμένα δικαιώματα σε σχέση προς αυτά που αναγνωρίζονται στους λοιπούς μισθωτούς, ενώ το δεύτερο αναφέρεται στους λεπτομερείς κανόνες τυχόν εφαρμογής του περιορισμού αυτού. Θα εξετάσω, συνεπώς, σε μια πρώτη φάση, το κατά πόσον επιτρέπεται από την οδηγία ένας περιορισμός των δικαιωμάτων του μισθωτού-εταίρου, κατόπιν δε θα ασχοληθώ, σε δεύτερη φάση, με τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να εφαρμοστεί ο περιορισμός αυτός.
Επί του κατά πόσον επιτρέπεται περιορισμός των δικαιωμάτων του μισθωτού-εταίρου
35 Προκειμένου, λοιπόν, για το πρώτο ζήτημα που πρέπει να επιλυθεί, θα υπενθυμίσω καταρχάς ότι το αιτούν δικαστήριο θεωρεί ότι η αναιρεσείουσα, καίτοι κατέχει το 25 % των μεριδίων της εταιρίας στην οποία εργάζεται, έχει αναμφισβήτητα την ιδιότητα του μισθωτού και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
36 Αφενός, πράγματι, στην αναιρεσείουσα πρέπει να αναγνωριστεί αναμφισβήτητα η ιδιότητα του μισθωτού σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, στο οποίο, δυνάμει του άρθρου 2, παράγραφος 2, της οδηγίας, εναπόκειται να ορίσει την έννοια του μισθωτού. Αφετέρου, η αναιρεσείουσα δεν εμπίπτει σε κάποια από τις κατηγορίες τις οποίες η Δημοκρατία της Αυστρίας εξαίρεσε από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας κάνοντας χρήση της ευχέρειας που της αναγνωρίζει το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας.
37 Συνεπώς, τίθεται το ζήτημα αν, υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκε η εξ αποδοχών απαίτηση την οποία ισχυρίζεται ότι έχει η αναιρεσείουσα, η οδηγία επιτρέπει - όπως επιτρέπει το εθνικό δίκαιο - στην καθής να επιφυλάξει στην Μ. Walcher μεταχείριση διαφορετική από εκείνη των μισθωτών που δεν είναι εταίροι.
38 Εφόσον η συγκεκριμένη περίπτωση δεν προβλέπεται ρητώς από την οδηγία, τίθεται το ερώτημα κατά πόσον καλύπτεται από το άρθρο 10 της οδηγίας, το οποίο - υπενθυμίζω - επιτρέπει στα κράτη μέλη:
α) να λαμβάνουν μέτρα προς «αποτροπή καταχρήσεων» και
β) να αρνούνται ή να περιορίζουν την υποχρέωση εγγυήσεως αν είναι φανερό ότι η εκπλήρωση της εν λόγω υποχρεώσεως δεν δικαιολογείται λόγως της υπάρξεως ιδιαιτέρων δεσμών μεταξύ του μισθωτού και του εργοδότη και κοινών συμφερόντων τα οποία πραγματώνονται με συμπαιγνία μεταξύ τους.
39 Θα αρχίσω εξετάζοντας την περίπτωση της καταχρήσεως.
40 Συναφώς, πρέπει, αφενός, να υπομνησθεί ότι από πάγια νομολογία προκύπτει ότι «σκοπός της οδηγίας είναι να εξασφαλίσει στους μισθωτούς ένα κοινοτικό κατώτατο όριο προστασίας σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη, υπό την επιφύλαξη των ευνοϋκοτέρων διατάξεων που υφίστανται στα κράτη μέλη. Προς τούτο, η οδηγία προβλέπει, μεταξύ άλλων, ειδικές εγγυήσεις για την πληρωμή των μη καταβληθεισών αποδοχών τους» (3).
41 Στην απόφαση Regeling (4), το Δικαστήριο διαπίστωσε, εξάλλου, ότι, καταρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας, οι οργανισμοί εγγυήσεως οφείλουν να διασφαλίζουν την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων που αφορούν την αμοιβή για περίοδο πριν από μια ορισμένη ημερομηνία. Μόνον κατ' εξαίρεση έχουν τα κράτη μέλη την ευχέρεια, δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, να περιορίζουν την εν λόγω υποχρέωση προς πληρωμή σε δεδομένη περίοδο, που ορίζεται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 2. Όπως υπογραμμίζει ο γενικός εισαγγελέας Γ. Κοσμάς στο σημείο 45 των προτάσεών του, «η διάταξη αυτή πρέπει να ερμηνευθεί στενώς και κατά τρόπο σύμφωνο προς την κοινωνική σκοπιμότητα της οδηγίας, η οποία έγκειται στη διασφάλιση ενός ελαχίστου ορίου προστασίας σε όλους τους εργαζομένους» (5).
42 Η διαπίστωση αυτή, καίτοι αφορά άλλη διάταξη της οδηγίας και όχι την επίδικη εν προκειμένω, μπορεί, ωστόσο, να γενικευθεί και να θεωρηθεί ότι όλες οι εξαιρέσεις από τις βασικές αρχές της οδηγίας, και επομένως και αυτή που αφορά τις καταχρήσεις, πρέπει να ερμηνεύονται στενά.
43 Ωστόσο, δεν θα ήταν, αφετέρου, σύμφωνο προς την κοινωνική σκοπιμότητα της οδηγίας ο μηχανισμός εγγυήσεως των εξ αποδοχών απαιτήσεων τον οποίον προβλέπει να εκτρέπεται, με οποιονδήποτε τρόπο, από τον σκοπό της προστασίας των εργαζομένων.
44 Ειδικότερα, αυτός ο μηχανισμός δεν μπορεί να εκτραπεί από τον σκοπό του ώστε να παρέχεται στις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν μόνιμες δυσκολίες η δυνατότητα να συνεχίζουν να λειτουργούν απαλλασσόμενες από δαπάνες αμοιβής του προσωπικού, οι οποίες μετακυλίονται σε ταμείο αποζημιώσεως.
45 Η επανειλημμένη αδυναμία καταβολής των οφειλομένων αμοιβών πρέπει, κατ' εφαρμογήν του εμπορικού δικαίου, να συνεπάγεται την πτώχευση της επιχειρήσεως, καθόσον αυτή βρίσκεται αντικειμενικά σε κατάσταση παύσεως των πληρωμών, δεδομένου ότι οι εξ αποδοχών απαιτήσεις δεν μπορούν, από πλευράς φερεγγυότητας της επιχειρήσεως, να αντιμετωπίζονται διαφορετικά απ' ό,τι οι λοιπές απαιτήσεις.
46 Εκείνο το οποίο θέλησε να αποφύγει ο κοινοτικός νομοθέτης είναι καταστάσεις όπου οι μισθωτοί οι οποίοι, εκτός από την περίπτωση της ανακάμψεως της επιχειρήσεως ή της μεταβιβάσεώς της μαζί με το προσωπικό της, χάνουν τη θέση απασχολήσεώς τους και, ως εκ τούτου, υποχρεώνονται, επί κατά το μάλλον ή ήττον μακρά περίοδο, να συντηρούνται οι ίδιοι και να συντηρούν τις οικογένειές τους με τα επιδόματα ανεργίας, στερούνται, επιπλέον, και τις αποδοχές τους από την εργασία που έχουν πράγματι παράσχει εντός της επιχειρήσεως.
47 Ακόμα και αν, μετά τη μη καταβολή δύο ή τριών μισθών, οι εργαζόμενοι πρέπει να γνωρίζουν ότι η φερεγγυότητα της επιχειρήσεώς τους είναι ιδιαιτέρως αμφίβολη, δεν μπορεί να απαιτείται από αυτούς να παραιτηθούν αμέσως, χωρίς να έχουν καμία εγγύηση ευρέσεως θέσεως εργασίας σε άλλη επιχείρηση και χωρίς να έχουν δικαίωμα επί αποζημιώσεων λόγω απολύσεως.
48 Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο ουδέποτε τους προσάφθηκε το γεγονός ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, δέχθηκαν να αναβληθεί η καταβολή των αποδοχών τους, δηλαδή, στην πραγματικότητα, να παράσχουν πίστωση στον εργοδότη τους που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα.
49 Αντιθέτως, υπάρχει μάλλον η τάση να επαινείται η αλληλεγγύη την οποία οι μισθωτοί επιδεικνύουν, σε ορισμένες περιπτώσεις, έναντι της επιχειρήσεώς τους και να κατακρίνεται η αντίθετη συμπεριφορά, η οποία συνίσταται στην άμεση χρήση όλων των διαθεσίμων εννόμων μέσων προκειμένου να επιτύχουν την ολοσχερή καταβολή του μισθού τους μόλις αυτός καθίσταται απαιτητός, με κίνδυνο να επισπεύσουν την κατάρρευση της επιχειρήσεως.
50 Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ο μισθωτός ο οποίος δεν απαιτεί τις αποδοχές του κατά την ημερομηνία κατά την οποία θα μπορούσε να το πράξει εκδύεται οικειοθελώς την ιδιότητα του εργαζομένου για να αποκτήσει την ιδιότητα του επιχειρηματία και να μοιρασθεί τον οικονομικό κίνδυνο με τον εργοδότη του.
51 Πράγματι, ο εργαζόμενος ο οποίος συγκατατίθεται να μη του καταβληθούν εγκαίρως οι αποδοχές του εξακολουθεί να συμπεριφέρεται ως εργαζόμενος, καθόσον, πράττοντάς το, προσπαθεί να συμβάλει στη διατήρηση της ίδιας του της θέσεως απασχολήσεως, υποβαλλόμενος, προς τούτο, σε θυσία η οποία δικαιολογείται από την εμπιστοσύνη που διατηρεί στην ικανότητα του εργοδότη του να ανορθώσει την κατάσταση της επιχειρήσεως.
52 Βεβαίως, όταν η θυσία αυτή επαναλαμβάνεται από μήνα σε μήνα, βρισκόμαστε στην κατάσταση την οποία περιέγραψα ανωτέρω και στην οποία η επιχείρηση επιδιώκει, κατά παράβαση κάθε κανόνα υγειούς ανταγωνισμού, να λειτουργεί με μισθωτούς χωρίς ωστόσο να αναλαμβάνει τις δαπάνες μισθοδοσίας τους, πράγμα απαράδεκτο.
53 Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η οδηγία προβλέπει ρητώς στο άρθρο 4 ότι μπορούν να προβλεφθούν χρονικοί περιορισμοί όσον αφορά την εγγύηση των μισθών.
54 Διαφορετική είναι η κατάσταση του μισθωτού ο οποίος είναι συγχρόνως και συγκύριος της επιχειρήσεως. Πράγματι, στην περίπτωση αυτή, η παραίτηση από την είσπραξη του οφειλομένου μισθού κατά τον χρόνο κατά τον οποίο καθίσταται απαιτητός δεν οφείλεται μόνο σε σκέψεις όπως αυτές που ανέφερα ανωτέρω, αλλά πηγάζει επίσης και από τη βούληση να μην απολέσει, προκαλώντας την πτώχευση της εταιρίας, μέρος ή, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, το σύνολο του κεφαλαίου που έχει επενδύσει.
55 Για τον κάτοχο εταιρικών μεριδίων, η εμπιστοσύνη του στην ικανότητα της εταιρίας να υπερπηδήσει μια δύσκολη κατάσταση θεωρείται συχνά ως άρνηση να παραδεχθεί την πραγματικότητα, δηλαδή να αναγνωρίσει ότι πραγματοποίησε μια όχι και τόσο συνετή επένδυση, άρνηση η οποία από μόνη της οδηγεί τον ενδιαφερόμενο να παράσχει τη συνδρομή του σ' αυτό που, στον ιατρικό τομέα, χαρακτηρίζεται ως «πάση θυσία διατήρηση του ασθενούς στη ζωή».
56 Δεν τίθεται, ασφαλώς, θέμα να καθιερωθεί ως αρχή ότι σε κάθε μισθωτό ο οποίος έχει κάποια συμμετοχή στο κεφάλαιο της επιχειρήσεως στην οποία εργάζεται, και η οποία δεν μπορεί πλέον να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της, πρέπει, όταν αυτός απευθύνεται σε οργανισμό εγγυήσεως, να του αντιτάσσεται ότι έχει την ιδιότητα του επιχειρηματία, την οποία του προσδίδει η συμμετοχή αυτή.
57 Πράγματι, δεν υπάρχει καμία σύγκριση μεταξύ, αφενός, του μισθωτού ο οποίος κατέχει κάποιες μετοχές ανώνυμης εταιρίας της οποίας το κεφάλαιο είναι κατανεμημένο σε χιλιάδες μετοχές και, αφετέρου, του εταίρου μιας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης (στο εξής: ΕΠΕ), ο οποίος, όπως στην περίπτωση της αναιρεσείουσας, κατέχει το ένα τέταρτο των εταιρικών μεριδίων της. Ο πρώτος δεν είναι παρά απλός αποταμιευτής, ο οποίος κατέχει μετοχές της εταιρίας όπως θα μπορούσε να κατέχει κρατικές ομολογίες και ο οποίος, έστω και αν ασκεί το δικαίωμα ψήφου του στη γενική συνέλευση των μετόχων, δεν ασκεί αισθητή επιρροή στη διαχείριση και την εξέλιξη της εταιρίας, ενώ ο δεύτερος, έστω και αν δεν διαχειρίζεται προσωπικώς την ΕΠΕ, είναι αναμεμειγμένος σε μια γνήσια επιχειρηματική δραστηριότητα, πολύ διαφορετική από την απλή προληπτική τοποθέτηση οικονομιών.
58 Σημειώνεται, εξάλλου, ότι αν, έναντι των οργανισμών εγγυήσεως, δεν αντιμετωπιζόταν επί ίσοις όροις με τον μη μεριδούχο εργαζόμενο εκείνος ο οποίος έχει κάποια συμμετοχή στο κεφάλαιο της επιχειρήσεως, θα επηρεαζόταν οπωσδήποτε η απόκτηση μετοχών από τους μισθωτούς, η οποία, άλλωστε, ενθαρρύνεται σημαντικά στα περισσότερα κράτη μέλη.
59 Πράγματι, είναι σαφές ότι, αν ο μισθωτός στον οποίο προτείνεται να γίνει, κατά ένα πολύ μικρό μέρος φυσικά, μέτοχος της εταιρίας στην οποία εργάζεται ενημερωνόταν συγχρόνως για το ότι, αποδεχόμενος την πρόταση αυτή, κινδυνεύει να μη μπορεί πλέον στο μέλλον να επωφεληθεί της εγγυήσεως, ή μέρους της εγγυήσεως, όσον αφορά την καταβολή των αποδοχών του σε περίπτωση αφερεγγυότητας της επιχειρήσεως, θα αρνούνταν κάτι που θα του φαινόταν - και ευλόγως - δηλητηριασμένο δώρο. Αυτό, βεβαίως, δεν είναι επιθυμητό.
60 Εξετάζοντας και πάλι την κατάσταση της αναιρεσείουσας, φρονώ ότι, στην περίπτωσή της, το γεγονός ότι άφησε να σωρευθούν οι μη καταβληθέντες μισθοί και στη συνέχεια ζήτησε την καταβολή των μισθών αυτών από το ταμείο αποζημιώσεως μπορεί, λαμβανομένης υπόψη της εκτάσεως της συμμετοχής της στο κεφάλαιο της εταιρίας, να εκληφθεί από τα αρμόδια δικαστήρια ως εμπίπτουσα στις περιπτώσεις καταχρήσεως, την αποτροπή των οποίων εκ μέρους των κρατών μελών επιτρέπει το άρθρο 10, στοιχείο αα, της οδηγίας.
61 Πράγματι, η M. Walcher, πέραν του ότι κατέχει το 25 % του κεφαλαίου της εταιρίας και είναι η σύζυγος του διαχειριστή της, ο οποίος επίσης κατέχει το 25 % του κεφαλαίου, λόγω των καθηκόντων τα οποία η ίδια ασκούσε στο λογιστήριο της επιχειρήσεως δεν μπορούσε να αγνοεί την επισφαλή κατάσταση της επιχειρήσεως.
62 Η βούλησή της να σώσει πάση θυσία την επιχείρηση επιβεβαιώνεται, εξάλλου, από το γεγονός ότι δέχθηκε, όταν εμφανίστηκαν οι πρώτες δυσκολίες, τη σύσταση υποθήκης επί του ακινήτου του οποίου αυτή και ο σύζυγός της ήταν συγκύριοι, προκειμένου η εταιρία να λάβει νέες τραπεζικές πιστώσεις.
63 Η κατάχρηση έγκειται στο γεγονός ότι, αφήνοντας να συσσωρεύονται οι εξ αποδοχών απαιτήσεις της, η αναιρεσείουσα αυξάνει την επιβάρυνση του ταμείου αποζημιώσεως, η χρηματοδότηση του οποίου εξασφαλίζεται από το κοινωνικό σύνολο, ταμείου το οποίο, ενώ δημιουργήθηκε για να συνδράμει τους μισθωτούς, βρίσκεται, de facto, στη θέση του τραπεζίτη έναντι της αφερέγγυας επιχειρήσεως, πράγμα το οποίο προδήλως δεν περιλαμβάνεται στους σκοπούς του.
64 Θεωρώ επιτρεπτή την προσφυγή της αυστριακής νομοθεσίας, προς αντιμετώπιση αυτής της καταχρήσεως, στη θεωρία περί χορηγουμένων εκ μέρους των εταίρων δανείων τα οποία εξομοιώνονται προς εισφορά κεφαλαίου.
65 Το ότι εκείνος ο οποίος βρίσκεται στην κατάσταση της αναιρεσείουσας δεν ζήτησε την καταβολή των οφειλομένων μισθών κατά τον χρόνο κατά τον οποίο κατέστησαν απαιτητοί μπορεί, κατά τη γνώμη μου, όντως να αναλυθεί ως χρηματοδοτική ενίσχυση την οποία ο μεριδούχος μιας ΕΠΕ χορηγεί στην εταιρία, προκειμένου αυτή να μπορέσει να συνεχίσει τη δραστηριότητά της, η οποία κινδυνεύει από μια οικονομική κατάσταση που δεν της επιτρέπει να αντεπεξέλθει πλέον στις υποχρεώσεις της.
66 Σημειώνεται επίσης ότι, όπως υπογραμμίζει το αιτούν δικαστήριο, το γεγονός ότι η εφαρμογή του δικαίου των εταιριών οδηγεί στον χαρακτηρισμό της καταστάσεως αυτής ως υποκατάστατου της εισφοράς κεφαλαίου αποτελεί έναν επιπλέον λόγο αρνήσεως της παρεμβάσεως του ταμείου, δεδομένου ότι, στο πλαίσιο της πτωχεύσεως, μια εισφορά κεφαλαίου δεν έχει στην πράξη καμία ελπίδα να επιστραφεί. Το ταμείο αποζημιώσεως, το οποίο, στο πλαίσιο αυτό, μπορεί να προβάλει τις απαιτήσεις που του έχουν μεβαβιβαστεί από τους αποζημιωθέντες δεν θα μπορούσε να ελπίζει στην, έστω και μερική, ανάκτηση του ποσού το οποίο θα είχε προκαταβάλει.
67 Επίσης θεωρώ εύλογο το ότι, βάσει της εφαρμογής των αρχών του δικαίου των εταιριών, παρέχεται στον μισθωτό-εταίρο προθεσμία χάριτος 60 ημερών, από το χρονικό σημείο κατά το οποίο έλαβε γνώση του κλονισμού της πιστοληπτικής ικανότητας της εταιρίας, προκειμένου να ενεργήσει προς είσπραξη των μη καταβληθέντων μισθών του ή να παραιτηθεί από τη θέση απασχολήσεώς του.
68 Πράγματι, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο μισθωτός-εταίρος βρίσκεται, όπως και κάθε άλλος μισθωτός της επιχειρήσεως, ενώπιον μιας οδυνηρής επιλογής και οφείλει να σταθμίσει προσεκτικά τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα των εναλλακτικών λύσεων που του προσφέρονται, οπότε η αδράνειά του δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως βούλησή του να υπερισχύσει η ιδιότητα του εταίρου έναντι της ιδιότητας του μισθωτού πριν από την παρέλευση της προθεσμίας των 60 ημερών.
69 Μέχρις εδώ, η ανάλυσή μου γίνεται στο πλαίσιο του άρθρου 10, στοιχείο αα, της οδηγίας· δέχθηκα δηλαδή ότι ο μισθωτός-εταίρος δεν ενεργεί ίσως ορθώς, αλλά πάντως ενεργεί καλοπίστως. Είναι, όμως, προφανές ότι, όπως υπογραμμίζει η Επιτροπή, είναι απολύτως πιθανόν, σε ορισμένες περιπτώσεις, να υφίσταται η συμπαιγνία μεταξύ μισθωτού και εργοδότη στην οποία αναφέρεται το άρθρο 10, στοιχείο ββ, της οδηγίας, περίπτωση στην οποία όχι μόνον ο περιορισμός, αλλά και ενδεχομένως η απώλεια, εκ μέρους του μισθωτού, του δικαιώματος επί της εγγυήσεως των αποδοχών σε περίπτωση που δεν τις διεκδικήσει εντός 60 ημερών από το χρονικό σημείο της γνώσεως της αφερεγγυότητας της εταιρίας φαίνονται να δικαιολογούνται απολύτως.
70 Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι στο πρώτο ερώτημα προσήκει η απάντηση ότι η οδηγία έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει εθνική νομοθεσία δυνάμει της οποίας στον μη ασκούντα δεσπόζουσα επιρροή στην εταιρία μισθωτό-εταίρο δεν παρέχεται, σε περίπτωση αφερεγγυότητας του εργοδότη του, προστασία καθ' όλα όμοια με εκείνη που παρέχεται στον μισθωτό-μη εταίρο, όταν ο πρώτος, υπό την ιδιότητα του μισθωτού της εταιρίας και αφού έλαβε γνώση του κλονισμού της πιστοληπτικής ικανότητάς της, παραλείπει να ζητήσει επί περισσότερες από 60 ημέρες τις περιοδικές αποδοχές του που έπαυσαν να του καταβάλλονται ή να παραιτηθεί προώρως από τη θέση του λόγω μη καταβολής των αποδοχών του.
Επί των επιτρεπτών κανόνων περιορισμού της προστασίας που παρέχεται στον μισθωτό-εταίρο
71 Αφού έγινε δεκτή η αρχή του περιορισμού των δικαιωμάτων του μισθωτού-εταίρου, έρχομαι τώρα στο ζήτημα των επιτρεπτών κανόνων εφαρμογής της και, ειδικότερα, στο ζήτημα των κανόνων που αναφέρει το εθνικό δικαστήριο στο δεύτερο ερώτημά του. Υπενθυμίζεται ότι, με το ερώτημα αυτό, το Obertser Gerichtshof ερωτά αν η απώλεια των δικαιωμάτων του μισθωτού-εταίρου, στην οποία αναφέρεται το πρώτο ερώτημά του, εκτείνεται στο σύνολο των τυχόν απαιτήσεων του μισθωτού έναντι του εργοδότη του ή μόνο στις απαιτήσεις που γεννήθηκαν μετά την πλασματική ημερομηνία κατά την οποία ένας μισθωτός που δεν είναι ταυτόχρονα και εταίρος θα είχε παραιτηθεί από την επιχείρηση λόγω μη καταβολής των αποδοχών του.
72 Κατά το εθνικό δικαστήριο, η απώλεια αυτή πρέπει να είναι ολική, κατ' εφαρμογήν των αρχών του εμπορικού δικαίου και δεδομένου ότι θα ήταν δύσκολο να διαχωριστούν οι απαιτήσεις που απορρέουν από μια ενιαία σχέση εργασίας σε δύο μέρη, εκ των οποίων το ένα θα αντιστοιχούσε στην περίοδο κατά την οποία ο μισθωτός-εταίρος απολαύει της προστασίας που εξασφαλίζεται σε κάθε μισθωτό, ενώ το δεύτερο θα αφορούσε την περίοδο κατά την οποία η ιδιότητα του εταίρου θα υπερίσχυε εκείνης του μισθωτού.
73 Με άλλες λέξεις, πρέπει να αναγνωριστεί προβάδισμα στο εμπορικό δίκαιο έναντι του εργατικού δικαίου.
74 Προτού εξετάσω την ουσία του ζητήματος αυτού, θα ήθελα να διατυπώσω μια παρατήρηση σχετικά με την έκφραση «πλασματική ημερομηνία κατά την οποία ένας μισθωτός που δεν είναι ταυτόχρονα και εταίρος θα είχε παραιτηθεί», την οποία χρησιμοποιεί το αιτούν δικαστήριο.
75 Αν αντιλαμβάνομαι καλά, το αιτούν δικαστήριο είναι της γνώμης ότι υπάρχει ένα χρονικό σημείο κατά το οποίο ο κοινός μισθωτός μιας επιχειρήσεως η οποία αντιμετωπίζει δυσκολίες οφείλει λογικά να παραιτηθεί.
76 Εξέτασα ήδη το ζήτημα αυτό με τις προτάσεις μου της 2ας Ιουλίου 2002 στην υπόθεση Mau (6), η οποία αφορά ορισμένους κανόνες εφαρμογής της οδηγίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας. Το κράτος μέλος αυτό περιορίζει την πληρωμή των ανεξοφλήτων απαιτήσεων των εργαζομένων στις αποδοχές που αφορούν περίοδο τριών μηνών, η δε Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι εργαζόμενοι, μετά την παρέλευση της προθεσμίας αυτής, έχουν πλήρη επίγνωση του ότι πρέπει να παραιτηθούν.
77 Υποστήριξα, αντιθέτως, ότι ένας εργαζόμενος δεν εγκαταλείπει κανονικά τη θέση εργασίας του προτούν βρει νέα απασχόληση, πράγμα το οποίο μπορεί να απαιτήσει αρκετό χρόνο, και ότι μπορεί επίσης να τρέφει (δικαιολογημένες ή μη) ελπίδες ότι η κατάσταση της επιχειρήσεώς του θα εξυγιανθεί. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το σύνδικος της πτωχεύσεως θα προσπαθήσει να διατηρήσει σε λειτουργία τουλάχιστον ένα μέρος της επιχειρήσεως ή να την καταστήσει εκ νέου κερδοφόρα στο σύνολό της, πράγμα το οποίο δεν θα μπορεί να πράξει αν, εν τω μεταξύ, έχει αποχωρήσει το μεγαλύτερο μέρος των μισθωτών της.
78 Η απροθυμία των εργαζομένων να παραιτηθούν επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι, στην περίπτωση της επιχειρήσεως στην οποία εργαζόταν η M. Walcher, μόνον πέντε από τους τριάντα υπαλλήλους ή μαθητευόμενους παραιτήθηκαν πριν από την ημερομηνία κατά την οποία η εταιρία τέθηκε υπό δικαστική εκκαθάριση.
79 Για όλους αυτούς τους λόγους, φρονώ ότι δεν είναι δυνατόν να ληφθεί ως κριτήριο μια «πλασματική ημερομηνία κατά την οποία ένας μισθωτός που δεν είναι ταυτόχρονα και εταίρος θα είχε παραιτηθεί».
80 Η αναιρεσείουσα προτείνει ένα άλλο κριτήριο. Υποστηρίζει ότι τα μέτρα που αποβλέπουν στην καταπολέμηση των καταχρήσεων πρέπει να περιορίζονται στο απολύτως απαραίτητο για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Συνεπώς, οι μισθωτοί-εταίροι οι οποίοι δεν απαιτούν την καταβολή των αποδοχών τους και δεν ασκούν δεσπόζουσα επιρροή θα έπρεπε, κατά τη γνώμη της, να τυγχάνουν της ελάχιστης εγγυήσεως που παρέχεται σε κάθε μισθωτό, δηλαδή της εγγυήσεως των αποδοχών των τριών τελευταίων μηνών προ της επελεύσεως της αφερεγγυότητας της επιχειρήσεως (άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας). Θεωρεί ότι η θεμιτή καταπολέμηση των καταχρήσεων δεν μπορεί να αφορά παρά πλεονεκτήματα που υπερβαίνουν την ελάχιστη αυτή προστασία.
81 Ούτε η προσέγγιση αυτή μου φαίνεται πειστική. Πράγματι, η οδηγία προβλέπει ότι τα κράτη μέλη μπορούν παράλληλα
- και να περιορίζουν σε τρεις μήνες την εγγύηση των αποδοχών
- και να λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προς αποτροπή των καταχρήσεων.
82 Επιβάλλεται, συνεπώς, το συμπέρασμα ότι ακόμα και τα κράτη μέλη που περιορίζουν την εν λόγω εγγύηση σε τρεις μήνες διατηρούν, καταρχήν, τη δυνατότητα να περιορίσουν σε ακόμα βραχύτερη περίοδο την εγγύηση αυτή όταν πρόκειται για την αποτροπή σοβαρού κινδύνου καταχρήσεως.
83 Υπενθυμίζω ότι από το παράρτημα της οδηγίας προκύπτει ότι η Ιρλανδία και το Βασίλειο των Κάτω Ξωρών έφθασαν μέχρι την πλήρη εξαίρεση του συζύγου του εργοδότη από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Όμως, η πλήρης εξαίρεση αυτού του είδους δεν μπορεί να θεσπιστεί με πλάγια μέσα. Έτσι, η απόφαση Wagner Miret (7) διευκρίνισε ότι δεν επιτρέπεται σε κράτος μέλος, το οποίο θεωρεί τα μέλη του διευθυντικού προσωπικού των επιχειρήσεων ως μισθωτούς και δεν έχει περιλάβει την περίπτωσή τους στο τμήμα Ι του παραρτήματος της οδηγίας, να τους εξαιρέσει από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας.
84 Ομοίως, οι εταίροι οι οποίοι δεν ασκούν δεσπόζουσα επιρροή στην εταιρία (8) δεν μπορούν, με πλάγιο τρόπο, να εξαιρεθούν πλήρως από την ευεργετική ρύθμιση της οδηγίας.
85 Είναι αληθές ότι η αυστριακή νομολογία δεν υιοθετεί τόσο ριζική στάση. Στερεί, πάντως, στους μισθωτούς-εταίρους το δικαίωμα επί της εγγυήσεως των μισθών αν παραλείψουν, αφού λάβουν γνώση του κλονισμού της πιστοληπτικής ικανότητας της επιχειρήσεως, να ζητήσουν επί διάστημα μεγαλύτερο των 60 ημερών τις περιοδικές αποδοχές τους που έπαυσαν να τους καταβάλλονται.
86 Συμφωνώ με την Επιτροπή ως προς το ότι ακόμα και αυτό δεν συμβιβάζεται με τον σκοπό και την πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας. Πράγματι, η Επιτροπή έχει απόλυτο δίκιο όταν υπογραμμίζει ότι το άρθρο 10 εισάγει μια εξαίρεση, μια παρέκκλιση σε σχέση με την προστασία την οποία η οδηγία επιδιώκει να εξασφαλίσει για όλους τους μισθωτούς που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της και ότι, ως εξαιρετική διάταξη, πρέπει να ερμηνεύεται στενά, κατά τρόπον ώστε να μη διακυβεύεται η πρακτική αποτελεσματικότητα της οδηγίας.
87 Ορθώς επίσης παρατηρεί η Επιτροπή ότι το άρθρο 10, στοιχείο αα, της οδηγίας αναφέρεται στα «αναγκαία» μέτρα προς αποτροπήν των καταχρήσεων, επιβάλλοντας έτσι την εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας.
88 Όμως, η ολοσχερής έκπτωση του μισθωτού-εταίρου από τα δικαιώματά του έναντι του οργανισμού εγγυήσεως ισοδυναμεί προς πλήρη άρνηση του γεγονότος ότι ο ανωτέρω έχει παράσχει υπηρεσίες για τις οποίες δικαιούται αμοιβή. Εξάλλου, εφόσον η εγγύηση περιορίζεται στις 60 ημέρες, τα συμφέροντα του οργανισμού εγγυήσεως διασφαλίζονται επαρκώς και δεν ενθαρρύνεται η τεχνητή επιβίωση επιχειρήσεων που οδεύουν προς πτώχευση.
89 Εν πάση περιπτώσει, δεν αντιλαμβάνομαι γιατί θα ήταν απολύτως τεχνητή η διάκριση δύο περιόδων στο πλαίσιο της σχέσεως εργασίας, εφόσον ακριβώς ότι έχει τεθεί αυτή η προθεσμία των 60 ημερών.
90 Τέλος, τίποτε δεν επιτρέπει να θεωρηθεί ότι, δυνάμει κάποιας ανώτερης αρχής, το εμπορικό δίκαιο κατισχύει του εργατικού δικαίου. Αντιθέτως, νομίζω ότι η σημερινή τάση των κρατών μελών είναι, για λόγους απολύτως κατανοητούς, μάλλον η αντίθετη, υπενθυμίζω δε ότι το εργατικό δίκαιο αναπτύχθηκε ακριβώς ως χωριστός κλάδος δικαίου, ο οποίος διέπεται από διαφορετικούς κανόνες από εκείνους του αστικού και του εμπορικού δικαίου, προς διάκριση των σχέσεων εργασίας από τις εμπορικές σχέσεις και προς εξασφάλιση των δικαιωμάτων του εργαζομένου, ήτοι ενός ατόμου ευρισκομένου σε κατάσταση εξαρτήσεως.
91 Όπως ορθότατα υπογραμμίζει η Επιτροπή, μόνον από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο μισθωτός-εταίρος δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ότι συμπεριφέρεται ως κοινός μισθωτός θα πρέπει να αναγνωρίζεται προτεραιότητα στην προστασία του ταμείου αποζημιώσεως και των πιστωτών της εταιρίας.
92 Εξάλλου, υπενθυμίζω ότι αυτή είναι η λύση στην οποία κατέληξε ουσιαστικά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Θεωρώ, συνεπώς, ότι η στέρηση κάθε δικαιώματος επί της εγγυήσεως δεν μπορεί να ισχύσει παρά για την μετά την εκπνοή της προθεσμίας των 60 ημερών περίοδο. Με άλλες λέξεις, για την περίοδο που προηγείται της εκπνοής της προθεσμίας που του παρέχεται για να παραιτηθεί ή για να αξιώσει σαφώς την ικανοποίηση των εξ αποδοχών απαιτήσεών του, απευθυνόμενος στις αρμόδιες αρχές για να επιτύχει την καταβολή των καθυστερουμένων αποδοχών του, ο μισθωτός-εταίρος πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως και κάθε άλλος μισθωτός θύμα της αφερεγγυότητας του εργοδότη του.
93 Απομένει, βεβαίως, η περίπτωση του άρθρου 10, στοιχείο ββ, της οδηγίας. Στην περίπτωση αυτή, κατά την άποψή μου όπως και κατά την άποψη της Επιτροπής, πρέπει, με στόχο την αποθάρρυνση κάθε απόπειρας απάτης, να τεθεί ως αρχή ότι η συμπαιγνία, η απόδειξη της οποίας εναπόκειται στον οργανισμό εγγυήσεως, μπορεί να απαλλάξει τον τελευταίο από κάθε υποχρέωση έναντι του μισθωτού-εταίρου. Πράγματι, ο οργανισμός εγγυήσεως δεν μπορεί να είναι υποχρεωμένος να συνδράμει ένα μισθωτό ο οποίος προβάλλει αυτήν την ιδιότητά του όταν πρόκειται να αντλήσει ωφέλη, αλλά του οποίου η συμπεριφορά καταδεικνύει ότι το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η προστασία της περιουσίας που είχε επενδύσει στην εταιρία και η οποία πρόκειται να απολεσθεί με την κατάρρευση της εταιρίας. Σε κάθε μάχη θα πρέπει κανείς να επιλέγει την παράταξή του και, σε περίπτωση ήττας, είναι πλέον αργά για να αλλάξει παράταξη.
94 Βάσει αυτών των σκέψεων, θεωρώ ότι η απώλεια των δικαιωμάτων έναντι του οργανισμού ο οποίος εγγυάται στους μισθωτούς τις εξ αποδοχών απαιτήσεις έναντι των επιχειρήσεων που καθίστανται αφερέγγυες, την οποία τυχόν προβλέπει μια εθνική νομοθεσία, δεν μπορεί να πλήττει τον μισθωτό-εταίρο παρά για την περίοδο που έπεται της εκπνοής της προθεσμίας που του τάσσει η ίδια αυτή νομοθεσία για να αποφασίσει αν θα διατηρήσει ή όχι το σύνολο των δικαιωμάτων του έναντι του εν λόγω οργανισμού εγγυήσεως, παραιτούμενος ή ζητώντας την καταβολή των καθυστερουμένων αποδοχών του, εκτός εάν υφίσταται συμπαιγνία, οπότε η απώλεια των δικαιωμάτων μπορεί να είναι ολική.
95 Περατώνοντας τη συλλογιστική μου και ανακεφαλαιώνοντας τα επιμέρους συμπεράσματα στα οποία κατέληξα, προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ότι:
- Η οδηγία 80/987/EOK του Συμβουλίου, της 20ής Οκτωβρίου 1980, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των μισθωτών σε περίπτωση αφερεγγυότητος του εργοδότη, έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει εθνική νομοθεσία δυνάμει της οποίας, λαμβανομένων υπόψη των αρχών περί δανείων εξομοιουμένων προς εισφορά κεφαλαίου, το δικαίωμα του μη ασκούντος δεσπόζουσα επιρροή στην εταιρία μισθωτού εταίρου επί της εγγυήσεως των μη καταβληθέντων αποδοχών λόγω αφερεγγυότητας του εργοδότη περιορίζεται όταν ο εν λόγω μισθωτός-εταίρος, υπό την ιδιότητα του μισθωτού της εταιρίας και αφού έλαβε γνώση του κλονισμού της πιστοληπτικής ικανότητάς της, παραλείπει να ζητήσει επί περισσότερες από 60 ημέρες τις περιοδικές αποδοχές του που έπαυσαν να του καταβάλλονται ή να παραιτηθεί προώρως από τη θέση του λόγω μη καταβολής των αποδοχών του.
- Το άρθρο 10 της οδηγίας 80/987 έχει την έννοια ότι, κατά την εφαρμογή των αρχών περί δανείων εξομοιουμένων προς εισφορά κεφαλαίου στην περίπτωση μισθωτού-εταίρου ο οποίος δεν ασκεί δεσπόζουσα επιρροή στην εταιρία, η απώλεια των δικαιωμάτων την οποία κινδυνεύει να υποστεί ο τελευταίος αφορά μόνον τις απαιτήσεις τις σχετικές με την περίοδο που έπεται της εκπνοής της ως άνω προθεσμίας των 60 ημερών, εκτός αν αποδειχθεί συμπαιγνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού επί ζημία των πιστωτών κατά την έννοια του άρθρου 10, στοιχείο ββ, της οδηγίας αυτής. Στην περίπτωση αυτή, είναι δυνατή η απώλεια όλων των μη ικανοποιηθεισών απαιτήσεων του μισθωτού-εταίρου.
(1) - ΕΕ ειδ. έκδ. 05/002, σ. 121.
(2) - Βλ. παράρτημα Ι της Πράξεως Προσχωρήσεως, Κοινωνική Πολιτική, Δ. Εργατική νομοθεσία.
(3) - Αποφάσεις της 10ης Ιουλίου 1997, C-94/95 και C-95/95, Bonifaci κ.λπ. και Berto (Συλλογή 1997, σ. Ι-3969, σκέψη 3), και C-373/95, Maso κ.λπ. (Συλλογή 1997, σ. Ι-4051, σκέψη 3), της 17ης Σεπτεμβρίου 1997, C-117/96, Mosbζk (Συλλογή 1997, σ. Ι-5017, σκέψη 17), και της 16ης Δεκεμβρίου 1999, C-198/98, Everson και Barrass (Συλλογή 1999, σ. Ι-8903, σκέψη 20).
(4) - Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1998, C-125/97 (Συλλογή 1998, σ. Ι-4493, σκέψη 20).
(5) - Η υπογράμμιση δική μου.
(6) - C-160/01, η οποία εκκρεμεί ακόμα ενώπιον του Δικαστηρίου, σημεία 32 έως 37.
(7) - Απόφαση της 16ης Δεκεμβρίου 1993, C-334/92 (Συλλογή 1993, σ. Ι-6911).
(8) - Η Δημοκρατία της Αυστρίας εξαίρεσε ρητώς τους εταίρους που ασκούν δεσπόζουσα επιρροή.
Full & Egal Universal Law Academy