Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
1. Το Δικαστήριο καλείται να ελέγξει στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, η οποία κινήθηκε από την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων βάσει του άρθρου 226 ΕΚ, αν το Βασίλειο των Κάτω Χωρών παρέλειψε να θεσπίσει τα αναγκαία μέτρα για τη μεταφορά στο εθνικό δίκαιο των άρθρων 11 και 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/609/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς (στο εξής: οδηγία 86/609 ή, απλώς, οδηγία) (ΕΕ L 358, σ. 1).
Το νομικό πλαίσιο
Το κοινοτικό δίκαιο
2. Η οδηγία 86/609 θέτει κατώτατες προδιαγραφές στον τομέα της προστασίας των ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς ή επιστημονικούς σκοπούς προς τον σκοπό της τελειοποιήσεως, της παραγωγής και της δοκιμής φαρμάκων, τροφίμων και άλλων ουσιών ή προϊόντων, καθώς και της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. Τα είδη που απειλούνται με εξαφάνιση δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν παρά μόνο σε έρευνες για τη διατήρηση των εν λόγω ειδών ή για σημαντικούς βιοϊατρικούς σκοπούς για τους οποίους τα εν λόγω είδη είναι κατ' εξοχήν τα μόνα κατάλληλα. Ο πρωταρχικός σκοπός της επιδιωκόμενης με την οδηγία εναρμονίσεως, όπως δηλώνεται σαφώς στο προοίμιο (πρώτη αιτιολογική σκέψη) και στο άρθρο 1, συνίσταται στην εξάλειψη των διαφορών μεταξύ των εν ισχύι εθνικών νομοθεσιών εντός των κρατών μελών προκειμένου να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να επηρεάζουν τη λειτουργία της κοινής αγοράς, ιδίως μέσω στρεβλώσεων του ανταγωνισμού ή εμπορικών εμποδίων.
3. Εξάλλου, από το προοίμιο (δεύτερη αιτιολογική σκέψη) προκύπτει, ομοίως, ότι η εναρμόνιση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί μέσω μειώσεως στο ελάχιστο του αριθμού των ζώων που χρησιμοποιούνται για τους προαναφερθέντες σκοπούς, λαμβανομένης εν πάση περιπτώσει της κατάλληλης μέριμνας ώστε τα ζώα αυτά να μην υφίστανται ανώφελα κανέναν πόνο, ταλαιπωρία, αγωνία ή μόνιμη βλάβη ή, όταν αυτά είναι αναπόφευκτα, να περιορίζονται στο ελάχιστο.
4. Όσον αφορά τις ειδικές διατάξεις των οποίων η μεταφορά στο ολλανδικό δίκαιο αμφισβητείται εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το άρθρο 11 της οδηγίας:
«Παρά τις λοιπές διατάξεις της παρούσας οδηγίας, εφόσον οι θεμιτοί σκοποί του πειράματος το απαιτούν, η αρχή μπορεί να επιτρέψει την ελευθέρωση του συγκεκριμένου ζώου, εάν έχει βεβαιωθεί ότι έγινε ό,τι ήταν δυνατό για την καλή διαβίωσή του και εφόσον το επιτρέπει η κατάσταση της υγείας του και δεν υπάρχει κίνδυνος για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον.»
5. Το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας προβλέπει εξάλλου τα εξής:
«Για να αποφευχθούν άσκοπες επαναλήψεις πειραμάτων που γίνονται προκειμένου να ικανοποιηθούν οι εθνικές ή κοινοτικές νομοθετικές διατάξεις περί υγείας και ασφάλειας, τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν, στο μέτρο του δυνατού, τα αποτελέσματα πειραμάτων που διεξάγονται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους, εκτός αν απαιτούνται περαιτέρω δοκιμές για την προστασία της δημόσιας υγείας και ασφάλειας.»
6. Τέλος, δυνάμει του άρθρου 25 της οδηγίας:
«1. Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία το αργότερο μέχρι τις 24 Νοεμβρίου 1989. Πληροφορούν αμέσως την Επιτροπή σχετικά.
2. Τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στην Επιτροπή τις διατάξεις εσωτερικού δικαίου που θεσπίζουν στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία.»
Το εθνικό δίκαιο
7. Τα κυριότερα μέτρα που κοινοποιήθηκαν, στο πλαίσιο της μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της οδηγίας, στην Επιτροπή από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών είναι ο Wet op de dierproeven (νόμος για τα πειράματα σε ζώα) της 12ης Ιανουαρίου 1977 , όπως έχει τροποποιηθεί με τον νόμο της 12ης Σεπτεμβρίου 1996 , και η Dierproevenbesluit (κανονιστική απόφαση για τα πειράματα σε ζώα) της 31ης Μα_ου 1985, όπως έχει τροποποιηθεί, η οποία αποτελεί την εφαρμογή ορισμένων διατάξεων αυτού του νόμου .
Περιστατικά και διαδικασία
8. Η Επιτροπή, θεωρώντας ότι τα μέτρα που της είχαν κοινοποιηθεί δεν συνιστούσαν ορθή και πλήρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο ορισμένων διατάξεων της οδηγίας, πληροφόρησε σχετικώς το Βασίλειο των Κάτω Χωρών με έγγραφο της 9ης Ιουνίου 1998, καλώντας το να διατυπώσει συναφώς, εντός προθεσμίας δύο μηνών, τις παρατηρήσεις του. Η Ολλανδική Κυβέρνηση απάντησε στην όχληση της Επιτροπής με έγγραφο της 29ης Ιουλίου 1998, με το οποίο αμφισβήτησε τις προσαπτόμενες παραλείψεις. Πάντως, από την εξέταση των επιχειρημάτων που διατύπωσαν οι Κάτω Χώρες δεν κατέστη δυνατό να μεταβάλει η Επιτροπή τη θέση της. Επομένως, την 1η Αυγούστου 2000, απέστειλε αιτιολογημένη γνώμη τάσσοντας στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών προθεσμία δύο μηνών για να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 4, 5, 7, παράγραφος 3, 8, παράγραφοι 2, 3 και 4, 11, 18, παράγραφος 1, και 22, παράγραφος 1, της οδηγίας.
9. Η Ολλανδική Κυβέρνηση διατύπωσε τις παρατηρήσεις της απαντώντας στην αιτιολογημένη γνώμη με έγγραφο της 3ης Οκτωβρίου 2000. Στη συνέχεια, πάντοτε κατόπιν της αιτιολογημένης γνώμης, έλαβε και δημοσίευσε άλλα μέτρα μεταφοράς της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, ήτοι τις Beleidsregels ontheffingen Wet op de dierproeven (οδηγίες περί απαλλαγής σε ορισμένες περιπτώσεις από τις επιβαλλόμενες από τον νόμο για τα πειράματα σε ζώα υποχρεώσεις) και τη Regeling huisvesting en verzorging proefdieren (κανονιστική απόφαση για την παροχή στέγης και φροντίδας στα ζώα που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς σκοπούς) , και πληροφόρησε σχετικώς την Επιτροπή με έγγραφο της 14ης Μαρτίου 2001. Με την ευκαιρία αυτή, το Βασίλειο των Κάτω Χωρών κοινοποίησε στην Επιτροπή ένα σχέδιο μέτρων που αφορούν την τροποποίηση της κανονιστικής αποφάσεως και τα πειράματα σε ζώα.
10. Η Επιτροπή, αφού εξέτασε τα στοιχεία αυτά, απέσυρε ορισμένες αιτιάσεις, αλλά διατήρησε αυτές που αντλούνται από τα άρθρα 8, παράγραφος 2, 11, 18, παράγραφος 1, και 22, παράγραφος 1, της οδηγίας. Κατά συνέπεια, στις 18 Μα_ου 2001, κίνησε την παρούσα διαδικασία. Στη συνέχεια, λαμβάνοντας γνώση για τη θέσπιση της αναγγελθείσας τροποποιήσεως της κανονιστικής αποφάσεως για τα πειράματα σε ζώα και της Nadere regeling merken proefdieren (συμπληρωματικής ρυθμίσεως για το σημάδεμα των ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς σκοπούς) , κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου της 11ης Ιουνίου 2002, η Επιτροπή δήλωσε ότι παραιτείται της προσφυγής όσον αφορά τα άρθρα 8, παράγραφος 2, και 18, παράγραφος 1, της οδηγίας, διατηρώντας πάντως τα αιτήματά της ως προς τα άρθρα 11 και 22, παράγραφος 1, και ως προς τα δικαστικά έξοδα .
Νομική ανάλυση
11. Όπως είδαμε, η Επιτροπή προσάπτει στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών ότι δεν εξασφάλισε την πλήρη και ορθή μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο, έστω και αν πρόκειται πλέον μόνο για τα άρθρα 11 και 22, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής. Η καθής κυβέρνηση προβάλλει ότι, μολονότι οι εν λόγω διατάξεις της οδηγίας δεν έχουν μεταφερθεί κατά γράμμα με τον ολλανδικό νόμο για τα πειράματα με ζώα, η πραγματοποίηση των σκοπών που θέτουν εξασφαλίζεται εντούτοις με αυτόν τον νόμο και, γενικότερα, από το σύνολο των κανόνων που ισχύουν στην έννομη τάξη της. Κατά το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, αυτό συνάδει προς τα κριτήρια που έχει συναγάγει το Δικαστήριο για τον έλεγχο της εκτελέσεως των υποχρεώσεων που υπέχουν τα κράτη μέλη στον τομέα της μεταφοράς οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο.
12. Συναφώς, παρατηρώ και εγώ εκ προοιμίου ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, η μεταφορά μιας οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο «δεν απαιτεί κατ' ανάγκην την κατά γράμμα επανάληψη των διατάξεων αυτής σε ρητή και ειδική νομική διάταξη, [αλλά] μπορεί να αρκεστεί σε ένα γενικό νομικό πλαίσιο, εφόσον αυτό διασφαλίζει πράγματι την πλήρη εφαρμογή της οδηγίας κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή» και ιδίως υπό την προϋπόθεση ότι η νομική κατάσταση «είναι αρκούντως ακριβής, σαφής και διαφανής, ώστε οι ενδιαφερόμενοι να είναι σε θέση να γνωρίζουν πλήρως τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους» .
13. Επομένως, για να κριθούν οι ισχυρισμοί της Επιτροπής πρέπει να επαληθευθεί αν τηρήθηκαν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές και, ιδίως, αν η ολλανδική ρύθμιση στον τομέα των πειραμάτων με ζώα συνάδει ή όχι προς τις επιταγές των άρθρων 11 και 12, παράγραφος 1, της οδηγίας. Προειδοποιώ αμέσως ότι η επαλήθευση αυτή ουδόλως είναι εύκολη, διότι, κατ' ουσίαν, όπως θα δούμε στη συνέχεια, η επίμαχη ολλανδική ρύθμιση φαίνεται να συνάδει σε μεγάλο βαθμό προς τις κοινοτικές διατάξεις, δεδομένου ότι τα στοιχεία που δεν συνάδουν αφορούν μικρής σημασίας πτυχές ή μάλιστα ουσιαστικώς τυπικού χαρακτήρα. Παραμένει πάντως γεγονός ότι, καθόσον υφίστανται, τα στοιχεία αυτά δικαιολογούν την προσφυγή της Επιτροπής, ιδίως αν η έλλειψη συμβατού θέτει σε κίνδυνο την πλήρη πραγματοποίηση των σκοπών που επιδιώκονται με τις προπαρατεθείσες διατάξεις της οδηγίας.
Επί του άρθρου 11 της οδηγίας
14. Όπως είδαμε, το άρθρο 11 της οδηγίας καθορίζει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η αρμόδια για τον έλεγχο των πειραμάτων με ζώα αρχή μπορεί να επιτρέψει την ελευθέρωση ενός ζώου στο πλαίσιο του πειράματος. Προς τον σκοπό αυτόν, η αρμόδια αρχή πρέπει να έχει βεβαιωθεί ότι έγινε ό,τι ήταν δυνατό για την καλή διαβίωση του ζώου, ότι η κατάσταση της υγείας του το επιτρέπει και ότι δεν υφίσταται κανένας κίνδυνος για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον. Κατά την Επιτροπή, η κατάσταση της ολλανδικής έννομης τάξεως δεν διασφαλίζει την ορθή εφαρμογή αυτής της διατάξεως. Αμφισβητεί, ειδικότερα, ότι η τήρηση των διατάξεων που καθορίζει αυτή η διάταξη εξασφαλίζεται, όπως υποστηρίζει, αντιθέτως, η Ολλανδική Κυβέρνηση, από τα άρθρα 10a, 12 και 13 του νόμου για τα πειράματα με ζώα. Συγκεκριμένα, τα άρθρα αυτά είναι γενικού χαρακτήρα και δεν αφορούν την ειδική περίπτωση της «ελευθερώσεως» των ζώων.
15. Η Ολλανδική Κυβέρνηση, εξ ετέρου, επιμένει στο γεγονός ότι η εφαρμογή των προπαρατεθέντων άρθρων του νόμου για τα πειράματα με ζώα επιτρέπει κάλλιστα την επίτευξη του αποτελέσματος που επιδιώκει το άρθρο 11 της οδηγίας. Συγκεκριμένα, κατά την εν λόγω κυβέρνηση, η περίπτωση ελευθερώσεως των ζώων στην οποία αναφέρεται η διάταξη αυτή αποτελεί απλώς ένα στάδιο του πειράματος και, ως εκ τούτου, υπόκειται στον προληπτικό έλεγχο των αρμόδιων εθνικών αρχών, στις οποίες απόκειται να μεριμνούν για την τήρηση των προϋποθέσεων που θέτει η οδηγία. Ειδικότερα, όπως υπογραμμίζει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, για να είναι, δυνάμει του άρθρου 10a του νόμου για τα πειράματα με ζώα, δυνατή η πραγματοποίηση πειράματος, πρέπει να ληφθεί η θετική γνώμη μιας επιτροπής εγκεκριμένης από τη Centrale Commissie dierproeven (κεντρική επιτροπή πειραμάτων με ζώα) ή, απευθείας, η ευνοϊκή γνώμη της κεντρικής επιτροπής, η οποία δίδεται κατόπιν εξετάσεως ενός ερευνητικού σχεδίου στο οποίο εκτίθενται τα διάφορα στάδια του πειράματος. Στο πλαίσιο αυτό, οι οικείοι οργανισμοί οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη, κατ' εφαρμογή των άρθρων 12 και 13 του εν λόγω νόμου, τις ανάγκες προστασίας της καλής διαβιώσεως και της υγείας του ζώου που χρησιμοποιείται για το πείραμα. Επιπλέον, και γενικώς, πρέπει να επαγρυπνούν ως προς το ότι το πείραμα εξελίσσεται με τήρηση οποιασδήποτε άλλης υφιστάμενης κατά νόμο υποχρεώσεως, ειδικότερα στον τομέα της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος. Επομένως, κατά την Ολλανδική Κυβέρνηση, τηρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 11 της οδηγίας, χωρίς να είναι αναγκαία η υπόμνηση των εν λόγω προϋποθέσεων ειδικώς και κατά γράμμα στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας.
16. Οφείλω να αναγνωρίσω ότι ελάχιστα με πείθουν τα επιχειρήματα που προβάλλει η Ολλανδική Κυβέρνηση. Πράγματι, το άρθρο 11 της οδηγίας απαιτεί την τήρηση συγκεκριμένων προϋποθέσεων, η συνδρομή των οποίων, όπως αυτή προκύπτει από το γράμμα της διατάξεως, πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο ειδικής εκτιμήσεως σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση στην οποία υφίσταται πρόθεση ελευθερώσεως ενός ζώου. Μόνον όταν πληρούνται αυτές οι προϋποθέσεις μπορεί η αρμόδια αρχή να επιτρέψει την ελευθέρωση ζώου . Κατά συνέπεια, έστω και μόνον υπ' αυτή την άποψη, αμφιβάλλω αν η προληπτική αξιολόγηση του πραγματοποιούμενου πειράματος εκ μέρους των επιτροπών για τα πειράματα με ζώα συνιστά, με τον τρόπο που προβλέπεται από την ολλανδική νομοθεσία, κατάλληλο μέσο για τη διασφάλιση της πλήρους τηρήσεως των προπαρατεθεισών προϋποθέσεων.
17. Πράγματι, ακόμα και αν υπήρχε πρόθεση να γίνει δεκτό ότι, όπως υποστηρίζει η καθής κυβέρνηση, στο πλαίσιο της εξετάσεως των ερευνητικών προγραμμάτων, οι επιτροπές αυτές εκφέρουν επίσης κρίση και για την επερχόμενη ελευθέρωση του ζώου, είναι εντούτοις λογικό να υποτεθεί ότι το ζώο ελευθερώνεται μετά το στάδιο του πειράματος (π.χ., τη χορήγηση ενός φαρμάκου), κατά τη διάρκεια του οποίου θα μπορούσαν να ανακύψουν τα προβλήματα για το ζώο και οι κίνδυνοι για την προστασία της δημόσιας υγείας και του περιβάλλοντος που μνημονεύονται στο άρθρο 11 της οδηγίας. Υπό το πρίσμα αυτό, εκ των προτέρων αξιολόγηση του πειράματος που πραγματοποιείται αποκλειστικώς βάσει του ερευνητικού προγράμματος δεν νομίζω ότι αρκεί για να επιτρέψει στην αρμόδια αρχή να διαπιστώσει ότι έγινε ό,τι ήταν δυνατό για την καλή διαβίωση του ζώου και ότι η κατάσταση της υγείας του επιτρέπει την ελευθέρωσή του, χωρίς να προκύπτουν ως εκ τούτου κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον, όπως το απαιτεί ειδικά το άρθρο 11.
18. Εκτός αυτού, δεν νομίζω βεβαίως ότι, εν πάση περιπτώσει, αρκεί, για τη διασφάλιση της τηρήσεως αυτής της διατάξεως, η επίκληση των απαιτήσεων της καλής διαβιώσεως και της υγείας των ζώων, προς τις οποίες θα πρέπει να συμμορφώνονται οι εθνικές αρχές δυνάμει των άρθρων 12 και 13 του νόμου για τα πειράματα με ζώα. Πράγματι, ακόμη και αν έπρεπε όντως να ερμηνευθεί η ολλανδική νομοθεσία υπ' αυτή την έννοια, παραμένει εντούτοις γεγονός ότι το άρθρο 11 της οδηγίας διευκρινίζει ότι, για να τηρούνται οι εν λόγω απαιτήσεις στην ειδική περίπτωση κατά την οποία το ζώο ελευθερώνεται, πρέπει η αρμόδια αρχή να «έχει βεβαιωθεί ότι έγινε ό,τι ήταν δυνατό για τη καλή διαβίωσή του» και ότι «το επιτρέπει η κατάσταση της υγείας του [...]». Αντιθέτως, βάσει των στοιχείων που προσκόμισε η καθής κυβέρνηση, ουδόλως προκύπτει ότι η ισχύουσα στις Κάτω Χώρες νομοθεσία επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές, όταν αποφασίζουν την ελευθέρωση ενός ζώου, να τηρούν αντίστοιχες επιταγές διατυπωμένες με ακρίβεια και σαφήνεια.
19. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την άλλη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 11 της οδηγίας, κατά την οποία - το υπενθυμίζω - ένα ζώο που χρησιμοποιείται για πειραματικούς σκοπούς δεν μπορεί να ελευθερώνεται παρά μόνον αν «δεν υπάρχει κίνδυνος για τη δημόσια υγεία και το περιβάλλον». Ως προς το σημείο αυτό επίσης, η Ολλανδική Κυβέρνηση επικαλείται, γενικώς, μια σειρά αρκετά ετερογενών νομοθετικών διατάξεων που ισχύουν για διάφορους τομείς, βάσει των οποίων ισχυρίζεται ότι μπορεί να αποδείξει την τήρηση της προπαρατεθείσας προϋποθέσεως. Πάντως, αυτό το είδος διευκρινίσεως επιβεβαιώνει ακριβώς, κατ' εμέ, ότι η ολλανδική έννομη τάξη δεν παρέχει στην πραγματικότητα, εν όψει της σαφούς και συγκεκριμένης επιταγής του άρθρου 11 της οδηγίας, μια ομοίως απερίφραστη απάντηση.
20. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ο λόγος που αντλεί η Επιτροπή από το άρθρο 11 της οδηγίας είναι βάσιμος.
Επί του άρθρου 22, παράγραφος 1, της οδηγίας
21. Η Επιτροπή προσάπτει επιπλέον στο Βασίλειο των Κάτω Χωρών την εκ μέρους του παράλειψη μεταφοράς στο εσωτερικό δίκαιο του άρθρου 22, παράγραφος 1, της οδηγίας, το οποίο προβλέπει, όπως είδαμε, για να αποφευχθούν άσκοπες επαναλήψεις πειραμάτων που γίνονται προκειμένου να ικανοποιηθούν οι εθνικές ή κοινοτικές νομοθετικές διατάξεις περί υγείας και ασφάλειας, την αμοιβαία αναγνώριση των αποτελεσμάτων πειραμάτων που διεξάγονται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους.
22. Η Ολλανδική Κυβέρνηση αντιτείνει ότι οι κανόνες του άρθρου 22, παράγραφος 1, αντιστοιχούν πλήρως στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο a, του νόμου για πειράματα με ζώα, το οποίο εμπεριέχει σιωπηρά, κατ' αυτήν, μια ρήτρα αμοιβαίας αναγνωρίσεως. Η διάταξη αυτή, απαγορεύοντας τα πειράματα που σκοπούν στην επίτευξη αποτελεσμάτων τα οποία, κατά την κρατούσα και γενικώς κατανοητή άποψη των εμπειρογνωμόνων, μπορούν να επιτυγχάνονται με άλλα μέσα, καλύπτει κατ' ουσίαν και τις περιπτώσεις στις οποίες τα αναμενόμενα αποτελέσματα έχουν ήδη επιτευχθεί εντός άλλων κρατών μελών και είναι διαθέσιμα στους ενδιαφερομένους ερευνητές. Η τελευταία αυτή περίσταση αποτελεί μάλιστα ακριβώς την αφορμή για τη θέσπιση αυτής της διατάξεως, όπως πιστοποιούν οι εν προκειμένω προπαρασκευαστικές εργασίες. Τέλος, η καθής κυβέρνηση διευκρινίζει ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο a, του νόμου για τα πειράματα με ζώα δεν εμποδίζει εν πάση περιπτώσει τις αρμόδιες εθνικές αρχές να επιτρέπουν επίσης ένα πείραμα όταν, σύμφωνα με το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας, είναι αναγκαία η διενέργεια συμπληρωματικών ερευνών προκειμένου να προστατευθεί η δημόσια υγεία ή η ασφάλεια.
23. Καθόσον με αφορά, δεν νομίζω ότι μπορώ να συνταχθώ με την Ολλανδική Κυβέρνηση ούτε επ' αυτού του σημείου. Πράγματι, ακόμα και αν το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο a, του νόμου για τα πειράματα με ζώα είχε όντως το περιεχόμενο που του αποδίδει η εν λόγω κυβέρνηση, η υποχρέωση αμοιβαίας αναγνωρίσεως δεν θα επιβαλλόταν εν πάση περιπτώσει με την ίδια ακρίβεια όπως αυτή που προκύπτει από το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας.
24. Είναι αληθές ότι, επιβάλλοντας στα κράτη μέλη να αναγνωρίσουν αμοιβαίως, «στο μέτρο του δυνατού», το κύρος των αποτελεσμάτων των πειραμάτων, η οδηγία δεν καθιερώνει μια απόλυτη υποχρέωση. Εξάλλου, αυτό γίνεται εύκολα αντιληπτό, διότι, για να αποφευχθεί η επανάληψη ενός πειράματος, το αποτέλεσμα που αναμένεται πρέπει όχι μόνο να είναι διαθέσιμο, αλλά και επιδεκτικό χρησιμοποιήσεως, δηλαδή να προέρχεται από πείραμα που έχει πανομοιότυπο ή παρόμοιο αντικείμενο . Εντούτοις, ακόμα και αν αυτό ληφθεί υπόψη, νομίζω ότι οι προβλεπόμενες από τον ολλανδικό νόμο προϋποθέσεις δεν συμφωνούν πλήρως με τις επιταγές της οδηγίας, στο μέτρο κατά το οποίο η αμοιβαία αναγνώριση του κύρους των αποτελεσμάτων των πειραμάτων, μολονότι δεν αποκλείεται, δεν επιβάλλεται εντούτοις με τη σαφέστερη και την ακριβέστερη διατύπωση του άρθρου 22, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας.
25. Χρήζει αποδείξεως, όπως νομίζω, ότι, κατά την καθής κυβέρνηση, η απαγόρευση που θέτει το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο a, του ολλανδικού νόμου για τα πειράματα με ζώα διασφαλίζει την εκτέλεση τόσο της υποχρεώσεως αμοιβαίας αναγνωρίσεως την οποία αφορά το άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας όσο και την εξαίρεση από αυτή την υποχρέωση, που προβλέπει η ίδια διάταξη. Επομένως, από την απαγόρευση διενέργειας πειραμάτων στις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα αναμενόμενα αποτελέσματα μπορούν να επιτευχθούν με άλλα μέσα, η οποία απαγόρευση καθιερώνεται με το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο a, πρέπει συγχρόνως να συναχθεί όχι μόνον η υποχρέωση των ολλανδικών αρμοδίων αρχών να αναγνωρίσουν το κύρος των αποτελεσμάτων των πραγματοποιηθέντων εντός άλλων κρατών μελών πειραμάτων, αλλά επίσης η δυνατότητα των ίδιων αυτών αρχών να παρεκκλίνουν από την υποχρέωση αυτή στην περίπτωση κατά την οποία άλλα πειράματα είναι αναγκαία «για την προστασία της δημόσιας υγείας και ασφάλειας», όπως προβλέπει η οδηγία. Όμως, αυτή η αντιφατικότητα, όχι μόνο δεν στηρίζει την άποψη της καθής κυβέρνησης, αλλά νομίζω, αντιθέτως, ότι αποδεικνύει ακριβώς ότι η ολλανδική ρύθμιση δεν αντιστοιχεί σαφώς και επακριβώς προς τους κανόνες του άρθρου 22, παράγραφος 1, της οδηγίας.
26. Εξάλλου, ουδόλως εκπλήσσει το να θεωρηθεί ότι το άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο a, του νόμου για τα πειράματα με ζώα, που επικαλείται η Ολλανδική Κυβέρνηση, δεν έχει στην πραγματικότητα ως πρότυπο το άρθρο 22, παράγραφος 1, αλλά μάλλον το άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας, το οποίο απαγορεύει ακριβώς τη διεξαγωγή πειραμάτων με ζώα, «εφόσον είναι λογικά και πρακτικά εφικτό να χρησιμοποιηθεί άλλη μέθοδος επίτευξης των επιδιωκόμενων αποτελεσμάτων, η οποία είναι ικανοποιητική από επιστημονικής πλευράς και δεν συνεπάγεται τη χρησιμοποίηση ζώων». Βεβαίως, μπορεί να υπάρξει συμφωνία ως προς το γεγονός ότι η υποχρέωση αμοιβαίας αναγνωρίσεως που προβλέπεται στο άρθρο 22, παράγραφος 1, της οδηγίας επιδιώκει τον ίδιο σκοπό με αυτή την απαγόρευση, δηλαδή τον περιορισμό της εφαρμογής των πειραμάτων με ζώα στις περιπτώσεις που είναι αυστηρώς απαραίτητες. Πάντως, παραμένει γεγονός ότι εξακολουθεί να είναι διαφορετική και αυτοτελής στο μέτρο κατά το οποίο αναφέρεται στην ειδική περίπτωση των «πειραμάτων που γίνονται προκειμένου να ικανοποιηθούν οι εθνικές ή κοινοτικές νομοθετικές διατάξεις περί υγείας και ασφαλείας» μέσω ειδικών κανόνων που σκοπούν στην αποφυγή της επαναλήψεως αυτών των πειραμάτων. Επομένως, η δομή της οδηγίας δεικνύει, κατ' εμέ, ότι η πλήρης τήρηση του άρθρου 22, παράγραφος 1, δεν μπορεί να διασφαλιστεί με την επίκληση, όπως πράττει εξάλλου η καθής κυβέρνηση, μιας απαγορεύσεως όπως αυτή που θέτει το προπαρατεθέν άρθρο 7, παράγραφος 2, της οδηγίας.
27. Κατά συνέπεια, ούτε επ' αυτού του σημείου μπορεί να θεωρηθεί η ολλανδική ρύθμιση ως πλήρως σύμφωνη προς την οδηγία.
28. Επομένως, θεωρώ και αυτόν τον λόγο βάσιμο, καθώς και, κατά συνέπεια, την προσφυγή της Επιτροπής στο σύνολό της.
29. Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα, εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα. Εν όψει των όσων είπα για το βάσιμο της προσφυγής, θεωρώ ότι το Βασίλειο των Κάτω Χωρών πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, αφού η Επιτροπή διατύπωσε αυτό το αίτημα.
Πρόταση
30. Εν όψει των ανωτέρω στοιχείων, προτείνω στο Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση με το ακόλουθο διατακτικό:
«1) Το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, μη θεσπίζοντας εντός της ταχθείσας προθεσμίας όλα τα αναγκαία μέτρα για να συμμορφωθεί προς τα άρθρα 11 και 22, παράγραφος 1, της οδηγίας 86/609/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 24ης Νοεμβρίου 1986, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την προστασία των ζώων που χρησιμοποιούνται για πειραματικούς και άλλους επιστημονικούς σκοπούς, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από την οδηγία αυτή.
2) Καταδικάζει το Βασίλειο των Κάτω Χωρών στα δικαστικά έξοδα.»
Full & Egal Universal Law Academy